ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: T306/26
3 Σεπτεμβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Α.Μ.
2. Μ.S. (ανηλίκου) Αιτητές
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Ρ. Καλογήρου (κα.), Δικηγόρος για τους Αιτητές
Μ. Φιλίππου (κα.), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 12.6.2026, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή τους για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2023.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτητές 1 και 2 κατάγονται από τη Σιέρα Λεόνε. Η Αιτήτρια 1 (στο εξής: « η Αιτήτρια») εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 7.9.2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, ενώ η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή 2 καταγράφηκε στις 2.7.2024. Στις 30.4.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας αναφορικά με την πρώτη αίτησή της για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και έκδοση απόφασης επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 3.6.2024. Η απορριπτική απόφαση επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 12.8.2024. Στις 2.9.2024 καταχωρίστηκε η προσφυγή υπ’ αριθμό 3394/24 κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε στις 27.2.2025. Στις 25.07.2025, η Αιτήτρια 1 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, στην οποία συμπεριλήφθηκε και ο Αιτητής 2. Η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη 27.6.2025 και η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 στις 10.7.2025. Κατά της απορριπτικής απόφασης επί της μεταγενέστερης αίτησης ασκήθηκε η προσφυγή Τ337/25 στις 31.7.2025, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 15.9.2025. Έπειτα, στις 16.3.2026 οι Αιτητές υπέβαλαν δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση. Στις 7.6.2026, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο, εισηγούμενος την απόρριψη της εν λόγω αίτησης ως απαράδεκτης και τον τερματισμό της παραμονής των Αιτητών στη Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 16Δ(4)(β)(ii). Η εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 12.6.2026. Η απορριπτική αυτή απόφαση κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 7.7.2026 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
3. Περαιτέρω, η συνήγορος αναφέρθηκε στον τόπο διαμονής του πατέρα του ανήλικου τέκνου και ειδικότερα στο κατά πόσον αυτός έχει επιστρέψει και βρίσκεται στη Σιέρα Λεόνε. Κατά τη θέση της, το στοιχείο αυτό είχε γίνει αποδεκτό στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης, ενώ και από την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι ο πατέρας του παιδιού βρίσκεται στη Σιέρα Λεόνε. Επισήμανε συναφώς ότι, κατά την πρώτη αίτηση της Αιτήτριας, όταν αυτή ήταν έγκυος, είχε γίνει αποδεκτό ότι ο πατέρας του παιδιού την είχε εγκαταλείψει και ότι έκτοτε είχαν χωρίσει. Κατά τη συνήγορο, οι συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις έπρεπε να είχαν τύχει αξιολόγησης από τη διοίκηση.
4. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν τα ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, επισημαίνοντας συναφώς ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας ήταν ήδη γνωστή κατά την εξέταση της πρώτης μεταγενέστερης αίτησής της και ότι δεν προβλήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής της οποιοιδήποτε νέοι ισχυρισμοί, οι οποίοι να αυξάνουν τις πιθανότητες υπαγωγής τους σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
5. Κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 3(ε) των περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί, οι Καθ’ ων η αίτηση συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία δια της καταχωρίσεως υπομνήματος, αλλά δεν συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση το παρόν Δικαστήριο έκρινε σκόπιμη την κλήση των Καθ’ ων η αίτηση και τη συμμετοχή τους και κατά την ακροαματική διαδικασία.
Το νομικό πλαίσιο
6. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
7. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
8. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
9. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
10. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
11. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
12. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
14. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
15. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
16. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
17. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
18. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
19. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
20. Το άρθρο 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 προβλέπει τα ακόλουθα:[1]
«Απαράδεκτες αιτήσεις
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν- (α) [...] (β) [...] (γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]».
21. Το άρθρο 16Δ του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 ορίζει τα εξής:
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».
Κατάληξη
22. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης ως παραδεκτής.
23. Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Υπογραμμίζεται δε ότι καταρχήν ο Προϊστάμενος στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση εκ νέου διενέργειας συνέντευξης (άρθρο 16Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου).
24. Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων (βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34).
25. Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες:
26. Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
27. Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
28. Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
29. Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.
31. Κατά το στάδιο της συνέντευξής της κατά τη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια, υπήκοος Σιέρρα Λεόνε, δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 28.10.1998 στο χωριό Kambia Makulon, στην περιφέρεια Bombali της Βόρειας Επαρχίας. Ανέφερε ότι είναι μουσουλμάνα, ομιλεί αγγλικά και Krio και δεν ολοκλήρωσε τη δημοτική εκπαίδευση, καθόσον, μετά τον θάνατο του πατέρα της, όταν ήταν εννέα ετών, μετέβη να διαμείνει στο χωριό. Δήλωσε ότι δεν εργάστηκε στη χώρα καταγωγής της. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι είναι έγγαμη και ότι στη Σιέρρα Λεόνε διαμένουν η μητέρα της, η οποία εμπορεύεται λαχανικά, δύο αδελφές και ένας αδελφός της, με τους οποίους, ωστόσο, δεν διατηρεί επικοινωνία. Ως τελευταίο τόπο διαμονής της προσδιόρισε την περιοχή Blackhall Road του Freetown, όπου διέμενε από το 2014, ενώ μετά την αποχώρησή της από τη συζυγική οικία διέμεινε με φίλη της στην περιοχή Esten του Freetown.
32. Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, το 2014, σε ηλικία 17 ετών, βιάστηκε από τον σύζυγο της μητέρας της. Όταν αποκάλυψε το περιστατικό στη μητέρα της, εκείνη τής ζήτησε να μην το γνωστοποιήσει και την εξανάγκασε να συνάψει γάμο με άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας, προκειμένου να αποτραπεί η αποκάλυψη του περιστατικού. Κατά τους ισχυρισμούς της, τόσο ο σύζυγός της όσο και τα παιδιά του την κακομεταχειρίζονταν και την προσέβαλλαν. Ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια επεισοδίου στη συζυγική οικία, ο σύζυγός της επιχείρησε να τη χτυπήσει, ενώ εκείνη, κρατώντας μαχαίρι, τον τραυμάτισε και διέφυγε. Έκτοτε διέμεινε με φίλη της, η οποία τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Δήλωσε ότι δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία ούτε επιδίωξε την έκδοση διαζυγίου και ότι αγνοεί εάν ο σύζυγός της εξακολουθεί να βρίσκεται εν ζωή. Εξέφρασε φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, αυτός θα τη σκοτώσει, επισημαίνοντας παράλληλα ότι εξακολουθεί να είναι παντρεμένη μαζί του. Κατά τον χρόνο της συνέντευξης βρισκόταν στον έκτο μήνα κύησης από άλλο υπήκοο της Σιέρρα Λεόνε, ο οποίος είχε επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
33. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αναχώρησε από τη Σιέρρα Λεόνε στις 29.1.2020, αεροπορικώς και με χρήση του διαβατηρίου της, με ενδιάμεσο σταθμό την Κωνσταντινούπολη, και αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 30.1.2020, κατέχοντας φοιτητική θεώρηση εισόδου. Παρέμεινε εκεί για περίπου έξι έως επτά μήνες και, ακολούθως, εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 8.9.2020 και η προσωπική της συνέντευξη διενεργήθηκε στις 30.4.2024.
34. Οι καθ’ ων απομόνωσαν από το αφήγημα της Αιτήτριας τους ακόλουθους δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της και β) την κακομεταχείρισή της από τον σύζυγό της.
35. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι η Αιτήτρια 1 απάντησε με ακρίβεια στα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό της προφίλ, ενώ οι δηλώσεις της υποστηρίζονταν από το αντίγραφο του διαβατηρίου που προσκόμισε και συνάδουν με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που εξετάστηκαν. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς πληροφορίες αναφορικά με τον επικαλούμενο βιασμό από τον σύζυγο της μητέρας της, τον επακόλουθο γάμο και την κακομεταχείρισή της από τον σύζυγό της. Ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού και, ως εκ τούτου, αυτός δεν έγινε αποδεκτός.
36. Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη αποκλειστικά τον αποδεκτό ισχυρισμό που αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας. Ως τόπος επιστροφής ορίστηκε η περιοχή Blackhall Road, Western Area, Freetown. Κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε εύλογη πιθανότητα δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης και, συνακόλουθα, η αίτησή της για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε.
37. Στο πλαίσιο της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης των Αιτητών, στην οποία περιλήφθηκε για πρώτη φορά και ο ανήλικος Αιτητής 2, γεννηθείς στις 2.7.2024, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, καθότι δεν τη θεωρεί ασφαλή και επειδή είχε εξαναγκαστεί εκεί σε γάμο. Πρόσθεσε ότι επιθυμεί να παραμείνει λόγω του παιδιού της και ότι δεν έχει πατέρα για να τη στηρίξει και να αγωνιστεί για εκείνη.
38. Αξιολογώντας την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία και οι ισχυρισμοί δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία ή πορίσματα. Ειδικότερα, επισήμαναν ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 περί κινδύνου της ζωής της λόγω κακομεταχείρισης από άνδρα κατόπιν εξαναγκαστικού γάμου είχε ήδη προβληθεί, εξεταστεί και απορριφθεί στο πλαίσιο της αρχικής αίτησής της. Ως προς τον ανήλικο Αιτητή 2, έκριναν ότι το βέλτιστο συμφέρον του σε περίπτωση επιστροφής του μαζί με την Αιτήτρια 1 στη χώρα καταγωγής τους είχε ήδη εξεταστεί κατά την προηγούμενη διαδικασία και είχε κριθεί ότι διασφαλίζεται. Συναφώς, λήφθηκε υπόψη ότι ο πατέρας του ανήλικου Αιτητή 2 βρίσκεται στη Σιέρρα Λεόνε, η οποία είχε οριστεί και ως χώρα επιστροφής της Αιτήτριας 1.
39. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι η Αιτήτρια 1 είχε ασκήσει προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής αίτησής της, η οποία απορρίφθηκε στις 27.2.2025, και ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε με τη μεταγενέστερη αίτησή της δεν αύξαναν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης των Αιτητών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Έκριναν, επίσης, ότι δεν προέκυπταν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σιέρρα Λεόνε, οι Αιτητές θα αντιμετώπιζαν κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή της αρχής της μη επαναπροώθησης.
40. Καταληκτικά, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι η μεταγενέστερη αίτηση είχε υποβληθεί με σκοπό την καθυστέρηση ή την παρεμπόδιση της επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους και την παράταση του δικαιώματος παραμονής τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, με απόφαση ημερομηνίας 25.6.2025, απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη και εισηγήθηκε την έκδοση απόφασης επιστροφής των Αιτητών στη Σιέρρα Λεόνε. Επισημαίνεται η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της Αιτήτριας 1, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής, είχε ήδη εξεταστεί και είχε διαπιστωθεί ότι δεν προέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα. Περαιτέρω, παραπέμπουν στο προηγηθέν εύρημα ότι ο πατέρας του τέκνου βρίσκεται στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1 (βλ. ερ. 123 δ.φ.).
41. Κατά την υποβολή της δεύτερης και επίδικης μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μαζί με το ανήλικο τέκνο της, καθότι ο πατέρας του τέκνου την εγκατέλειψε λόγω της οργάνωσης PORO. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του τελευταίου είναι ισχυρό πρόσωπο και επιθυμεί να εντοπίσει το τέκνο. Ανέφερε ότι, στις 6.3.2026, τρεις ένοπλοι άνδρες μετέβησαν στην οικία της μητέρας της και αναζητούσαν την ίδια και το τέκνο της. Η μητέρα της την προέτρεψε να μην επιστρέψει, ενώ η ίδια εξέφρασε φόβο ότι το τέκνο της ενδέχεται να απαχθεί ή να υποστεί βλάβη. Περαιτέρω, επικαλέστηκε βίντεο στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, απειλείται η μητέρα της, καθώς και φωτογραφίες που φέρονται να απεικονίζουν τη μεταχείριση παιδιών από την οργάνωση PORO.
42. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, προσκόμισε φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης και σχετική επιστολή επιβεβαίωσης της γέννησης του τέκνου της, καθώς και φωτογραφίες που απέδωσε στην οργάνωση PORO. Μολονότι δήλωσε ότι προσκόμισε και βίντεο, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τέτοιο υλικό δεν εντοπίστηκε στον διοικητικό φάκελο.
43. Αξιολογώντας τα πιο πάνω στοιχεία, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι το πιστοποιητικό γέννησης, αν και αντίγραφο αυθεντικού εγγράφου, δεν ενίσχυε τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι δεν ανέφερε το όνομα του πατέρα ούτε τεκμηρίωνε την ταυτότητα ή την καταγωγή του. Ως προς τις φωτογραφίες, διαπίστωσαν ότι απεικόνιζαν άγνωστα πρόσωπα και ότι δεν μπορούσαν να εξακριβωθούν ο τόπος και ο χρόνος λήψης τους ούτε η σύνδεσή τους με την Αιτήτρια ή τους ισχυρισμούς της. Ως εκ τούτου, τους απέδωσαν μόνο υποστηρικτικό χαρακτήρα και έκριναν ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν αύξαναν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Κατέληξαν, συνεπώς, στην απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης και την παράταση ισχύος της απόφασης επιστροφής της Αιτήτριας ημερομηνίας 3.6.2024.
44. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια, ερωτηθείσα αναφορικά με τον πατέρα του παιδιού της, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα και ότι αυτός είχε αναχωρήσει από την Κύπρο όταν η ίδια βρισκόταν περίπου στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Διευκρίνισε ότι ο πατέρας του παιδιού γνώριζε για την εγκυμοσύνη της, πλην όμως οι δυο τους δεν διέμεναν μαζί, καθώς η ίδια διέμενε στη Λάρνακα, ενώ εκείνος εργαζόταν στον Πρωταρά.
45. Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε την αναχώρησή του, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης της, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και είχε νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Ακολούθως, αναζήτησε τον πατέρα του παιδιού μέσω φίλων του με τους οποίους αυτός εργαζόταν και πληροφορήθηκε από αυτούς ότι είχε αναχωρήσει από την Κύπρο. Δήλωσε ότι έκτοτε δεν επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και ότι, παρά τις προσπάθειές της να πληροφορηθεί σχετικά μέσω των φίλων του, δεν γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα.
46. Σε σχέση με τη μεταξύ τους σχέση, ανέφερε ότι γνωρίστηκαν στην Κύπρο περί το 2023 και ότι ο πατέρας του παιδιού ενημερώθηκε για την εγκυμοσύνη της. Διευκρίνισε ότι δεν συμβίωναν. Ερωτηθείσα περαιτέρω αναφορικά με την οικογένειά του στη χώρα καταγωγής, ανέφερε ότι αυτή διαμένει σε χωριό, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ποιο είναι το συγκεκριμένο χωριό, καθότι η ίδια και ο πατέρας του παιδιού γνωρίστηκαν στην Κύπρο.
47. Ως προς τις ανησυχίες της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της είναι ασθενής. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε πρόβλημα που, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιμετώπιζε ο πατέρας του παιδιού με την οργάνωση Poro, εξαιτίας του οποίου αυτός είχε διαφύγει από την κοινότητά του. Πρόσθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η οικογένεια του πατέρα του παιδιού γνώριζε για την κατάστασή της και ότι μέλη της επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς μαζί της, ερωτώντας την εάν είχε γεννήσει, ενώ, μετά τη γέννηση του παιδιού, μετέβησαν και στη μητέρα της.
48. Με βάση το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια, προς υποστήριξη της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησής της, προβάλλει ως νέα πραγματικά δεδομένα, μεταξύ άλλων, τον φερόμενο κίνδυνο που διατρέχει το ανήλικο τέκνο της, Αιτητής 2, λόγω προβλημάτων που, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιμετώπιζε ο πατέρας του με την κοινότητα Poro, καθώς και λόγω της ιδιότητας του παππού του από την πατρική γραμμή, τον οποίο περιέγραψε ως πρόσωπο που κατέχει δύναμη. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, σε περιστατικό κατά το οποίο τρίτα πρόσωπα φέρονται να μετέβησαν στη μητέρα της και να αναζήτησαν το ανήλικο τέκνο της.
49. Είναι γεγονός ότι οι ως άνω καινοφανείς δηλώσεις της Αιτήτριας εμφανίζουν, εκ πρώτης όψεως, στοιχεία γενικότητας και διαφοροποιούνται ουσιωδώς από δηλώσεις της σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας. Τούτο αποτελεί στοιχείο που θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης κατά την επί της ουσίας αξιολόγηση της αίτησης. Δεν αναιρεί, ωστόσο, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τη σημασία τους για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου. Το ζητούμενο κατά την εξέταση του παραδεκτού δεν είναι η οριστική διαπίστωση της αξιοπιστίας των νέων ισχυρισμών ούτε η κατάληξη ότι αυτοί, αυτοτελώς θεωρούμενοι, θεμελιώνουν ήδη δικαίωμα διεθνούς προστασίας, αλλά κατά πόσον, συνεκτιμώμενοι με το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, είναι ικανοί να αυξήσουν ουσιωδώς τις πιθανότητες υπαγωγής των Αιτητών σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
50. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, συναφώς, το γεγονός ότι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι, σε οποιοδήποτε προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, έλαβε χώρα αυτοτελής και εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή 2. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι διερευνήθηκαν κατά τρόπο δομημένο τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν ειδικώς το πρόσωπό του, την οικογενειακή του κατάσταση, την πατρική του καταγωγή και τους τυχόν κινδύνους που θα μπορούσαν να απορρέουν από αυτήν.
51. Η απουσία προσωπικής συνέντευξης του ίδιου του ανηλίκου δεν είναι, ασφαλώς, αφ’ εαυτής καθοριστική, ιδίως ενόψει της ηλικίας του. Η αναγκαία διερεύνηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αναλόγως των περιστάσεων, μέσω της μητέρας του ή άλλου προσώπου που νομίμως τον εκπροσωπεί. Εκείνο, όμως, που δεν δύναται να παραλειφθεί είναι η ουσιαστική συλλογή και διερεύνηση των πραγματικών δεδομένων που αφορούν ειδικώς τον ανήλικο και η εξατομικευμένη αξιολόγηση του κατά πόσον αυτά δύνανται να θεμελιώσουν ανάγκη διεθνούς προστασίας.
52. Η ανάγκη μιας τέτοιας εξέτασης καθίσταται εντονότερη ενόψει της ουσιώδους μεταβολής των πραγματικών δεδομένων που αφορούν τον Αιτητή 2. Κατά την αρχική διαδικασία, όταν το τέκνο δεν είχε ακόμη γεννηθεί, είχε γίνει δεκτό, στη βάση των τότε δηλώσεων της Αιτήτριας, ότι ο πατέρας του κυοφορούμενου τέκνου βρισκόταν στη Σιέρα Λεόνε. Αντιθέτως, στο πιστοποιητικό που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης το τέκνο εμφανίζεται ως αγνώστου πατρός. Υφίσταται, επομένως, ουσιώδης διαφοροποίηση των δεδομένων που αφορούν την πατρική ταυτότητα και, ευρύτερα, την οικογενειακή κατάσταση του ανηλίκου. Στα δεδομένα αυτά προστίθενται πλέον οι νέοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί συγκεκριμένου κινδύνου για το τέκνο, ο οποίος φέρεται να συνδέεται ακριβώς με την πατρική του γραμμή, καθώς και ο ισχυρισμός ότι τρίτα πρόσωπα το έχουν ήδη αναζητήσει μέσω της μητέρας της.
53. Περαιτέρω, η προηγούμενη εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου δεν μεταβάλλει το ανωτέρω συμπέρασμα. Η σχετική αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε περίπου δύο έτη προηγουμένως, όταν το τέκνο ήταν ακόμη κυοφορούμενο, και αφορούσε, κατά κύριο λόγο, γενικού χαρακτήρα πληροφορίες ως προς την κατάσταση των παιδιών και των άγαμων μητέρων στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Χωρίς να παρίσταται αναγκαίο, στο παρόν στάδιο, να κριθεί η πληρότητα της εν λόγω έρευνας ή η ορθότητα των συναφών συμπερασμάτων των Καθ’ ων η αίτηση, μια τέτοια γενική αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν ταυτίζεται ούτε δύναται να υποκαταστήσει την αυτοτελή και εξατομικευμένη εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας του συγκεκριμένου ανηλίκου, στη βάση των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων που τον αφορούν.
54. Η ως άνω προσέγγιση ευθυγραμμίζεται, εξάλλου, με προηγούμενη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου σε ανάλογο πραγματικό και νομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, έχει ήδη κριθεί ότι η γέννηση τέκνου μετά την ολοκλήρωση προηγούμενης διαδικασίας διεθνούς προστασίας συνιστά νέο και ουσιώδες πραγματικό δεδομένο, το οποίο επιβάλλει αφενός την αυτοτελή και εξατομικευμένη εξέταση της περίπτωσης του ανηλίκου και αφετέρου τη συνεκτίμηση της ύπαρξης και των ιδιαίτερων περιστάσεων του τέκνου κατά την αξιολόγηση της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης της μητέρας. Περαιτέρω, έχει επισημανθεί ότι η παράθεση και αξιολόγηση πληροφοριών γενικού χαρακτήρα αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης, την ευημερία, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή την πρόσβαση των ανηλίκων στην εκπαίδευση στη χώρα καταγωγής δεν δύναται να υποκαταστήσει την απαιτούμενη εξατομικευμένη εξέταση του συγκεκριμένου ανήλικου αιτητή και του κατά πόσον, ενόψει των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεών του, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. ενδεικτικώς, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 5076/22 και 5077/22, N.B.J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 7.7.2025· Υπόθεση αρ. 2966/22, I.S.J.K.K. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου, ημερ. 9.8.2024, παρ. 68 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
55. Η νομολογιακή αυτή προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται απλώς για επανεκτίμηση, στη βάση επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, των γενικών συνθηκών υπό τις οποίες διαβιούν τα παιδιά ή οι άγαμες μητέρες. Αντιθέτως, έχουν πλέον προβληθεί πραγματικά περιστατικά που αφορούν ειδικώς τον Αιτητή 2 και τον φερόμενο κίνδυνο που αυτός διατρέχει λόγω της πατρικής του καταγωγής, ενώ ταυτόχρονα δεν προκύπτει ότι η προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση είχε αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς και εξατομικευμένης εξέτασης κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας. Οι δύο αυτές παράμετροι, εξεταζόμενες σωρευτικά, διαφοροποιούν ουσιωδώς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου καλούνται σήμερα να αξιολογηθούν οι νεοπροβληθέντες ισχυρισμοί.
56. Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την οποία προκύπτει η ανάγκη εξατομικευμένης εξέτασης των αιτημάτων διεθνούς προστασίας των μελών οικογένειας και η ιδιαίτερη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού κατά τη λήψη αποφάσεων που το αφορούν (βλ., μεταξύ άλλων, συναφώς, ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova και Rauf Emin Ogla Ahmedbekov κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, C-652/16, EU:C:2018:801, σκέψη 58, και απόφαση της 11ης Μαρτίου 2021, M.A. κατά État belge, C-112/20, EU:C:2021:197, σκέψεις 36–38).
57. Ως προς, εξάλλου, την επέκταση της ισχύος της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί το 2024 σε βάρος της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει οποιαδήποτε ειδική αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση στον Αιτητή 2 ούτε εξατομικευμένη εξέταση των συνεπειών ενδεχόμενης επιστροφής ως προς το πρόσωπό του. Και τούτο αποκτά πρόσθετη σημασία υπό το φως των μεταγενέστερων πραγματικών δεδομένων που αφορούν την οικογενειακή και πατρική του κατάσταση.
58. Η ανάγκη αυτοτελούς εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή 2 αποκτά, περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία λόγω της άμεσης αλληλεξάρτησης της κατάστασης μητέρας και τέκνου. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι ανάγκες και οι συνθήκες υπό τις οποίες το ανήλικο θα κληθεί να διαβιώσει σε περίπτωση επιστροφής αποτελούν στοιχεία δυνάμενα να επηρεάσουν όχι μόνο την αυτοτελή αξιολόγηση του δικού του αιτήματος, αλλά, αναλόγως των περιστάσεων, και την εκτίμηση της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης της ίδιας της Αιτήτριας.
59. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι οι νεοπροβληθέντες ισχυρισμοί της Αιτήτριας, εάν εξετάζονταν μεμονωμένα, ενδεχομένως να μην ήταν, στο παρόν στάδιο και με το υφιστάμενο αποδεικτικό υπόβαθρο, επαρκείς για την εξαγωγή οριστικού συμπεράσματος ως προς την ύπαρξη ανάγκης διεθνούς προστασίας. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί το εφαρμοστέο μέτρο κρίσης κατά την εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικά με την ουσιώδη μεταβολή των πραγματικών δεδομένων που αφορούν τον Αιτητή 2 και, ιδίως, υπό το φως της απουσίας, κατά τα προηγούμενα διαδικαστικά στάδια, αυτοτελούς και εξατομικευμένης διερεύνησης της δικής του περίπτωσης.
60. Η μεταγενέστερη αίτηση δεν συνιστά, επομένως, διαδικασία αποκομμένη από το προηγούμενο πραγματικό και διαδικαστικό υπόβαθρο, αλλά η αξιολόγηση των νέων στοιχείων προϋποθέτει τη συνεκτίμησή τους με τα ήδη υφιστάμενα στοιχεία της υπόθεσης.
61. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, K και L κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, C-646/21, EU:C:2024:487, το Δικαστήριο, σε τμήμα μείζονος συνθέσεως, επισήμανε ότι το άρθρο 40, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/32 δεν εισάγει διάκριση μεταξύ πρώτης και μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως προς τη φύση των στοιχείων ή διαπιστώσεων που είναι ικανά να καταδείξουν ότι ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας και ότι, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων που προβάλλονται προς στήριξη των αιτήσεων αυτών πρέπει, και στις δύο περιπτώσεις, να διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. ιδίως σκέψεις 77-84). Ιδίως δε όταν ο αιτητής είναι ανήλικος, η αρμόδια εθνική αρχή οφείλει, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης, να λαμβάνει υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του κατά την επί της ουσίας αξιολόγηση της αίτησής του.
62. Περαιτέρω συναφώς επισημαίνεται, ότι από τη νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ότι η εξέταση μεταγενέστερης αίτησης δεν διενεργείται σε απομόνωση από την προηγηθείσα διαδικασία. Αντιθέτως, η διαπίστωση της ύπαρξης «νέων στοιχείων ή πορισμάτων» και, ακολούθως, η εκτίμηση του κατά πόσον αυτά αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα υπαγωγής του αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας προϋποθέτουν την αξιολόγησή τους σε αντιπαραβολή και συνάρτηση με τα στοιχεία που είχαν αποτελέσει αντικείμενο της προηγούμενης αίτησης και της επ’ αυτής ληφθείσας απόφασης (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite (Refugee status – Stateless person of Palestinian origin), C-563/22, EU:C:2024:494, σκέψεις 53-55, ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (New elements or findings), C-921/19, EU:C:2021:478, ιδίως σκέψεις 34-38 και 49-50· ΔΕΕ (Μείζων Σύνθεση), απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2024, A.A. κατά Bundesrepublik Deutschland, C-216/22, EU:C:2024:122, σκέψεις 28-33).
63. Υπό αυτή την οπτική, οι νέες δηλώσεις περί κινδύνου συνδεόμενου με την πατρική γραμμή του Αιτητή 2, η διαφοροποίηση των στοιχείων ως προς την ταυτότητα και την παρουσία του πατέρα του, καθώς και ο ισχυρισμός περί ενεργού αναζήτησης του τέκνου από τρίτα πρόσωπα δεν μπορούν να απορριφθούν, ήδη κατά το στάδιο του παραδεκτού, ως στερούμενες εκ προοιμίου ουσιώδους σημασίας. Αντιθέτως, σε συνάρτηση με την απουσία προηγούμενης εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσης του ανηλίκου, δημιουργούν επαρκές πραγματικό υπόβαθρο ώστε να απαιτείται η πλήρης διερεύνησή τους επί της ουσίας.
64. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι καινοφανείς ισχυρισμοί δεν αρκούν, αυτοτελώς θεωρούμενοι, για να προδικάσουν την τελική έκβαση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας των Αιτητών, εντούτοις, συνεκτιμώμενοι σωρευτικά με την ουσιώδη μεταβολή των πραγματικών δεδομένων που αφορούν τον Αιτητή 2 και υπό το φως της απουσίας προηγούμενης αυτοτελούς και εξατομικευμένης εξέτασης της περίπτωσής του, είναι επαρκείς για να υπερβούν το κατώφλι του παραδεκτού. Παρέχουν, ειδικότερα, επαρκή βάση για να θεωρηθεί ότι τα νέα στοιχεία και οι νέοι ισχυρισμοί είναι ικανοί να αυξήσουν ουσιωδώς τις πιθανότητες υπαγωγής των Αιτητών σε καθεστώς διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, επιβάλλουν την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης επί της ουσίας, με πλήρη και εξατομικευμένη διερεύνηση, ιδίως, της κατάστασης του Αιτητή 2.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η μεταγενέστερη αίτηση των Αιτητών κρίνεται ως παραδεκτή, με €1000 έξοδα εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση και υπέρ των Αιτητών.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Επισημαίνεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 79 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026 και εφαρμόζεται στις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας καταχωρίστηκε πριν από τις 12 Ιουνίου 2026, αυτή διέπεται από το προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο και, ειδικότερα, από τις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, με τις οποίες μεταφέρθηκαν στην κυπριακή έννομη τάξη οι αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο