Y.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ333/2025, 30/9/2026
print
Τίτλος:
Y.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ333/2025, 30/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  Τ333/2025

30 Σεπτεμβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

 

Y.S.,

από Καμερούν

                                    Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Μ. Μπαγιαζίδου

Η παρουσία των Καθ’ ων η Αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1] 

 

Ο Αιτητής παρών

[Διερμηνέας: Ε. Ζαχαρούδη (κα), για διερμηνεία από την γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα]

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 08.07.2025, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις, 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Διαδικαστικό ιστορικό

 

Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος και ως «δ.φ.). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή και των συνηγόρων του.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερουν το οποίο εγκατέλειψε στις 02.11.2020 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές την ίδια μέρα όπως δήλωσε κατά την συνέντευξη ή στις 03.11.2020 όπως δήλωσε κατά την καταγραφή του κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 14.01.2021. Στις 02.11.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («EUAA»), ο οποίος στις 06.12.2023, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 11.12.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 12.01.2024  μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ.’ αρ. 326/2024 στο ΔΔΔΠ, η οποία ωστόσο απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου   ημερ. 31.3.2025.

 

Ακολούθως, στις 15.05.2025 ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση στις 8.7.2025 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η εισήγηση αυτή εγκρίθηκε αυθημερόν με αποτέλεσμα την απόρριψη της μεταγενέστερης του αίτησης ως απαράδεκτης δια απόφασης ημερ. 8.7.2025 η οποία και αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΙΙ. Προβαλλόμενοι λόγοι προσφυγής και θέσεις των διαδίκων

 

Με το εναρκτήριο δικόγραφο του ο Αιτητής προωθεί πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησε, τουλάχιστον όχι στο σύνολο τους, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά αυτό δε το στάδιο, η συνήγορός του επικεντρώθηκε στην έλλειψη δέουσας έρευνας και στην πλάνη περί τα πράγματα, υποστηρίζοντας ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση συνιστούν νέα στοιχεία, ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα οποία οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αξιολόγησαν επαρκώς. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα έγγραφα είχαν μεταφραστεί ενόσω εκκρεμούσε η προηγούμενη προσφυγή και είχαν παραδοθεί στον τότε συνήγορο του Αιτητή, πλην όμως δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Κατά τη θέση της, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να συνεκτιμήσουν τις περιστάσεις αυτές και εσφαλμένα απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση -δια του υπομνήματός τους- υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.

 

ΙΙΙ. Εφαρμοστέο δίκαιο και έκταση του δικαστικού ελέγχου

 

Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). 

 

Η υπό κρίση μεταγενέστερη αίτηση υποβλήθηκε στις 15.05.2025. Ως εκ τούτου, ως προς τη διαδικασία εξέτασης του παραδεκτού της εφαρμόζονται η Οδηγία 2013/32/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ο οποίος διέπει τη διαδικασία για αιτήσεις υποβληθείσες από τις 12.06.2026.

 

Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[3] διατάξεις οι οποίες αποτυπώνονται στο ημεδαπό δίκαιο, ιδίως στα άρθρα 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3), καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[4] Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα  στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

 

Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια  (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (έμφαση  και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον Αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

 

(ii) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

 

Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:

 

Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω  προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή  νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου),  σχετικά με την εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον:

 

(α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και 

 

(β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.

 

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.[5]

 

Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).

 

Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή. 

 

Ο προβαλλόμενος λόγος περί έλλειψης δέουσας έρευνας εξετάζεται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την έκταση του δικαστικού ελέγχου. Εν προκειμένω, ο έλεγχος δεν περιορίζεται στη διερεύνηση της επάρκειας της διοικητικής έρευνας, αλλά εκτείνεται σε πλήρη εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.[6]

 

Προς τούτο, συνεκτιμώ το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την ενώπιόν μου ακρόαση.

 

IV. Αρχική διαδικασία και περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης

 

Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα ο Αιτητής επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής του.       

 

Κατά την καταγραφή της αρχικής του αίτησης, και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε σε διαμαρτυρία κατά της κυβέρνησης του Καμερούν στις 22.09.2020, στην πόλη Bafang. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αστυνομικοί σταμάτησαν τους διαδηλωτές, τους κτύπησαν και τους απείλησαν ότι θα τους σκοτώσουν. Ο ίδιος μεταφέρθηκε σε αστυνομικό τμήμα και αφέθηκε ελεύθερος όταν άλλοι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν εκεί ζητώντας την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Κατά την αποχώρησή του, οι αστυνομικοί φέρονται να τον προειδοποίησαν ότι θα τον εντοπίσουν. Κατόπιν τούτου, εγκατέλειψε την Bafang και μετέβη στην Douala, από όπου αναχώρησε από τη χώρα.

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η διαμαρτυρία της 22.09.2020 είχε διοργανωθεί από το αντιπολιτευόμενο κόμμα Movement for the Renaissance of Cameroon (MRC). Διευκρίνισε ότι δεν ήταν μέλος του κόμματος, αλλά συμμετείχε προκειμένου να εκφράσει την αντίθεσή του προς την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αστυνομικοί κάλεσαν τους διαδηλωτές να διαλυθούν και, όταν εκείνοι δεν συμμορφώθηκαν, προέβησαν σε συλλήψεις. Ο Αιτητής δήλωσε ότι μεταφέρθηκε σε αστυνομικό τμήμα, όπου καταγράφηκαν τα στοιχεία του, κρατήθηκε για περίπου δύο ώρες και δέχθηκε κλωτσιές ενώ βρισκόταν στο έδαφος. Ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος, με την προειδοποίηση ότι οι αρχές μπορούσαν να τον εντοπίσουν. Ανέφερε ακόμη ότι πληροφορήθηκε από φίλους του πως ορισμένοι συμμετέχοντες στη διαμαρτυρία συνελήφθησαν εκ νέου. Ο ίδιος δεν ανέφερε οποιαδήποτε νέα ενόχληση από τις αρχές πριν αναχωρήσει από το Καμερούν και εγκατέλειψε τη χώρα νόμιμα, χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του.

 

Κατά την αξιολόγηση της αρχικής αίτησης, έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός σχετικά με την ταυτότητα, την υπηκοότητα, τον τόπο διαμονής και τα λοιπά προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Αντιθέτως, απορρίφθηκε ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος αφορούσε την προσωπική του συμμετοχή στη διαμαρτυρία και την ακόλουθη σύλληψη και κακομεταχείρισή του. Η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι οι απαντήσεις του για τη διαμαρτυρία, τις συνθήκες σύλληψης, την κράτηση και την απελευθέρωσή του ήταν αόριστες και στερούνταν επαρκών λεπτομερειών. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαίωναν την πραγματοποίηση διαδηλώσεων του MRC στις 22.09.2020 και συλλήψεις διαδηλωτών, χωρίς όμως να θεωρήσει αξιόπιστη την προσωπική εμπλοκή του Αιτητή.

 

Εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η προσφυγή με αριθμό 326/24, η οποία απορρίφθηκε στις 31.03.2025. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας εκ νέου την ουσία της υπόθεσης, συμφώνησε με την αρνητική κρίση αξιοπιστίας για τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό. Επισήμανε ότι, μολονότι οι δηλώσεις του Αιτητή κατά την καταγραφή και τη συνέντευξη ήταν μεταξύ τους συνεπείς, ο ίδιος υπήρξε λακωνικός και δεν περιέγραψε επαρκώς την προσωπική του συμμετοχή στη διαμαρτυρία, τη σύλληψη και την κράτησή του. Περαιτέρω, έκρινε ότι, ακόμη και αν θεωρούνταν αληθής η σύλληψή του, δεν προέκυπτε μελλοντοστραφώς εύλογη πιθανότητα δίωξης: το περιστατικό εμφανιζόταν μεμονωμένο, ο Αιτητής είχε αφεθεί ελεύθερος, δεν ήταν μέλος του MRC, δεν ανέφερε μεταγενέστερη αναζήτησή του από τις αρχές και αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα. Στην απόφαση αναφέρεται επίσης ότι δεν είχε προσκομιστεί νέα μαρτυρία κατά την πρώτη δικαστική διαδικασία.

 

Με τη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής επικαλέστηκε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, όπως ανέφερε, δεν είχαν παρουσιαστεί κατά την προηγούμενη προσφυγή του. Ειδικότερα, δήλωσε ότι, κατόπιν σχετικού αιτήματος του τότε συνηγόρου του, του είχε παραδώσει έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, πλην όμως εκείνος δεν τα κατέθεσε. Πρόσθεσε ότι η νέα συνήγορός του εντόπισε την παράλειψη και τον συμβούλευσε να τα επανυποβάλει (βλ. ερ. 124-122 του δ.φ.).

 

Προς υποστήριξη της μεταγενέστερης αίτησης προσκόμισε αντίγραφα εγγράφων που φέρονται να έχουν εκδοθεί στο Καμερούν στις 22.09.2020: έντυπο γνωστοποίησης δικαιωμάτων υπόπτου, πρακτικά σχετικά με την έναρξη και τη λήξη της προσωρινής κράτησής του και ιατροδικαστικό πιστοποιητικό. Τα έγγραφα τον κατονομάζουν και αναφέρονται σε κράτησή του στην Bafang κατά την ημέρα της διαμαρτυρίας, ενώ το ιατροδικαστικό πιστοποιητικό καταγράφει τραύματα. Τα γαλλικά έγγραφα και οι ελληνικές μεταφράσεις τους επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια σε ένορκη δήλωση μεταφράστριας, η οποία ορκίστηκε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στις 07.06.2024 (βλ. ερ. 116-108 του δ.φ.).

 

Κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, οι Καθ’ ων η αίτηση την απέρριψαν ως απαράδεκτη στις 08.07.2025. Έκριναν, μεταξύ άλλων, ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα αφορούσαν γεγονότα του 2020 και υποστήριζαν ισχυρισμούς που είχαν ήδη εξεταστεί, ενώ ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε γιατί αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά την προηγούμενη διαδικασία. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

V. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Κατά τη δικαστική διαδικασία, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση συνιστούν νέα και ουσιώδη στοιχεία, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν ορθά από τους Καθ’ ων η αίτηση. Κατά τη θέση της, τα έγγραφα τεκμηριώνουν τη σύλληψη, την κράτηση και τον τραυματισμό που ο Αιτητής είχε επικαλεστεί ήδη από την αρχική διαδικασία, πλην όμως δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της προηγούμενης προσφυγής του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχαν μεταφραστεί ενόσω η προσφυγή εκκρεμούσε και είχαν παραδοθεί στον τότε συνήγορό του, χωρίς να κατατεθούν, ενώ υποστήριξε ότι ήταν ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και ότι ο Αιτητής έπρεπε να κληθεί σε συνέντευξη προς εξέτασή τους.

Το ζήτημα που τίθεται ενώπιόν μου είναι κατά πόσον οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς έκριναν τη μεταγενέστερη αίτηση απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις(2)(δ), σε συνάρτηση με το άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου. Η εξέταση αφορά τις σωρευτικές προϋποθέσεις του παραδεκτού: την ύπαρξη νέων στοιχείων ή πορισμάτων, τη σημαντική αύξηση των πιθανοτήτων χορήγησης διεθνούς προστασίας και την αδυναμία προηγούμενης υποβολής τους χωρίς υπαιτιότητα του Αιτητή.

 

Η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών απαιτεί αποτίμηση της συνάφειας και της πρόσθετης αποδεικτικής συμβολής του νέου υλικού. Δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη της βασιμότητας του αιτήματος ούτε επιτρέπει να εξομοιωθεί το προκαταρκτικό στάδιο με ολοκληρωμένη εξέταση επί της ουσίας. Αντίστοιχα, η προσκόμιση ενός προηγουμένως μη αξιολογηθέντος εγγράφου δεν αρκεί αυτομάτως για να καταστήσει τη μεταγενέστερη αίτηση παραδεκτή.

 

Κατ’ αρχάς, παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν προβάλλει διαφορετικό περιστατικό ή νέο λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του. Επανέρχεται στον ισχυρισμό περί σύλληψης και κακομεταχείρισής του κατά τη διαμαρτυρία της 22.09.2020 στην Bafang, προσκομίζοντας πρόσθετο αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξή του. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει τον νέο χαρακτήρα του υλικού. Άλλο είναι ο προηγουμένως εξετασθείς ισχυρισμός και άλλο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν είχαν υποβληθεί και αξιολογηθεί.

 

Το πρόσθετο αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε ο Αιτητής, αφορά τέσσερα έγγραφα στη γαλλική γλώσσα και τις αντίστοιχες ελληνικές μεταφράσεις τους: έντυπο γνωστοποίησης δικαιωμάτων υπόπτου, πρακτικό έναρξης προσωρινής κράτησης, πρακτικό λήξης της και ιατροδικαστικό πιστοποιητικό. Τα έγγραφα δεν κατατέθηκαν στην προηγούμενη προσφυγή αρ. 326/24 και δεν αξιολογήθηκαν με την απόφαση της 31.03.2025.

 

Επομένως, η αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση ότι τα έγγραφα αφορούν γεγονότα του 2020 και υποστηρίζουν ήδη εξετασθέντες ισχυρισμούς δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό τους ως νέων στοιχείων. Κατά το μέρος που η αντίθετη κρίση τους στηρίζεται στους λόγους αυτούς, είναι εσφαλμένη, καθώς συγχέει τον προηγουμένως εξετασθέντα ισχυρισμό με το πρόσθετο αποδεικτικό υλικό που προσκομίζεται προς υποστήριξή του. Ο χρόνος έκδοσης των εγγράφων είναι συναφής με τη δυνατότητα προηγούμενης υποβολής τους, αλλά δεν ταυτίζεται με το ζήτημα αν είχαν ήδη ληφθεί υπόψη. Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι πληρούνται και οι λοιπές σωρευτικές προϋποθέσεις του παραδεκτού. Αντιμετωπίζω, συνεπώς, τα έγγραφα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και προχωρώ στη χωριστή αξιολόγηση κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(β)(i).

 

Προκαταρκτικά, επισημαίνω ότι οι ελληνικές μεταφράσεις δεν αποτελούν πρόσθετη, ανεξάρτητη επιβεβαίωση του περιεχομένου των γαλλικών εγγράφων, αλλά απόδοσή του στην ελληνική γλώσσα. Η μεταφράστρια διευκρινίζει στην ένορκη δήλωσή της ότι μετέφρασε μη επικυρωμένα έγγραφα και δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τη γνησιότητα ή το περιεχόμενό τους. Η ορκωμοσία και οι δικαστικές σφραγίδες επιβεβαιώνουν τη σχετική διαδικασία και τη σύνδεση των τεκμηρίων με την ένορκη δήλωση, χωρίς να πιστοποιούν τη γνησιότητα των φερόμενων εγγράφων των αρχών του Καμερούν.

 

Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά διαπίστωση πλαστότητας ούτε δικαιολογεί τον αυτόματο αποκλεισμό των εγγράφων. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 10.06.2021, C‑921/19, LH, ECLI:EU:C:2021:478, η αδυναμία εξακρίβωσης της γνησιότητας ή αντικειμενικής επαλήθευσης της πηγής ενός εγγράφου δεν επιτρέπει τον αυτόματο αποκλεισμό του από την έννοια του νέου στοιχείου (βλ. σκέψεις 44-45 της LH). Η παρούσα κατάληξη δεν στηρίζεται σε απόρριψη των εγγράφων ως μη γνήσιων. Εξετάζω την πρόσθετη συμβολή τους ακόμη και υπό την ευνοϊκή παραδοχή ότι μπορούν να στηρίξουν τα περιστατικά που καταγράφουν.

 

Το έντυπο γνωστοποίησης δικαιωμάτων υπόπτου αναγράφει τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή και αναφέρεται σε αστυνομική έρευνα για αποδιδόμενες πράξεις διασάλευσης της δημόσιας ειρήνης, προσβολής δημόσιου υπαλλήλου και αντίστασης (βλ. ερ. 114 του διοικητικού φακέλου). Παρουσιάζει, επομένως, συγκεκριμένη συνάφεια με τον ισχυρισμό ότι υποβλήθηκε σε αστυνομική διαδικασία κατά την επίμαχη ημερομηνία. Δεν καταγράφει, όμως, την έκβαση της έρευνας, παραπομπή σε δικαστήριο, καταδίκη ή μεταγενέστερο μέτρο σε βάρος του. Ούτε προκύπτει από το περιεχόμενό του συγκεκριμένη κομματική ιδιότητα ή μεταγενέστερη αναζήτησή του.

Το πρακτικό έναρξης της προσωρινής κράτησης αναγράφει ως χρόνο έναρξης την 22.09.2020 και ώρα 10:08 και σημειώνει τραύματα και εκδορές στο πρόσωπο και στο αριστερό χέρι (βλ. ερ. 112 του διοικητικού φακέλου). Μπορεί, συνεπώς, να ενισχύσει τον ισχυρισμό περί κράτησης και ύπαρξης τραυματισμών. Δεν προσδιορίζει, ωστόσο, τον υπαίτιο ή τις ακριβείς περιστάσεις πρόκλησής τους. Η καταγραφή τους κατά την έναρξη της κράτησης δεν επιβεβαιώνει αυτοτελώς τη χρονική ακολουθία και τον μηχανισμό της κακομεταχείρισης που περιέγραψε ο Αιτητής.

 

Το πρακτικό λήξης της προσωρινής κράτησης καταγράφει απελευθέρωση την ίδια ημέρα, στις 15:20, κατόπιν οδηγιών του εισαγγελέα και του νομάρχη της Haut-Nkam. Το έγγραφο δεν αποδεικνύει ότι οποιαδήποτε ποινική έρευνα τερματίστηκε οριστικά. Αντίστοιχα, όμως, δεν τεκμηριώνει ότι αυτή συνεχίστηκε ή ότι εκκρεμεί σήμερα διαδικασία σε βάρος του. Το θετικό δεδομένο που προκύπτει είναι η λήξη της κράτησης την ίδια ημέρα, με οδηγίες των αρμόδιων αρχών.

 

Από τα δύο πρακτικά προκύπτει διάρκεια κράτησης περίπου πέντε ωρών και δώδεκα λεπτών, αντί των δύο ωρών που είχε αναφέρει ο Αιτητής. Η απόκλιση αυτή συνεκτιμάται, χωρίς να χρησιμοποιείται ως αυτοτελής λόγος απόρριψης του υλικού ή της αφήγησής του. Ακόμη και αν υιοθετηθεί η μεγαλύτερη διάρκεια, εξακολουθεί να πρόκειται για κράτηση που έληξε την ίδια ημέρα. Η διαφορά αυτή δεν αρκεί, χωρίς πρόσθετα στοιχεία για τη συνέχεια της διαδικασίας ή τη μεταγενέστερη αντιμετώπισή του, για να μεταβάλει σημαντικά την εκτίμηση της πιθανότητας προστασίας.

 

Το ιατροδικαστικό πιστοποιητικό της 22.09.2020 αναφέρει εκδορές στο αριστερό χέρι, ελαφρύ τραύμα στο αριστερό πόδι, πόνο στην κοιλιά και αιμόπτυση, καθώς και ανάπαυση είκοσι ημερών (βλ. ερ. 108 του διοικητικού φακέλου). Τα ευρήματα αυτά δεν είναι αδιάφορα και δεν παραμερίζονται με επίκληση της δήλωσης του Αιτητή ότι η κατάστασή του δεν ήταν πολύ άσχημη. Η τελευταία αποτελεί υποκειμενική περιγραφή, η οποία δεν αναιρεί αναγκαστικά την ιατρική καταγραφή.

 

Το πιστοποιητικό μπορεί να ενισχύσει την απόδειξη ότι ο Αιτητής παρουσίαζε τραυματισμούς κατά την επίμαχη ημέρα. Δεν περιέχει, όμως, αιτιολογημένη εκτίμηση για την προέλευσή τους, τον υπαίτιο ή τη συμβατότητά τους με συγκεκριμένο τρόπο κακομεταχείρισης. Η κοινή ημερομηνία και τα αναγραφόμενα προσωπικά στοιχεία επιτρέπουν τη συνδυαστική αξιολόγησή του με τα αστυνομικά έγγραφα και την αφήγηση του Αιτητή, χωρίς να δικαιολογούν συμπεράσματα πέραν εκείνων που το περιεχόμενό του στηρίζει.

 

Τα έγγραφα, εξεταζόμενα ως σύνολο, μπορούν επομένως να προσδώσουν αποδεικτική ενίσχυση στον ισχυρισμό περί προσωπικής κράτησης και τραυματισμού. Δεν αποτελούν απλή επανάληψη γενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής. Η ενίσχυση, όμως, της απόδειξης ενός παρελθόντος περιστατικού δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με σημαντική αύξηση των πιθανοτήτων χορήγησης διεθνούς προστασίας. Απαιτείται να εξεταστεί η πρόσθετη σημασία τους για την ανάγκη προστασίας σε περίπτωση επιστροφής.

 

Συναφώς, η προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απόρριψη της αξιοπιστίας. Περιέλαβε αυτοτελή, επικουρική εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου ακόμη και υπό την παραδοχή της προσωπικής συμμετοχής και σύλληψης. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 29 της απόφασης συνεκτιμήθηκαν ο μεμονωμένος χαρακτήρας του περιστατικού, η απελευθέρωση, η απουσία ιδιότητας μέλους του MRC, η έλλειψη μεταγενέστερης προσωπικής επαφής ή ενδείξεων αναζήτησης και η ανεμπόδιστη αναχώρηση με διαβατήριο.

 

Η επικουρική αυτή κρίση δεν καθιστά περιττή την εξέταση του νέου υλικού ούτε προδικάζει το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Καθιστά, όμως, αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον τα έγγραφα μεταβάλλουν ουσιωδώς και τη βάση της προηγούμενης πρόγνωσης κινδύνου, πέραν της ενδεχόμενης ενίσχυσης της απόδειξης του περιστατικού.

 

Ως προς την ονομαστική καταγραφή, το πρόσθετο υλικό ενισχύει αποδεικτικά την αναφορά του Αιτητή ότι καταχωρίστηκε στα αρχεία της αστυνομίας. Η καταχώριση αυτή είχε ήδη προβληθεί ως λόγος του φόβου του. Τα έγγραφα δεν καταγράφουν μεταγενέστερη αξιοποίηση των στοιχείων του για εντοπισμό, κλήτευση ή νέα σύλληψη.

 

Αντίστοιχα, η αναφορά σε αποδιδόμενα αδικήματα προσθέτει πληροφορία για την αστυνομική διαδικασία της επίμαχης ημέρας, χωρίς να τεκμηριώνει τη συνέχισή της. Δεν εξομοιώνω την αναφορά αυτή ούτε με καταδίκη ούτε με απόδειξη εκκρεμούς δίωξης. Η απουσία πληροφοριών για τη συνέχεια της έρευνας δεν αποδεικνύει οριστικό τερματισμό της, αλλά περιορίζει τα συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν από το συγκεκριμένο υλικό ως προς συνεχιζόμενο ενδιαφέρον των αρχών.

 

Το πρακτικό λήξης της κράτησης επιβεβαιώνει την απελευθέρωση την ίδια ημέρα. Ως προς αυτό το ουσιώδες δεδομένο, το νέο υλικό δεν ανατρέπει την προηγούμενη αξιολόγηση. Η μεγαλύτερη διάρκεια κράτησης λαμβάνεται υπόψη, χωρίς όμως να καταγράφεται μεταγενέστερη στέρηση της ελευθερίας ή άλλο μέτρο σε βάρος του Αιτητή.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο ιατροδικαστικό πιστοποιητικό, επειδή η τεκμηρίωση προηγούμενης κακομεταχείρισης μπορεί να επηρεάσει και την πρόγνωση μελλοντικού κινδύνου. Για τους σκοπούς της παρούσας εξέτασης λαμβάνω υπόψη ακόμη και την ευνοϊκή παραδοχή ότι οι καταγραφόμενοι τραυματισμοί συνδέονται με την αστυνομική κακομεταχείριση που επικαλείται ο Αιτητής. Δεν απαιτώ, επομένως, οριστική απόδειξη της αιτιώδους σύνδεσης προκειμένου να αξιολογήσω την πρόσθετη σημασία του εγγράφου.

 

Η προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη, καθώς και οι άμεσες απειλές τέτοιας μεταχείρισης, αποτελούν σοβαρή ένδειξη μελλοντικού κινδύνου, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι δεν θα επαναληφθούν [βλ. άρθρο 4(4) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347]. Συνεπώς, τα ιατρικά ευρήματα δεν στερούνται προγνωστικής σημασίας μόνο επειδή αφορούν παρελθόντα χρόνο. Ακόμη όμως και με την προαναφερθείσα ευνοϊκή παραδοχή, πρέπει να συνεκτιμηθούν με τις συνθήκες λήξης του περιστατικού και τη μεταγενέστερη πορεία του Αιτητή.

 

Εν προκειμένω, η απελευθέρωση κατόπιν οδηγιών των αρμόδιων αρχών, η απουσία αναφερόμενης μεταγενέστερης προσωπικής ενόχλησης ή αναζήτησης και η ανεμπόδιστη αναχώρηση εξακολουθούν, συνδυαστικά, να συνηγορούν κατά της πιθανότητας επανάληψης της μεταχείρισης. Τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν προσθέτουν στοιχεία μεταγενέστερης στοχοποίησης ή συνέχισης της αστυνομικής διαδικασίας.

 

Η απουσία ιδιότητας μέλους του MRC συνεκτιμάται ως στοιχείο του προφίλ του Αιτητή, χωρίς να θεωρείται ότι αποκλείει την απόδοση πολιτικών πεποιθήσεων από τις αρχές. Ομοίως, η νόμιμη αναχώρηση δεν θεωρείται αυτοτελής απόδειξη απουσίας κινδύνου. Η βαρύτητα των δεδομένων αυτών προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγησή τους με την απελευθέρωση και την απουσία πρόσθετων περιστατικών που να συνδέουν τη διαδικασία του 2020 με συνεχιζόμενο ενδιαφέρον των αρχών για τον ίδιο.

 

Δεν παραγνωρίζω τις δηλώσεις του Αιτητή περί απειλών κατά την απελευθέρωσή του και περί μεταγενέστερων συλλήψεων άλλων διαδηλωτών. Οι αναφορές αυτές συνεκτιμώνται ως στοιχεία που μπορούν να στηρίζουν τον εκφραζόμενο φόβο του. Τα νέα έγγραφα, όμως, δεν προσθέτουν πληροφορίες για τις απειλές ή τις επανασυλλήψεις ούτε συνδέουν τα περιστατικά αυτά με μεταγενέστερη προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή. Η πρόσθετη συμβολή τους περιορίζεται στην τεκμηρίωση της διαδικασίας και των τραυματισμών της επίμαχης ημέρας.

 

Δεν απαιτείται βεβαίως η προσκόμιση εντάλματος ή άλλου συγκεκριμένου τύπου εγγράφου ως προϋπόθεση του παραδεκτού, ούτε πλήρης απόδειξη ότι ο Αιτητής θα διωχθεί σε περίπτωση επιστροφής. Αυτό που εξετάζεται, είναι αν το υλικό που πράγματι υποβλήθηκε, συνεκτιμώμενο με τους ισχυρισμούς και τα προηγούμενα ευρήματα, αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης προστασίας. Η αφηρημένη δυνατότητα να διατηρείται αστυνομικός φάκελος ή να συνεχίστηκε η έρευνα δεν αρκεί, χωρίς πρόσθετο έρεισμα, για να προσδώσει στα έγγραφα τέτοια συμβολή.

 

Καταλήγω συνεπώς ότι τα έγγραφα μπορούν να ενισχύσουν την απόδειξη της κράτησης και του τραυματισμού, χωρίς να προσθέτουν στοιχεία ως προς τη συνέχεια του περιστατικού, τη μεταγενέστερη αντιμετώπιση του Αιτητή ή το προσωπικό του προφίλ, τα οποία να μεταβάλλουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Η κρίση αυτή εδράζεται στην ειδική εξέταση κάθε εγγράφου και τη συνδυαστική αποτίμηση του πρόσθετου περιεχομένου τους, ακόμη και υπό τις ευνοϊκές παραδοχές που προαναφέρθηκαν.

 

Ως προς την προϋπόθεση της αδυναμίας προηγούμενης υποβολής χωρίς υπαιτιότητα του Αιτητή, παρατηρώ ότι είχε ήδη δοθεί σχετική εξήγηση με τη μεταγενέστερη αίτηση. Στο πεδίο 7 ο Αιτητής ανέφερε ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία που δεν παρουσιάστηκαν στην προηγούμενη προσφυγή. Στο πεδίο 8 διευκρίνισε ότι ο τότε συνήγορός του είχε ζητήσει αποδείξεις, τις οποίες παρέδωσε, πλην όμως εκείνος δεν τις εισήγαγε στον φάκελο. Πρόσθεσε ότι η νέα συνήγορός του εντόπισε την παράλειψη και τον συμβούλευσε να επανυποβάλει τα στοιχεία.

 

Το πεδίο 10 παρέμεινε κενό, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα για τον χρόνο και τον τρόπο απόκτησης των εγγράφων και τους λόγους μη προσκόμισής τους στην αρχική διοικητική διαδικασία. Η παράλειψη αυτή δεν επιτρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κατάθεσή τους στην προηγούμενη προσφυγή.

 

Η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας, ημερομηνίας 07.06.2024, επιβεβαιώνει ότι οι μεταφράσεις είχαν ολοκληρωθεί ενόσω εκκρεμούσε η προσφυγή αρ. 326/24. Κατά την ενώπιόν μου ακρόαση, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι προσκόμισε τα έγγραφα στα γαλλικά στον τότε συνήγορό του, ο οποίος του ζήτησε ελληνική μετάφραση. Όταν του παρέδωσε τις μεταφράσεις, εκείνος του ανέφερε ότι τα έγγραφα δεν χρειάζονταν.

Η εξήγηση αυτή συμπληρώνει τον ήδη καταγεγραμμένο ισχυρισμό περί παράδοσης και μη κατάθεσης. Η ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής ενέργειας, χωρίς να αποδεικνύει αυτοτελώς τις μεταξύ τους συνεννοήσεις ή τις οδηγίες που δόθηκαν.

 

Δεν είναι, όμως, αναγκαίο για την επίλυση της παρούσας προσφυγής να αποφανθώ οριστικά κατά πόσον ο συγκεκριμένος χειρισμός καταλογίζεται στον Αιτητή υπό το άρθρο 16Δ(3)(β)(ii). Ακόμη και αν γίνει δεκτό, προς όφελός του, ότι η μη προηγούμενη κατάθεση δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, δεν πληρούται η αυτοτελής προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i). Εφόσον οι δύο προϋποθέσεις απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς, η ευνοϊκή αντιμετώπιση της μίας δεν αναπληρώνει τη μη συνδρομή της άλλης. Η παρούσα κατάληξη δεν περιέχει, επομένως, γενική κρίση για τον καταλογισμό σφαλμάτων ή παραλείψεων συνηγόρων στους αιτούντες.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα ενώπιόν μου να εξηγήσει τις περιστάσεις μη κατάθεσης των εγγράφων. Περαιτέρω, η κρίση επί της σημαντικής αύξησης των πιθανοτήτων προστασίας δεν στηρίζεται σε δυσμενή επίλυση των αμφιβολιών για τη γνησιότητα, τη διάρκεια της κράτησης ή την προέλευση των τραυματισμών. Το περιεχόμενο του υλικού αξιολογήθηκε υπό ευνοϊκές παραδοχές. Συνεπώς, η ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων επί των ζητημάτων αυτών δεν αποτελεί, υπό τη συγκεκριμένη βάση της απόφασης, λόγο ακύρωσης.

 

Τέλος, η γενική αναφορά των Καθ’ ων η αίτηση στον χρόνο των γεγονότων και στον προηγουμένως εξετασθέντα χαρακτήρα των ισχυρισμών δεν αποτελεί, όπως εξήγησα, επαρκή λόγο αποκλεισμού των εγγράφων από την έννοια του νέου στοιχείου. Η παρατήρηση αυτή δεν οδηγεί, όμως, αυτομάτως σε αποδοχή της προσφυγής. Στο πλαίσιο της πλήρους εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων του παραδεκτού, αξιολόγησα το σύνολο του πρόσθετου υλικού και τις εξηγήσεις του Αιτητή, χωρίς να περιοριστώ στη σχετική διοικητική διατύπωση.

 

Από την εξέταση αυτή προκύπτει ότι, ακόμη και αν τα έγγραφα αντιμετωπιστούν ως νέα και τους αποδοθεί η προαναφερθείσα αποδεικτική συμβολή, δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Η διαπίστωση αυτή στηρίζει την κατάληξη περί απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της οριστικής επίλυσης του ζητήματος της υπαιτιότητας.

 

Για τους λόγους που εκτέθηκαν, κρίνω ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου και ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν δικαιολογεί περαιτέρω ουσιαστική εξέταση.

 

Ενόψει, ωστόσο της εσφαλμένης κρίσης των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον νέο χαρακτήρα των προσκομισθέντων εγγράφων, θεωρώ ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να μην εκδώσω διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

Top of Form

Bottom of Form

 

 

 

 

 

 

 



[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).

[2] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).

[3] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)

[4] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.

[6]  Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο