ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: T79/26
21 Οκτωβρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C. E.O.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ι. Γιάννης (κος)για Ι. Ιάσονος (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Καμία εμφάνιση για Καθ'ων η Αίτηση
Αιτητής παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 30/01/2026, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του για επανεξέταση του φακέλου του ως απαράδεκτη.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί στο Υπόμνημα των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από αυτά, ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 11/07/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Στις 16/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 18/08/2023 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την συνέντευξη του Αιτητή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του. Την ίδια ημέρα, δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση με απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Στις 04/09/2023 εκδόθηκε απορριπτική επιστολή, η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν.
Κατά της τελευταίας, ασκήθηκε από τον Αιτητή η υπ' αριθμό 3183/2023 προσφυγή, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 05/03/2025 λόγω απόσυρσης της.
Στις 16/01/2026, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο στις 30/01/2026, κατόπιν σχετικής Έκθεσης/Εισήγησης ημερομηνίας 28/01/2026. Ακολούθως, στις 16/02/2026, ο Αιτητής παρέλαβε ιδιοχείρως, απορριπτική επιστολή ημερομηνίας 13/02/2026.
Στις 16/03/2026, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, λόγω της απουσίας εμφάνισης της συνηγόρου του Αιτητή, απορρίφθηκε η παρούσα λόγω μη προώθησης. Κατόπιν υποβολής αίτησης επαναφοράς ημερομηνίας 07/04/2026, το Δικαστήριο στις 23/04/2026, ενέκρινε την αίτηση και εκδόθηκε διάταγμα επαναφοράς της παρούσας.
Ο Αιτητής, δια της ευπαίδευτης συνηγόρου του, προέβαλε με την καταχώριση της προσφυγής πλείονες λόγους ακύρωσης, εκ των οποίων, με την γραπτή της αγόρευση προωθεί, (α) έλλειψη δέουσας έρευνας και /ή ουσιώδης πλάνης περί τα πράγματα και τον Νόμο και (β) εσφαλμένη και/ή μη επαρκής αιτιολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος, στη γραπτή της αγόρευση, υποστηρίζει ότι η διοίκηση προχώρησε σε εσφαλμένη στάθμισης της σημασίας των νέων στοιχείων που επικαλέστηκε ο Αιτητής. Περαιτέρω, παραπέμπει σε νομολογία αναφορικά με υποθέσεις θρησκευτικής μεταστροφής καθώς και σε εξωτερικές πηγές σχετικά με τα άτομα που δηλώνουν άθεοι στη Νιγηρία.
Κατά την ακρόαση της παρούσας, που έλαβε χώρα στις 03/07/2026, ο συνήγορος του Αιτητή επανέλαβε τους ισχυρισμούς της γραπτής του αγόρευσης.
Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε ο Αιτητής πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης του αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησής του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης του αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην αρχική αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της κρίσης που υπήρχε στη κοινότητα του και το κόμμα αντιπολίτευσης έκαψε την οικία του και τις περιουσίες και αναγκάστηκε να διαφύγει λόγω του κινδύνου. Ήταν δύσκολο να ξεκινήσει τη ζωή του ξανά μετά τις απειλές θανάτου εναντίον του και των μελών της οικογένειας του.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, γεννηθείς στη πόλη Benin, Ikpoba Okha LGA, της επαρχίας Edo, η οποία αποτελεί και τον τόπο συνήθους διαμονής του. Ως προς τη πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι οι γονείς του και τα 4 αδέλφια του διαμένουν στη Νιγηρία. Είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί την αγγλική γλώσσα και διάλεκτο Benin. Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι εργαζόταν σε εταιρεία ηλεκτρισμού, ως έκτακτο προσωπικό από το 2016-2020, και ακολούθως στον οργανισμό Tampep Onlus εναντίον της εμπορίας προσώπων, αρχικά ως εθελοντής και μετά ως υπεύθυνος.
Οι λόγοι που ώθησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα του, σχετίζονταν με την πολιτική κρίση στην κοινότητα του. Ισχυρίστηκε πως κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, η περιουσία του καταστράφηκε. Υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης αναφορικά με την διεκδίκηση της περιουσίας της κοινότητας. Μέλη της κοινότητας παραπονέθηκαν στο πρόεδρο της κοινότητας και ακολούθως άρχισε διάλογος μεταξύ των κοινοτήτων προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα. Ακολούθησε επίθεση από την άλλη κοινότητα, κατά την οποία καταστράφηκαν οικίες, υπήρξε επίθεση σε νεαρούς και καταστράφηκαν οχήματα. Κατόπιν αναφοράς του περιστατικού στους αρχηγούς της κοινότητας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επέστρεψαν στην κοινότητα και επιτέθηκαν, η κατάσταση κλιμακώθηκε και καταστράφηκαν πολλές οικίες. Ο Αιτητής δήλωσε πως καταστράφηκε η οικία του και το κατάστημα που διατηρούσε και πωλούσε ηλεκτρικά είδη, φοβόταν να παραμείνει στη κοινότητα και έφυγε, καθότι τον κυνηγούσαν. Ο Αιτητής αποφάσισε να εγκαταλείψει τη κοινότητα του και να συνεχίσει τις σπουδές του. Πρόσθεσε ότι πριν την κοινοτική κρίση, δέχτηκε επίθεση, μπροστά στην οικία του, όπου μια ομάδα αγοριών περικύκλωσαν τον ίδιο και ένα φίλο του, ερωτήθηκαν εάν διαβιούν στη συγκεκριμένη κοινότητα και σε ποιο «χρώμα» ανήκουν και άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι και νοσηλεύτηκε. Το περιστατικό συνέβη πριν από 6 χρόνια και συνέχισε να διαμένει στη κοινότητα μετά την επίθεση από την ομάδα νεαρών.
Αναφορικά με τη κοινοτική κρίση, δήλωσε ότι άρχισε περί το 2010 και πως η κρίση κλιμακώθηκε περί τον Ιούνιο του 2021, με την αλλαγή της εξουσίας. Ο Αιτητής δήλωσε ότι διέμενε στη κοινότητα έως την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς εάν προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία για την κρίση, απάντησε αρνητικά και πως οι καταγγελίες γίνονταν στους αρχηγούς της κοινότητας. Όταν καταστράφηκε η οικία του, διέμενε σε διαφορετικά μέρη στη κοινότητα του, ακολούθως μετέβη στους γονείς του, στο χωριό Idogbo και εγκατέλειψε τη χώρα. Ο Αιτητής δήλωσε πως η κρίση ήταν γενικευμένη. Μετά την επίθεση που δέχθηκε από την ομάδα νεαρών επέστρεψε στη κοινότητα διότι δεν ήταν μέλος της ομάδας, ήταν μια παρεξήγηση και δεν δέχθηκε ξανά επίθεση.
Ερωτηθείς για το τί πιστεύει θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν γνωρίζει τι συμβαίνει στη κοινότητα του και αφότου έφυγε ενημερώθηκε ότι υπήρχε καβγάς και κάποια άτομα σκοτώθηκαν.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και συγκεκριμένα από τη σχετική έκθεση-εισήγηση (ερυθρά 61 - 51 δ.φ.), ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς που απορρέουν από τις δηλώσεις του Αιτητή. 1) Υπήκοος Νιγηρίας, περιοχή καταγωγής και διαμονής του πόλη Benin, Ikpoba Okha, πολιτεία Edo, 2) εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων στην κοινότητα του Αιτητή, 3) λόγω μεμονωμένου περιστατικού επίθεσης προς τον Αιτητή από ομάδα cult και 4) για λόγους σπουδών.
Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιων τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων και κατά την έκθεση- εισήγησή του αποδεκτοί έγιναν οι ισχυρισμοί του Αιτητή που αφορούν τον πρώτο, τρίτο και τέταρτο ισχυρισμό. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, αφού οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν ανακύπτουν στοιχεία εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως, ότι κατά την επιστροφή του στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής ενδέχεται να αντιμετωπίσει πράξεις δίωξης ή κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δεν ανέκυψαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, καθώς δεν ανέκυψε ούτε βάσιμος και δικαιολογημένος δίωξης στη χώρα καταγωγής του αλλά ούτε και ενδεχόμενο να κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση, βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β).
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ), οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής του Αιτητή και κατέληξαν ότι δεν επικρατούν εκεί συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια κάποιας εσωτερικής και/ή διεθνούς σύρραξης καθώς η πολιτεία Edo, δεν πλήττεται από συγκρούσεις. Κατέληξαν ως εκ τούτου οι Καθ΄ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η ανωτέρω έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού υιοθετήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 18/08/2023 και κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 04/09/2023. Ακολούθως ο Αιτητής καταχώρησε την υπ' αριθ. 3183/2023 προσφυγή, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 05/03/2025.
Στη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι άθεος, εγκατέλειψε τον χριστιανισμό, μεγάλωσε σε χριστιανική οικογένεια, όπου η θρησκεία ήταν σημαντική και υποχρεωτική από νεαρή ηλικία. Κατέγραψε πως αποτελεί αλλαγή των προσωπικών του πεποιθήσεων, ότι ο αθεϊσμός έγινε ξεκάθαρος μετά από χρόνια στη Δημοκρατία και μετά από εκπαίδευση, τραύμα και άλλες εμπειρίες. Η επιστροφή του στη Νιγηρία ως άθεος, θα οδηγήσει σε πραγματικό φόβο δίωξης, ειδικά από την οικογένεια του, την κοινότητα και ακραίων ομάδων που στοχοποιούν αποστάτες. Πρόσθεσε πως αντιμετωπίζει ψυχολογικό στρες και άγχος λόγω του φόβου επιστροφής (ερυθρό 97 του δ.φ.).
Επιπλέον προσκόμισε τα εξής έγγραφα:
· Γραπτή δήλωση του Αιτητή για υποστήριξη του ισχυρισμού περί θρησκείας – αθεϊσμού (ερυθρά 77-76 του δ.φ.)
· Παράρτημα αναφορικά με τη Νιγηρία και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν άθεοι και μη θρησκευόμενα άτομα (ερυθρά 79-78 του δ.φ.)
· Γραπτή δήλωση του Αιτητή για την ψυχολογική ευαλωτότητα του (ερυθρό 80 του δ.φ.)
· Αντίγραφα άρθρων, που αφορούν περιστατικά δίωξης άθεων ατόμων (ερυθρά 93-81 του δ.φ.).
O αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση εξετάζοντας προκαταρκτικά τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του, ως προκύπτει από την Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε στις 28/01/2026, διαπίστωσε ότι προέβαλε νέους ισχυρισμούς που αφορούν το αίτημα του για διεθνή προστασία, ωστόσο τα νέα στοιχεία δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αθεϊσμού δεν προβλήθηκε σε προηγούμενα στάδια της αίτησης του για διεθνή προστασία και πως η πεποίθηση του καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια, προχώρησε σε έρευνα σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στη Νιγηρία καταγράφοντας πως πιθανή θανατική καταδίκη και δίωξη για λόγους πίστης μπορεί να συμβεί στις πολιτείες που εφαρμόζεται ο νόμος της Σαρία και όπου επικρατεί το Ισλάμ και πως σε χριστιανικό πληθυσμό ο αθεϊσμός παραμένει ένα κοινωνικό ταμπού, υπόκεινται σε κοινωνικό εξοστρακισμό και διακρίσεις στην εργασία. Τόνισε ότι ο Αιτητής προέρχεται από χριστιανική οικογένεια και ότι η περιοχή καταγωγής του είναι κατά βάση χριστιανική πολιτεία.
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής. Σχετικά με τη δήλωση για τη ψυχολογική του ευαλωτότητα καταγράφει πως δεν πρόκειται για αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας αλλά αποτελούν προσωπικές αναφορές του ιδίου για τη ψυχολογική του κατάσταση, συνδεόμενη με τον φόβο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των αθεϊστικών του πεποιθήσεων και δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Σχετικά με τα άρθρα από το διαδίκτυο, ο λειτουργός καταγράφει πως προέρχονται από επίσημες πηγές πληροφόρησης και αναφέρουν αυθεντικά περιστατικά δίωξης για λόγους αθεΐας στη Νιγηρία, ωστόσο, τα εν λόγω περιστατικά αφορούν κυρίως άτομα που ανήκουν στη μουσουλμανική κοινότητα και έχουν υποστεί κυρώσεις υπό τη κατηγορία της βλασφημίας, και ως εκ τούτου δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας καθώς δεν στοιχειοθετούν φόβο δίωξης.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να υποβαλλόταν σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ενόψει τούτων, εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις και 16Δ και την επιστροφή του Αιτητή στη Νιγηρία σύμφωνα με το άρθρο 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου 2000, επισημαίνοντας ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής με ημερομηνία 18/08/2023 παραμένει σε ισχύ.
Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1]
Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Διαφαίνεται από τα πιο πάνω, ότι ο Προϊστάμενος δεν προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση των νέων στοιχείων που υποβάλλει αιτητής, εκτός και αν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις υπό (i) και (ii) του εν λόγω άρθρου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αιτητής δύναται να καταγράψει και να εξηγήσει με λεπτομέρεια τους λόγους που επιθυμεί την επανεξέταση του φακέλου του, ως προκύπτει από το ειδικό έντυπο που συμπληρώνεται από τα πρόσωπα που επιθυμούν επανάνοιγμα του φακέλου τους.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ'ων η αίτηση αποδέχτηκαν ότι τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής αποτελούσαν νέα στοιχεία ή πορίσματα. Από την έκθεση-εισήγηση που είναι κατατεθειμένη ως ερυθρά 124-115 του διοικητικού φακέλου, διαφαίνεται ότι αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί του και κρίθηκε αφενός ότι αποτελεί νέο ισχυρισμό αλλά ότι αυτός δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, ως οι προϋποθέσεις στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β)(ι) του περί Προσφύγων Νόμου, με αποτέλεσμα την απόρριψη της μεταγενέστερης της αίτησης ως απαράδεκτης. Οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός περί αθεϊσμού, δεν προβλήθηκε σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας δεδομένου ότι η πεποίθηση του καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια στη Κυπριακή Δημοκρατία και ακολούθησε εξέταση της κατάστασης στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό. Επιπλέον, λήφθηκε υπόψη το σύνολο των εγγράφων και δηλώσεων που προσκόμισε ο Αιτητής. Ως προς τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, που καταγράφονται επί της γραπτής αγόρευσης, στις πλείστες δεν καταγράφεται η πηγής τους, δεν υποδεικνύεται ο ιστότοπος και ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας αλλά ούτε και το συναφές απόσπασμα της πηγής και επαναλαμβάνει γεγονότα από τα άρθρα που προσκόμισε ο Αιτητής, επί της μεταγενέστερης του αίτησης, και αξιολογήθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση.
Επισημαίνεται καταρχάς πως με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, η οποία κατατέθηκε στις 20/01/2026. Ως εκ τούτου, δυνάμει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η διαδικασία εξέτασης της παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης και της παρούσας προσφυγής εξακολουθεί να διέπεται από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και τις αντίστοιχες διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025, όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 115(Ι)/2026.[2]
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Τα όσα ο Αιτητής κατέγραψε στη μεταγενέστερη του αίτηση δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, και ειδικότερα την προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι να αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, ώστε να κριθεί η αίτηση του παραδεκτή. Ούτε και κατά την παρούσα διαδικασία προτάθηκε οποιοσδήποτε σοβαρός και/ή βάσιμος ισχυρισμός ή στοιχείο που να ανατρέπει να ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού περί απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης.
Έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση. Τα όσα ο Αιτητής κατέγραψε στην μεταγενέστερη αίτησή του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου,Ν. 6(Ι)/2000, ώστε η αίτησή του να κριθεί παραδεκτή.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62019CJ0921&from=NL
[2] Σχετική ερμηνεία δόθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρόσφατη απόφασή του C-198/25, ημερομηνίας 4 Ιουνίου 2026 επί προδικαστικής παραπομπής (ECLI:EU:C:2026:447), διαθέσιμη στα ελληνικά σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62025CJ0198. Βλ. Ιδίως σκ. 21-22 της απόφασης (ημερομηνία πρόσβασης 05/10/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο