ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1077/23
12 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η. Ο. H.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Γ. Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αίτηση ημ.21/04/26 για Επαναφορά της Προσφυγής
Η με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή καταχωρίστηκε από τον αιτητή προσωπικά και, αφότου συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα (ένσταση, αγόρευση αιτητή, αγόρευση καθ’ ων, απαντητική), στις 23/07/24 την εκπροσώπηση του ανέλαβε δικηγόρος, η οποία στις 07/04/25 καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής. Στις 15/10/25 εξεδόθη επί τούτου διάταγμα τροποποίησης, τροποποιημένη προσφυγή καταχωρήθηκε στις 07/11/25 και ακολούθως, στις 11/11/25, δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν γραπτές αγορεύσεις των μερών (δεδομένου ότι η συνήγορος του αιτητή ζήτησε να καταχωρήσει νέες αγορεύσεις, ενόψει του ότι οι προηγούμενες είχαν καταχωριστεί από τον αιτητή προσωπικά) και εδόθη χρόνος 4 εβδομάδων για καταχώρηση της αγόρευσης του αιτητή, με ρήτρα απόρριψης, ενόψει του ότι η υπόθεση ήταν αρκετά παλαιά. Στις 15/01/26 η συνήγορος του αιτητή ζήτησε περαιτέρω χρόνο και δόθηκαν εκ νέου οδηγίες για εκατέρωθεν αγορεύσεις, στα πλαίσια του οποίου δίδετο χρόνος 2 εβδομάδων για αγόρευση αιτητή (ρήτρα απόρριψης) και η υπόθεση ορίστηκε για διευκρινήσεις στις 05/03/26. Κατά τη δικάσιμο στις 05/03/26 η συνήγορος του αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή, όπερ και εγένετο. Η προσφυγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, με έξοδα €500 υπέρ καθ’ ων η αίτηση.
Στις 21/04/26 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση (από τον αιτητή προσωπικά), η οποία ορίστηκε στις 07/05/26, όταν και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και ορίστηκε εκ νέου στις 09/06/26, μετά στις 11/06/26 και ακολούθως στις 15/06/26 - στο μεταξύ, στις 12/06/26, ο αιτητής διόρισε δικηγόρο για να χειριστεί την υπό κρίση αίτηση - και έτσι στις, στην παρουσία νέου δικηγόρου του αιτητή, δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και εκατέρωθεν αγορεύσεων και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 09/07/26. Κατά τη δικάσιμο στις 09/07/26 διαπιστώθηκε ότι ουδέν εκ των δικογράφων καταχωρίστηκε και γι’ αυτό η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 17/09/26 και δόθηκαν οδηγίες για την καταχώρηση δικογράφων εκατέρωθεν και στις 17/09/26 έγινε ακρόαση της αιτήσεως.
Στην Ένορκη Δήλωση (στο εξής ΕΔ) που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ενόρκως δηλών (και αιτητής στην προσφυγή) αναφέρει ότι στις 17/02/25 η προσφυγή αποσύρθηκε από την (τότε) συνήγορο του, όμως «ουδέποτε [έδωσε] στην δικηγόρο [του] τέτοιες οδηγίες […] δεν [μπορεί] να [επιστρέψει] στην χώρα [του] γιατί η ζωή [του] κινδυνεύει» και προσθέτει ότι «[έστειλε] πολλές φορές μήνυμα στην δικηγόρο [του] για να [μάθει] στην εξέλιξη της προσφυγή [του], αλλά δεν [τον] ενημέρωνε σωστά» και έτσι, ως αναφέρει, στις «16/04/26 [πήγε] ο ίδιος να [μάθει] τι γίνεται με την προσφυγή [του], όπου [τον] πληροφόρησαν πως ο δικηγόρος [του] απέσυρε την προσφυγή» και γι’ αυτό στις «17/04/26, [πήγε] και [καταχώρησε] παράπονο στον σύλλογο εναντίον της, αφού όχι μόνο δεν της [έδωσε] ποτέ τέτοια οδηγία, αλλά [τον] ενημέρωνε πως η προσφυγή [του] ήταν ανοιχτή» (παρ.3-6 ΕΔ). Ως δε περαιτέρω αναφέρεται «η μη εξέταση από το Δικαστήριο της προσφυγής θα [του] δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα εφόσον θα αναγράφεται στην υπηρεσία ασύλου ότι δεν [προώθησε] την αίτηση [του] σε περίπτωση καταχώρισης μεταγενέστερης αίτησης» και τούτο παρόλο που, ως εξηγεί ο αιτητής, «η προσφυγή απορρίφθηκε […] εσφαλμένα […] ενώ ουδέποτε ήταν η πρόθεση και/ή επιθυμία [του] όπως αυτή απορριφθεί λόγω απόσυρσης» (παρ.9-10 ΕΔ). Στην ΕΔ επισυνάπτεται δέσμη εκτυπώσεων από οθόνη κινητού τηλεφώνου που αφορούν – κατά τους ισχυρισμούς του αιτητή – συνομιλίες του ιδίου με την τότε δικηγόρο του (παρ.4 ΕΔ) από τον Ιούλιο 2025 μέχρι 21 Φεβρουαρίου (2026) και ακολούθως (παράρτημα 16-17 ΕΔ), συνομιλίες από άλλη συσκευή και με άλλο αριθμό (χωρίς να δίδονται εξηγήσεις γι’ αυτό) με καταγραφόμενο χρόνο τις 8 Απριλίου (αγνώστου έτους), στις οποίες διευθετείται ραντεβού σε γραφείο και γίνεται ερώτηση για το στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση και λέγεται ότι έχει επιφυλαχθεί απόφαση. Εκ των ως άνω επισυναφθέντων (ιδίως των παραρτημάτων 16-17 ΕΔ) παραμένει άγνωστο το ποιοι είναι οι συνομιλητές, ποιος είναι ο ακριβής χρόνος (δεν αναγράφεται χρονολογία) που γίνεται η συζήτηση και ποια είναι η υπόθεση στην οποία γίνεται αναφορά.
Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (στο εξής ΕΔ) δικηγόρου από το γραφείο των δικηγόρων των καθ’ ων η αίτηση, η οποία δηλώνει γνώση των γεγονότων που προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ΕΔ. Κατόπιν παράθεσης ιστορικού της διαδικασίας (της προσφυγής), σημειώνει ότι ο αιτητής «όφειλε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την προώθηση της υπόθεσης [του], ως ορίζει ο Κανονισμός 12 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019» και αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτεται λόγος που να «δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων», αφού εν προκειμένω «η συνήγορος του αιτητή είχε ρητώς αποσύρει την προσφυγή» και επαναλαμβάνει ότι δια της αιτήσεως «δεν προβάλλεται κανένας απολύτως λόγος που να είναι ικανός να δικαιολογήσει την έγκριση επαναφοράς» (παρ.8-10 ΕΔ). Σημειώνει δε ότι η ρητή απόσυρση της προσφυγής από τον αιτητή «δηλώνει αδιαμφισβήτητα την πρόθεση εγκατάλειψης της προώθησης της προσφυγής αυτής, χωρίς να αφήνει περιθώριο αμφιβολίας και συνάμα ενέργειας η οποία δεσμεύει σε κάθε περίπτωση» αυτόν, ότι «σκοπείται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας», καθώς «σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών», εφόσον, ως εξηγεί, η προώθηση της προσφυγής και η εμφάνιση του αιτητή «σχετίζεται άμεσα με την απονομή της δικαιοσύνης και δεν συνιστά θέμα απλής τυπικότητας, αλλά θέμα ουσίας που άπτεται του θεμελίου της απονομής δικαιοσύνης» και σημειώνει ότι «λάθη ή παραλείψεις διαδίκων ή συνηγόρων δεν συνιστούν […] λόγους επαναφοράς απορριφθείσας προσφυγής» (παρ.12-16 ΕΔ).
Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του, με αναφορές στην οικεία νομολογία επί αιτήσεων ως η παρούσα, ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι, παρότι η απόσυρση έγινε δια ρητής δήλωσης της δικηγόρου του, εντούτοις, ενόψει του ότι, ως προκύπτει από τις εκτυπώσεις από τις συνομιλίες του αιτητή με την τότε συνήγορο του (βλ. ΕΔ αιτητή), εκ των οποίων και δεικνύεται, ως αναφέρει, ότι ο ίδιος «ουδέποτε έδωσε εντολή για παραίτηση και/ή απόσυρση της προσφυγής», θα πρέπει να θεωρηθεί «ανυπόστατη, άκυρη και μη δεσμευτική», δεδομένου ότι, ως εξηγεί, «η παραίτηση από προσφυγή αποτελεί ουσιώδη δικονομική πράξη που μεταβάλλει την πορεία της δίκης και οδηγεί σε κατάργηση της διαδικασίας» και συνεπώς απαιτείται «ειδική, ρητή και προηγουμένη εντολή του αιτητή» (σελ.3 αγόρευσης αιτητή). Σημειώνει δε περαιτέρω ότι υπάρχει «έλλειψη εντολής […] υπέρβαση πληρεξουσιότητας […] άμεση αντίδραση του αιτητή […] πειθαρχική διάσταση […] νομολογιακή υποχρέωση επαναφοράς […] και […] ακυρότητα της παραίτησης» (σελ.5 αγόρευσης αιτητή). Παραπέμπει δε και υιοθετεί την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην υπ. αρ.1377/22, ημ.07/08/23 (επί αιτήσεως επαναφοράς) και κάνει αναφορές σε ελληνική νομολογία, στη βάση της οποίας απαιτείται ειδική εντολή για την έγκυρη απόσυρση μιας προσφυγής.
Από την πλευρά τους οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν – δια της πλούσιας και αρκούντως εμπεριστατωμένης αγόρευσης τους, με πλήθος αναφορών στη σχετική νομολογία αλλά και σε πρωτόδικες αποφάσεις – ότι η εδώ ρητή δήλωση απόσυρσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτητή καθίσταται εν προκειμένω μοιραία για την υπό κρίση αίτηση, η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του αν δεν παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταχώριση της (μετά την απόσυρση της προσφυγής). Προς τούτο παραπέμπουν στην αυθεντία Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 40, όπου και εξετάστηκαν όμοια με τα εδώ υπό κρίση ζητήματα και αναφέρουν ότι «κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αποδεικνύεται […] γνήσιο και αντικειμενικά διαπιστώσιμο λάθος», που δεν έχει αποδειχθεί, αφού «[ε]δώ δεν προβάλλεται οποιοδήποτε αντίστοιχο αντικειμενικό περιστατικό, όπως λάθος ταυτότητας, λάθος προσώπου, σύγχυση μεταξύ δύο φακέλων ή άλλη εξωτερικά διαπιστώσιμη παραδρομή που να καθιστά προφανές ότι η δήλωση απόσυρσης αφορούσε κατά λάθος διαφορετική υπόθεση», αλλά «αυτό που προβάλλεται είναι ότι ο Αιτητής δεν συμφωνούσε με την απόσυρση» (σελ.6-7 αγόρευσης), και σημειώνει δε ότι οι αναφορές του αιτητή στη νομολογία ελληνικών δικαστηρίων δεν θα μπορούσαν να παραγκωνίσουν την εφαρμογή εγχώριας νομολογίας.
Τα ως άνω συνοψίζουν τα γεγονότα καθώς και τα νομικά επιχειρήματα εκατέρωθεν που αφορούν την υπό κρίση αίτηση. Στην ακρόαση της παρούσης οι συνήγοροι των μερών υιοθέτησαν τις αγορεύσεις τους, ο δε συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι εν προκειμένω υφίσταται γνήσιο λάθος, αφού η απόσυρση της προσφυγής από τη συνήγορο του χωρίς την άδεια του αιτητή αποτελεί υπέρβαση εξουσιοδότησης και ότι η τότε δικηγόρος του τον ενημέρωνε ότι εκκρεμεί απόφαση στην προσφυγή.
Έχοντας διέλθει με προσοχή το σύνολο των έγγραφων προτάσεων των μερών προχωρώ σε εξέταση της παρούσης αιτήσεως.
Παραθέτω κατ’ αρχή τη σχετική με το υπό κρίση ζήτημα νομολογία.
Στη Bαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 ΑΑΔ 698, ημ.14/04/98, λέχθηκαν τα εξής:
«Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:
"The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."
Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348.
Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς την πρόθεση του διαδίκου την απάντηση έδωσε η απόφαση στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd. (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 102:
"Η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφεαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου."»
Ειδικώς επί του ζητήματος της επαναφοράς προσφυγής κατόπιν ρητής απόσυρσης της, στην Μαύρου ν Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 3030, ημ.02/12/97, αναφέρονται τα εξής:
«Σύμφωνα με τη νομολογία της Ελλάδας, όταν ο προσφεύγων παραιτηθεί από την υποβληθείσα αίτηση ακυρώσεως η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί. Στο σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» (δεύτερη έκδοση) διαβάζουμε τα εξής (στη σελίδα 302, πάρα.398).
«Κάθε διοικητική δίκη ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου καταργείται με την παραίτηση του προσφεύγοντος από το δικόγραφο του ένδικου βοηθήματος, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του άλλου διαδίκου. […] Η παραίτηση, που είναι ισχυρή μόνο αν δεν περιέχει όρους ή αιρέσεις, δεν μπορεί να ανακληθεί.»
[…]
Είναι επομένως η άποψή μου, σύμφωνα με τα πιο πάνω, πως όταν ο αιτητής παρατείται του δικαιώματος προώθησης της προσφυγής του, αυτή δεν επαναφέρεται. Το ερώτημα όμως που προβάλλει στην παρούσα υπόθεση είναι αν ο αιτητής έχει στην πραγματικότητα παραιτηθεί αυτού του δικαιώματος, με την καταχώριση από το δικηγόρο του, και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται πιο πάνω, της ειδοποίησης απόσυρσης της προσφυγής.
Ο δικηγόρος εκπροσωπεί τον πελάτη του στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, και ό,τι κάμει μέσα στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης δεσμεύουν τον αιτητή. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ο συνήγορος δεν άσκησε οποιοδήποτε καθήκον μέσα στα πλαίσια της εκπροσώπησης του αιτητή. Εκείνο το οποίο έκαμε ήταν να αποσύρει την προσφυγή του, χωρίς να έχει οδηγίες από τον ίδιο, και αυτό έγινε όχι μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, αλλά γιατί άλλος πελάτης, που έτυχε να έχει το ίδιο όνομα με τον αιτητή του είχε δώσει τέτοιες οδηγίες, αναφορικά με δική του προσφυγή. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο αιτητής δεν παραιτήθηκε του δικαιώματος του στην αίτηση ακυρώσεως, η οποία και ως εκ τούτου επαναφέρεται στον κατάλογο των υποθέσεων του Δικαστηρίου.»
Υπογράμμιση από τον γράφοντα
Τα ως άνω υιοθετήθηκαν κατ’ ουσία και στη Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 40, πλήρους Ολομέλειας, ημ.24/02/14, όπου λέχθηκαν τα έξης:
«Οι παράμετροι που αφορούν περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης συναρτώνται πρωτίστως προς τη διαπίστωση της πρόθεσης μη εγκατάλειψης με αναφορά στις συνθήκες της μη προώθησης και το όλο ιστορικό της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει να συναχθεί, αντικειμενικώς, το ζητούμενο, καθ΄ όσον δεν υπήρξε θετική έκφραση πρόθεσης εγκατάλειψης παρά μόνο παράλειψη προώθησης. Η απόσυρση της προσφυγής, όμως, κατ' αναλογία της απόσυρσης αγωγής, δηλώνει αφ' εαυτής οριστικώς την πρόθεση εγκατάλειψης η οποία και δεν απομένει πλέον να συνάγεται ως θέμα ερμηνείας άλλων ενεργειών, όπως στην περίπτωση απόρριψης λόγω μη προώθησης. Η διάσταση αυτή ετονίσθη από την Ολομέλεια στην υπόθεση The President of the Republic v. Louca, ανωτέρω. Σημειώνουμε δε περαιτέρω, με έμφαση, την επιγραμματική αναφορά του Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε) (σ. 268), αντηχώντας τον Τσάτσο, ότι «The applicant is the best Judge of his case», και εξηγώντας περαιτέρω ότι:
«He is entitled to withdraw his recourse to the Court at any time before judgment. This is in some way further supported by Article 30 of the Constitution and Article 6 of the Convention on Human Rights whereby the right of access to the Court is safeguarded, and "the right of access" implies, in my view, a right to withdraw from the Court.»
Στην περίπτωση λοιπόν αποσυρθείσας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αμφιβολία ως προς την πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης, εκτός αν, όπως στην Μαύρου, υπήρξε γνήσιο λάθος που να αποκαλύπτει σαφώς την έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης. Τούτο είχε υπ' όψη του ο Τριανταφυλλίδης, Π., στην Tsingi v. Republic παρατηρώντας (σ. 1266) ότι «. even if a recourse has been abandoned by mistake it may be reinstated.». »
Υπογράμμιση από τον γράφοντα
Ενόψει της ως άνω νομολογίας, όπου τονίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, δεδομένων των όσων πιο πάνω καταγράφω, θεωρώ ότι οι περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα δεν επιτρέπουν την άσκηση αυτής υπέρ του αιτητή στην παρούσα, για τους λόγους που θα εξηγήσω περαιτέρω αμέσως.
Στην προκείμενη περίπτωση η προσφυγή αποσύρθηκε στις 05/03/26 δια ρητής δήλωσης της τότε δικηγόρου του αιτητή.
Στην ως άνω νομολογία αναφέρθηκε ότι ο «δικηγόρος εκπροσωπεί τον πελάτη του στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, και ό,τι κάμει μέσα στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης δεσμεύουν τον αιτητή», σημειώθηκε ότι «όταν ο αιτητής παρατείται του δικαιώματος προώθησης της προσφυγής του, αυτή δεν επαναφέρεται» (Μαύρος, ανωτέρω) και περαιτέρω τονίσθηκε ότι «[σ]την περίπτωση […] αποσυρθείσας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αμφιβολία ως προς την πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης, εκτός αν, όπως στην Μαύρου, υπήρξε γνήσιο λάθος που να αποκαλύπτει σαφώς την έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης.» (Σταυρινάκης, ανωτέρω).
Σημειώνω εδώ ότι στην Μαύρος (ανωτ.) το Δικαστήριο επανέφερε εν τέλει την προσφυγή, καθότι έγινε δεκτό ότι η γραπτή εκεί δήλωση απόσυρσης έγινε εκ καλόπιστου λάθους του δικηγόρου του εκεί αιτητή «γιατί άλλος πελάτης, που έτυχε να έχει το ίδιο όνομα με τον αιτητή του είχε δώσει τέτοιες οδηγίες, αναφορικά με δική του προσφυγή». Εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης της ως άνω νομολογίας είναι σαφές θεωρώ ότι το «γνήσιο λάθος» στο οποίο γίνεται αναφορά στη Σταυρινάκης και στην Μαύρος αφορά την απόδειξη, όπου η προσφυγή αποσύρεται κατόπιν ρητής (γραπτής ή προφορικής) δήλωσης προς τούτο από τον δικηγόρο αιτητή, ότι αυτή ήταν προϊόν σύγχυσης του ιδίου του δικηγόρου ως προς το ποιαν προσφυγή ή ποιον αιτητή η δήλωση απόσυρσης αφορούσε. Τονίζεται ότι στην Μαύρος ο δικηγόρος είχε και άλλο πελάτη με το ίδιο όνομα και έτσι, καλόπιστα, ως θεωρήθηκε, έστειλε γραπτή ειδοποίηση για την απόσυρση της προσφυγής στα πλαίσια της προσφυγής λανθασμένου (συνονόματου με τον σωστό) πελάτη. Άλλωστε η φράση «ό,τι κάμει μέσα στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης δεσμεύουν τον αιτητή» υποδηλοί ότι η εξουσία του δικηγόρου κατά τον χειρισμό μιας υπόθεσης είναι απεριόριστη, ανεξαρτήτως τυχόν ευθύνης του έναντι του πελάτη του συνεπεία αμέλειας.
Εν προκειμένω, με δεδομένο ότι δεν γίνεται άλλωστε λόγος για καλόπιστη σύγχυση της τότε δικηγόρου του αιτητή ή και για «γνήσιο λάθος» (κατά την έννοια που αποδίδεται στην ως άνω νομολογία), αλλά αυτό που λέγεται είναι ότι απέσυρε την προσφυγή χωρίς να λάβει οδηγίες προς τούτο από τον αιτητή. Στη βάση όμως της ως άνω νομολογίας θεωρώ ότι η πράξη της δικηγόρου του αιτητή να αποσύρει δια ρητής δηλώσεως την προσφυγή – ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι αυτό έγινε χωρίς να έχουν δοθεί ρητές οδηγίες προς τούτο ή και χωρίς να ενημερωθεί ο αιτητής – εξακολουθεί, ως πράξη της εκπροσωπεύουσας αυτόν δικηγόρου του, να τον δεσμεύει, δεδομένου του ότι ουδέν ελέχθη περί καλόπιστης παραδρομής ή λάθους (το οποίο να σχετίζεται με την ταυτότητα του διαδίκου ή την ίδια την προσφυγή ή να δεικνύει ότι η δήλωση της συνηγόρου αιτητή ήταν προϊόν προφανούς σύγχυσης της ως προς το ποια προσφυγή ή ποιον διάδικο αφορούσε) και συνεπώς, ακόμα και αν η απόσυρση έγινε χωρίς να λάβει προηγουμένως ρητές προς τούτο οδηγίες του πελάτη της, δεν μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση του αιτούμενου εδώ διατάγματος επαναφοράς της προσφυγής, ο χρόνος δε που παρήλθε μέχρι να υποβληθεί η παρούσα δεν διαφοροποιεί την κατάληξη εν προκειμένω. Άλλο ζήτημα είναι βεβαίως η ενδεχόμενη ευθύνη της δικηγόρου προς τον πελάτη της σε μια τέτοια περίπτωση.
Λεχθέντων δε των ως άνω αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι εκ των συναφθέντων στην ΕΔ του αιτητή εκτυπώσεων και των καταγραφόμενων εκεί συνομιλιών παρατηρείται ένα κενό, το οποίο αφορά τον χρόνο από 21/02/26 (παράρτημα 15 ΕΔ), όταν διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο της δικηγόρου, μέχρι και την 8η Απριλίου, όπου - σε συνομιλία που γίνεται σε άλλο αριθμό κινητού – γίνεται πάλι επικοινωνία του αιτητή με τη δικηγόρο, όπου πάλι διευθετείται συνάντηση και λέγεται ότι αναμένεται απόφαση Δικαστηρίου (βλ. παράρτημα 16-17 ΕΔ). Δεδομένου λοιπόν εδώ του χρονικού κενού που παρατηρείται στη συνομιλία (21/02/26 - 08/04/26), το οποίο αφορά ουσιώδη ως προς την απόσυρση της προσφυγής χρόνο (που έγινε στις 05/03/26), δεν μπορεί – σε κάθε περίπτωση - εκ των ενώπιον μου στοιχείων να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το τι διημείφθη μεταξύ του αιτητή και της συνηγόρου του τότε, η δε μετέπειτα αναφορά σε εκκρεμούσα υπόθεση δεν μπορεί να διαφωτίσει σχετικώς. Ούτε βεβαίως διαφοροποιούν τα ως άνω οι όποιες αναφορές στις συνέπειες της παρούσας αναφορικά με την όποια μετέπειτα μεταγενέστερη αίτηση ήθελε υποβάλει ο αιτητής, ως αναφέρει (Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 152/2023, Henria Tchabon Tchioundje v Δημοκρατίας, ημ.14/01/25). Ως σημειωθεί ότι οι όποιες αναφορές του αιτητή σε ελληνική νομολογία δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν τα ως άνω, δεδομένης εδώ της ύπαρξης δεσμευτικής εγχώριας νομολογίας επί του ζητήματος.
Σημειώνω άλλωστε ότι ένας «διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια […] δικηγόρου του για να πετυχαίνει […] την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών», (Βαρδιάνος, ανωτ.).
Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €300 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο