ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1127/24
20 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J. A. N.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Α. Δημητρίου, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.14/03/24, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης έννομου αποτελέσματος και περαιτέρω απόφαση «επί της ουσίας του αιτήματος του […] για απόδοση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας με την οποία να αντικαθίσταται η προσβαλλόμενη απόφαση» (Αιτητικό Α) ή, διαζευκτικά, «απόφαση με την οποία ο αιτητής να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας» (Αιτητικό Β) και απόφαση «με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν» τούτο θα είναι «κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ» (Αιτητικό Γ).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 28/10/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 29/12/20 (ερ.1-3, 41).
Στις 03/11/23 και 07/11/23 διεξήχθησαν συνεντεύξεις με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός διεθνούς προστασίας, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.28-41, 42-45). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 29/02/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.103-123).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 14/03/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.124, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι κατάγεται από τη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, διέμενε σε ένα χωριό με τους γονείς του και τα αδέλφια του, συντετριμμένος από τη κρίση που επικρατεί στις δυο αγγλόφωνες περιοχές της χώρας τα τελευταία τρία χρόνια λόγω της «θανάσιμης αντιπαράθεσης» στρατού και αποσχιστών μαχητών, εκ της οποίας σπίτια στο χωριό του κάηκαν, μεταξύ των οποίων και το δικό τους. Ο αδελφός του αιτητή πυροβολήθηκε στο κεφάλι από τους αποσχιστές μαχητές και η κρίση έχει κάνει τη ζωή και την κατάσταση αφόρητη για τον ίδιο και την οικογένεια του και γι’ αυτό αποφάσισε να ζητήσει άσυλο σε μια ειρηνική και ασφαλή χώρα.
Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων ο αιτητής ανέφερε ότι είναι φορέας Ηπατίτιδας Β, δεν νοιώθει πόνο, δεν γνωρίζει πως θεραπεύονται άτομα με ηπατίτιδα στο Καμερούν, εάν επιστρέψει στη χώρα του θα είναι δαπανηρό, δήλωσε εντούτοις ότι θα λάβει θεραπεία στο Καμερούν. Ο αιτητής ομιλεί αγγλικά και γαλλικά, είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, εργαζόταν σε τράπεζα και παράλληλα διατηρούσε επιχείρηση με μήλα στη Buea, όπου και διέμενε από το 2015 και μέχρι που έφυγε από το Καμερούν (2020), πηγαινοερχόταν όμως και στο χωριό Muyuka, όπου και διέμενε το 2014-2015, με την αδελφή του και την οικογένεια της. Η οικογένεια αποτελείται από τους γονείς του και τα 7 αδέλφια του, εκ των οποίων ο πατέρας του διαμένει στο χωριό Ngungated και η μητέρα του στο Muyuka, με την αδελφή του. Εγκατέλειψε νόμιμα το Καμερούν, από το αεροδρόμιο της Douala, δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα κατά την αποχώρηση του και ουδέποτε συνελήφθη στη χώρα καταγωγής του.
Κατά την ελεύθερη αφήγηση του ο αιτητής δήλωσε ότι το 2016 στο χωριό Muyenge οι αποσχιστές μαχητές πήγαν στο σπίτι του αρχηγού «chief palace» και ζήτησαν από την αστυνομία να φύγει, μπήκαν μέσα και άνθρωποι χτυπήθηκαν με μαχαίρια. Εκείνη την ημέρα ο ίδιος βρισκόταν στην εκκλησία, κατευθύνθηκε προς την οικία τους αλλά δεν ήταν καλή ιδέα, ως ανέφερε. Αστυνομικοί τραυματίστηκαν και κλήθηκαν άλλοι, υπήρχε πολύς θόρυβος, πυροβολισμοί, σπίτια καίγονταν και οι ίδιοι πήγαν σε κοντινή θαμνώδη περιοχή και είδαν την οικία τους να καίγεται. Παρέμειναν στο δάσος μια εβδομάδα και ακολούθως μεταφέρθηκαν στην αδελφή του, στο χωριό Muyuka. Μετά τη πάροδο τριών μηνών, το 2016, οι αποσχιστές ζήτησαν από τον αδελφό του αιτητή να ενταχθεί σ’ αυτούς αλλιώς θα τον σκοτώσουν, αρνήθηκε και μια μέρα τον σταμάτησαν και τον πυροβόλησαν στο κεφάλι, αυτός συνέχισε να τρέχει, τον είδαν φίλοι του και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.
Το 2018 ο αιτητής αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του και άρχισε να λαμβάνει μηνύματα από ένα φίλο, ονόματι Kingsley, με τον οποίο ήταν συμμαθητές το 2016, που του έστειλε μήνυμα πως εάν επιστρέψει στο σχολείο «οτιδήποτε μπορεί να συμβεί», διότι αυτοί «ενοχλούν τον πόλεμο ενάντια στη κυβέρνηση». Ο αιτητής δήλωσε ότι δεν κράτησε τον αριθμό του και ρωτούσε φίλους του εάν γνωρίζουν τον αριθμό. Πρόσθεσε ότι μια μέρα που επέστρεψε στο χωριό συνάντησε τον Kingsley, που του είπε ότι του έστειλε μήνυμα να μην επιστρέψει στο σχολείο και έδειξε στον αιτητή το όπλο που κρατούσε για να δείξει ότι έγινε μέλος των αυτονομιστών μαχητών.
Το Δεκέμβριο 2019 ο αιτητής και μια ομάδα 10 ατόμων (σ.σ. μεταξύ των οποίων και ο αιτητής) περικυκλώθηκαν στην είσοδο του Πανεπιστημίου από αυτονομιστές, οι οποίοι τους κάλυψαν το κεφάλι και τους μετέφεραν στο δάσος, τους έδιναν φαγητό αλλά δεν έτρωγαν και μια μέρα ο αιτητής δέχθηκε χτυπήματα με σίδερο εξαιτίας της άρνησης του να φάει. Μεταξύ αυτών που άρπαξαν ήταν και δυο γαλλόφωνοι, τους οποίους σκότωσαν, οι υπόλοιποι δε παρέμειναν για 1 ή 2 εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι γονείς του αιτητή συνομιλούσαν τηλεφωνικώς με τους αυτονομιστές για λύτρα. Η μητέρα του αιτητή έδωσε χρήματα και τελικά αυτός αφέθηκε ελεύθερος και ακολούθως νοσηλεύτηκε για περίθαλψη των πληγών του, ενημερώθηκε δε από την μητέρα του ότι ο αδελφός του απήχθη από τους αυτονομιστές διότι βοήθησε τον στρατό να μεταφέρει όπλα. Κατά τη νοσηλεία του δέχθηκε μήνυμα ότι εάν επιστρέψει στο σχολείο θα τον σκοτώσουν.
Ερωτώμενος ο αιτητής αναφορικά με το περιστατικό στο σπίτι του αρχηγού δήλωσε ότι έγινε στο χωριό Muyenge, ήταν με την μητέρα και 3 αδέλφια του και αναγκάστηκαν να κρυφτούν στο δάσος διότι ο στρατός έκαιγε τα σπίτια τους και παρέμειναν στο δάσος για μια εβδομάδα αλλά δεν έγινε οτιδήποτε εναντίον τους. Αναφορικά με τον πυροβολισμό του αδελφού του ο αιτητής, ερωτώμενος σχετικά, ισχυρίστηκε ότι έγινε το 2017 από τους αυτονομιστές μαχητές στο χωριό Muyuka, διότι αρνήθηκε να ενταχθεί στην ομάδα τους, αλλά τώρα είναι καλά. Επισημάνθηκε στον αιτητή η αντίφαση μεταξύ συνέντευξης και εντύπου ευαλωτότητας, όπου ανέφερε ότι ο αδελφός του απεβίωσε και καλούμενος να σχολιάσει σχετικώς ο αιτητής αποκρίθηκε ότι «δεν γνωρίζει». Επιπλέον επισημάνθηκε ότι στο έντυπο ευαλωτότητας ανέφερε ότι τον πυροβόλησε ο στρατός ενώ στη συνέντευξη ανέφερε τους αυτονομιστές μαχητές και ο αιτητής αποκρίθηκε ότι ήταν οι αυτονομιστές.
Αναφορικά με τον αδελφό του, ο οποίος – ως ο ίδιος ανέφερε - κατηγορήθηκε ότι μετέφερε όπλα του στρατού, ο αιτητής δήλωσε ότι απήχθη από τους αυτονομιστές τον Δεκέμβριο του 2019, οι αυτονομιστές τον κατηγόρησαν ότι συνεργαζόταν και μετέφερε όπλα για τον στρατό και αφέθηκε ελεύθερος αφότου η μητέρα του πλήρωσε πολλά χρήματα. Σχετικά με τον Kingsley ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από το χωριό Muyenge, ήταν συμμαθητές, το σπίτι του κάηκε από το στρατό, ήταν άστεγος και αποφάσισε να ενταχθεί στον «αγώνα εναντίον της κυβέρνησης». Δήλωσε επίσης ότι εξαιτίας της άρνησης του ιδίου να ενταχθεί στους Ambazonians ο Kingsley του έστελνε μηνύματα να μην πηγαίνει στο σχολείο δυο φορές, δεν θυμάται πότε ήταν το πρώτο μήνυμα, το δε δεύτερο – ως δήλωσε - στάλθηκε μετά την απαγωγή του, ότι εάν συνεχίσει το σχολείο θα τον σκοτώσει, προσθέτοντας ότι τον είχε υποψιαστεί ο αιτητής ότι συμμετείχε στην απαγωγή του.
Ερωτώμενος για την απαγωγή του ιδίου ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι απήχθη μαζί με άλλα 10 άτομα τον Δεκέμβριο του 2019 από τους αυτονομιστές μαχητές, ο λόγος ήταν για να μην πηγαίνουν στο σχολείο, τους μετέφεραν σε μια γειτονική θαμνώδη περιοχή, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τους απαγωγείς διότι είχαν μάσκες, ούτε να περιγράψει την περιοχή όπου τους κράτησαν, αφού – ως ανέφερε – τους είχαν καλύψει τα μάτια και μόνο την τελευταία μέρα τους έλυσαν τα μάτια και τότε αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν σε θαμνώδη περιοχή. Όταν ρωτήθηκε ο αιτητής τον λόγο που τους χτυπούσαν ανέφερε πως το έκαναν γιατί πήγαιναν στο σχολείο και επειδή αρνήθηκε να φάει και ανέφερε ότι η μητέρα του είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους απαγωγείς, έμαθε τον αριθμό από άτομα που αφέθηκαν ελεύθεροι και έστειλε τα χρήματα μέσω τηλεφώνου «mobile money». Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που βρήκε τα χρήματα η μητέρα του και δεν θυμάται το όνομα του κατόχου του τηλεφώνου.
Ερωτηθείς ποιο ήταν το περιστατικό που τον οδήγησε να εγκαταλείψει το Καμερούν ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν η απαγωγή και ο πυροβολισμός του αδελφού του και πρόσθεσε ότι το έπραξε για να προστατεύσει τον εαυτό του και ότι σταμάτησε να πηγαίνει στο χωριό Muyuka μέχρι που αναχώρησε από τη χώρα και δεν μπορούσε να πάει στις αρχές διότι ο Kingsley κρυβόταν και εάν προχωρούσε με καταγγελία εναντίον του θα κινδύνευε. Όταν ρωτήθηκε τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του ο αιτητής δήλωσε ότι η ζωή του θα είναι σε κίνδυνο και δεν θα μπορεί να συνεχίσει με τις μεταπτυχιακές του σπουδές, δεδομένου ότι – ως ανέφερε - εάν επιστρέψει πρέπει να πάει σχολείο.
Κατά την υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων ο αιτητής δήλωσε ότι έλαβε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο τον Δεκέμβριο 2019, τον ίδιο μήνα που απήχθη. Κληθείς να σχολιάσει τον ισχυρισμό του ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του διότι δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές διότι η ζωή του θα κινδύνευε, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι έλαβε πτυχίο, αποκρίθηκε ότι πρέπει να συνεχίσει τις σπουδές του. Ερωτηθείς πως αποφάσισε να ολοκληρώσει τις σπουδές του εφόσον φοβόταν δήλωσε ότι δεν είχε επιλογή και ότι είχε σχεδόν ολοκληρώσει (τις σπουδές του) πριν την απαγωγή του. Ερωτηθείς τον λόγο που έφυγε από τη χώρα εφόσον είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ο αιτητής δήλωσε ότι ο Kingsley τον κυνηγούσε, λόγω των μηνυμάτων, και πρόσθεσε ότι αυτός είχε τον αριθμό τηλεφώνου του. Κληθείς να σχολιάσει ότι αρχικά ισχυρίστηκε δεν γνώριζε τον αριθμό που του έστειλε μήνυμα δήλωσε ότι του είπε τον αριθμό του όταν τον συνάντησε. Ερωτηθείς εάν πιστεύει ότι ο Kingsley συμμετείχε στην απαγωγή του δήλωσε ότι δεν γνωρίζει. Όταν υποβλήθηκε στον αιτητή ότι, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, άτομα απήχθησαν από το Πανεπιστήμιο Buea ωστόσο το περιστατικό δεν έγινε τον Δεκέμβριο, ο αιτητής ανέφερε ότι η απαγωγή τους έγινε τον Δεκέμβριο.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τις συνεντεύξεις, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενος φόβος του αιτητή, λόγω θέλησης του να συνεχίσει τις σπουδές του
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, αφού - ως κρίθηκε – αυτός στερείτο εσωτερικής και εξωτερικής συνοχής.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, ο αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις μεταξύ εντύπου ευαλωτότητας και της συνέντευξης αφού, ενώ προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του σκοτώθηκε από πυροβολισμούς από τον στρατό, ως ύποπτος συνεργάτης των αυτονομιστών, στη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του είναι καλά και ότι δέχθηκε πυροβολισμούς από τους αυτονομιστές. Κληθείς να σχολιάσει τις αντιφάσεις δεν ήταν σε θέση να παρέχει εξήγηση. Ομοίως, ως προς το πότε ο αδελφός του δέχθηκε πυροβολισμό στο κεφάλι, αρχικά δήλωσε το 2016, στη συνέχεια ισχυρίστηκε το 2017.
Αναφορικά με το περιστατικό απαγωγής του κρίθηκε ότι ενώ αρχικά δήλωσε πως τα μάτια του ήταν καλυμμένα σε όλη τη διάρκεια απαγωγής του, στη συνέχεια ο αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν στους θάμνους όταν τα μάτια του ήταν ακάλυπτα, κληθείς δε να σχολιάσει την αντίφαση, ανέφερε ότι τα μάτια του λύθηκαν αφότου απελευθερώθηκε. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για την κατ’ ισχυρισμό απαγωγή του και ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του πλήρωσε τους απαγωγής μέσω mobile money, κληθείς δε να παρέχει πληροφορίες για τον όνομα του κατόχου του τηλεφώνου ο αιτητής δήλωσε ότι δεν θυμάται και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον τρόπο που η μητέρα του σύλλεξε τα χρήματα για τους απαγωγείς.
Αντίφαση παρατηρήθηκε και ως προς το λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ενώ ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω του ότι δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του και εάν το έπραττε θα κινδύνευε, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Κληθείς να σχολιάσει δήλωσε ασυνεπώς, ως κρίθηκε, ότι έπρεπε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ερωτηθείς δε τον λόγο που ολοκλήρωσε τις σπουδές του ενώ φοβόταν τους αυτονομιστές, ανέφερε ότι είχε σχεδόν ολοκληρωμένες τις σπουδές του προτού απήχθη.
Κατόπιν των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι υπάρχουν κενά και συνεπώς τα λεγόμενα του αιτητή στερούνται εσωτερικής συνοχής. Ακολούθως, κατά την εξέταση της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, κατόπιν παράθεσης πληροφοριών (ΠΧΚ) και χωρίς να παραθέτουν την αιτιολόγηση του τελικού τους ευρήματος, κατέληξαν ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Buea, Southwest Region), λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, αναφορικά με το πρόβλημα υγείας (έχει διαγνωσθεί με Ηπατίτιδα Β), ήταν κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, με αναφορά και σε πληροφορίες που εντοπίστηκαν (ΠΧΚ), ότι αυτός δεν αναμένεται να στερηθεί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο Καμερούν και αφετέρου, σχετικές δε ΠΧΚ στις οποίες ανέτρεξαν, δεν δεικνύουν υψηλό βαθμό αδιάκριτης βίας στον τόπο διαμονής του.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στην προσφυγή τίθεται πλήθος νομικών σημείων εκ των οποίων πολλά προωθούνται και αναπτύσσονται στην αγόρευση του αιτητή που ακολούθησε.
Στην πλούσια και εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, κατόπιν παραπομπών στο οικείο νομικό πλαίσιο, νομοθεσία και βιβλιογραφία, αλλά και με πλήθος αναφορών στους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω ενδελεχής και εξατομικευμένη εξέταση των όσων ο αιτητής ανέφερε, τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή είναι εδώ λανθασμένα και προϊόν μη δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητα, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα όσα ο αιτητής ανέφερε συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) τις οποίες και παραθέτει, τα οποία καταδεικνύουν περαιτέρω ότι υφίσταται εδώ, δεδομένης και της προηγούμενης δίωξης του αιτητή (σύμφωνα με τα λεγόμενα του), η οποία – ως περαιτέρω αναφέρεται – οφείλεται σε αποδιδόμενες σ’ αυτόν πολιτικές απόψεις (ήτοι στο ότι αυτός ήταν ενάντια στον αγώνα των αποσχιστών, με τη συνέχιση φοίτησης του), ότι ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή και σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του. Ως τέλος αναφέρεται, δεν έγινε εν προκειμένω αξιολόγηση κινδύνου σε μελλοντοστραφή βάση και δεν εξετάστηκαν οι ανάγκες προσφυγικού ή και συμπληρωματικής προστασίας αλλά ούτε και το κατά πόσο η επιστροφή του αιτητή συνιστά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Επί της διαδικασίας αναφέρεται ότι δεν παρίστατο στη συνέντευξη διερμηνέας και δεν προκύπτει αν ο λειτουργός που διενήργησε τη συνέντευξη διαθέτει την απαραίτητη κατάρτιση και εκ τούτου ο αιτητής στερήθηκε του δικαιώματος σε ακρόαση.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω δε αναφέρουν, δια παραπομπών στους ισχυρισμούς του αιτητή στην επίδικη συνέντευξη, ότι η επίδικη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή και εισηγούνται ότι ουδέν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου που να ανατρέπει τα ως άνω.
Δεδομένου ότι οι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας», εφόσον ο έλεγχος ουσίας (και ορθότητας της επίδικης απόφασης) τελείται σε κάθε περίπτωση [βλ. αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Σημειώνω προτού προχωρήσω ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την μη παροχή διερμηνέα στη συνέντευξη, την μη δέουσα κατάρτιση στην αγγλική του λειτουργού που διενέργησε τη συνέντευξη (και στέρηση του δικαιώματος ακρόασης) δεν εντοπίζω να δικογραφούνται στα νομικά σημεία της προσφυγής.
Σε κάθε περίπτωση αξίζει να σημειωθούν και τα εξής επί τούτου.
Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ.1694/11, Noel De Silva v. Δημοκρατίας, ημ.07/02/14, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τον αιτητή ότι ο διερμηνέας, τον οποίο οι καθ'ων η αίτηση επέλεξαν, δεν γνώριζε τη μητρική του γλώσσα ή δεν μετέφραζε ορθώς τα όσα είχαν διαμειφθεί κατά τη συνέντευξη.
Ούτε στο φάκελο υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να δημιουργεί αμφιβολίες για την ικανότητα ή ακεραιότητα του μεταφραστή, τις ικανότητες του οποίου ο αιτητής ουδόλως αμφισβήτησε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Στα συγκεκριμένα έγγραφα, ο αιτητής υπέγραψε δήλωση ότι, όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται είναι αληθινές και ότι αντιλαμβάνεται το ερωτηματολόγιο και τις αντίστοιχες απαντήσεις. Στη συνέχεια βεβαιώνει, ότι έχει καταγραφεί αντικατοπτρίζει επακριβώς τη δήλωσή του. Συνεπώς το επιχείρημα αυτό δεν έχει έρεισμα».
Στο αρ.17 (9) (γ) του Νόμου αναφέρεται ότι κατά τη συνέντευξη επιλέγεται «διερμηνέα[ς] ικανό[ς] να διασφαλίζει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού που διεξάγει τη συνέντευξη» και πως «η επικοινωνία διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο αιτητής, εκτός εάν υπάρχει άλλη γλώσσα την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει με σαφήνεια». Στο αρ.18 (1) γίνεται αναφορά περί «αναγκαίου διερμηνέα».
Από μια απλή ανάγνωση των ως άνω προνοιών της νομοθεσίας καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης, σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές οδηγίες, των οποίων τα ως άνω άρθρα αποτελούν την μεταφορά τους στην εθνική νομοθεσία, θέλει να διασφαλίσει την ύπαρξη δέουσας επικοινωνίας του αιτητή με τον διεξάγοντα την συνέντευξη λειτουργό. Εδώ, με δεδομένο ότι ο αιτητής είχε δηλώσει την αγγλική ως μητρική του γλώσσα (ερ.3), αλλά και του ότι σε κανένα σημείο της συνέντευξης δεν εξέφρασε την παραμικρή αμφιβολία για την ικανότητα του λειτουργού να επικοινωνεί μαζί του στην γλώσσα αυτή και ούτε εξέφρασε αδυναμία αντίληψης των διαμειφθέντων κατά τη συνέντευξη, ουδεμία αμφιβολία γεννάται για την ποιότητα επικοινωνίας κατά τη συνέντευξη. Το γεγονός δε ότι εν προκειμένω ο διενεργών τη συνέντευξη είναι και το πρόσωπο που εκτελούσε χρέη διερμηνέα ουδόλως διαφοροποιεί τα ως άνω και ούτε δύναται να θεωρηθεί παράβαση της οικείας νομοθεσίας.
Δεδομένων των ως άνω οι ισχυρισμοί περί μη δέουσας κατάρτισης του λειτουργού που διενέργησε την επίδικη συνέντευξη και μη γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, στην απουσία περί του αντίθετου μαρτυρίας, δεδομένου και του ότι το τεκμήριο της κανονικότητας της διαδικασίας παραμένει ακλόνητο, δεν μπορεί παρά να απορριφθούν ως ατεκμηρίωτοι [βλ. Κόκκινου ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 263 και Kousoulides & Others v. Republic (1967) 3 C.L.R. 438].
Προχωρώ με την αξιολόγηση των ενώπιον στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς αναφέρονται στα ερ.114-118, ως και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται, με ορισμένες προσθήκες αναφορικά με την αιτιολόγηση του ευρήματος περί αναξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αμέσως πιο κάτω θα εξηγήσω (ως επιβεβαιώθηκε στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, «ο έλεγχος ουσίας […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία»).
Εν προκειμένω είναι κατάληξη μου ότι το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και σε κανένα σημείο των λεγομένων του σε σχέση τόσο σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό απαγωγή του από Ambazonians, την κράτηση του απ’ αυτούς, την καταβολή λύτρων, την απελευθέρωση του, τις απειλές που δέχθηκε από συγκεκριμένο άτομο, τον χρόνο και τον τρόπο που έγιναν αυτές, το περιστατικό με τον πυροβολισμό που δέχθηκε ο αδελφός του, αλλά και όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν αυτών, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο.
Υιοθετώντας τα όσα καταγράφονται στην επίδικη έκθεση αναφορικά με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού καταλήγω ότι επί όλων των πτυχών του αφηγήματος του οι ισχυρισμοί που παρέθεσε ο αιτητής υπολείπονταν κατά πολύ μιας πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή και να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει, εκ του οποίου και διαβρώνεται σημαντικά η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, σε σημείο που οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος ευλογοφάνειας, λεπτομερειών.
Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως και ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, παρά μόνο να σημειώσω ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο για την κράτηση του τόσο από τους Ambazonians, το τι έγινε κατά τον χρόνο εκείνο, που κρατήθηκε, πως πληρώθηκαν τα λύτρα, με ποιον τρόπο η μητέρα του επικοινωνούσε με τους αυτονομιστές, πότε έγινε το περιστατικό με τον αδελφό του και πως δέχθηκε απειλές από το πρόσωπο το οποίο κατονόμασε.
Επί της εξωτερικής συνοχής θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής.
Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]
Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]
Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6], ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7]. Επί τούτου καταγράφεται ότι «[σ]τις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].
Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:
«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]
Έκθεση του Βρετανικού Home Office (Δεκέμβριος 2020) αναφέρει ότι οι αυτονομιστικές ομάδες ανακοίνωσαν μποϊκοτάζ στα σχολεία. Μέχρι τα μέσα του 2019 πάνω από το 80% των σχολείων παρέμειναν κλειστά, κυρίως λόγω βίας εναντίον δασκάλων και επιθέσεις σε σχολικά κτίρια από ένοπλους αυτονομιστές. Περίπου 850.000 παιδιά έχουν στερηθεί την εκπαίδευση για τα τρία τελευταία σχολικά έτη[11]. Από την ίδια πηγή διασταυρώνεται ότι η επακόλουθη σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και μιας σειράς από ομάδες ένοπλων ανταρτών έχει επιφέρει εκτεταμένες καταχρήσεις εναντίον αμάχων. Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν κατηγορηθεί για βασανιστήρια, εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και πυρπόληση χωριών, ενώ αποσχιστικές ομάδες προέβησαν σε δολοφονίες, απαγωγές, ακρωτηριασμούς και επιθέσεις σε σχολεία και δασκάλους. [12]
Ο Παγκόσμιος Συνασπισμός για την Προστασία της Εκπαίδευσης από Επιθέσεις, σε έκθεσή του 2020 σχετικά με το Καμερούν καταγράφει έξαρση επιθέσεων σε μαθητές σχολείων και πανεπιστημίων, στο προσωπικό καθώς και στις εκπαιδευτικές υποδομές των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών του Καμερούν κατά την περίοδο 2017-2019, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό, θάνατο ή κράτηση τουλάχιστον 560 φοιτητών σχολείων και πανεπιστημίων, αλλά και εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα.[13]
Εκ των ως άνω ΠΧΚ καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής περί διώξεως του αγγλόφωνου πληθυσμού από τους αποσχιστές, αδιακρίτως ασκούμενης βίας στα πλαίσια συγκρούσεων των κυβερνητικών δυνάμεων με αποσχιστές και στοχοποιήσεις καθηγητών και μαθητών/φοιτητών σε σχολεία/πανεπιστήμια σε αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες καταγράφουν μια έκρυθμη κατάσταση, με συχνές ένοπλες συγκρούσεις και με σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις μαχόμενες πλευρές.
Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του, ως ανωτέρω – με αναφορές και στην επίδικη έκθεση – λεπτομερώς εξηγείται, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες - επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που ο αιτητής εδώ περιγράφει λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό από μόνο του ώστε να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. και ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως εξάλλου στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.».
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Buea-Southwest Region).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 07/10/26) στη Νοτιοδυτική Επαρχία, καταγράφηκαν 1.698 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political Violence” περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, εξεγέρσεις, μάχες, διαμαρτυρίες) και 826 θάνατοι. Κατά το ίδιο διάστημα στην Buea καταγράφηκαν 43 περιστατικά ασφαλείας και προκλήθηκαν 5 θάνατοι. [14], [15], [16], [17] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[18], της δε πόλης Buea περί τις 90.000. [19]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής του αιτητή είναι η πόλη Buea, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[20] (βλ. CF and DN, ΔΕΕ) και λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης του αφηγήματος του περί δίωξης. Επί τούτου θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ΠΧΚ που παρατίθενται στην αγόρευση του αιτητή αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση στο Καμερούν δεν διαφοροποιούν την εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία που παρατίθενται πιο πάνω (αναφορικά με τα επίπεδα αδιάκριτης βίας στον τόπο διαμονής του – Buea) και συνεπώς δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την ως άνω κατάληξη μου.
Επί των ως άνω αξίζει θεωρώ να σημειωθούν και τα εξής καθοδηγητικά, σχετικά με την εφαρμογή του αρ.15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως λέχθηκαν στην απόφαση του ΔΕΕ C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39:
«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Ενόψει και της ως άνω νομολογίας συνυπολογίζω εν προκειμένω ότι ο αιτητής είναι περί των 33 ετών σήμερα, με πανεπιστημιακή μόρφωση, διαθέτει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έζησε αρκετά χρόνια στην Buea και διατηρεί εκεί εκτενές οικογενειακό δίκτυο (θείους, θείες στην Buea και πατέρα, μητέρα, αδελφούς και αδελφή εντός της ευρύτερης νοτιοδυτικής περιοχής, ερ.37 – 1Χ, 2Χ, 3Χ).
Τα ως άνω επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ο αιτητής, κατά την επιστροφή του, αναμένεται να λάβει – έστω προσωρινά – στήριξη ή και στέγαση από την οικογένεια του, τουλάχιστον μέχρι αυτός ορθοποδήσει και βιοποριστεί, εκ των οποίων και δεικνύεται ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών ή και να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο ευλόγως προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική με τούτο αυθεντία[21] του ΕΔΑΔ περιγράφονται.
Σχετικά τώρα με τους λόγους υγείας που αφορούν τον αιτητή (είναι φορέας Ηπατίτιδας Β), σημειώνοντας κατ’ αρχή ότι, ως ο ίδιος ανέφερε κατά την επίδικη συνέντευξη, είναι ασυμπτωματικός και αναμένει ότι θα λάβει (αν χρειαστεί) θεραπεία στο Καμερούν (ερ.39) και ουδέν περαιτέρω επί τούτου προσθέτει ή αναφέρει στα πλαίσια της παρούσης, κρίνω σκόπιμο, δεδομένου και του ότι επ’ αυτού καταγράφονται πλήθος στοιχείων στην επίδικη έκθεση (ερ.110-112), να καταγράψω και τα εξής.
Σχετικά με την εξέταση λόγων υγείας στα πλαίσια της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», του EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«[Σ]την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M’Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»
Εκ των ως άνω προκύπτει ότι, χωρίς να συνυπάρχει το απαραίτητο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης», δεν δύναται, χωρίς να καταδειχθεί σχετικός φορέας σοβαρής βλάβης εκ του οποίου ο αιτητής κινδυνεύει να υποστεί την προβλεπόμενη στο αρ.15 (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 σοβαρή βλάβη, να αποδοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη βάση μόνο λόγων υγείας (βλ. ΔΕΕ, C-542/13, M’Bodj, ημ.18/12/14).
Εδώ ελλείπει το απαιτούμενο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» και - κατ’ επέκταση - ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης στη βάση των όσων αναφέρει ο αιτητής και κατ’ επέκταση δεν προκύπτει λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας στη βάση αυτή.
Στη βάση τώρα της αρχής της μη επαναπροώθησης (αρ.3 ΕΣΔΑ), ως και στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».
Στη σχετική αυθεντία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16, λέχθηκαν τα εξής:
«181. The Court concludes from this recapitulation of the case-law that the application of Article 3 of the Convention only in cases where the person facing expulsion is close to death, which has been its practice since the judgment in N. v. the United Kingdom, has deprived aliens who are seriously ill, but whose condition is less critical, of the benefit of that provision. As a corollary to this, the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not provided more detailed guidance regarding the “very exceptional cases” referred to in N. v. the United Kingdom, other than the case contemplated in D. v. the United Kingdom.
[…]
183. The Court considers that the “other very exceptional cases” within the meaning of the judgment in N. v. the United Kingdom (§ 43) which may raise an issue under Article 3 should be understood to refer to situations involving the removal of a seriously ill person in which substantial grounds have been shown for believing that he or she, although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy. The Court points out that these situations correspond to a high threshold for the application of Article 3 of the Convention in cases concerning the removal of aliens suffering from serious illness. »
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία αιτητή, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις (very exceptional circumstances), όπου δεικνύεται, με το βάρος απόδειξης συνδρομής τους να είναι στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι ο αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας δε της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής.
Ουδέν αναφέρθηκε εν προκειμένω από τον αιτητή που να πληροί τα ως άνω κριτήρια της οικείας νομολογίας και να καθιστά τυχόν επιστροφή του ως κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Δεν προκύπτει λοιπόν εδώ ανάγκη προστασίας, ούτε σ’ αυτή τη βάση, λαμβανομένου υπόψη άλλωστε του ότι ουδέν αναφέρει επί τούτου ο αιτητής στα πλαίσια της παρούσης, όταν δε ρωτήθηκε σχετικώς κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι δεν αναμένει να στερηθεί ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (αν και εφόσον χρειαστεί). Πρέπει δε να σημειωθεί τέλος ότι, ως και στα ερ.110-112 καταγράφεται, παρότι φαίνεται ότι το κόστος θεραπείας είναι υψηλό, στο Καμερούν διατίθεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε άτομα με Ηπατίτιδα Β, ως σε σχετικές ΠΧΚ αναφέρεται.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στο αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)
[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/
[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html
[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/
[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[11] Home Office, Country Policy and Information Note Cameroon: North-West/South-West crisis, December 2020, διαθέσιμο σε https://www.justice.gov/eoir/page/file/1345186/download, pp 8, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)
[12] Όππ, pp 19
[13] Global Coalition to Protect Education from Attack, Education Under Attack, Country Profiles, Cameroon, 2020, διαθέσιμο σε https://protectingeducation.org/wp-content/uploads/eua_2020_cameroon.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)
[14] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (All events, Past Year), Latest update: 07/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/120 [ημερ. πρόσβασης 19/10/2026]
[15] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (All fatalities, Past Year), Latest update: 07/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/120 [ημερ. πρόσβασης 07/10/2026]
[16] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (All events, Past Year), Latest update: 07/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/120 (map with events) [πρόσβαση 19/10/2026]
[17] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (All fatalities, Past Year), Latest update: 07/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/120 (map with fatalities) [πρόσβαση 19/10/2026]
[18] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[19] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information (πρόσβαση 26-01-26)
[20] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[21] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο