ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1236/24
22 Οκτωβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.M.K
Αιτήτριας,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Κ. Σάββα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 28.2.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής του.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: η ΛΔΚ). Εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές και περί τις 11.11.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 19.2.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας αναφορικά με το αίτημά της για διεθνή προστασία από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος αυθημερόν, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 28.2.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 28.3.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Η Αιτήτρια, διά της συνηγόρου της, με το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής προσκόμισε επτά φωτογραφίες, συνοδευόμενες από ένορκη δήλωσή της, στην οποία αναφέρει ότι απεικονίζονται τα εγκαύματα που φέρει. Διά της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της, η Αιτήτρια προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου και ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής της, θα έπρεπε να είχε αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ή, επικουρικώς, να της είχε αναγνωριστεί καθεστώς δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
3. Προβάλλει εξάλλου ότι αποτελεί ευάλωτο πρόσωπο και ότι, κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής της, δεν της παρασχέθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Υποστήριξε ότι οι παραλείψεις αυτές είχαν ουσιαστικό αντίκτυπο αξιολόγηση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.
4. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της επίδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, χωρίς να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη, και παραπέμπουν προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους στα επιμέρους ευρήματα της διοικητικής διαδικασίας.
5. Με τη συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση, η Αιτήτρια, διά της συνηγόρου της, επανέλαβε τους ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς της.
Το νομικό πλαίσιο
6. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
7. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
8. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
9. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
10. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
11. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
12. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
13. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
14. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
15. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
16. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
17. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
18. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
Κατάληξη
19. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς της και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
20. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
21. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
22. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνεται ότι κατά την καταγραφή της αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της. Πρόσθεσε ότι ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου σκοτώθηκε από ομάδα ένοπλων ατόμων. Τέλος, ανέφερε ότι δεν αισθάνεται ασφαλής στη χώρα καταγωγής της και ότι φοβάται για τη ζωή της.
23. Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείσα το 1995 στην Kinshasa, όπου διέμενε έως την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής, με εξαίρεση την περίοδο 2018-2020, κατά την οποία διέμενε στην περιοχή Ituri. Δήλωσε ότι είναι άγαμη και άτεκνη, ότι είναι χριστιανή καθολική στο θρήσκευμα και ότι ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά. Αναφορικά με την οικογένειά της, δήλωσε ότι ο πατέρας, η μητέρα και ένας εκ των αδελφών της απεβίωσαν τον Μάιο του 2018, ενώ έκτοτε δεν γνωρίζει που βρίσκονται τα λοιπά τρία αδέλφια της. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα, δήλωσε ότι δεν είχε εργαστεί στη χώρα καταγωγής (ερ. 42-38).
24. Αναφορικά με το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 23.11.2021 από το αεροδρόμιο της Kinshasa, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της και φοιτητικής θεώρησης εισόδου, και ότι, μέσω Τουρκίας, εισήλθε αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και, ακολούθως, εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 37).
25. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον Μάιο του 2018, ο πατέρας της, S.K., ο οποίος ήταν λοχαγός στις Ένοπλες Δυνάμεις της ΛΔΚ (FARDC), μετατέθηκε σε στρατιωτική μονάδα στην επαρχία Ituri με σκοπό την ασφάλεια της περιοχής North Kivu. Ως εκ τούτου, ολόκληρη η οικογένεια ταξίδεψε μαζί του, συμπεριλαμβανομένων της μητέρας της, της ιδίας και των τεσσάρων αδελφών της, και εγκαταστάθηκαν σε κατάλυμα εντός στρατιωτικού καταυλισμού που τους είχε παραχωρηθεί στην Ituri. Ανέφερε ότι μία Πέμπτη του Μαΐου 2018 ο πατέρας της αναχώρησε μαζί με άλλους στρατιωτικούς για περιοχή όπου δρούσαν ένοπλες ομάδες και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια συγκρούσεων. Πρόσθεσε ότι την ίδια ημέρα ένοπλες ομάδες έφθασαν στην αγορά και άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν η μητέρα και ο μικρότερος αδελφός της. Ακολούθως, ένας στρατιώτης και φίλος του πατέρα της, ο κ. Moguy, επέστρεψε στον καταυλισμό προκειμένου να ενημερώσει τη μητέρα της για τα γεγονότα και να τους προειδοποιήσει να εγκαταλείψουν τον καταυλισμό πριν δεχθεί επίθεση από την πολιτοφυλακή. Όταν η Αιτήτρια τον ενημέρωσε ότι η μητέρα της είχε ήδη αναχωρήσει μαζί με τον μικρότερο αδελφό της, εκείνος της είπε ότι δεν ήταν ασφαλές να παραμείνουν εκεί και τους μετέφερε στην οικία του. Όταν η κατάσταση βελτιώθηκε, ενημερώθηκαν ότι η μητέρα και ο μικρότερος αδελφός της είχαν αποβιώσει. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι παρέμεινε στην οικία του φίλου του πατέρα της για περίπου δύο εβδομάδες, οπότε εκείνος ενημέρωσε τους τρεις αδελφούς της ότι δεν μπορούσε πλέον να τους φροντίζει. Ένα πρωί διαπίστωσε ότι οι αδελφοί της είχαν φύγει και δήλωσε ότι μέχρι σήμερα αγνοεί την τύχη τους. Επιπλέον, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην οικία του φίλου του πατέρα της υπέστη δύο φορές σεξουαλική κακοποίηση από τον ίδιο. Κατά το δεύτερο περιστατικό, η σύζυγός του επέστρεψε στην οικία και τον είδε να εξέρχεται από το δωμάτιό της χωρίς ρούχα. Όταν η Αιτήτρια της εξήγησε ότι είχε εξαναγκαστεί σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή της, εκείνη δεν την πίστεψε και την κατηγόρησε ότι προσπαθούσε να της πάρει τον σύζυγο. Πρόσθεσε ότι από εκείνη την ημέρα η σύζυγος του φίλου του πατέρα της άρχισε να την κακομεταχειρίζεται, αντιμετωπίζοντάς την ως υπηρέτρια και αναγκάζοντάς την να εκτελεί όλες τις οικιακές εργασίες, ξυπνώντας καθημερινά στις τέσσερις το πρωί. Ανέφερε ακόμη ότι μία ημέρα, επειδή δεν αισθανόταν καλά, αποκοιμήθηκε χωρίς να πλύνει τα ρούχα που της είχαν ανατεθεί και η σύζυγος του φίλου του πατέρα της της έριξε καυτό νερό, προκαλώντας της εγκαύματα στην κοιλιακή χώρα. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι μεταφέρθηκε από τον φίλο του πατέρα της σε στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν στην τρίτη εβδομάδα εγκυμοσύνης συνεπεία του βιασμού. Επειδή το έμβρυο είχε επηρεαστεί, οι ιατροί προχώρησαν σε διακοπή της κύησης και η ίδια παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι την ανάρρωσή της. Πρόσθεσε ότι ένας ιατρός τη συμβούλεψε να μην επιστρέψει στην οικία όπου διέμενε και της συνέστησε να μεταβεί στην Kinshasa. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετέβη στην περιοχή Selembao, στην πατρική οικία όπου διέμενε η γιαγιά της. Ενώ διέμενε εκεί, άγνωστα πρόσωπα εισέβαλαν μία νύχτα στην οικία, ωστόσο, με τη βοήθεια των γειτόνων αποχώρησαν, καθώς η ίδια δεν είχε ακόμη αναρρώσει από τη χειρουργική επέμβαση και εξακολουθούσε να αιμορραγεί. Ακολούθως, φιλοξενήθηκε από έναν ιερέα μέχρι να αναρρώσει. Πρόσθεσε ότι άγνωστα πρόσωπα εισέβαλαν για δεύτερη φορά στην οικία της γιαγιάς της, ενώ η ίδια απουσίαζε. Επειδή η γιαγιά της ενημέρωσε τον ιερέα ότι αναγνώρισε ορισμένα από τα πρόσωπα που είχαν εισβάλει στην οικία, αποφασίστηκε να μετεγκατασταθεί και φιλοξενήθηκε από άλλον ιερέα στην περιοχή Ngiri-Ngiri. Τέλος, δήλωσε ότι ενημερώθηκε πως η γιαγιά της είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο σε πολύ σοβαρή κατάσταση, παρουσιάζοντας αιματηρούς εμετούς, και ότι, ενώ η ίδια βρισκόταν ακόμη στη χώρα καταγωγής της, πληροφορήθηκε πως η γιαγιά της είχε αποβιώσει. Ακολούθως, με τη βοήθεια του ιερέα, αναχώρησε για την Κύπρο προκειμένου να απομακρυνθεί από τη συγκεκριμένη γυναίκα (ερ. 37-36).
26. Αναφορικά με τον φόβο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως η σύζυγος του φίλου του πατέρα της θα τη σκοτώσει (ερ. 36).
27. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας και (β) τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από γυναίκα η οποία θεωρεί ότι η Αιτήτρια κοιμήθηκε με τον σύζυγό της.
28. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι η Αιτήτρια παρείχε ακριβείς και επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε.
29. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη γυναίκα που, κατά τους ισχυρισμούς της, επιδίωκε να τη σκοτώσει, καθώς δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ως προς την ταυτότητά της, παρά το γεγονός ότι αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει τουλάχιστον βασικές πληροφορίες, λόγω του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο συμβίωσαν. Επιπλέον, ως αντιφατικές κρίθηκαν οι δηλώσεις της ως προς τον χρόνο έκδοσης του διαβατηρίου της, τον χρόνο εξαφάνισης των αδελφών της, τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το περιστατικό κατά το οποίο η σύζυγος του φίλου του πατέρα της της έριξε καυτό νερό, καθώς και ως προς τον χρόνο επιστροφής της στην Kinshasa και τις περιοχές στις οποίες διέμεινε. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός της.
30. Βάσει του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, κρίθηκε ότι πρόκειται για νεαρής ηλικίας ενήλικη γυναίκα, με ικανοποιητικό επίπεδο μόρφωσης, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ενώ ως τόπος επιστροφής λήφθηκε υπόψη η περιοχή Selembao της Kinshasa, όπου η Αιτήτρια διέμενε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και διατηρεί οικογενειακή οικία.
31. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, κατά την έννοια του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως του 2023, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(1)(α) και (β) των ιδίων νόμων. Περαιτέρω, έκριναν ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του ιδίων νόμων, καθόσον στην Kinshasa, παρότι καταγράφονται περιορισμένα περιστατικά ένοπλης βίας, δεν πιθανολογείται ότι η Αιτήτρια, λόγω και μόνης της παρουσίας της στην περιοχή, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης συνεπεία αδιάκριτης βίας. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησής της και την έκδοση απόφασης επιστροφής.
32. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε λόγους παραβίασης διαδικαστικών εγγυήσεων και πλημμελούς έρευνας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στο πλαίσιο της προσφυγής προσκομίστηκε ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, καθώς και φωτογραφικό υλικό, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της ότι κινδυνεύει από τη σύζυγο του ατόμου που την κακοποίησε σεξουαλικά, η οποία φέρεται να της έριξε καυτό νερό, προκαλώντας της εγκαύματα. Υποβλήθηκε περαιτέρω ότι η Αιτήτρια κυοφορούσε κατά τον χρόνο του περιστατικού και ότι απώλεσε την κύηση συνεπεία αυτού. Αναφέρθηκε επίσης ότι οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες απεικονίζουν την ίδια και συνδέονται, κατά τους ισχυρισμούς της, με τα γεγονότα που περιγράφει.
33. Περαιτέρω, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι προβάλλεται αυτοτελώς ζήτημα αναπηρίας, καθόσον η Αιτήτρια φέρει μόνιμα σημάδια στο σώμα της από τα εγκαύματα, και ότι το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να είχε εξεταστεί υπό το πρίσμα της ιδιότητάς της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Η συνήγορος υποστήριξε επίσης ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να εξετάσουν και τον κίνδυνο μελλοντικής σεξουαλικής βίας, καθώς και ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε φόβο αποκλειστικά έναντι του προσώπου που τη βίασε, αλλά ότι η εν λόγω πτυχή θα έπρεπε να είχε διερευνηθεί περαιτέρω σε συνάρτηση με την ευαλωτότητά της. Περαιτέρω, υποβλήθηκε ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την αναγνώριση και εξέταση ευάλωτων προσώπων.
34. Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αναφέρθηκε ότι ο βιασμός έλαβε χώρα στις 16 Αυγούστου 2019, ενώ σε άλλο σημείο γίνεται αναφορά στην 17η Αυγούστου 2019, και ότι το περιστατικό έλαβε χώρα κοντά στην Kinshasa. Υποβλήθηκε ότι η Αιτήτρια παρέμεινε για περίπου τρεις μήνες στην οικία του δράστη και ότι στη συνέχεια η σύζυγός του τής έριξε ζεματιστό νερό, προκαλώντας της εγκαύματα. Ακολούθως μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος και ότι η κύηση είχε επηρεαστεί. Αναφέρθηκε ότι δεν κατέστη δυνατό να προσκομιστούν ιατρικά έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών της, με τη συνήγορο να υποβάλλει ότι, λόγω του τρόπου διαφυγής της από τη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τα εξασφαλίσει και ότι η αποδεικτική αξία εντοπίζεται στις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, απεικονίζουν την κοιλιακή χώρα της μετά τα επίδικα περιστατικά.
35. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι η Αιτήτρια μετέβη στην οικία της γιαγιάς της στην Kinshasa, όπου δέχθηκαν δύο επιθέσεις από άγνωστα πρόσωπα, τα οποία η ίδια συνδέει με τα προηγούμενα περιστατικά. Υποβλήθηκε ότι παρέμεινε περίπου έναν μήνα στο νοσοκομείο και στη συνέχεια για λίγες ημέρες με τη γιαγιά της, η οποία ακολούθως τη μετέφερε σε εκκλησία, όπου φιλοξενήθηκε από πάστορα για περίπου έναν μήνα, προτού τελικά αναχωρήσει για την Κυπριακή Δημοκρατία. Αναφέρθηκε ότι το πρώτο περιστατικό επίθεσης έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2020 και το δεύτερο τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ μετά τον Μάρτιο του 2020 απεβίωσε η γιαγιά της.
36. Οι Καθ’ ων η αίτηση, από την πλευρά τους, υποστήριξαν ότι στον διοικητικό φάκελο δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραπομπή για ιατρική εξέταση ή αξιολόγηση ευαλωτότητας και ότι η θέση τους είναι πως η αρμόδια λειτουργός δεν έκρινε αναγκαία τη διενέργεια τέτοιας εξέτασης. Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, επισημάνθηκε ότι κατά τη συνέντευξη και την αφήγηση της Αιτήτριας εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, οδήγησαν στην απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της ως μη αξιόπιστου. Τέλος, αναφέρθηκε ότι ζητήθηκε από τη συνήγορο της Αιτήτριας να προσκομίσει τυχόν ιατρικά πιστοποιητικά προς υποστήριξη των ισχυρισμών της αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που επικαλείται.
37. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία της 14.10.2026, η Αιτήτρια κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, τις συνθήκες διαβίωσής της πριν από την αναχώρησή της, το οικογενειακό και υποστηρικτικό της δίκτυο, καθώς και την προσωπική της κατάσταση.
38. Ειδικότερα, ερωτηθείσα αναφορικά με τον τελευταίο τόπο διαμονής της στη ΛΔΚ, ανέφερε ότι, πριν από την αναχώρησή της, διέμενε στην περιοχή Kiri Kiri, όπου είχε καταφύγει μετά την εγκατάλειψη της περιοχής Ituri. Διευκρίνισε ότι μετέβη στο Kiri Kiri περί τα τέλη του 2020 και παρέμεινε εκεί μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα, το 2021, φιλοξενούμενη σε εκκλησία την οποία προσδιόρισε ως St. Louis.
39. Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς της απεβίωσαν το 2018, όταν σκοτώθηκαν από αντάρτες στην περιοχή Ituri. Ειδικότερα, δήλωσε ότι ο πατέρας της υπηρετούσε στον στρατό σε διοικητική θέση και ότι η οικογένειά της βρισκόταν στην εν λόγω περιοχή λόγω της υπηρεσιακής του τοποθέτησης. Κατά τον χρόνο των γεγονότων, η ίδια βρισκόταν στην οικία τους, ενώ ο πατέρας της στην εργασία του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν διαθέτει πλέον οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.
40. Ως προς τα περιστατικά κακοποίησης που επικαλέστηκε, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από φίλο του πατέρα της, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τη βίασε δύο φορές, με αποτέλεσμα να μείνει έγκυος. Ανέφερε ότι η σύζυγος του εν λόγω προσώπου, όταν πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της, της επιτέθηκε ρίχνοντάς της καυτό νερό, προκαλώντας της εγκαύματα και την απώλεια της εγκυμοσύνης της, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, βρισκόταν στον τρίτο μήνα. Ερωτηθείσα ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα πιο πάνω περιστατικά, ανέφερε ότι οι βιασμοί ξεκίνησαν το 2019, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον μήνα της πρώτης κακοποίησης. Αναφορικά με την επίθεση με καυτό νερό, προσδιόρισε ως χρόνο τέλεσής της τον Αύγουστο του 2019. Κατά τη διάρκεια των διευκρινιστικών ερωτήσεων, κλήθηκε να εξηγήσει τη χρονική αλληλουχία των περιστατικών σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος κατά τον χρόνο της επίθεσης.
41. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η σύζυγος του φερόμενου δράστη εξακολούθησε να την απειλεί και απέστειλε εγκληματικά στοιχεία προς αναζήτησή της. Ανέφερε ότι, ενώ διέμενε στο Kiri Kiri, άτομα που την αναζητούσαν μετέβησαν δύο φορές στην εκκλησία όπου φιλοξενούνταν, χωρίς να καταφέρουν να την εντοπίσουν. Ερωτηθείσα πώς γνώριζε ότι τα εν λόγω πρόσωπα την αναζητούσαν, αναφέρθηκε στην παρουσία τους στην εκκλησία, καθώς και σε απειλητικό μήνυμα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είχε αποστείλει η συγκεκριμένη γυναίκα, δηλώνοντας ότι δεν θα σταματούσε μέχρι να τη σκοτώσει. Διευκρίνισε ότι το μήνυμα είχε αποσταλεί στον αριθμό τηλεφώνου της και ότι στη συνέχεια κατέστρεψε την κάρτα SIM.
42. Σε σχέση με τη γιαγιά της, ανέφερε ότι αυτή απεβίωσε το 2021, κατόπιν επίθεσης από εγκληματικά στοιχεία που, κατά τους ισχυρισμούς της, είχαν αποσταλεί από τη γυναίκα που την απειλούσε. Διευκρίνισε ότι πληροφορήθηκε τον θάνατό της από τον ιερέα που την προστάτευε, ο οποίος είχε ενημερωθεί μέσω της εκκλησιαστικής κοινότητας.
43. Αναφορικά με τη δυνατότητα προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ανέφερε ότι είχαν επιχειρήσει να απευθυνθούν στις αρμόδιες αρχές, χωρίς, ωστόσο, να ληφθεί οποιοδήποτε ουσιαστικό μέτρο προστασίας.
44. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσής της, δήλωσε ότι στη ΛΔΚ ήταν φοιτήτρια και ότι οι γονείς της κάλυπταν τις ανάγκες διαβίωσής της. Ανέφερε ότι το ταξίδι της προς την Κυπριακή Δημοκρατία χρηματοδοτήθηκε από τον ιερέα που τη βοήθησε να αναχωρήσει. Διευκρίνισε ότι παλαιότερα διατηρούσε επικοινωνία μαζί του, πλην όμως αυτή έχει πλέον διακοπεί, καθώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει στον αριθμό τηλεφώνου που διέθετε. Δήλωσε επίσης ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με συγγενείς, φίλους ή άλλα πρόσωπα στη χώρα καταγωγής της.
45. Ερωτηθείσα αναφορικά με την οικία στην οποία διέμενε η γιαγιά της, ανέφερε ότι επρόκειτο για ενοικιαζόμενη κατοικία και ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε μετά την αναχώρησή της. Ως προς την προσωπική και επαγγελματική της κατάσταση στη Δημοκρατία, ανέφερε ότι εργάζεται ως καθαρίστρια. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στα εγκαύματα που υπέστη συνεπεία της επίθεσης με καυτό νερό, καθώς και σε γυναικολογικά προβλήματα. Δήλωσε ότι παρακολουθείται από γυναικολόγο και λαμβάνει σχετική ιατρική φροντίδα. Αναφέρθηκε επίσης σε χειρουργική επέμβαση στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε υποβληθεί συνεπεία της εγκυμοσύνης της. Τέλος, ερωτηθείσα τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, επανέλαβε ότι εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο από τα πρόσωπα που την είχαν απειλήσει και ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη ΛΔΚ, καθώς θεωρεί ότι δεν θα είναι ασφαλής.
46. Η Αιτήτρια προσκόμισε, εξάλλου, στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και κατόπιν υπόδειξης του Δικαστηρίου, ιατρικό πιστοποιητικό αναφορικά με τις κακώσεις και ουλές που φέρει στο σώμα της. Στο εν λόγω πιστοποιητικό καταγράφεται το ιστορικό κακοποίησης που η Αιτήτρια ανέφερε στον εξετάσαντα ιατρό, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών της περί σεξουαλικής κακοποίησης από φίλο του πατέρα της, επακόλουθης εγκυμοσύνης, επίθεσης με καυτό νερό από τη σύζυγο του φερόμενου δράστη, καθώς και χειρουργικής επέμβασης για διακοπή της εγκυμοσύνης της. Περαιτέρω, καταγράφονται οι ισχυρισμοί της περί συνεχιζόμενων απειλών κατά της ζωής της και θανάτου της γιαγιάς της συνεπεία επίθεσης από πρόσωπα που την αναζητούσαν.
47. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε η παρουσία εκτεταμένης υπερχρωστικής κηλίδας με κατά τόπους ουλές στο αριστερό ήμισυ της κοιλιακής χώρας, μέχρι τη μεσότητα του αριστερού μαστού, διαστάσεων 45 × 38 εκ., καθώς και αντίστοιχης κηλίδας με ουλές στον αριστερό βραχίονα και τη μασχάλη, διαστάσεων 33 × 19 εκ. Σύμφωνα με τον εξετάσαντα ιατρό, τα ευρήματα αυτά είναι χαρακτηριστικά κακώσεων του δέρματος, όπως εκείνων που προκαλούνται από εγκαύματα. Επιπλέον, διαπιστώθηκε εγκάρσια γραμμοειδής ουλή μήκους 8 εκ. στην περιοχή της πυέλου, αντίστοιχη τομής τύπου Pfannenstiel, καθώς και ατρακτοειδής ουλή διαστάσεων 4 × 2 εκ. στον αριστερό μηρό. Στο πιστοποιητικό αναφέρεται επίσης ότι η Αιτήτρια εξακολουθεί να βιώνει αναμνήσεις των τραυματικών γεγονότων και να παρουσιάζει περιστασιακό άλγος στην περιοχή της χειρουργικής τομής, για το οποίο λαμβάνει αναλγητικά.
48. Καταληκτικά, ο εξετάσας ιατρός διαπιστώνει αντιστοιχία μεταξύ των αντικειμενικών ιατρικών ευρημάτων και των κακώσεων που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπέστη, εκτιμώντας, βάσει του ιστορικού που του παρέθεσε και της κλινικής εξέτασης, ότι φαίνεται να έχει υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, κακοποιητική συμπεριφορά, απειλές κατά της ζωής της και βιασμό.
49. Προχωρώντας στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, γίνεται δεκτό το εύρημα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
50. Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από την ταυτότητά της.
51. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας αφορά τα περιστατικά κακοποίησης που φέρεται να υπέστη μετά τον θάνατο των γονέων της, καθώς και τη μεταγενέστερη στοχοποίησή της από τη σύζυγο του προσώπου που, κατά τους ισχυρισμούς της, την κακοποίησε σεξουαλικά. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, μετά τον θάνατο των γονέων της τον Μάιο του 2018, μεταφέρθηκε μαζί με τους τρεις αδελφούς της στην οικία φίλου του πατέρα της, ο οποίος ήταν στρατιωτικός και διέμενε με τη σύζυγο και τα τέκνα του. Κατά τους ισχυρισμούς της, έπειτα από περίπου δύο εβδομάδες, το εν λόγω πρόσωπο ζήτησε από τους αδελφούς της να εγκαταλείψουν την οικία, επικαλούμενο έλλειψη χώρου, ενώ η ίδια παρέμεινε προκειμένου να βοηθά τη σύζυγό του στις οικιακές εργασίες. Έκτοτε, όπως ανέφερε, αγνοεί την τύχη των αδελφών της.
52. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην εν λόγω οικία υπέστη δύο βιασμούς από τον φίλο του πατέρα της, συνεπεία των οποίων έμεινε έγκυος. Κατά το δεύτερο περιστατικό, η σύζυγος του φερόμενου δράστη αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, πλην όμως δεν πίστεψε τις εξηγήσεις της Αιτήτριας και την κατηγόρησε ότι διατηρούσε σχέση με τον σύζυγό της. Έκτοτε, σύμφωνα με την αφήγησή της, η εν λόγω γυναίκα άρχισε να την κακομεταχειρίζεται, εξαναγκάζοντάς την να εκτελεί όλες τις οικιακές εργασίες. Ακολούθως, η κακομεταχείριση επιδεινώθηκε και, σε συγκεκριμένο περιστατικό, της έριξε καυτό νερό στο σώμα, προκαλώντας της εκτεταμένα εγκαύματα. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μεταφέρθηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε η εγκυμοσύνη της και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τη διακοπή της, καθώς, σύμφωνα με όσα της ανέφεραν οι ιατροί, το έμβρυο είχε επηρεαστεί από τα τραύματά της.
53. Ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, με τη συνδρομή ιατρού, εγκατέλειψε την περιοχή Ituri και μετέβη στην Kinshasa, όπου φιλοξενήθηκε αρχικά στην οικία της γιαγιάς της, στην περιοχή Selembao. Κατά τους ισχυρισμούς της, η σύζυγος του φίλου του πατέρα της εξακολούθησε να την αναζητεί, αποστέλλοντας πρόσωπα με σκοπό να τη σκοτώσουν. Ανέφερε ότι άγνωστα πρόσωπα εισέβαλαν δύο φορές στην οικία της γιαγιάς της και ότι, λόγω των περιστατικών αυτών, αναγκάστηκε να καταφύγει αρχικά σε εκκλησία στην περιοχή Bumbu και ακολούθως σε άλλη εκκλησιαστική εγκατάσταση στην περιοχή Ngiri-Ngiri. Υποστήριξε επίσης ότι η γιαγιά της υπέστη επίθεση από τα ίδια πρόσωπα και απεβίωσε συνεπεία των τραυμάτων της. Τέλος, ανέφερε ότι, με τη βοήθεια ιερέα, εξασφάλισε ταξιδιωτικά έγγραφα και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, φοβούμενη ότι η συγκεκριμένη γυναίκα εξακολουθούσε να επιδιώκει τον θάνατό της.
54. Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο παρατηρεί καταρχάς ότι η Αιτήτρια διατήρησε, κατά βάση, σταθερό τον κεντρικό πυρήνα της αφήγησής της αναφορικά με την αρχική κακοποίησή της. Ειδικότερα, τόσο κατά τη διοικητική όσο και κατά τη δικαστική διαδικασία, αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης από φίλο του πατέρα της, στη μεταγενέστερη εχθρική συμπεριφορά της συζύγου του και στην πρόκληση εγκαυμάτων από καυτό νερό. Οι σχετικές δηλώσεις της περιλαμβάνουν ορισμένες βιωματικές λεπτομέρειες, ιδίως ως προς τις συνθήκες των βιασμών, την αντίδραση της συζύγου του φερόμενου δράστη και τις περιστάσεις της επίθεσης με καυτό νερό.
55. Εντούτοις, από την αντιπαραβολή των δηλώσεών της προκύπτουν σημαντικές χρονικές ανακολουθίες. Ειδικότερα, κατά την προσωπική συνέντευξη η Αιτήτρια προσδιόρισε ως ημερομηνίες των δύο βιασμών τη 16η και 17η Αυγούστου 2019, ενώ τοποθέτησε και την επίθεση με καυτό νερό εντός του Αυγούστου 2019. Παράλληλα, όμως, ισχυρίστηκε ότι η επίθεση αυτή συνέβη όταν βρισκόταν ήδη στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της, η οποία, σύμφωνα με την ίδια, προέκυψε συνεπεία των δύο βιασμών. Η χρονική αυτή αλληλουχία παρουσιάζει προφανή ασυμβατότητα, καθόσον δεν είναι δυνατόν η εγκυμοσύνη να είχε προχωρήσει στον τρίτο μήνα εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο φέρεται να έλαβαν χώρα οι βιασμοί.
56. Σημειώνεται ότι η εν λόγω ανακολουθία επισημάνθηκε στην Αιτήτρια ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία, οπότε η ίδια αναγνώρισε ότι είχε υποπέσει σε λάθος, επαναλαμβάνοντας, ωστόσο, ότι βρισκόταν στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της όταν δέχθηκε την επίθεση με καυτό νερό. Αντίστοιχη αναφορά πραγματοποίησε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, χωρίς να αποσαφηνίσει τη χρονική σχέση μεταξύ των περιστατικών. Συνεπώς, η συγκεκριμένη ανακολουθία δεν ήρθη με τις μεταγενέστερες διευκρινίσεις της.
57. Περαιτέρω, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ως προς τη διάρκεια της παραμονής της στην οικία του φίλου του πατέρα της. Κατά τη διοικητική συνέντευξη ανέφερε ότι εγκαταστάθηκε στην εν λόγω οικία περί τα τέλη Μαΐου 2018 και παρέμεινε εκεί μέχρι τον Ιανουάριο του 2020. Εντούτοις, κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε αναφορά σε παραμονή περίπου τριών μηνών. Η διαφοροποίηση αυτή χρήζει συνεκτίμησης, στον βαθμό που η τελευταία αναφορά αποδίδει προσωπική δήλωση της Αιτήτριας, καθόσον αφορά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο φέρεται να έλαβαν χώρα τα περιστατικά κακοποίησης.
58. Παρά τις ανωτέρω ανακολουθίες, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη φύση των επικαλούμενων περιστατικών, τα οποία αφορούν σεξουαλική και σωματική βία. Η αξιολόγηση των σχετικών δηλώσεων δεν μπορεί να εξαντλείται στην απαίτηση απόλυτης ακρίβειας ως προς τις ημερομηνίες, ιδίως όταν πρόκειται για περιστατικά που ενδέχεται να συνδέονται με τραυματικές εμπειρίες. Ωστόσο, η φύση των περιστατικών δεν συνεπάγεται ότι κάθε χρονική αντίφαση στερείται αποδεικτικής σημασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι επισημανθείσες ανακολουθίες επηρεάζουν την ακρίβεια της περιγραφόμενης χρονικής αλληλουχίας, χωρίς, εντούτοις, να αναιρούν αυτομάτως τον σταθερό πυρήνα της αφήγησης περί παρελθούσας κακοποίησης, ο οποίος εξετάζεται περαιτέρω σε συνάρτηση με τα προσκομισθέντα ιατρικά στοιχεία.
59. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί μεταγενέστερης και συνεχιζόμενης στοχοποίησής της από τη σύζυγο του φερόμενου δράστη. Ως προς την πτυχή αυτή, παρατηρούνται ουσιώδεις ασυνέπειες αναφορικά με τη χρονική αλληλουχία των περιστατικών και των μετακινήσεών της. Ειδικότερα, κατά την προσωπική συνέντευξη ανέφερε αρχικά ότι μετέβη στην περιοχή Ngiri-Ngiri τον Απρίλιο του 2020, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο της ίδιας συνέντευξης τοποθέτησε τη μετακίνησή της τον Σεπτέμβριο του 2021. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, εξάλλου, ανέφερε ότι εγκαταστάθηκε στην περιοχή όπου φιλοξενήθηκε από την εκκλησία περί τα τέλη του 2020. Οι διαφοροποιήσεις αυτές αφορούν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους και δεν περιορίζονται σε μικρές αποκλίσεις ως προς την ανάκληση συγκεκριμένων ημερομηνιών.
60. Επιπλέον, η Αιτήτρια δήλωσε κατά την προσωπική συνέντευξη ότι η πρώτη επίθεση στην οικία της γιαγιάς της έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2020 και η δεύτερη τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μετά την οποία αποφασίστηκε η μετακίνησή της στην περιοχή Ngiri-Ngiri. Ωστόσο, σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης ανέφερε ότι παρέμεινε στην περιοχή Bumbu μόνο για δύο εβδομάδες πριν από την αναχώρησή της προς το Ngiri-Ngiri. Οι δηλώσεις αυτές δεν παρουσιάζουν σαφή χρονική συνοχή, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι η ίδια συνέδεσε τη μετακίνησή της με τη δεύτερη επίθεση στην οικία της γιαγιάς της.
61. Οι ανωτέρω ανακολουθίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθόσον οι διαδοχικές μετακινήσεις της Αιτήτριας αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της αφήγησής της περί συνεχιζόμενης δίωξης. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι αναγκάστηκε να μετακινείται από περιοχή σε περιοχή προκειμένου να αποφύγει τα πρόσωπα που την αναζητούσαν. Εντούτοις, οι σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον χρόνο και τη διάρκεια των μετακινήσεών της καθιστούν δυσχερή τη συγκρότηση μιας συνεκτικής χρονικής αλληλουχίας των επικαλούμενων περιστατικών και αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της συγκεκριμένης πτυχής της αφήγησής της. Τα δεδομένα αυτά είχαν ήδη διαπιστωθεί από τους Καθ’ ων η αίτηση με την Αιτήτρια να μην παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις κατά τη δικαστική διαδικασία, όπου της δόθηκε η δυνατότητα και όπου εκπροσωπούνταν και δια συνηγόρου.
62. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκώς συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς την ταυτότητα των προσώπων που φέρονται να την αναζητούσαν και τη σχέση τους με τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της. Κατά τη διοικητική συνέντευξη ανέφερε ότι συμπέρανε πως τα πρόσωπα αυτά είχαν αποσταλεί από τη συγκεκριμένη γυναίκα, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο αναφέρθηκε σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε η γιαγιά της κατά τη δεύτερη εισβολή στην οικία της. Ωστόσο, δεν είχε προσωπική αντίληψη του δεύτερου περιστατικού ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια πώς η φερόμενη διώκτριά της γνώριζε τα πρόσωπα αυτά ή πώς πληροφορήθηκε τον τόπο διαμονής της στην Kinshasa.
63. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Αιτήτρια αναφέρθηκε επιπροσθέτως σε απειλητικό μήνυμα που, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε αποσταλεί από τη συγκεκριμένη γυναίκα στον αριθμό τηλεφώνου της. Το στοιχείο αυτό δεν είχε προβληθεί με αντίστοιχη συγκεκριμενοποίηση κατά τη διοικητική συνέντευξη, παρά τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν αναφορικά με τις απειλές και τον τρόπο με τον οποίο γνώριζε ότι εξακολουθούσε να αναζητείται. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατέστρεψε την κάρτα SIM, με αποτέλεσμα να μην είναι διαθέσιμο το φερόμενο μήνυμα. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η αδυναμία προσκόμισης ενός τέτοιου στοιχείου δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, αναξιοπιστία. Εντούτοις, η μεταγενέστερη προβολή του, σε συνδυασμό με τις λοιπές ασάφειες ως προς τη συνεχιζόμενη στοχοποίησή της, συνεκτιμάται κατά τη συνολική αξιολόγηση.
64. Αντίστοιχα, ως προς τον ισχυριζόμενο θάνατο της γιαγιάς της, η Αιτήτρια δεν είχε προσωπική αντίληψη των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή φέρεται να τραυματίστηκε. Κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τα σχετικά γεγονότα από πρόσωπα της εκκλησιαστικής κοινότητας, μέσω του ιερέα που τη φιλοξενούσε. Επομένως, ακόμη και εάν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός περί θανάτου της γιαγιάς της, δεν προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι αυτός συνδέεται αιτιωδώς με τη φερόμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας από τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της.
65. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στο γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέμεινε στην Kinshasa για σημαντικό χρονικό διάστημα πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε νέο περιστατικό άμεσης σωματικής επίθεσης εναντίον της κατά το διάστημα της παραμονής της στην τελευταία εκκλησιαστική εγκατάσταση όπου φιλοξενούνταν. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει, από μόνο του, την ύπαρξη φόβου δίωξης, ιδίως εφόσον η Αιτήτρια υποστήριξε ότι παρέμενε κρυμμένη και περιόριζε τις μετακινήσεις της. Ωστόσο, συνεκτιμάται με τη γενικότητα των ισχυρισμών περί συνεχιζόμενων απειλών και την απουσία επαρκώς συγκεκριμένων πληροφοριών ως προς την ενεργό αναζήτησή της κατά το τελευταίο διάστημα παραμονής της στη χώρα.
66. Από τη συνολική αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των ισχυρισμών περί παρελθούσας κακοποίησης και εκείνων περί μεταγενέστερης, συνεχιζόμενης δίωξης. Ως προς τους πρώτους, παρά τις χρονικές ανακολουθίες, η αφήγηση της Αιτήτριας διατηρεί έναν κατά βάση σταθερό πυρήνα, ο οποίος ενισχύεται από την περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών και προσωπικών βιωμάτων. Αντιθέτως, ως προς τους ισχυρισμούς περί μεταγενέστερης στοχοποίησής της, οι σημαντικές χρονικές διαφοροποιήσεις, οι ασάφειες ως προς τη διαδοχή των γεγονότων και η αδυναμία επαρκούς συγκεκριμενοποίησης της σύνδεσης των φερόμενων επιθέσεων με τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της αποδυναμώνουν ουσιωδώς την εσωτερική αξιοπιστία της συγκεκριμένης πτυχής του ισχυρισμού.
67. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού και τον βιωματικό χαρακτήρα των αναφερόμενων γεγονότων, τα οποία δεν δύνανται να επαληθευθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Περαιτέρω, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το φωτογραφικό υλικό που προσκόμισε η Αιτήτρια με το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, καθώς και το ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίστηκε κατά τη δικαστική διαδικασία, κατόπιν σχετικής υπόδειξης του Δικαστηρίου, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της περί σωματικής κακοποίησης και πρόκλησης εγκαυμάτων.
68. Αναφορικά καταρχάς με τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, παρατηρείται ότι αυτές δεν είναι επαρκώς ευκρινείς, ώστε να καθίσταται δυνατή η ασφαλής διαπίστωση της φύσης, της έκτασης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των απεικονιζόμενων δερματικών αλλοιώσεων. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι η διάγνωση και η αξιολόγηση ιατρικών παθήσεων ή σωματικών κακώσεων προϋποθέτουν εξειδικευμένες ιατρικές γνώσεις, με πλέον πρόσφορο αποδεικτικό μέσο την κλινική εξέταση και τη σχετική ιατρική τεκμηρίωση, παρά την απλή προσκόμιση φωτογραφιών. Περαιτέρω, από το εν λόγω φωτογραφικό υλικό δεν καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός του χρόνου και των συγκεκριμένων περιστάσεων πρόκλησης των απεικονιζόμενων αλλοιώσεων. Ως εκ τούτου, οι φωτογραφίες έχουν περιορισμένη αυτοτελή αποδεικτική αξία, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται η δυνατότητα συνεκτίμησής τους με τα λοιπά ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία.
69. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του προσκομισθέντος ιατρικού πιστοποιητικού προκύπτει ότι, κατά την κλινική εξέταση της Αιτήτριας, διαπιστώθηκε η παρουσία εκτεταμένης υπερχρωστικής κηλίδας με κατά τόπους ουλές στο αριστερό ήμισυ της κοιλιακής χώρας, μέχρι τη μεσότητα του αριστερού μαστού, διαστάσεων 45 × 38 εκ., καθώς και αντίστοιχης κηλίδας με ουλές στον αριστερό βραχίονα και τη μασχάλη, διαστάσεων 33 × 19 εκ. Σύμφωνα με τον εξετάσαντα ιατρό, οι εν λόγω αλλοιώσεις είναι χαρακτηριστικές κακώσεων του δέρματος, όπως εκείνων που προκαλούνται από εγκαύματα. Επιπλέον, διαπιστώθηκε εγκάρσια γραμμοειδής ουλή μήκους 8 εκ. στην περιοχή της πυέλου, τύπου Pfannenstiel, καθώς και ατρακτοειδής ουλή διαστάσεων 4 × 2 εκ. στον αριστερό μηρό.
70. Τα ανωτέρω συνιστούν αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη. Εντούτοις, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ των ευρημάτων που προέκυψαν από την κλινική εξέταση και των συμπερασμάτων που διατυπώνονται με βάση το ιστορικό το οποίο παρέθεσε η ίδια η Αιτήτρια στον εξετάσαντα ιατρό. Ειδικότερα, μολονότι οι διαπιστωθείσες δερματικές αλλοιώσεις είναι συμβατές με κακώσεις από εγκαύματα, το πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνει εξειδικευμένη αξιολόγηση του βαθμού συμβατότητας των επιμέρους ευρημάτων με τον συγκεκριμένο μηχανισμό πρόκλησης που επικαλείται η Αιτήτρια, ούτε καθίσταται δυνατός, βάσει αυτού και μόνον, ο ασφαλής προσδιορισμός του χρόνου πρόκλησης των κακώσεων, των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές προκλήθηκαν ή της ταυτότητας του προσώπου που τις προκάλεσε.
71. Αντίστοιχα, η διαπιστωθείσα χειρουργική ουλή τύπου Pfannenstiel επιβεβαιώνει την ύπαρξη προηγούμενης χειρουργικής τομής, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει αυτοτελώς ότι αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διακοπής εγκυμοσύνης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που επικαλείται η Αιτήτρια. Ο συγκεκριμένος τύπος τομής χρησιμοποιείται σε διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις, περιλαμβανομένης της καισαρικής τομής, και, συνεπώς, η παρουσία της δεν επαρκεί για την εξακρίβωση του είδους, του χρόνου και της αιτίας της προηγούμενης επέμβασης.
72. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι οι αναφορές του ιατρικού πιστοποιητικού περί βιασμού, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης και συστηματικών απειλών κατά της ζωής της Αιτήτριας στηρίζονται, κατά το περιεχόμενό του, στο ιστορικό που η ίδια παρέθεσε στον εξετάσαντα ιατρό, του οποίου η ειδικότητα ως χειρουργού παίδων δεν είναι συμβατή με αντίστοιχα ευρήματα. Δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε εξειδικευμένη ψυχολογική ή ψυχιατρική αξιολόγηση ούτε ότι ο εξετάσας ιατρός είχε προσωπική γνώση των επικαλούμενων περιστατικών. Ως εκ τούτου, οι σχετικές αναφορές δεν μπορούν να εκληφθούν ως ανεξάρτητη ιατρική επιβεβαίωση του καταγγελλόμενου βιασμού, της ταυτότητας των φερόμενων δραστών ή των μεταγενέστερων απειλών. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί, ωστόσο, την αποδεικτική σημασία του πιστοποιητικού ως προς τις αντικειμενικώς διαπιστωθείσες σωματικές κακώσεις.
73. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει ουσιαστική αποδεικτική βαρύτητα στο ιατρικό πιστοποιητικό ως προς την ύπαρξη εκτεταμένων δερματικών αλλοιώσεων, τη συμβατότητά τους με εγκαύματα και την παρουσία προηγούμενης χειρουργικής τομής. Τα ευρήματα αυτά συνεκτιμώνται με τη σχετική σταθερότητα του βασικού πυρήνα της αφήγησης της Αιτήτριας περί παρελθούσας κακοποίησης, παρά τις χρονικές ανακολουθίες που έχουν επισημανθεί κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας. Εντούτοις, ούτε το φωτογραφικό υλικό ούτε το ιατρικό πιστοποιητικό επιβεβαιώνουν αυτοτελώς τις συγκεκριμένες περιστάσεις των επικαλούμενων περιστατικών, τον καταγγελλόμενο βιασμό ή τη μεταγενέστερη στοχοποίησή της από τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της.
74. Ειδικότερα, το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό δεν παρέχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση των ισχυρισμών περί αποστολής προσώπων προς αναζήτηση και θανάτωση της Αιτήτριας, των περιστατικών εισβολής στην οικία της γιαγιάς της, των περιστάσεων θανάτου της τελευταίας ή της συνέχισης των απειλών μέχρι την αναχώρηση της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της. Πρόκειται για ισχυρισμούς των οποίων η αξιοπιστία πρέπει να εκτιμηθεί πρωτίστως με βάση τη συνοχή, τη συγκεκριμενοποίηση και την ευλογοφάνεια των δηλώσεων της Αιτήτριας, σε συνδυασμό με το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
75. Κατά συνέπεια, από τη συνολική και συνδυαστική αξιολόγηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τις επισημανθείσες χρονικές ανακολουθίες, υφίστανται επαρκή στοιχεία προς αποδοχή του βασικού πυρήνα της αφήγησης της Αιτήτριας περί παρελθούσας σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης, περιλαμβανομένης της επίθεσης με καυτό νερό. Προς τούτο συνεκτιμώνται η κατά βάση σταθερή περιγραφή των αρχικών περιστατικών, η φύση των επικαλούμενων εμπειριών και τα αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα που είναι συμβατά με την πρόκληση εγκαυμάτων. Η αποδοχή αυτή δεν εκτείνεται αυτομάτως σε κάθε επιμέρους λεπτομέρεια της αφήγησης, ιδίως ως προς την ακριβή χρονική αλληλουχία των γεγονότων και τις συνθήκες της χειρουργικής επέμβασης.
76. Αντιθέτως, δεν γίνεται αποδεκτή η πτυχή του ισχυρισμού που αφορά τη μεταγενέστερη και συνεχιζόμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας από τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της. Οι ουσιώδεις χρονικές διαφοροποιήσεις ως προς τις διαδοχικές μετακινήσεις της, οι ασάφειες αναφορικά με τα περιστατικά αναζήτησής της, η αδυναμία επαρκούς συγκεκριμενοποίησης της σχέσης των φερόμενων δραστών με την εν λόγω γυναίκα και η απουσία ανεξάρτητων στοιχείων που να ενισχύουν τη συγκεκριμένη πτυχή της αφήγησής της, συνεκτιμώμενα στο σύνολό τους, δεν επιτρέπουν την αποδοχή της ως αξιόπιστης.
77. Επιπροσθέτως, διενεργήθηκε, για λόγους πληρότητας της έρευνας, γενικότερη έρευνα αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση στη ΛΔΚ κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα.
78. Σύμφωνα με πληροφορίες που παρατίθενται σε COI Query της EUAA, η οποία δημοσιεύτηκε το 2021, η σεξουαλική βία κατά των έφηβων κοριτσιών και των νεαρών γυναικών αποτελεί συχνό φαινόμενο στη ΛΔΚ. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι οι εκτοπισμένες γυναίκες και τα κορίτσια αντιμετώπιζαν επίσης υψηλό κίνδυνο σεξουαλικής βίας, ενώ ειδικότερα στην επαρχία South Kivu καταγράφηκαν περιστατικά σεξουαλικής βίας σε βάρος γυναικών και κοριτσιών.[2] Σύμφωνα με ενημερωτικό δελτίο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες που δημοσιεύτηκε το 2021, καταγράφηκαν 1.100 βιασμοί κατά τη διάρκεια του έτους στις δύο περισσότερο πληγείσες επαρχίες, στο North Kivu και το Ituri.[3] Η Kinshasa δεν υπάγεται γεωγραφικώς στις εν λόγω περιοχές.
79. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται εν μέρει αποδεκτός, κατά το μέρος που αφορά την παρελθούσα σεξουαλική και σωματική κακοποίηση της Αιτήτριας, ενώ δεν γίνεται αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά τη φερόμενη μεταγενέστερη και συνεχιζόμενη εξατομικευμένη στοχοποίησή της. Η αποδοχή της παρελθούσας κακοποίησης θα συνεκτιμηθεί αυτοτελώς κατά την επακόλουθη αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
80. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου που θα αντιμετώπιζε η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, σε συνάρτηση με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, το προσωπικό της προφίλ και τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της, ήτοι στην Kinshasa. Ειδικότερα, η παρελθούσα σεξουαλική και σωματική κακοποίησή της, η οποία έγινε εν μέρει αποδεκτή κατά την προηγηθείσα αξιολόγηση αξιοπιστίας, αποτελεί σοβαρό στοιχείο που χρήζει ιδιαίτερης συνεκτίμησης. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, άνευ ετέρου, ότι η Αιτήτρια θα υποστεί εκ νέου αντίστοιχη μεταχείριση. Για τη διαπίστωση του μελλοντικού κινδύνου απαιτείται να εξεταστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα περιστατικά, η ενδεχόμενη συνέχιση του ενδιαφέροντος των εμπλεκομένων προσώπων και η προσωπική της κατάσταση κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δεν έγινε αποδεκτή η ιδιαίτερη πτυχή της αφήγησής της περί μεταγενέστερης και συνεχιζόμενης εξατομικευμένης στοχοποίησής της από τη σύζυγο του φίλου του πατέρα της. Δεν προέκυψαν, επομένως, αξιόπιστα συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η τελευταία ή άλλα συνδεόμενα με αυτήν πρόσωπα εξακολουθούν να την αναζητούν ή να εκδηλώνουν ενδιαφέρον να τη βλάψουν.
81. Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σημειώνεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, η κατάσταση ασφάλειας, η ανθρωπιστική κατάσταση και η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συνέχισαν να επιδεινώνονται. Η κλιμάκωση της βίας με τη συμμετοχή των Allied Democratic Forces (ADF), ένοπλης ομάδας που συνδέεται με το Ισλαμικό Κράτος (Islamic State), καθώς και οι ανανεωμένες συγκρούσεις μεταξύ του κινήματος M23, το οποίο υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, και των κυβερνητικών δυνάμεων, είχαν σοβαρό αντίκτυπο στον άμαχο πληθυσμό.[4]
82. Όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa, το Cedoca, σε έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2024, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του έτους καταγράφηκαν μεμονωμένα περιστατικά ασφαλείας, μεταξύ των οποίων διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση κρατουμένων από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένα περιστατικά στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Παράλληλα, το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών κατατάσσει την επαρχία Kinshasa στις περιοχές που δεν επηρεάζονται από ένοπλη σύγκρουση. Επιπλέον, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν έχουν αναφερθεί στην Kinshasa σοβαρά περιστατικά ασφαλείας, πέραν διαδηλώσεων που στρέφονταν κατά δυτικών πρεσβειών.[5] Επιπροσθέτως, το Human Rights Watch σε έκθεση του 2026 αναφέρει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έκαναν χρήση υπέρμετρης βίας κατά διαδηλωτών και χρησιμοποίησαν δακρυγόνα και κλομπ στην Kinshasa, προκειμένου να εμποδίσουν ομάδα διαδηλωτών.[6]
83. Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED και για λόγους πληρότητας της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30ή Ιουλίου 2026), στην Kinshasa καταγράφηκαν 65 περιστατικά πολιτικής βίας, στα οποία περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις ή βία εξ αποστάσεως, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες. Από τα εν λόγω περιστατικά προκλήθηκαν συνολικά 46 ανθρώπινες απώλειες.[7] Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της πόλης Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 18.552.800 κατοίκους.[8]
84. Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στο τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, αυτά δεν προέρχονται από ένοπλη σύρραξη ενώ η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.
85. Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ της Αιτήτριας ως γυναίκας μόνης, παρατίθενται οι κάτωθι πηγές πληροφόρησης.
86. Το Women, Peace and Security (WPS) Index 2023/24, το οποίο εκπονήθηκε από το Georgetown Institute for Women, Peace and Security (GIWPS) του Πανεπιστημίου Georgetown σε συνεργασία με το Peace Research Institute Oslo (PRIO), κατατάσσει τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) στην 174η θέση μεταξύ 177 χωρών, αξιολογώντας την κατάσταση των γυναικών βάσει 13 δεικτών που εντάσσονται στις κατηγορίες της ένταξης, της δικαιοσύνης και της ασφάλειας.[9]
87. Όπως αναφέρεται στην έκθεση του Bertelsmann Stiftung του 2024, η οποία καλύπτει την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2021 έως την 31η Ιανουαρίου 2023, «η Λ.Δ. του Κονγκό χαρακτηρίζεται από μία βαθιά ριζωμένη πατριαρχική κουλτούρα, η οποία περιλαμβάνει νόμους και παραδοσιακά έθιμα που εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των γυναικών» και οδηγούν σε «συστηματική ανισότητα φύλων, διακρίσεις και αποκλεισμό γυναικών και κοριτσιών ενώ «οι γυναίκες και τα κορίτσια πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια και αντιμετωπίζουν τακτικά σεξουαλική βία».[10] Επιπλέον, όπως τονίζεται από την Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW), τα έμφυλα στερεότυπα σε μία κοινωνία οδηγούν σε «συστηματική έμφυλη ανισότητα, διακρίσεις και αποκλεισμό των γυναικών και κοριτσιών».[11]
88. Όσον αφορά τα οικογενειακά δίκτυα και τον πραγματικό τους αντίκτυπο στα μέλη της οικογένειας, το Danish Immigration Service σε έκθεση του 2022, εν απουσία πιο επικαιροποιημένων στοιχείων, καταγράφει ότι οι οικογένειες των ατόμων που βρίσκονται σε ανάγκη, είναι συχνά σε θέση να παρέχουν μόνο βασικές μορφές υποστήριξης, όπως στέγη, ενώ τα φιλοξενούμενα πρόσωπα αναμένεται συνήθως να καλύπτουν μόνα τους τις ανάγκες διατροφής τους.[12]
89. Όσον αφορά την πρόσβαση στη στέγαση, όπως αναφέρεται σε COI Query της EUAA που δημοσιεύτηκε το 2026, πηγές αναφέρουν ότι η εξεύρεση κατοικίας στην Kinshasa είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω των υψηλών ενοικίων, της έλλειψης οικονομικά προσιτής στέγασης και των αυξανόμενων οικονομικών απαιτήσεων των ιδιοκτητών, όπως η καταβολή υπερβολικά υψηλών προκαταβολών, με περίπου το 75% του πληθυσμού της πόλης διαμένει σε άτυπους οικισμούς, οι οποίοι βρίσκονται συχνά σε περιοχές με κίνδυνο πλημμύρας και χαρακτηρίζονται από περιορισμένη ασφάλεια κατοχής, εκθέτοντας τους κατοίκους σε κίνδυνο έξωσης και εκτοπισμού.[13] Επισημαίνεται επίσης ότι η πρόσβαση σε κατάλληλη στέγαση αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για ευάλωτες γυναίκες, όπως οι μονογονείς, οι γυναίκες με αναπηρία και οι επιζώσες σεξουαλικής βίας.[14]
90. Όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, έκθεση του Danish Immigration Service στην έκθεση του 2022, καταγράφει πως η πλειονότητα των κατοίκων της Kinshasa εξασφαλίζει τα προς το ζην μέσω της άτυπης οικονομίας, καθώς οι θέσεις στον επίσημο τομέα είναι περιορισμένες και απαιτούν τόσο εκπαιδευτικό υπόβαθρο όσο και κοινωνικό δίκτυο. Οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις στην αγορά εργασίας και αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα σεξουαλικής παρενόχλησης. Το σύστημα υγείας της χώρας παρουσιάζει δυσλειτουργίες και οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές καθιστούν την επαρκή θεραπεία οικονομικά απρόσιτη για την πλειονότητα των κατοίκων της Kinshasa. Η έκθεση σημειώνει περαιτέρω πως, παρά τις πρόσφατες εξελίξεις, οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσμενείς πρακτικές και νόμους που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος τους σε μια έντονα πατριαρχική κοινωνία. Οι στάσεις αυτές συμβάλλουν στη χαμηλή ισότητα φύλων και στη διαδεδομένη σεξουαλική και έμφυλη βία. Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς ανδρικό δίκτυο υποστήριξης συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά, βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση και, σε πολλές περιπτώσεις, καταφεύγουν σε συναλλακτικές σεξουαλικές σχέσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν στέγη και εργασία. [15]
91. Σύμφωνα με πηγή που παρατίθεται σε παλαιότερο COI Query της EUAA, ελλείψει επικαιροποιημένων στοιχείων, οι ανύπαντρες γυναίκες, δηλαδή ενήλικες γυναίκες, με ή χωρίς παιδιά, που συντηρούνται χωρίς σύντροφο, είναι ευάλωτες και επηρεάζονται αρνητικά από την έλλειψη οικογενειακής συνοχής, τη φτώχεια, την απουσία κρατικής υποστήριξης και τη διαφθορά.[16] Το ίδιο COI Query παραθέτοντας άλλες πηγές πληροφόρησης καταγράφει ότι, κορίτσια και νεαρές γυναίκες χωρίς οικονομική υποστήριξη από την οικογένεια ή άλλα δίκτυα – είτε λόγω μετανάστευσης στην πρωτεύουσα χωρίς συνοδεία, είτε λόγω απώλειας ή απουσίας των γονέων, είτε λόγω απόρριψης από την οικογένεια, είτε επειδή αναμένεται να συνεισφέρουν οικονομικά στο νοικοκυριό – εμπλέκονται συχνά σε σεξουαλική εργασία ή σε συναλλακτικές σεξουαλικές σχέσεις, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα που διεξήχθη στην Kinshasa.[17]
92. Όσον αφορά την πρόσβαση στην υγεία, σύμφωνα με έκθεση του USAID/DRC MSSP του Σεπτεμβρίου 2024 σχετικά με τις περιθωριοποιημένες γυναίκες στην Kinshasa, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα, καθώς οι γυναίκες δεν διέθεταν κατάλληλο ρουχισμό ή προϊόντα υγιεινής κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως και ανέφεραν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης.[18]
93. Όσον αφορά το θεσμικό πλαίσιο προστασίας των γυναικών, σύμφωνα με έκθεση του USDOS, στη ΛΔΚ υφίσταται τυπικό νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένων των Νόμων 06/018 και 06/019 του 2006, οι οποίοι ποινικοποιούν τη σεξουαλική βία, καθώς και εθνικές στρατηγικές για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα των πηγών, η πρακτική εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου παραμένει περιορισμένη.[19] Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει πως πρόσφατα η κυβέρνηση θέσπισε νόμο που ποινικοποιεί και τιμωρεί τον εκφοβισμό και τον στιγματισμό λόγω φύλου, καθώς και την εξευτελιστική μεταχείριση. Ο νόμος τιμωρεί επίσης […] την παρενόχληση λόγω φύλου σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ενώ τον ίδιο μήνα, τροποποιήθηκε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας ώστε να απαλλάσσονται τα θύματα σεξουαλικής και έμφυλης βίας από τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία βαρύνουν πλέον το κράτος. Όπως αναφέρει η Διεθνής Αμνηστία, εφόσον εφαρμοστούν οι εν λόγω τροποποιήσεις, αναμένεται να ενισχύσουν τη νομική προστασία έναντι ποικίλων μορφών σεξουαλικής και έμφυλης βίας και να διασφαλίσουν καλύτερη πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη.[20]
94. Αναφορικά με τις διαθέσιμες δομές προστασίας γυναικών στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην Kinshasa, ως προς τις κρατικές υπηρεσίες υποστήριξης γυναικών και επιζωσών έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένων ιατρικών και ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών, δεν διαπιστώνεται, κατ’ αρχήν, η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου κρατικού συστήματος δομών φιλοξενίας (shelters), με αποτέλεσμα η παροχή προστασίας να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις.[21]
95. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, σειρά διεθνών και τοπικών οργανισμών υλοποιούν προγράμματα στην Kinshasa και ευρύτερα στη ΛΔΚ με στόχο την προστασία, ενδυνάμωση και οικονομική αυτονόμηση γυναικών, συμπεριλαμβανομένων επιζωσών έμφυλης βίας. Το Ταμείο Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών (UNFPA) παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες σε επιζώσες, συμπεριλαμβανομένης ιατρικής περίθαλψης, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, νομικής συνδρομής και δημιουργίας “safe spaces”, καθώς και προγραμμάτων επανένταξης και ενδυνάμωσης.[22] Παράλληλα, η International Rescue Committee (IRC) υλοποιεί προγράμματα που συνδυάζουν ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη και δραστηριότητες οικονομικής ενδυνάμωσης, όπως κατάρτιση δεξιοτήτων και υποστήριξη επιζωσών για την αποκατάσταση της αυτονομίας τους.[23] Επιπλέον, οργανώσεις όπως η Women for Women International εφαρμόζουν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και δημιουργίας εισοδήματος, συνδέοντας τις συμμετέχουσες με ομάδες αποταμίευσης και μικροχρηματοδότησης (Village Savings and Loan Associations), με στόχο την οικονομική αυτάρκεια και κοινωνική επανένταξη.[24] Σε τοπικό επίπεδο, η Fondation Femme Plus, με έδρα την Kinshasa, παρέχει ψυχοκοινωνική υποστήριξη και υπηρεσίες υγείας σε γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων επιζωσών σεξουαλικής βίας, ενισχύοντας παράλληλα την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας.[25] Παράλληλα, το Center for Women, Peace and Security Centre (Limete, Kinshasa) υλοποιεί προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης (π.χ. ραπτική), συλλογικής παραγωγής και ενίσχυσης εισοδήματος, συνδυασμένα με εκπαίδευση σε δικαιώματα, κοινωνική συνοχή και ενδυνάμωση γυναικών.[26] Συνολικά, τα προγράμματα αυτά καλύπτουν τομείς όπως η επαγγελματική κατάρτιση, η οικονομική ενδυνάμωση, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ωστόσο, σύμφωνα με τις πηγές, η κάλυψή τους παραμένει περιορισμένη και δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού-στόχου.
96. Περαιτέρω, σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση των ανθρώπων χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa, γίνεται παραπομπή σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN, με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας, σύμφωνα με την οποία «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Kinshasa ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Kinshasa, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας»[27].
97. Περαιτέρω, στα αστυνομικά τμήματα της Kinshasa συγκεκριμένα φέρεται να λειτουργούν εξειδικευμένα τμήματα παιδικής προστασίας και πρόληψης της σεξουαλικής βίας (Department of Protection of Children and Prevention of Sexual Violence), όπως αναφέρει και η Επιτροπή CEDAW.[28]
98. Υπό το φως της ανωτέρω εξατομικευμένης ανάλυσης κινδύνου, μολονότι έγινε αποδεκτός ο βασικός πυρήνας της παρελθούσας σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησής της, δεν τεκμηριώθηκε, κατά τον χρόνο της παρούσας κρίσης, βάσιμος φόβος νέας δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa. Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην απόρριψη του ισχυρισμού περί συνεχιζόμενης καταδίωξης, αλλά και στη συνεκτίμηση των προσωπικών της περιστάσεων, των συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή επιστροφής και της απουσίας επαρκών στοιχείων για συγκεκριμένο μελλοντικό κίνδυνο λόγω κάποιου από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
99. Ως προς τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, πρόκειται για ενήλικη, άγαμη και άτεκνη γυναίκα, γεννηθείσα το 1995, χριστιανή καθολική, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Kinshasa, και επομένως επαρκώς εξοικειωμένη με την εν λόγω περιοχή, και ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά. Οι γονείς της και ένας αδελφός της έχουν αποβιώσει, ενώ η ίδια δήλωσε ότι αγνοεί την τύχη των λοιπών αδελφών της και ότι δεν διαθέτει οικογενειακό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το αποδεκτό ιστορικό παρελθούσας σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησής της και τα αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα περί ουλών και δερματικών αλλοιώσεων, χωρίς να συνάγεται από μόνα τους ότι υφίσταται σήμερα συγκεκριμένη λειτουργική ανικανότητα ή ανάγκη θεραπείας που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στη χώρα καταγωγής. Σημειώνεται ότι, μολονότι δεν ανέφερε προηγούμενη επαγγελματική απασχόληση στη ΛΔΚ καθώς κατά την παραμονή της εκεί ήταν φοιτήτρια συντηρούμενη από τους γονείς της, κατά την παραμονή της στην Κύπρο δήλωσε ότι εργάζεται ως καθαρίστρια, στοιχείο που συνεκτιμάται ως ένδειξη εργασιακής πείρας και δυνατότητας άσκησης βιοποριστικής δραστηριότητας, χωρίς να παραγνωρίζονται οι αντικειμενικές δυσχέρειες πρόσβασης των γυναικών στην εργασία και τη στέγαση στην Kinshasa. Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, το οποίο να παρεμποδίζει αντικειμενικά την εργασιακή της δραστηριότητα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, περαιτέρω, στο γεγονός ότι η ίδια είχε ήδη λάβει, κατά την παραμονή της στη χώρα καταγωγής της, συγκεκριμένη βοήθεια από εκκλησιαστικούς φορείς: σύμφωνα με τις δηλώσεις της, φιλοξενήθηκε σε εκκλησιαστικό χώρο και υποστηρίχθηκε από ιερείς, οι οποίοι συνέδραμαν στη μετακίνησή της, στην εξασφάλιση ταξιδιωτικών εγγράφων και στην αναχώρησή της. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι στο παρελθόν είχε πραγματική πρόσβαση σε μορφές μη κρατικής, εκκλησιαστικής αρωγής, η οποία ευλόγως αναμένεται ότι ενδέχεται να είναι διαθέσιμη προς την ίδια καθώς από τις ανωτέρω πηγές προκύπτει η εν λόγω πηγή υποστήριξης σε άτομα του προφίλ της. Το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων συνεκτιμάται σε συνάρτηση με τις πηγές των παραγράφων, ιδίως εκείνες που αφορούν τις γυναίκες χωρίς οικογενειακή στήριξη, την έμφυλη βία και την πρόσβαση σε στέγαση, εργασία και υπηρεσίες υποστήριξης.
100. Συνεκτιμώντας, επομένως, τη φύση του επικαλούμενου φορέα δίωξης, την απουσία αξιόπιστων στοιχείων περί συνεχιζόμενης στοχοποίησης, τη μακρόχρονη προηγούμενη διαμονή και εξοικείωση της Αιτήτριας με την Kinshasa, καθώς και τη δυνατότητα εξασφάλισης υποστήριξης από εκκλησιαστικούς φορείς κατά το παρελθόν, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει επαρκή πραγματική βάση για τη θεμελίωση επίκαιρου και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Προς τούτο, εκτιμάται εξάλλου η πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος από το αποδεκτό γεγονός της κακοποιητικής συμπεριφοράς, με την Αιτήτρια, επικουρικώς, να παραμένει εξαιρετικά γενικόλογη ως προς την φερόμενη απόπειρά της να ζητήσει τη συνδρομή των αρχών της χώρας της.
101. Προχωρώντας στην εξατομικευμένη αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου νέας έμφυλης βίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή άλλης σοβαρής βλάβης, ανεξαρτήτως της προηγούμενης στοχοποίησης της Αιτήτριας από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, το Δικαστήριο συνεκτιμά το σύνολο των προσωπικών της περιστάσεων υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών χώρας καταγωγής. Δεν παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για γυναίκα χωρίς διαπιστωμένο οικογενειακό ή ενεργό υποστηρικτικό δίκτυο, με ιστορικό σοβαρής σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης, ούτε οι αντικειμενικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην Kinshasa ως προς την πρόσβαση στην εργασία, τη στέγαση και την αποτελεσματική προστασία από περιστατικά έμφυλης βίας. Εντούτοις, η Αιτήτρια είναι ενήλικη, διαθέτει δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ομιλεί τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στη χώρα καταγωγής της και έχει διαμείνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Kinshasa, με αποτέλεσμα να είναι εξοικειωμένη με το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον της περιοχής. Περαιτέρω, μολονότι φέρει ουλές συνεπεία της παρελθούσας κακοποίησής της και επικαλείται γυναικολογικά προβλήματα, δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρικά στοιχεία ότι παρουσιάζει τέτοιους λειτουργικούς περιορισμούς που να την καθιστούν ανίκανη προς εργασία ή αυτοεξυπηρέτηση. Αντιθέτως, η ίδια δήλωσε ότι εργάζεται ως καθαρίστρια στην Κυπριακή Δημοκρατία, γεγονός που καταδεικνύει ότι έχει αποκτήσει πρακτική εργασιακή εμπειρία και διαθέτει ικανότητα άσκησης βιοποριστικής δραστηριότητας.
102. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στο γεγονός ότι η Αιτήτρια, παρά την απουσία οικογενειακού δικτύου, είχε κατορθώσει κατά το παρελθόν να εξασφαλίσει φιλοξενία και ουσιαστική συνδρομή από εκκλησιαστικούς φορείς στην Kinshasa, καθώς και πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ίδια υποστήριξη θα της παρασχεθεί με βεβαιότητα κατά την επιστροφή της, ιδίως εφόσον δήλωσε ότι έχει απολέσει την επικοινωνία με τον ιερέα που τη βοήθησε. Αποτελεί, ωστόσο, στοιχείο που συνεκτιμάται ως προς την προηγούμενη δυνατότητά της να αναζητήσει και να εξασφαλίσει πρακτική αρωγή εκτός του οικογενειακού της περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την καταγραφόμενη στις πληροφορίες χώρας καταγωγής παρουσία εκκλησιαστικών και άλλων οργανώσεων υποστήριξης ευάλωτων γυναικών.
103. Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τους διαπιστωμένους παράγοντες ευαλωτότητας και τις δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην Kinshasa, δεν προκύπτουν επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι η Αιτήτρια, λόγω των ιδιαίτερων προσωπικών της χαρακτηριστικών και περιστάσεων, θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής της, πραγματικό κίνδυνο νέας σεξουαλικής βίας, εκμετάλλευσης ή άλλης μεταχείρισης που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Η διαπίστωση αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητά της προς εργασία ή στην προηγούμενη πρόσβασή της σε φορείς αρωγής, αλλά στη σωρευτική συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών, της εξοικείωσής της με τον τόπο επιστροφής, της απουσίας αξιόπιστων ενδείξεων συνεχιζόμενης προσωπικής στοχοποίησης και των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής. Οι γενικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες χωρίς οικογενειακή υποστήριξη, όσο σοβαρές και αν είναι, δεν αρκούν εν προκειμένω, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για τη θεμελίωση του απαιτούμενου πραγματικού κινδύνου.
104. Σε συνέχεια της ανωτέρω αξιολόγησης κινδύνου δεν διαπιστώνεται, βάσει των εξατομικευμένων ισχυρισμών της, η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί ή κινδυνεύει να υποστεί πράξεις δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 9 του ίδιου Κανονισμού, λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
105. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται η υπαγωγή της στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 15 στοιχεία α) και β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), καθόσον, παρά την αποδεκτή παρελθούσα κακοποίηση και τη διαπιστωμένη ευαλωτότητά της, από τη συνολική και εξατομικευμένη εκτίμηση των ενώπιόν μου στοιχείων δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης
106. Προς τούτο, συνεκτιμάται ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη γυναίκα, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργασιακή πείρα στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς διαπιστωμένο εν ενεργεία οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, με ιστορικό παρελθούσας κακοποίησης και καταγεγραμμένες σωματικές ουλές. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, κατά τις δηλώσεις της, είχε προηγουμένως εξασφαλίσει φιλοξενία, ιατρική περίθαλψη και συνδρομή για την αναχώρησή της με τη βοήθεια ιερέα και εκκλησιαστικών φορέων. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι έτυχε στην πράξη τέτοιας συνδρομής κατά το παρελθόν.
107. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμωμένων του αποδεκτού ιστορικού παρελθούσας κακοποίησης, της απουσίας διαπιστωμένου οικογενειακού δικτύου, της κατάστασης των γυναικών στην Kinshasa και της προηγούμενης πρόσβασης της Αιτήτριας σε εκκλησιαστική αρωγή, δεν προκύπτει επαρκώς συγκεκριμενοποιημένος μελλοντικός κίνδυνος βλάβης της μορφής που προβλέπεται από το άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν τεκμηριώνεται ότι η Αιτήτρια, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεών της, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32], ήτοι σε θανατική καταδίκη ή εκτέλεση, βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
108. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
109. Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, εξετάζεται καταρχάς η συνδρομή βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
110. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «στο στοιχείο του φόβου —πνευματική κατάσταση και υποκειμενική κατάσταση— προστίθεται ο χαρακτηρισμός "βάσιμος". Αυτό σημαίνει ότι το καθεστώς πρόσφυγα δεν καθορίζεται μόνο από την πνευματική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αλλά η εν λόγω κατάσταση πρέπει να υποστηρίζεται από αντικειμενική κατάσταση. Επομένως, ο όρος "βάσιμος φόβος" περιέχει ένα υποκειμενικό και ένα αντικειμενικό στοιχείο και, κατά τον καθορισμό του κατά πόσον υπάρχει βάσιμος φόβος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αμφότερα τα στοιχεία». Όπως επισημαίνεται άλλωστε και από το ΔΕΕ στην απόφασή του της 4ης Ιουνίου 2026, PM κ.λπ. κατά Minister van Asiel en Migratie [Ebilum], C‑440/25, EU:C:2026:448. «ως «βάσιμος φόβος δίωξης» νοείται η περίπτωση κατά την οποία μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι ο αιτών διεθνή προστασία θα υποστεί δίωξη εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ενώ, για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη τέτοιου φόβου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε εξατομικευμένη, συγκεκριμένη και αντικειμενική αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος καθώς και των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων που αφορούν την αίτησή του και την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του».[29]
111. Εν προκειμένω, μολονότι η Αιτήτρια επικαλείται φόβο επιστροφής στη χώρα καταγωγής της εξαιτίας της συζύγου του προσώπου από το οποίο υπέστη σεξουαλική κακοποίηση, ο υποκειμενικός αυτός φόβος δεν υποστηρίζεται επαρκώς από αντικειμενικά στοιχεία που να καταδεικνύουν εύλογη πιθανότητα μελλοντικής δίωξής της. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της μη αποδοχής των ισχυρισμών περί μεταγενέστερης και συνεχιζόμενης στοχοποίησής της, καθώς και της απουσίας συγκεκριμένων ενδείξεων ότι η εν λόγω γυναίκα εξακολουθεί να την αναζητεί ή διαθέτει την πρόθεση και τη δυνατότητα να την εντοπίσει και να τη βλάψει, δεν στοιχειοθετείται, υπό τις παρούσες περιστάσεις, βάσιμος και αντικειμενικά δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
112. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, η προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη συνιστά σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τη σοβαρότητα της παρελθούσας σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης της Αιτήτριας. Εντούτοις, συνεκτιμάται ότι τα αποδεκτά περιστατικά συνδέονταν με συγκεκριμένο περιβάλλον εξάρτησης και συγκατοίκησης με τον φίλο του πατέρα της και τη σύζυγό του, από το οποίο η Αιτήτρια έχει έκτοτε απομακρυνθεί. Περαιτέρω, δεν έγινε αποδεκτή η πτυχή της αφήγησής της περί μεταγενέστερης και συνεχιζόμενης εξατομικευμένης στοχοποίησής της, ούτε προέκυψαν επαρκώς αξιόπιστα στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα εξακολουθούν να την αναζητούν ή να διατηρούν πρόθεση να της προκαλέσουν εκ νέου βλάβη. Συνεκτιμώντας τις περιστάσεις αυτές, καθώς και την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος από τα αποδεκτά περιστατικά κακοποίησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη εξατομικευμένη κακοποίηση δεν αναμένεται να επαναληφθεί. Η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει την αυτοτελή εξέταση του ενδεχόμενου κινδύνου άλλων μορφών έμφυλης βίας, ο οποίος αξιολογήθηκε επίσης ανωτέρω υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας και των πληροφοριών χώρας καταγωγής.
113. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
114. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι εκείνη διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
115. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι Αιτήτρια, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 15(γ) του ιδίου Κανονισμου απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
116. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
117. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς επικουρικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 15 (γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
118. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
119. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν υφίσταται ένοπλη σύρραξη στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας συνεπώς παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των υπόλοιπων συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο αντίστοιχο καθεστώς.
120. Ως προς δε την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω. Ειδικότερα, μολονότι από το προσκομισθέν ιατρικό πιστοποιητικό προκύπτει η ύπαρξη εκτεταμένων ουλών, οι οποίες συνάδουν με παρελθούσα σωματική βλάβη, η κατά καιρούς λήψη παυσίπονων φαρμάκων, χωρίς περαιτέρω ιατρική τεκμηρίωση περί υφιστάμενης σοβαρής πάθησης, ανάγκης συστηματικής θεραπευτικής αγωγής ή κινδύνου σημαντικής επιδείνωσης της υγείας της, δεν αρκεί, αφ' εαυτής, για τη διαπίστωση ότι η Αιτήτρια αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρό πρόβλημα υγείας ως συνέπεια της παρελθούσας κακοποίησής της. Ειδικότερα, δεν προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία συγκεκριμένες ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια θα διέτρεχε, εξαιτίας της κατάστασης της υγείας της και της τυχόν αδυναμίας πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής, ταχείας και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της υγείας της, η οποία θα συνεπαγόταν έντονο πόνο ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής της, κατά τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 13ης Δεκεμβρίου 2016, Paposhvili κατά Βελγίου, προσφυγή αρ. 41738/10, ιδίως § 183. (βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition,
EUAA, https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 9.6.2026]
[2] EUAA, Congo, Democratic Republic; Situation of single women [Q16-2021], Ιούνιος 2021, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_06_EASO_COI_QUERY_DRC_SINGLE_WOMEN.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[3] UNHCR, Millions need urgent humanitarian assistance in eastern DR Congo, Σεπτέμβριος 2021, https://www.unhcr.org/news/briefing-notes/millions-need-urgent-humanitarian-assistance-eastern-dr-congo (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[4] HRW, World Report 2026; Democratic Republic of Congo, Φεβρουάριος 2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo; Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2025, Απρίλιος 2026, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[5] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[6] HRW, DR Congo: Crackdown on Protesters, Ιούλιος 2026, https://www.hrw.org/news/2026/07/09/dr-congo-crackdown-on-protesters (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[7] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[8] World Population Review, Kinshasa DR Congo, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[9] Georgetown Institute for Women, Peace and Security (GIWPS) & Peace Research Institute Oslo (PRIO), 2023, https://giwps.georgetown.edu/wp-content/uploads/2023/10/WPS-Index-full-report.pdf σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[10] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 Μαρτίου 2024, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, σελ. 23 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[11] UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, Φεβρουάριος 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1, παρα. 8 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[12] DIS - Danish Immigration Service: Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf, σελ. 12 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[13] EUAA, Democratic Republic of the Congo – Situation of women without a support network in Kinshasa and South Kivu [Q22-2026], Ιούνιος 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_06_EUAA_COI_Query_Response_Q22_DRC_Situation_of_women_without_support_network_in_Kinshasa_and_South_Kivu.pdf, σελ. 4 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[14] USAID, DRC MSSP, Landscape Study on Skills, Training and Livelihood Pathways for Marginalized Young Women, Σεπτέμβριος 2024, https://www.researchgate.net/profile/Cyril-Brandt/publication/396152586_Landscape_study_on_skills_training_and_livelihood_pathways_for_marginalized_young_women_Kinshasa_Democratic_Republic_of_the_Congo_USAIDDRC_Mission_Strategic_Support_Program_MSSP/links/68df8c4c9383755fd70903eb/Landscape-study-on-skills-training-and-livelihood-pathways-for-marginalized-young-women-Kinshasa-Democratic-Republic-of-the-Congo-USAID-DRC-Mission-Strategic-Support-Program-MSSP.pdf?_tp=eyJjb250ZXh0Ijp7ImZpcnN0UGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIiwicGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIn19, σελ. 2, 26 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[15] DIS - Danish Immigration Service: Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, Οκτώβριος 2022, https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf, σελ. 1 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[16] EUAA, Democratic Republic of Congo, Situation of women without male network support in Kinshasa, Δεκέμβριος 2019, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2019_11_DRC_Query_Women_without_Nework_Q32.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[17] EUAA, Democratic Republic of Congo, Situation of women without male network support in Kinshasa, Δεκέμβριος 2019, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2019_11_DRC_Query_Women_without_Nework_Q32.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[18] USAID, DRC MSSP, Landscape Study on Skills, Training and Livelihood Pathways for Marginalized Young Women, Σεπτέμβριος 2024, https://www.researchgate.net/profile/Cyril-Brandt/publication/396152586_Landscape_study_on_skills_training_and_livelihood_pathways_for_marginalized_young_women_Kinshasa_Democratic_Republic_of_the_Congo_USAIDDRC_Mission_Strategic_Support_Program_MSSP/links/68df8c4c9383755fd70903eb/Landscape-study-on-skills-training-and-livelihood-pathways-for-marginalized-young-women-Kinshasa-Democratic-Republic-of-the-Congo-USAID-DRC-Mission-Strategic-Support-Program-MSSP.pdf?_tp=eyJjb250ZXh0Ijp7ImZpcnN0UGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIiwicGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIn19, σελ. 26 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[19] USDOS, Country Reports on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo (2023), https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/; UN CEDAW, Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure, 27 Φεβρουάριος 2025, https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1 σελ. 8 παρ. (c) (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[20] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], Μάρτιος 2025, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459023&pls=1; Amnesty International, The State of the World’s Human Rights: April 2024, Απρίλιος 2024, https://www.amnesty.org/en/documents/pol10/7200/2024/en/, σελ. 148 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[21] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors (2023–March 2025) [COD202235.E], Μάρτιος 2025, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=459023&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[22] United Nations Population Fund (UNFPA), Democratic Republic of the Congo – GBV services and safe spaces, https://www.unfpa.org/democratic-republic-congo και https://www.unfpa.org/sites/default/files/pub-pdf/Report%20GBV%20and%20Gender%20Mappping.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[23] International Rescue Committee, Integrated support for GBV survivors (health, psychosocial and economic support), Μάρτιος 2026, https://www.rescue.org/article/how-irc-supports-womens-health-amidst-crisis-remote-regions-drc (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[24] Women for Women International, Economic empowerment, savings groups, vocational training:
https://www.womenforwomen.org/where-we-work/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 21.10.2026)
[25] Fondation Femme Plus (Kinshasa), Psychosocial support and assistance to survivors,
https://femmeplusrdc.wordpress.com/ (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[26] Center for Women, Peace and Security Centre (Kinshasa), Vocational training and income generation:
https://friendsofthecongo.org/center-for-women-peace-security/ (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[27] DIS - Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49
[28] CEDAW/C/COD/EP/CO/1: Concluding observations on the report of the Democratic Republic of the Congo submitted under the exceptional reporting procedure - Committee on the Elimination of Discrimination against Women, Φεβρουάριος 2025, https://www.ohchr.org/en/documents/concluding-observations/cedawccodepco1-concluding-observations-report-democratic-republic και https://docs.un.org/en/CEDAW/C/COD/EP/CO/1, σελ. 10 παρ. (e) (ημερομηνία πρόσβασης 07.08.2026)
[29] UNHCR, Εγχειρίδιο, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, παράγραφος 38 (ημερομηνία πρόσβασης 21.10.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο