Β. Κ. Ζ. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.227/24, 14/10/2026
print
Τίτλος:
Β. Κ. Ζ. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.227/24, 14/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.227/24

 

14 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β. Κ. Ζ. Μ.

Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Α. Πλιάκα, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η 

Αίτηση ημ.07/05/26 για Προσαγωγή Μαρτυρίας

 

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.27/12/23, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 29/12/23, ως άκυρης, παράνομης και/ή στερούμενης έννομου αποτελέσματος (Αιτητικό Α1), απόφαση του Δικαστηρίου η «οποία να αναγνωρίζει τον Αιτητή ως πρόσφυγα» ( Αιτητικό Α2) ή, εναλλακτικά, «ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας» (Αιτητικό Α3).

Μετά την καταχώρηση της με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγής (24/01/24), της ενστάσεως από τους καθ’ ων η αίτηση (22/03/24), γραπτής αγόρευσης αιτητή (03/07/24) και γραπτής αγόρευσης καθ’ ων η αίτηση (11/10/24), ο αιτητής εξέφρασε την πρόθεση του να αιτηθεί την προσαγωγή εγγράφων τον Νοέμβριο 2025, ακολούθως ζητήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες να δοθεί περαιτέρω χρόνος προκειμένου αρχικά να μεταφραστούν τα έγγραφα (των οποίων θα αιτείτο προσαγωγή) και μετέπειτα προκειμένου να ετοιμαστεί ιατρικό πιστοποιητικό σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση υγείας του αιτητή, και τελικά  καταχώρησε στις 07/05/26 την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας και αιτείται άδειας για προσαγωγή μαρτυρίας, με το περιεχόμενο της επισυνημμένης σ’ αυτήν προτεινόμενης ένορκης δήλωσης (εφεξής ΠΕΔ) και συνημμένα σ’ αυτήν έγγραφα, για τους λόγους που εξηγούνται στην ένορκη δήλωση προς στήριξη της αιτήσεως (εφεξής ΕΔ).

Ο ενόρκως δηλών, δικηγόρος που συνεργάζεται με το γραφείο της δικηγόρου του αιτητή στην με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή, αναφέρει στην ΕΔ ότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσαγάγει αφορά τα συνημμένα σ’ αυτήν Τεκμήρια Α & Α1 (ένορκη δήλωση αιτητή και μετάφραση της στα ελληνικά - ΠΕΔ), όπου καταγράφονται ισχυρισμοί περί βίας και απειλών που δέχθηκε ο αιτητής από τους Ambazonians και επισυνάπτεται συμβόλαιο εργασίας του πατέρα του αιτητή (Τεκμήριο 1Α – ΠΕΔ), δέσμη φωτογραφιών «από τις ζημιές που προκλήθηκαν στο σπίτι του [αιτητή] τον Σεπτέμβριο 2018 από τους Ambazonians και φωτογραφίες από τραύματα, μετά από επίθεση που δέχθηκε» (παρ.4 ΕΔ, Τεκμήριο 2Α ΠΕΔ), ιατρική βεβαίωση ημ.08/11/25, η οποία σχετίζεται με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι «μετά την επίθεση που δέχθηκε, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο St Maria Soledad Hospital λόγω των τραυμάτων που υπέστη» (παρ.5 ΕΔ, Τεκμήριο 3 ΠΕΔ), «ιατρική βεβαίωση από τον ΟΚΥΠΥ το οποίο πιστοποιεί ότι [ο αιτητής] έχει ακόμα τραύμα το οποίο επηρεάζει την υγεία του και την καλή λειτουργία του και πως εξαιτίας του τραύματος […] λαμβάνει ακόμα φαρμακευτική αγωγή» (παρ.6 ΕΔ, Τεκμήριο 4 ΠΕΔ), καθώς και «έγγραφο από τον Υπονομάρχη της περιοχής Zhoa σχετικά με άτομα που έχουν στοχοποιηθεί από τους Αποσχιστές εναντίον της περιουσίας τους», όπου αναφέρεται το όνομα του πατέρα του αιτητή (παρ.7 ΕΔ, Τεκμήριο 5 ΠΕΔ). Τα ως άνω περιγραφόμενα έγγραφα, ως αναφέρεται στην ΕΔ, «δεν προσκομίστηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ούτε κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης, ούτε κατά την διάρκεια της συνέντευξης […] που διεξάχθηκε στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά ούτε και κατά την καταχώρηση της προσφυγής […], καθότι δεν τα είχε ο Αιτητής στην κατοχή του και τα οποία του έχουν σταλεί από φίλο του σε μεταγενέστερο στάδιο» (παρ.8 ΕΔ). Αναφέρεται δε περαιτέρω ότι «η μαρτυρία που σκοπείται να προσκομιστεί, σχετίζεται άμεσα με το θέμα να καταφανεί πλήρως η πλάνη τόσο περί τα πραγματικά γεγονότα όσο και περί τον Νόμο, καθώς και η παντελής έλλειψη έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τις πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση του Αιτητή, σχετικά με την δίωξη που υφίσταται στην χώρα καταγωγής του καθώς και τον σοβαρό κίνδυνο που διατρέξει κατά της ζωής του, της ασφάλειας του, αλλά και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του […] και κατά συνέπεια την πεπλανημένη απόφαση στην οποία οι καθ’ ων η αίτηση οδηγήθηκαν να εκδώσουν», ότι εκ των πιο πάνω δεικνύεται η «ανάγκη να επιτραπεί […] η προσαγωγή μαρτυρίας  […], για να είναι δυνατό να έχει το Σεβαστό Δικαστήριο πλήρη εικόνα επί όλων των σχετικών γεγονότων που αφορούν την εξέταση της προσφυγής […], για να είναι σε θέση να προχωρήσει στην εκδίκαση αυτής επί της ουσίας», ότι «θα βοηθηθεί το Δικαστήριο στην ορθή απονομή δικαιοσύνης», ότι η μαρτυρία σχετίζεται με τους ισχυρισμούς του αιτητή στην προσφυγή και ότι είναι «προς το συμφέρον της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης» να επιτραπεί η προσαγωγή της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι «οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία, ούτε θα επηρεαστούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά τα δικαιώματα τους», απόρριψη δε της αιτήσεως «θα ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματος του [αιτητή] να ακουστεί» (παρ.11-18 ΕΔ)

Τα ως άνω συνοψίζουν τους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της παρούσης, οι οποίοι και αναπτύσσονται περαιτέρω στη γραπτή του αγόρευση, διανθιζόμενοι με νομολογία επί του ζητήματος και αντίκρουση των θέσεων των καθ’ ων η αίτηση, ως εκφράζονται δια της ενστάσεως που καταχώρησαν. Αναφέρει δε ότι τα έγγραφα που ζητείται να προσαχθούν «ήρθαν στην κατοχή του Αιτητή τέλη Νοεμβρίου του 2025» και ότι είχε έκτοτε εκφρασθεί η πρόθεση να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση (σελ.2, αγόρευση αιτητή). Στην επιχειρηματολογία του αιτητή θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσης.

Οι καθ’ ων η αίτηση στην ένσταση τους αναφέρουν ότι «δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας», η μαρτυρία δεν είχε καταδειχθεί ότι «είναι ουσιωδώς συναφής ή αναγκαία για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων», δεν εξηγείται γιατί αυτή δεν είχε προσκομιστεί προηγουμένως, δεδομένου και του ότι, ως σημειώνουν, τα έγγραφα που επιχειρείται να προσαχθούν «θα μπορούσαν, με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας, να είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά την εξέταση του αιτήματος του [αιτητή] ή σε προγενέστερο στάδιο της παρούσας διαδικασίας», «δεν αποδεικνύεται ότι η μη προσκόμιση […] σε προηγούμενο στάδιο οφειλόταν σε λόγους πέραν του ελέγχου» του αιτητή και «ούτε παρέχονται επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την προέλευση εξασφάλιση και διακίνηση» των εγγράφων αυτών (Λόγοι Ένστασης 1-8). Οι ως άνω λόγοι αναπτύσσονται περαιτέρω στην ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, όπου παρατίθεται σχετική νομολογία, αυτούσιος ο κ.10 των διαδικαστικών κανονισμών του παρόντος Δικαστηρίου και ενδελεχής επιχειρηματολογία προς επίρρωση των θέσεων τους, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσης.

Κατά την ακρόαση της παρούσης οι συνήγοροι των μερών αρκέστηκαν να υιοθετήσουν τις αγορεύσεις τους, εμμένοντας στις θέσεις τους ως εκφράζονται δια των γραπτών τους τοποθετήσεων.

Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως, της επιχειρούμενης να προσαχθεί μαρτυρίας, της ενστάσεως και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών.

Παραθέτω κατ’ αρχήν τον κ.10 (α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.

«10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-

(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και

(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.»

Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-652/16 – Ahmedbekova, ημ.04/10/18, αναφέρεται ότι «[τ]ο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, συνδυαζόμενο με την αναφορά σε ένδικο βοήθημα στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι το δικαστήριο […]. Αντιθέτως, το εν λόγω δικαστήριο δεν υπέχει τέτοια υποχρέωση αν διαπιστώσει ότι […] τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια […] της προσφυγής […].»

Τυγχάνουν βεβαίως κατ’ αναλογία εφαρμογής εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της ως άνω ειδικής ρύθμισης του ζητήματος από τον ως άνω διαδικαστικό κανονισμό, και τα λεχθέντα στην οικεία νομολογία (βλ. Sportsman Betting Co. Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, Petrolina Ltd κ.α. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (2002) 4 ΑΑΔ 320 και Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507).

Ανατρέχοντας στην ΕΔ, επί του ζητήματος της καθυστέρησης υποβολής της υπό κρίση αιτήσεως αναφέρεται ότι τα έγγραφα για τα οποία ζητείται με την υπό κρίση αίτηση άδεια προσαγωγής «δεν προσκομίστηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ούτε κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης, ούτε κατά την διάρκεια της συνέντευξης […] που διεξάχθηκε στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά ούτε και κατά την καταχώρηση της προσφυγής […], καθότι δεν τα είχε […] στην κατοχή του και τα οποία του έχουν σταλεί από φίλο του σε μεταγενέστερο στάδιο» (παρ.8 ΕΔ), στη δε αγόρευση προστίθεται ότι «ήρθαν στην κατοχή του Αιτητή τέλη Νοεμβρίου του 2025» και έκτοτε εκφράσθηκε η πρόθεση να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση (σελ.2, αγόρευση αιτητή). Ας σημειωθεί ότι όντως, ως και πιο πάνω, στην παράθεση του ιστορικού της διαδικασίας, αναφέρω, η πρόθεση καταχώρησης της υπό κρίση αιτήσεως είχε αναφερθεί ήδη από τον Νοέμβριο 2025 (βλ. πρακτικό ημ.13/11/25 και email ημ.26/11/25) και η καθυστέρηση από τότε μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης οφειλόταν σε καθυστερήσεις στην μετάφραση εγγράφων και εξασφάλιση ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4 ΠΕΔ).

Λεχθέντων των ως άνω παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 1 (ΠΕΔ) καταγράφεται ως φερόμενος χρόνος σύνταξης του το έτος 2001. Το Τεκμήριο 2Α (ΠΕΔ) περιέχει δέσμη φωτογραφιών όπου απεικονίζονται κοντινές φωτογραφίες (αγνώστου) κτιρίου που φέρει ζημιές και της πλάτης του αιτητή όπου φαίνονται τα τραύματα που αυτός υπέστη (ως ισχυρίζεται) από επίθεση των Ambazonians, όλες οι φωτογραφίες έχουν ληφθεί σε άγνωστο χρόνο. Στο Τεκμήριο 5 (ΠΕΔ) καταγράφεται ως φερόμενος χρόνος σύνταξης του το έτος 2018, στο δε Τεκμήριο 3 (ΠΕΔ) καταγράφεται ως φερόμενος χρόνος σύνταξης του η 08/11/25 και το Τεκμήριο 4 (ΠΕΔ) συντάχθηκε στις 04/04/26.

Ενόψει του φερόμενου χρόνου σύνταξης των Τεκμηρίων 1 και 5, ο οποίος είναι για το μεν πρώτο κατά 25 έτη προγενέστερος της υπό κρίση αίτησης για το δε δεύτερο κατά 8 έτη προγενέστερος αυτής, κατ’ εφαρμογή της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας (βλ. ανωτ.), είναι κατάληξη μου ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση που τίθεται από τον κ.10 (α) (i) (ανωτέρω), καθώς ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι τα έγγραφα αυτά (Τεκμήριο 1 και 5), «άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να [τα] υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)» ή και πολύ προηγουμένως, ή, έστω, αμέσως ή σύντομα μετά την καταχώρηση της προσφυγής, την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία ο αιτητής. Κατ’ εφαρμογή των ίδιων αρχών, δεδομένου ότι είναι εδώ άγνωστος ο χρόνος λήψης των φωτογραφιών που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2Α, η κατάληξη μου είναι η ίδια. Εξηγώ εδώ ότι, από τη στιγμή που τα Τεκμήρια 1 και 5 είναι κατά πολύ προγενέστερα (τόσο της υπό κρίση αιτήσεως όσο και της έκφρασης πρόθεσης προς τούτο, τον Νοέμβριο 2025), ο αιτητής όφειλε – σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες επί τούτου του κ.10 – να παρέχει επαρκείς εξηγήσεις ως προς την καθυστέρηση αυτή και να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να τα εξασφαλίσει ή να προσαγάγει αυτά «κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)», σε ποιες ενδεχομένως ενέργειες προέβη προηγουμένως για να λάβει τα έγγραφα αυτά και υπό ποιες συνθήκες, πως και γιατί περιήλθαν, αλλά και πότε ακριβώς, στην κατοχή του, στην απουσία δε πληροφοριών περί τούτου δεν μπορεί να διαπιστωθεί το κατά πόσο πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του κ.10 και – αναπόφευκτα – οδηγεί σε απόρριψη του αιτήματος επί των Τεκμηρίων 1 και 5. Προς τούτο η γενική αναφορά ότι «[του] έχουν σταλεί από φίλο [του] τον Νοέμβριο του 2025» (παρ.12 ΠΕΔ) δεν αρκεί, δεδομένων όσων αμέσως πιο πάνω εξηγώ. Το ίδιο βεβαίως δεν μπορεί παρά να ισχύσει και επί του Τεκμηρίου 2Α, αφού και πάλι, λόγω της παντελούς απουσίας πληροφοριών σχετικά με τον χρόνο λήψης των φωτογραφιών αυτών αλλά και των λοιπών παραμέτρων που αναφέρω πιο πάνω, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του οικείου κανονισμού.

Επί τούτου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και το εξής απόσπασμα από την απόφαση μου επί ενδιάμεσης αιτήσεως προσαγωγής μαρτυρίας στα πλαίσια της προσφυγής 6847/22, F. R. ν. Δημοκρατίας, ημ.12/07/24, όπου, επί όμοιου ζητήματος, ανέφερα τα εξής:

«Είναι σαφές, εκ της συνδυασμένης ανάγνωσης του κ.10 (α) και 3 (β) του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προσάγει κάθε μαρτυρία σχετική με τους στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς του. Τούτο όμως δεν είναι ανεξέλεγκτο, αλλά υπόκειται σε προϋποθέσεις και εύλογους περιορισμούς.

[…]

Αξίζει να σημειωθεί ότι εύλογοι περιορισμοί στη δικονομική ελευθερία προώθησης της προσφυγής ενός αιτητή δεν είναι ξένοι στη νομολογία μας. Σχετικώς, στη Βαρδιάνος v Richards (1998) 1 Α.Α.Δ 698, λέχθηκε ότι «[α]πό τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της.».

Σχετικώς, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.1483/13, Εύης Δρουσιώτης v Πανεπιστημίου Κύπρου, ημ.07/08/15, αναφέρεται ότι:

«Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής είχε πρόσβαση στο Δικαστήριο ανεμπόδιστα από την ημέρα καταχώρισης της προσφυγής […] και ήταν ελεύθερος κατά πάντα χρόνο να την προωθήσει, εντός του ταχθέντος υπό του Δικαστηρίου χρόνου και αναλόγως των οδηγιών του, ώστε να ανταποκριθεί και να εξασφαλίσει την προστασία που το Σύνταγμα του παρέχει και της θεραπείας που δυνατόν να πετύχει δυνάμει του Άρθρου 146(4) του Συντάγματος.  Το δικαίωμα δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστο, ούτε και ανεξέλεγκτο, σε σημείο που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το δικαίωμα του αιτητή προστατεύεται εφόσον προωθεί νομοτύπως την προσφυγή του και δεν δικαιούται να παρακάμπτει τις διαδικασίες και οδηγίες του Δικαστηρίου. »

Εκ του απαυγάσματος της ως άνω παρεμφερούς νομολογίας και του κ.10, ο οποίος και ρυθμίζει το δικαίωμα του αιτητή να προσάγει νέα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι το δικαίωμα αυτό – αν και παρέχεται δεόντως σε κάθε αιτητή – υποβάλλεται στους περιορισμούς που στον εν λόγω κανονισμό αναφέρονται.

[…]

Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η έκταση και φύση του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο [βλ. έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και αρ.47 του ΧΘΔΕΕ].

Όμως, δεδομένης της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, θεωρώ ότι η επιβολή δια διαδικαστικών κανονισμών εύλογων δικονομικών περιορισμών και η οριοθέτηση των πλαισίων εντός των οποίων κινείται μια δικαστική διαδικασία είναι και θεμιτή αλλά και συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο νοούμενου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η άσκηση των δικαιωμάτων του αιτούντος (πράγμα που δεν εντοπίζω εδώ, ως ανωτέρω εξηγώ). Αυτό επιβεβαιώθηκε, με αναφορά και στην προηγούμενη επί τούτου νομολογία, και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΔΕΕ) στην C-184/16, ECLI:EU:C:2017:684, ημ.14/09/17, όπου το Δικαστήριο ανέφερε σχετικώς τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής:

«58.Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, απόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίζουν τους δικονομικούς κανόνες περί ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, οι δικονομικοί κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Ορφανόπουλος και Oliveri, C-482/01 και C-493/01, EU:C:2004:262, σκέψη 80, και της 13ης Μαρτίου 2014, Global Trans Lodzhistik OOD, C-29/13 και C-30/13, EU:C:2014:140, σκέψη 33).

[…]

60.Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα, ο καθορισμός ευλόγων προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων με γνώμονα την ασφάλεια δικαίου, η οποία προστατεύει τόσο τους ενδιαφερόμενους πολίτες όσο και τις οικείες αρχές, είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Stadt Wiener Neustad, C-348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).»

Η ως άνω προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τα λεχθέντα στην Ahmedbekova (ανωτέρω), όπου αναφέρεται ότι το «δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει εάν, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής» και «δεν υπέχει […] υποχρέωση [να εξετάσει αυτά] αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής».»

Αντίθετη προσέγγιση αντιβαίνει θεωρώ στις ρητές πρόνοιες του κ.10 (α) και θα παρείχε την ευχέρεια για προσκόμιση μαρτυρίας από τον αιτητή κατά το δοκούν, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να αιτιολογείται ειδικώς η καθυστέρηση, με ορατό τον κίνδυνο να διαιωνίζεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

Αναφορικά τώρα με το Τεκμήριο 3, λαμβανομένου υπόψη του ότι έχει ως φερόμενο χρόνο σύνταξης τις 08/11/25, λίγες μέρες προτού εκφρασθεί η πρόθεση για καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως (βλ. πιο πάνω) και δεδομένου του ότι στην επίδικη συνέντευξη (ερ.28 – 1Χ, 2Χ, 3Χ) ο αιτητής αναφέρθηκε σε επίθεση που κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε από τους Ambazonians, στα πλαίσια της οποίας κτυπήθηκε στην πλάτη και νοσηλεύτηκε, είναι επί τούτου κατάληξη μου ότι, παρότι ούτε επ’ αυτού εξηγείται το πως περιήλθε στην κατοχή του αιτητή, εφόσον πρόκειται για έγγραφο πρόσφατο που διατηρεί (εκ πρώτης όψεως) σχετικότητα με τους ισχυρισμούς του αιτητή στην επίδικη αίτηση, πληρούνται ως προς αυτό οι προϋποθέσεις του οικείου κανονισμού. Ομοίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του κ.10 σε σχέση με το Τεκμήριο 4, το οποίο συνίσταται σε ιατρική βεβαίωση εκδοθείσα τον Απρίλιο 2026 (συνταχθέν στη Δημοκρατία, από τον ΟΚΥΠΥ), χωρίς να χρειάζεται θεωρώ να ειπωθούν πολλά περί τούτου, πέραν του να σημειωθεί ότι είναι προφανές ότι πρόκειται για έγγραφο που εξασφαλίστηκε μόλις λίγες μέρες προ της καταχωρήσεως της υπό κρίση αίτησης και – ενδεχομένως (αυτό δεν είναι βέβαιο, καθώς στο έγγραφο αυτό αναφέρεται η ύπαρξη δερματικής βλάβης στον ώμο του αιτητή, η οποία ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με τους ισχυρισμούς του περί επίθεσης που δέχθηκε) – να σχετίζεται με τους ισχυρισμούς του αιτητή.

Ενόψει των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή, καθώς τα Τεκμήρια 3, 3Α και 4 (ΠΕΔ) φαίνεται – εκ πρώτης όψεως – να σχετίζονται με τους επίδικους ισχυρισμούς του (αφορούν - εν δυνάμει - τον πυρήνα της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας), η προσκόμιση τους θα συντείνει στο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των διαθέσιμων σχετικών με την υπόθεση στοιχείων, τα οποία και ενδεχομένως βοηθήσουν στο να τύχει πληρέστερης αξιολόγησης η επίδικη αίτηση και ικανοποιούμαι – στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης – ότι η μη προηγούμενη προσκόμιση τους δεν είναι εξ υπαιτιότητας του αιτητή.

Σημειώνεται βεβαίως και τονίζεται στο σημείο αυτό ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των προσκομισθέντων εγγράφων δεν διενεργείται στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, αλλά αφήνεται ανοικτή να κριθεί στα πλαίσια της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο και την κρίση επί της αξιοπιστίας των εγγράφων αυτών, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και συνυπολογιζόμενων και των λοιπών στοιχείων και ισχυρισμών που συνθέτουν την υπόθεση, στα πλαίσια της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης όλων των διαθέσιμων στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η αίτηση γίνεται δεκτή μερικώς.

Ένορκη δήλωση του Αιτητή περιέχουσα (μόνο) τις παραγράφους 1 μέχρι 5, 8 και 9, καθώς και τα Τεκμήρια 3, 3Α και 4 της ΠΕΔ (Τεκμήριο Α στην ΕΔ), καθώς και μετάφραση αυτής στα ελληνικά, να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα.

Τα έξοδα της παρούσας, ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, θεωρώ δίκαιο υπό τις περιστάσεις, δεδομένου του ότι η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της διαδικασίας, όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της προσφυγής, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα βαρύνουν τον αιτητή.

Η προσφυγή ορίζεται για προγραμματισμό στις 05/11/26, 8:15 π.μ..

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο