M. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2387/24, 12/10/2026
print
Τίτλος:
M. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2387/24, 12/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2387/24

 

12 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

M. L.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Σ. Γλυκή για Ηλίας Χρίστου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Α. Πάλλη, Δικηγόρος για καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Αίτηση ημ.19/03/26 για Παράταση Χρόνου Καταχώρησης Έφεσης

Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο την παράταση του χρόνου καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης.

Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι από τη νομική βάση της αιτήσεως απουσιάζει οιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου ή των τιθέμενων εκεί διαδικαστικών κανονισμών, πλην του αρ.30 του Συντάγματος, αρ.6 ΕΣΔΑ, κ.11, 12Α και κ.13 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019). Ουδεμία δε ειδική αναφορά γίνεται στον οικείο διαδικαστικό κανονισμό του παρόντος Δικαστηρίου (κ.17) και στο Μέρος 41.6 (1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, οι οποίοι τυγχάνουν εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής.

Σημειώνω επί των ως άνω ότι, ως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.33/2023, Ghonima v. Δημοκρατίας, ημ.28/06/24, «[είναι] πάγια δε η θέση της νομολογίας μας, ότι είναι δεδομένη η αναγκαιότητα επίκλησης και αναγραφής στο σώμα μιας ενδιάμεσης αίτησης της νομικής βάσης επί της οποίας αυτή εδράζεται, όπως απαιτεί εξάλλου η Διαταγή 48 (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Badjinder Brav κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε. 235/2015, ημερομηνίας 25/7/2023).»

Παρά τα ως άνω, από τη στιγμή που το ζήτημα δεν ηγέρθη από τους καθ’ ων η αίτηση, προχωρώ με την εξέταση της αιτήσεως επί της ουσίας αυτής.

Επί του ιστορικού της διαδικασίας σημειώνεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή επιφυλάχθηκε στις 17/02/25 και εκδόθηκε στις 16/07/25. Στις 19/03/26 (κατόπιν διορισμού νέων δικηγόρων για αιτητή) καταχωρήθηκε η αίτηση, ορίστηκε στις 03/04/26, όταν δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της στους καθ’ ων η αίτηση, ακολούθως δόθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης και ορίστηκε εκ νέου στις 07/05/26, όταν δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων και ορίστηκε για ακρόαση στις 07/07/26, όταν και δόθηκε νέα προθεσμία για καταχώρηση γραπτής αγόρευσης καθ’ ων και ορίστηκε στις 17/09/26 εκ νέου για ακρόαση, η οποία – εξαιτίας του ότι είχε στο μεταξύ ορισθεί υπόθεση για ακρόαση ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου – επαναορίσθηκε στις 21/09/26, όταν και επιφυλάχθηκε η παρούσα.

Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση (στο εξής ΕΔ), η ενόρκως δηλούσα, δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων του αιτητή και δεόντως εξουσιοδοτημένη προς τούτο, αναφέρει ότι «ο Αιτητής δεν γνώριζε αλλά ούτε και τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι που τον εκπροσωπούσαν τότε […] και όταν ενημερώθηκε […] η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης είχε ήδη εκπνεύσει», αφού, ως ακολούθως εξηγεί, «περί της αρχές Ιουλίου 2025 η εν λόγω δικηγόρος του αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του και δεν ενημέρωσε τον Αιτητή για την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στις 16/07/25», καθώς, «[λ]όγω διαφωνίας του Αιτητή και της δικηγόρου η οποία χειριζόταν την υπόθεση, η τελευταία παραιτήθηκε από δικηγόρος του χωρίς να τον ενημερώσει για την εκδοθείσα απόφαση, αλλά ούτε και για τον χρόνο που είχε για να καταχωρίσει έφεση […] και χωρίς να του δοθεί ο φάκελος της υπόθεσης του» (παρ.5-6 ΕΔ). Συνεχίζει αναφέροντας ότι «ο Αιτητής ήταν με την λανθασμένη εντύπωση ότι η υπόθεση του εκκρεμούσε ακόμη στο Δικαστήριο προς εκδίκαση και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία απορρίφθηκε» και «επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο [των νέων δικηγόρων του] περί τα μέσα του Δεκέμβρη του 2025 για να αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης του» και τότε οι (νέοι) δικηγόροι του αιτητή προχώρησαν «σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης, ούτως ώστε να [ενημερωθούν] για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, καθώς επίσης και για το πότε είναι ορισμένη ξανά η υπόθεση του, αφού ως [τους] ανέφερε είναι ακόμη σε εξέλιξη», αφού, ως περαιτέρω εξηγεί, «δεν [γνώριζαν] τον αριθμό της υπόθεσης του, παρά μόνο το όνομα της δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση […] με την όποια επικοινωνία κατέστη δύσκολη καθότι δεν ήταν διατεθειμένη αρχικά να [τους] δώσει πληροφορίες σχετικά με την […] υπόθεση» (παρ.7-8 ΕΔ). Κατόπιν των ως άνω – ως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα – προσπάθησαν να καταχωρίσουν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, «κάποιες ημέρες αργότερα το Πρωτοκολλητείο […] [τους] ενημέρωσε ότι ο φάκελος είχε κλείσει, καθώς έχει ήδη εκδοθεί απόφαση και δεν μπορούν να αποδεχθούν την εν λόγω καταχώρηση» και «σε περαιτέρω προσπάθεια επικοινωνίας με [την προηγούμενη δικηγόρο του αιτητή] σε προσπάθεια απόκτησης των εγγράφων που αφορούσαν την [υπόθεση], καθώς επίσης και για να [τους] αποστείλουν αντίγραφο της απόφασης […] την οποία ο Αιτητής ουδέποτε έλαβε ή ενημερώθηκε» και εν τέλει, «στις 10.3.2026, η δικηγόρος η οποία χειριζόταν την υπόθεση […] μετά από συνεχή προσπάθεια επικοινωνίας […] μαζί της, [τους] απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την απόφαση» και έτσι οι ίδιοι «[μ]όλις [έλαβαν] την απόφαση του Δικαστηρίου, [ενημέρωσαν] αμέσως τον Αιτητή για το περιεχόμενο της και του [εξήγησαν] το δικαίωμα του για καταχώρηση έφεσης» (παρ.9-11 ΕΔ). Στις παραγράφους που ακολουθούν η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της έφεσης, η οποία κατέστησε αναγκαία την υπό κρίση αίτηση, «δεν οφείλεται σε αμέλεια, αλλά ούτε και συνιστά αδιαφορία του Αιτητή για την προώθηση της υπόθεσης του», αφού, ως εξηγεί, ο αιτητής «βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση […] χωρίς να έχει γνώση της γλώσσας και του νομικού συστήματος, γεγονός που συνέβαλε στο να μην αντιληφθεί εγκαίρως την εξέλιξη της αίτησης του και την ανάγκη καταχώρησης έφεσης εντός […] δεκατεσσάρων (14) ημερών» (παρ.13-14 ΕΔ). Στην ΕΔ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β ένορκη δήλωση άνδρα ο οποίος «επιβεβαιώνει ότι είναι σε σχέση /διατηρεί δεσμό με τον Αιτητή», εκ του δε σεξουαλικού προσανατολισμού του αιτητή προκύπτει κίνδυνος δίωξης στη χώρα καταγωγής του, όπου, εξάλλου, «επικρατεί ιδιαίτερα τεταμένη και επικίνδυνη κατάσταση […] λόγω […] της κλιμάκωσης των εχθροπραξιών και της γενικότερης αστάθειας στην περιοχή», η οποία «επιτείνει τον κίνδυνο» και επιπλέον, ως εισηγείται, «η επιστροφή του Αιτητή στο Ιράν χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα πλήρους δικαστικού ελέγχου της υπόθεσης θα μπορούσε να παραβιάσει την αρχή της μη επαναπροώθησης» (παρ.15-17). Τέλος, ως αναφέρει, «[για] σκοπούς εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου» επισυνάπτεται (Τεκμήριο Γ) η προτιθέμενη να καταχωριστεί Ειδοποίηση Έφεσης, σημειώνοντας ότι «η μη παροχή δυνατότητας στον Αιτητή να ασκήσει την έφεση θα είχε ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας» (παρ.20-21 ΕΔ).

Τα ως άνω συνοψίζουν τους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της παρούσης, οι οποίοι και αναπτύσσονται περαιτέρω στη γραπτή του αγόρευση, διανθιζόμενοι με νομολογία επί του ζητήματος και αντίκρουση των θέσεων των καθ’ ων η αίτηση ως εκφράζονται δια της ενστάσεως που καταχώρησαν. Στους επιμέρους ισχυρισμούς και επιχειρηματολογία του αιτητή (ως αναπτύσσεται στη γραπτή του αγόρευση) θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσης.

Οι καθ’ ων η αίτηση στην ένσταση αναφέρουν ότι η «αίτηση είναι παράτυπη και/ή νόμο αβάσιμη […] δεν αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι για να άρουν την τελεσιδικία της απόφασης του Δικαστηρίου […] οι λόγοι που επικαλείται [ο Αιτητής] δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος […] δεν αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο ίδιος ο Αιτητής δεν προέβη στην Ένορκη Δήλωση και/ή η μαρτυρία η οποία στηρίζει το αίτημα του δεν είναι η καλύτερη δυνατή […] [και] δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί ο αιτούμενο διάταγμα» (βλ. Λόγοι Ένστασης). Τα ως άνω αναπτύσσονται περαιτέρω στη γραπτή τους αγόρευση, δια παραθέσεως σχετικής νομολογίας προς επίρρωση των θέσεων τους, επί της οποίας θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσης. Επί του παρόντος σημειώνω επιγραμματικά ότι αυτό που αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση είναι ότι δεν δίδεται κάποια αιτιολογία σχετικά με τον λόγο που η ΕΔ που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση έγινε από δικηγόρο και όχι τον ίδιο τον αιτητή, που, ως αναφέρεται, «προσπάθησε να δικαιολογήσει την μη έγκαιρη καταχώρηση ειδοποίησης έφεσης ισχυριζόμενος δήθεν απόσυρση των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν περί τις αρχές Ιουλίου και δυσκολίας ενημέρωσης ως προς την πορεία της υπόθεσης του, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, τον τρόπο απόσυρσης και γενικότερα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα», καθώς, ως σημειώνουν, «[κ]ανένα έγγραφο δεν προσκομίζεται που να υποστηρίζει αυτόν τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό ούτε καν ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή, ο οποίος είναι ο μόνος που θα μπορούσε να ήταν γνώστης των γεγονότων» αυτών, και δεν αποκαλύπτονται οι «προσπάθειες που κατέβαλαν [οι νέοι δικηγόροι του αιτητή] για να ενημερωθούν σε σχέση με την υπόθεση […], τις έρευνες στις οποίες προέβησαν για να εντοπίσουν το στάδιο που βρισκόταν η εν λόγω υπόθεση» και «[ο]ύτε καν το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.10.03.2026 […]», καταλήγουν δε ότι όσα αναφέρει ο αιτητής «είναι εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίοι δεν αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής, με σκοπό να δικαιολογήσουν το διάστημα των 9 μηνών κατά το οποίο ο Αιτητής δεν προχώρησε στην καταχώρηση έφεσης» (παρ.11-13 αγόρευσης καθ’ ων η αίτηση).

Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως, της ενστάσεως και των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των μερών.

Σε σχέση κατ’ αρχή με τους ισχυρισμούς που αφορούν το ότι η ΕΔ που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση έγινε από δικηγόρο και όχι τον ίδιο τον αιτητή σημειώνω ότι έχει βεβαίως κατ’ επανάληψη τονιστεί από τη νομολογία ότι είναι ανεπιθύμητη η καταχώρηση ένορκη δήλωσης από δικηγόρο, όπου δεν δίνεται σαφής λόγος για την μη όρκιση του ίδιου του διαδίκου. Σημειώνω δε ότι στην παρούσα δεν δίδεται βεβαίως ρητώς κανένας λόγος γιατί η ένορκη δήλωση δεν έγινε από τον ίδιο τον αιτητή.

Επί τούτου, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva (2010) 1 ΑΑΔ 82, αναφέρονται τα εξής σχετικά:

«Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).

[…]

Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.»

Στην Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου (2013) 1 ΑΑΔ 1202, ημ.13/06/13, όπου γίνεται αναφορά και στην ως άνω νομολογία, λέχθηκε ότι:

«Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Alexander v. Alexander (2013) 1 Α.Α.Δ. 1093).»

Υπογράμμιση από τον γράφοντα

Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας, παρ’ όλο που η ένορκη δήλωση περιέχει αναφορά γεγονότων, εντούτοις, παρά το κατακριτέο αυτής της πρακτικής, δεν θεωρώ ότι η ΕΔ θα πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί για τον λόγο και μόνο αυτόν, δεδομένου εδώ και του ότι ένορκη δήλωση του αιτητή θα είχε την επιπλέον δυσχέρεια, ευλόγως, της μετάφρασης αυτής από την μητρική του γλώσσα στα ελληνικά και αντίστροφα.

Προτού προχωρήσω στην ουσία της υπό κρίση αίτησης προέχει εδώ μια αναδρομή στη σχετική νομολογία.

Το απαύγασμα της νομολογίας και οι παράγοντες οι οποίοι σταθμίζονται κατά την εξέταση αιτήσεων ως η παρούσα παρατίθεται στην Fame Transports Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 561, Ολομέλεια, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Γνώμονας για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης είναι πάντοτε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Στην απόφαση Χόππη ν. Παναγή (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, ο Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) έδωσε σφαιρικά τη φιλοσοφία και τη νομική διάσταση του θέματος. Αναφέρει στη σελίδα 143:-

"Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρησή τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35, θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος.".

Στην υπόθεση Ν. Georgiou ν. Republic (1968) 1 C.L.R. 411 ακολουθήθηκε μια πιο ελαστική προσέγγιση όσον αφορά την αμέλεια ή το λάθος του δικηγόρου ή του διαδίκου ακολουθώντας την προγενέστερη απόφαση Hadjimichael ν. Karamichael and Another (1967) 1 C.L.R. 61. Λέχθηκε σ' αυτήν ότι ακόμα και λόγος που αναφέρεται σε λάθος ή παρεξήγηση του διαδίκου ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά αν θα γίνει δεκτός ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Σ' αυτή έγινε δεκτή η αίτηση. Τα γεγονότα όμως ήσαν εντελώς διάφορα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στη Νiki Georgiou (πιο πάνω) η αλλοδαπή αιτήτρια είχε απελαθεί αμέσως μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή της εναντίον της απέλασής της. Το εύρημα του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν είχε τις αναγκαίες διευκολύνσεις για να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της μετά την έκδοση της απόφασης και πριν απελαθεί. Τελικά επικοινώνησε με το δικηγόρο της από το εξωτερικό με αλληλογραφία και λόγω αμέλειας του δικηγόρου η αίτηση για παράταση του χρόνου υποβλήθηκε τρεις μόνο μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας για υποβολή της έφεσής της.

Σε αντίθεση με τα πιο πάνω γεγονότα στην υπόθεση Νiki Georgiou, στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσης. Δεν μας έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε αυθεντία στην οποία το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του έχει θεωρηθεί από μόνη της ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. (Βλέπε: Σολιάτης κ.ά. ν. Χριστοδουλίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1162).»

Υπογράμμιση από τον γράφοντα

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Αίτηση αρ.14/2024, Λοΐζος Νικολάου ν. KMT VIP Transportation Ltd κ.α., ημ.06/02/25, αναφέρονται δε τα εξής, με πλούσιες αναφορές και στην οικεία νομολογία επί του ζητήματος:

«Οι σχετικές με αιτήματα παράτασης νομολογιακές αρχές είναι πολύ καλά γνωστές. Για σκοπούς της παρούσας αρκούμαστε στην παράθεση από την υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21, του ακόλουθου αποσπάσματος:

 «Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας.

 Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, ECLI:CY:AD:2019:B125 στην οποία λέχθηκε ότι:

 ".η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν, Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B107, ECLI:CY:AD:2018:B107), ECLI:CY:AD:2018:B107."

 Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας (1996) 2 ΑΑΔ 236)».

[…]

 Η γενικότερη νομολογιακή αρχή, ως έχει τονιστεί στην Βαρδιάνος v. Richards (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 698, είναι πως «[Ο] διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων» (βλ. και Επί τοις αφορώσι τον Φ.Μ., Ποιν. Αίτ. 6/22, ημερ. 4.10.22, η οποία αφορούσε επίσης αίτηση παράτασης). Η αρχή αυτή έτυχε εφαρμογής κατά την απόρριψη  παρόμοιου αιτήματος στην Andreou v. Republic (1972) 2 C.L.R. 4, όταν εξαιτίας εσφαλμένης αντίληψής του ο συνήγορος καθυστέρησε κατά μια μέρα να παρουσιάσει την έφεσή του στον πρωτοκολλητή («...counsel for the Applicant erroneously thought that one of the Sundays would not count in computing the time‑limit»).

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το σφάλμα δικηγόρου υπό τις περιστάσεις κρίθηκε ως ικανοποιητικός λόγος για την παράταση (βλ. Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Heavens Garden Water Park Ltd κ.ά. (2004) 2 Α.Α.Δ. 194). Σε καμμιά περίπτωση όμως η επίκληση σφάλματος δεν αποτελεί αφ' εαυτού και αυτομάτως βάσιμο λόγο για παράταση (Pavlou v. Cacoyiannis (1963) 2 C.L.R. 405). Όπως είχε λεχθεί στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd κ.ά. v. Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού (2000) 2 Α.Α.Δ. 52:

 «Όχι μόνο αδυναμία, οφειλόμενη σε ασθένεια του δικηγόρου, αλλά και σφάλμα του δικηγόρου θα μπορούσε να θεμελιώσει αίτηση για παράταση, νοουμένου ότι καταφαίνεται ότι η αδυναμία ή το σφάλμα επέδρασε ουσιωδώς, καθ' όλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου, ως παράγοντας ανασταλτικός της άσκησης έφεσης. Η παράλειψη πρέπει να αιτιολογείται τόσο σε σχέση με το χρόνο που αφορά την προθεσμία για την άσκηση έφεσης όσο και με το κενό που μεσολαβεί μεταξύ της εκπνοής του και της υποβολής του αιτήματος για την παράτασή του».»

Επανερχόμενος στα ενώπιον μου δεδομένα, τα οποία και καταγράφω με λεπτομέρεια πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, παρατηρώ ότι παρήλθαν πέραν των 8 μηνών από τον χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην με τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγή (16/07/25), μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης (19/03/26). Σχετικά με το διάστημα αυτό ο αιτητής αναφέρει ότι η συνήγορος του είχε αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του «περί τις αρχές Ιουλίου» και γι’ αυτό ο ίδιος δεν ενημερώθηκε για την έκδοση απόφασης και «τον χρόνο που είχε για να καταχωρήσει έφεση». Δεν διευκρινίζεται μέσω ποιου διαβήματος γνωστοποίησε στον ίδιο τον αιτητή ή στο Δικαστήριο την ισχυριζόμενη απόσυρση της η τότε δικηγόρος του, ούτε και ο ακριβής χρόνος που αυτή έγινε, γίνεται όμως λόγος για διαφωνία «του Αιτητή και της δικηγόρου». Ότι λοιπόν μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί εκ των ισχυρισμών στην ΕΔ είναι ότι περί τον χρόνο που εξεδόθη η απόφαση του Δικαστηρίου προέκυψε, κατά τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας, διαφωνία του αιτητή και της τότε δικηγόρου του. Ακολουθεί έκτοτε ένα σημαντικό κενό στο αφήγημα του αιτητή, ως αυτό παρατίθεται στην ΕΔ, που αφορά κατ’ αρχήν τον χρόνο από «περί τις αρχές Ιουλίου», μέχρι που ο αιτητής επικοινώνησε με το γραφείο των δικηγόρων που τον εκπροσωπούν στα πλαίσια της παρούσας. Καθ’ όλον δε αυτόν τον χρόνο ο αιτητής, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην ΕΔ που υποστηρίζει την παρούσα, παρότι – ως αναφέρεται – ο αιτητής ενεργούσε «έχοντας την εντύπωση ότι η υπόθεση του ακόμη εκκρεμούσε στο Δικαστήριο», γνώριζε όμως, ως προκύπτει ευθέως από τα λεγόμενα στην ΕΔ, ότι είχε διαφωνία με τη δικηγόρο του και ότι αυτή αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του «περί τις αρχές Ιουλίου». Δεν προέβη όμως, για διάστημα περί των 5 μηνών, σε καμία απολύτως ενέργεια ή διάβημα προκειμένου είτε να επικοινωνήσει με το Δικαστήριο ή και να εξεύρει άλλους δικηγόρους προκειμένου να τον εκπροσωπήσουν. Η εικόνα για τον αιτητή γίνεται έτι δυσμενέστερη λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είχε επιφυλαχθεί τον Φεβρουάριο 2025, στην παρουσία μάλιστα του ιδίου του αιτητή (βλ. πρακτικό ημ.17/02/26). Ως εκ των ως άνω προκύπτει, ανεξαρτήτως των λοιπών δηλώσεων που εμπεριέχονται στην ΕΔ, ο αιτητής φαίνεται ότι, παρόλο που είχε ίδια γνώση ότι η απόφαση στην υπόθεση του είχε επιφυλαχθεί προ 5 μηνών (από την έκδοση της απόφασης) και ενώ είχε διαφωνία με τη δικηγόρο του «περί τις αρχές Ιουλίου», άφησε να παρέλθουν άλλοι 5 μήνες, μέχρι που εν τέλει, «περί τα μέσα Δεκεμβρίου» (2025), επικοινώνησε με τους νέους δικηγόρους του.

Ακολουθεί των ως άνω και άλλο διάστημα περί των 3 μηνών, μέχρι που οι συνήγοροι του αιτητή καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Για τον χρόνο αυτό αναφέρεται ότι η (τότε) δικηγόρος του αιτητή «δεν ήταν διατεθειμένη αρχικά να […] δώσει πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω υπόθεση», είχε δε γίνει προσπάθεια να καταχωρηθεί εμφάνιση (σε χρόνο που δεν διευκρινίζεται) και ακολούθως να εστάλη αντίγραφο δια email της απόφασης από την προηγούμενη δικηγόρο του (δεν παρατίθεται το εν λόγω email). Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι η ενημέρωση για την πορεία και/ή κατάληξη της υπόθεσης του αιτητή θα μπορούσε να ληφθεί από το Πρωτοκολλητείο (από τον ίδιο τον αιτητή) με μόνο τον αριθμό ARC του ή και από το μηχανογραφημένο σύστημα των καθ’ ων η αίτηση. Ουδεμία προς τούτο προσπάθεια φαίνεται να έγινε ή τουλάχιστον δεν καταγράφεται στην ΕΔ.  

Τα ως άνω, λαμβανομένου υπόψη εδώ του ότι η επιφύλαξη της υπόθεσης του αιτητή είχε γίνει ήδη (στην παρουσία του) από τον Φεβρουάριο 2025, περί το ένα έτος προτού αυτός απευθυνθεί στους νέους του δικηγόρους, περί τους 13 μήνες προτού αυτός καταχωρήσει την παρούσα, η δε υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε πέραν των 8 μηνών μετά που είχε εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, χρόνο κατά τον οποίο (περί τις αρχές Ιουλίου) - σύμφωνα με τα όσα στην ΕΔ αναφέρονται, ο ίδιος γνώριζε ότι η συνήγορος του είχε αποσυρθεί, δεν μπορούν – ευλόγως – να στηρίξουν συμπέρασμα ότι εν προκειμένω η καθυστέρηση του ήταν σύγγνωστη ή και προϊόν εύλογης σύγχυσης ή και αποτέλεσμα του ότι αυτός, ως ισχυρίζεται, βρισκόταν «σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση […] χωρίς να έχει γνώση της γλώσσας και του νομικού συστήματος», αποτέλεσμα της οποίας ήταν «μην αντιληφθεί εγκαίρως την εξέλιξη της αίτησης του και την ανάγκη καταχώρησης έφεσης εντός […] δεκατεσσάρων (14) ημερών», ούτε και βεβαίως θα μπορούσε εδώ να λεχθεί ότι η καθυστέρηση αυτή «δεν οφείλεται σε αμέλεια, αλλά ούτε και συνιστά αδιαφορία του Αιτητή για την προώθηση της υπόθεσης του».

Τουναντίον, όλα τα πιο πάνω, δεδομένων και των κρίσιμων κενών που εντοπίζονται στο αφήγημα του αιτητή για τον ουσιώδη ως προς της παρούσα χρόνο, ήτοι από τις 16/07/25 (έκδοση απόφασης) μέχρι τις 19/03/26 (καταχώρηση της παρούσας), δεικνύουν, ακόμα και επί των όρων του ίδιου του αφηγήματος του αιτητή, επί μακρώ αδιαφορία για την πρόοδο (και κατάληξη) της υπόθεσης του, η οποία δεν αφήνει εδώ περιθώριο για άλλη κατάληξη παρά την απόρριψη της παρούσης. Με πιο απλά λόγια θα πρέπει να ειπωθεί ότι ένας αιτητής, έχοντας εν γνώσει του ότι η δικηγόρος του έχει αποσυρθεί (χωρίς δε να έχει τεθεί ενώπιον μου κάτι που να τεκμηριώνει τούτο) από την εκπροσώπηση του, ως ο ίδιος αναφέρει στα πλαίσια της παρούσης (δια της ενόρκως δηλούσας), αναμένεται – και ευλόγως – να κινηθεί τάχιστα, ώστε, ακόμα και αν αντιμετωπίσει, ως αναφέρεται εδώ, δυστροπία απ’ αυτή, να διορίσει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση δικηγόρους ή – έστω – να προσπαθήσει - κατ’ ελάχιστο - να επικοινωνήσει, το συντομότερο, με το Δικαστήριο προκειμένου να επιχειρήσει να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης του. Ουδέν εκ των ως άνω έπραξε εδώ ο αιτητής για διάστημα τουλάχιστον 5 μηνών (16/07/25 – μέσα Δεκεμβρίου 2025), σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ΕΔ. Ως στην Eurohouse Finance (ανωτέρω) λέχθηκε, η «παράλειψη πρέπει να αιτιολογείται τόσο σε σχέση με το χρόνο που αφορά την προθεσμία για την άσκηση έφεσης όσο και με το κενό που μεσολαβεί μεταξύ της εκπνοής του και της υποβολής του αιτήματος για την παράτασή του».

Ουδείς περαιτέρω λόγος ή ιδιαίτερη περίσταση δίδεται δια μέσου της ΕΔ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση που να καταδεικνύει εδώ «άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσης» αλλά ούτε και δίδονται λόγοι καθυστέρησης που, στην παρούσα, θα μπορούσε να θεωρηθούν ότι «αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης» (Fame Transports, ανωτέρω), ήτοι την ανάγκη για τελεσιδικία, ως άρρηκτα αυτή συνυφαίνεται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο αιτητής, παρά την απόρριψη της αιτήσεως, δεν στερείται εδώ της δυνατότητας, ιδίως σε σχέση με όσα αναφέρει περί της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής (εχθροπραξίες), όσο και σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό σχέση που διατηρεί με άνδρα στη Δημοκρατία (Τεκμήριο Β), να προχωρήσει – αν επιθυμεί – σε υποβολή νέας μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει επί του παραδεκτού αυτής η οικεία νομοθεσία.

Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσης.

Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €300 υπέρ καθ’ ων η αίτηση.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο