Α. Β. Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2397/25, 29/10/2026
print
Τίτλος:
Α. Β. Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2397/25, 29/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2397/25

 

29 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. Β. Ν.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Ρ. Μαλεκκίδου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Ν. Κουρσάρης, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.08/09/25, η οποία του κοινοποιήθηκε, ως ισχυρίζεται, στις 22/09/25 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων ο αιτητής κατάγεται από τη Λιβερία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές παρατύπως, μέσω κατεχομένων στις 13/10/22 και υπέβαλε την εδώ επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 08/11/22 (ερ.1-3), η οποία και απορρίφθηκε ως σιωπηρώς αποσυρθείσα στις 26/07/24 (ερ.21-29). Στις 30/09/24 ο αιτητής αιτήθηκε το επανάνοιγμα της αιτήσεως του (ερ.38), όπερ και εγένετο. Ακολούθησαν τηλεφωνικές για διάστημα 5 και πλέον μηνών (βλ. ερ.40) και γραπτές κλήσεις στον αιτητή (ταχυδρομικώς, ερ.41-42) προκειμένου να παρευρεθεί σε συνέντευξη για την εξέταση της αιτήσεως του, χωρίς ανταπόκριση, με αποτέλεσμα η αίτηση του να απορριφθεί (εκ νέου) ως σιωπηρώς αποσυρθείσα δια της επίδικης εδώ απόφασης ημ.06/06/25 (ερ.40-59).

Επί της αιτήσεως ο αιτητής αναφέρει διάφορους λόγους προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων εντούτοις δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση που επακολούθησε.

Στα πλαίσια λοιπόν της γραπτής της αγόρευσης προώθησε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συναρτώνται με τα επίδικα θέματα (περιλαμβάνουν επί το πλείστο αναφορές σε λεγόμενα κατά τη συνέντευξη, που δεν έγινε εδώ) και αφορούν το ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν αιτιολογείται η επίδικη απόφαση αλλά και ισχυρισμούς που άπτονται του ζητήματος της διεθνούς προστασίας (που εν προκειμένω δεν εξετάστηκε, αφού η αίτηση απορρίφθηκε ως σιωπηρώς αποσυρθείσα). Σημειώνεται ότι στην αγόρευση του αιτητή επισυνάπτονται και έγγραφα, χωρίς εντούτοις να έχει γίνει κάποιο δικονομικό διάβημα προς τούτο.

Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη, απορρίπτουν τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως αβάσιμους και σημειώνουν ότι στην αγόρευση του αιτητή γίνονται αναφορές που δεν αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, τα δε έγγραφα που επισυνάπτονται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθότι, ως εισηγούνται, δεν έχουν προσκομισθεί σύμφωνα με τον οικείο διαδικαστικό κανονισμό.

Κατά τις διευκρινήσεις ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αρκέστηκε να υιοθετήσει τη γραπτή του αγόρευση, η δε συνήγορος του αιτητή παραδέχθηκε ότι δεν είχε παρευρεθεί σε συνέντευξη, όμως – ως ανέφερε – δεν ήταν καλά στην υγεία του.

Επανέρχομαι στα ενώπιον μου στοιχεία.

Σημειώνω, προτού προχωρήσω, ότι η προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση δεν περιλαμβάνεται στις απαριθμούμενες στο αρ.11 (4) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018). Στο αρ.11 (4) (γ) (iv) γίνεται αναφορά σε απόφαση δια της οποίας υπάρχει άρνηση από την Αρχή να αρχίσει εκ νέου εξέταση αίτηση που διακόπηκε με βάση το αρ.16Β και όχι απόφασης, ως εν προκειμένω, να διακοπεί η εξέταση της αίτησης και να απορριφθεί ως σιωπηρώς αποσυρθείσα. Η προσβαλλόμενη λοιπόν απόφαση δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» [βλ. αρ.11 (3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018)].

Συνεπώς η εξέταση της παρούσης περιορίζεται σε (ακυρωτικό) έλεγχο νομιμότητας.

Αναφορικά με το νομικό πλαίσιο σημειώνω τα εξής.

Το αρ.8 (2) (α) του Νόμου προνοεί ότι «[ο] αιτητής, σε περίπτωση αλλαγής του τόπου διαμονής του, υποχρεούται να ενημερώσει το συντομότερο δυνατό το Κλιμάκιο.». Το άρ.16Β (2) (α) και (β) του νόμου προνοεί ότι η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρεί ότι ένας αιτητής έχει (σιωπηρά) αποσύρει την αίτηση του όταν διαπιστώνει ότι «δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη η οποία προβλέπεται στα άρθρα 13Α και 18» καθώς και όταν διαπιστώνει ότι «διέφυγε ή αναχώρησε χωρίς άδεια από το μέρος όπου ζούσε ή βρισκόταν υπό κράτηση, χωρίς να έρθει σε επαφή με την Υπηρεσία Ασύλου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ή δεν εκπλήρωσε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος την υποχρέωση αναφοράς ή άλλες υποχρεώσεις επικοινωνίας, όπως την προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 8, εκτός εάν ο αιτητής αποδείξει ότι αυτό οφειλόταν σε συνθήκες ανεξάρτητες από τη θέλησή του.».

Είναι ξεκάθαρο από την συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω άρθρων του νόμου ότι ο κάθε αιτητής έχει υποχρέωση να ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σε περίπτωση αλλαγής του χώρου διαμονής του και των στοιχείων επικοινωνίας του αλλά και να ανταποκριθεί σε σχετική κλήση για συνέντευξη και, αντίστοιχα, η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να συνάγει, σε περίπτωση αλλαγής αυτών χωρίς ενημέρωση της από τον αιτητή ή μη ανταπόκρισης του σε κλήση για προσωπική συνέντευξη, ότι ο αιτητής έχει αποσύρει αίτησή του σιωπηρώς και να διακόψει την εξέταση αυτής κλείνοντας τον σχετικό φάκελο. Οιαδήποτε άλλη προσέγγιση δεν βρίσκει έρεισμα στις ως άνω ρητές περί τούτου πρόνοιες της οικείας νομοθεσίας. Αυτό έπραξαν στην παρούσα οι καθ’ ων η αίτηση.

Εν προκειμένω, ως προκύπτει από τα ερ.40, οι καθ’ ων η αίτηση κάλεσαν τον αιτητή για να προσέλθει σε συνέντευξη τηλεφωνικώς στις 22/11/24, 04/04/25 και 06/04/25, χωρίς επιτυχία, αφού ο αιτητής δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα ερ.41-42, στον αιτητή στάλθηκε επιστολή στη δηλωθείσα απ’ αυτόν διεύθυνση (βλ. ερ. 38) για τον ίδιο λόγο. Σημειώνω εδώ ότι η ορθότητα των στοιχείων του αιτητή (ως αυτά καταγράφονται στο ερ.38) δεν αμφισβητείται από τον αιτητή στα πλαίσια της παρούσης, σε κάθε δε περίπτωση ουδέν σχετικό αναφέρθηκε από τη συνήγορο του.

Τα ανωτέρω, υπό το φως των ως άνω προνοιών της νομοθεσίας, αρκούν.

Τούτο γιατί το ότι ο αιτητής δεν ανταποκρίθηκε σε συνεχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις αρκεί για την ενεργοποίηση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας και απόρριψη της αίτησης ως σιωπηρώς αποσυρθείσας.

Όπως λοιπόν προκύπτει από την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, αυτοί έλαβαν υπόψη, ως όφειλαν να πράξουν, την μη ανταπόκριση του αιτητή σε κλήσεις για συνέντευξη και απέρριψαν για τον λόγο αυτό την επίδικη αίτηση ως σιωπηρώς αποσυρθείσα, τα όσα δε καταγράφονται στην επίδικη απόφαση είναι επαρκώς τεκμηριωμένα και είναι δε πλήρως αιτιολογημένη η απόφαση.

Καταληκτικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα ο αιτητής είχε κάθε δικαίωμα, ως προνοείται εκ του αρ.16Ε του περί Προσφύγων Νόμου, να αιτηθεί (εντός 9 μηνών από τη λήψη της δια της παρούσης προσβαλλόμενης απόφασης) το επανάνοιγμα φακέλου και συνέχιση της διαδικασίας εξέτασης από το σημείο που αυτή διακόπηκε (ως άλλωστε είχε πράξει και προηγουμένως, όταν είχε δε και πάλι απορριφθεί η αίτηση του ως σιωπηρώς αποσυρθείσα) χωρίς να απωλέσει κανένα επί τούτου δικαίωμα αλλά, εντούτοις, επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα προσφυγή.

Σημειώνω εδώ ότι τα όσα επί της αγόρευσης του επισυνάπτει ο αιτητής, πέραν του ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση (ορθώς) εισηγούνται, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δια σχετικού δικονομικού διαβήματος [κ.3, κ.10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών], ουδόλως σχετίζονται με τα επίδικα εδώ ζητήματα, αφού αφορούν την ουσία της αιτήσεως. Περαιτέρω, για τον ίδιο λόγο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη (και ούτε – σε κάθε περίπτωση – θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τα όσα εξηγούνται πιο πάνω) τα όσα όλως γενικώς και ατεκμηρίωτα ανεφερε η συνήγορος του κατά τις διευκρινήσεις περί του ότι ο αιτητής «δεν ήταν καλά στην υγεία του».

Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο