Μ. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 263/2023, 15/10/2026
print
Τίτλος:
Μ. Α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 263/2023, 15/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 263/2023

15 Οκτωβρίου, 2026

[Ε. Ρήγα, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. Α.

από Σομαλία

                       Αιτητής

                                              -και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                             Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως

Δικηγόρος για Καθ' ων η Αίτηση: Αφρ. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας

 

[Διερμηνείς: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα και ο κος Yasin Mohamed, για διερμηνεία από Somali στην αγγλική και αντίστροφα]

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 07.12.2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

 

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας την οποία εγκατέλειψε στις 08.08.2020, αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 07.03.2021. Ακολούθως, υπέβαλλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 28.04.2021. Στις 28.09.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («EUAA») (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 14.10.2022, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 07.12.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 20.01.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 20.01.2023. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ

 

Ο Αιτητής, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτει έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεσή του, ούτε εξειδικεύει οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφει δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1[1], την ένστασή του εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η χώρα καταγωγής του δεν είναι ασφαλής για τον ίδιο και για αυτό το λόγο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη Σομαλία.

 

Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής προέβαλε φόβο δίωξης την οποία θα αντιμετωπίσει στη χώρα του με βάση κατηγοριών για την ιδιότητα μέλους της κυβέρνησης της Σομαλίας. Επιπλέον κατέγραψε ότι υπέστη βασανιστήρια στη φυλακή της πόλης Haradhere, πόλη καταγωγής του και επιπλέον αναφέρθηκε στην ύπαρξη της εξτρεμιστικής ομάδας Al Shabab η οποία διατηρεί τον έλεγχο στη πόλη του. Τέλος, ζητά από το δικαστήριο προστασία λόγω του κινδύνου που αντιμετωπίζει στη χώρα του. 

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ακόμη ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης. Υποστηρίζουν ακόμη ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, αλλά οι λόγοι που προέβαλε ο Αιτητής περί δήθεν κινδύνου και απειλών είναι αόριστοι, γενικοί και συγκεχυμένοι. Προβάλλουν επίσης ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα και ότι οι αρχές θα του επιτρέψουν την επιστροφή του, άρα δεν αποτελεί άτομο ενδιαφέροντος των αρχών της χώρας του.

 

 

ΙΙΙ. Δικαιοδοσία και πλαίσιο δικαστικού ελέγχου

 

Ως έχω ήδη παρατηρήσει και ανωτέρω, κανένας συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν προβάλλεται και κατά μείζονα λόγο δεν αιτιολογείται από τον Αιτητή στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας. Δεδομένου ωστόσο του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Διαδικαστικός Κανονισμός») τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο.

 

Ανάλογη, όμως, χαλάρωση δεν προβλέπεται αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με την πρόνοια του Κανονισμού 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος διέπει τον καταρτισμό και καταχώριση της αίτησης ακυρώσεως, καθώς είναι ο Αιτητής που έχει ιδιάζουσα γνώση τόσο των γεγονότων της υπόθεσής του όσο και των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση θίγει τα συμφέροντα του. Δεν θα ήταν άλλωστε παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος, προσδιορίζοντας και το επίδικο θέμα της δίκης[2].

 

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015 [3] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητάς την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

 

 

 

 

IV.Δηλώσεις του Αιτητή και διοικητική αξιολόγηση

 

Α. Οι δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Στη βάση λοιπόν των ως άνω, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του Δικαστηρίου. Στην υποβληθείσα αίτησή του ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του λόγω ενός προβλήματος (βλ. ερ.1 και 7 δ.φ.).

 

Ακολούθως κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Σομαλίας, γεννηθείς την 01.08.2001 στην πόλη Harardhere, στη περιφέρεια Mudug της Σομαλίας, τόπος ο οποίος αποτελεί και τη συνήθη και τελευταία περιοχή διαμονής του στη χώρα. Ανέφερε ότι είναι άγαμος, σουνίτης μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα και ότι ανήκει στη φυλή Sheekhaal. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ομιλεί μόνο Σομαλικά.  Ο Αιτητής στη χώρα του δήλωσε ότι εργαζόταν στην οικογενειακή τους φάρμα και ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι ο πατέρας του και ο αδερφός του έχουν αποβιώσει, ενώ η μητέρα του και η αδερφή του ζουν στην Κένυα. Έχει επίσης κάποιους θείους και από τις δύο πλευρές οι οποίοι ζουν στην πρωτεύουσα της χώρας και με τους οποίους διατηρεί επαφή (βλ. ερ. 41-46 δ.φ.).

 

Σχετικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από την πόλη Harardhere στις 05.08.2020 και πήγε στην πόλη Kismayo, όπου παρέμεινε για τρεις ημέρες πριν εγκαταλείψει την Σομαλία στις 08.08.2020. Εν συνεχεία πήγε στην Κένυα. Δήλωσε ότι δε χρησιμοποίησε κανένα έγγραφο για να φύγει από τη χώρα και ότι έδειξε το διαβατήριό του μόνο στις αρχές της Κένυας σε ένα σημείο ελέγχου στην περιοχή Garissa. Αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα με τη βοήθεια διακινητή στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, με την οικονομική υποστήριξη από το θείο του (βλ. ερ. 38-40 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η τρομοκρατική οργάνωση Al Shabaab ήλεγχε την περιοχή στην οποία διέμενε. Στις 12 Οκτωβρίου 2018 έλαβε χώρα αεροπορική επιδρομή των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. Ο Αιτητής, ο αδερφός του και άλλα τέσσερα άτομα κατηγορήθηκαν ότι συνεργάζονταν με τις κυβερνητικές δυνάμεις και ότι βοηθούσαν τις αμερικάνικες δυνάμεις. Το ίδιο βράδυ, μέλη της οργάνωσης πήγαν στο σπίτι τους, τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα όπου τους κακοποίησαν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε ένα χρόνο και δέκα μήνες στη φυλακή Abu Cubeyd όπου υποβλήθηκε σε βασανιστήρια. Ο αδερφός του ήταν κρατούμενος στην ίδια φυλακή και μετά από βασανιστήρια, καθώς εξαναγκάστηκε να βάλει το κεφάλι του μέσα σε πλαστική σακούλα, απεβίωσε. Όταν ο θείος του ενημερώθηκε για το θάνατο του αδερφού του, αποφάσισε να βοηθήσει τον Αιτητή να αποφυλακιστεί με εγγύηση στις 3 Αυγούστου 2020. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Αιτητής νοσηλεύτηκε για ένα βράδυ, και δύο ημέρες αργότερα έφυγε από την Harardhere μαζί με όλη του την οικογένεια (βλ. ερ. 28, 36-38 δ.φ.).

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Λειτουργού, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να καταλάβει το λόγο για τον οποίο ο ίδιος και ο αδερφός του συνδέθηκαν με το περιστατικό της αεροπορικής επιδρομής. Υποψιαζόταν όμως, ότι μπορεί να θεωρήθηκε ύποπτο το γεγονός ότι ο αδερφός του ταξίδευε συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειά. Αναφέρθηκε επίσης στον πατέρα του, ο οποίος ήταν το μοναδικό μέλος της οικογένειας που εργάστηκε για την κυβέρνηση, καθώς υπηρέτησε ως στρατιώτης έως το 1990 όταν η κεντρική κυβέρνηση κατέρρευσε. Ερωτηθείς σχετικά με τα βασανιστήρια που δήλωσε ότι υπέστη, ο Αιτητής αποκρίθηκε πως βασανιζόταν σχεδόν καθημερινά με διαφορετικούς τρόπους. Ανέφερε ότι κάποιες φορές έκαιγαν πλαστικές σακούλες και μετά τις ακουμπούσαν στο σώμα του, ενώ άλλες τον ξεγύμνωναν, του έριχναν νερό και τον χτυπούσαν. Διευκρίνισε ότι όλοι οι κρατούμενοι τιμωρούνταν στον ίδιο χώρο, και αυτός ήταν ο μόνος χώρος όπου μπορούσε να δει τον αδερφό του. Προσέθεσε ότι ακόμα έχει τραύματα στο σώμα του (βλ. ερ. 29-36 δ.φ.).

 

Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης αρχικά δήλωσε ότι το κελί του ήταν φτιαγμένο από χάλυβα, ήταν πολύ βρόμικο, δε του επιτρεπόταν να βγει έξω από αυτό και του δινόταν μόνο ένα γεύμα την ημέρα (μία φέτα ψωμί και τσάι). Σχετικά με την αποφυλάκισή του, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην φυλακή, προσβλήθηκε από μια δερματική νόσο και ελονοσία. Ο θείος του Αιτητή ενημερώθηκε για την κατάστασή του, όταν πήγε στη φυλακή για να πάρει τη σορό του αδερφού, και ζήτησε άδεια για να τον πάει στο νοσοκομείο ώστε ο Αιτητής να διαφύγει από την πόλη. Διευκρίνισε ότι επρόκειτο για προσωρινή αποφυλάκιση με εγγύηση για μετάβαση στο νοσοκομείο και ότι ο θείος του ήταν γνωστός επιχειρηματίας της περιοχής, γι’ αυτό και κατάφερε να τους πείσει. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εάν επιστρέψει στη χώρα του θα τον σκοτώσουν καθώς αυτή είναι η κατάληξη όσων ξέφυγαν από την Al Shabaab. Ερωτηθείς ο Αιτητής αν θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και να εγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή, αποκρίθηκε ότι δε γνωρίζει και επιπλέον πρόσθεσε ότι ίσως στο μέλλον διαφοροποιηθούν οι συνθήκες (βλ. ερ. 29-36 δ.φ.).

 

Β. Η αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος αναφορικά με τη σύλληψη, φυλάκιση και βασανισμό του Αιτητή από μέλη της Al Shabaab και στη συνέχεια την απελευθέρωσή του μετά τη καταβολή εγγύησης∙ ο εν λόγω  ισχυρισμός απορρίφθηκε καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν εξειδίκευσης και λεπτομερειών.

 

Ειδικότερα, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ανεπαρκείς και αόριστες σχετικά με τη σύλληψη, τη μεταφορά και την παραμονή του στο αστυνομικό τμήμα. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τις συνθήκες της απαγωγής του από μέλη της Al-Shabab, επαναλαμβάνοντας με γενικότητα προηγούμενες του δηλώσεις βασιζόμενος σε εικασίες σχετικά με το λόγο της κατηγορίας σε βάρος του. Αναφορικά με τη παραμονή του στη φυλακή, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες. Ακόμα, σημειώθηκε ότι λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του παρέμεινε στη φυλακή για περίπου δύο χρόνια αναμενόταν να είναι σε θέση να είναι πιο λεπτομερής στις δηλώσεις του. Επιπρόσθετα, επί του σημείου αυτού, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι περιγραφές του περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές για τις συνθήκες του κελιού, τη καθημερινή ρουτίνα και τις τιμωρίες χωρίς να είναι σε θέση να αναφερθεί σε προσωπικές εμπειρίες και συγκεκριμένα περιστατικά. Ως προς τα συναισθήματά του κατά τη παραμονή του στη φυλακή υπό τις πολύ σκληρές συνθήκες, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δήλωσε με γενικότητα ότι ήταν απελπισμένος «hopeless» και ότι μέσα του ένιωθε μεγάλο πόνο «felt much pain inside».

 

Ομοίως, ως γενικοί και αόριστοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σχετικά με τα βασανιστήρια και τη κακοποίηση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη κατά την αστυνομική κράτηση αλλά και για όσο βρισκόταν στη φυλακή. Ο Λειτουργός έκρινε ότι παρότι οι αναφορές του στη βία ήταν συνεπείς, δεν περιέγραψε συγκεκριμένα προσωπικά περιστατικά ή βιώματα, αλλά περιορίστηκε στην αναφορά γενικών μεθόδων βασανισμού, όπως ξυλοδαρμός, κάψιμο, χρήση πλαστικής σακούλας στο κεφάλι και βασανισμός με νερό, χωρίς να είναι σε θέση να συνδέσει τις μεθόδους αυτές με συγκεκριμένες εμπειρίες, συνθήκες ή συναισθήματα που ο ίδιος βίωσε, ακόμη και όταν του ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες.

 

Ακόμα, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε με επάρκεια να εξηγήσει τον σκοπό της κράτησής του από την Al-Shabaab, ούτε τον τρόπο με τον οποίο αντιστάθηκε στις πιέσεις και τα βασανιστήρια. Όταν ρωτήθηκε για τον λόγο της σχεδόν διετούς κράτησής του, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Όσο αφορά τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τον θάνατο του αδελφού του, αυτές κρίθηκαν αντιφατικές. Αρχικά δήλωσε ότι ήταν παρών κατά τον θάνατό του, ενώ αργότερα, όταν ρωτήθηκε εκ νέου, αρνήθηκε ότι ήταν παρών και ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο από τον θείο του. Ως προς τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος και ο αδερφός του θεωρήθηκαν ύποπτοι, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες δηλώσεις, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ή επαρκή αιτιολόγηση. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του παρέμειναν σε επίπεδο εικασίας χωρίς επάρκεια που να δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Al Shabab τον είχε στοχοποιήσει προσωπικά.

 

Τέλος, όσον αφορά τις περιστάσεις της απόδρασής του από τη φυλακή, οι δηλώσεις του κρίθηκαν γενικές και χωρίς λεπτομέρειες. Κληθείς να εξηγήσει τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να αποφυλακιστεί, ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες, αλλά ισχυρίστηκε απλώς ότι αρκούσε η διαβεβαίωση ότι ο κρατούμενος θα επέστρεφε, παραμένοντας ασαφής στις δηλώσεις του (βλ. ερ. 80-82 δ.φ.).

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης εντόπισε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της ένοπλης ομάδας Al Shabab στη Σομαλία, όπως επίσης και τον έλεγχο της περιοχής Xharadhere από την Al Shabab αλλά και την αεροπορική επιδρομή  στις 12 Οκτωβρίου 2018. Ωστόσο ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημα του Αιτητή, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του (βλ. ερ. 79-80 δ.φ.).  

 

Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Σομαλία, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και της γενικής κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα. Λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων ήτοι νεαρός, υγιής άνδρας χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Harardhere, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του (βλ. ερ. 78-79 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 76, 85 δ.φ.).

 

V. Δηλώσεις και διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα κατά τις δικασίμους στις 12.11.2025, 11.03.2026 και 07.05.2026 τέθηκαν στον Αιτητή περαιτέρω ερωτήματα προς διερεύνηση των ισχυρισμών του. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν είχε καμία επαφή με κυβερνητικούς υπαλλήλους ή στρατιώτες και ότι θεωρεί πως τον κατηγόρησαν λόγω της εργασίας του (γεωργός και βοσκός) και επειδή ο αδερφός του ταξίδευε συχνά και πωλούσε ζώα σε διάφορες περιοχές. Ανέφερε ότι την ίδια ημέρα που συνέλαβαν τον ίδιο και τον αδερφό του, έγινε μια επίθεση, για την οποία θεωρήθηκαν υπεύθυνοι. Σχετικά με τη σύλληψή του, δήλωσε ότι στο σπίτι του εισέβαλαν πέντε ένοπλα άτομα τα οποία φορούσαν πράσινα ρούχα με ένα μαύρο σύμβολο σαν σημαία όπου αναγράφεται στα αραβικά «δεν υπάρχει θεός, μόνο ο Αλάχ». Δήλωσε ότι κρατούνταν σε διαφορετικό δωμάτιο από τον αδερφό του, και ότι δεν είδε άλλους κρατουμένους, αλλά τα βράδια άκουγε φωνές επειδή τους χτυπούσαν.

 

Αναφορικά με τα βασανιστήρια, δήλωσε ότι τα βράδια τον έβγαζαν από το κελί, έβαζαν το πρόσωπό του πάνω στο έδαφος, ρίχνανε νερό στο σώμα του και μετά τον χτυπούσαν. Άλλες φορές έβαζαν πλαστικό στο κεφάλι του και λίγο πριν πεθάνει το αφαιρούσαν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι από τα βασανιστήρια φέρει παντού πληγές και εξακολουθεί να έχει σημάδια στο σώμα του. Ωστόσο ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας επί του παρόντος. Σχετικά με την αποφυλάκισή του, ανέφερε ότι όταν ο θείος του πήγε στη φυλακή για να παραλάβει τη σωρό του αδερφού του, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων και επειδή έπασχε από άσθμα, είδε τον Αιτητή και τις πληγές του και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Έτσι, ζήτησε να του επιτρέψουν να μεταφέρει τον Αιτητή στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με τον Αιτητή, λόγω της επιχειρηματικής δράσης του θείου του στην περιοχή, κατάφερε να τον βγάλει από τη φυλακή. Ανέφερε ότι έμεινε μια ημέρα στο νοσοκομείο, όπου του έδωσαν κάποια χάπια για την επούλωση των πληγών.

 

Ερωτηθείς για την οικογένειά του, αποκρίθηκε ότι όλοι βρίσκονται πλέον στην Κένυα, ενώ στη Σομαλία παραμένουν μόνο κάποιοι μακρινοί συγγενείς με τους οποίους δεν έχει επικοινωνία. Ισχυρίσθηκε ότι η οργάνωση Al Shabaab έχει κάνει κατάληψη της φάρμας του, καθώς αυτό κάνουν σε όσους φεύγουν. Δήλωσε ότι κάποια άτομα τηλεφώνησαν στη μητέρα του και της είπαν ότι πήραν τα ζώα τους. Σχετικά με τη δυνατότητα επιστροφής στην πόλη συνήθους διαμονής του δήλωσε ότι δε θα μπορούσε να μείνει εκεί καθώς μέλη της οργάνωσης μπορούν να τον εντοπίσουν. Το ίδιο δήλωσε ότι ισχύει και για τη δυνατότητα μετεγκατάστασης στην πρωτεύουσα ή σε κάποια άλλη πόλη της Σομαλίας.

 

VΙ. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Α. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών και διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί, υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την εισηγητική έκθεση, που αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή. Οι δηλώσεις του ως προς τα στοιχεία αυτά υπήρξαν σαφείς, σταθερές και δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να τις κλονίσει.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τη σύλληψη, κράτηση και υποβολή του Αιτητή σε βασανιστήρια από μέλη της Al Shabaab, καθώς και τη μεταγενέστερη έξοδό του από τη φυλακή με τη μεσολάβηση του θείου του, προχωρώ σε αυτοτελή αξιολόγηση των δηλώσεών του κατά τη διοικητική συνέντευξη και ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου και τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του.

 

Πριν από την επιμέρους εξέταση των δηλώσεων, κρίνω αναγκαίο να προσδιορίσω τις προσωπικές περιστάσεις υπό τις οποίες αξιολογείται η αφήγησή του. Ο Αιτητής ήταν δεκαεπτά ετών κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης σύλληψης, έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ομιλεί μόνο Σομαλικά. Η διοικητική συνέντευξη πραγματοποιήθηκε περίπου τέσσερα έτη μετά την έναρξη των περιγραφόμενων γεγονότων, ενώ οι ακροάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου έγιναν ακόμη μεταγενέστερα, μέσω διερμηνείας και χωρίς νομική εκπροσώπηση.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αναφορές σε επαναλαμβανόμενη κακοποίηση, καύση πλαστικού επί του σώματος, πρόκληση ασφυξίας και διατήρηση σωματικών σημαδιών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούσαν ενδείξεις ενδεχόμενης ευαλωτότητας που απαιτούσαν διερεύνηση. Τα άρθρα 9ΚΔ και 10Α του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν ατομική εκτίμηση των ειδικών αναγκών και την παροχή κατάλληλης υποστήριξης, ενώ το άρθρο 15 ρυθμίζει την ιατρική και ψυχολογική εξέταση ενδείξεων προηγούμενης δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε σχετική εξειδικευμένη αξιολόγηση. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής, αναφερόμενος στα τραύματα που απέδιδε στην καύση πλαστικού, προσφέρθηκε να τα επιδείξει και ο Λειτουργός απάντησε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο. Η προσφορά αυτή δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ή την προέλευση των τραυμάτων. Καταδεικνύει, όμως, προθυμία υποστήριξης του ισχυρισμού με στοιχείο που δεν διερευνήθηκε. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η απουσία ιατρικής τεκμηρίωσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αυτοτελής λόγος απόρριψης.

 

Οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Αιτητή ότι σήμερα είναι καλά στην υγεία του και δεν παρακολουθείται από ιατρό δεν αναιρούν την πιθανότητα προηγούμενου βασανισμού. Δεν αποτελούν, επίσης, εξειδικευμένη εκτίμηση πιθανών συνεπειών των περιγραφόμενων εμπειριών στη μνήμη ή στην εξιστόρησή τους. Δεν διαπιστώνω, ωστόσο, συγκεκριμένη ψυχική διαταραχή ούτε αποδίδω αυτομάτως κάθε απόκλιση σε τραυματικό βίωμα.

 

Κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη ότι τραυματικές εμπειρίες μπορούν να επηρεάζουν την ανάκληση, τη χρονική αλληλουχία και τη συναισθηματική έκφραση. Όπως επισημαίνει η EUAA[4], οι δυσκολίες αυτές απαιτούν προσεκτική εξέταση των πιθανών εξηγήσεων για ασυνέπειες και ελλείψεις λεπτομερειών. Συνεπώς, δεν εφαρμόζω ως κριτήριο αξιοπιστίας την απαίτηση εξαντλητικής περιγραφής κάθε επεισοδίου ή την εκδήλωση συγκεκριμένης συναισθηματικής αντίδρασης.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνω κατ’ αρχάς ότι ο βασικός άξονας της αφήγησης παρέμεινε σταθερός. Ο Αιτητής συνέδεσε τη σύλληψή του και τη σύλληψη του αδελφού του με την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018. Ανέφερε ότι τους αποδόθηκε συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις, ότι κρατήθηκε για περίπου ένα έτος και δέκα μήνες, ότι υποβλήθηκε επανειλημμένα σε κακοποίηση και ότι εξήλθε από τη φυλακή με παρέμβαση του θείου του για μετάβαση σε νοσοκομείο, χωρίς να επιστρέψει στην κράτηση.

 

Δεν συμφωνώ με την κρίση ότι το αφήγημα στερείται συνολικά συγκεκριμένου βιωματικού περιεχομένου. Κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής περιέγραψε τη νυχτερινή εισβολή ενόπλων στην κατοικία του, την αναζήτηση του αδελφού του, την κάλυψη των ματιών του, τη μεταφορά του στο αστυνομικό τμήμα και την παρουσία διοικητή με συνοδούς. Περιέγραψε επίσης την κατηγορία κατασκοπείας και την επιμονή των κρατούντων να παραδεχθεί ότι συνεργαζόταν με τις δυνάμεις που είχαν πραγματοποιήσει την επίθεση.

 

Πρόσθετα, οι δηλώσεις του ενώπιόν του Δικαστηρίου συμπλήρωσαν την περιγραφή της εισβολής και των ενόπλων, χωρίς να μεταβάλουν τον βασικό χαρακτήρα του περιστατικού. Η μεταγενέστερη προσθήκη λεπτομερειών, ως απάντηση σε περαιτέρω ερωτήσεις, δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη κατασκευής. Παράλληλα, τυχόν διαφορές στους εκτιμώμενους χρόνους μεταφοράς δεν προσλαμβάνουν αποφασιστική βαρύτητα, ιδίως αφού ο Αιτητής περιέγραψε περισσότερες μετακινήσεις και κάλυψη των ματιών του. Δεν θεωρώ πάντως ότι αποδείχθηκε με ακρίβεια η διάρκεια κάθε διαδρομής.

 

Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης, ο Αιτητής αναφέρθηκε στην κατασκευή και την ακαθαρσία του κελιού, στην περιορισμένη τροφή, στην απαγόρευση εξόδου και στη μεταφορά σε χώρο κακοποίησης. Ως προς τα βασανιστήρια, περιέγραψε δεμένα χέρια, αφαίρεση ενδυμάτων, διαβροχή του σώματος, ξυλοδαρμό, καύση πλαστικού και τοποθέτηση σακούλας στο κεφάλι. Ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε τη διαβροχή και τον ξυλοδαρμό, καθώς και την αφαίρεση της σακούλας όταν βρισκόταν κοντά στην ασφυξία.

 

Πρόκειται για περιγραφές του τρόπου με τον οποίο ισχυρίζεται ότι κακοποιήθηκε προσωπικά. Δεν περιορίζονται σε αφηρημένη δήλωση ότι υπέστη βασανιστήρια. Η επανάληψη παρόμοιων περιγραφών σε διαφορετικά στάδια συνεκτιμάται υπέρ της αξιοπιστίας, χωρίς να αποτελεί από μόνη της απόδειξη. Η απουσία χρονικής διάκρισης κάθε επεισοδίου δεν αναιρεί την αξία των περιγραφών, όταν η αφήγηση αφορά επαναλαμβανόμενη μεταχείριση επί μακρό χρονικό διάστημα.

 

Ούτε η συνοπτική αναφορά σε απελπισία και εσωτερικό πόνο συνιστά λόγο δυσμενούς κρίσης. Η αξιοπιστία δεν εξαρτάται από την ικανότητα αναλυτικής περιγραφής συναισθημάτων ή από την εκδήλωσή τους κατά τρόπο που αναμένει ο εξετάζων.

 

Εξετάζοντας τις αποκλίσεις, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η παρουσία του Αιτητή κατά τον θάνατο του αδελφού του. Αρχικά απάντησε καταφατικά όταν ερωτήθηκε αν ήταν παρών. Σε μεταγενέστερο σημείο της ίδιας συνέντευξης διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών τη στιγμή του θανάτου, αλλά ότι είχαν υποβληθεί μαζί σε βασανιστήρια. Ανέφερε περαιτέρω ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο από τον θείο του.

 

Η αρχική απάντηση δημιουργεί απόκλιση που δεν παραγνωρίζεται. Ωστόσο, η μεταγενέστερη δήλωση διακρίνει συγκεκριμένα την παρουσία στον βασανισμό από την παρουσία κατά τον θάνατο. Την αξιολογώ ως αποσαφήνιση που περιορίζει την αρχική αναφορά, χωρίς να ανατρέπει τον ισχυρισμό κοινής κράτησης και θανάτου του αδελφού κατά την κράτηση.

 

Περαιτέρω, κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής ανέφερε ότι συνάντησε άλλους κατηγορουμένους στη φυλακή, πληροφορήθηκε την ονομασία της από κρατουμένους και είδε τρίτο πρόσωπο στον χώρο κακοποίησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε, αντιθέτως, ότι δεν είδε άλλους κρατουμένους, αλλά άκουγε τις φωνές τους. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά απλώς δευτερεύουσα λεπτομέρεια, καθώς συνδέεται με τις δυνατότητες επικοινωνίας και παρατήρησης κατά την κράτηση και με την πηγή γνώσης της ονομασίας της φυλακής. Δεν προέκυψε επαρκής διευκρίνιση που να επιτρέπει την ασφαλή εναρμόνιση των αναφορών και, συνεπώς, της αποδίδω δυσμενή αποδεικτική βαρύτητα.

 

Η βαρύτητά της δεν οδηγεί, ωστόσο, σε απόρριψη ολόκληρου του ιστορικού. Η αποδοχή της προσωπικής κράτησης και κακοποίησης δεν εξαρτάται από την ακρίβεια της ονομασίας του χώρου κράτησης ή από την επαφή του με τρίτους. Στηρίζεται στις συγκεκριμένες και ουσιωδώς επαναλαμβανόμενες περιγραφές της μεταχείρισης που υπέστη ο ίδιος, περιλαμβανομένων της διαβροχής και του ξυλοδαρμού του σώματος, της καύσης πλαστικού και της πρόκλησης ασφυξίας. Ως εκ τούτου, η αντίφαση περιορίζει την αξιοπιστία της περιγραφής των επαφών του εντός της φυλακής, χωρίς, κατά τη συνολική στάθμιση, να υπερισχύει των θετικών στοιχείων που στηρίζουν την αποδοχή της προσωπικής του εμπειρίας.

 

Αποκλίσεις υπάρχουν επίσης ως προς τη διάρκεια της νοσηλείας και την αλληλουχία των γεγονότων μετά την έξοδο από τη φυλακή. Ο Αιτητής ανέφερε κατά τη συνέντευξη νοσηλεία μίας ημέρας και μίας νύχτας. Η απάντηση της 12.11.2025 περιλαμβάνει αναφορές σε μία εβδομάδα και τρεις ημέρες, ενώ όταν το ζήτημα τέθηκε εκ νέου επέμεινε στην παραμονή μίας ημέρας. Διαφοροποίηση προκύπτει και ως προς την αναχώρηση την ημέρα της εξόδου ή λίγες ημέρες αργότερα.

 

Οι αποκλίσεις αυτές περιορίζουν την ακρίβεια της χρονικής αλληλουχίας. Δεν τις θεωρώ αμελητέες, αλλά ούτε επαρκείς για απόρριψη της σταθερής περιγραφής μεσολάβησης του θείου, μετάβασης στο νοσοκομείο και επακόλουθης φυγής. Αντίστοιχα, η αναφορά σε θάνατο του αδελφού τον Ιούνιο και έξοδο του Αιτητή τον Αύγουστο δεν επιτρέπει να αντιμετωπιστούν όλα ως ένα άμεσο επεισόδιο. Οι αναφορές ενώπιον του Δικαστηρίου σε επανειλημμένες προσπάθειες του θείου είναι συμβατές με μεσολάβηση χρόνου, χωρίς να αποσαφηνίζουν πλήρως κάθε ενέργειά του.

 

Οι διαφοροποιήσεις αυτές αφορούν και την αλληλουχία της διαφυγής και όχι μόνο την ακρίβεια μεμονωμένων ημερομηνιών. Για τον λόγο αυτό, δεν αποδέχομαι ως εξακριβωμένη τη διάρκεια της νοσηλείας ή τον ακριβή χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρηση. Διακρίνω, όμως, τα αβέβαια αυτά στοιχεία από εκείνα που επαναλαμβάνονται στις δηλώσεις του: τη μεσολάβηση του επιχειρηματία θείου του, την παροχή άδειας προσωρινής εξόδου για μετάβαση στο νοσοκομείο, τη διαβεβαίωση επιστροφής και τη μεταγενέστερη φυγή χωρίς επάνοδο στην κράτηση. Η αποδοχή του μηχανισμού εξόδου περιορίζεται στα στοιχεία αυτά.

 

Δεν συνάγω την αποδοχή τους απλώς από το γεγονός ότι ο Αιτητής τελικώς εγκατέλειψε τη χώρα. Τα συνεκτιμώ ως επαναλαμβανόμενο μέρος της αφήγησης, σε συνάρτηση με την ήδη αξιολογηθείσα προσωπική κράτηση και κακοποίησή του. Οι αντιφάσεις της χρονικής αλληλουχίας μειώνουν την αποδεικτική ισχύ του συγκεκριμένου σκέλους, δεν αναιρούν όμως, κατά τη συνολική στάθμιση, την εκδοχή της προσωρινής εξόδου με συγγενική παρέμβαση και της επακόλουθης φυγής.

 

Δεν διαπιστώνω ουσιώδη αντίφαση μεταξύ προσωρινής εξόδου για νοσηλεία και εξόδου με εγγύηση. Η περιγραφή συγκλίνει στη διαβεβαίωση του θείου ότι ο Αιτητής θα επέστρεφε. Δεν προκύπτει σαφής βάση για αποδοχή καταβολής χρηματικού ποσού και, συνεπώς, δεν θεωρώ αποδεδειγμένη τέτοια καταβολή.

 

Η αδυναμία του Αιτητή να εξηγήσει γιατί επιλέχθηκαν ο ίδιος και ο αδελφός του ως ύποπτοι επίσης δεν αναιρεί την περιγραφή της σύλληψης. Διαφορετικό είναι το περιεχόμενο της κατηγορίας που του ανακοινώθηκε και διαφορετική η γνώση των πληροφοριών ή της συλλογιστικής των δραστών. Οι αναφορές του στα ταξίδια του αδελφού του και στην επαγγελματική δραστηριότητα της οικογένειας παραμένουν δικές του υποθέσεις. Η αποδοχή ότι του αποδόθηκε συνεργασία με αντίπαλες δυνάμεις δεν προϋποθέτει αποδοχή των υποθέσεων αυτών.

 

Τέλος, η αρχική συνοπτική αναφορά σε «πρόβλημα» παρέχει ελάχιστη πληροφορία, αλλά δεν συνιστά προηγούμενη ασύμβατη εκδοχή. Η ανάπτυξη του ιστορικού κατά τη συνέντευξη δεν αποτελεί, μόνο λόγω της αρχικής συντομίας, ένδειξη αναξιοπιστίας.

 

Επισημαίνω ότι οι επιμέρους αποκλίσεις εξετάζονται και σωρευτικά. Περιορίζουν την ακρίβεια ορισμένων πτυχών της αφήγησης, ιδίως της χρονικής αλληλουχίας και της προσωπικής γνώσης του Αιτητή για τον θάνατο του αδελφού του. Δεν παραγνωρίζονται ούτε θεωρούνται όλες εξηγημένες. Ωστόσο, συνεκτιμώ ότι η περιγραφή της αποδιδόμενης κατηγορίας, της προσωπικής κράτησης και των επαναλαμβανόμενων τρόπων κακοποίησης παραμένει ουσιωδώς σταθερή και περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία που αξιολογήθηκαν αυτοτελώς. Για τους λόγους αυτούς, οι αποκλίσεις, ακόμη και σωρευτικά, δεν έχουν επαρκή βαρύτητα ώστε να ανατρέψουν την αποδοχή του βασικού ιστορικού.

 

Σταθμίζοντας τα ανωτέρω σωρευτικά, αποδίδω μεγαλύτερη βαρύτητα στη σταθερότητα του βασικού ιστορικού και στις συγκεκριμένες περιγραφές προσωπικής κακοποίησης παρά στις επιμέρους αποκλίσεις. Η αποδοχή δεν στηρίζεται σε παραδοχή ότι η ευαλωτότητα εξηγεί κάθε ασυνέπεια. Στηρίζεται στην αποδεικτική αξία της αφήγησης, όπως αξιολογείται με συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων και χωρίς μη ρεαλιστικές απαιτήσεις λεπτομέρειας ή συναισθηματικής έκφρασης. Καταλήγω, επομένως, ότι ο ισχυρισμός παρουσιάζει επαρκή εσωτερική αξιοπιστία κατά τον βασικό του πυρήνα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, εξετάστηκαν πληροφορίες χώρας καταγωγής σχετικά με την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018, τη μεταχείριση προσώπων που κατηγορούνται από την Al Shabaab ως συνεργάτες κυβερνητικών ή διεθνών δυνάμεων, καθώς και το πλαίσιο κράτησης σε περιοχές υπό τον έλεγχό της.

 

Αναφορικά με την αεροπορική επιδρομή, η Διοίκηση Αφρικής των Ηνωμένων Πολιτειών (AFRICOM), σε ανακοίνωσή της ημερομηνίας 16.10.2018, επιβεβαίωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις, σε συντονισμό με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας, πραγματοποίησαν στις 12.10.2018 επιδρομή κατά μαχητών της Al Shabaab στην περιοχή του Harardere. Σύμφωνα με την εκτίμηση που δημοσιοποιήθηκε, περίπου εξήντα μαχητές σκοτώθηκαν. Η πληροφορία αυτή επιβεβαιώνει την ημερομηνία, την περιοχή και τον χαρακτήρα του εξωτερικού γεγονότος με το οποίο ο Αιτητής συνδέει τη σύλληψη του ιδίου και του αδελφού του. Δεν επιβεβαιώνει, αυτοτελώς, την προσωπική τους εμπλοκή στα γεγονότα που ακολούθησαν. [5]

 

Περαιτέρω, η έκθεση της EASO «Somalia: Targeted profiles», του Σεπτεμβρίου 2021, καταγράφει στοχοποίηση και εκτελέσεις πολιτών που κατηγορούνται από την Al Shabaab ότι κατασκοπεύουν υπέρ της σομαλικής κυβέρνησης ή διεθνών δυνάμεων. Αναφέρει ότι οι απαιτήσεις απόδειξης σε υποθέσεις φερόμενης κατασκοπείας είναι χαμηλές και ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο. Ιδιαίτερα συναφής είναι η καταγραφή εκτελέσεων φερόμενων πληροφοριοδοτών διεθνών δυνάμεων σε σύνδεση με αεροπορικές επιδρομές κατά μαχητών της οργάνωσης. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εξωτερική συμβατότητα της περιγραφής ότι, μετά από επιδρομή, αποδόθηκε στον Αιτητή συνεργασία με τις δυνάμεις που την πραγματοποίησαν.[6]

 

Συνεκτιμώ και την αναφορά της ίδιας έκθεσης ότι η μεσολάβηση φυλετικών πρεσβυτέρων, η οποία μπορεί να επιτυγχάνει υπό ορισμένες περιστάσεις, δεν επιτυγχάνει σε περιπτώσεις σύλληψης για εξέγερση ή φερόμενη κατασκοπεία. Η πληροφορία δημιουργεί επιφύλαξη ως προς την παρέμβαση του θείου. Δεν ταυτίζεται, όμως, με την περιγραφόμενη προσωρινή έξοδο για νοσηλεία, μέσω επιχειρηματία συγγενή και με διαβεβαίωση επιστροφής. Δεν θεωρώ ότι η γενική αυτή πληροφορία αρκεί για να ανατρέψει την αποδοχή της συγκεκριμένης εκδοχής, όπως προέκυψε από την αξιολόγηση της αφήγησης, χωρίς πάντως να αποτελεί εξωτερική επιβεβαίωσή της.[7]

 

Ως προς τις συνθήκες κράτησης, η έκθεση της EASO «Somalia: Actors», του Ιουλίου 2021, καταγράφει ότι η Al Shabaab κρατεί πρόσωπα σε περιοχές υπό τον έλεγχό της στη νότια και κεντρική Σομαλία, υπό συνθήκες απάνθρωπες, σκληρές και συχνά απειλητικές για τη ζωή.[3] Συμπληρωματικά, η έκθεση «Somalia: Security situation», του Σεπτεμβρίου 2021, παρέχει πληροφορίες για την παρουσία και τον έλεγχο ή την επιρροή της οργάνωσης στο νότιο Mudug, οι οποίες συνεκτιμώνται ως ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της αφήγησης.[8]

 

Συμπληρωματικά, η έκθεση της EASO «Somalia: Security situation», του Σεπτεμβρίου 2021, περιγράφει την παρουσία και τις περιοχές ελέγχου ή επιρροής της Al Shabaab στο νότιο Mudug, ενώ περιλαμβάνει χάρτη εδαφικού ελέγχου του Ιανουαρίου 2020. Οι πληροφορίες αυτές συνεκτιμώνται ως ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της αφήγησης. Οι γενικές αναφορές για την περιφέρεια δεν αρκούν, όμως, από μόνες τους για διαπίστωση αδιάλειπτου ελέγχου της συγκεκριμένης τοποθεσίας καθ’ όλη την περίοδο 2018–2020.[9]

 

Επιπλέον, στις καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων για τη Σομαλία, της 2.12.2022, καταγράφονται αναφορές σε απειλητικές για τη ζωή συνθήκες φυλακών σε περιοχές υπό τον έλεγχο της Al Shabaab. Επισημαίνονται επίσης προβλήματα υγιεινής, περίθαλψης, τροφής και πόσιμου νερού, καθώς και η ανάγκη συλλογής πληροφοριών για κακομεταχείριση σε χώρους κράτησης στα εδάφη της οργάνωσης. Λόγω της μεταγενέστερης χρονικής τους αναφοράς, οι παρατηρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά και δεν θεωρούνται ειδική επιβεβαίωση των συνθηκών της συγκεκριμένης κράτησης.[10]

 

Οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν, συνεπώς, την επιδρομή και υποστηρίζουν ουσιώδεις πτυχές του πλαισίου της αφήγησης του Αιτητή. Δεν τεκμηριώνουν αυτοτελώς τα προσωπικά περιστατικά του Αιτητή ή κάθε επιμέρους λεπτομέρειά τους, χωρίς η απουσία τέτοιας τεκμηρίωσης να ισοδυναμεί με διάψευση. Συνεκτιμώντας τις πληροφορίες αυτές, περιλαμβανομένου του στοιχείου που δημιουργεί επιφύλαξη ως προς τη μεσολάβηση του θείου, μαζί με την εσωτερική αξιοπιστία που εξετάστηκε ανωτέρω, καταλήγω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός κατά τον βασικό του πυρήνα.

 

Ειδικότερα, αποδέχομαι ότι ο Αιτητής συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του από μέλη της Al Shabaab μετά την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018, επειδή τους αποδόθηκε συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις, ότι κρατήθηκε για παρατεταμένο διάστημα και ότι υποβλήθηκε επανειλημμένα σε βασανιστήρια. Αποδέχομαι επίσης ότι ο αδελφός του απεβίωσε κατά την κράτηση, χωρίς να θεωρώ ότι ο Αιτητής διαθέτει άμεση γνώση της ακριβούς στιγμής ή της συγκεκριμένης αιτίας του θανάτου. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι εξήλθε προσωρινά από την κράτηση με τη μεσολάβηση του θείου του για νοσηλεία και ακολούθως διέφυγε χωρίς να επιστρέψει. Δεν θεωρείται αποδεδειγμένη η καταβολή χρηματικής εγγύησης ή η ακρίβεια κάθε επιμέρους χρονικής αναφοράς.

 

Β. Ειδικές διαδικαστικές ανάγκες και αναγκαιότητα συμπληρωματικής διερεύνησης

 

Ενόψει της αποδοχής ότι υπέστη βασανιστήρια, ο Αιτητής εμπίπτει στην κατηγορία των ευάλωτων προσώπων του άρθρου 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά διάγνωση συγκεκριμένης διαταραχής ούτε υποκαθιστά την προβλεπόμενη ατομική αξιολόγηση τυχόν ειδικών αναγκών. Ομοίως, η δυνατότητά του να απαντά στις ερωτήσεις και οι δηλώσεις του για τη σημερινή κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπουν αποκλεισμό τέτοιων αναγκών.

 

Ως προς την ανάγκη πρόσθετης διερεύνησης στο παρόν στάδιο, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑283/24, Barouk, διευκρινίζει ότι το δικαστήριο πλήρους και ex nunc ελέγχου πρέπει να έχει εξουσία να εξασφαλίσει ιατρική εξέταση όταν την κρίνει αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της αίτησης.[11]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού στηρίζεται στο ήδη διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό. Δεν εξαρτάται από τη διαπίστωση ψυχικής διαταραχής ούτε από παραδοχή ότι τέτοια διαταραχή εξηγεί τις αποκλίσεις. Οι τελευταίες εξετάστηκαν αυτοτελώς και κρίθηκε ότι δεν ανατρέπουν τον βασικό πυρήνα της αφήγησης. Δεν αποδόθηκε επίσης δυσμενής βαρύτητα στην απουσία ιατρικής τεκμηρίωσης, στην περιορισμένη συναισθηματική έκφραση ή στην έλλειψη εξαντλητικής περιγραφής κάθε επεισοδίου κακοποίησης.

 

Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν κρίνω αναγκαία πρόσθετη ιατρική ή ψυχολογική διερεύνηση ή συμπληρωματική ακρόαση για την αποδοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Η κρίση αυτή αφορά αποκλειστικά την επάρκεια του υλικού για την παρούσα αποδεικτική κατάληξη.

 

Γ. Εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει το σύνολο του ενώπιόν μου αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην περίπτωση του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί.

 

Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να προσδιοριστεί το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, ενόψει της έναρξης εφαρμογής, από τις 12.06.2026, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 σχετικά με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

 

Κατά το άρθρο 41 του εν λόγω Κανονισμού, η Οδηγία 2011/95/ΕΕ καταργήθηκε από τις 12.06.2026, οι δε παραπομπές στην καταργηθείσα Οδηγία νοούνται ως παραπομπές στον Κανονισμό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 42 αυτού, όπως διορθώθηκε, ο Κανονισμός εφαρμόζεται από την ίδια ημερομηνία και, ως Κανονισμός της Ένωσης, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη.

 

Αντιθέτως, ως προς το διαδικαστικό καθεστώς, ο ενωσιακός νομοθέτης θέσπισε ειδική μεταβατική ρύθμιση. Ειδικότερα, το άρθρο 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 προβλέπει ότι αυτός εφαρμόζεται στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας αναφορικά με αιτήσεις που υποβάλλονται από τις 12.06.2026, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή να εξακολουθούν να διέπονται, ως προς τη διαδικασία, από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ.

 

Αντίστοιχη πρόνοια περιέχεται στο εθνικό δίκαιο. Το άρθρο 194(2) του νέου περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 115(Ι)/2026] προβλέπει ότι αιτήσεις που κατατέθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του Κανονισμού 2024/1348 εξακολουθούν να διέπονται από τους περί Προσφύγων Νόμους του 2000 έως 2025, ρητώς όμως «όσον αφορά τη διαδικασία για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας».

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι το άρθρο 194(6) του Ν. 115(Ι)/2026 προβλέπει τη διατήρηση των προγενέστερων διατάξεων για την προσβολή και εξέταση αποφάσεων που εκδόθηκαν δυνάμει αυτών. Η διατύπωσή του είναι ευρύτερη από εκείνη του εδαφίου (2), το οποίο αναφέρεται ειδικά στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας. Επομένως, η διάκριση μεταξύ διαδικαστικών και ουσιαστικών κανόνων δεν προκύπτει από το εδάφιο (6) αυτοτελώς, αλλά απαιτεί ερμηνεία του σε συνάρτηση με το σύνολο του εφαρμοστέου πλαισίου.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διατήρηση του προγενέστερου καθεστώτος αφορά την εξέταση της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας και τους κανόνες προσβολής της επίδικης απόφασης. Δεν καταλαμβάνει την παρούσα αυτοτελή και ex nunc κρίση ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στην άμεση εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 από τις 12.06.2026, στην κατάργηση της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ από την ίδια ημερομηνία και στην απουσία ειδικής μεταβατικής διάταξης του Κανονισμού που να διατηρεί τις προγενέστερες ουσιαστικές προϋποθέσεις για εκκρεμείς αιτήσεις. Υπό αυτή την έννοια ερμηνεύεται το άρθρο 194(6), κατά τρόπο σύμφωνο προς το ενωσιακό δίκαιο.

 

Η διαφοροποίηση αυτή είναι ουσιώδης. Ενώ για τον Κανονισμό 2024/1348 προβλέφθηκε ρητώς η διατήρηση του προγενέστερου διαδικαστικού καθεστώτος για τις προγενέστερες αιτήσεις, αντίστοιχη μεταβατική εξαίρεση δεν περιλήφθηκε στον Κανονισμό 2024/1347 ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

 

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από ενημερωτικό υλικό της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων (DG HOME) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 29.01.2026, με τίτλο «Transition from the Qualification Directive (QD) to the Qualification Regulation (QR)», [12] στο οποίο επισημαίνεται η απουσία ειδικών μεταβατικών διατάξεων στον Κανονισμό 2024/1347 και, ως προς την εξέταση της αίτησης (examination of the application), γίνεται διάκριση με βάση τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, με αναφορά στην εφαρμογή της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ όταν η απόφαση εκδίδεται πριν από τις 12.06.2026 και του Κανονισμού 2024/1347 όταν εκδίδεται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής.

 

Συναφώς, στις αποφάσεις του ΔΕΕ της 04.06.2026 στις υποθέσεις Quotal και Ebilum[13], το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αφενός την έναρξη εφαρμογής του Κανονισμού 2024/1347 από τις 12.06.2026 και αφετέρου την ειδική χρονική ρύθμιση του άρθρου 79(2) και (3) του Κανονισμού 2024/1348 για τις προγενέστερες αιτήσεις. Μολονότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν επιλύουν ευθέως το ειδικό ζήτημα της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων του Κανονισμού 2024/1347 επί αίτησης που είχε υποβληθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, η απόφαση Quotal επαναλαμβάνει, περαιτέρω, ότι η πλήρης και ex nunc δικαστική εξέταση απαιτεί επικαιροποιημένη αξιολόγηση όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων που είναι αναγκαία για την κρίση επί των αναγκών διεθνούς προστασίας.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία εξέτασης και προσβολής της αίτησης και εκείνων που καθορίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας. Το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε και η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση εκδόθηκε υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς συνεπάγεται ότι η νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλε να παράσχει η Διοίκηση, εξακολουθεί να εξετάζεται βάσει του διαδικαστικού καθεστώτος που διέπει την επίδικη αίτηση. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ουσιαστικής κρίσης που καλείται να διαμορφώσει σήμερα το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης, ως προς το κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

 

Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση η νομιμότητα της διοικητικής διαδικασίας, περιλαμβανομένης της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων, καθώς και οι κανόνες εξέτασης της προσφυγής, αξιολογούνται βάσει του προγενέστερου διαδικαστικού καθεστώτος που διέπει την επίδικη αίτηση. Αντιθέτως, η αυτοτελής και ex nunc κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον ο Αιτητής πληροί σήμερα τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας διαμορφώνεται, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Δ. Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης ως πρόσφυγα

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση έχει γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς την 01.08.2001 στο Harardhere της περιφέρειας Mudug, το οποίο αποτελεί τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του. Είναι σουνίτης μουσουλμάνος, ανήκει στη φυλή Sheekhaal, έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν στην οικογενειακή φάρμα ως γεωργός και βοσκός.

 

Περαιτέρω, έγινε αποδεκτό ότι, μετά την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018, συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του από μέλη της Al Shabaab, επειδή τους αποδόθηκε συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις. Κρατήθηκε για παρατεταμένο διάστημα και υποβλήθηκε επανειλημμένα σε βασανιστήρια. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι ο αδελφός του απεβίωσε κατά την κράτηση, χωρίς να διαπιστώνεται άμεση γνώση του Αιτητή για την ακριβή στιγμή ή τη συγκεκριμένη αιτία του θανάτου.

 

Τέλος, έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής εξήλθε προσωρινά από την κράτηση με τη μεσολάβηση του θείου του για νοσηλεία και ακολούθως διέφυγε, χωρίς να επιστρέψει στην κράτηση. Δεν θεωρήθηκαν αποδεδειγμένες η καταβολή χρηματικής εγγύησης και η ακρίβεια κάθε επιμέρους χρονικής αναφοράς. Οι επιφυλάξεις αυτές περιορίζουν την έκταση των αποδεκτών γεγονότων, χωρίς να ανατρέπουν τον βασικό πυρήνα του ιστορικού.

 

1. Ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης

 

Το πρώτο ζήτημα που εξετάζεται είναι κατά πόσον ο Αιτητής διακατέχεται από βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία.

 

Ως προς την υποκειμενική διάσταση του φόβου, ο Αιτητής δήλωσε επανειλημμένα ότι φοβάται πως η Al Shabaab θα τον εντοπίσει και θα τον σκοτώσει, λόγω της προηγούμενης κατηγορίας που του αποδόθηκε και της φυγής του από την κράτηση. Οι δηλώσεις αυτές αξιολογούνται σε συνάρτηση με τις αποδεκτές εμπειρίες παρατεταμένης κράτησης και βασανισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι έχει εκφράσει πραγματικό και προσωπικό φόβο επιστροφής.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, από μόνη της, για την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος. Απαιτείται να εξεταστεί αν ο φόβος έχει αντικειμενικό έρεισμα, με βάση την προσωπική κατάσταση του Αιτητή και τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του κατά τον χρόνο της δικαστικής κρίσης.

 

Στην απόφαση της 04.06.2026, στην υπόθεση C‑440/25, Ebilum, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε ότι ο βάσιμος φόβος προϋποθέτει εύλογη πιθανότητα επέλευσης της δίωξης κατά την επιστροφή, η οποία διαπιστώνεται μέσω ατομικής, συγκεκριμένης και αντικειμενικής αξιολόγησης της προσωπικής κατάστασης του αιτητή και των κρίσιμων περιστάσεων της αίτησης και της χώρας καταγωγής του. Δεν απαιτείται βεβαιότητα επέλευσης του κινδύνου, αλλά ούτε αρκεί η απλή θεωρητική δυνατότητά του.[14]

 

Η αντικειμενική θεμελίωση του φόβου εξετάζεται ακολούθως.

 

2. Εκτίμηση μελλοντικού κινδύνους

 

Αφετηρία της αξιολόγησης αποτελεί το αποδεκτό προσωπικό ιστορικό του Αιτητή. Ο επικαλούμενος κίνδυνος δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη γενική παρουσία της Al Shabaab ή στην κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία. Ο Αιτητής έχει ήδη υποστεί προσωπική στοχοποίηση από την οργάνωση, παρατεταμένη κράτηση και επανειλημμένα βασανιστήρια, εξαιτίας της συνεργασίας με αντίπαλες δυνάμεις που του αποδόθηκε.

 

Η προηγούμενη αυτή μεταχείριση έχει ιδιαίτερη νομική βαρύτητα. Το άρθρο 4(4) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προβλέπει ότι η προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη, ή οι άμεσες απειλές τέτοιας μεταχείρισης, αποτελούν σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι δεν θα επαναληφθούν. Η ίδια προσέγγιση αποτυπώνεται στον επικαιροποιημένο πρακτικό οδηγό της EUAA για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και κινδύνου.[15]

 

Συνεπώς, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε πρόσφατη απειλή ή πληροφορία ονομαστικής αναζήτησής του. Απαιτείται να εξεταστεί αν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία, συνεκτιμώμενα με το προηγούμενο ιστορικό και τις σημερινές συνθήκες, παρέχουν βάσιμους λόγους ότι δεν θα εκτεθεί εκ νέου σε ανάλογη μεταχείριση.

 

Ως προς το προφίλ που του αποδόθηκε, οι πληροφορίες της EUAA εξακολουθούν να καταγράφουν στοχοποίηση πολιτών που θεωρούνται πληροφοριοδότες ή συνεργάτες της σομαλικής κυβέρνησης και διεθνών δυνάμεων. Η έκθεση Somalia: Country Focus του 2025 περιλαμβάνει περιστατικά εκτελέσεων προσώπων που κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία υπέρ τέτοιων φορέων. Οι πληροφορίες αυτές δείχνουν ότι η σχετική πρακτική δεν περιορίζεται στην περίοδο κατά την οποία συνελήφθη ο Αιτητής.[16]

 

Συναφώς, η κοινή ανάλυση της EUAA στο Country Guidance: Somalia του Οκτωβρίου 2025 διακρίνει ειδικά τους πολίτες που θεωρούνται κατάσκοποι από την Al Shabaab. Για τη νότια και κεντρική Σομαλία εκτιμά ότι, κατά κανόνα, ο φόβος δίωξης προσώπων που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο προφίλ είναι βάσιμος. Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί αυτοτελή πληροφορία χώρας καταγωγής ούτε υποκαθιστά την ατομική εξέταση, παρέχει όμως συναφή καθοδήγηση για την αξιολόγηση του αποδεκτού προφίλ του Αιτητή.[17]

 

Η περίπτωση του Αιτητή διαφοροποιείται από εκείνη προσώπου που απλώς εκφράζει γενικό φόβο απέναντι στην οργάνωση. Έχει γίνει αποδεκτό ότι η συγκεκριμένη κατηγορία τού αποδόθηκε προσωπικά και αποτέλεσε το πλαίσιο της κράτησης και του βασανισμού του. Δεν απαιτείται, για την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, να αποδειχθεί ότι πράγματι συνεργαζόταν με κυβερνητικές ή αμερικανικές δυνάμεις. Το κρίσιμο πραγματικό στοιχείο είναι η ιδιότητα που του απέδωσαν οι δράστες.

 

Περαιτέρω, η προσωρινή έξοδος από την κράτηση δεν προκύπτει ότι συνιστούσε απαλλαγή από την κατηγορία ή οριστική απελευθέρωση. Κατά το αποδεκτό ιστορικό, επρόκειτο για έξοδο προς νοσηλεία, με μεσολάβηση του θείου του και διαβεβαίωση επιστροφής. Η μεταγενέστερη φυγή δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η οργάνωση είχε ανακαλέσει την κατηγορία ή ότι είχε παύσει να τον αντιμετωπίζει ως ύποπτο.

 

Η εκτίμηση αυτή δεν στηρίζεται σε παραδοχή ότι κάθε πρόσωπο που διαφεύγει από κράτηση της Al Shabaab αναζητείται απαραιτήτως και επ’ αόριστον. Στηρίζεται στη συνδυασμένη σημασία της προηγούμενης προσωπικής στοχοποίησης, της σοβαρότητας της μεταχείρισης και του προσωρινού χαρακτήρα της εξόδου από την κράτηση.

 

Εξετάζω, παράλληλα, τα στοιχεία που θα μπορούσαν να περιορίζουν τον μελλοντικό κίνδυνο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταβολή του εδαφικού ελέγχου στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στη σημερινή αξιολόγηση η κατάσταση που περιέγραψε για την περίοδο 2018–2020.

 

Ειδικότερα, η έκθεση της EUAA Somalia: Security Situation, του Μαΐου 2026, το Harardhere, γνωστό και ως Xarardheere, υπάγεται διοικητικά στο Galmudug. Η διοικητική αυτή υπαγωγή διακρίνεται από τον πραγματικό εδαφικό έλεγχο. Βάσει των χαρτών με ημερομηνία 31.03.2026, η πόλη καταγράφεται υπό τον έλεγχο δυνάμεων ευθυγραμμισμένων με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ενώ τμήματα του νότιου Mudug παραμένουν υπό τον έλεγχο της Al Shabaab.[18]

 

Η ίδια έκθεση καταγράφει, κατά την περίοδο 01.04.2025–31.03.2026, εμπλοκή της οργάνωσης σε 25 περιστατικά κατά στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων και συναφών φορέων, καθώς και σε 11 περιστατικά κατά φυλετικών πολιτοφυλακών. Όλα τα καταγεγραμμένα περιστατικά με εμπλοκή της Al Shabaab σημειώθηκαν στις διοικητικές περιοχές Xarardheere και Hobyo, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνέβησαν εντός των αντίστοιχων πόλεων. Καταγράφεται επίσης αποκλεισμός της πόλης Xarardheere από την οργάνωση τον Αύγουστο 2025.

 

Οι πληροφορίες αυτές συνεκτιμώνται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η απώλεια του ελέγχου της πόλης αποτελεί ουσιώδη μεταβολή σε σχέση με την περίοδο της κράτησης του Αιτητή και μπορεί να περιορίζει την άμεση έκθεσή του στην οργάνωση. Η συνεχιζόμενη δράση της στην ευρύτερη περιοχή δεν επιτρέπει, όμως, να εξομοιωθεί η μεταβολή αυτή με εξάλειψη της δυνατότητάς της να προσεγγίζει και να στοχοποιεί πρόσωπα. Τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύουν αυτοτελώς ότι ο Αιτητής αναζητείται σήμερα. Σε συνδυασμό, ωστόσο, με την αποδεκτή προηγούμενη προσωπική στοχοποίηση και τον βασανισμό του, δεν παρέχουν επαρκή βάση για διαπίστωση ότι η μεταβολή εδαφικού ελέγχου αίρει τον εξατομικευμένο κίνδυνο.

 

Συμπληρωματικά, ανάλυση της ACLED για το 2026, στηριζόμενη και σε πληροφορίες τοπικών πηγών της, περιγράφει συγκέντρωση δυνάμεων της Al Shabaab στις περιφέρειες Mudug και Galgaduud, με ενδιαφέρον ανακατάληψης του Harardhere, καθώς και κινδύνους για τις μετακινήσεις κοντά στην πόλη λόγω σημείων ελέγχου της οργάνωσης.[19]

 

Η μεταβολή του ελέγχου της πόλης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο υπέρ ενδεχόμενης μείωσης της άμεσης έκθεσης του Αιτητή στην οργάνωση. Δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με διαπίστωση απομάκρυνσής της από την ευρύτερη περιοχή ή εξάλειψης της δυνατότητάς της να στοχοποιεί πρόσωπα που θεωρεί συνεργάτες αντιπάλων της. Με βάση τις πιο πάνω πληροφορίες, δεν κρίνω ότι η συγκεκριμένη μεταβολή αρκεί, αυτοτελώς, για να ανατρέψει τη σοβαρή ένδειξη κινδύνου που απορρέει από την προηγούμενη προσωπική μεταχείριση του Αιτητή. Η διαθεσιμότητα αποτελεσματικής προστασίας θα εξεταστεί χωριστά.

 

Η σημασία των πληροφοριών αυτών για τον συγκεκριμένο Αιτητή δεν περιορίζεται στην απόδειξη γενικής επιχειρησιακής παρουσίας της Al Shabaab. Η καταγραφή αποκλεισμού της πόλης και κινδύνων μετακίνησης λόγω σημείων ελέγχου στην ευρύτερη περιοχή συνδέεται με την πραγματική δυνατότητα προσέγγισης του τόπου συνήθους διαμονής του και έκθεσής του στην οργάνωση, παρά τον κυβερνητικό έλεγχο της ίδιας της πόλης. Δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί αναπόφευκτη διέλευση από συγκεκριμένο σημείο ελέγχου ούτε ότι ο Αιτητής θα αναγνωριστεί οπωσδήποτε κατά την επιστροφή του. Οι πληροφορίες αυτές, όμως, συνεκτιμώμενες με την προηγούμενη προσωπική στοχοποίησή του και τον προσωρινό χαρακτήρα της εξόδου από την κράτηση, παρέχουν συγκεκριμένο έρεισμα για την εκτίμηση ότι η δυνατότητα έκθεσής του στον ίδιο φορέα δίωξης δεν έχει εξαλειφθεί.

 

Η κατάληξη δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην απουσία απόδειξης ότι η οργάνωση έπαυσε να ενδιαφέρεται για αυτόν. Στηρίζεται στη σοβαρή ένδειξη που απορρέει από την αποδεκτή προηγούμενη δίωξη, σε συνδυασμό με τις σημερινές πληροφορίες για τη δράση της οργάνωσης στην περιοχή και τη μεταχείριση προσώπων στα οποία αποδίδει συνεργασία με αντίπαλες δυνάμεις. Υπό αυτό το σύνολο στοιχείων αξιολογούνται η πάροδος του χρόνου και η μεταβολή εδαφικού ελέγχου, χωρίς να κρίνονται επαρκείς για την ανατροπή της ένδειξης μελλοντικού κινδύνου.

 

Συνεκτιμώ επίσης το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έξοδό του από την κράτηση το 2020. Δεν έχει διαπιστωθεί πρόσφατη προσωπική απειλή ή συγκεκριμένη πληροφορία ότι η οργάνωση εξακολουθεί να τον αναζητεί ονομαστικά. Οι γενικές δηλώσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Al Shabaab αναζητεί όσους διαφεύγουν δεν αρκούν για αποδοχή τέτοιας συνεχιζόμενης ατομικής αναζήτησης.

 

Η έλλειψη πρόσφατης απειλής δεν παραγνωρίζεται. Αξιολογείται, όμως, υπό το δεδομένο ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα μετά τη φυγή του και έκτοτε δεν βρισκόταν στον τόπο όπου είχε στοχοποιηθεί. Δεν πρόκειται, επομένως, για αποδεδειγμένη πολυετή ασφαλή επάνοδο και διαβίωση υπό συνθήκες στις οποίες η οργάνωση μπορούσε να τον προσεγγίσει. Η πάροδος του χρόνου, χωρίς πρόσθετα στοιχεία ουσιώδους μεταβολής της στάσης ή της δυνατότητας δράσης της έναντι προσώπων με το αποδεκτό προφίλ του, δεν παρέχει επαρκή βάση για διαπίστωση ότι ο κίνδυνος έπαυσε.[20]

 

Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις, συνεκτιμώ ότι ο Αιτητής ήταν ανήλικος κατά τη σύλληψή του και ότι έχει γίνει αποδεκτή η υποβολή του σε επανειλημμένα βασανιστήρια. Η ιδιότητά του ως θύματος βασανιστηρίων αποτελεί ουσιώδη περίσταση ευαλωτότητας. Δεν χρησιμοποιείται, ωστόσο, ως αυτοτελής απόδειξη μελλοντικής στοχοποίησης ούτε ως βάση διαπίστωσης συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής.

 

Αντίστοιχα, το γεγονός ότι σήμερα είναι ενήλικας και δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας δεν αναιρεί τον κίνδυνο που συνδέεται με την προηγούμενη κατηγορία και μεταχείρισή του. Η σωματική υγεία ή η δυνατότητα εργασίας δεν παρέχουν, από μόνες τους, προστασία από προσωπική στοχοποίηση εκ μέρους ένοπλης οργάνωσης.

 

Σταθμίζοντας σωρευτικά τα ανωτέρω, κρίνω ότι η προηγούμενη παρατεταμένη κράτηση και ο επανειλημμένος βασανισμός του Αιτητή αποτελούν ισχυρή, εξατομικευμένη ένδειξη μελλοντικού κινδύνου. Η προσωρινή έξοδός του δεν συνοδεύτηκε από αποδεδειγμένη άρση της κατηγορίας, ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες εξακολουθούν να καταγράφουν σοβαρή μεταχείριση προσώπων που θεωρούνται συνεργάτες κυβερνητικών ή διεθνών δυνάμεων και παρουσία της Al Shabaab στην ευρύτερη περιοχή καταγωγής του.

 

Η μεταβολή εδαφικού ελέγχου και η πάροδος του χρόνου συνεκτιμήθηκαν, δεν προκύπτουν όμως από το εξετασθέν υλικό επαρκείς βάσιμοι λόγοι ότι η αποδεκτή μεταχείριση δεν θα επαναληφθεί. Καταλήγω, επομένως, ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα, σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο Αιτητής να εκτεθεί εκ νέου σε σύλληψη, κράτηση, βασανισμό ή άλλη σοβαρή βία από την Al Shabaab, λόγω της συνεργασίας με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις που του είχε αποδοθεί. Ο φόβος του διαθέτει, συνεπώς, αντικειμενικό έρεισμα.

 

3. Χαρακτηρισμός της μεταχείρισης ως πράξεων δίωξης

 

Διαπιστωθείσας της ύπαρξης εύλογης πιθανότητας έκθεσης του Αιτητή στην ανωτέρω μεταχείριση, πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο η μεταχείριση αυτή, λόγω της φύσης ή της έντασής της, εμπίπτει στην έννοια των πράξεων δίωξης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, πράξη συνιστά δίωξη όταν είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να αποτελεί σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση κατά το άρθρο 15(2) της ΕΣΔΑ. Δίωξη μπορεί επίσης να συνιστά σώρευση μέτρων, περιλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία θίγουν το πρόσωπο κατά ανάλογο τρόπο. Περαιτέρω, το άρθρο 9(2)(α) περιλαμβάνει ρητώς στις ενδεικτικές μορφές δίωξης τις πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας.

 

Εν προκειμένω, η μεταχείριση στην οποία διαπιστώθηκε εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί ο Αιτητής αφορά εκ νέου σύλληψη και παρατεταμένη κράτηση από την Al Shabaab, υποβολή σε βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή βία. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην αποδεκτή προηγούμενη προσωπική του εμπειρία και στις πληροφορίες για τη μεταχείριση προσώπων στα οποία η οργάνωση αποδίδει συνεργασία με κυβερνητικές ή διεθνείς δυνάμεις.

 

Ειδικότερα, έχει γίνει αποδεκτό ότι κατά την προηγούμενη κράτησή του υποβλήθηκε επανειλημμένα σε ξυλοδαρμούς, καύση πλαστικού επί του σώματός του και πρόκληση ασφυξίας με πλαστική σακούλα. Οι πράξεις αυτές, λόγω της φύσης και της έντασής τους, προσβάλλουν ευθέως τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του προσώπου και εμπίπτουν στην απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Δεν απαιτείται η σώρευσή τους με άλλες παραβιάσεις προκειμένου να αποκτήσουν την απαιτούμενη σοβαρότητα.

 

Η παρατεταμένη στέρηση της ελευθερίας, υπό τις αποδεκτές συνθήκες περιορισμένης τροφής, ακαθαρσίας και επαναλαμβανόμενης κακοποίησης, ενισχύει περαιτέρω τη σοβαρότητα της μεταχείρισης. Η αξιολόγηση δεν στηρίζεται, συνεπώς, στην παραδοχή ότι κάθε σύλληψη ή κράτηση συνιστά δίωξη, αλλά στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κράτησης και της βίας που υπέστη ο Αιτητής και στην εύλογη πιθανότητα επανάληψης ανάλογης μεταχείρισης.

 

Συνεκτιμάται ότι ο Αιτητής ήταν δεκαεπτά ετών όταν συνελήφθη και ότι η κακοποίηση συνεχίστηκε επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Η ανηλικότητά του κατά την έναρξη των γεγονότων επιτείνει τη σοβαρότητα της προηγούμενης εμπειρίας. Ωστόσο, η υπαγωγή της προβλεπόμενης μελλοντικής μεταχείρισης στην έννοια της δίωξης δεν εξαρτάται από την ηλικία του ή από τη διαπίστωση συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής: η υποβολή σε βασανιστήρια έχει αυτοτελώς την απαιτούμενη σοβαρότητα και έναντι ενήλικου προσώπου.

 

Ομοίως, η έλλειψη ιατρικής τεκμηρίωσης δεν εμποδίζει την παρούσα νομική υπαγωγή, εφόσον η υποβολή σε βασανιστήρια έχει ήδη γίνει αποδεκτή κατόπιν της προηγηθείσας αποδεικτικής αξιολόγησης. Η διαπίστωση αυτή αφορά τον χαρακτηρισμό των αποδεκτών πράξεων και δεν υποκαθιστά αξιολόγηση τυχόν αναγκών υποστήριξης ή περίθαλψης.

 

Υπό τα ανωτέρω, η μεταχείριση στην οποία υπάρχει εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί εκ νέου ο Αιτητής υπερβαίνει σαφώς το επίπεδο παρενόχλησης ή περιορισμών και συνιστά σοβαρή προσβολή βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η σοβαρότητά της θεμελιώνεται τόσο στην αυτοτελή φύση των βασανιστηρίων όσο και στη σωρευτική επίδραση της παρατεταμένης κράτησης και της επαναλαμβανόμενης βίας.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανωτέρω μεταχείριση συνιστά πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9(1)(α) και (β), σε συνδυασμό με το άρθρο 9(2)(α), του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Η σύνδεση των πράξεων αυτών με αναγνωρισμένο λόγο δίωξης εξετάζεται ακολούθως.

 

4. Λόγος δίωξης και αιτιώδης σύνδεσμος – Αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις

 

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι διαπιστωθείσες πράξεις δίωξης συνδέονται με έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 10(1)(ε) του Κανονισμού, η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποίθησης για ζητήματα που σχετίζονται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης και τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως αν ο αιτητής την έχει εκδηλώσει εμπράκτως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10(2), δεν απαιτείται να διαθέτει πράγματι το πολιτικό χαρακτηριστικό που προκαλεί τη δίωξη, εφόσον αυτό του αποδίδεται από τον δράστη της.

 

Εν προκειμένω, έχει γίνει αποδεκτό ότι η Al Shabaab συνέλαβε τον Αιτητή και τον αδελφό του μετά την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018, αποδίδοντάς τους συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο της κατηγορίας αυτής, ο Αιτητής κρατήθηκε για παρατεταμένο διάστημα και υποβλήθηκε επανειλημμένα σε βασανιστήρια.

 

Η αποδιδόμενη συνεργασία έχει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Η οργάνωση τον αντιμετώπισε ως πρόσωπο που συνέδραμε τις δυνάμεις οι οποίες αντιμάχονται τη δράση και την εξουσία της και, επομένως, ως υποστηρικτή των αντιπάλων της. Από το αποδεκτό ιστορικό προκύπτει ότι η κατηγορία αυτή αποτέλεσε τον λόγο της προσωπικής του στοχοποίησης και της μεταχείρισης που ακολούθησε.

 

Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την κοινή ανάλυση της EUAA στο Country Guidance: Somalia του Οκτωβρίου 2025. Στην ενότητα για τους πολίτες που θεωρούνται κατάσκοποι από την Al Shabaab επισημαίνεται ότι η οργάνωση τους αντιλαμβάνεται ως υποστηρικτές ή συνεργάτες των πολιτικών της αντιπάλων και ότι η δίωξή τους είναι ιδιαίτερα πιθανό να συνδέεται με πολιτικές πεποιθήσεις ή/και θρησκεία. Η καθοδήγηση αυτή συνεκτιμάται σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα αποδεκτά γεγονότα της υπόθεσης[21].

 

Το γεγονός ότι ο Αιτητής δήλωσε πως δεν είχε επαφή με κυβερνητικούς υπαλλήλους ή στρατιώτες δεν αποκλείει τον συγκεκριμένο λόγο δίωξης. Ο απαιτούμενος σύνδεσμος θεμελιώνεται στις πολιτικές πεποιθήσεις και στην υποστήριξη αντίπαλων δυνάμεων που του απέδωσε η Al Shabaab, ανεξαρτήτως της πραγματικής πολιτικής του τοποθέτησης. Δεν απαιτείται, συνεπώς, να αποδειχθεί ότι ήταν μέλος της κυβέρνησης, πολιτικής οργάνωσης ή ότι πράγματι παρείχε πληροφορίες στις δυνάμεις που πραγματοποίησαν την επιδρομή.

 

Αντίστοιχα, η αδυναμία του να εξηγήσει με βεβαιότητα γιατί επιλέχθηκαν ο ίδιος και ο αδελφός του ως ύποπτοι δεν αναιρεί τον σύνδεσμο αυτό. Οι υποθέσεις του για τις επαγγελματικές δραστηριότητες της οικογένειας και τις μετακινήσεις του αδελφού του αφορούν την πιθανή προέλευση της υποψίας. Διαφορετικό είναι το αποδεκτό γεγονός ότι τους αποδόθηκε συγκεκριμένα συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις και ότι υπέστησαν τη διαπιστωθείσα μεταχείριση εξαιτίας της κατηγορίας αυτής.

 

Περαιτέρω, ο μελλοντικός κίνδυνος που διαπιστώθηκε συνδέεται με την ίδια προηγούμενη στοχοποίηση. Η φυγή του Αιτητή από την κράτηση συνεκτιμάται ως περίσταση που μπορεί να επηρεάζει τη στάση της οργάνωσης απέναντί του, χωρίς να αποτελεί τον μοναδικό ή αυτοτελή λόγο στον οποίο θεμελιώνεται η δίωξη.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν απαιτείται να θεμελιωθεί πρόσθετα η συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ούτε προκύπτει ανάγκη αυτοτελούς θεμελίωσης θρησκευτικού λόγου δίωξης, εφόσον ο σύνδεσμος με τις αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις τεκμηριώνεται επαρκώς από το αποδεκτό ιστορικό.

 

Καταλήγω, επομένως, ότι οι πράξεις δίωξης στις οποίες υπάρχει εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί ο Αιτητής συνδέονται με πολιτικές πεποιθήσεις που του αποδίδει η Al Shabaab, κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(ε) και (2) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης. Πληρούται, συνεπώς, ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων δίωξης και αναγνωρισμένου λόγου δίωξης.

 

5. Φορέας δίωξης

 

Ως προς τους φορείς δίωξης, το άρθρο 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προβλέπει ότι η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη μπορεί να προέρχεται από το κράτος, από ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή σημαντικό μέρος του εδάφους του, καθώς και από μη κρατικούς φορείς, εφόσον μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς προστασίας του άρθρου 7(1) δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ο συγκεκριμένος φορέας από τον οποίο προέρχεται ο διαπιστωθείς κίνδυνος είναι η Al Shabaab. Έχει γίνει αποδεκτό ότι μέλη της οργάνωσης συνέλαβαν τον Αιτητή και τον αδελφό του, τους απέδωσαν συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις και υπέβαλαν τον Αιτητή σε παρατεταμένη κράτηση και επανειλημμένα βασανιστήρια. Η ταυτότητα του φορέα δίωξης στηρίζεται, επομένως, στο αποδεκτό προσωπικό ιστορικό του Αιτητή και δεν συνάγεται αποκλειστικά από τη γενική παρουσία της οργάνωσης στη χώρα.

 

Η Al Shabaab αποτελεί οργανωμένο μη κρατικό ένοπλο φορέα, ο οποίος ασκεί εδαφικό έλεγχο σε τμήματα της Σομαλίας και διατηρεί δυνατότητα δράσης και επιρροής πέραν των περιοχών που ελέγχει άμεσα. Η κοινή ανάλυση της EUAA περιλαμβάνει την οργάνωση στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη Σομαλία[22].

 

Η άσκηση εδαφικού ελέγχου από την οργάνωση είναι συναφής με την κατηγορία του άρθρου 6(β), ενώ η δράση της ως μη κρατικού φορέα εξετάζεται και υπό το άρθρο 6(γ), σε συνάρτηση με τη διαθεσιμότητα προστασίας. Για τον προσδιορισμό της ως πηγής του συγκεκριμένου κινδύνου δεν απαιτείται να εξακολουθεί να ελέγχει την ίδια την πόλη συνήθους διαμονής του Αιτητή. Η μεταβολή του εδαφικού ελέγχου συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση της δυνατότητάς της να τον προσεγγίσει και της προστασίας που μπορεί να του παρασχεθεί.

 

Περαιτέρω, η αναφορά του Αιτητή σε κράτηση σε «αστυνομικό τμήμα» ή «φυλακή» δεν μεταβάλλει την ταυτότητα του φορέα. Σύμφωνα με το αποδεκτό ιστορικό, η σύλληψη, η κράτηση και η κακοποίηση αποδίδονται στην Al Shabaab. Δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκαν από όργανα της σομαλικής κυβέρνησης.

 

Καταλήγω, συνεπώς, ότι η Al Shabaab είναι ο φορέας από τον οποίο προέρχονται οι αποδεκτές πράξεις και ο διαπιστωθείς μελλοντικός κίνδυνος δίωξης. Απαιτείται ακολούθως να εξεταστεί, σύμφωνα με τα άρθρα 6(γ) και 7 του Κανονισμού, κατά πόσον ο Αιτητής έχει πρόσβαση σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της οργάνωσης.

 

6. Δυνατότητα παροχής προστασίας έναντι της δίωξης

 

Η δυνατότητα παροχής προστασίας εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Η προστασία πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή και να παρέχεται από φορείς που είναι πρόθυμοι και ικανοί να την προσφέρουν. Απαιτείται η λήψη εύλογων μέτρων για την αποτροπή της δίωξης, μεταξύ άλλων μέσω αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τη διερεύνηση, δίωξη και τιμωρία των σχετικών πράξεων, καθώς και πραγματική πρόσβαση του αιτητή στην προστασία αυτή.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ο διαπιστωθείς κίνδυνος προέρχεται από την Al Shabaab και όχι από τις σομαλικές κρατικές αρχές. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να παράσχουν στον Αιτητή αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της συγκεκριμένης οργάνωσης.

 

Συναφώς, η κοινή ανάλυση της EUAA στο Country Guidance: Somalia του Οκτωβρίου 2025 επισημαίνει τον κατακερματισμό των κρατικών δομών ασφαλείας και τις σοβαρές αδυναμίες του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Περιγράφει περιορισμούς πόρων και προσωπικού, διαφθορά, πολιτικές και φυλετικές παρεμβάσεις και δυσχέρειες εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Καταλήγει ότι, γενικά, το σομαλικό κράτος δεν θεωρείται φορέας προστασίας που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 7.

Η EUAA επιβεβαίωσε τον Σεπτέμβριο 2026 τη συνεχιζόμενη ισχύ της καθοδήγησης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις του Μαΐου 2026. [23]

 

Η γενική αυτή εκτίμηση δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη εξέταση. Στην περίπτωση του Αιτητή, συνεκτιμάται ιδίως ότι ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του καταγράφεται πλέον υπό τον έλεγχο δυνάμεων ευθυγραμμισμένων με την κυβέρνηση. Η μεταβολή αυτή, καθώς και οι επιχειρήσεις κατά της Al Shabaab, αποτελούν στοιχεία προσπάθειας αντιμετώπισης της οργάνωσης και δεν παραγνωρίζονται.

 

Ωστόσο, η άσκηση εδαφικού ελέγχου και η διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν ταυτίζονται με την παροχή προστασίας κατά το άρθρο 7. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον υφίσταται λειτουργικός και προσβάσιμος μηχανισμός ικανός να αποτρέψει ή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη συγκεκριμένη προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή.

 

Όπως ήδη εξετάστηκε, η Al Shabaab διατηρεί παρουσία και δυνατότητα δράσης στην ευρύτερη περιοχή, παρά την απώλεια του άμεσου ελέγχου της πόλης. Οι πληροφορίες αυτές, συνεκτιμώμενες με τις διαπιστωμένες αδυναμίες των κρατικών μηχανισμών, δεν παρέχουν επαρκή βάση για να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να εξασφαλίσει αποτελεσματική και διαρκή προστασία έναντι της οργάνωσης. Η κρίση αυτή αφορά πρόσωπο που έχει ήδη στοχοποιηθεί προσωπικά ως συνεργάτης αντίπαλων δυνάμεων και έχει υποστεί παρατεταμένη κράτηση και επανειλημμένα βασανιστήρια.

 

Δεν προκύπτει, περαιτέρω, ότι ο Αιτητής διαθέτει πρόσβαση σε συγκεκριμένο μηχανισμό προστασίας ο οποίος, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσής του, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον διαπιστωθέντα κίνδυνο. Η ιδιότητά του ως νεαρού ενήλικου άνδρα και η δηλωθείσα σημερινή κατάσταση της υγείας του δεν καλύπτουν την έλλειψη τέτοιας προστασίας.

 

Ούτε η προηγούμενη μεσολάβηση του θείου του παρέχει βάση αντίθετης κατάληξης. Η παρέμβαση αυτή κατέστησε δυνατή την προσωρινή έξοδό του για νοσηλεία, χωρίς να προκύπτει απαλλαγή από την κατηγορία ή εξασφάλιση προστασίας έναντι μελλοντικής κακοποίησης. Πρόκειται για συγκεκριμένη συγγενική βοήθεια και όχι για αποτελεσματικό και μη προσωρινό μηχανισμό προστασίας. Αντίστοιχα, η EUAA διακρίνει τη στήριξη που μπορεί να παρέχεται από φυλετικά δίκτυα από την προστασία που απαιτεί το άρθρο 7.[24]

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν διαπιστώνεται πραγματική πρόσβαση του Αιτητή, στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της Al Shabaab, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Η κατάληξη στηρίζεται στην ανεπαρκή δυνατότητα παροχής της απαιτούμενης προστασίας και δεν προϋποθέτει διαπίστωση ότι οι κρατικές αρχές επιθυμούν τη δίωξή του. Η δυνατότητα εγχώριας προστασίας σε άλλο τμήμα της χώρας εξετάζεται χωριστά.

 

7. Δυνατότητα εσωτερικής προστασίας

 

Ακολούθως, εξετάζεται κατά πόσον ο Αιτητής διαθέτει εναλλακτική δυνατότητα εσωτερικής προστασίας σε άλλο τμήμα της Σομαλίας, κατά την έννοια του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει τον προσδιορισμό συγκεκριμένης περιοχής στην οποία ο Αιτητής δεν έχει βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή έχει πρόσβαση σε προστασία κατά το άρθρο 7. Απαιτείται, επιπλέον, να μπορεί να ταξιδέψει νόμιμα και με ασφάλεια, να γίνει δεκτός και να μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα εγκατασταθεί εκεί. Οι προϋποθέσεις αυτές εξετάζονται σωρευτικά, με συνεκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιοχής και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή. Το βάρος τεκμηρίωσης της διαθεσιμότητας της εναλλακτικής αυτής δυνατότητας φέρει η αποφαινόμενη αρχή.

 

Στην παρούσα περίπτωση, ο φορέας δίωξης είναι η Al Shabaab. Η αξιολόγηση δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στην υπόθεση ότι η οργάνωση δρα αποκλειστικά στο Harardhere ούτε στην αντίθετη, γενική παραδοχή ότι διαθέτει την ίδια δυνατότητα εντοπισμού και στοχοποίησης σε ολόκληρη τη Σομαλία. Απαιτείται εξέταση της εμβέλειάς της στη συγκεκριμένη περιοχή πιθανής εγκατάστασης, σε συνάρτηση με το αποδεκτό προφίλ του Αιτητή.

 

Ως προς τη Μογκαντίσου, η κοινή ανάλυση της EUAA επισημαίνει ότι, για πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δίωξη από την Al Shabaab, η προϋπόθεση ασφάλειας κατά κανόνα δεν πληρούται στη νότια και κεντρική Σομαλία. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη δυνατότητα της οργάνωσης να εντοπίζει και να επιτίθεται σε πρόσωπα και εκτός των περιοχών άμεσου ελέγχου της.[25]

 

Στην περίπτωση του Αιτητή έχει γίνει αποδεκτή προηγούμενη προσωπική στοχοποίηση ως θεωρούμενου συνεργάτη κυβερνητικών και αμερικανικών δυνάμεων, παρατεταμένη κράτηση και επανειλημμένος βασανισμός. Δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να διαφοροποιούν την περίπτωσή του κατά τρόπο ώστε η εγκατάσταση στη Μογκαντίσου να αίρει τον διαπιστωθέντα κίνδυνο ή να του εξασφαλίζει πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία. Η δυνατότητα μετάβασης στην πρωτεύουσα ή εξεύρεσης εργασίας δεν αρκεί για να καλύψει την προϋπόθεση ασφάλειας.

 

Συνεκτιμώ ότι κατά τη διοικητική συνέντευξη ο Αιτητής αναφέρθηκε σε θείους που διέμεναν στη Μογκαντίσου και με τους οποίους διατηρούσε επαφή, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου περιέγραψε διαφορετικά το σημερινό οικογενειακό του δίκτυο. Δεν θεωρώ, επομένως, αποδεδειγμένη την πλήρη απουσία συγγενικών δεσμών στη χώρα. Ακόμη, όμως, και αν υφίστανται τέτοιοι δεσμοί στην πρωτεύουσα, δεν προκύπτει ότι οι συγγενείς του θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν προστασία έναντι της Al Shabaab. Η πιθανή υποστήριξη για στέγαση ή διαβίωση είναι διαφορετικό ζήτημα από την ασφάλεια έναντι της προσωπικής στοχοποίησης.

 

Ως προς το Puntland και το Somaliland, απαιτείται διαφορετική στάθμιση. Η EUAA δεν αποκλείει γενικά τη δυνατότητα εσωτερικής προστασίας στις περιοχές αυτές για πρόσωπα που φοβούνται την Al Shabaab, αλλά εξαρτά την ασφάλεια από τις ατομικές περιστάσεις. Δεν θα ήταν, συνεπώς, ορθό να απορριφθούν ως πιθανές περιοχές εγκατάστασης μόνο λόγω της ταυτότητας του φορέα δίωξης.[26]

 

Ως προς τις συγκεκριμένες πόλεις Garowe και Hargeisa, διακρίνω τη δυνατότητα ασφαλούς και νόμιμης μετάβασης και εισόδου από τη δυνατότητα εύλογης εγκατάστασης. Η κοινή ανάλυση της EUAA αναφέρει ότι, γενικά, είναι δυνατή η πρόσβαση στις δύο πόλεις χωρίς σοβαρούς κινδύνους και ότι η φυλετική ένταξη δεν αποτελεί νομική προϋπόθεση μετάβασης και αποδοχής. Συνεπώς, η απουσία τοπικών συγγενικών ή φυλετικών δεσμών δεν χρησιμοποιείται ως απόδειξη αδυναμίας εισόδου.

 

Ως προς τη Hargeisa, απαιτείται επιπλέον να διακριθεί η άδεια εισόδου από τη δυνατότητα διαρκούς εγκατάστασης. Η EUAA καταγράφει απαιτήσεις θεώρησης για Σομαλούς που ταξιδεύουν με διαβατήριο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και επισημαίνει ότι θεώρηση διάρκειας τριάντα ημερών δεν αρκεί για να θεωρηθεί διαθέσιμη δυνατότητα εγκατάστασης. Οι απαιτήσεις αυτές δεν αποδεικνύουν αυτοτελώς ότι ο Αιτητής αποκλείεται από την περιοχή, αλλά δεν επιτρέπουν να συναχθεί δυνατότητα διαρκούς παραμονής από μόνη τη σομαλική ιθαγένειά του[27].

 

Το κρίσιμο ζήτημα, πάντως, στην παρούσα υπόθεση είναι η τεκμηρίωση δυνατότητας εύλογης εγκατάστασης στις δύο πόλεις. Η EUAA δεν θεωρεί ότι η ιδιότητα του άγαμου και ικανού προς εργασία άνδρα επαρκεί ανεξαρτήτως των λοιπών περιστάσεων. Η σχετική καθοδήγηση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ένταξη στην τοπικά κυρίαρχη φυλή και, για άλλα προφίλ, στην εξατομικευμένη εξέταση της φυλετικής θέσης, της ηλικίας και της ύπαρξης υποστηρικτικού δικτύου[28].

 

Ο Αιτητής είναι άγαμος ενήλικας, δηλώνει ότι σήμερα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας και διαθέτει εμπειρία γεωργικής και κτηνοτροφικής εργασίας. Τα στοιχεία αυτά συνεκτιμώνται υπέρ της δυνατότητας αυτοσυντήρησής του. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνα τους τεκμηρίωση ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει βασικά μέσα διαβίωσης στις συγκεκριμένες πόλεις. Από το εξετασθέν υλικό δεν προκύπτει προηγούμενη διαμονή του εκεί, συγκεκριμένο υποστηρικτικό δίκτυο ή διαθέσιμοι πόροι που θα διευκόλυναν την αρχική εγκατάσταση. Οι αναφορές σε συγγενείς στη Μογκαντίσου και στην προηγούμενη οικονομική βοήθεια του θείου του δεν αποδεικνύουν, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, διαθέσιμη και επαρκή υποστήριξη για εγκατάσταση στη Garowe ή στη Hargeisa.

Περαιτέρω, η αποδεκτή ένταξή του στη φυλή Sheekhaal δεν έχει συνδεθεί, στο ενώπιόν μου υλικό, με συγκεκριμένη δυνατότητα τοπικής υποστήριξης στις δύο πόλεις. Δεν θεωρώ ότι η απουσία τέτοιας τεκμηρίωσης αποδεικνύει αυτομάτως κοινωνικό αποκλεισμό ή αδυναμία εργασίας. Δεν παρέχει, όμως, θετική βάση για υπαγωγή του στην κατηγορία προσώπων για τα οποία η EUAA θεωρεί γενικά εύλογη την εγκατάσταση λόγω ένταξης στην τοπικά κυρίαρχη φυλή.

 

Η αποδεκτή υποβολή του σε βασανιστήρια συνεκτιμάται ως προσωπική περίσταση, χωρίς να συναγάγω μη διαπιστωμένη λειτουργική ανικανότητα ή συγκεκριμένη ανάγκη θεραπείας. Η έλλειψη εξειδικευμένης αξιολόγησης δεν χρησιμοποιείται ως απόδειξη αδυναμίας μετεγκατάστασης. Ακόμη και με συνεκτίμηση των ευνοϊκών στοιχείων της ηλικίας, της δηλωθείσας υγείας και της εργασιακής εμπειρίας του, δεν προκύπτει επαρκής τεκμηρίωση των συνθηκών υπό τις οποίες θα μπορούσε ευλόγως να εγκατασταθεί στις συγκεκριμένες πόλεις.

 

Το βάρος τεκμηρίωσης της διαθεσιμότητας εσωτερικής προστασίας φέρει η αποφαινόμενη αρχή. Η απουσία συγκεκριμένου δικτύου, πόρων ή άλλης αποδεδειγμένης δυνατότητας εξασφάλισης βασικής διαβίωσης δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως γενικός κανόνας που αποκλείει κάθε μετεγκατάσταση. Αξιολογείται σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο προφίλ του Αιτητή και την καθοδήγηση της EUAA, χωρίς το εξετασθέν υλικό να παρέχει επαρκή βάση θετικής διαπίστωσης εύλογης εγκατάστασης.

 

Καταλήγω, συνεπώς, ότι δεν έχει τεκμηριωθεί διαθέσιμη εναλλακτική εσωτερικής προστασίας κατά το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ως προς τη Μογκαντίσου, η κατάληξη στηρίζεται στην ανεπαρκή ασφάλεια έναντι του αποδεκτού προσωπικού κινδύνου. Ως προς τη Garowe και τη Hargeisa, στηρίζεται στην ανεπαρκή τεκμηρίωση της δυνατότητας εύλογης εγκατάστασης του συγκεκριμένου Αιτητή, χωρίς να απαιτείται να διαπιστωθεί επιπλέον αδυναμία ασφαλούς μετάβασης και εισόδου. Εφόσον οι απαιτήσεις του άρθρου 8 είναι σωρευτικές, η μη τεκμηρίωση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης αρκεί για να μη θεωρηθεί διαθέσιμη η εναλλακτική αυτή δυνατότητα.

 

8. Συμπέρασμα ως προς το προσφυγικό καθεστώς

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος δίωξης του Αιτητή είναι βάσιμος. Υφίσταται εύλογη πιθανότητα, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, να εκτεθεί εκ νέου σε κράτηση, βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή βία από την Al Shabaab. Η μεταχείριση αυτή, λόγω της φύσης και της σοβαρότητάς της, συνιστά δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ο κίνδυνος συνδέεται με την υποστήριξη κυβερνητικών και αμερικανικών δυνάμεων που του απέδωσε η οργάνωση και, συνακόλουθα, με αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(ε) και (2) του Κανονισμού. Πληρούται, επομένως, ο απαιτούμενος σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων δίωξης και αναγνωρισμένου λόγου δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 9(3).

 

Περαιτέρω, δεν διαπιστώνεται πραγματική πρόσβαση του Αιτητή σε αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της Al Shabaab κατά το άρθρο 7, ούτε έχει τεκμηριωθεί διαθέσιμη εναλλακτική εσωτερικής προστασίας που να πληροί σωρευτικά τις απαιτήσεις του άρθρου 8.

 

Από το ενώπιόν μου υλικό δεν προκύπτουν στοιχεία που να θεμελιώνουν εφαρμογή λόγου αποκλεισμού κατά το άρθρο 12. Η κατηγορία συνεργασίας που του απέδωσε η Al Shabaab δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη πραγματικής συμμετοχής του σε οποιαδήποτε πράξη εμπίπτουσα στους λόγους αποκλεισμού.

 

Συνεπώς, ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως πρόσφυγας κατά το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και το άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και δικαιούται τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού.

 

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Συνεκτιμώντας τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, τις πληροφορίες χώρας καταγωγής και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, καταλήγω ότι έχει θεμελιωθεί βάσιμος φόβος δίωξης στον απαιτούμενο βαθμό εύλογης πιθανότητας.

 

Ειδικότερα, έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του από μέλη της Al Shabaab μετά την αεροπορική επιδρομή της 12ης Οκτωβρίου 2018, επειδή τους αποδόθηκε συνεργασία με κυβερνητικές και αμερικανικές δυνάμεις. Ο ίδιος κρατήθηκε για παρατεταμένο διάστημα και υπέστη επανειλημμένα βασανιστήρια, ενώ ο αδελφός του απεβίωσε κατά την κράτηση. Ο Αιτητής εξήλθε προσωρινά για νοσηλεία με τη μεσολάβηση του θείου του και ακολούθως διέφυγε, χωρίς να προκύπτει απαλλαγή του από την αποδιδόμενη κατηγορία.

 

Η προηγούμενη αυτή μεταχείριση, συνεκτιμώμενη με τη συνεχιζόμενη στοχοποίηση θεωρούμενων συνεργατών αντίπαλων δυνάμεων από την οργάνωση, θεμελιώνει εύλογη πιθανότητα επανάληψης πράξεων δίωξης. Η μεταβολή του εδαφικού ελέγχου στον τόπο συνήθους διαμονής του και η πάροδος του χρόνου εξετάστηκαν, χωρίς να διαπιστωθούν επαρκείς βάσιμοι λόγοι ότι η μεταχείριση αυτή δεν θα επαναληφθεί.

 

Ο διαπιστωθείς κίνδυνος συνδέεται αιτιωδώς με αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις. Παράλληλα, δεν διαπιστώνεται διαθέσιμη αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία ούτε τεκμηριώνεται εναλλακτική εσωτερικής προστασίας που να πληροί τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Δεν προκύπτει, επίσης, λόγος αποκλεισμού από το προσφυγικό καθεστώς.

 

Η αποδεκτή ιδιότητα του Αιτητή ως θύματος βασανιστηρίων συνεκτιμήθηκε ως ουσιώδης προσωπική περίσταση. Η αναγνώρισή του ως πρόσφυγα θεμελιώνεται, ωστόσο, στη σωρευτική πλήρωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του προσφυγικού καθεστώτος και όχι αυτοτελώς στην ευαλωτότητά του.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσφυγή επιτυγχάνει.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026, με την αντικατάσταση της απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας από την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα και τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3(5) και 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση μόνο τα πραγματικά έξοδα που προέκυψαν από την υπό εξέταση προσφυγή, ήτοι €100, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής εμφανίστηκε αυτοπροσώπως.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Προβλεπόμενος τύπος στους Περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019)

[3] Άρθ. 11(3)(β)(α) του Νόμου 73(I)/2018

[4]Βλ.  .  EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, Ιανουάριος 2024  , ενότητα 2.3.1(b), «Trauma», σ. 78–80 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-02/Practical-Guide-Evidence-Risk-Assessment.pdf?utm_source

[5] CNN, US says airstrike in Somalia killed 60 al-Shabaan fighters, 16 Οκτωβρίου 2018, https://edition.cnn.com/2018/10/16/politics/us-somalia-airstrike-al-qaeda; The Defense Post, 60 Killed in largest US airstrike against Al-Shabaab in Somalia since 2017, 16 Οκτωβρίου 2018, https://thedefensepost.com/2018/10/16/somalia-us-airstrike-harardere-al-shabaab-africom/ (τελευταία πρόσβαση στις 09.10.2026).

[6] EASO, Somalia: Targeted profiles, Σεπτέμβριος 2021, ενότητα 6.3, σ. 92–94, ιδίως σ. 92 για τη μεσολάβηση πρεσβυτέρων και σ. 93 για τη σύνδεση με αεροπορικές επιδρομές

https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Targeted_profiles.pdf

[7] Ο.π.

[8] EASO, Somalia: Actors, Ιούλιος 2021, ενότητα 4.4, σ. 65–66, ιδίως σ. 66, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_07_EASO_COI_Report_Somalia_Actors.pdf

[9] EASO, Somalia: Security situation, Σεπτέμβριος 2021, ενότητα 2.5.2.2, σ. 116–118, και χάρτης εδαφικού ελέγχου Ιανουαρίου 2020, σ. 15, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_09_EASO_COI_Report_Somalia_Security_situation_new_AC.pdf

[10] UN Committee against Torture, Concluding observations on the initial report of Somalia, CAT/C/SOM/CO/1, 2 Δεκεμβρίου 2022, παρ. 23 και 24(e), https://docstore.ohchr.org/SelfServices/FilesHandler.ashx?enc=8s85tl0TsgMsNRbNBeF2dCfLMo2eDrvOH6lmvzz3Pj9Gl%2Fd5dVcMcGvhA6s8lgdEum6W9MVHhzZodxbjg%2F6Hcg%3D%3D

[11] ΔΕΕ, Barouk, C‑283/24, 3.4.2025, ECLI:EU:C:2025:236, σκέψεις 38–43, απόφαση

[12] European Commission, DG HOME, Paweł Pokorski, Transition from the Qualification Directive (QD) to the Qualification Regulation (QR), 29 January 2026, σ. 2 και 4.

[13] Βλ. συναφώς ΔΕΕ, C-198/25, S κατά Minister van Asiel en Migratie (Quotal), ECLI:EU:C:2026:447, και C-440/25, PM κ.λπ. κατά Minister van Asiel en Migratie (Ebilum), ECLI:EU:C:2026:448

[14] ΔΕΕ, απόφαση της 04.06.2026, C‑440/25, Ebilum, ιδίως σκέψη 87 και διατακτικό.

[15] EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, Οκτώβριος 2026, σ. 118–119 και 127–128, για την προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη και την αξιολόγηση της παρόδου του χρόνου

[16] EUAA, Somalia: Country Focus, Μάιος 2025, ενότητα 1.6.4.

[17] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 3.1.4, «Civilians perceived as spies by Al-Shabaab».

[18] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2026 ενότητα 2.5.2, ιδίως σ. 72–75.

[19] ACLED, Jihadist groups pose a growing and expanding threat in Africa, ενότητα για τη Σομαλία και το Harardhere.

[20] EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, Οκτώβριος 2026, σ. 118–119 και 127–128, για την προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη και την αξιολόγηση της παρόδου του χρόνου.

[22] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 2, «Actors of persecution or serious harm».

[24] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 5.3, «Considerations of clan support».

[25] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 6.2, «Safety».

[26] Ο.π.

[27] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 6.3, «Travel and admittance».

[28] EUAA, Country Guidance: Somalia, Οκτώβριος 2025, ενότητα 6.4.3, «Conclusion on reasonableness».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο