ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
27 Οκτωβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
W. O.
από Νιγηρία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού
της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Ι. Χαραλάμπους (κα) για Β. Θωμά (κα)
Ο Αιτητής είναι παρών
[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 24.05.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 29.11.2021, ταξιδεύοντας αεροπορικώς από το αεροδρόμιο της πόλης Abuja της Νιγηρίας με προορισμό την Κωνσταντινούπολη μέσω της οποίας αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές από όπου εισήλθε στη Δημοκρατία παρατύπως στις 22.03.2022. Στις 29.04.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, κατόπιν τηλεφωνικής αναζήτησής του, δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεσή του και στις 03.07.2023 του απεστάλη συστημένη επιστολή για να παραστεί σε συνέντευξη στις 04.08.2023 στην οποία επίσης δεν παρουσιάστηκε. Κατόπιν τούτου, στις 08.08.2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος το κλέισιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης λόγω της μη παρουσίας του Αιτητή στη προσωπική συνέντευξη. Ως εκ τούτου, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο Αιτητής σιωπηρώς απέσυρε ή εγκατέλειψε την αίτηση του. Την ίδια μέρα, ο Προιστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση.
Στη συνέχεια στις 24.08.2023, εκδόθηκε απορριπτική επιστολή η οποία απεστάλη αυθημερόν στον Αιτητή. Ακολούθως, στις 13.10.2023 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του και στις 18.10.2023 αποφασίστηκε το αυτόματο επανάνοιγμα της διαδικασίας (βλ. ερυθρό 37 του δ.φ.). Εν συνεχεία, στις 22.05.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 24.05.2024 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης. Αυθημερόν, ο ασκών καθήκοντα Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την επιστροφή του Αιτητή στη Νιγηρία. Η εν λόγω απόφαση παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 04.06.2024 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων
Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε με τη γραπτή του αγόρευση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από ελλιπή και πλημμελή έρευνα, πλάνη περί τα πράγματα, εσφαλμένη αξιολόγηση των ισχυρισμών του και ανεπαρκή αιτιολογία. Υποστηρίζει ότι δεν διερευνήθηκε επαρκώς ο εξατομικευμένος φόβος δίωξής του, παραλείφθηκε η ουσιαστική εξέταση του δεύτερου πραγματικού περιστατικού και δεν αξιολογήθηκαν δεόντως οι συνθήκες ασφαλείας στη Νιγηρία και ο κίνδυνος κατά την επιστροφή του. Επί της ουσίας ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι, εργαζόμενος σε ξενοδοχείο στη Νιγηρία, περιήλθε στην κατοχή του οπτικό υλικό από τη δολοφονία δύο γυναικών και το παρέδωσε στην αστυνομία. Φοβάται ότι θα δολοφονηθεί από τον φερόμενο ως δράστη, συνταγματάρχη []. Επικαλείται επίσης κίνδυνο από εγκληματικές οργανώσεις και ομάδες λατρείας (cults), καθώς και τη γενικευμένη ανασφάλεια στη Νιγηρία. Ζητεί αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος ή, εναλλακτικά, επικουρική προστασία, λόγω κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπλέον τονίζουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθεί καθώς οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι γενικοί και αόριστοι.
ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου
Α. Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης
Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή, διαπιστώνω ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς αιτιολογίας συνδέονται άμεσα με την ουσιαστική αξιολόγηση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Ειδικότερα, ο Αιτητής αμφισβητεί την αξιολόγηση των ισχυρισμών του από τους Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς οι προσωπικές του περιστάσεις, ο επικαλούμενος φόβος δίωξης και ο ενδεχόμενος κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που όφειλε να εξετάσει προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της απαιτούμενης έρευνας προσδιορίζονται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. [1]
Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η εξέταση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση τυχόν πλημμελειών της διοικητικής διαδικασίας, αλλά εκτείνεται και στην αυτοτελή αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος.
Ως εκ τούτου, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αξιολογώντας το σύνολο των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Κατά την αρχική του αίτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος υποδοχής ξενοδοχείου. Ανέφερε ότι μια μέρα, μερικοί άνδρες επισκέφθηκαν το ξενοδοχείο μαζί με μια γυναίκα. Πριν τα πρόσωπα αυτά παραδώσουν το δωμάτιο (check out), ο Αιτητής παρατήρησε ότι στραγγάλισαν και σκότωσαν τη γυναίκα. Σύμφωνα με τον Αιτητή, προτού ειδοποιηθούν οι αστυνομικές αρχές, ένας από αυτούς κατάφερε να διαφύγει ενώ ένας από αυτούς συνελήφθη από τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου και παραδόθηκε στις αρχές. Αργότερα όμως, οι υπόλοιποι κυνήγησαν και απείλησαν ότι θα σκοτώσουν τον Αιτητή. Τέλος, σύμφωνα με τον Αιτητή, την ημέρα της αναζήτησής του δε βρισκόταν στο σπίτι έτσι με τη βοήθεια του πατέρα του αφίχθηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία για να ζητήσει προστασία, ευχαριστώντας τέλος τα Ηνωμένα Έθνη που τον προστάτευσαν (ερυθ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Abakaliki, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Abakaliki (LGA-Local Government Area) της πολιτείας Ebonyi. Ο Αιτητής δήλωσε ότι από την ηλικία των 5 ετών διέμενε στην πόλη Aleto της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Eleme, της πολιτείας River μαζί με τους γονείς και τις 4 αδερφές του, οι οποίοι παραμένουν στην εν λόγω περιοχή και με τους οποίους ο Αιτητής διατηρεί επικοινωνία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι διαθέτει ευρύτερη οικογένεια αποτελούμενη από θείους και θείες οι οποίοι μερικοί διαμένουν στην πολιτεία Enugu και άλλοι στην πολιτεία Rivers. Ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί την αγγλική και την igbo. Στη χώρα του, ο Αιτητής εργαζόταν στο ξενοδοχείο [] (στο εξής αναφερόμενο ως «το ξενοδοχείο») από τις 10 Ιανουαρίου 2021 για χρονική περίοδο 4 μηνών, μέχρι τον Μάιο 2021 (ερυθρά 49-48 δ.φ.).
Σχετικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία στις 29.11.2021∙ ταξίδεψε αεροπορικώς από το αεροδρόμιο της πόλης Abuja της Νιγηρίας με προορισμό την Κωνσταντινούπολη μέσω της οποίας αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές από όπου εισήλθε στη Δημοκρατία παρατύπως στις 22.03.2022. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα του όπως επίσης δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. ο λόγος σύμφωνα με τον Αιτητή που είσηλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία 4 μήνες μετά την άφιξη του στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές ήταν γιατί δεν είχε την οικονομική άνεση (ερυθρό 47 δ.φ.).
Ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι ήταν υπάλληλος στο ξενοδοχείο. Στις 5 Απριλίου 2021, και ενώ βρισκόταν στην εργασία του έχοντας ως καθήκον να καθαρίσει δωμάτια, μπαίνοντας στο δωμάτιο 201 με την κάρτα πρόσβασης αντίκρυσε δύο γυναίκες νεκρές. Σοκαρισμένος και μπερδεμένος, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει και τότε άκουσε ένα τηλέφωνο να χτυπά κάτω από ένα μαξιλάρι. Σήκωσε το ακουστικό χωρίς να μιλήσει και άκουσε έναν άνδρα να λέει: «Πιστεύω ότι η δουλειά έχει γίνει. Θα σε δω αύριο στο μπαρ με τα κρασιά, στις 4:00 μ.μ.».
Αμέσως μετά, ο Αιτητής έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο και τηλεφώνησε στον διευθυντή του, ενημερώνοντάς τον για όσα είχαν συμβεί. Ο διευθυντής ενημέρωσε την αστυνομία της LGA για τα άτομα που είχαν αποχωρήσει από το δωμάτιο στις 12:00 το μεσημέρι και παράλληλα, έδωσε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τα άτομα που διέμεναν εκεί. Η αστυνομία εντόπισε έναν από τους άνδρες που θεωρούνταν εμπλεκόμενοι στις δολοφονίες και τον μετέφερε στο ξενοδοχείο με χειροπέδες. Στη συνέχεια, ο διευθυντής ζήτησε από τον Αιτητή και τους συναδέλφους του να αποχωρήσουν και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ωστόσο, επειδή ο Αιτητής ήθελε να μάθει ποιος ήταν ο άνδρας που είχε μιλήσει στο τηλέφωνο, πήγε στο μπαρ, όπου έφτασε στις 3:00 μ.μ. Εκεί, αναγνώρισε τον ίδιο άνδρα που είχε εμφανιστεί στις κάμερες ασφαλείας του ξενοδοχείου, να συνομιλεί με έναν άλλο άνδρα. Τους φωτογράφισε και βιντεοσκόπησε τη συνάντησή τους και στη συνέχεια αποχώρησε.
Στις 19 Απριλίου 2021, η αστυνομία της LGA επικοινώνησε με τον Αιτητή σχετικά με το περιστατικό και την έρευνα που διεξήγαγε, καθώς ήταν μάρτυρας. Ο Αιτητής ανέφερε ότι περιέγραψε όσα είχαν συμβεί και παρέδωσε τις φωτογραφίες και τα βίντεο που είχε τραβήξει στο μπαρ. Η αστυνομία τού ζήτησε να επιστρέψει στο σπίτι του και να συνεχίσει τη ζωή του, κάτι που έκανε.
Τρεις ημέρες αργότερα, ο διευθυντής του ενημέρωσε τον Αιτητή τηλεφωνικά ότι οι φωτογραφίες και τα βίντεο είχαν διαδοθεί ευρέως και ότι ο άνδρας που είχε δει στο μπαρ είχε ταυτοποιηθεί ως ο δολοφόνος των δύο γυναικών. Επρόκειτο για τον Συνταγματάρχη [] (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Συνταγματάρχης»)
Ο Αιτητής ανέφερε ότι μετά τα γεγονότα αυτά, συνέχισε τη ζωή του και άρχισε να εργάζεται σε κατάστημα πώλησης υπολογιστών.
Στις 30 Απριλίου 2021, ο Αιτητής επιστρέφοντας από τη δουλειά, βρήκε τη σύντροφό του πεσμένη στο έδαφος, αιμόφυρτη και σε σοβαρή κατάσταση. Κάλεσε τους γείτονές του για βοήθεια και κατά τη μεταφορά της συντρόφου του στο νοσοκομείο, η τελευταία απεβίωσε. Το περιστατικό αυτό έκανε τον Αιτητή να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι δεν ήταν πλέον ασφαλής, καθώς φοβόταν ότι ο Συνταγματάρχης αποτελούσε απειλή για τη ζωή του. Αρχικά, σκέφτηκε να καταφύγει στη Γκάνα, αλλά φοβήθηκε ότι, λόγω της στρατιωτικής ιδιότητας του συνταγματάρχη, εκείνος θα μπορούσε να τον εντοπίσει ακόμη και σε γειτονική χώρα. Έπειτα από συζήτηση με τον πατέρα του και τον διευθυντή του, συμφώνησαν ότι έπρεπε να φύγει από τη χώρα του και να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου θα μπορούσε να ζητήσει προστασία, μακριά από τον κίνδυνο να εντοπιστεί από τον συνταγματάρχη.
Κληθείς ο Αιτητής να επιβεβαιώσει ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα του ήταν γιατί η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από τον στρατιωτικό, ανέφερε ότι ο θάνατος της συντρόφου του ήταν το γεγονός που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι κινδύνευε η ζωή του.
Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα που ακολούθησαν αναφορικά με το ανωτέρω αφήγημά του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι βρήκε τη φίλη του στο πάτωμα, αιμόφυρτη, και τη μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου εκείνη απεβίωσε. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, καθώς οι δράστες είχαν έρθει αναζητώντας τον ίδιο, αλλά τελικά βρήκαν τη φίλη του στην οικία του Αιτητή. Εξήγησε ότι ο Συνταγματάρχης είναι ένας ιδιαίτερα ισχυρός με επιρροή στρατιωτικός, ο οποίος κατάφερε να εξασφαλίσει όλα τα προσωπικά του στοιχεία από την αστυνομία. Όπως επιπρόσθετα ανέφερε, την πληροφόρηση αυτή την είχε από τον διευθυντή του.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο διευθυντής του διέδωσε την είδηση ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που είχε δώσει τα βίντεο και τις φωτογραφίες, στις οποίες ο Συνταγματάρχης εμφανιζόταν στο μπαρ. Κληθείς ο Αιτητής να εξηγήσει γιατί να προέβαινε σε αυτή τη πράξη ο διευθυντής του, με δεδομένο ότι θα έθετε την ζωή του Αιτητή σε κίνδυνο, εξήγησε ότι η είδηση αυτή είχε διαδοθεί ευρέως και ότι ο συνταγματάρχης γνώριζε ήδη πως ο ίδιος είχε αποκαλύψει τα στοιχεία, καθώς, σύμφωνα με τον Αιτητή, η αστυνομία τον είχε ενημερώσει σχετικά.
Ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο Συνταγματάρχης ήταν ένας ιδιαίτερα ισχυρός άνθρωπος και ότι, αφού ο Αιτητής αποκάλυψε την ταυτότητά του και τον κατηγόρησε ότι είχε σκοτώσει κορίτσια σε ξενοδοχείο, εκείνος άρχισε να τον αναζητά με σκοπό να τον σκοτώσει.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις φωτογραφίες και τα βίντεο τα οποία ο ίδιος τράβηξε, απεικονιζόταν ο στρατηγός να κάθεται σε στρογγυλό τραπέζι και να συνομιλεί με δύο ακόμα άνδρες. Πρόσθεσε ότι αναγνώρισε αμέσως τον συνταγματάρχη καθώς ήταν τα πρόσωπα που είχε δει στη κάμερα του ξενοδοχείου, ενώ κατόπιν σχετικής ερώτησης ανέφερε ότι δεν είχε πλέον στη κατοχή του τα εν λόγω βίντεο και φωτογραφίες καθώς τα είχε παραδώσει στις αστυνομικές αρχές.
Κληθείς να εξηγήσει πως η συγκεκριμένη φωτογραφία με τους τρεις άνδρες σε ένα μπαρ συνδέεται με τη δολοφονία, ο Αιτητής εξήγησε ότι ο ίδιος είχε απαντήσει στη τηλεφωνική κλήση στο ξενοδοχείο, κατά την οποία δόθηκαν οδηγίες για να συναντηθούν οι εμπλεκόμενοι στο συγκεκριμένο μπαρ. Ερωτηθείς πως αφού ο ίδιος είχε απαντήσει στη κλήση τα άλλα πρόσωπα πληροφορήθηκαν για τη συνάντηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι το πρόσωπο επικοινώνησε ξανά μαζί τους, ωστόσο διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε μιλήσει κατά την διάρκεια της αρχικής τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Όταν ρωτήθηκε πως αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του δεν μίλησε ο ίδιος αλλά μόνο άκουσε τις οδηγίες, θα μπορούσε κάποιος να δώσει οδηγίες στο συνομιλητή χωρίς να γνωρίζει τη ταυτότητά του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι το πρόσωπο αυτό (ο Συνταγματάρχης) γνώριζε ότι τα πρόσωπα βρίσκονταν εκεί (στο ξενοδοχείο) και ότι είχαν ολοκληρώσει τη δουλειά (δολοφονία) που τους είχε αναθέσει, χωρίς όμως ο ίδιος ο Αιτητής να γνωρίζει ποια είναι τα πρόσωπα αυτά.
Ζητήθηκε, στη συνέχεια από τον Αιτητή να αναφέρει τι γνωρίζει για τον συνταγματάρχη αναφέροντας ότι ήταν ένας ιδιαίτερα ισχυρός μαχητής και ότι, κατά την εκτίμησή του, ήταν περίπου 50 ετών, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει την ακριβή ηλικία του. Δήλωσε ότι ο συνταγματάρχης κατείχε στρατιωτική θέση στον στρατό της Νιγηρίας και ότι γνώριζε πως είχε υπηρετήσει σε στρατιωτική βάση της χώρας, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Τέλος, διευκρίνισε ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ προσωπικά τον συνταγματάρχη ούτε είχε δεχθεί οποιαδήποτε προσέγγιση από εκείνον.
Εν συνεχεία, ερωτηθείς εκ νέου αν είχε υπάρξει κάποιο συγκεκριμένο προσωπικό περιστατικό μεταξύ του ίδιου και του συνταγματάρχη, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι επίσης δεν είχε δεχθεί οποιαδήποτε άμεση απειλή από εκείνον. Ο λόγος που ο Αιτητής θεωρούσε πως η ζωή του κινδύνευε ήταν εξαιτίας των βίντεο που είχε τραβήξει στο συγκεκριμένο μπαρ. Ανέφερε ότι ο πατέρας του, ο διευθυντής του και οι γείτονές του του έλεγαν ότι είχε μπλέξει εξαιτίας των βίντεο, καθώς ο συνταγματάρχης θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ποινικές συνέπειες και να φυλακιστεί για το αδίκημα που φερόταν να είχε διαπράξει.
Ερωτηθείς ο Αιτητής αν από τον Απρίλιο 2021 που συνέβη το περιστατικό μέχρι τον Νοέμβριο του 2021 όταν εγκατέλειψε τη χώρα συνέβη οτιδήποτε σε αυτόν προσωπικά απάντησε επίσης αρνητικά και πρόσθεσε ότι για ένα διάστημα βρισκόταν στην πολιτεία Enugu, με σκοπό να ξεκινήσει τις διαδικασίες για να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείς για τους λόγους για τους οποίους δεν ξεκίνησε νωρίτερα τις διαδικασίες αναχώρησης, δεδομένου ότι εξέδωσε το διαβατήριό του τον Σεπτέμβριο του 2021, εξήγησε ότι αρχικά εξέταζε το ενδεχόμενο να μετακομίσει σε άλλη αφρικανική χώρα. Ωστόσο, επειδή θεωρούσε τον Συνταγματάρχη ιδιαίτερα ισχυρό και πίστευε ότι θα μπορούσε να τον εντοπίσει οπουδήποτε στην Αφρική, αποφάσισε τελικά να εγκαταλείψει τη χώρα.
Στη συνέχεια, κληθείς ο Αιτητής να αναφέρει πως γνώριζε ότι τα πρόσωπα που επισκέφθηκαν την οικία του και τον αναζητούσαν και εν τέλει σκότωσαν την κοπέλα του επειδή δεν βρήκαν τον ίδιο, αποκρίθηκε ότι αυτό οφείλεται στο περιστατικό και στο συγκεκριμένο βίντεο ως στοιχεία που κατείχε ο Αιτητής. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν και ότι αυτό ήταν γνωστό σε όλους, καθώς τα συγκεκριμένα άτομα είχαν μεταβεί στην οικία του. Ωστόσο , παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε την ταυτότητα των προσώπων που είχαν επισκεφθεί την οικία του και τη σύνδεσή τους με τον Συνταγματάρχη. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις, επέμεινε ότι δεν αντιμετώπιζε κάποιο άλλο πρόβλημα και ότι γνώριζε πως η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο.
Ακολούθως, ο Αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τα όσα κατέγραψε στην αρχική αίτησή του για άσυλο και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή του. Αρχικά, ερωτηθείς για ποιο λόγο είχε δηλώσει κατά την καταγραφή της αίτησής του ότι εργαζόταν ως ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχείο, ενώ κατά τη συνέντευξη αναφέρθηκε σε πρόσθετα καθήκοντα, ο Αιτητής απάντησε ότι επρόκειτο για την ίδια εργασία. Κληθείς να περιγράψει αναλυτικότερα τα καθήκοντά του, ανέφερε ότι αυτά περιλάμβαναν την εξυπηρέτηση των επισκεπτών, τον καθαρισμό των δωματίων και των τουαλετών, καθώς και τη διεκπεραίωση των διαδικασιών άφιξης (check-in) και αναχώρησης (check-out) των επισκεπτών. Πρόσθεσε ότι αναλάμβανε διάφορες εργασίες και εκτελούσε ουσιαστικά κάθε απαραίτητο καθήκον στο πλαίσιο της εργασίας του.
Επιπλέον, κληθείς να σχολιάσει ότι στην αίτησή του κατέγραψε ότι τον κυνηγούσαν και τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν, ωστόσο κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια του πατέρα του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι επειδή δε βρισκόταν στο σπίτι του σκότωσαν τη κοπέλα του η οποία βρισκόταν εκεί. Πρόσθεσε ακόμα ότι ο συνταγματάρχης ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένος και επιθυμούσε να τον εντοπίσει.
Τέλος, ερωτηθείς ως προς τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής θεωρεί ότι θα τον σκοτώσουν, ωστόσο σύμφωνα με τον ίδιο οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδό του σε αυτή. Ο Αιτητής κατέληξε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του και ότι προτιμά να παραμείνει στη Κυπριακή Δημοκρατία και να συνεχίσει τις σπουδές του και τη ζωή του στη χώρα.
2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την εξέταση του αιτήματος, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος, που αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι Νιγηριανός υπήκοος με περιοχή καταγωγής Abakaliki, Abakaliki LGA Eboni State και περιοχή διαμονής μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα την περιοχή Aleto, Eleme LGA Rivers State, ο δεύτερος σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο του από στρατιωτικό μετά το θάνατο της συντρόφου του.
Ο πρώτος, σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, έγινε αποδεκτός βάσει των δηλώσεων, του πρωτότυπου διαβατηρίου και των εξωτερικών πληροφοριών. Ως τελευταίος τόπος διαμονής προσδιορίστηκε η πόλη Aleto της τοπικής αυτοδιοίκησης Eleme της πολιτείας Rivers.
Ο δεύτερος ισχυρισμός, ήτοι ισχυριζόμενος φόβος του Αιτητή από στρατιωτικό, μετά το θάνατο της συντρόφου του, απορρίφθηκε. Ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες επί των ουσιωδών πτυχών του αιτήματός του παρουσιάζοντας ασυνέπειες, χρονικές αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπαρκή τεκμηρίωση, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός επεσήμανε σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας στους ισχυρισμούς του Αιτητή προς τη γενεσιουργό αιτία του αιτήματός του, καθώς, παρότι ισχυρίστηκε ότι η δολοφονία της συντρόφου του τον οδήγησε να αντιληφθεί ότι κινδύνευε η ζωή του, δεν κατάφερε να εξηγήσει γιατί εκείνη αποτέλεσε στόχο αντί του ίδιου. Επιπλέον, δεν γνώριζε τους δράστες ούτε τεκμηρίωσε τη σύνδεσή τους με τον ισχυριζόμενο φορέα δίωξης, καταφεύγοντας σε γενικόλογες και με υπεκφυγές απαντήσεις. Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή πλήττονται ως προς την αξιοπιστία τους και καταδεικνύουν επιπολαιότητα.
Ακόμα, ο Λειτουργός έκρινε ως σοβαρή ασυνέπεια τις αναφορές τους Αιτητή σχετικά με τον ισχυριζόμενο φορέα δίωξής του, καθώς, παρά τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται για ισχυρό και άνδρα με επιρροή, δήλωσε ότι ουδέποτε τον συνάντησε, τον προσέγγισε ή τον απείλησε, ούτε υπήρξε οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό μεταξύ τους. Επιπλέον, ο Λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυριζόμενο φόβο του, καθώς δεν παρέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν την απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.
Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο Αιτητής προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου, φωτογραφικό υλικό (ερυθρο 52 δ.φ.). Ο Λειτουργός, επεσήμανε ότι οι προσκομισθείσες φωτογραφίες αποτελούν προσωπικές φωτογραφίες προσώπων που δεν αποδεικνύουν οποιαδήποτε σύνδεση με τον Αιτητή και τους ισχυρισμούς του.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο Λειτουργός εντόπισε ότι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρθηκε ο Αιτητής ως Συνταγματάρχη [], δεν ταυτοποιείται με τις πληροφορίες από τις εξωτερικές πηγές. Ο Λειτουργός δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα λόγω του ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και ως εκ τούτου προχώρησε στην απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή
Τέλος, με βάση τον αποδεκτό ισχυρισμό για την ταυτότητα και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή ήτοι την πόλη Aleto της τοπικής αυτοδιοίκησης Eleme της πολιτείας Rivers, ο Λειτουργός εξέτασε τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο επιστροφής. Κατέληξε ότι δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά τα άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης και σοβαρής προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε ένοπλη σύρραξη.
3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και έχοντας μελετήσει την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού και το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω στα ακόλουθα:
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνω ότι ο διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, όπως επιχειρήθηκε από τον Λειτουργό, χρήζει αναδιατύπωσης, ώστε να αποτυπώνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αίτημά του. Ειδικότερα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, υπό τον γενικό τίτλο του «ισχυριζόμενου φόβου του Αιτητή από στρατιωτικό μετά τον θάνατο της συντρόφου του», περιλαμβάνει διαφορετικά περιστατικά και, συγχρόνως, την εκτίμηση του Αιτητή ως προς τη μεταξύ τους σύνδεση και την προέλευση του επικαλούμενου κινδύνου.
Ο Αιτητής επικαλείται αλληλουχία περιστατικών που περιλαμβάνει την ανεύρεση δύο νεκρών γυναικών στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν, την παράδοση σχετικού υλικού στην αστυνομία, τη γνωστοποίηση της εμπλοκής του και τη μεταγενέστερη θανατηφόρα επίθεση κατά της συντρόφου του, την οποία αποδίδει σε πρόσωπα που τον αναζητούσαν κατ’ εντολήν του στρατιωτικού.
Παρά τη μεταξύ τους συνάφεια, τα περιστατικά αυτά απαιτούν διακριτή αξιολόγηση. Η τυχόν αποδοχή του βίαιου θανάτου της συντρόφου του ή της παράδοσης υλικού στην αστυνομία δεν συνεπάγεται αποδοχή της σύνδεσής τους με τον στρατιωτικό και τη φερόμενη στοχοποίηση του Αιτητή. Αντίστοιχα, η μη τεκμηρίωση της σύνδεσης αυτής δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής την απόρριψη όλων των επιμέρους γεγονότων, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνδυασμό.
Υπό τα δεδομένα αυτά, προχωρώ στην εξέταση των ακόλουθων ουσιωδών ισχυρισμών:
(α) Της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής, του προσωπικού προφίλ και του τελευταίου τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή.
(β) Της εμπλοκής του ως μάρτυρα στην υπόθεση της φερόμενης δολοφονίας δύο γυναικών στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και της συνακόλουθης συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές, περιλαμβανομένης της λήψης και παράδοσης φωτογραφικού και οπτικοακουστικού υλικού.
(γ) Της ισχυριζόμενης γνωστοποίησης της ταυτότητάς του ως προσώπου που παρέδωσε το ανωτέρω υλικό και της φερόμενης στοχοποίησής του από τον Συνταγματάρχη ή πρόσωπα συνδεόμενα με αυτόν.
(δ) Της φερόμενης θανατηφόρας επίθεσης κατά της συντρόφου του στην οικία του και της αποδιδόμενης από τον Αιτητή σύνδεσης του περιστατικού αυτού με την αναζήτηση και στοχοποίησή του.
3(α) Πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή των βασικών στοιχείων της ταυτότητας και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή. Οι δηλώσεις του ως προς τη νιγηριανή ιθαγένειά του και την καταγωγή του από την πόλη Abakaliki της ομώνυμης τοπικής αυτοδιοίκησης της πολιτείας Ebonyi συνάδουν, κατά την καταγραφείσα διοικητική αξιολόγηση, με το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε. Οι δε πληροφορίες χώρας καταγωγής στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός υποστηρίζουν τη γεωγραφική συνοχή των σχετικών αναφορών του, χωρίς, βεβαίως, να αποτελούν αυτοτελή απόδειξη της προσωπικής του διαμονής στις εν λόγω περιοχές.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι από την ηλικία των πέντε ετών διέμενε με την οικογένειά του στην πόλη Aleto, της τοπικής αυτοδιοίκησης Eleme της πολιτείας Rivers, όπου εξακολουθούν να διαμένουν οι γονείς και οι τέσσερις αδελφές του, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Παρέθεσε επίσης στοιχεία για την εκπαίδευσή του, τις γλώσσες που ομιλεί και την επαγγελματική του δραστηριότητα, χωρίς από τα ενώπιόν μου στοιχεία να προκύπτει ουσιώδης λόγος αμφισβήτησης των βασικών αυτών πτυχών του προφίλ του. Η αποδοχή της επαγγελματικής του δραστηριότητας στο ξενοδοχείο δεν προδικάζει, πάντως, την αξιολόγηση των περιστατικών που ισχυρίζεται ότι συνέβησαν εκεί.
Ιδιαίτερη εξέταση απαιτεί η αναφορά του ότι, πριν από την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην πολιτεία Enugu. Η αναφορά αυτή δεν επιτρέπει να περιγραφεί η Aleto ως ο τόπος στον οποίο διέμενε αδιαλείπτως μέχρι την έξοδό του από τη χώρα. Ωστόσο, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε, η παραμονή του στην Enugu συνδεόταν με την προετοιμασία της αναχώρησής του και τη διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών (ερυθρό 44, σημεία 10χ και 11χ του διοικητικού φακέλου). Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι εγκαταστάθηκε εκεί κατά τρόπο που να υποδηλώνει μεταφορά του κέντρου της συνήθους διαβίωσής του.
Συνεκτιμώντας, επομένως, τη μακρόχρονη διαμονή του στην Aleto, τους διατηρούμενους οικογενειακούς δεσμούς του με την περιοχή και τον δηλωθέντα σκοπό της ενδιάμεσης παραμονής του στην Enugu, αποδέχομαι την Aleto ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, διακρίνοντάς την από τον τόπο προσωρινής παραμονής του ενόψει της εξόδου του από τη χώρα. Η διαπίστωση αυτή αφορά τον προσδιορισμό του προσωπικού και γεωγραφικού του προφίλ και δεν προδικάζει την εξέταση της σημασίας της παραμονής του στην Enugu για τους λοιπούς ισχυρισμούς και την αξιολόγηση του επικαλούμενου κινδύνου.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός κατά τα ανωτέρω.
3(β) Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ανεύρεση νεκρών γυναικών στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν ο Αιτητής και τη συνακόλουθη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, διαπιστώνω ουσιώδεις διαφοροποιήσεις μεταξύ της αρχικής αίτησης και της προσωπικής του συνέντευξης.
Ειδικότερα, στην αρχική καταγραφή ο Αιτητής αναφέρθηκε στη δολοφονία μίας γυναίκας, ενώ κατά τη συνέντευξη περιέγραψε την ανεύρεση δύο γυναικών ήδη νεκρών στο δωμάτιο 201. Διαφορετική είναι επίσης η περιγραφή της σύλληψης εμπλεκομένου, αφού αρχικά ανέφερε ότι συγκρατήθηκε από υπαλλήλους του ξενοδοχείου και παραδόθηκε στις αρχές, ενώ μεταγενέστερα περιέγραψε εντοπισμό και σύλληψή του από την αστυνομία.
Οι διαφοροποιήσεις αυτές αφορούν ουσιώδεις πτυχές του περιστατικού. Ωστόσο, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι τέθηκαν ειδικά στον Αιτητή προς διευκρίνιση, ώστε να αξιολογηθούν οι εξηγήσεις του. Αντίστοιχα, δεν αποδίδω αυτοτελή αρνητική βαρύτητα στη λέξη «noticed» της αρχικής καταγραφής, η οποία δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι είχε δηλώσει αυτόπτης μάρτυρας της ανθρωποκτονίας.
Δεν διαπιστώνω αντίφαση ως προς τα επαγγελματικά του καθήκοντα, αφού εξήγησε ότι εκτελούσε εργασίες τόσο υποδοχής όσο και καθαρισμού. Ως προς δε τη μετάβαση στο μπαρ και τη συνεργασία με την αστυνομία, παρέθεσε συγκεκριμένες αναφορές για τη λήψη φωτογραφιών και βίντεο και την παράδοσή τους στις αρχές στις 19.4.2021. Η ασάφεια ως προς την ημέρα μετάβασης στο μπαρ δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως διαπιστωμένη αντίφαση χωρίς σχετική διευκρίνιση. Ούτε η απουσία περαιτέρω λεπτομερειών για την αστυνομική κατάθεση αρκεί αυτοτελώς για απόρριψη, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτές ζητήθηκαν.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, συνεκτιμώ τα αντίγραφα φωτογραφιών του ερυθρού 52, τα οποία, σύμφωνα με την περιγραφή τους, απεικονίζουν άνδρα με χειροπέδες και την ένδειξη «killer» και δύο γυναίκες με τις ενδείξεις «1st victim» και «2nd victim». Το υλικό είναι συναφές με τον ισχυρισμό, αλλά η αποδεικτική του βαρύτητα είναι περιορισμένη, καθώς δεν προσδιορίζονται επαρκώς η προέλευση, ο χρόνος και ο τόπος λήψης του ούτε η ταυτότητα των απεικονιζόμενων προσώπων. Οι χειρόγραφες ενδείξεις δεν αποτελούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση των αποδιδόμενων ιδιοτήτων.
Οι φωτογραφίες δεν ταυτίζονται με το υλικό που ο Αιτητής υποστηρίζει ότι κατέγραψε στο μπαρ και παρέδωσε στην αστυνομία. Δεν επιβεβαιώνουν, συνεπώς, αυτοτελώς τη συγκεκριμένη συνεργασία, χωρίς όμως η αδυναμία αυτή να συνιστά διάψευσή της. Δεν προκύπτει επίσης από τις εξετασθείσες εξωτερικές πηγές ειδικό εύρημα που να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει το περιστατικό στο ξενοδοχείο.
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, διαπιστώνω ότι, μολονότι ο Αιτητής παρέθεσε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς την ανεύρεση των νεκρών γυναικών στο ξενοδοχείο και τη μεταγενέστερη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, εντοπίζονται διαφοροποιήσεις και αποδεικτικές αδυναμίες που δεν επιτρέπουν την ανεπιφύλακτη αποδοχή του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη ότι ορισμένες από τις διαφοροποιήσεις αυτές δεν τέθηκαν ειδικώς στον Αιτητή προς διευκρίνιση, ενώ το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό δεν επιβεβαιώνει αλλά ούτε διαψεύδει τα επικαλούμενα περιστατικά, δεν κρίνω αναγκαίο να καταλήξω σε οριστική αρνητική κρίση ως προς την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Ως εκ τούτου, προς όφελος του Αιτητή και αποκλειστικά για τις ανάγκες της περαιτέρω εξέτασης του αιτήματός του, θα θεωρήσω ως αληθή τα περιστατικά της ανεύρεσης δύο νεκρών γυναικών στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και της μεταγενέστερης συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές, περιλαμβανομένης της παράδοσης φωτογραφικού και οπτικοακουστικού υλικού. Η παραδοχή αυτή δεν εκτείνεται στη φερόμενη εμπλοκή του κατονομαζόμενου στρατιωτικού στις ανθρωποκτονίες, στη γνωστοποίηση της ταυτότητας του Αιτητή προς αυτόν ή στην αποδιδόμενη προσωπική στοχοποίησή του, ζητήματα τα οποία εξετάζονται αυτοτελώς στη συνέχεια.
Συνεπώς, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη ως αληθής κατά το ανωτέρω περιορισμένο πραγματικό του περιεχόμενο, χωρίς να διατυπώνεται οριστική κρίση περί της αξιοπιστίας του.
3(γ) Τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός.
Ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο Συνταγματάρχης πληροφορήθηκε την ταυτότητα και τα προσωπικά του στοιχεία από την αστυνομία και άρχισε να τον αναζητά λόγω του υλικού που παρέδωσε. Ως πηγή της πληροφορίας κατονόμασε τον διευθυντή του ξενοδοχείου, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται από τις απαντήσεις του πώς ο τελευταίος γνώριζε ότι είχε πράγματι πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη γνωστοποίηση.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος ο διευθυντής διέδωσε την εμπλοκή του. Κληθείς να εξηγήσει τη συμπεριφορά αυτή, απάντησε ότι η είδηση είχε διαδοθεί ευρέως και ότι ο στρατιωτικός είχε ενημερωθεί από την αστυνομία, χωρίς να διευκρινίσει τη χρονική ακολουθία και τον τρόπο των αποδιδόμενων γνωστοποιήσεων. Δεν θεωρώ τη συμπεριφορά του διευθυντή εγγενώς μη ευλογοφανή· διαπιστώνω, όμως, ανεπαρκή συγκεκριμενοποίηση των γεγονότων στα οποία ο Αιτητής στηρίζει τη γνώση του στρατιωτικού.
Ως προς την αναζήτησή του, ο Αιτητής επικαλέστηκε την ισχύ και επιρροή του στρατιωτικού και προειδοποιήσεις του πατέρα του, του διευθυντή και γειτόνων. Δεν περιέγραψε προσωπική επικοινωνία ή άμεση απειλή. Όταν δε κλήθηκε να εξηγήσει την αρχική αναφορά του σε καταδίωξη και απειλές θανάτου, παρέπεμψε στην επίθεση κατά της συντρόφου του. Η απουσία άμεσης απειλής δεν αποκλείει στοχοποίηση μέσω τρίτων, αλλά καθιστά κρίσιμη την αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστάσεων που επικαλείται ως ενδείξεις της.
Η δήλωσή του ότι δεν συνέβη άλλο προσωπικό περιστατικό μέχρι την αναχώρησή του συνεκτιμάται με περιορισμένη βαρύτητα, δεδομένης της ενδιάμεσης μετακίνησής του. Δεν υιοθετώ, χωρίς αντιπαραβολή με τη συνέντευξη, την αναφορά της Έκθεσης σε συνεχή διαμονή στην Abuja από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο 2021, καθώς στην καταγραφή των δηλώσεών του περιλαμβάνεται παραμονή στην Enugu.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, εξετάζω τις διαθέσιμες πληροφορίες για τον κατονομαζόμενο στρατιωτικό και το φωτογραφικό υλικό που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη της ταυτότητάς του.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Council on Foreign Relations, ημερομηνίας 10.3.2014, ο [] γεννήθηκε το 1943 και είναι απόστρατος αντιστράτηγος, ο οποίος διετέλεσε, μεταξύ άλλων, διευθυντής στρατιωτικών πληροφοριών, αρχηγός του στρατού και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, ενώ το 2014 διορίστηκε υπουργός Άμυνας[2]. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη στρατιωτικού με το συγκεκριμένο όνομα και σημαντική κρατική σταδιοδρομία, χωρίς όμως να τον συνδέουν με τα περιστατικά που περιγράφει ο Αιτητής.
Επιπλέον, το έτος γέννησης του ανωτέρω προσώπου τοποθετεί την ηλικία του περίπου στα 78 έτη κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων, στοιχείο που αποκλίνει ουσιωδώς από την εκτίμηση του Αιτητή ότι ο φερόμενος διώκτης του ήταν περίπου 50 ετών. Η απόκλιση αυτή, σε συνδυασμό με τη διαφορετική αναφορά στον στρατιωτικό βαθμό, δεν επιτρέπει ασφαλή ταύτιση των δύο προσώπων. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι δεν υφίσταται άλλος στρατιωτικός με ίδιο ή παρεμφερές όνομα.
Η αδυναμία ταυτοποίησης του κατονομαζόμενου προσώπου μέσω των διαθέσιμων εξωτερικών πηγών δεν συνιστά αυτοτελή απόδειξη ότι το πρόσωπο αυτό δεν υφίσταται ή ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή είναι αναληθής. Συνεκτιμάται, ωστόσο, με τις λοιπές αδυναμίες της αφήγησής του ως προς την πηγή γνώσης, τη φερόμενη γνωστοποίηση των στοιχείων του και την αποδιδόμενη προσωπική στοχοποίησή του.
Ως προς τη φωτογραφία που ο Αιτητής απέδωσε στον φερόμενο διώκτη του, η Υπηρεσία Ασύλου κατέγραψε ότι απεικονίζει διαφορετικό στρατιωτικό, παραπέμποντας στα ερυθρά 55–57 του διοικητικού φακέλου. Συναφώς, δημοσίευμα της The Eagle Online, ημερομηνίας 27.10.2021, αναφέρεται στον Lieutenant Colonel Mohammed Abdulfatai, ο οποίος αποστρατεύθηκε υποχρεωτικά τον Ιούνιο 2016 και επιδίωξε δικαστικώς την επαναφορά του.
Κατά συνέπεια, ακόμη και με την παραδοχή της συνεργασίας του Αιτητή με την αστυνομία, δεν προκύπτει από τα στοιχεία του παρόντος ισχυρισμού επαρκώς συγκεκριμένο πραγματικό υπόβαθρο για τη γνωστοποίηση των στοιχείων του στον κατονομαζόμενο στρατιωτικό και την επακόλουθη αναζήτησή του. Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.
3(δ) Τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός
Ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 30.4.2021, επιστρέφοντας από την εργασία του, εντόπισε τη σύντροφό του αιμόφυρτη στην οικία του, κάλεσε γείτονες για βοήθεια και επιχείρησε να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο, με θανατηφόρα κατάληξη. Η βασική αυτή περιγραφή επαναλήφθηκε χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση.
Η διαφοροποίηση ως προς το αν ο θάνατος επήλθε κατά τη μεταφορά ή στο νοσοκομείο δεν αποκτά αποφασιστική αρνητική βαρύτητα χωρίς έλεγχο της ακριβούς διατύπωσης και σχετική διευκρίνιση. Ούτε η απουσία εκτενέστερων λεπτομερειών για τα τραύματα αρκεί για απόρριψη, εφόσον δεν προκύπτει ότι ζητήθηκαν. Αξιολογώντας τις συγκεκριμένες αναφορές του, αποδέχομαι το περιορισμένο πραγματικό περιεχόμενο ότι ανεύρε τη σύντροφό του αιμόφυρτη στην οικία του και ότι ακολούθησε ο θάνατός της.
Δεν αποδέχομαι, ωστόσο, την αποδιδόμενη σύνδεση του περιστατικού με την αναζήτησή του από τον στρατιωτικό. Ειδικά ερωτηθείς πώς γνώριζε ότι οι δράστες αναζητούσαν τον ίδιο, ο Αιτητής παρέπεμψε στην προηγούμενη εμπλοκή του στην υπόθεση του ξενοδοχείου και στο βίντεο, χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένο στοιχείο για τον σκοπό της παρουσίας τους. Παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε την ταυτότητα των δραστών ή τη σύνδεσή τους με τον στρατιωτικό. Η αναφορά του ότι ήταν γνωστό σε όλους πως αναζητούσαν εκείνον δεν συνοδεύτηκε από εξειδίκευση της πηγής και του περιεχομένου της σχετικής πληροφορίας.
Η χρονική διαδοχή των γεγονότων, η ανεύρεση της συντρόφου του στην οικία του και η δήλωσή του ότι δεν αντιμετώπιζε άλλο πρόβλημα λαμβάνονται υπόψη ως περιστάσεις που εξηγούν την εκτίμησή του. Συνεκτιμώμενες, όμως, με την ανεπαρκώς προσδιορισμένη πληροφορία για τη γνωστοποίηση των στοιχείων του και την απουσία συγκεκριμένων δεδομένων για τους δράστες, δεν αρκούν για αποδοχή της αποδιδόμενης σύνδεσης.
Συνεπώς, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται εν μέρει αποδεκτός, αποκλειστικά ως προς την ανεύρεση της συντρόφου του Αιτητή αιμόφυρτης και τον επακόλουθο θάνατό της. Δεν γίνεται αποδεκτό ότι το περιστατικό διαπράχθηκε από πρόσωπα που αναζητούσαν τον Αιτητή κατ’ εντολήν του κατονομαζόμενου στρατιωτικού.
Τέλος, συνεκτιμώντας τους ισχυρισμούς στη μεταξύ τους συνάφεια, και ακόμη και υπό την παραδοχή του περιστατικού στο ξενοδοχείο και της συνεργασίας με την αστυνομία, δεν μεταβάλλεται η αρνητική κρίση ως προς την αποδιδόμενη προσωπική στοχοποίηση. Η συνεργασία με τις αρχές και ο θάνατος της συντρόφου του δεν αρκούν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και χωρίς επαρκώς προσδιορισμένα συνδετικά στοιχεία, για αποδοχή της αναζήτησής του από τον συγκεκριμένο στρατιωτικό. Η αξιολόγηση τυχόν μελλοντικού κινδύνου θα διενεργηθεί χωριστά, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά ευρήματα και τις εφαρμοστέες προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας.
Β. Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, υπό το φως των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, για τους λόγους που αναλύθηκαν στην απόφαση E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και υιοθετούνται mutatis mutandis στην παρούσα, εφαρμοστέος ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347. Κατά το άρθρο 3(5) αυτού, απαιτείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Εν προκειμένω, έγιναν αποδεκτά η νιγηριανή ιθαγένεια του Αιτητή, η τελευταία συνήθης διαμονή του στην πόλη Aleto, της τοπικής αυτοδιοίκησης Eleme της πολιτείας Rivers, και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού του προφίλ. Για τις ανάγκες της εξέτασης λαμβάνονται επίσης ως αληθείς οι αναφορές του στην ανεύρεση νεκρών γυναικών στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και στην παράδοση πληροφοριών και υλικού στην αστυνομία. Αποδεκτή έγινε, περαιτέρω, η ανεύρεση της συντρόφου του αιμόφυρτης στην οικία του και ο επακόλουθος θάνατός της. Δεν έγινε, ωστόσο, αποδεκτή η επικαλούμενη στοχοποίησή του από τον κατονομαζόμενο στρατιωτικό ούτε η σύνδεση του θανάτου της συντρόφου του με αναζήτηση του ιδίου κατ’ εντολήν του.
Η αρνητική κρίση επί της προηγούμενης στοχοποίησης δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την αυτοτελή εξέταση του μελλοντικού κινδύνου. Το κρίσιμο είναι κατά πόσον, υπό το σύνολο των περιστάσεων, προκύπτει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του και όχι αν η επέλευσή της είναι βέβαιη.
Συναφώς, ακόμη και με την παραδοχή ότι συνεργάστηκε με την αστυνομία ως μάρτυρας, δεν προέκυψαν επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία ότι πρόσωπα εμπλεκόμενα στις ανθρωποκτονίες πληροφορήθηκαν τη συμβολή του και διατηρούν ενδιαφέρον να τον εντοπίσουν ή να τον βλάψουν. Η αποδοχή του θανάτου της συντρόφου του συνεκτιμάται ως σοβαρό περιστατικό, δεν τεκμηριώνει όμως, υπό τα συγκεκριμένα ευρήματα, ότι η ίδια υπήρξε θύμα επίθεσης με σκοπό την αναζήτηση, τον εκφοβισμό ή την τιμωρία του Αιτητή. Η αξιολόγηση των περιστατικών σε συνδυασμό δεν παρέχει επαρκές έρεισμα για τη διαπίστωση εύλογης πιθανότητας μελλοντικής δίωξής του.
Περαιτέρω, η ιδιότητα προσώπου που παρέχει πληροφορίες στις αστυνομικές αρχές δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, σύνδεση ενδεχόμενης δίωξης με αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, δεν προέκυψαν στοιχεία ότι στον Αιτητή αποδόθηκε πολιτική τοποθέτηση λόγω της συνεργασίας του με την αστυνομία ή ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά το άρθρο 10. Ούτε διαπιστώνεται σύνδεση ενδεχόμενης βλάβης ή άρνησης προστασίας με άλλον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω πραγματικά δεδομένα δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγο προβλεπόμενο στο άρθρο 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Δεν πληρούνται, επομένως, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας
Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Κατά την εν λόγω διάταξη, απαιτείται να καταδεικνύονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 15 και ότι δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να υπαχθεί στην προστασία της χώρας αυτής, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί αποκλεισμού.
Ως σοβαρή βλάβη νοούνται: (α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής και (γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως προς τις περιπτώσεις (α) και (β), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης. Η επικαλούμενη προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τον κατονομαζόμενο στρατιωτικό ή πρόσωπα συνδεόμενα με αυτόν δεν έγινε αποδεκτή. Περαιτέρω, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι ο Αιτητής συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές και ότι η σύντροφός του απεβίωσε υπό τις περιγραφόμενες περιστάσεις, δεν προκύπτουν επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να θεμελιώνεται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν θεμελιώνονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(α) ή (β).
Ως προς την ερμηνεία του 15(γ), επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.
Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.
Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως περιοχή αναφοράς λαμβάνεται η πόλη Aleto της τοπικής αυτοδιοίκησης Eleme της πολιτείας Rivers, η οποία προσδιορίστηκε ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Ως προς την κατάσταση ασφαλείας, σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 09.10.2026) στην πολιτεία Rivers της Νιγηρίας καταγράφηκαν συνολικά 44 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας ("Political violence", η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθαν 35 καταγεγραμμένοι θάνατοι.[3] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Rivers με βάση την εκτίμηση του 2022 υπολογίζεται σε 7,476,800 κατοίκους.[4]
Συνεκτιμώντας τη φύση και το πλαίσιο των καταγεγραμμένων περιστατικών, δεν διαπιστώνω ότι στη πολιτεία Rivers επικρατεί αδιάκριτη βία σε κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης τέτοιας έντασης ώστε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί.
Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις, συνεκτιμώ την πολυετή διαμονή του στην περιοχή, τους οικογενειακούς δεσμούς, την εκπαίδευση και την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα. Τα στοιχεία αυτά δεν θεωρούνται εγγύηση ασφάλειας. Δεν αναδείχθηκε, όμως, συγκεκριμένη ευαλωτότητα ή προσωπική συνθήκη που να αυξάνει ειδικά την έκθεσή του στην αδιάκριτη βία. Η προηγούμενη συνεργασία με την αστυνομία και ο θάνατος της συντρόφου του εξετάστηκαν ως προς τον εξατομικευμένο κίνδυνο και δεν προέκυψε ότι διαφοροποιούν την έκθεσή του υπό το άρθρο 15(γ).
Συνεπώς, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, επιστρέφοντας στη Νιγηρία και ειδικότερα στην Aleto της Eleme της πολιτείας Rivers, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 15. Δεν πληροί, επομένως, τις προϋποθέσεις αναγνώρισης επικουρικής προστασίας.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω, υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και ειδικότερα στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.
Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις περί πλημμελούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς αιτιολογίας εξετάστηκαν σε συνάρτηση με την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Παρά τις επιμέρους αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά τη διοικητική αξιολόγηση, η αυτοτελής εξέταση του συνόλου των ουσιωδών στοιχείων από το παρόν Δικαστήριο δεν ανέδειξε πραγματικά ή νομικά δεδομένα που να δικαιολογούν διαφορετική κατάληξη ως προς το δικαίωμα του Αιτητή σε διεθνή προστασία.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία.
Ενόψει, ωστόσο, των επιμέρους αδυναμιών που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τη διοίκηση, κρίνω ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογείται η μη έκδοση διαταγής για έξοδα.
Κατά συνέπεια, ουδεμία διαταγή εκδίδεται ως προς τα έξοδα.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.201
[2] Η σχετική παραπομπή παραλείπεται από τη δημοσιευμένη έκδοση της απόφασης για σκοπούς ανωνυμοποίησης.
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Rivers, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[4] City Population, Nigeria: Ondo State, https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/?admid=5752
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο