Β.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4293/2023, 19/10/2026
print
Τίτλος:
Β.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4293/2023, 19/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  4293/2023

19 Οκτωβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β.D.

από Καμερούν

                                                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                        Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Ο. Ηλιάδης (κος) για Ε. Μυριάνθους (κα) Δικηγόρος για τον Αιτητή

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ν. Κουρσάρης (κος) για Α. Αναστασιάδη (κα)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 20.10.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν το οποίο εγκατέλειψε στις 24.01.2020, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ακολούθως, υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 06.02.2020. Στις 18.10.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 19.10.2023, υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 20.10.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 30.10.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30.10.2023. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από την συνήγορο που εκπροσωπεί τον Αιτητή στις 15.11.2023.

 

ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων

 

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε με τη γραπτή του αγόρευση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι δεν διενεργήθηκε δέουσα έρευνα, καθότι δεν του τέθηκαν κατάλληλες και επαρκείς ερωτήσεις ώστε να εκθέσει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Προβάλλει, επίσης, εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα, επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και οι δηλώσεις του. Τέλος, προβάλλει έλλειψη δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, υποστηρίζοντας ότι στην επιστολή απόρριψης δεν εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι και τα κριτήρια στα οποία στηρίχθηκε η Υπηρεσία Ασύλου. Επισημαίνεται ότι, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο Αιτητής γνωστοποίησε ότι η κόρη του γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 16.01.2023, έπειτα από γνωριμία του με την μητέρα της στην Κύπρο, προσκομίζοντας και πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησης εκδοθέν στις 10.02.2023 από τον Έπαρχο Λευκωσίας (Βλ. Τεκμήριο 2). 

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι οι λόγοι ακύρωσης όπως προβάλλονται από τον Αιτητή στην προσφυγή του είναι αόριστοι, ασαφείς και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν. Οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ακόμη ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του.

 

ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου

 

Α. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών και των προβαλλόμενων πλημμελειών

 

Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 [1] αλλά και η σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία,[2] ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3] Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344, Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344,  όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.

 

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου.[4]

 

Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας (οι οποίοι ακροθιγώς προωθούνται) είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5],  θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης αυτής, σε συνάρτηση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

1. Οι δηλώσεις του Αιτητή

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα του ήταν αγρότης και ότι η γεωργική του γη χρησιμοποιούταν ως καταυλισμός για τους «Amba boys». Ο στρατός κατηγορούσε τον Αιτητή ότι παρείχε καταφύγιο στους «Amba boys» στο αγρόκτημά του κάθε φορά που αυτοί έρχονταν σε αντιπαράθεση με το στρατό. Παράλληλα οι «Amba boys» τον κατηγορούσαν ότι καλούσε το στρατό για να τους σκοτώσει. Έτσι ο Αιτητής δήλωσε ότι τόσο οι «Amba boys» όσο και ο στρατός ήθελαν να τον σκοτώσουν και ότι έκαψαν το σπίτι τους. Με τη βοήθεια ενός φίλου, ο οποίος φρόντισε για την προετοιμασία των απαραίτητων εγγράφων, ο Αιτητής μετέβει στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία για να σπουδάσει. Κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο, ένας λευκός άντρας ο οποίος τον παρέλαβε, τον μετέφερε σε αυτή την πόλη, χωρίς ο Αιτητής να γνωρίζει που πήγαινε. Ο άντρας αυτός του ανέφερε ότι θα έπρεπε να βρει το δρόμο του, ότι υπήρχαν πολλοί μαύροι στην περιοχή και στη συνέχεια τον εγκατέλειψε στο δρόμο. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι μετά την εγκατάλειψή του κοιμόταν για αρκετές μέρες στο δρόμο (βλ. ερ. 1 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς την 02.04.1993 στο χωριό Banga Bakundu  κοντά στη πόλη  Kumba της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν. Από το 2012 έως το 2014 ο Αιτητής διέμενε στην πόλη Buea για εκπαιδευτικούς λόγους και στη συνέχεια, επέστρεψε στο χωριό Mbalangi, της πόλης Kumba της νοτιοδυτικής περιφέρειας της χώρας του , το οποίο αποτελεί και το τόπο συνήθους και τελευταίας διαμονής του στο Καμερούν. Ανέφερε ότι είναι άγαμος, χριστιανός καθολικός και μιλά αγγλικά. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στην Buea το 2014 και αιτήθηκε να σπουδάσει σε πανεπιστήμιο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αλλά παρόλο που πλήρωσε το πρώτο μέρος των σπουδών του, δεν παρευρέθηκε στα μαθήματα. Ανέφερε ότι στην χώρα του εργάστηκε σε γεωργικές καλλιέργειες στο χωριό Mbalangi από το 2015 έως το 2020, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα του. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2020, ενώ η μητέρα του είναι εν ζωή και διαμένει στο χωριό Mbalangi μαζί με την αδερφή του Αιτητή. Προσέθεσε ότι όλη του η οικογένεια εργαζόταν σε γεωργικές καλλιέργειες.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι  λόγω της ιδιότητας του ως αγρότης ήταν κάτοχος αγροτεμαχίου. Τον Απρίλιο του 2019 οι «Amba boys» κατέλαβαν το αγρόκτημά του χωρίς την άδειά του, επειδή η τοποθεσία του τους εξυπηρετούσε και το αγρόκτημα θεωρήθηκε κατάλληλο για να το χρησιμοποιήσουν ως στρατόπεδο. Λόγω αυτού, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν μπορούσε πλέον να καλλιεργήσει τη γη του, και έκτοτε αναλάμβανε μόνο μικρές δουλειές σε άλλες φάρμες. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά διαστήματα διεξάγονταν αντιπαραθέσεις μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και των «Amba boys» στην περιοχή, και ότι περί τα τέλη Ιουνίου του 2019 ο στρατός επιτέθηκε στις εγκαταστάσεις των «Amba boys» στο αγρόκτημα του Αιτητή. Μετά την επίθεση, οι «Amba boys» πήγαν στην οικία του Αιτητή και τον κατηγόρησαν ότι αυτός ευθύνεται για την επέλαση του στρατού. Περί τα τέλη Ιουνίου του 2019, μετά από μάχες μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις πήγαν στην φάρμα και κατηγόρησαν τον Αιτητή ότι βοηθούσε τους αυτονομιστές επειδή εκείνοι χρησιμοποιούσαν τη γη του με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να καταστρέψουν βάζοντας φωτιά στην οικία του.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 5 Ιουλίου του 2019, οι αυτονομιστές τον απήγαγαν από το χωριό, τον μετέφεραν στο δάσος, τον βασάνισαν άγρια χτυπώντας τον με μαχαίρι σε όλο του το σώμα και στη συνέχεια τον άφησαν ελεύθερο με την απειλή ότι εάν ο στρατός επέστρεφε σε αυτούς θα τον σκότωναν. Κληθείς ο Αιτητής να αναφερθεί με περισσότερες πληροφορίες για την επίθεση και απαγωγή του από τους αυτονομιστές, ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν με φίλους του παίζοντας ποδόσφαιρο, τον προσέγγισαν βίαια και τον μετέφεραν στο δάσος. Ο λόγος που σύμφωνα με τον Αιτητή τον απήγαγαν αφορούσε τη κατηγορία ότι αυτός ευθύνεται για την έλευση των στρατιωτικών δυνάμεων. Ανέφερε ότι παρέμεινε μαζί τους στο δάσος για μερικές ώρες, τον εγκατέλειψαν και εν τέλει έφτασε κοντά του η αδερφή του η οποία τον πήγε σε βοτανολόγο. Ο Αιτητής επιπλέον ανέφερε ότι νοσηλεύτηκε για δύο εβδομάδες σε παραδοσιακό θεραπευτή στο δάσος.

 

Ως προς τις κατηγορίες από το στρατό για παραχώρηση της φάρμας του στους αυτονομιστές, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτό συνέβη περί το τέλος Ιουνίου 2019. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά το περιστατικό όπου έκαψαν το κτίριο στο οποίο διέμενε, ο ίδιος δεν ήταν παρών. Κληθείς να εξηγήσει γιατί προέβησαν σε αυτή τη πράξη, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο ίδιος θεωρεί ότι κάποιο πρόσωπο τους πληροφόρησε ότι το αγροτεμάχιο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι «Amba boys» ανήκε στον Αιτητή.

 

Εν συνεχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι από τα μέσα Ιουλίου έως και τον Ιανουάριο του 2020, αναγκάστηκε να κρύβεται στο δάσος επιβιώνοντας με τη βοήθεια άλλων ανθρώπων και τρώγοντας φρούτα. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι κατά τη παραμονή του στο δάσος επικοινώνησε με φίλο του, ο οποίος τον βοήθησε στη προετοιμασία εγγράφων για την εγγραφή του σε πανεπιστήμιο στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

Ερωτηθείς ο Αιτητής αν θα είναι ασφαλής σε κάποια άλλη περιοχή του Καμερούν σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, αποκρίθηκε αρνητικά και πρόσθεσε ότι δε γνωρίζει τί άλλο θα μπορούσε να κάνει, καθώς γνώριζε μόνο να καλλιεργεί τη γη. Ο Αιτητής εξήγησε ότι πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα, κατάφερε να αποφύγει τον εντοπισμό του από τους «Amba Boys» και τον στρατό, επειδή κρυβόταν στο δάσος. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε εάν θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα του χωρίς να εντοπιστεί, καθώς θεωρούσε ότι βρισκόταν στη «μαύρη λίστα». Ωστόσο, δήλωσε ότι κατάφερε να εγκαταλείψει το Καμερούν καταβάλλοντας χρήματα, καθώς, όπως ανέφερε, στη χώρα του «αν πληρώσεις, μπορείς να κάνεις τα πάντα». Τέλος, όταν του επισημάνθηκε ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να πράξει το ίδιο και σε περίπτωση επιστροφής του, απάντησε ότι η ζωή του κινδυνεύει στη χώρα του.

 

2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, o λειτουργός διέκρινε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αναφορικά με τη ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής, ο δεύτερος αναφορικά με τα ισχυριζόμενα προβλήματα με τους Ambazonians και την κατάληψη και χρήση της γης του Αιτητή, ο τρίτος αναφορικά με τα ισχυριζόμενα προβλήματα και τις κατηγορίες από το στρατό του Καμερούν και ο τέταρτος αναφορικά με τη διαφυγή του Αιτητή στο δάσος. Αποδεκτός έγινε μόνο ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ακριβείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και/ή χαρτογράφησης.

 

Καταγράφεται δε, ότι ο Αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο που έχει εκδοθεί στις 02.05.2019 από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, πρωτότυπα έγγραφα που αφορούν βεβαιώσεις εκπαίδευσης καθώς και πρωτότυπες βεβαιώσεις σχετικά με την αίτησή του και την πληρωμή διδάκτρων σε πανεπιστήμιο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι τα προβλήματα με τους Ambazonians και την κατάχρηση της γης του από αυτούς, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες υποπίπτοντας σε αντιφάσεις. Ειδικότερα, επισημάνθηκε από τον Λειτουργό ότι ο Αιτητής αν και αναφέρθηκε σε πληροφορίες ως προς τη τοποθεσία της γης που καλλιεργούσε, ήτοι στο χωριό Mbalangi, στην πόλη Kumba, της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, ότι το περιστατικό της κατάληψης συνέβη τον Απρίλιο 2019, εντούτοις δεν παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι Ambazonians κατέλαβαν τη γη του, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις της Λειτουργού, περιοριζόμενος σε αναφορά ότι η περιοχή ήταν ιδανική για αυτούς. Ο Λειτουργός έκρινε αξιοσημείωτη τη περιορισμένη περιγραφή δεδομένου ότι το εν λόγω γεγονός αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της απόφασής του να εγκαταλείψει τη χώρα του. Ως προς το λόγο κατάληψης της γης του από τους Ambazonians, ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπήρχε εντός της φάρμας σπίτι, χωρίς να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες. Επιπρόσθετα, η δήλωσή του ότι από τον Απρίλιο του 2019, οπότε και καταλήφθηκε η γη του, δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται σε αυτήν υπήρξε αντιφατική με αρχική του αναφορά ότι εργαζόταν στις γεωργικές του καλλιέργειες από το 2015 μέχρι το 2020, οπότε εγκατέλειψε τη χώρα, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει την αντίφαση ή και να παρέχει  επαρκή διευκρίνιση. Αναφορικά με τη βίαιη μεταφορά και βασανισμό του στο δάσος κρίθηκε από τον λειτουργό ότι ο Αιτητής δε παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφέροντας μόνο ότι τον μέτεφαρν χωρίς την άδεια του, ότι δέχτηκε χτυπήματα στο σώμα και ότι κρατήθηκε για μερικές ώρες και στη συνέχεια τον εγκατέλειψαν, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει τον λόγο της απελευθέρωσής του. Τέλος, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να εξηγήσει με σαφήνεια πως η αδερφή του τον εντόπισε ενώ αυτός βρισκόταν στο δάσος. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν δύναται να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

 

Σχετικά με το τρίτο ισχυρισμό, ο οποίος αφορούσε τα προβλήματα και τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε από το στρατό του Καμερούν, αρχικά ο Λειτουργός, επεσήμανε ότι δεδομένης της απόρριψης του δεύτερου ισχυρισμού σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε από τους Ambazonians ο παρών ισχυρισμός καθίσταται αβάσιμος. Ωστόσο, ο Λειτουργός προχώρησε σε εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού και  ομοίως έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι, στα τέλη Ιουνίου 2019, κατέφυγε για δύο ημέρες στο δάσος λόγω των συγκρούσεων μεταξύ του στρατού και των Ambazonians, χωρίς ωστόσο να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις συνθήκες διαβίωσής του εκεί. Όσον αφορά την πυρπόληση του σπιτιού του, δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει ότι υπεύθυνος ήταν ο στρατός, προβαίνοντας σε προσωπικές εικασίες. Ανέφερε ότι το σπίτι του κάηκε στις 30.6.2019 και ότι στη συνέχεια μετέβη σε σπίτι φίλου του, προτού λάβει χώρα το περιστατικό κατά το οποίο οι Ambazonians τον μετέφεραν στο δάσος. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν δύναται να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

 

Κατά την αξιολόγηση του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, ότι δηλαδή ο Αιτητής διέφυγε στο δάσος και δεδομένων της έλλειψης επαρκών πληροφοριών έλλειψη ευλογοφάνειας και την ασυνέπεια ο Λειτουργός απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.  

 

Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και της γενικής κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό,  ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Νοτιοδυτικό Καμερούν, από τις οποίες κατέληξε ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, πως ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας. Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 81, 82 δ.φ.).

 

3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και έχοντας μελετήσει την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, τον διοικητικό φάκελο και τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής κατά τη διοικητική διαδικασία και ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω πρόσφορη τη διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών στην οποία προέβη η Υπηρεσία Ασύλου. Προχωρώ, ως εκ τούτου, στην αυτοτελή αξιολόγησή τους

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα βασικά προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, οι δηλώσεις του είναι κατά τα ουσιώδη σταθερές και συνάδουν με τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου. Αποδέχομαι επίσης ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του στο Καμερούν ήταν το χωριό Mbalangi, στην περιοχή Kumba, του νομού Meme της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Ο ισχυρισμός αυτός γίνεται, συνεπώς, αποδεκτός. Τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τη θυγατέρα του Αιτητή εξετάζονται χωριστά, κατά το μέρος που είναι συναφή με την υπό κρίση αίτηση.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο Αιτητής ανέφερε ότι, τον Απρίλιο του 2019, αυτονομιστές κατέλαβαν χωρίς τη συγκατάθεσή του τη γη που καλλιεργούσε στο Mbalangi και τη χρησιμοποίησαν ως βάση τους. Προσδιόρισε τον τόπο και τον χρόνο του περιστατικού και εξήγησε ότι, έκτοτε, δεν μπορούσε να καλλιεργεί τη γη του και εργαζόταν περιστασιακά σε άλλες φάρμες. Η τελευταία αυτή διευκρίνιση μπορεί να συνυπάρχει με τη γενική αναφορά του ότι εργαζόταν ως αγρότης έως την αναχώρησή του το 2020 και δεν συνιστά ουσιώδη αντίφαση.

 

Η αφήγησή του παραμένει, ωστόσο, περιορισμένη ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες οι αυτονομιστές εγκαταστάθηκαν στη γη του, την έκταση της παρουσίας τους και την επαφή που ενδεχομένως είχε μαζί τους μετά την κατάληψη. Η αναφορά του ότι η τοποθεσία τούς εξυπηρετούσε και ότι υπήρχε κτίσμα στη φάρμα εξηγεί την πιθανή χρησιμότητα του χώρου, χωρίς να αποσαφηνίζει τις περιστάσεις της συγκεκριμένης κατάληψης.

 

Ως προς την ισχυριζόμενη απαγωγή της 5ης Ιουλίου 2019, ο Αιτητής παρέθεσε έναν σταθερό βασικό πυρήνα: ότι οι αυτονομιστές τον προσέγγισαν ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο, τον μετέφεραν στο δάσος, τον χτύπησαν και τον απείλησαν επειδή τον θεωρούσαν υπεύθυνο για την επίθεση του στρατού. Δεν κατέστη, ωστόσο, σαφές από τις περαιτέρω δηλώσεις του υπό ποιες συνθήκες αφέθηκε ελεύθερος και πώς η αδελφή του κατόρθωσε να τον εντοπίσει. Οι ασάφειες αυτές αφορούν την εξέλιξη ενός περιστατικού που ο ίδιος τοποθετεί στον πυρήνα του αιτήματός του. Τις σταθμίζω, πάντως, υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν και χωρίς να απαιτώ από αυτόν εξαντλητική περιγραφή της κακοποίησης που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τις συγκρούσεις στα τέλη Ιουνίου 2019, κυβερνητικές δυνάμεις τον κατηγόρησαν ότι υποστήριζε τους αυτονομιστές, επειδή οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν τη γη του. Το ότι, κατά τη δική του εκδοχή, η γη είχε καταληφθεί χωρίς τη συγκατάθεσή του δεν αποκλείει την πιθανότητα οι κυβερνητικές δυνάμεις να του απέδωσαν συνεργασία με τους αυτονομιστές. Δεν πρόκειται, επομένως, για εσωτερική αντίφαση.

 

Δεν καθίσταται, εντούτοις, σαφές από τις δηλώσεις του πώς έλαβε γνώση της προσωπικής κατηγορίας: εάν στρατιώτες απευθύνθηκαν στον ίδιο, εάν πληροφορήθηκε σχετική δήλωσή τους από τρίτους ή εάν συνήγαγε την κατηγορία από τα γεγονότα που ακολούθησαν. Ο Αιτητής απέδωσε επίσης στις κυβερνητικές δυνάμεις την πυρπόληση του κτιρίου στο οποίο διέμενε, παρότι ο ίδιος δεν ήταν παρών. Η απουσία του δεν αποκλείει ότι το κτίριο κάηκε, καθιστά όμως αναγκαίο να διακριθεί τι διαπίστωσε προσωπικά, τι πληροφορήθηκε από άλλους και τι αποτελεί δική του εκτίμηση για τους δράστες και τα κίνητρά τους. Η αναφορά του ότι κάποιος πιθανόν ενημέρωσε τους στρατιώτες για την κυριότητα της γης ανήκει στην τελευταία κατηγορία.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Αιτητής ανέφερε ότι από τα μέσα Ιουλίου 2019 έως την αναχώρησή του τον Ιανουάριο 2020 παρέμεινε κρυμμένος στο δάσος, επιβιώνοντας με τη βοήθεια άλλων προσώπων και τρώγοντας φρούτα. Προσδιόρισε, επομένως, τον λόγο και τη χρονική περίοδο της φερόμενης παραμονής του εκεί, αλλά έδωσε περιορισμένες πληροφορίες για τις συνθήκες διαβίωσής του επί περίπου έξι μήνες.

 

Κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, επικοινώνησε με φίλο του, ο οποίος τον βοήθησε να προετοιμάσει έγγραφα για σπουδές και την αναχώρησή του. Η επικοινωνία αυτή δεν είναι από μόνη της ασύμβατη με την παραμονή του στο δάσος. Δεν αποσαφηνίζονται, ωστόσο, οι συνθήκες υπό τις οποίες διατηρούσε την επικοινωνία και προετοίμαζε την αναχώρησή του ενώ, κατά τον ισχυρισμό του, απέφευγε τον εντοπισμό του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ισχυρισμού, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της σύγκρουσης μεταξύ αυτονομιστών και κυβερνητικών δυνάμεων στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν.

 

Ειδικότερα, ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της επιβολής της γαλλοφωνίας των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[7] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις περιφέρειες Northwest και Southwest.[8]

 

Ως προς τη δράση ενόπλων ομάδων και τη μετακίνηση αμάχων σε δασικές περιοχές, στο κείμενο καταγράφεται επίσης ότι:

 

Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA), τους πρώτους μήνες του 2026 η κατάσταση ασφάλειας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιφέρειες παρέμεινε τεταμένη λόγω ένοπλων συγκρούσεων και επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων συνεχίστηκαν στις περισσότερες περιοχές. Άμαχοι πληθυσμοί εκτέθηκαν σε βία, εκφοβισμό και καταναγκαστικά μέτρα που επιβλήθηκαν από ενόπλους. Ο εκτοπισμός που σχετίζεται με την κρίση συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2026, με επαναλαμβανόμενα κύματα εκτοπισμού να καταγράφονται ιδιαίτερα στις περιοχές Donga-Mantung, Bui και Menchum, καθώς και σε τμήματα της νοτιοδυτικής περιοχής. Ο εκτοπισμός προήλθε κυρίως από περιστατικά ενόπλων επιθέσεων, διακοινοτική βία και ένοπλες αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα ολόκληρα χωριά να ερημώσουν προσωρινά και χιλιάδες άνθρωποι να καταφύγουν σε γειτονικές κοινότητες ή δασικές περιοχές.[9]

 

Ως προς τη δράση αυτονομιστών σε αγροτικές περιοχές και τις ενέργειες των κυβερνητικών δυνάμεων έναντι αμάχων:

 

Το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 ανέφερε ότι ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προβλέπουν ότι, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας συνεχίζουν να εκδιώκουν τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες από τις βάσεις τους σε αγροτικές περιοχές, η εισροή των μη κρατικών ενόπλων δυνάμεων σε αστικές περιοχές, όπως η Buea και η Bamenda, θα οδηγήσει σε μετατόπιση του πεδίου επιχειρήσεων από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι μη κρατικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να διεισδύουν στον άμαχο πληθυσμό και να συνεχίζουν τη δράση τους χωρίς να εντοπίζονται. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποιούν αυτό το στοιχείο ως δικαιολογία για τις επιχειρήσεις “έρευνας και αποκλεισμού” κατά τη διάρκεια των οποίων προβαίνουν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις αμάχων.[10]

 

Τέλος, ως προς τη φύση των παραβιάσεων που καταγράφονται στις πληγείσες περιοχές:

 

Σύμφωνα με την έκθεση του Global Protection Cluster για τις ανάγκες προστασίας στο Καμερούν (Μάρτιος 2025), οι επιπτώσεις της σύγκρουσης και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου παρέμειναν αναλλοίωτες κατά τα τελευταία δύο έτη, χωρίς ουσιαστικές βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία των αμάχων, την ασφάλεια και την πρόσβαση σε υπηρεσίες.[11] Οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίστηκαν, επιτεινόμενες από επανειλημμένες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις και αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και την εκ προθέσεως καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας.[12] Οι περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης και οι συχνές απαγορεύσεις κυκλοφορίας διατάραξαν την καθημερινή ζωή και επηρέασαν σοβαρά τις κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες.[13]

 

Οι πληροφορίες αυτές καθιστούν το γενικό πλαίσιο της αφήγησης του Αιτητή συμβατό με τις συνθήκες που επικρατούν στις πληγείσες περιοχές. Είναι συναφείς, αντιστοίχως, με τον ισχυρισμό για τη δράση αυτονομιστών, τον ισχυρισμό για τις ενέργειες των κυβερνητικών δυνάμεων και τον ισχυρισμό για την καταφυγή του στο δάσος. Αφορούν, όμως, κυρίως τα έτη 2025–2026, ενώ τα εξατομικευμένα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής τοποθετούνται στο 2019. Δεν επιβεβαιώνουν ότι συνέβησαν στον ίδιο τα συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά ούτε η απουσία τέτοιας επιβεβαίωσης συνιστά διάψευσή τους. Τους αποδίδω, συνεπώς, βάρος ως προς τη συμβατότητα της αφήγησης με το γενικό πλαίσιο της σύγκρουσης και περιορισμένο βάρος ως προς την εξακρίβωση των προσωπικών περιστατικών.

 

Συνεκτιμώ τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν όσο και εκείνα που αποδυναμώνουν κάθε ισχυρισμό. Ο Αιτητής διατήρησε έναν βασικό χρονικό και αιτιώδη κορμό στην αφήγησή του, ενώ οι γενικές συνθήκες που περιγράφει βρίσκουν έρεισμα στις πληροφορίες χώρας καταγωγής. Από την άλλη, παραμένουν κενά σε κρίσιμα σημεία που αφορούν την προσωπική εμπλοκή του σε καθένα από τα φερόμενα περιστατικά. Η έλλειψη ατομικής επιβεβαίωσης από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν χρησιμοποιείται ως αυτοτελής λόγος απόρριψης.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, τα κενά αφορούν τις συνθήκες της φερόμενης κατάληψης της συγκεκριμένης γης και την εξέλιξη της ισχυριζόμενης απαγωγής. Ως προς τον τρίτο, αφορούν πρωτίστως τη βάση γνώσης του Αιτητή για την προσωπική κατηγορία και την ταυτότητα των δραστών της πυρπόλησης. Ως προς τον τέταρτο, αφορούν τις συνθήκες της πολύμηνης παραμονής του στο δάσος. Εφόσον από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι ζητήθηκαν επαρκείς διευκρινίσεις στα σημεία αυτά, κρίνω, κατόπιν συνολικής στάθμισης και με εφαρμογή του οικείου αποδεικτικού μέτρου, ότι ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί ως προς τα εξατομικευμένα περιστατικά που περιλαμβάνουν.

 

Η κρίση αυτή δεν αναιρεί τα στοιχεία που έγιναν δεκτά στο πλαίσιο του πρώτου ισχυρισμού, ιδίως την καταγωγή και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής στο Mbalangi θα εξεταστεί αυτοτελώς με βάση τα αποδεκτά γεγονότα και τις επίκαιρες, κατά το δυνατόν ειδικές για την περιοχή, πληροφορίες χώρας καταγωγής.

 

Καταληκτικά και υπό το φως των όσων έχουν ανωτέρω εκτεθεί, κρίνω ότι η διερεύνηση στην οποία προέβησαν οι Καθ' ων η αίτηση ήταν επαρκής και ανάλογη προς τη φύση και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ο Αιτητής έτυχε ουσιαστικής εξέτασης ως προς τους προβαλλόμενους λόγους αναχώρησής του, κλήθηκε να παράσχει διευκρινίσεις επί των κρίσιμων πτυχών του αφηγήματός του και του δόθηκε επαρκής δυνατότητα να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωσε το αίτημά του. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, συναφή με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης. Ούτε διαπιστώνεται ότι παραλείφθηκε η διερεύνηση οποιουδήποτε ουσιώδους στοιχείου το οποίο θα μπορούσε ευλόγως να επηρεάσει την έκβαση της αίτησης.

 

Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Β.  Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

 

Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται, καθόσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας, πρόσωπο το οποίο, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής και στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12.

 

Υπό το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, και στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.

 

Στην παρούσα υπόθεση έγιναν δεκτά η ταυτότητα και η καμερουνέζικη ιθαγένεια του Αιτητή, το αγγλόφωνο προφίλ του και το γεγονός ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του στο Καμερούν ήταν το χωριό Mbalangi, στην περιοχή Kumba, του νομού Meme της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Δεν έγιναν, αντιθέτως, δεκτά τα εξατομικευμένα περιστατικά που επικαλέστηκε σχετικά με την κατάληψη της γης του και την απαγωγή του από αυτονομιστές, την προσωπική κατηγορία και την αποδιδόμενη στον στρατό πυρπόληση, καθώς και την πολύμηνη παραμονή του στο δάσος υπό τις συνθήκες που περιέγραψε.

 

Η μη αποδοχή των περιστατικών αυτών δεν περατώνει την εξέταση του προσφυγικού καθεστώτος. Πρέπει να εξεταστεί αυτοτελώς και ex nunc εάν, λόγω των αποδεκτών χαρακτηριστικών του και των σημερινών συνθηκών στον τόπο επιστροφής του, υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί πράξεις δίωξης και εάν ο κίνδυνος αυτός συνδέεται με προστατευόμενο λόγο, ιδίως με πραγματική ή αποδιδόμενη πολιτική πεποίθηση.

 

Οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταγράφουν συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιφέρειες, καθώς και σοβαρές παραβιάσεις εις βάρος αμάχων. Το γενικό αυτό πλαίσιο λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση του φόβου του Αιτητή. Δεν αρκεί, όμως, χωρίς περαιτέρω σύνδεση με την ατομική του κατάσταση, για να συναχθεί ότι κάθε αγγλόφωνος κάτοικος της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας διατρέχει κίνδυνο δίωξης για λόγο που θεμελιώνει προσφυγικό καθεστώς.

 

Ειδικότερα, από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε πολιτική ή άλλη δραστηριότητα υπέρ των αυτονομιστών, ότι του αποδόθηκε από τις κρατικές αρχές τέτοια πεποίθηση ή ότι υπήρξε προσωπικό ενδιαφέρον κρατικών ή μη κρατικών δρώντων προς το πρόσωπό του. Η αγγλόφωνη ταυτότητά του και η καταγωγή του από πληγείσα περιοχή αποτελούν συναφή στοιχεία, αλλά, βάσει των ενώπιόν μου εξατομικευμένων δεδομένων, δεν θεμελιώνουν από μόνες τους εύλογη πιθανότητα μελλοντικής δίωξής του λόγω πραγματικής ή αποδιδόμενης πολιτικής πεποίθησης ή άλλου προβλεπόμενου λόγου.

 

Κατά συνέπεια, υπό το σύνολο των αποδεκτών περιστατικών και των πληροφοριών χώρας καταγωγής που εξετάστηκαν, δεν διαπιστώνεται βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή συνδεόμενος με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Δεν πληρούνται, ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα. Η κρίση αυτή δεν προδικάζει την αυτοτελή εξέταση του κατά πόσον η κατάσταση ασφαλείας στον τόπο επιστροφής του θεμελιώνει δικαίωμα επικουρικής προστασίας.

 

Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας

 

Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.

 

Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:

 

(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·

 

(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή

 

(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 15. Εξέτασης χρήζει, συνεπώς, η περίπτωση (γ) της εν λόγω διάταξης.

 

Ως προς την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.

 

Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.

Περιοχή αναφοράς για την αξιολόγηση του κινδύνου αποτελεί ο αποδεκτός τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, το χωριό Mbalangi, στην περιοχή Kumba, του νομού Meme της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν. Η Νοτιοδυτική Περιφέρεια εμπίπτει στη ζώνη της αγγλόφωνης κρίσης, στο πλαίσιο της οποίας συνεχίζονται οι ένοπλες αντιπαραθέσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και μη κρατικών ενόπλων ομάδων αυτονομιστικού χαρακτήρα. Δέχομαι, συνεπώς, ότι στην περιοχή υφίσταται κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Το ζήτημα που απομένει είναι ο βαθμός της αδιάκριτης βίας και ο κίνδυνος που συνεπάγεται για τον συγκεκριμένο Αιτητή.

 

Ως προς την ένταση και τα χαρακτηριστικά της βίας, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προέκυψαν τα ακόλουθα :

 

·                Η EUAA αναφέρει ότι η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιφέρειες παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024, με αυξημένη εγκληματικότητα, εισβολές NSAGs σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά SSFs, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs).[14] Βάσει δεδομένων από το ACLED, μεταξύ 13 Οκτωβρίου 2023 και 6 Δεκεμβρίου 2024 καταγράφηκαν 961 περιστατικά βίας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια και 930 θάνατοι, εκ των οποίων 300 από βία κατά αμάχων[15]η διοίκηση Meme είχε τη πρώτη υψηλότερη ένταση βίας στην περιφέρεια (131 battles,  2 explosions/remote violence, 266 violence against civilians).[16]

·                Μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024, το Global Protection Cluster (GPC) κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό παραβιάσεων στις Buea (457 θύματα) και Muyuka (199 θύματα), αμφότερες στη διοίκηση Fako, με κύρια περιστατικά αυθαίρετες συλλήψεις, σωματικές επιθέσεις και δολοφονίες.[17]

 

·                Οι πλέον πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν ότι τον Ιούνιο του 2025, το UNOCHA σημείωσε ότι η κατάσταση στις αγγλόφωνες περιφέρειες παραμένει εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις μεταξύ SSFs και NSAGs και διαρκείς αναφορές για απαγωγές με αντάλλαγμα λύτρα, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και θανάτους αμάχων.[18]

 

·                Παράλληλα, οι πηγές επισημαίνουν ότι την ίδια περίοδο, η Βελγική Υπηρεσία Προσφύγων (CEDOCA) παρατηρούσε ότι η βία παραμένει περιορισμένη εντός των αγγλόφωνων περιφερειών και ότι οι αυτονομιστές δραστηριοποιούνται κυρίως σε αγροτικές, απομακρυσμένες περιοχές, με τη στρατιωτική παρουσία να έχει ενισχυθεί στις πόλεις αλλά να παραμένει ανεπαρκής για την πρόληψη περιστατικών[19].

 

·                Ως προς τη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs), οι πηγές αναφέρουν ότι το Global Centre for the Responsibility to Protect (GCR2P) αναφέρει ότι οι NSAGs, ιδίως αυτονομιστές, έχουν αυξήσει τη χρήση IEDs εναντίον κυβερνητικών δυνάμεων και αυτοκινητοπομπών στις αγγλόφωνες περιφέρειες, ιδιαίτερα στις διοικήσεις Bui και Momo, και ότι το 2025 το UNOCHA κατέγραψε τουλάχιστον 131 περιστατικά με IEDs, με τη χρήση σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και κεντρικούς δρόμους να συνιστά σημαντικό κίνδυνο [20] [31].

 

·                Τέλος, σημειώνεται συναφώς ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης στις 18.09.2026) στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 1314 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες, από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 825 πολιτών.[21] Την ίδια περίοδο, στο χωριό Mbalangi καταγράφηκαν συνολικά 10 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 6 πολιτών.[22] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 2,098,500 κατοίκους[23]. Πιο συγκεκριμένα, ο πληθυσμός της Kumba με βάση την ίδια καταμέτρηση ανέρχεται σε 144,268 κατοίκους, ενώ δεν βρέθηκαν πληροφορίες για το πληθυσμό του χωριού Mbalangi.[24]

 

Εν προκειμένω, οι διαθέσιμες πληροφορίες αποτυπώνουν σοβαρή και συνεχιζόμενη ανασφάλεια, με ουσιώδεις επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό, περιλαμβανομένων περιστατικών στον νομό Meme και στο ίδιο το Mbalangi. Δεν παραγνωρίζω τις απαγωγές, τις αυθαίρετες συλλήψεις, τις επιθέσεις κατά αμάχων, τους εκτοπισμούς και τους περιορισμούς στην καθημερινή ζωή. Ούτε η στοχευμένη φύση ορισμένων επιθέσεων αποκλείει τις ευρύτερες συνέπειές τους για τους αμάχους.

 

Συνεκτιμώντας, ωστόσο, τη φύση και τη γεωγραφική κατανομή των καταγεγραμμένων συμβάντων, τις πληροφορίες για τις επιπτώσεις τους στον άμαχο πληθυσμό και τα διαθέσιμα δεδομένα για τον συγκεκριμένο τόπο επιστροφής, δεν καταδεικνύεται ότι η ένταση της αδιάκριτης βίας στο Mbalangi έχει ανέλθει σε τέτοιο επίπεδο ώστε ένας άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση των πληροφοριών και δεν στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων περιστατικών ή θανάτων.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με επαγγελματική εμπειρία σε γεωργικές εργασίες. Η εμπειρία αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως παράγοντας προστασίας έναντι της βίας. Συνεκτιμάται, αντιθέτως, με την αναφορά των πηγών στη δράση αυτονομιστικών ομάδων σε αγροτικές περιοχές, χωρίς, όμως, να προκύπτουν συγκεκριμένα αποδεκτά στοιχεία για τις συνθήκες υπό τις οποίες θα ασκούσε γεωργική δραστηριότητα μετά την επιστροφή του και για πρόσθετη έκθεσή του εξαιτίας αυτής.

Κατά τις δηλώσεις του, η μητέρα και η αδελφή του εξακολουθούν να διαμένουν στο Καμερούν. Η ύπαρξη των οικογενειακών αυτών δεσμών δεν εξομοιώνεται με διαπίστωση διαθέσιμης προστασίας ή επαρκούς υποστηρικτικού δικτύου. Δεν αναδείχθηκαν προβλήματα υγείας ή άλλες αποδεκτές προσωπικές περιστάσεις που να αυξάνουν ιδιαίτερα την έκθεσή του στις συνέπειες της αδιάκριτης βίας. Τα περιστατικά προηγούμενης προσωπικής στοχοποίησης που επικαλέστηκε δεν έγιναν αποδεκτά για τους λόγους που προεκτέθηκαν, χωρίς η απόρριψή τους να υποκαθιστά την αυτοτελή εξέταση του κινδύνου από την ένοπλη σύρραξη.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμηριώθηκε επίσης ότι ο Αιτητής είναι πατέρας ανήλικης κόρης που γεννήθηκε στην Κύπρο. Το στοιχείο αυτό δεν καταδεικνύει, με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα, αυξημένη έκθεσή του στην αδιάκριτη βία στον τόπο επιστροφής. Οι συνέπειές του για την οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου εξετάζονται αυτοτελώς στο σκέλος της απόφασης επιστροφής.

 

Κατόπιν συνολικής στάθμισης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και των αποδεκτών προσωπικών του περιστάσεων, δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Mbalangi, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο της εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Δ. Η απόφαση επιστροφής του Αιτητή

 

Έχοντας ολοκληρώσει την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, προχωρώ στην εξέταση της απόφασης επιστροφής, η οποία περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και αποτελεί επίσης αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Η διαπίστωση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας δεν εξαντλεί τον έλεγχο της απόφασης επιστροφής, η οποία υπόκειται στις ιδιαίτερες εγγυήσεις που διέπουν τη διαδικασία επιστροφής.

 

Ως προς το εφαρμοστέο διαδικαστικό πλαίσιο, σημειώνεται ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή υποβλήθηκε στις 06.02.2020, πριν από την έναρξη εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Ενόψει του άρθρου 79(3) του εν λόγω Κανονισμού και των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 194(2) και (6) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, Ν. 115(Ι)/2026, η παρούσα διαδικασία εξακολουθεί να διέπεται από το προηγούμενο διαδικαστικό πλαίσιο. Η απόφαση επιστροφής εξετάζεται υπό τις εγγυήσεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ και των σχετικών διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105, το οποίο μεταφέρει το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφής απαιτείται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης και η δέουσα συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και της οικογενειακής ζωής.

Συναφής είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑112/20, M.A. κατά État belge, ημερομηνίας 11.03.2021, ECLI:EU:C:2021:197, ιδίως οι σκέψεις 35–43. Η υποχρέωση συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού καταλαμβάνει και απόφαση επιστροφής η οποία απευθύνεται στον γονέα του. Οι συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης εξετάζονται υπό το συνδυασμένο πρίσμα των άρθρων 7 και 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Περαιτέρω, το άρθρο 11(5) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018, προβλέπει τη συνεκτίμηση σχετικών γεγονότων και ισχυρισμών που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε είναι προγενέστερα είτε μεταγενέστερα αυτής. Στο πλαίσιο του ελέγχου της ενσωματωμένης απόφασης επιστροφής, οι ανωτέρω εγγυήσεις δεν επιτρέπουν την παράβλεψη ουσιωδών οικογενειακών στοιχείων που τεκμηριώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Εν προκειμένω, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο Αιτητής γνωστοποίησε ότι είναι πατέρας ανήλικης κόρης, η οποία γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 16.01.2023, έπειτα από γνωριμία του με τη μητέρα της στην Κύπρο. Προς τεκμηρίωση της δήλωσής του προσκόμισε πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησης, εκδοθέν στις 10.02.2023 από τον Έπαρχο Λευκωσίας, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2. Τέθηκε, επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εκκρεμεί η προσφυγή αρ. 1383/2024, η οποία αφορά τη μητέρα και το ανήλικο τέκνο. Επί των στοιχείων αυτών δόθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση δυνατότητα τοποθέτησης.

 

Παρατηρώ ότι η γέννηση του τέκνου προηγήθηκε της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή στις 18.10.2023, χωρίς, ωστόσο, να καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό αναφορά στην ύπαρξή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής υποστήριξε ότι επιχείρησε να ενημερώσει τη Λειτουργό, αλλά εκείνη δεν θέλησε να τον ακούσει.

 

Ο ισχυρισμός αυτός εξετάζεται σε συνάρτηση με το γεγονός ότι, μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, ο Αιτητής μονογράφησε κάθε σελίδα του πρακτικού και επιβεβαίωσε με την υπογραφή του ότι οι καταγεγραμμένες απαντήσεις απέδιδαν με ακρίβεια τις δηλώσεις του και ότι δεν επιθυμούσε να τις τροποποιήσει ή να αμφισβητήσει τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη συνέντευξη (βλ. ερ. 25 του δ.φ.).

 

Η υπογραφή της δήλωσης αυτής δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής, το ενδεχόμενο παράλειψης καταγραφής. Αποτελεί, όμως, στοιχείο που συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης θέσης του Αιτητή. Υπό το σύνολο των ενώπιόν μου δεδομένων, δεν τεκμηριώνεται ότι η ύπαρξη του τέκνου γνωστοποιήθηκε στη Διοίκηση και ότι η τελευταία παρέλειψε να συνεκτιμήσει γνωστοποιημένο οικογενειακό στοιχείο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν επιτρέπει, ωστόσο, την παράβλεψη του συγκεκριμένου στοιχείου κατά την παρούσα εξέταση των συνεπειών της επιστροφής, αφού η ύπαρξη του τέκνου και η πατρότητα του Αιτητή τεκμηριώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Δεν παρατέθηκαν αναλυτικά στοιχεία ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, τη συχνότητα επικοινωνίας του Αιτητή με την κόρη του ή τη συμμετοχή του στην καθημερινή φροντίδα της. Δεν προβαίνω, επομένως, σε διαπίστωση συμβίωσης, καθημερινής φροντίδας ή ιδιαίτερης σχέσης εξάρτησης. Η έλλειψη των πληροφοριών αυτών δεν αποτελεί, όμως, απόδειξη απουσίας προσωπικών δεσμών ούτε καθιστά αδιάφορη, για την εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου, την τεκμηριωμένη πατρότητα.

 

Η παρούσα κρίση στηρίζεται στον συνδυασμό των αποδεδειγμένων στοιχείων: της πατρότητας του Αιτητή, της μικρής ηλικίας της κόρης του και της εκκρεμούς δικαστικής εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας που αφορά την ίδια και τη μητέρα της.

 

Ενόσω η τελευταία αυτή διαδικασία παραμένει εκκρεμής, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι η μητέρα και το τέκνο δύνανται να ακολουθήσουν τον Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του πριν από την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής τους δημιουργεί ενδεχόμενο χωριστής απομάκρυνσης του πατέρα, ενώ δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί δικαστικά η ανάγκη διεθνούς προστασίας της μητέρας και της κόρης.

 

Η εκκρεμοδικία αυτή δεν θεμελιώνει αυτοτελώς δικαίωμα παραμονής του Αιτητή ούτε συνεπάγεται αυτόματη αναστολή της επιστροφής του. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, συνεκτιμώ την εκκρεμότητα αυτή μαζί με την τεκμηριωμένη πατρότητα και τη μικρή ηλικία του τέκνου. Χωρίς να προδικάζω την ύπαρξη συγκεκριμένης βλάβης ή ιδιαίτερης εξάρτησης, κρίνω ότι ο συνδυασμός των περιστάσεων δικαιολογεί την προσωρινή αποτροπή χωριστής απομάκρυνσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην υπόθεση μητέρας και κόρης.

 

Ως προς την εξουσία λήψης του μέτρου, το άρθρο 13(2) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ προβλέπει ότι η αρχή που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης σχετικής με την επιστροφή διαθέτει εξουσία επανεξέτασής της, περιλαμβανομένης της δυνατότητας προσωρινής αναστολής της εκτέλεσής της.

 

Η εν λόγω διάταξη δεν ρυθμίζει ειδικά την περίπτωση κατά την οποία η διάρκεια του μέτρου συνδέεται με την ολοκλήρωση άλλης εκκρεμούς προσφυγής μέλους της οικογένειας. Ερμηνευόμενη, όμως, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της ίδιας Οδηγίας, τα άρθρα 7, 24 και 47 του Χάρτη και τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου επί της ενσωματωμένης απόφασης επιστροφής, κρίνω ότι επιτρέπει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, την προσωρινή ρύθμιση της εκτέλεσής της, με χρονικό όριο την έκδοση απόφασης επί της συναφούς προσφυγής.

 

Αποδίδοντας πρωταρχική σημασία στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, κρίνω ότι η περιορισμένη χρονικά αναστολή αποτελεί πρόσφορο και αναλογικό μέτρο. Διατηρεί προσωρινά τη δυνατότητα παρουσίας του πατέρα στη Δημοκρατία μέχρι να αποσαφηνιστεί η έκβαση της δικαστικής διαδικασίας μητέρας και κόρης, χωρίς να παρέχει στον ίδιο καθεστώς διεθνούς προστασίας ή αυτοτελές δικαίωμα διαμονής.

 

Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται σε διαπίστωση κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης για τον Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ούτε σε διαπίστωση παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Δεν στηρίζεται, επίσης, σε παράλειψη της Διοίκησης να συνεκτιμήσει οικογενειακά στοιχεία των οποίων η γνωστοποίηση δεν τεκμηριώθηκε. Αφορά την προσωρινή ρύθμιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής βάσει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ως εκ τούτου, κατά το μέρος που η προσφυγή αφορά την απόφαση επιστροφής, διατάσσεται η προσωρινή αναστολή της εκτέλεσής της μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής αρ. 1383/2024, η οποία αφορά τη μητέρα και την ανήλικη κόρη του Αιτητή. Η απόφαση επιστροφής δεν ακυρώνεται, ενώ η αναστολή δεν επηρεάζει την κατάληξη επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας και δεν προδικάζει την έκβαση της ανωτέρω προσφυγής. Η λήξη της δεν απαλλάσσει τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση τήρησης των εγγυήσεων του άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ κατά τον χρόνο οποιασδήποτε μεταγενέστερης εκτέλεσης της επιστροφής.

 

IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, και κατόπιν εξέτασης των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς το σκέλος αυτό.

 

Ως προς την απόφαση επιστροφής, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, αναστέλλεται η εκτέλεσή της μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής αρ. 1383/2024, η οποία αφορά τη μητέρα και την ανήλικη κόρη του Αιτητή. Η αναστολή δεν συνιστά ακύρωση της απόφασης επιστροφής και δεν προδικάζει την έκβαση της ανωτέρω προσφυγής.

 

Λαμβάνοντας υπόψη την έκβαση της παρούσας διαδικασίας και τη φύση του ζητήματος που ανέκυψε ως προς την επιστροφή, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.07.2007

[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

[5]  Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73

[6] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.

[7]  The Conversation, Cameroon's conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697

[8] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ 

[9] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)

[10] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/2025, σελ. 2, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)

[11] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, σελ. 2, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)

[12] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, σελ. 2, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)

[13] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, σελ. 2, https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)

[14]  GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf σελ. 2, όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 6

[15] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Cameroon, Southwest

Region, 13 October 2023 to 6 December 2024 όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 9

[16] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Cameroon, Southwest

Region, 13 October 2023 to 6 December 2024 όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 9

[17] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf σελ 4, όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 6

[18] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, σελ.2, όπως παρατίθεται στο Refugee Documentation Centre of Ireland, Cameroon - Security Situation, 10/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf σελ. 2

[19] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], σελ. 3 όπως παρατίθεται στο Refugee Documentation Centre of Ireland, Cameroon - Security Situation, 10/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf σελ. 2

[20] Global Centre for the Responsibility to Protect,    Cameroon [country page], https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[21] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Perfecture, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer 

[22] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Mbalangi, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer 

[23] City Population, Cameroon: Southwest Region,

https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6826

[24]City Population, Cameroon: Kumba, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1200   


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο