V. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.887/24, 30/10/2026
print
Τίτλος:
V. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.887/24, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.887/24

 

30 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

V. F.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Χρ. Λαζάρου, δικηγόρος για τον αιτητή

Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.15/09/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η εδώ επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, η οποία, ως αναφέρεται στο Αιτητικό Α, «ουδέποτε κοινοποιήθηκε» σ’ αυτόν, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Μετά την καταχώρηση της ενστάσεως τους οι καθ’ ων η αίτηση, ήγειραν προδικαστική ένσταση σχετικά με το εκπρόθεσμο της παρούσας προσφυγής και ανέπτυξαν περαιτέρω την προδικαστική αυτή ένσταση στη γραπτή τους αγόρευση. Σημειώνεται ότι ουδέν περί τούτου αναφέρεται στην αγόρευση του αιτητή, το μόνο δε σχετικό που εντοπίζεται είναι η αναφορά στο ότι η επίδικη απόφαση «ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον Αιτητή» στο Αιτητικό Α και στο σημείο (5) των γεγονότων που καταγράφονται επί της προσφυγής. Σημειώνω ότι στην προσφυγή επισυνάπτεται (χωρίς εντούτοις να σημειώνεται ως Παράρτημα) ένα ενοικιαστήριο έγγραφο, όπου το όνομα του αιτητή περιλαμβάνεται στους ενοικιαστές, με ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης στις 18/05/23. Η διεύθυνση που εκεί καταγράφεται (ενοικιαζόμενου υποστατικού) είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία, ως και πιο κάτω θα αναφερθεί, στάλθηκε (ταχυδρομικώς) η επίδικη απόφαση.

Κατά τις διευκρινήσεις (το ζήτημα του εκπρόθεσμου δεν εξετάστηκε προδικαστικώς, στην απουσία σχετικού αιτήματος) η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητώς όλους τους δια της αγορεύσεως της ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.

Από την πλευρά τους οι καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν την αγόρευση τους.

Σημειώνεται ότι το εκπρόθεσμο αφορά το παραδεκτό της προσφυγής και, ως ζήτημα που άπτεται της δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και κατά προτεραιότητα.

Επί της προδικαστικής ενστάσεως σημειώνω τα εξής.

Ως προκύπτει από τα ερ.110-114, στις 18/09/23 (δις) και στις 22/09/23 έγινε προσπάθεια επικοινωνίας με τον αιτητή στον καταγεγραμμένο αριθμό τηλεφώνου (βλ. ερ.110 & ερ.18), όπου δεν υπήρξε απάντηση στις κλήσεις (από τον αιτητή) και ακολούθως, στις 27/09/23, η προσβαλλόμενη απόφαση στάλθηκε ταχυδρομικώς (δια συστημένης επιστολής) στην τελευταία διεύθυνση του αιτητή, ως αυτή ήταν καταχωρημένη στον διοικητικό φάκελο (βλ. ερ.53), δεδομένου ότι κατά την επίδικη συνέντευξη ο ίδιος ο αιτητής προσκόμισε σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο ημ.18/05/23 (ερ.35). Η επιστολή αυτή επεστράφη ως αζήτητη (βλ. ερ.112-114).

Σημειώνεται ότι η διεύθυνση του ενοικιαζόμενου υποστατικού είναι η ίδια τόσο στο ερ.35 (καταγράφεται και στο ερ.53) όσο και στο επισυναπτόμενο στην προσφυγή ενοικιαστήριο έγγραφο, με ημερομηνία ανανέωσης της προηγούμενης ενοικίασης στις 18/05/23, λίγους μήνες πριν την αποστολή της επίδικης απόφασης, και λήξη αυτής στις 17/05/25.

Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα προσφυγή στις 12/03/24.

Επί του νομικού πλαισίου παραθέτω τα εξής.

Στην απόφαση (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στην υπ.99/2004, Μιλτιάδης Ψαλιδόπουλος ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημ.04/04/07, με και αναφορά στην ελληνική θεωρεία, λέγονται   τα εξής:

«Παραθέτω  σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα του Θεμιστοκλή Τσάτσου «Η αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», έκδοση 3η, σελ. 80-81:

«Κρίνεται δ΄εν αμφιβολία το ζήτημα της γνώσεως και του χρόνου, καθ΄ον επραγματοποιήθη υπέρ του αιτουμένου την ακύρωσιν, διότι βαρύνεται δια της υποχρεώσεως της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως των πράξεων αυτής η διοίκησις, η οποία ως εκ τούτου φέρει το βάρος της σχετικής αποδείξεως.  Εκτός εάν το πιθανολογούμενον ενδιαφέρον του προσφεύγοντος και η τυχόν ιδιότης αυτού καθιστώσιν όλως απίθανον την από μέρους αυτού παράλειψιν των ενεργειών εκείνων, δι΄ων θα ηδύνατο ούτος ευκόλως να λάβη αμέσως πλήρη γνώσιν της πράξεως.  Εφ΄όσον η πράξις είναι προσιτή ευκόλως εις τον ενδιαφερόμενον, η μη εντός ευλόγου χρόνου ενέργεια των απαιτουμένων προς λήψιν πλήρους γνώσεως αυτής, αποτελεί παράλειψιν και πταίσμα, ούτινος αι συνέπειαι δέον να εξομοιωθώσι προς την μη εμπρόθεσμον άσκησιν της αιτήσεως ακυρώσεως, της οποίας η προθεσμία δεν είναι δυνατόν, εν τοιαύτη περιπτώσει, ν΄αδρανήση επ΄άπειρον, εκτός εάν προκύπτη ότι, παρά την πάροδον μακρού χρόνου από της εκτελέσεως, η πλήρης γνώσις ήτο αδύνατος ή συγγνωστή η σχετική έλλειψις ενδιαφέροντος του διοικουμένου, όσον αφορά εις την έκδοσιν ή το περιεχόμενον της πράξεως.»»

Η ως άνω προσέγγιση ακολουθήθηκε και στη Χειμωνίδου ν. Ιατρικών Υπηρεσιών κ.α., (1994) 4 ΑΑΔ 2040, ημ.18/10/94, στην υπ. αρ.356/12, Οικονομοπούλου ν. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, ημ.10/06/15 και είχε προ πολλού διατυπωθεί στην Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 481, ημ.18/06/98, απόφαση Ολομέλειας, όπου λέχθηκε ότι «η νομολογία στην Ελλάδα καθιέρωσε τεκμήριο πλήρους γνώσης "εκ της παρόδου μακρού χρόνου από της εκδόσεως της πράξεως, ιδία δε αν υφίσταται προφανές ενδιαφέρον διά την τύχην της υποθέσεως".»

Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία σημειώνω και πάλι ότι ο αιτητής, ως προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο του ΔΦ (ερ.110), κλήθηκε (σε διαφορετικές ημερομηνίες) στο κινητό τηλέφωνο, σε αριθμό που είχε γίνει και προηγουμένως επικοινωνία με τον αιτητή (ερ.28-29) και είχε επιβεβαιωθεί στην επίδικη συνέντευξη (ερ.53) στις 04/05/23, όμως ο αιτητής δεν απαντούσε. Στις 27/09/23 στάλθηκε δια ταχυδρομείου η επίδικη απόφαση, στη διεύθυνση που καταγράφεται στο ερ.35 και στο έγγραφο που επισυνάπτεται (από τον ίδιο τον αιτητή) στην προσφυγή, η οποία και επεστράφη ως αζήτητη (ερ.112-114).

Ως εκ των ανωτέρω προκύπτει ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να λάβει γνώση της επίδικης απόφασης, καθότι – πέραν των κλήσεων που του έγιναν σχετικώς, σε αριθμό του οποίου η ορθότητα δεν αμφισβητήθηκε – σχετική επιστολή στάλθηκε ταχυδρομικώς σε διεύθυνση η οποία, ως επιβεβαιώνεται από το επισυναπτόμενο στην προσφυγή (από τον ίδιο τον αιτητή) ενοικιαστήριο έγγραφο, ίσχυε κατά τον χρόνο που έγινε η ταχυδρόμηση της.

Δεδομένων των ως άνω θα πρέπει να γίνει δεκτό λοιπόν ότι η επιστολή ενημέρωσης για την επίδικη απόφαση στάλθηκε στη σωστή κατά τον τότε χρόνο διεύθυνση (άλλωστε αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί – του εναντίον επιβεβαιώνεται και από το επισυναπτόμενο στην προσφυγή), ως και η ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής και συνεπώς η μη παραλαβή της δεν μπορεί παρά να αποδίδεται σε αδράνεια ή και εσκεμμένη αποφυγή παραλαβής της. Σ’ αυτό προστίθεται και το δεδομένο ενδιαφέρον του αιτητή αναφορικά με την επίδικη απόφαση αυτή (αφού εξ αυτής εξαρτιούνταν το νόμιμο της διαμονής του στη Δημοκρατία όσο και η τυχόν απόδοση διεθνούς προστασίας). Παρά τούτο ο αιτητής, ως ο ίδιος αναφέρει, αποτάθηκε, χωρίς να εξηγεί τον λόγο που αποτάθηκε στον χρόνο εκείνο, στους καθ’ ων η αίτηση δια της δικηγόρου του στις 25/02/24 (βλ. σημ.2 γεγονότων προσφυγής), περί τους 5 μήνες αφότου η επιστολή ταχυδρομήθηκε και 5 και πλέον μήνες αφότου έγιναν (πολλές) κλήσεις σ’ αυτόν (οι οποίες έμειναν αναπάντητες), ώστε να λάβει την επίδικη απόφαση που τον αφορά.

Τα ενώπιον μου στοιχεία καταδεικνύουν θεωρώ επαρκώς ότι εν προκειμένω «η μη εντός ευλόγου χρόνου ενέργεια των απαιτουμένων προς λήψιν πλήρους γνώσεως αυτής, αποτελεί παράλειψιν και πταίσμα, ούτινος αι συνέπειαι δέον να εξομοιωθώσι προς την μη εμπρόθεσμον άσκησιν της αιτήσεως ακυρώσεως, της οποίας η προθεσμία δεν είναι δυνατόν […] ν΄αδρανήση επ΄άπειρον», αφού δεν θεωρώ ότι «η πλήρης γνώσις ήτο αδύνατος» ή ότι ήταν εδώ «συγγνωστή η σχετική έλλειψις ενδιαφέροντος [του αιτητή], όσον αφορά εις την έκδοσιν ή το περιεχόμενον της πράξεως» (Ψαλιδόπουλος, ανωτέρω).

Σχετικώς, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στη Ε.Δ.Δ. αρ.45/26, Hassan Elsayed Abouelfadl Hassan ν. Δημοκρατίας, ημ.08/10/26, λέχθηκαν τα εξής, με παράθεση αποσπάσματος από αυθεντία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, επί πανομοιότυπων με την παρούσα περιστάσεων:

«Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 63/20, Γεώργιος Ιακώβου και Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 24.01.25, επαναβεβαιώθηκε η πάγια θέση της νομολογίας επί του ζητήματος της επίδοσης μιας επιστολής, ως ακολούθως:

«Ερχόμενοι στην εξέταση στην ουσία των λόγων έφεσης, σχετική επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι και η απόφαση στη Δημοκρατία v. Μ.Ε Λεωφορεία Αμμοχώστου Λτδ, Ε.Δ.Δ 57/2018, ημερ. 9.2.2024, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:

«Το άρθρο 2 του Κεφ. 1 εναποθέτει το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής στον παραλήπτη (Βλ. Katsiantonis v. Frantzeskou (1981) 1 C.L.R. 566). Η δε φράση «με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου», που αναφέρεται σε αυτό, σημαίνει τη λήψη της επιστολής σε 2 με 3 ημέρες, ενώ δεν επιβάλλεται η αποστολή με ασφαλισμένο ταχυδρομείο (Βλ. Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 415 και Napa Mermaid Hotel and Suites Ltd v. Δήμου Αγίας Νάπας, Υπόθεση αρ.6435/2013, ημερ. 18.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:D846, ECLI:CY:AD:2015:D846).

Στην Theodorou v. The Abbot of Kykko Monstery (1965) 1 C.L.R. 9, 18, επισημαίνεται ότι, υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Επισημάνθηκε επίσης ότι, αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή, η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της (βλ. Ανδρέου v. P & D Crystal Line Co Ltd Πολ. Εφ. 10498 ημερ. 15.10.2001).

Σύμφωνα με τη νομολογία, εναπόκειται σε ένα αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε εκπρόθεσμα ή καθόλου τη διοικητική πράξη. Εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό θα πρέπει να τον τεκμηριώσει (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R 52)».

Σχετική επίσης είναι και Παφίτης v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ 84/2017, ημερ. 6.3.2024».

Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην Έφεση Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/25, S.M. v. Δημοκρατίας, ημερ. 27.02.26-

«Πρόσφατα, είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στη Χριστάκης Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.79/2022, ημερ. 28.01.26, ότι αν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπάρχει αποδεικτικό υλικό που να φανερώνει την αποστολή της επίμαχης επιστολής, σε συγκεκριμένη ημερομηνία και στη σωστή διεύθυνση, τότε τεκμαίρεται ότι αυτή έχει παραδοθεί στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Την ευθύνη δε τέτοιας απόδειξης, φέρει ο διάδικος ο οποίος επικαλείται τέτοιο ισχυρισμό και πρέπει να προκύπτει από το υλικό του διοικητικού φακέλου.

Εν προκειμένω, υπό τα δεδομένα της περίπτωσης, ότι δηλαδή υπάρχει ρητή και υπογεγραμμένη καταγραφή ότι η επιστολή ημερομηνίας 13.12.23 στάλθηκε ταχυδρομικώς στη σωστή διεύθυνση που ο ίδιος ο Εφεσείων δήλωσε και σε συγκεκριμένη ημερομηνία, κρίνουμε ότι δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο της παράδοσης και λήψης της επιστολής από τον Εφεσείοντα, η οποία τεκμαίρεται ότι έφθασε στο προορισμό της. Κατά συνέπεια απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ.2.»

Στην προκείμενη περίπτωση, η διεύθυνση ήταν αυτή που ο ίδιος ο Εφεσείων είχε δηλώσει και η επιστολή, ημερ. 08.04.24, στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο. Αυτό σημαίνει ότι ο παραλήπτης της λαμβάνει, στη δηλωθείσα διεύθυνση, ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, προκειμένου να παρουσιαστεί στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της. Παρατηρούμε ότι στο ερ.97-98 του σχετικού διοικητικού φακέλου, περιέχεται η καρτέλα του ταχυδρομείου, ημερ. 18.04.24, με την οποία η επιστολή, ημερ. 08.04.24 επιστράφηκε ως «αζήτητη». Επομένως, η επιστολή αυτή, η οποία κατατέθηκε στο ταχυδρομείο και αποστάλθηκε στην ορθή δηλωθείσα διεύθυνση προς τον Εφεσείοντα, ουσιαστικά δεν αναζητήθηκε από τον ίδιο τον Εφεσείοντα, ως καταγράφει η ένδειξη «αζήτητη».

Λαμβανομένου υπόψη πως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της διεύθυνσης, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία πως ο Εφεσείων δεν έλαβε ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, διαπιστώνεται ότι ο Εφεσείων έλαβε την ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής και αδιαφόρησε, εκδηλώνοντας, το λιγότερο, αμέλεια η αδιαφορία για την τύχη της (Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 481). Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, δεν κάμφθηκε το τεκμήριο λήψης γνώσης της άνω επιστολής, ημερ. 08.04.24.

Δεν έχει, συνεπώς, αποσείσει ο Εφεσείων το σχετικό βάρος απόδειξης ως όφειλε, δεδομένου και ότι σύμφωνα με τη θεωρία της κατανομής του βάρους απόδειξης, ο κάθε διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248, Α.Ε. 49/12 Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερ. 07.02.18 και Σκουρής «Το βάρος Απόδειξης στη Διοικητική Δίκη» (1981), σελ. 20).»

Τα ως άνω τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω και σφραγίζουν την τύχη της παρούσης.

Ουδέν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει άλλη κατάληξη.

Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο