ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Σ7/26
8 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G. T. M.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Lana Altacher & Associates LLC, Δικηγόροι για Αιτήτρια
Κα Μ. Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.05/08/26, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α), απόφαση «ότι η υπαγωγή και εξέταση της αίτησης [...] στο πλαίσια της υποχρεωτικής διαδικασίας στα σύνορα και η συνακόλουθη απόρριψης της ως προδήλως αβάσιμης είναι παράνομη» (Αιτητικό Β), ακύρωση της απόφασης επιστροφής (Αιτητικό Γ), απόφαση δια της οποίας η αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας «και/ή, διαζευκτικά», ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Δ) και, τέλος, «διαζευκτικά ή και επιπρόσθετα, διάταγμα και/ή απόφαση για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και επανεξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας» (Αιτητικό Ε).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από την Αγκόλα, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 09/07/26 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση στις 20/07/26 (ερ.51-53, 100).
Στις 03/08/26 διεξήχθη συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.86-100). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση/Εισήγηση και την ίδια μέρα (στις 03/08/26) η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε (ερ.116-129). Κατόπιν ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 05/08/26 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.136, 53).
Σημειώνεται ότι, ως καταγράφεται στα ερ.126-127 και προκύπτει ευθέως από το σύνολο των περιεχομένων του διοικητικού φακέλου (εφεξής ΔΦ), η υπό κρίση αίτηση εξετάστηκε στα πλαίσια της διαδικασίας που προβλέπεται στα αρ.43 (1) και 42 (1) (ι) του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 (εφεξής ο Κανονισμός) και αρ.108 του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (εφεξής ο Νόμος), ήτοι υποχρεωτικής εφαρμογής διαδικασίας ασύλου στα σύνορα και γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, η παρούσα προσφυγή υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς που προνοούνται στο αρ.125 (1) (iii) του Νόμου, ήτοι την εκδίκαση της προσφυγής εντός οκτώ (8) εβδομάδων από την ημερομηνία καταχώρησης της προσφυγής, η οποία προθεσμία εν προκειμένω λήγει στις 08/10/26.
Στην επίδικη αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι «[βρισκόταν] σε κίνδυνο εξαιτίας του πατέρα [της], ο οποίος είναι ακτιβιστής, και αυτοί ήθελαν να [τη] σκοτώσουν», προσθέτοντας ότι «[νιώθει] ασφαλής» στο κέντρο όπου διαμένει στη Δημοκρατία.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η αιτήτρια ανέφερε ότι είναι καλά στην υγεία της, ήταν θετική σε εξέταση Mantoux στην οποία υποβλήθηκε, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και, ως η ίδια δήλωσε, δεν πάσχει από κάποια νόσο. Ερωτώμενη σχετικά με τα όσα είχε αυτή αναφέρει στα πλαίσια της συνέντευξης (για την εκτίμηση) ευαλωτότητας (ερ.57) η αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είχε έμμηνο ρύση τον Ιανουάριο και τον Ιούνιο (του τρέχοντος έτους) και έχει ευαισθησία στο φως του ήλιου και έχει παραπεμφθεί σε γυναικολόγο και οφθαλμίατρο σχετικά. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έχει 3 αδέλφια (από την μητέρα της), 2 αδελφές και ένα αδελφό, και 4 αδέλφια (από τον πατέρα της), 3 αδελφούς και 1 αδελφή, η μητέρα της μένει στην Αγκόλα (στη Luanda, μαζί με όλα τα αδέλφια της αιτήτριας) και εργάζεται σε εταιρία μεταφοράς χρημάτων, ο δε πατέρας της εργαζόταν στη διοίκηση του πολιτικού κόμματος UNITA και έχει φύγει από την Αγκόλα από το 2019. Η αιτήτρια έχει επικοινωνία με την μητέρα της και έχει θείους και παππού/γιαγιά, οι οποίοι διαμένουν κι’ αυτή στη Luanda. Έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο το 2025, δεν έχει όμως φοιτήσει σε πανεπιστήμιο, «λόγω των προβλημάτων [της]», ως ανέφερε. Η αιτήτρια δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του ότι ο πατέρας της ήταν ακτιβιστής στο UNITA, καθώς, ως εξήγησε το αντίπαλο κόμμα EMPLA τον αναζητούσε, αφού ο πατέρας της «έλεγε πράγματα ενάντια στο κόμμα αυτό» και έτσι τον απειλούσαν και γι’ αυτό (ο πατέρας της αιτήτριας) έφυγε από την Αγκόλα το 2019. Έκτοτε (το αντίπαλο κόμμα) απείλησε την οικογένεια, την μητέρα της και την ίδια την αιτήτρια πως «αν δεν [αποκαλύψουν] που είναι [ο πατέρας της αιτήτριας] τότε θα [τη] σκοτώσουν, επειδή [είναι] η μόνη κόρη του πατέρα [της]». Το 2021 μπήκαν στο σπίτι τους και τους απείλησαν και το 2025 έδειραν την μητέρα της για να τους πει που βρίσκεται ο πατέρας της αιτήτριας. Ως ανέφερε η αιτήτρια, το 2025, που ήταν και η τελευταία φορά που πήγαν στο σπίτι τους, έδειραν την μητέρα της και της είπαν ότι την επόμενη φορά που θα πάνε, αν δεν γνωρίζουν που βρίσκεται ο πρώην σύζυγος της μητέρας (πατέρας της αιτήτριας), θα σκοτώσουν την αιτήτρια.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον ρόλο του πατέρα της στο κόμμα UNITA, ούτε ποιες δραστηριότητες έκανε για το κόμμα, καθώς, ως εξήγησε, το 2019, όταν αυτός έφυγε από την Αγκόλα, η ίδια ήταν 14 ετών και συνεπώς «πολύ μικρή για να [αντιληφθεί] τη έκανε», ο δε πατέρας της ήταν «για πολύ καιρό» αναμεμειγμένος και – ως πρόσθεσε – αυτός «δούλευε για τη διοίκηση του (κόμματος) UNITA και ήξερε λεπτομέρειες που ήταν εμπιστευτικές». Ερωτώμενη περαιτέρω η αιτήτρια ανέφερε ότι το αντίπαλο EMPLA είναι πλέον κυβερνόν κόμμα, η ίδια δεν γνωρίζει τι έλεγε ο πατέρας της ενάντια στο κόμμα αυτό, το οποίο έλκυσε το ενδιαφέρον του κόμματος εναντίον του και, σε ακόλουθη ερώτηση, ανέφερε ότι ο πατέρας της «απλά έφυγε (σ.σ. από τη χώρα) χωρίς να ενημερώσει κανένα […] όταν άρχισαν να χτυπούν πολλά άτομα στη χώρα και ο ίδιος απειλήθηκε επίσης» (ερ.93, 6Χ, 7Χ).
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι το UNITA είναι πολιτικό κόμμα και προσπαθεί να κυβερνήσει την Αγκόλα, είναι δε, ως ανέφερε «το κόμμα που προσπαθεί να αλλάξει το σύστημα, (με) περισσότερη δικαιοσύνη, περισσότερες δουλειές (και) εκπαίδευση», ο δε ηγέτης του σήμερα ονομάζεται Roberto Costa Junio και είναι το αντίπαλο κόμμα του EMPLA. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι γνώριζε για τη δράση του πατέρας της στο UNITA γιατί πήγε μια φορά να εργαστεί μ’ αυτόν, δεν γνωρίζει όμως γιατί το κόμμα EMPLA είχε ενδιαφέρον ειδικά για τον πατέρα της, αναφέροντας ότι «τα περισσότερα άτομα που ήταν UNITA με τον πατέρα της έφυγαν από τη χώρα», χωρίς όμως να είναι σε θέση να απαντήσει γιατί οι οπαδοί του EMPLA αναζητούσαν τον πατέρα της επί σειρά ετών, καθώς, ως ανέφερε, δεν τον ρώτησε η ίδια γι’ αυτό και δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο πατέρας της σήμερα, καθότι δεν μιλούν, είχε δε επικοινωνήσει μαζί του για τελευταία φορά το 2018, προτού φύγει από την Αγκόλα (ο πατέρας της), ο οποίος, ως ανέφερε η αιτήτρια ερωτώμενη σχετικά, έφυγε «όταν άλλαξε το έτος» (ήτοι μόλις μπήκε το 2019).
Σε ακόλουθες ερωτήσεις η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποια άτομα απειλούσαν τον πατέρα της το 2019, απλά η μητέρα της έλεγε ότι ήταν από το EMPLA, αναφέροντας ότι επικοινώνησαν μαζί τους 4 φορές και «πάντα ρωτούσαν που ήταν ο πατέρας [της]». Σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό το 2021 η αιτήτρια ανέφερε ότι πήγαν σπίτι τους «νωρίς το πρωί, το 2024 και το 2025 το ίδιο […] μπήκαν στο σπίτι, έσπασαν πράγματα και ρώτησαν την μητέρα [της] που ήταν ο πατέρας [της αιτήτριας] και πως αν δεν τους πει τα πράγματα θα κλιμακώνονταν», η ίδια δε ήταν στο δωμάτιο της, καθώς, ως ανέφερε, «ερχόντουσαν το βράδυ». Ερωτώμενη περαιτέρω η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν 5 άτομα, οπλισμένα, δεν ανέφεραν ποιοι είναι και δεν γνωρίζει πως η μητέρα της θεωρεί ότι αυτοί συνδέονταν με το EMPLA. Ερωτώμενη γιατί προηγουμένως αναφέρθηκε στον πατέρα της ως «πρώην σύζυγο της μητέρας» της, η αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της χώρισαν όταν η ίδια ήταν 4 ετών (και η μητέρα της 19 ετών) και ότι δεν ήταν παντρεμένοι, απλά είχαν δεσμό, ο δε πατέρας της αγόρασε το σπίτι που διέμενε η ίδια και η μητέρα της, όχι όμως ο ίδιος, ο οποίος «ερχόταν κάποιες φορές».
Αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό το 2025 η αιτήτρια ανέφερε ότι στις 31/12/25, το βράδυ, άνδρες που εισέβαλαν στο σπίτι τους έδειραν την μητέρα της, «την κτύπησαν στο πρόσωπο και στην πλάτη με ξύλο και έσπασαν το τραπέζι» (ερ.90, 4Χ) και έκτοτε η αιτήτρια πήγε να μείνει με μια φίλη της, μέχρι που ήρθε στη Δημοκρατία. Ερωτώμενη αν η μητέρα της νοσηλεύτηκε η αιτήτρια ανέφερε πως δεν γνωρίζει καθώς έφυγε από το σπίτι την επόμενη μέρα, αναφέροντας ότι το 2021 η αιτήτρια βρισκόταν στο δωμάτιο της και το 2025 ήταν παρούσα στο περιστατικό, ήταν δε παρόντες και τ’ αδέλφια της, όμως, ως ανέφερε « [έβλεπε] και [έκλαιγε] επειδή δεν [μπορούσε] να [κάνει] τίποτε» και όταν οι επιτιθέμενοι έφυγαν από το σπίτι η αιτήτρια έμεινε στο σπίτι και την επόμενη μέρα η μητέρα της την πήγε στο σπίτι της φίλης της. Ερωτώμενη εκ νέου ανέφερε ότι τα άτομα που έδειραν την μητέρα της ρωτούσαν «για την τοποθεσία του πατέρα [της]», λέγοντας ότι απείλησαν μόνο την ίδια, επειδή, ως ανέφερε, ήταν η «μόνη κόρη (που ο πατέρας της) είχε με την μητέρα [της]», ουδείς δε εκ των συγγενών της που βρίσκεται στην Αγκόλα την ενημέρωσε «για την κατάσταση». Η ίδια δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο πατέρας της από το 2019, όταν αυτός έφυγε από την Αγκόλα, ούτε η μητέρα της.
Ερωτώμενη η αιτήτρια αν κατάγγειλε κάποιο περιστατικό στην αστυνομία ανέφερε ότι το έπραξε το 2021, έδωσε κατάθεση και της είπαν «οκ» και ότι «θα βοηθήσουν και θα δουν τι μπορούν να κάνουν, όμως μέχρι σήμερα δεν έκαναν τίποτα». Ερωτώμενοι αν τα άτομα που έδειραν την μητέρα της επέστρεψαν στο σπίτι τους μετά από το περιστατικό το 2025 η αιτήτρια ανέφερε ότι «[νομίζει] πως όχι», αναφέροντας ότι η μητέρα της ζει στη Luanda, στο σπίτι της γιαγιάς (της αιτήτριας) και πως η ίδια, τους 6 μήνες που έφυγε από το σπίτι της (μετά το περιστατικό το 2025) και μέχρι να φύγει από την Αγκόλα, έμενε στο σπίτι της φίλης της. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι φοβάται πως αν επιστρέψει θα τη σκοτώσουν γιατί αυτό της είπαν κατά το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό περιστατικό και ανέφερε ότι δεν της συνέβη τίποτε κατά τους 6 μήνες μετά απ’ αυτό και μέχρι να φύγει από τη χώρα γιατί διέμενε στη φίλη της. Έκτοτε ουδέν συνέβη στην ίδια ή την μητέρα της. Σε ερώτηση αν μπορεί να επιστρέψει και να μείνει σε άλλο μέρος η αιτήτρια ανέφερε πως της είχαν «προτείνει αυτή την ιδέα, όμως το καλύτερο ήταν να [φύγει] από τη χώρα, για να μην το [ρισκάρει]».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας, σχημάτισαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς, τους οποίους αξιολόγησαν.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής της αιτήτριας
2. Ο πατέρας της αιτήτριας ήταν ακτιβιστής και λόγω αυτού στοχοποιήθηκε η ίδια
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερείται συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας δεικνύουν «ουσιώδη έλλειψη προσωπικής γνώσης» και εμπεριείχαν «αντιφάσεις και εικασίες», αφού, ως κρίθηκε, η αιτήτρια, παρόλο που ρωτήθηκε επισταμένα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τη θέση, το ρόλο και τη δράση του πατέρα στο κόμμα UNITA, τα οποία ήταν, σύμφωνα με τα όσα η αιτήτρια ισχυρίστηκε, και η γενεσιουργός αιτία των κατ’ ισχυρισμό επιθέσεων και απειλών που δέχθηκε η ίδια και η μητέρα της. Ερωτώμενη δε η αιτήτρια για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο πατέρας της εγκατέλειψε, σύμφωνα με τα όσα η ίδια εξιστόρησε, την Αγκόλα το 2019 η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στοιχεία ή λεπτομέρειες, δεν γνώριζε την ταυτότητα των προσώπων που κατ’ ισχυρισμό τους είχαν επιτεθεί, η δε σύνδεση τους με το κόμμα EMPLA ήταν προϊόν εικασιών της μητέρας της, χωρίς να υπάρχει αντικειμενικό στοιχείο προς τούτο. Περαιτέρω, οι περιγραφές σχετικά με τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά επιθέσεων που δέχθηκε η οικογένεια της αιτήτριας δεν εμπεριείχαν λεπτομέρειες ή βιωματικά στοιχεία και παρουσίαζαν αντιφάσεις ως προς το που βρισκόταν η ίδια και τι διαμείφθηκε κατά τις επιθέσεις. Αρνητικά αξιολογήθηκε και το ότι η αιτήτρια, ερωτώμενη σχετικά, δεν ήταν σε θέση τελικά να αναφέρει αν η μητέρα της έλαβε ιατρική φροντίδα μετά τον κατ’ ισχυρισμό ξυλοδαρμό της αλλά και το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, ουδέν υπέστη η ίδια κατά τις επιθέσεις αυτές, όλη δε η οικογένεια της διαμένει έκτοτε στην ίδια πόλη και δεν έχει συμβεί το παραμικρό σ’ αυτούς, η ίδια δε έμενε σε φίλη της για 6 μήνες προτού αναχωρήσει τότε από τη χώρα, χωρίς να της συμβεί κάτι και ούτε έχει πληροφορίες ότι αναζητούν ακόμα ή διώκουν την ίδια ή την οικογένεια της.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ως άνω ισχυρισμού, αφότου ανέτρεξαν σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), όπου και επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και αντικαθεστωτική δράση του κόμματος UNITA στο παρελθόν, ο κατακερματισμός του και η επιστροφή του στις εκλογές του 2008, αλλά και η εξασφάλιση ποσοστού 44% στις εκλογές του 2022 και η αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος, όπου το αντίπαλο MPLA (αυτή είναι η ορθή γραφή του κόμματος και όχι EMPLA, ως καταγράφεται στην επίδικη συνέντευξη), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η αντιπαλότητα των δύο κομμάτων δεν αρκεί, ενόψει των κενών που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας, και γι’ αυτό απέρριψαν τον ως άνω ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Luanda), σε συνάρτηση και με το προφίλ της αιτήτριας, ήτοι, ως αναφέρεται, το ότι πρόκειται για «νέα, υγιή, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, η οποία διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο […] (μητέρα, αδέλφια, θείους) και ιδιόκτητη κατοικία» (ερ.120), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης, η επίδικη εδώ αίτηση απορρίφθηκε και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης έγινε επαναξιολόγηση των προϋποθέσεων εφαρμογής της καλούμενης ως «διαδικασίας στα σύνορα», εκ της οποίας κατέληξαν ότι πληρούνται εν προκειμένω, ενόψει εδώ της παράνομης εισόδου της αιτήτριας στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σε σημείο διέλευσης, αλλά και του ότι η χώρα καταγωγής της (Αγκόλα) κατατάσσεται στις χώρες με ποσοστό αναγνώρισης διεθνούς προστασίας κάτω του 20% (ερ.80-83), σε συνάρτηση με το ότι εξ ουδενός εκ των λεγομένων της προκύπτει ότι «το εν λόγω χαμηλό ποσοστό αποφάσεων υπέρ της χορήγησης διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό για» την ίδια, εν προκειμένω «δεν συντρέχει λόγος παύσης εφαρμογής της υποχρεωτικής διαδικασίας στα σύνορα» (ερ.118-120).
Στην προσφυγή η αιτήτρια παραθέτει πλήθος νομικών σημείων, τα οποία και αναπτύσσει εκτεταμένα, ορισμένα δε των οποίων προωθούνται και αναπτύσσονται δια της γραπτής της αγόρευσης.
Στις πλαίσια των αγορεύσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος της, κατόπιν παράθεσης της νομολογίας, αλλά και παραπομπές στους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη, εισηγείται ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν έγιναν αρκετές ερωτήσεις, δεν αξιολογήθηκαν στα πλαίσια εξατομικευμένης εξέτασης οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, που, ως αναφέρει, θα έπρεπε να κριθούν ως έχοντες εσωτερική συνοχή, τα όσα δε κενά εντοπίστηκαν (περί του ρόλου και της δράσης του πατέρα της) είναι εύλογα υπό τις περιστάσεις της αιτήτριας, δεδομένου ότι η κατ’ ισχυρισμό δίωξη της δεν είναι για λόγους που αφορούν τη δράση της ίδιας αλλά του πατέρα της. Περαιτέρω εισηγείται ότι έγινε λανθασμένη αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, στα πλαίσια της οποίας - ως αναφέρει - θα έπρεπε να είχαν συγκεντρωθεί περισσότερες και πληρέστερες πληροφορίες για την μεταχείριση ατόμων με πολιτική δράση στην αντιπολίτευση. Γενικότερα επί του συνόλου της επίδικης απόφασης η συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι αυτή στερείται αιτιολογίας, δεν έγινε επαρκής αξιολόγηση του κινδύνου σε μελλοντοστραφή βάση, δεν αξιολογήθηκε ορθά το ότι εκ μόνου – ως αναφέρει – του οικογενειακού δεσμού της αιτήτριας με τον πατέρα της αποδίδεται σ’ αυτήν πολιτική πεποίθηση, δεν ερευνήθηκε επαρκώς αν υπάρχει διαθέσιμη κρατική προστασία, δεν εξετάστηκε ειδικώς το κατά πόσο θα ήταν εύλογο η αιτήτρια να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Αγκόλας και λανθασμένα κρίθηκε ότι επειδή δεν είχε άλλα περιστατικά κατά τους 6 μήνες προτού φύγει από τη χώρα δεν υφίστατο κίνδυνος γι’ αυτή, δεδομένου του ότι διέμενε σε άλλο σπίτι. Τέλος εισηγείται ότι δεν εξετάστηκε επαρκώς το ενδεχόμενο η αιτήτρια να δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας και έχει παραβιαστεί εδώ η αρχή της μη επαναπροώθησης.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν, κάνοντας αναφορές στους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως αυτοί καταγράφονται στο επίδικο πρακτικό της συνέντευξης, αλλά και στη νομοθεσία και σχετική νομολογία, ότι τα άπαντα τα ευρήματα τους, τόσο επί της αναξιοπιστίας των λεγομένων της όσο και επί της μη συνδρομής εδώ των προϋποθέσεων παροχής διεθνούς προστασίας είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα, υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους. Συνεπώς - ως αναφέρουν – εκ των ως άνω προκύπτει ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη.
Κατά τις διευκρινήσεις οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι δεν προωθούν ισχυρισμό σχετικά με το εμπρόθεσμο της παρούσας προσφυγής, παρότι το ζήτημα είχε εγερθεί από το ίδιο το Δικαστήριο κατά την 1η δικάσιμο. Δεδομένης της ρητής προς τούτο δήλωσης των καθ’ ων η αίτηση δεν θα εξεταστεί. Κατά τ’ άλλα τα μέρη υιοθέτησαν τις γραπτές αγορεύσεις τους.
Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας συμπλέκονται με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [βλ. αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών επί της αξιολόγησης αξιοπιστίας θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς το αφήγημα της αιτήτριας παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, οι οποίες πλήττουν την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων της σε σχέση με τούτο.
Εν προκειμένω, από μια ανάγνωση των επιμέρους λεγομένων της αιτήτριας καθίσταται σαφές ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της τόσο επί της κατ’ ισχυρισμό δράσης του πατέρα της όσο και επί των απειλών και επιθέσεων που δέχθηκε η ίδια και η μητέρα της βρίθουν κενών και ασαφειών ελλείπει εντελώς κάθε εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια και χρονική και λογική συνέπεια απ’ αυτούς. Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή ευλόγως αναμενόμενη λεπτομέρεια αναφορικά με τη δράση και τον ρόλο του πατέρα της στο κόμμα UNITA, ούτε ένα, έστω γενικό, ιστορικό της πορείας του στο κόμμα αυτό και - περαιτέρω – δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα πληροφοριών για το κόμμα αυτό ή και την κατ’ ισχυρισμό δίωξη των μελών του, ως η ίδια ισχυρίστηκε, από το κυβερνόν κόμμα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί, εις απάντηση των σχετικών με τούτο αιτιάσεων της συνηγόρου της αιτήτριας περί του ότι είναι εύλογο να μην γνωρίζει η ίδια, αφού – ως εισηγείται - δεν επρόκειτο για δράση της ίδιας αλλά του πατέρα αυτής (συνεπεία της οποίας αποδίδονται στην ίδια πολιτικές πεποιθήσεις), ότι, παρότι θα ήταν εύλογο να μην είναι σε θέση να αναφέρει η αιτήτρια ιδιαίτερα λεπτομερή στοιχεία προς τούτο (ενόψει άλλωστε και της ηλικίας της κατά τον χρόνο που ο πατέρας της έφυγε από την Αγκόλα, 2019 – ήταν τότε 13 ετών η ίδια), δεν μπορεί βεβαίως, ενόψει του ότι είναι πλέον 20 ετών, δεδομένων και των περιστατικών που κατ’ ισχυρισμό υπέστη η ίδια και η μητέρα της για τον λόγο αυτό, να γίνει δεκτό ότι δεν είχε ποτέ ρωτήσει ή και αναζητήσει πληροφορίες ή άλλα στοιχεία από την μητέρα της (και ότι ουδέποτε αναζήτησε περαιτέρω πληροφορίες) για τη δράση του πατέρα της ή και τον λόγο που αυτός έφυγε το 2019, αλλά και γιατί αναζητείται έκτοτε από οπαδούς του κυβερνόντος κόμματος.
Περαιτέρω ουδέν εύλογα αναμενόμενο στοιχείο, λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο ήταν σε θέση να αναφέρει όσον αφορά τις κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις που δέχθηκε η οικογένεια της, πότε έγιναν, τι ακριβώς έλαβε χώρα στις επιθέσεις αυτές, πως αντέδρασε η ίδια και η υπόλοιπη οικογένεια της και τι έγινε μετά από την τελευταία επίθεση. Μάλιστα η αιτήτρια δεν ήταν τελικά σε θέση να αναφέρει πόσες ακριβώς επιθέσεις δέχθηκαν (αρχικά ανέφερε 2 και ακολούθως δήλωσε πως ήταν 5) και ούτε να εξηγήσει γιατί η μητέρα της συνήγαγε (δεδομένου ότι δεν αποκαλύφθηκε, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας, η ταυτότητα τους) ότι οι επιτιθέμενοι συνδέονται με το κυβερνόν κόμμα. Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι ουδέν συνέβη στην ίδια και την οικογένεια της από την τελευταία κατ’ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκαν το 2025.
Επί όλων των ως άνω πτυχών του το αφήγημα της αιτήτριας στερείται συνοχής και δεν διατηρεί χρονική συνέπεια, απέχει δε κατά πολύ από μια πλήρη, συνεκτική παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή και να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει, ο δε σωρευτικός αντίκτυπος των ως άνω περιγραφόμενων κενών και ελλείψεων που έχουν εντοπιστεί στο αφήγημα, στην απουσία περαιτέρω μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσης, καθιστά τυχόν αποδοχή των ισχυρισμών αυτών ως ενάντια σε κάθε εύλογα κριτική θεώρηση τους.
Σημειώνω ότι, ενόψει και των ως άνω, δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω ήταν απαραίτητο, δεδομένης της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας. Ως άλλωστε στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].».
Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν, σε κάθε περίπτωση, σε εντοπισμό αλλά και αξιολόγηση σχετικών με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ΠΧΚ, εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, παρότι υφίστανται αντιπαλότητες μεταξύ των δύο κομμάτων (MPLA και UNITA), εντούτοις, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας, οι διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες δεν αρκούν για να καταστήσουν εκ μόνου τούτου τους ισχυρισμούς της ως αξιόπιστούς. Ας σημειωθεί, για σκοπούς πληρότητας, ότι, πέραν των πληροφοριών που παραθέτουν σχετικά οι καθ’ ων η αίτηση (ερ.121-122), εντοπίζονται πληροφορίες εκ των οποίων επιβεβαιώνονται πράξεις διώξεως κατά μελών του UNITA (τα οποία, σημειωτέο, φαίνεται να έχουν προβεί προηγουμένως, σε συγκρούσεις με κυβερνητικές δυνάμεις και σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων) στο απώτερο παρελθόν[1], αλλά και πιο πρόσφατοι ισχυρισμοί από μέλη του κόμματος UNITA για αυθαίρετες συλλήψεις, βίαιη καταστολή διαδηλώσεων[2] και ποινικοποίηση κριτικής κατά της κυβέρνησης[3]. Άλλωστε αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι η χώρα είναι σε μια πορεία εθνικής συμφιλίωσης (μεταξύ MPLA και UNITA), σε μια προσπάθεια να επουλωθούν οι πληγές του εμφυλίου πολέμου, το δε κόμμα UNITA, παρά την εκλογική του ήττα στις προηγούμενες εκλογές, συγκέντρωσε υψηλό ποσοστό (πέραν του 60%) στην πρωτεύουσα Luanda.[4]
Επανερχόμενος – ενόψει και των ως άνω πληροφοριών – στον ισχυρισμό της αιτήτριας περί δίωξης της ιδίας και της μητέρας της εξαιτίας της πολιτικής δράσης του πατέρα της στο κόμμα UNITA, θεωρώ ότι εν προκειμένω η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της (ως και ανωτέρω εξηγείται) είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία και συνοχή των ισχυρισμών της. Θα πρέπει δε να συνυπολογιστεί και το ότι, παρά την αντιπαλότητα που εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ MPLA και UNITA, δεν φαίνεται να γίνονται συστηματικές διώξεις μελών του και δεν εντοπίζονται περιστατικά ως αυτά που η αιτήτρια εξιστορεί. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» (EASO), σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Θα συμφωνήσω λοιπόν και με το επί τούτου εύρημα των καθ’ ων η αίτηση.
Σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Luanda) είναι τα εξής.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία ενημέρωση 22/09/26), στην πρωτεύουσα Luanda σημειώθηκαν 16 γεγονότα «πολιτικής βίας», με (τουλάχιστον[5]) 7 συνδεόμενους μ’ αυτή θανάτους.[6] Ο πληθυσμός της Luanda εκτιμάται περί τα 8 ½ εκατομμύρια κατοίκων. [7] [Η «πολιτική βία» ορίζεται από το ACLED ως «η χρήση βίας από μια ομάδα με πολιτικό σκοπό ή κίνητρο, ή με σαφείς πολιτικές συνέπειες. Ένα περιστατικό πολιτικής βίας είναι μια μεμονωμένη σύγκρουση κατά την οποία χρησιμοποιείται βία από μία ή περισσότερες ομάδες με πολιτικό στόχο».[8] Ειδικότερα, τα γεγονότα που ταξινομούνται ως «πολιτική βία» είναι τα εξής: «μάχες», «εκρήξεις/απομακρυσμένη βία» και «βία κατά αμάχων», καθώς επίσης ο υποτύπος «υπερβολική χρήση βίας κατά διαδηλωτών» που ταξινομείται εντός της κατηγορίας γεγονότος «διαμαρτυρίες», και ο υποτύπος «βία από όχλο», ο οποίος ταξινομείται εντός της κατηγορίας γεγονότος «ταραχές».[9]]
Ας σημειωθεί ότι εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά που καταγράφονται στον τόπο διαμονής της δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.53 του Νόμου και αρ.3 (6) και 15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, λαμβανομένης υπόψη και της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτήν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[10] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Αναφορικά τώρα με τις περιστάσεις της αιτήτριας παρατηρώ τα εξής.
Η αιτήτρια είναι 20 ετών σήμερα, με επαρκή μόρφωση, έχει ζήσει όλη της τη ζωή στον τόπο διαμονής της (Luanda), η μητέρα της έχει ιδιόκτητη οικία και εργάζεται και η ίδια έχει επικοινωνία μ’ αυτήν και διατηρεί εκεί ιδιαίτερα εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο (μητέρα, αδέλφια, θείους, παππού, γιαγιά).
Σε σχέση με τα ζητήματα υγείας που επικαλείται η αιτήτρια σημειώνω πως, παρότι ουδέν προωθείται τελικά από τους συνήγορους της στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης τους επί τούτου, στο νομικό σημείο 2 της προσφυγής καταγράφεται ότι «η φωτοευαισθησία στα μάτια και ακανόνιστη έμμηνη ρύση» δεν αξιολογήθηκαν δεόντως και δεν προκύπτει από τον ΔΦ «εάν υπήρξε οποιαδήποτε ιατρική αξιολόγηση πριν από την ολοκλήρωση της εξέτασης και κατά πόσο οποιοδήποτε σχετικό εύρημα συνεκτιμήθηκε στην κρίση ότι η Αιτήτρια μπορούσε να παραμείνει στη διαδικασία συνόρων». Για σκοπούς πληρότητας θεωρώ σκόπιμο αναφερθούν τα εξής σχετικά.
Ανατρέχοντας στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ ότι η αιτήτρια είχε δηλώσει ήδη από τη συνέντευξη ευαλωτότητας (ερ.14, 16, 17) ότι έχει ευαισθησία στο φως, ακολούθως δε ανέφερε ότι δεν είχε έμμηνο ρύση τους τελευταίους 3 μήνες (τότε, 15/07/26), δηλώνοντας όμως ότι δεν είναι πιθανό να κυοφορεί (ερ.57-71). Έτσι έγινε σύσταση για παραπομπή σε ιατρό σε σχέση με αμφότερα τα ως άνω ζητήματα υγείας που ανέφερε η αιτήτρια. Δεν υπάρχουν στοιχεία αν τελικά η αιτήτρια εξετάστηκε από ιατρό σχετικά με τα ως άνω, στο δε ερ.98 η ίδια αναφέρει ότι βρέθηκε θετική σε εξέταση Mantoux που της έγινε, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ότι θα επισκεπτόταν γυναικολόγο και οφθαλμίατρο. Δεν λέχθηκε κάτι άλλο ως προς τα ως άνω ζητήματα στα πλαίσια της παρούσης, είτε από την αιτήτρια είτε από τους καθ’ ων η αίτηση, πλην του ζητήματος του κατά πόσο ήταν αρμόζον εδώ να εξεταστεί η επίδικη αίτηση στα πλαίσια διαδικασίας στα σύνορα, δεδομένου του ότι καταγράφηκαν ζητήματα υγείας που ανέφερε η αιτήτρια (φωτοευαισθησία, καθυστέρηση έμμηνης ρύσης) και είχε παραπεμφθεί σε ιατρό σχετικώς, επί του οποίου θα επανέλθω πιο κάτω.
Προέχει η παράθεση του νομικού πλαισίου που άπτεται ζητημάτων υγείας σε συνάρτηση με τυχόν ανάγκες παροχής προστασίας που τυχόν προκύπτουν εξ αυτών.
Σχετικά με την εξέταση λόγων υγείας στα πλαίσια της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», του EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«[Σ]την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M’Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»
Ενόψει των ως άνω, επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία και λαμβανομένου υπόψη του ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (περί δίωξης λόγω ακτιβιστικής/πολιτικής δράσης του πατέρα της έχουν απορριφθεί, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ελλείπει εν προκειμένω, επί όλων των ζητημάτων που αφορούν την υγεία της (γυναικολογικό, οφθαλμολογικό, θετικό τεστ Mantoux), το απαιτούμενο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» και – επιπροσθέτως - ελλείπει ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης, δεδομένου του ότι ουδέν αναφέρει σχετικώς η αιτήτρια, και συνεπώς δεν υφίσταται λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας στη βάση αυτή.
Στη βάση τώρα της αρχής της μη επαναπροώθησης (αρ.3 ΕΣΔΑ), ως και στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».
Στη σχετική αυθεντία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10 (Grand Chamber), ημ.13/12/16, λέχθηκαν τα εξής:
«181. The Court concludes from this recapitulation of the case-law that the application of Article 3 of the Convention only in cases where the person facing expulsion is close to death, which has been its practice since the judgment in N. v. the United Kingdom, has deprived aliens who are seriously ill, but whose condition is less critical, of the benefit of that provision. As a corollary to this, the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not provided more detailed guidance regarding the “very exceptional cases” referred to in N. v. the United Kingdom, other than the case contemplated in D. v. the United Kingdom.
[…]
183. The Court considers that the “other very exceptional cases” within the meaning of the judgment in N. v. the United Kingdom (§ 43) which may raise an issue under Article 3 should be understood to refer to situations involving the removal of a seriously ill person in which substantial grounds have been shown for believing that he or she, although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy. The Court points out that these situations correspond to a high threshold for the application of Article 3 of the Convention in cases concerning the removal of aliens suffering from serious illness.
[…]
188. As the Court has observed above (see paragraph 173), what is in issue here is the negative obligation not to expose persons to a risk of ill-treatment proscribed by Article 3. It follows that the impact of removal on the person concerned must be assessed by comparing his or her state of health prior to removal and how it would evolve after transfer to the receiving State. »
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου δεικνύεται, με το βάρος για την απόδειξη του ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) να βρίσκεται στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι ο αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του.
Ας σημειωθεί εδώ ότι η θετική ένδειξη σε εξέταση Mantoux σχετίζεται με τον εντοπισμό Φυματίωσης, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί (χωρίς περαιτέρω εξετάσεις) αν πρόκειται για ενεργή ή και προηγούμενη (ιαθείσα) μόλυνση ή ύπαρξη σε λανθάνουσα κατάσταση του μικροβίου που προκαλεί τη νόσο στον οργανισμό ή θα μπορούσε ακόμα και να είναι ψευδώς θετικό αποτέλεσμα (false positive) για μια σειρά λόγων.[11]
Ενόψει των ως άνω είναι κατάληξη μου, δεδομένου ότι ουδέν επί των ζητημάτων υγείας που αναφέρονται στον ΔΦ αναφέρθηκε στα πλαίσια της παρούσης από την αιτήτρια (πέραν των όσων συναρτούν το γυναικολογικό και οφθαλμολογικό ζήτημα της με το κατά πόσο θα έπρεπε να μην εξεταστεί η επίδικη αίτηση στα πλαίσια διαδικασίας στα σύνορα), ότι ουδείς εκ των αναφερόμενων λόγων υγείας πληροί τα ως άνω κριτήρια της οικείας νομολογίας και ούτε καθιστά τυχόν επιστροφή της ως κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Τούτο γιατί το γυναικολογικό και οφθαλμολογικό ζήτημα που ανέφερε η αίτητρια (κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης) δεν δεικνύουν, στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, χωρίς να έχει λεχθεί ή προσαχθεί κάτι άλλο σχετικό, ανησυχία ότι εκ τούτων δύναται να προκύψει κατάσταση ως περιγράφεται στην ως άνω νομολογία του ΕΔΑΔ. Περαιτέρω ουδέν (ασφαλές) συμπέρασμα θα μπορούσε βεβαίως να εξαχθεί αναφορικά με την εξέταση Mantoux, δεδομένου ότι δεν αποκαλύπτεται από τα ενώπιον μου στοιχεία ποια είναι η σημερινή κατάσταση της υγείας της (και αν προκύπτει πρόβλημα που σχετίζεται με το θετικό τεστ Mantoux, εφόσον είναι απόλυτα πιθανό να μην υπάρχει ενεργή νόσος), δεν είναι γνωστή η φαρμακευτική αγωγή που αυτή λαμβάνει (ή αν αυτή σχετίζεται με το θετικό τεστ Mantoux ή άλλο ζήτημα) και ούτε τέθηκε επί τούτου κάποια πληροφορία από την αιτήτρια που θα διαφώτιζε σχετικώς, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αιτήτρια δηλώνει ρητώς ότι δεν υποφέρει από κάποια ασθένεια (ερ.98 – 3Χ). Ουδέν άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί ή και εξεταστεί σχετικώς. Τονίζεται εδώ ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε βεβαίως να επωμιστεί ρόλο πραγματογνώμονα σε θέματα υγείας αλλά ούτε και υποχρεούται, στην απουσία σχετικού με τούτο ισχυρισμού από την αιτήτρια ή και τους δικηγόρους της, εφόσον ουδεμία κατάσταση που πλησιάζει – έστω – το απαιτούμενο όριο σοβαρότητας που θέτει η ως άνω νομολογία προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία ως προς τον τυχόν μελλοντικό κίνδυνο της αιτήτριας σ’ αυτή τη βάση, να αναζητήσει από μόνο του στοιχεία σχετικώς, ειδικά δε όταν αυτή εκπροσωπείται από συνήγορο. Για τον λόγο δε αυτό παρέλκει βεβαίως η εξέταση τυχόν διαθεσιμότητας ή και προσβασιμότητας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στη χώρα καταγωγής της, η οποία δεν μπορεί να γίνεται σε αφηρημένη βάση αλλά μόνο όταν και όπου προωθείται συγκεκριμένος ισχυρισμός και συνδέεται επαρκώς με τα όσα στην ως άνω νομολογία του ΕΔΑΔ προνοούνται.
Επιπροσθέτως των ως άνω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα εξής.
Απαιτείται κατ’ αρχή να γίνει διάκριση, για τους σκοπούς ευκρινέστερης κατανόησης όσων θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω, μεταξύ της υποχρέωσης της Δημοκρατίας να παρέχει την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους αιτούντες άσυλο (ως η εδώ αιτήτρια), η οποία προνοείται στο αρ.22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 και αρ.34 του Νόμου και αφορά την παροχή αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, από τις πρόνοιες που αφορούν την ιατρική εξέταση αιτητή ασύλου «όταν η αποφαινόμενη αρχή το θεωρεί σκόπιμο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας […] όσον αφορά ενδείξεις και συμπτώματα που ενδεχομένως υποδηλώνουν ότι ο αιτών έχει υπάρξει θύμα δίωξης ή σοβαρής βλάβης στο παρελθόν», η οποία προνοείται από το αρ.24 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και αρ.96 του Νόμου και αφορά τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων προς ανίχνευση ενδείξεων που συνδέονται με προηγούμενη δίωξη, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης ισχυρισμών που προωθεί ο αιτητής με την υπό κρίση αίτηση διεθνούς προστασίας (βάσει των πορισμάτων των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες παραπέμπεται). Η διαφορά έγκειται στο ότι η μεν πρώτη περίπτωση αφορά την παροχή στους αιτητές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης η δε δεύτερη σχετίζεται με τη διαπίστωση του κατά πόσο υπάρχουν ενδείξεις (σωματικές ή και ψυχικές) ότι ένας αιτητής υπέστη δίωξη ή και σοβαρή βλάβη στο παρελθόν, προς διευκόλυνση της εξέτασης επί της αξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών, και διαπίστωση του αν χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.
Ενόψει των ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω, κατά την προκαταρτική αξιολόγηση που έγινε (ερ.12-14), κρίθηκε η αιτήτρια ότι χρήζει εξέτασης (προκειμένου να της παρασχεθεί σχετική ιατροφαρμακευτική φροντίδα, αν αυτό απαιτούνταν) σχετικά με όσα ανέφερε για τη φωτοευαισθησία που ένιωθε και τυχόν προβλήματα ψυχικής υγείας, ακολούθως δε, κατά την κυρίως αξιολόγηση ευαλωτότητας (ερ.59-62, βλ. ερ.61), κρίθηκε ότι δεν χρήζει στήριξης ή άλλων διαδικαστικών εγγυήσεων (βλ. και ερ.60, σημεία 1, 2) και σημειώθηκε ότι χρήζει ιατρικών εξετάσεων (στα πλαίσια του αρ.34 του Νόμου – όχι του αρ.96 του Νόμου, βλ. πιο πάνω). Συνεπώς εδώ η αιτήτρια δεν είχε κριθεί, ορθώς θεωρώ, ως άτομο που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και ουδέν άλλο στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον μου που να συνηγορεί υπέρ του ότι αυτή ενέπιπτε στην κατηγορία ατόμων που «χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων» [βλ. αρ.42 (1) και αρ.21 (1) του Κανονισμού], οι οποίες δεν θα μπορούσαν να παρασχεθούν «στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 42 ή της διαδικασίας στα σύνορα που αναφέρεται στο άρθρο 43», και συνεπώς ουδείς λόγος υφίστατο οι καθ’ ων η αίτηση να μην εφαρμόσουν «τις εν λόγω διαδικασίες» στην αιτήτρια [αρ.21 (2) του Κανονισμού]. Αυτό απαντά και στα όσα αναφέρει η συνήγορος της αιτήτριας (βλ. νομικό σημείο 2 προσφυγής) περί του ότι λανθασμένα ακολουθήθηκε η διαδικασία στα σύνορα στην υπό κρίση περίπτωση. Αξίζει δε σχετικώς να σημειωθεί ότι, ακόμα και όπου διαπιστώνεται ότι δεν έχει παρασχεθεί ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (στα πλαίσια του αρ.34 του Νόμου), αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου αυτού, δεν επιδρά όμως στο κύρος της επίδικης απόφασης και δεν καθιστά, άνευ ετέρου, άκυρη ή λανθασμένη τη διαδικασία στα σύνορα που ακολουθήθηκε εν προκειμένω. Η δε αναφορά της αιτήτριας στην επίδικη συνέντευξη ότι έχει υποβληθεί σε εξέταση Mantoux με θετικό αποτέλεσμα και λαμβάνει ιατροφαρμακευτική αγωγή, με παράλληλη δήλωση της ιδίας ότι δεν ασθενεί (ερ.98 – 3Χ), δεν διαφοροποιεί τα ως άνω.
Παρεμβάλλω εδώ επί των ως άνω ότι δεν παραγνωρίζω και την πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στη C-283/24, Barouk, ημ.03/04/25, όπου αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο «πρέπει να έχει την εξουσία να διατάξει την παραπομπή του αιτούντος διεθνή προστασία σε ιατρική εξέταση όταν εκτιμά ότι η διενέργεια τέτοιας εξετάσεως είναι αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της συγκεκριμένης αιτήσεως» [σκέψη 43], «όταν υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις για προβλήματα υγείας του αιτούντος διεθνή προστασία, τα οποία ενδέχεται να οφείλονται σε τραυματικό γεγονός που συνέβη, ιδίως, στη χώρα καταγωγής του» [σκέψη 38]. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τα ανωτέρω αφορούν την εξουσία (σε συνάρτηση πάντοτε με το αρ.96 του Νόμου και όχι το αρ.34 του Νόμου) και όχι υποχρέωση του Δικαστηρίου να ζητά αυτεπαγγέλτως τέτοια εξέταση, ιδίως δε όταν, ως εν προκειμένω, επί του ζητήματος ουδέν έχει λεχθεί από την ίδια την αιτήτρια (ή τους δικηγόρους της), ουδείς ισχυρισμός προωθείται – τόσο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης όσο και της παρούσης – ότι υφίσταται κίνδυνος με την επιστροφή της στη βάση αυτών των ζητημάτων και δεν προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα που να δεικνύουν ότι η αιτήτρια έχρηζε διαδικαστικών εγγυήσεων και εκ της μη παροχής τέτοιων εγγυήσεων στερήθηκε της ευκαιρίας να αναφέρει όσα επιθυμούσε.
Είναι εκ των ως άνω λοιπόν κατάληξη μου ότι εκ των ενώπιον μου στοιχείων δεν τίθεται αφενός ζήτημα αναφορικά με τη διαδικασία συνόρων που ακολουθήθηκε και αφετέρου ότι δεν προκύπτουν ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας στη βάση των λόγων υγείας που αφορούν την αιτήτρια, υπό το πρίσμα πάντοτε των όσων πιο πάνω εξηγώ.
Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, δεδομένων όσων αναφέρω πιο πάνω, τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση των ισχυρισμών της αιτήτριας επί της ουσίας όσο και σχετικά με τα αναφερόμενα εξ αυτής ζητήματα υγείας, δεν καταδεικνύεται θεωρώ ότι αυτή «ανήκει σε κατηγορία προσώπων για τα οποία το ποσοστό του 20 % ή χαμηλότερο από αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό για τις ανάγκες προστασίας τους» [αρ.42 (1) (ι) του Κανονισμού] και συνεπώς θεωρώ ορθό το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση (ερ.118-119) και ως προς την πτυχή αυτή.
Έπεται λοιπόν ότι εν προκειμένω δεν τεκμηριώθηκε «βάσιμος φόβος διώξεως [της αιτήτριας] λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της] […], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στο αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της αιτήτριας ως καταγράφεται πιο πάνω και δεδομένων όσων εξηγώ πιο πάνω σχετικά με τους λόγους υγείας που ανέφερε, δεν εντοπίζω στοιχεία εκ των οποίων να προκύπτει ότι επιστροφή της στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Operational Guidance Note (Home Office UK, 2009) https://www.ecoi.net/en/file/local/1084647/1226_1244045424_angola.pdf
[2] Renew Europe, “Renew Europe condemns Angola crackdown on UNITA”, Hugues Stéphane Beaudouin
August 12, 2026, https://www.reneweuropegroup.eu/news/2026-08-12/renew-europe-condemns-angola-crackdown-on-unita [05/10/26]
[3] https://www.verangola.net/va/en/012026/Politics/47430/UNITA-condemns-arbitrary-arrests-and-criminalization-of-those-who-criticize-the-Government.htm
[4] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Angola, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_AGO.pdf, σελ. 8 [ημερομηνία πρόσβασης 05.10.26]
[5] Για τη χρήση του όρου «τουλάχιστον» βλ. το ACLED, Press Toolkit, n.d., https://acleddata.com/system/files/2025-12/ACLED-Press-Toolkit.pdf
[6] ACLED, Explorer Platform, ημερομηνία τελευταίας επικαιροποίησης 25.08.2026, εξειδίκευση με χρήση των εξής φίλτρων Events/Political Violence/ Past year/Burundi & Fatalities/Political Violence/Past Year/Angola, διαθέσιμο κατόπιν εγγραφής: https://acleddata.com/platform/explorer [ημερομηνία πρόσβασης 05.10.2026]
[7] World Population Review, Angola, Luanda διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/angola/luanda [05.10.2026]
[8] ACLED, ACLED Codebook, n.d., https://acleddata.com/methodology/acled-codebook
[9] ACLED, ACLED Codebook, n.d., https://acleddata.com/methodology/acled-codebook
[10] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[11] National Library of Medicine, Mantoux test and its interpretation: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3481914/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο