ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
19 Οκτωβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
T. H. W.
από Σρι Λάνκα
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για την Αιτήτρια: Ζ. Μούντουκκου (κα) & Νατ. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Η παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία [1]
Η Αιτήτρια είναι παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 19.01.2024, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις, 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος και ως «δ.φ.). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της Αιτήτριας και των συνηγόρων της.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Σρι Λάνκα, την οποίαν εγκατέλειψε στις 03.10.2017 και στις 04.10.2017 εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια εργασίας. Στις 09.12.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 17.09.2020 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 03.10.2020 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 31.03.2021 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 10.05.2021, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06.05.2021. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρισε στις 28.05.2021 την προσφυγή αρ. 3181/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 24.07.2023.
Ακολούθως, στις 19.01.2024 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας την ίδια μέρα, ήτοι στις 19.01.2024 συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αυθημερόν, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί η Αιτήτρια δια της υπό εξέταση προσφυγής.
ΙΙ. Λόγοι προσφυγής και θέσεις των διαδίκων
Με το εναρκτήριο δικόγραφο της η Αιτήτρια προωθεί πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησε, τουλάχιστον όχι στο σύνολο τους, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά αυτό δε το στάδιο, η συνήγορος της Αιτήτριας επεσήμανε πως ο σύζυγός της και πατέρας του τέκνου τους διατηρεί αυτόνομο καθεστώς στη Δημοκρατία ως υπάλληλος με προσωρινή άδεια διαμονής, και ως εκ τούτου η απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας θα πρέπει να ακυρωθεί. Η συνήγορος επεσήμανε ότι πρωταρχική σημασία έχει το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, το οποίο κατά τη θέση τους, δεν εξετάστηκε. Επιπλέον, η συνήγορος της Αιτήτριας προώθησε τη θέση πως τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια με την μεταγενέστερη αίτησή της συνιστούν νέα στοιχεία, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν ορθώς και επαρκώς από την Υπηρεσία Ασύλου ως προς το ζήτημα μελλοντικής δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της, οδηγώντας στην εσφαλμένη κατάληξη των Καθ΄ ων η αίτηση.
Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Αιτήτρια προσκόμισε πρωτότυπο πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού της (τεκμήριο 1) και αντίγραφο προσωρινής άδειας διαμονής (temporary permit, employee) του [], με ημερομηνία έκδοσης την 03/03/2026 και ημερομηνία λήξης την 24/11/2027 (τεκμήριο 3)
Οι Καθ' ων η Αίτηση -δια του υπομνήματός τους- υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.
ΙΙΙ. Νομικό πλαίσιο και έκταση του δικαστικού ελέγχου
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β).
Η υπό κρίση μεταγενέστερη αίτηση υποβλήθηκε στις 19.01.2024. Ως εκ τούτου, ως προς τη διαδικασία εξέτασης του παραδεκτού της εφαρμόζονται η Οδηγία 2013/32/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, ο οποίος διέπει τη διαδικασία για αιτήσεις υποβληθείσες από τις 12.06.2026.
Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[3] διατάξεις οι οποίες αποτυπώνονται στο ημεδαπό δίκαιο, ιδίως στα άρθρα 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3), καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[4] Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον:
(α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και
(β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.[5]
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Προσέγγισα λοιπόν το ζήτημα αυτό με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου με σκοπό να εξετάσω κατά πόσο οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προσφύγων Νόμου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που είχαν ενώπιόν τους. Ωστόσο προτού εξεταστεί η επιχειρηματολογία των συνηγόρων του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν οι ισχυρισμοί του ιδίου επί της μεταγενέστερης αίτησής του και η αξιολόγηση αυτών από τους Καθ' ων η αίτηση.
IV. Ισχυρισμοί της Αιτήτριας και διοικητική αξιολόγηση
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα η Αιτήτρια επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός της κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής της.
Κατά την καταγραφή της αρχικής της αίτησης, και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι πολίτης της Σρι Λάνκα την οποία εγκατέλειψε με σκοπό να αφιχθεί στη Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί. Πρόσθεσε ότι η κατάσταση στη χώρας της άλλαξε και δε μπορεί πλέον να επιστρέψει σε αυτή διότι δέχεται απειλές εξαιτίας των πολιτικών της δραστηριοτήτων.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της εμπλέκεται σε πολιτικές δραστηριότητες ως υποστηρικτής του κόμματος Nidahas Sandanaya και συχνά αντιμετωπίζει προβλήματα με άλλους υποστηρικτές. Για το λόγο αυτό φοβόταν για την Αιτήτρια, έτσι αποφάσισε να τη στείλει στη Κυπριακή Δημοκρατία για την ασφάλεια της μαζί με τη θεία της η οποία ήδη βρισκόταν στη Δημοκρατία. Η Αιτήτρια, ερωτώμενη σχετικά, πρόσθεσε ότι σε μία περίπτωση πέντε μήνες πριν την αναχώρησή της από τη Σρι Λάνκα, η ίδια είχε εμπλακεί σε μία διένεξη, όπου προσπάθησε να παρέμβει για να σταματήσει ένα καβγά. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, αντάλλαξε φωνές με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Τέλος, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι η ίδια δεν εμπλέκεται σε πολιτικές δραστηριότητες και πρόσθεσε ότι η κατάσταση στη χώρα της έχει βελτιωθεί καθώς στην εξουσία βρίσκεται το πολιτικό κόμμα που υποστηρίζει ο πατέρας της.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας, απορρίφθηκε ο ουσιώδης ισχυρισμός που αφορά ισχυριζόμενη έκθεση σε κίνδυνο εξαιτίας της αντιπαράθεσης του πατέρα της με υποστηρικτές άλλου πολιτικού κόμματος, καθότι δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η προσφυγή με αριθμό 3181/2021 η οποία απορρίφθηκε στις 24.07.2023. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας εκ νέου την ουσία της υπόθεσης, συμφώνησε με την αρνητική κρίση αξιοπιστίας για τον ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας. Στην εν λόγω απόφαση, επισημάνθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της από τους υποστηρικτές του αντίπαλου κόμματος του πατέρα της. Επιπλέον τονίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το περιστατικό κατά το οποίο ενεπλάκει σε καβγά και δεν αναφέρθηκε με εξειδίκευση σε οποιοδήποτε κίνδυνο προς το πρόσωπο της.
Στα πλαίσια της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησής της για άσυλο, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε με τον πατέρα της για να του ανακοινώσει ότι επιστρέφει στη Σρι Λάνκα και εκείνος τη συμβούλεψε να μην επιστρέψει. Η Αιτήτρια εξήγησε ότι ο πρώην σύντροφός της είχε μια διαμάχη με τον πατέρα της Αιτήτριας και τον απείλησε ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της θα την σκοτώσει διότι είναι θυμωμένος εξαιτίας της νέας σχέσης της. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αν επιστρέψει στη Σρι Λάνκα η ζωή της θα τεθεί σε κίνδυνο. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, την πληροφορία αυτή την έλαβε δύο εβδομάδες προηγουμένως όπως ήταν κατά τη καταγραφή της μεταγενέστερης αίτησής της.
Κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, οι Καθ' ων η αίτηση την απέρριψαν ως απαράδεκτη στις 19.01.2024. Έκριναν, μεταξύ άλλων, ότι παρά τον ισχυρισμό της ότι πληροφορήθηκε το περιστατικό της διαμάχης του πατέρα της με τον πρώην σύντροφό της πρόσφατα εντούτοις δεν το επικαλέστηκε. Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην Σρι Λάνκα, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης . Η εισηγητική έκθεση ολοκληρώθηκε με την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
V. Εκτίμηση του Δικαστηρίου επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης
Κατά την ενώπιόν μου ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι σύναψε σχέση με τον νυν σύντροφό της, ο οποίος είναι ομοεθνής της και πατέρας του τέκνου της, κατά την παραμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανέφερε ότι ο πρώην σύντροφός της, με τον οποίο δεν διατηρεί επικοινωνία από το 2019, πληροφορήθηκε τη νέα σχέση της και επισκέφθηκε τους γονείς της, απειλώντας ότι θα τη σκοτώσει εάν επιστρέψει στη Σρι Λάνκα. Πρόκειται για τον ισχυρισμό που προέβαλε με τη μεταγενέστερη αίτησή της, αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε τις απειλές από τον πατέρα της περίπου δύο εβδομάδες πριν από την υποβολή της.
Παρατηρώ, καταρχάς, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά νέο στοιχείο σε σχέση με την προηγούμενη διαδικασία, κατά την οποία εξετάστηκε ο επικαλούμενος κίνδυνος λόγω της πολιτικής δραστηριότητας του πατέρα της. Οι ισχυριζόμενες απειλές από τον πρώην σύντροφό της δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης ούτε της διοίκησης ούτε του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης. Όπως διευκρινίστηκε στην απόφαση XY, C‑18/20, η έννοια των νέων στοιχείων ή πορισμάτων περιλαμβάνει και στοιχεία τα οποία προϋπήρχαν της ολοκλήρωσης της προηγούμενης διαδικασίας, αλλά δεν είχαν προβληθεί στο πλαίσιό της.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται, ωστόσο, αυτομάτως το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης. Απαιτείται επιπροσθέτως να εξεταστεί κατά πόσον το νέο στοιχείο αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης της Αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Πρόκειται για διακριτή προϋπόθεση, η οποία δεν συγχέεται ούτε με τον νέο χαρακτήρα του στοιχείου ούτε με την υπαιτιότητα ως προς τη μη προβολή του κατά την προηγούμενη διαδικασία. Στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη της βασιμότητας του αιτήματος, αλλά επαρκές υπόβαθρο που να δικαιολογεί την περαιτέρω ουσιαστική εξέτασή του.
Υπό το πρίσμα αυτό, δεν υιοθετώ τη θέση ότι τυχόν κρίση περί υπαιτιότητας εμπεριέχει και κρίση περί του νέου χαρακτήρα του ισχυρισμού. Εξετάζω αυτοτελώς το περιεχόμενο του νέου στοιχείου, συνεκτιμώντας τόσο όσα καταγράφηκαν στη μεταγενέστερη αίτηση όσο και τις διευκρινίσεις που δόθηκαν ενώπιόν μου.
Η αναφορά σε απειλή κατά της ζωής από πρώην σύντροφο είναι σοβαρή και δεν μπορεί να παραμεριστεί απλώς λόγω της ιδιωτικής ιδιότητας του φερόμενου ως δράστη. Εντούτοις, η σοβαρότητα του επικαλούμενου περιεχομένου δεν απαλλάσσει από την ανάγκη στοιχειώδους εξατομίκευσης των περιστάσεων στις οποίες στηρίζεται ο προβαλλόμενος φόβος.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια προσδιόρισε τον φερόμενο ως δράστη, το αποδιδόμενο σε αυτόν κίνητρο και την πηγή από την οποία πληροφορήθηκε την απειλή. Ωστόσο, παρά τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και την ευκαιρία που της δόθηκε να αναπτύξει τον ισχυρισμό της, δεν κατόρθωσε να περιγράψει περαιτέρω τις ισχυριζόμενες απειλές. Η αφήγησή της παρέμεινε στην αναφορά ότι ο πρώην σύντροφός της επισκέφθηκε τους γονείς της και απείλησε ότι θα τη σκοτώσει λόγω της νέας σχέσης της.
Συνεκτιμώ ότι η Αιτήτρια δεν ήταν παρούσα στο φερόμενο περιστατικό και ότι η ενημέρωσή της προήλθε από τον πατέρα της. Συνεπώς, δεν αναμένεται να παράσχει λεπτομέρειες αντίστοιχες εκείνων ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμό αυτό, όμως, οι δηλώσεις της δεν προσέλαβαν, ούτε κατά τη δικαστική διαδικασία, επαρκή συγκεκριμενοποίηση ώστε να επιτρέπουν εκτίμηση της βαρύτητας της απειλής ως ένδειξης προσωπικού και μελλοντικού κινδύνου.
Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται στην απουσία υποστηρικτικών εγγράφων ούτε στην απαίτηση πλήρους απόδειξης του ισχυρισμού ήδη κατά το στάδιο του παραδεκτού. Στηρίζεται στην περιορισμένη πραγματική ανάπτυξή του, ακόμη και μετά την παροχή δυνατότητας διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε η προηγούμενη αρνητική κρίση αξιοπιστίας ως προς τους διαφορετικούς ισχυρισμούς της αρχικής αίτησης μεταφέρεται αυτομάτως στον νέο ισχυρισμό.
Αξιολογώντας, επομένως, το νέο στοιχείο αυτοτελώς και σε συνδυασμό με το σύνολο των ενώπιόν μου δεδομένων, καταλήγω ότι, όπως αυτό προβλήθηκε και αναπτύχθηκε, δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης της Αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Η διαπίστωση αυτή αφορά αποκλειστικά την πλήρωση της προϋπόθεσης του παραδεκτού και δεν συνιστά πλήρη επί της ουσίας κρίση επί του νέου αιτήματος.
Ως προς την προϋπόθεση της έλλειψης υπαιτιότητας, σημειώνω ότι η Αιτήτρια τοποθέτησε την ενημέρωσή της για τις απειλές περίπου δύο εβδομάδες πριν από την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ενώ η προηγούμενη δικαστική διαδικασία είχε ήδη ολοκληρωθεί. Με βάση μόνο τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να της καταλογιστεί ότι παρέλειψε υπαιτίως να προβάλει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό κατά την προηγούμενη διαδικασία. Δεν απαιτείται, ωστόσο, οριστική κρίση επί της προϋπόθεσης αυτής, αφού οι προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) είναι σωρευτικές και δεν πληρούται η προϋπόθεση της σημαντικής αύξησης των πιθανοτήτων χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, για τους ανωτέρω λόγους και κατόπιν αυτοτελούς εξέτασης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν διαπιστώνω λόγο ανατροπής της απόφασης περί απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης. Οι συναφείς λόγοι προσφυγής απορρίπτονται.
VI. Έλεγχος της απόφασης επιστροφής – Οικογενειακή ζωή και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου
Αυτοτελώς εξετάζεται ο ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο αναβιώνει η απόφαση επιστροφής της 31.03.2021 και διατάσσεται η αναχώρησή της από τη Δημοκρατία. Η απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση συνεκτίμησης της οικογενειακής ζωής και του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου της.
Συναφώς επισημαίνω ότι στην απόφαση της 17.10.2024, Ararat, C‑156/23, EU:C:2024:892, το ΔΕΕ διευκρίνισε, ως προς την αρχή της μη επαναπροώθησης, ότι η εκτέλεση προγενέστερης απόφασης επιστροφής προϋποθέτει επικαιροποιημένη αξιολόγηση, λαμβανομένων υπόψη των μεταβολών των περιστάσεων και των νέων στοιχείων που προβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Η αναβίωση της απόφασης επιστροφής δεν απαλλάσσει, συνεπώς, από τον έλεγχο των επίκαιρων προϋποθέσεων εφαρμογής της. Ειδικότερα ως προς την οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, η υποχρέωση συνεκτίμησής τους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας επιστροφής επιβεβαιώθηκε στην απόφαση της 04.09.2025, Adrar, C‑313/25 PPU, EU:C:2025:647, σκέψεις 79–84.
Λαμβάνω συναφώς υπόψη το προσκομισθέν πιστοποιητικό γέννησης, καθώς και την προσωρινή άδεια διαμονής ως εργαζομένου, με ισχύ μέχρι τις 24.11.2027, η οποία, κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, αφορά τον πατέρα του τέκνου της. Παρατηρώ ότι στο πιστοποιητικό γέννησης ο πατέρας αναγράφεται ως [], ενώ στην άδεια διαμονής αναγράφεται το όνομα []. Η αναντιστοιχία αυτή δεν επιτρέπει, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, ασφαλή διαπίστωση ταυτοπροσωπίας. Εντούτοις, δεν στηρίζω την κρίση μου στην εν λόγω διαφορά, η οποία δεν τέθηκε στην Αιτήτρια προς εξήγηση. Εξετάζω τον σχετικό ισχυρισμό δεχόμενη υπέρ της, για τους σκοπούς της παρούσας αξιολόγησης, ότι η άδεια αφορά πράγματι τον πατέρα του τέκνου και ότι αυτός διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία.
Περαιτέρω, δέχομαι, για τους ίδιους σκοπούς, ότι υφίσταται πραγματική οικογενειακή ζωή μεταξύ της Αιτήτριας, του πατέρα και του τέκνου τους. Αποδίδω πρωταρχική σημασία στο συμφέρον του παιδιού και αναγνωρίζω ότι η διατήρηση ουσιαστικής σχέσης με αμφότερους τους γονείς του αποτελεί σημαντική παράμετρο της ευημερίας του. Συνεκτιμώ, επομένως, ότι ενδεχόμενη χωριστή διαμονή των γονέων μπορεί να επηρεάσει την καθημερινή επαφή του με έναν από αυτούς, χωρίς να θεωρώ δεδομένο ότι ο πατέρας θα εγκαταλείψει τη νόμιμη διαμονή και εργασία του στη Δημοκρατία.
Ωστόσο, η προσωρινή άδεια διαμονής του πατέρα δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας ούτε καθιστά αυτομάτως παράνομη την επιστροφή της. Η Αιτήτρια, η οποία εκπροσωπείτο από συνήγορο και προέβαλε ειδικά τον σχετικό λόγο, δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένο νομικό ή πραγματικό εμπόδιο στη συνέχιση της οικογενειακής ζωής στη Σρι Λάνκα, χώρα κοινής ιθαγένειας των γονέων. Ούτε προβλήθηκαν ιδιαίτερες ανάγκες ή άλλες εξατομικευμένες περιστάσεις του τέκνου, από τις οποίες να προκύπτει ότι το συμφέρον του επιβάλλει την παραμονή της οικογένειας στη Δημοκρατία.
Η απουσία τέτοιων ισχυρισμών δεν εκλαμβάνεται ως απόδειξη ότι η επιστροφή δεν θα έχει συνέπειες για την οικογένεια. Εντούτοις, ακόμη και με τις ανωτέρω παραδοχές υπέρ της Αιτήτριας, η επίκληση της προσωρινής άδειας του πατέρα και η γενική αναφορά στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση, δεν αρκούν για να καταδείξουν ότι η επιστροφή συνιστά, υπό τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου, δυσανάλογη επέμβαση στην οικογενειακή ζωή ή παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού.
Κατά συνέπεια, κατόπιν συνεκτίμησης των ενώπιόν μου στοιχείων και των συνεπειών που προκύπτουν από αυτά για την οικογενειακή ζωή και το συμφέρον του τέκνου, ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται.
VII. Κατάληξη
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που αφορούν το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης, καταλήγω ότι, μολονότι ο ισχυρισμός περί απειλών από τον πρώην σύντροφο της Αιτήτριας συνιστά νέο στοιχείο, δεν πληρούται η προϋπόθεση της σημαντικής αύξησης των πιθανοτήτων αναγνώρισής της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης διατηρείται.
Περαιτέρω, κατόπιν αυτοτελούς εξέτασης του σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο αναβιώνει η απόφαση επιστροφής της 31.03.2021 και διατάσσεται η αναχώρηση της Αιτήτριας από τη Δημοκρατία, και αφού συνεκτίμησα τα οικογενειακά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν μου, αποδίδοντας πρωταρχική σημασία στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της, καταλήγω ότι δεν τεκμηριώνεται ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως, για τους ειδικότερους λόγους που εκτέθηκαν στο αντίστοιχο κεφάλαιο.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €500 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[2] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[3] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[4] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο