W.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ356/26, 9/10/2026
print
Τίτλος:
W.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ356/26, 9/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


Υπόθεση Αρ.: Τ356/26

 

9 Οκτωβρίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

W.R.

                                                                                                                               Αιτητού

           

  και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Ο Αιτητής είναι παρών

 

X. Παφίτη για Γ. Βασιλόπουλο (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Κ. Σάββα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 15.7.2026, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του για διεθνή προστασία κα αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του. Αιτείται επίσης τη χορήγηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από την Αίγυπτο και περί τις 30.6.2026 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.7.2026, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή και επιστροφή στη χώρα καταγωγής του. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 15.7.2026, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 13.8.2026, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, διά της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως λόγο προσφυγής την αναρμοδιότητα του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, δεδομένης της εφαρμογής εν προκειμένω του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, η φορέας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη πράξη δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη προς τούτο δυνάμει του άρθρου 196 του ιδίου νόμου.

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή αποτελεί προϊόν δέουσας έρευνας και ότι ορθώς κρίθηκε πως δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ως προς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση, υποστηρίζουν ότι η κα Α.Α. ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη να ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες, δυνάμει ισχύουσας εξουσιοδότησης, η οποία, κατά τη θέση τους, εξακολουθεί να ισχύει βάσει των μεταβατικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου του 2026.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 12.6.2026 (βλ. διορθωτικό[1]).

6.             Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

7.             Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026.

8.             Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

9.             Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».

10.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

11.          Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:

12.          Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:

«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

13.          Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:

 «53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

14.          Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».

15.          Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.

16.          Ο Κανονισμός 3 των οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2026 έχει ως ακολούθως:

«3. Με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων στους παρόντες Κανονισμούς, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές, στις οποίες οι παρόντες Κανονισμοί εφαρμόζονται.».

17.          Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

18.          Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως του 2023, ο όρος «Προϊστάμενος» ορίζεται ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Προϊστάμενος» σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·».

19.          Το άρθρο 194 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, υπό το τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», προβλέπει τα εξής (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«194.-(1) […]

(2) Αιτήσεις που κατατίθενται πριν από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του  Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 διέπονται από τις διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 όσον αφορά τη διαδικασία για τη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

(3) […]

(4) Τα διατάγματα, οι Κανονισμοί και οι αποφάσεις υπουργών ή του Υπουργικού  Συμβουλίου ή άλλης αρμόδιας αρχής που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025, εκτός εάν προσκρούουν προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, συνεχίζουν να ισχύουν ως εάν είχαν εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,  μέχρις ότου τροποποιηθούν ή καταργηθούν.[…]».

20.          Το άρθρο 196 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 το οποίο τιτλοφορείται «Εκχώρηση εξουσιών» προβλέπει τα εξής:

«196. Το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός δύνανται να μεταβιβάζουν γραπτώς την  άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, καθώς και την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος, που οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών τους χορηγούν ή αναθέτουν, αντίστοιχα, στον Διευθυντή ή στον Προϊστάμενο ή και σε άλλα πρόσωπα που  υπηρετούν στο Τμήμα ή στην Υπηρεσία Ασύλου, υπό τέτοιους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός ήθελαν αποφασίσουν και η απόφαση καθορίσει και,  στην περίπτωση της μεταβίβασης αυτής, το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Υφυπουργός, ανάλογα με  την περίπτωση, διατηρούν την εξουσία να ασκούν την ούτως μεταβιβαζόμενη εξουσία και να εκτελούν το ούτως μεταβιβαζόμενο καθήκον από και κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβίβασης.».

21.          Επισημαίνεται τέλος συναφώς, ότι η παρούσα αίτηση διεθνούς προστασίας, υποβληθείσα στις 30.6.2026, διέπεται, ως προς το διαδικαστικό της πλαίσιο, από τον Κανονισμό ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφοι 2 και 3 αυτού ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από τις 12.6.2026 και εφεξής. Περαιτέρω, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, εφαρμοστέος είναι, από τις 12.6.2026, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, δεδομένου ότι το άρθρο 42 αυτού προβλέπει την εφαρμογή του από την εν λόγω ημερομηνία, χωρίς να εισάγει αντίστοιχη μεταβατική εξαίρεση για αιτήσεις που υποβλήθηκαν προγενέστερα και των οποίων η εξέταση εξακολουθεί να εκκρεμεί. Συναφώς, το άρθρο 41 του ίδιου Κανονισμού προβλέπει την κατάργηση της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ από τις 12.6.2026.

Κατάληξη

22.          Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι το ζήτημα που εγείρεται αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό αναρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου να εγκρίνει την απόφαση, ως θέμα δημοσίας τάξεως, δύναται να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (βλ. A. Έ. Aρ. 2728 Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 314). Εν προκειμένω, θα προχωρήσω στην εξέταση αυτού του εγειρόμενου λόγου, καθώς έχω ενώπιόν μου όλα τα ουσιώδη στοιχεία.  Η επίδικη απόφαση ημερομηνίας 15.7.2026 λήφθηκε από την κα Α.Α. στη βάση εξουσιοδότησης ημερομηνίας  16.2.2026, η οποία εντοπίζεται ως ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου. Με βάση αυτήν δόθηκε εξουσιοδότηση από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών προς την κα Α.Α. όπως εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου, στο πλαίσιο έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένων και αποφάσεων, δυνάμει του άρθρου 2 των ισχύοντων κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω εξουσιοδότησης περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως του 2023. Υπάρχει δηλαδή, ρητή διάταξη Νόμου που επιτρέπει την μεταβίβαση της εξουσίας λήψης τέτοιων αποφάσεων σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου εκτός από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής. Δεδομένου του ότι η απόφαση η οποία λήφθηκε από εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι επιτρέπεται η εκχώρηση αυτών των εξουσιών δυνάμει της ανωτέρω διάταξης λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση (που περιέχει ρητά τις εν λόγω αρμοδιότητες) δεν είχε ανακληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο από το όργανο που τη μεταβίβασε, μέχρι την ανάκλησή της και/ή μέχρι την σύνταξη τυχόν νέας εξουσιοδότησης η μεταβίβαση αρμοδιότητας εξακολουθεί να ισχύει. Συνεπώς κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω εξουσιοδότησης υφίστατο η νομική βάση έκδοσής της.

23.          Ως προς τον ειδικότερο ισχυρισμό του Αιτητή ότι η επίμαχη εξουσιοδότηση, ως εκδοθείσα υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, έπαυσε να ισχύει με τη θέση σε ισχύ του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και ότι, ως εκ τούτου, απαιτείτο νέα μεταβίβαση εξουσίας δυνάμει του άρθρου 196 αυτού από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Υφυπουργό, επισημαίνονται τα ακόλουθα.

24.          Ο ισχυρισμός αυτός παραγνωρίζει τη ρητή μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 194(4) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, σύμφωνα με την οποία τα διατάγματα, οι Κανονισμοί και οι αποφάσεις Υπουργών, του Υπουργικού Συμβουλίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, που εκδόθηκαν δυνάμει των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025, εφόσον δεν προσκρούουν στις διατάξεις του νέου Νόμου, «συνεχίζουν να ισχύουν ως εάν είχαν εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, μέχρις ότου τροποποιηθούν ή καταργηθούν». Η διατύπωση της εν λόγω διάταξης είναι σαφής και καταλαμβάνει, κατά του Δικαστηρίου, και την επίμαχη εξουσιοδότηση, η οποία είχε νομίμως παρασχεθεί υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς για την άσκηση αρμοδιοτήτων του Προϊσταμένου και δεν προκύπτει ότι είχε τροποποιηθεί ή καταργηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο.

25.          Περαιτέρω, η συνέχιση της ισχύος της εν λόγω εξουσιοδότησης δεν προσκρούει στο νέο νομοθετικό πλαίσιο. Αντιθέτως, βρίσκεται σε συμφωνία με αυτό. Τούτο διότι το άρθρο 196 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 εξακολουθεί να προβλέπει τη δυνατότητα γραπτής μεταβίβασης της άσκησης εξουσιών και της εκτέλεσης καθηκόντων του Προϊσταμένου, ενώ και ο ίδιος ο ορισμός του όρου «Προϊστάμενος» στο άρθρο 2 του νέου Νόμου περιλαμβάνει, πέραν του λειτουργού που προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου, και οποιονδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας ο οποίος εξουσιοδοτείται από τον Υφυπουργό ή το Υπουργικό Συμβούλιο να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου.

26.          Συνεπώς, από τον συνδυασμό των άρθρων 194(4) και 196, καθώς και του ερμηνευτικού άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, προκύπτει ότι ο νομοθέτης, αφενός, διατήρησε υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τη δυνατότητα άσκησης των αρμοδιοτήτων του Προϊσταμένου από δεόντως εξουσιοδοτημένους λειτουργούς και, αφετέρου, προέβλεψε ρητώς τη συνέχιση της ισχύος των πράξεων και εξουσιοδοτήσεων που είχαν νομίμως εκδοθεί υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου Νόμου. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, κατά την οποία όλες οι υφιστάμενες εξουσιοδοτήσεις θα έπαυαν αυτοδικαίως να ισχύουν με τη θέση σε ισχύ του νέου Νόμου και θα απαιτείτο η εκ νέου έκδοσή τους, θα στερούσε ουσιαστικά από τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 194(4) το πρακτικό της αποτέλεσμα και θα αντέβαινε στον πρόδηλο σκοπό της να διασφαλίσει τη συνέχεια της διοικητικής δράσης κατά τη μετάβαση στο νέο νομοθετικό καθεστώς.

27.          Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφόσον δεν προκύπτει ότι η επίμαχη εξουσιοδότηση ημερομηνίας 16.2.2026 είχε τροποποιηθεί ή καταργηθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης απόφασης, ούτε ότι το περιεχόμενό της προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, αυτή εξακολουθούσε να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της δυνάμει του άρθρου 194(4) του εν λόγω Νόμου. Ως εκ τούτου, η κα Α.Α. ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αρμοδίως εξουσιοδοτημένη να ασκήσει τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες του Προϊσταμένου και ο περί του αντιθέτου λόγος προσφυγής απορρίπτεται ως αβάσιμος.

28.          Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί πλημμελούς αξιολόγησης της αίτησής του επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc.  (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

29.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

30.          Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.

31.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του, αυτός δεν συμπλήρωσε το πεδίο των λόγων εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του.

32.          Ακολούθως, κατά το στάδιο της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Αιγύπτιος υπήκοος, γεννηθείς στις 5.5.2001 στην περιοχή Biala του Kafrelsheikh της Αιγύπτου, όπου διέμενε με την οικογένειά του μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Είναι άγαμος και ως προς το θρήσκευμα του μουσουλμάνος. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς του διαζεύχθηκαν όταν ο ίδιος βρισκόταν σε μικρή ηλικία και ότι έκτοτε δεν διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα του καθώς ούτε και με τους συγγενείς από την πατρική πλευρά. Η μητέρα και η αδελφή του διαμένουν μαζί στην περιοχή Biala, ενώ ο έγγαμος αδελφός του διαμένει με την οικογένειά του στο Kafrelsheikh. Ο Αιτητής διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του και αποστέλλει χρήματα για τη συντήρηση της μητέρας και της αδελφής του. Δήλωσε ότι δεν έχει συγγενείς στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

33.          Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι δεν ολοκλήρωσε την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου και ότι δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, αποδίδοντας τη διακοπή της φοίτησής του στο διαζύγιο των γονέων του. Ομιλεί την αραβική γλώσσα και δεν διαθέτει άλλα προσόντα. Αναφορικά με την εργασιακή του πείρα, ανέφερε ότι από την ηλικία των έντεκα έως δώδεκα ετών και μέχρι την αναχώρησή του εργαζόταν σε κτηνοτροφική μονάδα και, περιστασιακά, ως ελαιοχρωματιστής. Κατά τον χρόνο της συνέντευξης εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα στην Κύπρο. Δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ότι δεν υπηρέτησε στον στρατό, έχοντας λάβει απαλλαγή λόγω της οικογενειακής του κατάστασης και ατυχήματος κατά το οποίο υπέστη κάταγμα στο πόδι.

34.          Αναφορικά με την αναχώρησή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Αίγυπτο στις 14.10.2021, ταξιδεύοντας αεροπορικώς από το Κάιρο στη Λάρνακα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα. Εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία με άδεια εργασίας. Ανέφερε ότι για τη χρηματοδότηση του ταξιδιού του δανείστηκε χρήματα, τα οποία εξακολουθεί να αποπληρώνει. Στις 30.6.2026 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

35.          Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι επιδίωκε να εργαστεί στο εξωτερικό, προκειμένου να στηρίζει οικονομικά τη μητέρα και την αδελφή του μετά το διαζύγιο των γονέων του. Εξήγησε ότι επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται στην Κύπρο, όπου οι απολαβές είναι υψηλότερες, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειάς του και να εξοφλήσει το χρέος που ανέλαβε για το ταξίδι του. Ερωτηθείς εάν υπάρχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε την Αίγυπτο ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, απάντησε αρνητικά.

36.          Αναφορικά με το ενδεχόμενο επιστροφής του, δήλωσε ότι θα διέμενε με τη μητέρα του και θα άρχιζε εκ νέου να εργάζεται. Ανέφερε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του και ότι οι αιγυπτιακές αρχές θα του επέτρεπαν να επιστρέψει. Ως προς τα μελλοντικά του σχέδια, εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνει στην Κύπρο για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκειμένου να στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, διευκρινίζοντας ότι προτίθεται να επιστρέψει όταν τακτοποιήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις.

37.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή και εν γένει την αίτησή για διεθνή προστασία, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: αφενός, την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή και, αφετέρου, τους εργασιακής φύσεως λόγους που επικαλέστηκε για την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί.

38.          Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφάλειας και τις γενικότερες συνθήκες στη χώρα καταγωγής του, έκριναν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι και βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Στη βάση των ευρημάτων αυτών, κατά τη νομική ανάλυση, κατέληξαν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκαν την απόρριψη της αίτησής του. Παράλληλα, αποφασίστηκε η έκδοση απόφασης επιστροφής, κρίνοντας ότι δεν διαπιστώνεται κίνδυνος υποβολής του Αιτητή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ή της αρχής της μη επαναπροώθησης.

39.          Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου δεν προσέθεσε οτιδήποτε ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του.

40.           Προχωρώντας το Δικαστήριο στην de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή καθώς και με το σύνολο των επιμέρους ευρημάτων του. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[2]

41.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.

42.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τα εργασιακής φύσεως κίνητρα που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του, καθώς και ως προς την απουσία οποιουδήποτε άλλου λόγου για την είσοδό του στη Δημοκρατία, υπήρξαν συνεκτικές, σαφείς και σταθερές σε όλα τα στάδια τόσο της διοικητικής όσο και της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός γίνεται επίσης αποδεκτός. Λαμβανομένης δε υπόψη της κατεξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που τον συγκροτούν, δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του αξιοπιστίας μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

43.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του τυχόν κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των ανωτέρω αποδεκτών ισχυρισμών και του προσωπικού του προφίλ, το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης, λαμβάνει υπόψη, πέραν των πηγών πληροφόρησης στις οποίες παρέπεμψαν οι Καθ’ ων η αίτηση, και τις ακόλουθες επικαιροποιημένες πληροφορίες, οι οποίες συνηγορούν στην απουσία ευλόγως αναμενόμενου κινδύνου για τον Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του.

44.          Καταρχάς, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν εξέφρασε, σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής ή της δικαστικής διαδικασίας, οποιονδήποτε συγκεκριμένο φόβο δίωξης ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του, οι λόγοι που τον οδήγησαν στην αναχώρησή του ήταν οικονομικής καιεργασιακής φύσεως και συνδέονταν με την αναζήτηση καλύτερων ευκαιριών απασχόλησης.

45.          Περαιτέρω, ως προς τα επιμέρους χαρακτηριστικά του προσωπικού του προφίλ και, ειδικότερα, της θρησκευτικής του ταυτότητας ως μουσουλμάνου, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

46.          Σύμφωνα με την 2026 έκθεση της Επιτροπής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, η οποία δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο 2026, περί το 90% του πληθυσμού στην Αίγυπτο είναι σουνίτες μουσουλμάνοι με τους σιίτες, τους κορανιστές και άλλες μη σουνιτικές μουσουλμανικές ομάδες να αποτελούν λιγότερο από το 1% του πληθυσμού.[3] Οι χριστιανοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του πληθυσμού, αποτελώντας τη μεγαλύτερη χριστιανική μειονότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής με το μεγαλύτερο ποσοστό (άνω του 90%) να ανήκει στην Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία και μια μικρότερη μερίδα να ασπάζεται το ευαγγελικό, το καθολικό και ορισμένα μικρότερα χριστιανικά δόγματα.[4] Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Μπαχάι και οι Εβραίοι απαρτίζουν μικρότερο ποσοστό του πληθυσμού.[5]

47.         Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, «το 2025, οι συνθήκες θρησκευτικής ελευθερίας στην Αίγυπτο παρέμειναν κακές. Η κυβέρνηση συνέχισε να περιορίζει συστηματικά την ελευθερία θρησκείας ή πεποιθήσεων για τις θρησκευτικές μειονότητες και για άτομα που εκφράζουν απόψεις διαφορετικές από την κρατική ερμηνεία του Ισλάμ. Οι αιγυπτιακές αρχές υπέβαλλαν σε παρατεταμένη προφυλάκιση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα για παραβίαση του Νόμου 98(στ), ο οποίος τιμωρεί την «γελοιοποίηση ή προσβολή μίας θεϊκής θρησκείας ή μιας αίρεσης/θρησκευτικής ομάδας».[6]

48.          Υπό το φως των ανωτέρω και λαμβανομένων των δηλώσεων του Αιτητή δεν προκύπτει στη χώρα του οποιοσδήποτε κίνδυνος ένεκα της θρησκευτικής του ταυτότητας.

49.          Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Αίγυπτο και ειδικότερα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή την πόλη,  επισημαίνονται τα εξής. Σύμφωνα με έκθεση της ACCORD που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο 2025 και επικαλείται τρίτες πηγές, οι αιγυπτιακές δυνάμεις ασφαλείας διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά ένοπλων ομάδων στην περιοχή του βόρειου Σινά εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.[7]

50.          Η Μονάδα ΠΧΚ του CGRS-CEDOCA αναφέρει στην έκθεσή της (Οκτώβριος 2024) ότι «βάσει βιβλιογραφικής έρευνας και δεδομένων ACLED, τόσο στο βόρειο Σινά όσο και στο υπόλοιπο της χώρας, η βία έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια», εν μέρει λόγω της εντατικοποίησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων.[8]

51.          Η προαναφερθείσα έκθεση της ACCORD αναφέρει ότι ο Πρόεδρος El-Sisi κήρυξε τη χερσόνησο του Σινά ελεύθερη από τρομοκρατία τον Ιανουάριο 2023 και ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο βόρειο Σινά τον Απρίλιο 2023.[9]

52.          Σύμφωνα με την 2025 έκθεση του οργανισμού Human Rights Watch που αφορά στα γεγονότα του 2024, «παρά τη σχετικά ήρεμη κατάσταση, οι αρχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την περιοχή του βόρειου Σινά ως de facto κλειστή στρατιωτική ζώνη και έχουν απαγορεύσει την ανεξάρτητη δημοσιογραφική κάλυψη.»[10]

53.          Η αυστριακή BFA Staatendokumentation σε έκθεση της που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2025 επισημαίνει ότι «τρομοκρατικές επιθέσεις μπορούν να εκδηλωθούν σε όλη τη χώρα, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν συγκεντρωθεί στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Σινά», ενώ  η περιοχή του βόρειου Σινά παραμένει «εστία» τρομοκρατικής δραστηριότητας.[11]

54.          Σύμφωνα με δημοσίευμα του Zawia3, ενός εθνικού ερευνητικού πρακτορείου[12], ημερομηνίας Αυγούστου 2025, παρότι οι καταγεγραμμένες τρομοκρατικές επιχειρήσεις έχουν μειωθεί και το κράτος έχει αρχίσει να κάνει λόγο για σχέδια ανάπτυξης και ανοικοδόμησης του κυβερνείου [βόρειου Σινά], ένοπλοι φυλετικοί σχηματισμοί «εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλους στον τομέα της ασφάλειας και της υλικοτεχνικής υποστήριξης επί του πεδίου, ενώ έχουν επεκτείνει τη δραστηριότητά τους και στον οικονομικό τομέα, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση συνοριακών διαβάσεων και εμπορικών δραστηριοτήτων.»[13]

55.          Όπως αναφέρει άρθρο του Middle East Eye, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο 2025 και το οποίο επικαλείται ανώτερη στρατιωτική πηγή, η Αίγυπτος ανέπτυξε «πρόσθετες δυνάμεις κατά μήκος των συνόρων με τη Γάζα, εν μέσω αυξανόμενων φόβων ότι η σχεδιαζόμενη από το Ισραήλ κατοχή της Λωρίδας θα μπορούσε να οδηγήσει Παλαιστινίους προς το βόρειο Σινά.»[14] Άρθρο του ίδιου πρακτορείου που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2026 επισημαίνει πως ισραηλινά μέσα ενημέρωσης «ανέδειξαν για ακόμη μία φορά τις αυξανόμενες στρατιωτικές δυνατότητες της Αιγύπτου, καθώς και τις κινήσεις που συνδέονται με την ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας στο Σινά, αντανακλώντας τις ανησυχίες που επικρατούν στους ισραηλινούς κύκλους ασφαλείας και στον πολιτικό χώρο.»[15]

56.          Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT) που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο 2025 σημειώνει ότι η Αίγυπτος έχει χαμηλά ποσοστά σοβαρού και βίαιου εγκλήματος, ακόμη και σε μεγάλες πόλεις όπως το Cairo και η Alexandria.[16]

57.          Ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν περιλαμβάνεται στις περιοχές όπου λαμβάνουν χώρα ένοπλες συγκρούσεις. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με πρόσφατα αριθμητικά δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 29.9.2026), στο κυβερνείο Kafr el Sheikh όπου εντοπίζεται η πόλη Biyala, δεν καταγράφηκε κανένα περιστατικό πολιτικής βίας.[17] Σημειώνεται πως σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ο πληθυσμός της πόλης Biyala ανέρχεται σε 95,433 κατοίκους.[18]

58.          Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, και κατόπιν συνεκτίμησης τόσο των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής όσο και των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη οποιουδήποτε εύλογα αναμενόμενου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην Αίγυπτο και, ειδικότερα, στην περιοχή Biala του κυβερνείου Kafr el Sheikh, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του. Πρόκειται για νεαρό, ενήλικο, υγιή άνδρα, μουσουλμάνο στο θρήσκευμα, ο οποίος διαθέτει πολυετή εργασιακή πείρα, έχοντας εργαστεί ήδη από νεαρή ηλικία σε κτηνοτροφική μονάδα και περιστασιακά ως ελαιοχρωματιστής, ενώ σήμερα εργάζεται στον κατασκευαστικό τομέα. Στη χώρα καταγωγής του εξακολουθούν να διαμένουν η μητέρα και η αδελφή του, με τις οποίες διατηρεί επικοινωνία, καθώς και ο έγγαμος αδελφός του. Ο ίδιος ουδέποτε επικαλέστηκε οποιοδήποτε περιστατικό δίωξης, απειλής, σύλληψης, κράτησης ή άλλης μορφής στοχοποίησης, αλλά, αντιθέτως, προσδιόρισε κατά τρόπο σαφή και σταθερό ως αποκλειστικό λόγο της αναχώρησής του από την χώρα καταγωγής του, την επιθυμία του να εξασφαλίσει καλύτερες απολαβές και να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται συναφώς και στη δήλωσή του ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα διέμενε με τη μητέρα του και θα άρχιζε εκ νέου να εργάζεται, καθώς και ότι προτίθεται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του όταν τακτοποιήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Οι περιστάσεις αυτές, εξεταζόμενες σε συνάρτηση με τα αντικειμενικά δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας, από τα οποία προκύπτει ότι τα περιστατικά ένοπλης βίας στην Αίγυπτο επικεντρώνονται κυρίως στο βόρειο Σινά, ενώ στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν καταγράφηκε κατά το τελευταίο έτος οποιοδήποτε περιστατικό πολιτικής βίας, δεν στοιχειοθετούν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο για τον Αιτητή. Συνεπώς, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

59.          Υπό το φως της ανωτέρω αξιολόγησης των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ειδικότερα, δεν προέκυψε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 10 αυτού. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, οι λόγοι που οδήγησαν τον Αιτητή στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του ήταν αμιγώς οικονομικής και εργασιακής φύσεως, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση με λόγο δίωξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

60.          Ούτε, περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή και τα λοιπά ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Αίγυπτο, αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά την έννοια του άρθρου 15 στοιχεία α΄ και β΄ του Κανονισμού. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής δίωξης, απειλής, σύλληψης ή κράτησης, ούτε προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι έχει αποτελέσει ή ενδέχεται να αποτελέσει στόχο κρατικών ή μη κρατικών φορέων.

61.          Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή αφορά τη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ύπαρξη τέτοιας απειλής δεν προϋποθέτει πάντοτε την απόδειξη ότι ο ενδιαφερόμενος αποτελεί ειδικό στόχο λόγω στοιχείων που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση. Ειδικότερα, όταν ο βαθμός της αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει μια ένοπλη σύρραξη είναι εξαιρετικά υψηλός, μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας άμαχος, σε περίπτωση επιστροφής του στην οικεία χώρα ή περιοχή, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω και μόνον της παρουσίας του στο έδαφος αυτής. Αντιστρόφως, όσο περισσότερο ο αιτητής είναι σε θέση να αποδείξει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω στοιχείων που προσιδιάζουν στην προσωπική του κατάσταση, τόσο χαμηλότερος είναι ο απαιτούμενος βαθμός αδιάκριτης βίας για την υπαγωγή του στην εν λόγω διάταξη (βλ. απόφαση του ΔΕΕ της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Elgafaji, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, ιδίως σκέψεις 35 και 39 έως 43).

62.          Περαιτέρω, όπως διευκρινίστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, ECLI:EU:C:2021:472, η εκτίμηση του βαθμού αδιάκριτης βίας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε ποσοτικά κριτήρια, όπως ο αριθμός των θυμάτων σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της οικείας περιοχής, αλλά απαιτεί συνολική αξιολόγηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, περιλαμβανομένων της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, της γεωγραφικής έκτασης της βίας, της διάρκειας και της φύσης των περιστατικών, καθώς και των συνεπειών τους για τον άμαχο πληθυσμό.

63.          Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με τις παρατεθείσες επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η κατάσταση ασφαλείας Από τις ανωτέρω επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι τα περιστατικά ένοπλης βίας και τρομοκρατικής δραστηριότητας στην Αίγυπτο εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στην περιοχή του βόρειου Σινά, όπου, μάλιστα, η ένταση της βίας έχει μειωθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη. Αντιθέτως, στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην πόλη Biala του κυβερνείου Kafr el Sheikh, δεν προκύπτει ότι υφίσταται κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τα πλέον πρόσφατα αριθμητικά δεδομένα που παρατέθηκαν ανωτέρω, σύμφωνα με τα οποία, κατά το τελευταίο εξεταζόμενο έτος, δεν καταγράφηκε στο κυβερνείο Kafr el Sheikh οποιοδήποτε περιστατικό πολιτικής βίας.

64.          Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν πληρούται ήδη μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ήτοι η ύπαρξη διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στον τόπο στον οποίο ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει. Ως εκ τούτου, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του βαθμού τυχόν αδιάκριτης βίας και του κατά πόσον αυτή θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο τέτοιο ώστε η παρουσία και μόνον αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

65.          Επικουρικώς, ακόμη και υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, δεν αναδεικνύεται οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να διαφοροποιήσει την ανωτέρω κατάληξη. Πρόκειται για νεαρό, ενήλικο και υγιή άνδρα, μουσουλμάνο στο θρήσκευμα, ο οποίος είναι εξοικειωμένος με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του και διαθέτει πολυετή εργασιακή πείρα. Στην ίδια περιοχή εξακολουθούν να υφίστανται οι οικογενειακοί του δεσμοί, ενώ ο ίδιος ουδέποτε επικαλέστηκε οποιοδήποτε περιστατικό προσωπικής στοχοποίησης, δίωξης ή απειλής. Αντιθέτως, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα διέμενε με τη μητέρα του και θα άρχιζε εκ νέου να εργάζεται, προσδιορίζοντας ως αποκλειστικό λόγο της αναχώρησής του και της επιθυμίας παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, την εξασφάλιση καλύτερων απολαβών προς οικονομική στήριξη της οικογένειάς του. Συνεπώς, ούτε από το προσωπικό προφίλ του Αιτητή προκύπτει οποιοσδήποτε εξατομικευμένος παράγοντας ικανός να θεμελιώσει ή να επιτείνει κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Υπό το φως των ανωτέρω, και κατόπιν πλήρους και ex nunc αξιολόγησης του συνόλου των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ούτε του καθεστώτος πρόσφυγα ούτε του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347.

66.          Τέλος, ως προς την απόφαση επιστροφής του Αιτητή στην Αίγυπτο, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιόν του στοιχείων, περιλαμβανομένων των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού και οικογενειακού του προφίλ, καθώς και των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του, δεν διαπιστώνει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή το άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο ζήτημα που να εμποδίζει την επιστροφή του υπό το πρίσμα της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται λόγος που να δικαιολογεί την ακύρωση της απόφασης επιστροφής. Δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51 και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.                                                                                                       

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L, 2024/1347, 22 Μαΐου 2024).

[2] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[3] United States Commission on International Religious Freedom, 2026 Annual Report, Μάρτιος 2026, https://www.uscirf.gov/sites/default/files/2026-08/USCIRF_2026_AR.pdf, σελ. 61 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[4] United States Commission on International Religious Freedom, 2026 Annual Report, Μάρτιος 2026, https://www.uscirf.gov/sites/default/files/2026-08/USCIRF_2026_AR.pdf, σελ. 61 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[5] United States Commission on International Religious Freedom, 2026 Annual Report, Μάρτιος 2026, https://www.uscirf.gov/sites/default/files/2026-08/USCIRF_2026_AR.pdf, σελ. 61 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[6] United States Commission on International Religious Freedom, 2026 Annual Report, Μάρτιος 2026, https://www.uscirf.gov/sites/default/files/2026-08/USCIRF_2026_AR.pdf, σελ. 60 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[7] ACCORD, Egypt: COI Compilation, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2133824/ACCORD_Egypt_November_2025.pdf, σελ. 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[8] CGRS-CEDOCA (CGRS-CEDOCA, COI Unit), Egypt: Security Situation, 7 Οκτωβρίου 2024, σελ. 2 όπως παρατίθεται μέσω: ACCORD, Egypt: COI Compilation, Νοέμβριος 2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2133824/ACCORD_Egypt_November_2025.pdf, σελ. 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[9] ACCORD, Egypt: COI Compilation, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2133824/ACCORD_Egypt_November_2025.pdf, σελ. 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[10] Human Rights Watch, World Report 2025 – Egypt, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/egypt (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[11] BFA Staatendokumentation (Αυστριακό Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Ασύλου), Terrorism in North Africa, 05 Ιουνίου 2025, σελ. 5 όπως παρατίθεται μέσω: ACCORD, Egypt: COI Compilation, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2133824/ACCORD_Egypt_November_2025.pdf, σελ. 9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[12] Zawia3, About us, https://zawia3.com/en/about-us/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[13] Zawia3, A bullet to the head reignites tensions between Sinai tribes and Al-Argani’s armed factions, 05 Αυγούστου 2025, https://zawia3.com/en/argani-3/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[14] Middle East Eye, Egypt mobilises 40,000 troops in Sinai amid Gaza displacement fears, source says, 19 Αυγούστου 2025, https://www.middleeasteye.net/live-blog/live-blog-update/egypt-mobilises-40000-troops-sinai-amid-gaza-displacement-fears-source (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[15] Middle East Eye, Israeli media highlight concerns over Egypt’s growing military capabilities, 24 Ιουνίου 2026, https://www.middleeastmonitor.com/20260624-israeli-media-highlight-concerns-over-egypts-growing-military-capabilities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[16] Department of Foreign Affairs and Trade (DFAT), Country Information Report Egypt, 1 Δεκεμβρίου 2025, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-egypt.pdf, σελ. 11 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[17] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Egypt, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)

[18] World Population Review, Egypt – Biyala, https://worldpopulationreview.com/cities/egypt/biyala (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9/10/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο