ΕΥΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ κ.α., Αρ. Αίτηση: 68/2020, 14/5/2026
print
Τίτλος:
ΕΥΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ κ.α., Αρ. Αίτηση: 68/2020, 14/5/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                   Γιάννη Επαμεινώνδα    )

                    Γρηγόρη Γρηγόρη         ) Μελών.

 

                                                                                Αρ. Αίτηση:   68/2020

 

Μεταξύ:

 

ΕΥΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ

                                                                                                                     Αιτήτρια

 και

 

1.  ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ

2.  NIKOS G. SIAKOLAS HOLDINGS LIMITED

                    Καθ΄ ών η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 14 Μαϊου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Ποσκώτης

Για τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2: κ. Θ. Μ. Ιωαννίδης για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Αιτήτρια, με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), την οποία προωθεί εναντίον της Καθ’ ής η Αίτηση 2 εταιρείας και του Καθ’ ού η Αίτηση 1 διευθυντή αυτής, διεκδικεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») την επιδίκαση ποσών που εγείρονται στη βάση του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν. 24/67») και αφορούν, κυρίως, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση[1]/ απώλεια καριέρας και πληρωμή αντί προειδοποίησης («Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση»).

 

Ταυτόχρονα, δε, διεκδικεί εναντίον των εν λόγω προσώπων και συγκεκριμένα ποσά τα οποία, κατ’ ισχυρισμό, προκύπτουν από την επίδικη απασχόλησή της και δεν της καταβλήθηκαν από τους εργοδότες της μέχρι και σήμερα, ως αυτά σημειώνονται στην παράγραφο 12(Στ) των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης («Αυτοτελείς Αξιώσεις»).

 

Σημειώνεται ότι αυτό που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα στην περίπτωσή της, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε επιδίκαση των πιο πάνω ποσών, είναι:

 

(α) Σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση, ότι η επίδικη απασχόλησή της, η οποία ξεκίνησε σε σχέση με το κατάστημα επίπλων που διατηρούσε ο πατέρας του Καθ’ ού η Αίτηση 1 κατά και/ή περί το 2007, εν τέλει τερματίστηκε «αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή αδικαιολόγητα» από τον διευθυντή της Καθ’ ής η Αίτηση 2 στις 18/6/2019, ημερομηνία κατά την οποία ήταν 50 χρονών και ελάμβανε ως απολαβές «περί τα €900 πλέον υπερωρίες και άλλα ωφελήματα».

 

(β) Σε σχέση με τις Αυτοτελείς Αξιώσεις, ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση παρέλειψαν να της καταβάλουν, στο πλαίσιο της επίδικης απασχόλησής της, συγκεκριμένα ποσά, τα οποία, σύμφωνα με υπολογισμούς στους οποίους προέβη σε συνεργασία με τον λογιστή της, υπολογίστηκαν στα ποσά που περιγράφονται στην παράγραφο 12(Στ) των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης, όπου σημειώνονται (αυτολεξεί) τα εξής:

 

«12. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αιτήτρια αξιώνει:-

 

ΣΤ. Αποζημίωση για τα πιο κάτω αναφερόμενα ποσά:-

 

Ι. Ποσό εκ €4,149.00 - ως συμπληρωματικές πληρωμές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς όφελος της Αιτήτριας για το έτος 2018 όπου μονομερώς αποκόψαν από τον νόμιμο συμφωνημένο μηνιαίο εισόδημα που λάμβανε η Αιτήτρια τα τελευταία 10 χρόνια το οποίο οι καθ’ ων η αίτηση ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν.

 

II. Ποσό εκ €517.00 - ως συμπληρωματικές εισφορές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2018 προς όφελος της Αιτήτριας το οποίο ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν.

 

III. Ποσό εκ €630.00 - ως συμπληρωματικές εισφορές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς το Ταμείο Αδειών του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2018 προς όφελος της Αιτήτριας το οποίο ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν.

 

IV. Ποσό εκ €2,688.30 - ως συμπληρωματικές πληρωμές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς όφελος της Αιτήτριας για το έτος 2019 όπου μονομερώς αποκόψαν από τον νόμιμο συμφωνημένο μηνιαίο εισόδημα που λάμβανε η Αιτήτρια τα τελευταία 10 χρόνια το οποίο οι καθ’ ων η αίτηση ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν.

 

V. Ποσό εκ €394.70 - ως συμπληρωματικές εισφορές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2019 προς όφελος της Αιτήτριας το οποίο ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν.

 

VI. Ποσό εκ €315.00 - ως συμπληρωματικές εισφορές των εργοδοτών – καθ’ ων η αίτηση προς το Ταμείο Αδειών του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2019 προς όφελος της Αιτήτριας το οποίο ουδέποτε της κατέβαλαν και/ή πλήρωσαν..»

 

Σε απάντηση όλων των πιο πάνω, οι Καθ’ ών η Αίτηση, με τους Γενικούς Λόγους εμφάνισής τους που καταχώρησαν από κοινού, εκπροσωπούμενοι από τους ίδιους δικηγόρους, ισχυρίζονται κυρίως ότι:

 

(α) Η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε επιδίκαση των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση, καθότι απολύθηκε από τον εργοδότη της κατά τον ουσιώδη με την Επίδικη Αίτηση χρόνο, ήτοι την Καθ’ ής η Αίτηση 2, στις 18/6/2019 νόμιμα και δικαιολογημένα, για λόγους που αφορούσαν απουσία της από την εργασία της χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή λήψη σχετικής άδειας, κάτι που είχε επαναληφθεί και στο παρελθόν.

 

(β) Η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε επιδίκαση των ποσών που αξιώνει ως Αυτοτελείς Αξιώσεις, καθότι η Καθ’ ής η Αίτηση 2 πάντοτε της κατέβαλλε κάθε ποσό που αφορούσε οφειλόμενους προς αυτήν μισθούς (οι οποίοι ανέρχονταν αρχικά σε €900 το μήνα και, στη συνέχεια, κατόπιν μείωσης του ωραρίου της, σε €450) και, κατά την εξόφληση των ποσών αυτών, η ίδια υπέγραφε σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις.

 

Σημειώνεται ότι, σε σχέση με την πιο πάνω θέση των Καθ’ ών η Αίτηση περί απασχόλησης της Αιτήτριας αποκλειστικά στην Καθ’ ής η Αίτηση 2, οι Καθ’ ών η Αίτηση, στο πλαίσιο των Γενικών Λόγων εμφάνισής τους διευκρινίζουν και ότι, η επίδικη απασχόληση της Αιτήτριας:

 

(i) Αφορούσε μόνο την Καθ’ ής η Αίτηση 2 και σε καμία περίπτωση τον Καθ’ ού η Αίτηση 1, ο οποίος, σε σχέση με την απασχόληση της Αιτήτριας, ενεργούσε πάντοτε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Καθ’ ής η Αίτηση 2 και ουδέποτε προσωπικά.

 

(ii) Ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2014, όταν αυτή προσλήφθηκε από την Καθ’ ής η Αίτηση 2, και δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε προηγούμενη απασχόληση είχε η Αιτήτρια στον πατέρα του Καθ’ ού η Αίτηση 1, εφόσον η Καθ’ ής η Αίτηση 2 ουδεμία σχέση είχε με αυτόν και ουδέποτε ανέλαβε τη συνέχιση των εργασιών της επιχείρησης του.

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

 

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, νομική βάση των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση αποτελεί ο Ν. 24/67, ο οποίος προβλέπει σχετικά τα εξής:

 

(α) Δικαίωμα εργοδοτουμένου σε πληρωμή αποζημιώσεων από τον εργοδότη σε περίπτωση παράνομης «απόλυσης» του από τον τελευταίο, ήτοι απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και, κυρίως, με τις πρόνοιες των Άρθρων 3 παράγραφος 1 («Άρθρο 3(1)») και 5 («Άρθρο 5»), τα οποία προβλέπουν τα εξής:

 

«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα».

 

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

 

(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: .

(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.

(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·

(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:.

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: .

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·

(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του

(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

(β) Δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στο πλαίσιο του Άρθρου 9(1) αυτού («Άρθρο 9(1)»). Σημειώνεται ότι το εν λόγω δικαίωμα δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα σε λήψη προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («πληρωμή αντί προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 1 του άρθρου 11 («Άρθρο 11(1)») του Ν. 24/67, το οποίο προβλέπει ότι:

 

«Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος.».

 

Σε σχέση, δε, με τις Αυτοτελείς Αξιώσεις, νομική βάση αποτελεί, κυρίως, ο Περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών ΝόμοςΝ. 8/67»), ο οποίος προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δ.Ε.Δ. να εκδικάζει τόσο «εργατικές διαφορές»[2] όσο και «αυτοτελείς αξιώσεις»[3] που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και:

 

«…απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.»

 

Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με ποσά τα οποία αξιώνονται στο πλαίσιο των Αυτοτελών Αξιώσεων και δύνανται να ενταχθούν στην έννοια του όρου «μισθός»[4] για σκοπούς του Περί Προστασίας των Μισθών ΝόμουΝ. 35(I)/07»), νομική βάση των αξιώσεων αυτών δύναται να αποτελέσει και ο εν λόγω νόμος, ο οποίος, ως προς τη σχετική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ., σημειώνει τα εξής:

 

«19.-(1) Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

 

(2) Σε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών.»

 

ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ.

 

Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι καθοριστική για την απόδοση, προς όφελος εργοδοτούμενου-αιτητή, ποσών που αξιώνονται στη βάση των πιο πάνω νομοθετημάτων αποτελεί η κατάληξη σε κρίση ως προς το κατά πόσον πληρούνται τα σχετικά κριτήρια και οι προϋποθέσεις έγερσής τους, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές.

 

Αρμόδιο Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση αυτή είναι, σαφώς, το παρόν Δικαστήριο (Δ.Ε.Δ.) εφόσον τα πιο πάνω νομοθετήματα του προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης των σχετικών διαφορών (αστικής, πάντοτε, φύσεως) που προκύπτουν κατ’ εφαρμογή τους[5], ως αυτές προωθούνται στη βάση εναρκτήριας Αίτησης, η οποία καταχωρείται ενώπιόν του.

 

Η απόδοσή τους, ωστόσο, δεν γίνεται αυτόματα, μόνο με την καταχώρηση και προώθηση από τον εργοδοτούμενο-αιτητή τέτοιας εναρκτήριας Αίτησης, αλλά εξαρτάται από την τελική του κρίση αναφορικά με το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσής τους κατάφερε, με τη μαρτυρία που προσέφερε κατά την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.

 

Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των σχετικών κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες φέρει ο διάδικος που τις εξαιτείται. Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες φέρει καταρχάς η Αιτήτρια, ως ο διάδικος που εξαιτείται τις θεραπείες αυτές.

 

Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση ισχύει αναφορικά με το μοναδικό κριτήριο του οποίου η συνδρομή, στην παρούσα περίπτωση, αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση, ήτοι το κριτήριο που αφορά τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας και κατά πόσον αυτός προέκυψε ή μη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εφόσον σε σχέση με αυτό ο εν λόγω κανόνας υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που προβλέπεται στο πλαίσιο του Άρθρου 6(1) του Ν. 24/67Άρθρο 6(1)»), όπου συγκεκριμένα προβλέπονται τα εξής:

 

«Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»

 

Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το τεκμήριο του Άρθρου 6(1), όπως προκύπτει από τη διατύπωση «μέχρις αποδείξεως του εναντίου» στο εν λόγω άρθρο, είναι μαχητό, το βάρος της ανατροπής του φέρουν οι Καθ’ ών η Αίτηση, οι οποίοι, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας προέκυψε νόμιμα στη βάση του Άρθρου 5, αμφισβητούν τη συνδρομή του.

 

Ειδικότερα, αυτό που καλούνται οι Καθ’ ών η Αίτηση να πετύχουν σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση είναι, μέσω της μαρτυρίας που θα παρουσιάσουν ενώπιόν μας, να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε για τον λόγο που οι ίδιοι επικαλούνται και σε συμμόρφωση με τις σχετικές πρόνοιες και αρχές του Ν. 24/67. Εάν το πετύχουν αυτό, τότε η κρίση μας αναπόδραστα θα οδηγηθεί σε συμπέρασμα περί νομιμότητας του επίδικου τερματισμού, με την Επίδικη Αίτηση εναντίον τους να υπόκειται σε απόρριψη. Σε αντίθετη, όμως, περίπτωση, η κρίση μας θα οδηγηθεί σε συμπέρασμα περί παρανομίας του επίδικου τερματισμού, με συνεπακόλουθη επιδίκαση των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση υπέρ της Αιτήτριας, στον βαθμό που αυτό δικαιολογείται.

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Σε συμμόρφωση με τους ανωτέρω κανόνες αναφορικά με το βάρος απόδειξης, οι Καθ’ ών η Αίτηση προχώρησαν πρώτοι, κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία, με την προσκόμιση μαρτυρίας, παρουσιάζοντας αποκλειστικά τη μαρτυρία του Καθ’ ού η Αίτηση 1.

 

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτής, η πλευρά της Αιτήτριας προχώρησε με την προσκόμιση της δικής της μαρτυρίας, παρουσιάζοντας, επίσης αποκλειστικά, τη μαρτυρία της ίδιας της Αιτήτριας.

 

Σημειώνεται ότι αμφότεροι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία τους να καταγράφεται στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας, στα οποία (σε συνδυασμό με τα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 1–14) και έγγραφα (Έγγραφα Α–Β) και τις Γραπτές Αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1–Χ2)), θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά και μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίος για σκοπούς παρουσίασης των σχετικών μας συμπερασμάτων και την διατύπωση της τελικής μας κρίσης[6].

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Αναφερόμενοι στη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, σε αξιολόγησή της, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε σχετικά συμπεράσματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση. Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματά μας αυτά σημειώνουμε τα εξής:

 

(I) Παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

 

Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης των όσων θα αναφερθούν πιο κάτω, προχωρούμε με την παρουσίαση των συμπερασμάτων μας επί των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία, σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και λοιπές δηλώσεις των διαδίκων, βρίσκουμε να είναι τα εξής:

 

(α) Η Καθ’ ής η Αίτηση 2 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία, κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση χρόνο:

 

(i) Είχε ως διευθυντή της τον Καθ’ ού η Αίτηση 1.

 

(ii) Ασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες που αφορούσαν την πώληση επίπλων, διατηρώντας, μεταξύ άλλων, κατάστημα πώλησης επίπλων επί της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 131, 6059 Λάρνακα («Κατάστημα Λάρνακας»).

(β) Η Αιτήτρια απασχολείτο στο Κατάστημα Λάρνακας ως πωλήτρια μέχρι και τις 13/6/2019, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε στη βάση επιστολής ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 5), η οποία είχε το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«ΑΠΟΛΥΣΗ

 

Με την παρούσα σας απολύουμε και γραπτώς διότι παρά την γραπτή μας προειδοποίηση 28ης Μαρτίου 2019 προς εσάς, (την οποία παραλάβατε αλλά αρνηθήκατε να υπογράψετε και να μας επιστρέψετε το αντίγραφο αυτής που σας στείλαμε ταχυδρομικώς), εν τούτοις έχετε επαναλάβει απουσία από την εργασία σας κατά την διάρκεια του συμφωνημένου ωραρίου εργασίας σας χωρίς καμία ενημέρωση από μέρους σας περί τούτου ή καμία άδεια από μέρους μας.

 

Διατελώ,

ΔΙΑ NICOS G. SIAKOLAS HOLDINGS LTD

13/06/2019

 

Η παρούσα επιστολή έχει διαβαστεί τηλεφωνικώς προς την κ. Εύη Γερολέμου στην παρουσία του κ. Γαβριήλ Λοΐζου.

 

Εγώ ο Γαβριήλ Λοΐζου Α.Δ.Τ. 598455 μαρτυρώ ότι η ως άνω επιστολή και ολόκληρο το περιεχόμενο της ως γράφεται πιο πάνω, έχει διαβαστεί τηλεφωνικώς σε ανοικτή ακρόαση προς την κ. Εύη Γερολέμου σήμερα 13/06/2019 στην παρουσία μου.

 

Διατελώ,

Ο Μάρτυρας

Γαβριήλ Λοΐζου»

 

(γ) Προ του επίδικου τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας:

 

(i) η Αιτήτρια υπέγραψε δύο υπεύθυνες δηλώσεις, ημερομηνίας 30/6/2018 και 31/12/2018 αντίστοιχα, με τις οποίες δήλωνε πλήρη λήψη όλων της των απολαβών / ωφελημάτων από την Καθ’ ής η Αίτηση 2 σε σχέση με τις περιόδους μέχρι 30/6/2018 (Τεκμήριο 3) και μέχρι 31/12/2018 (Τεκμήριο 4).

 

(ii) η Καθ’ ής η Αίτηση 2 απέστειλε στην Αιτήτρια επιστολή ημερομηνίας 28/3/2019 (Τεκμήριο 1) με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

 

Με την παρούσα σας προειδοποιούμε και γραπτώς ότι εάν επαναληφθεί η απουσία σας από την εργασία σας εντός του καθορισμένου συμφωνημένου ωραρίου εργασίας σας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση απουσίας από μέρους σας, τότε χωρίς άλλη προειδοποίηση θα σας απολύσουμε από την εταιρεία μας στην οποία εργάζεστε.

 

Διατελώ,

ΔΙΑ NICOS G. SIAKOLAS HOLDINGS LTD

28/03/2019»

 

(δ) Μεταγενέστερα του επίδικου τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας:

(i) Η Αιτήτρια υπέβαλε ενώπιον του Ταμείου διά Πλεονάζον Προσωπικόν αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού, στο πλαίσιο της οποίας η Καθ’ ής η Αίτηση 2 συμπλήρωσε σχετικό ερωτηματολόγιο (Τεκμήριο 6), όπου, σε σχέση με τον λόγο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, σημείωσε τα εξής:

 

«Παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς καμία ενημέρωση προς την εταιρεία ή χωρίς καμία έγκριση από μέρους της εταιρείας, επανειλημμένως απουσίαζε από την εργασία της κατά την διάρκεια του συμφωνημένου ωραρίου εργασίας της, τους τελευταίους μήνες.»

 

(ii) Η Καθ’ ής η Αίτηση 2 απέστειλε προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας επιστολή ημερομηνίας 11/7/2019 (Τεκμήριο 2), με την οποία ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι στην Αιτήτρια δεν οφειλόταν, εκ του τερματισμού της απασχόλησης της, οποιοδήποτε ποσό.

 

(IΙ)   Σύνοψη Μαρτυρίας.

 

Συνοψίζοντας τώρα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και την οποία βρίσκουμε σχετική με τα εδώ επίδικα θέματα, σημειώνουμε τα εξής:

 

Μαρτυρία Καθ’ ού η Αίτηση 1

 

Καταθέτοντας, ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 ανέφερε ότι η επίδικη απασχόληση της Αιτήτριας ξεκίνησε στις 2/3/2014, όταν αυτή προσλήφθηκε από την Καθ’ ής η Αίτηση 2. Τότε, αυτή ελάμβανε απολαβές ύψους €900, ενώ μεταγενέστερα, τον Ιανουάριο του 2018, όπως διαφαίνεται από σχετικό πιστοποιητικό αποδοχών (Τεκμήριο 8), οι απολαβές της ανέρχονταν σε €450, κάτι που προέκυψε λόγω του ότι η ίδια ζήτησε μείωση του ωραρίου εργασίας της. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην επίδικη διαγωγή της Αιτήτριας, σημείωσε ότι αυτή απουσίαζε επανειλημμένα από την εργασία της χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή εξασφάλιση άδειας, με αποτέλεσμα το Κατάστημα Λάρνακας, στο οποίο απασχολείτο, να παραμένει κλειστό κατά τις ώρες λειτουργίας του. Αυτό προέκυπτε, σύμφωνα με τον ίδιο, επειδή το σπίτι της Αιτήτριας ήταν κοντά στο Κατάστημα Λάρνακας όπου εργαζόταν, με αποτέλεσμα αυτή να τοποθετεί ανακοίνωση με το προσωπικό της τηλέφωνο στην είσοδό του και να μεταβαίνει στην οικία της, με αποτέλεσμα αυτό να παραμένει κλειστό και πελάτες του να διαμαρτύρονται σχετικά. Σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή, ανέφερε ότι την προειδοποίησε επανειλημμένα να τηρεί το ωράριο της εργασίας της και να μην απουσιάζει από την εργασία της, αλλά αυτή δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις του, με αποτέλεσμα να της δοθεί «προειδοποίηση οκτώ εβδομάδων την 28/03/2019» και να τερματιστούν οι υπηρεσίες της στις 13/06/2019. Τέλος, αναφέρθηκε, αφενός, στα ποσά που αξιώνει η Αιτήτρια ως Αυτοτελείς Αξιώσεις, αναφέροντας ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, εξοφλήθηκε πλήρως για όλα τα δεδουλευμένα και τα δικαιώματά της, γεγονός που, κατά τη θέση του, επιβεβαιώνεται τόσο από τραπεζικές καταθέσεις (Τεκμήριο 9) όσο και από υπογεγραμμένες υπεύθυνες δηλώσεις πλήρους εξόφλησης (Τεκμήρια 3 και 4). Αφετέρου δε, ανέφερε ότι, μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για επίδομα ανεργίας (Τεκμήριο 7) και αίτηση για πλεονασμό (Τεκμήριο 6), σημειώνοντας ότι ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει σχετική δήλωση, καθότι, κατά τη θέση του, το περιεχόμενό της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.

 

Αντεξεταζόμενος, ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 επιβεβαίωσε αρχικά ότι κατείχε τη θέση διευθυντή της Καθ’ ής η Αίτηση 2, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο τόσο στις προσλήψεις υπαλλήλων όσο και στον καθορισμό των όρων εργοδότησής τους, διευκρινίζοντας όμως ότι οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονταν κατόπιν συνεννόησης με τον εκάστοτε υπάλληλο και όχι μονομερώς. Στη συνέχεια:

 

(α) Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας περί προηγούμενης απασχόλησής της στο εν λόγω κατάστημα, όταν αυτό λειτουργούσε υπό την εταιρεία του πατέρα του, και περί συνέχισης της απασχόλησής της από την Καθ’ ής η Αίτηση 2, αποδέχθηκε ότι μέχρι κάποιο στάδιο στο κατάστημα στεγαζόταν η εταιρεία του πατέρα του, σημειώνοντας ότι μετέβαινε εκεί όταν τον χρειαζόταν ο πατέρας του, ο οποίος «ήταν καρκινοπαθής». Επιβεβαίωσε επίσης ότι η Αιτήτρια εργαζόταν τότε στην εταιρεία του πατέρα του και ότι τη γνώριζε από εκείνη την περίοδο, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν της έδινε οδηγίες ως προς τα καθήκοντά της, εφόσον ήταν υπάλληλος άλλης εταιρείας. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για το ίδιο κατάστημα πριν και μετά τη σύσταση της Καθ’ ής η Αίτηση 2 και ότι οι πελάτες δεν ήταν οι ίδιοι, παρότι ο χώρος εργασίας της Αιτήτριας αφορούσε ακίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ενοικιαζόταν στην εταιρεία του πατέρα του. Όταν δε του τέθηκε ότι η Αιτήτρια συνέχισε να εργάζεται χωρίς διακοπή μετά τη μετάβαση από την εταιρεία του πατέρα του στην Καθ’ ής η Αίτηση 2, απάντησε ότι αυτή σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρεία του πατέρα του και εργοδοτήθηκε εκ νέου στην Καθ’ ής η Αίτηση 2 «με νέα έγγραφα», σημειώνοντας όμως ότι δεν της ζητήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο περί τερματισμού της προηγούμενης εργοδότησής της και έναρξης νέας.

 

(β) Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας περί μονομερούς μείωσης του μισθού της από €900 σε €450 μηνιαίως, επανάλαβε ότι αρχικά οι απολαβές της ανέρχονταν σε €900, ότι το 2018 μειώθηκαν σε €450 και ότι η μείωση έλαβε χώρα γιατί η ίδια η Αιτήτρια ζήτησε μείωση του ωραρίου και αντίστοιχη μείωση του μισθού της λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Ως ανέφερε, η σχετική συμφωνία ήταν προφορική και δεν υπογράφηκε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, πλην όμως, κατά τον ίδιο, αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τη συνέχιση της εργασίας της Αιτήτριας με τον νέο μισθό για περίοδο περίπου 12 μηνών όσο και από την υπογραφή των σχετικών δηλώσεων (Τεκμήρια 3 και 4). Όταν δε του επισημάνθηκε ότι το Τεκμήριο 3 φαίνεται να υπογράφηκε πριν την έναρξη της μείωσης, απάντησε ότι η μείωση τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2018 και ότι οι δύο δηλώσεις κάλυπταν διαφορετικές χρονικές περιόδους.

 

(γ) Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας περί μη λήψης οποιασδήποτε προειδοποίησης, επιβεβαίωσε ότι η επιστολή προειδοποίησης (Τεκμήριο 1) δεν φέρει την υπογραφή της, υποστήριξε όμως ότι της επιδόθηκε και ότι η ίδια αρνήθηκε να την υπογράψει επικαλούμενη «διάφορα προσχήματα». Όταν δε του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε της δόθηκε οποιαδήποτε προειδοποίηση, απάντησε ότι κατέθεσε ενόρκως και ότι λέει μόνο την αλήθεια.

 

(δ) Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας περί μη ύπαρξης συμφωνημένου και καθορισμένου ωραρίου εργασίας, ανέφερε ότι υπήρχε συμφωνημένο ωράριο, το οποίο αναρτάτο έξω από το Κατάστημα Λάρνακας, υποστήριξε όμως ότι η ίδια ζητούσε συνεχώς αλλαγές λόγω οικογενειακών προβλημάτων και ότι ο ίδιος τις αποδεχόταν από καλοσύνη και ανθρωπιά. Διευκρίνισε δε ότι, κατά τη θέση του, το ζήτημα δεν ήταν ότι δεν υπήρχε ωράριο αλλά ότι αυτό άλλαζε συχνά κατόπιν αιτημάτων της Αιτήτριας, κάτι που, όπως ισχυρίστηκε, αποτελούσε τέχνασμα της ίδιας. Αναφερόμενος δε στις φερόμενες απουσίες της, ανέφερε ότι έλαβε τρεις φορές παράπονα από πελάτες για απουσία της από το Κατάστημα Λάρνακας σε εργάσιμη ώρα και ότι κατά την τρίτη φορά ένας πελάτης αποδέχθηκε να είναι διαθέσιμος τηλεφωνικώς κατά το τηλεφώνημα που αφορούσε τον τερματισμό της απασχόλησής της.

 

Μαρτυρία Αιτήτριας.

 

Καταθέτοντας, η Αιτήτρια αναφέρθηκε αρχικά στην επίδικη απασχόλησή της, σημειώνοντας ότι το 2007 είχε προσληφθεί στο κατάστημα πώλησης επίπλων που διατηρούσε ο πατέρας του Καθ’ ού η Αίτηση 1. Κατά τον χρόνο αυτό ελάμβανε ως μισθό ποσό περί τις 500 Λίρες Κύπρου μηνιαίως πλέον 13ου μισθού (Τεκμήριο 10), ενώ, μετέπειτα, λόγω της αλλαγής σε ευρώ, ο μισθός της ανήλθε σε περίπου €900 πλέον υπερωριών και άλλων ωφελημάτων (Τεκμήριο 11). Ανέφερε ότι αρχικά οι συνθήκες εργασίας της ήταν καλές, πλην όμως το κλίμα διαφοροποιήθηκε όταν ο πατέρας του Καθ’ ού η Αίτηση 1 αρρώστησε, με αποτέλεσμα, κατά τα λεγόμενά της, να αλλάξει η συμπεριφορά του Καθ’ ού η Αίτηση 1 τόσο προς την ίδια όσο και προς τους πελάτες του καταστήματος, γεγονός που, όπως υποστήριξε, οδήγησε σε συχνά παράπονα πελατών για ελαττωματικά ή φθαρμένα έπιπλα. Σε σχέση με τη συμπεριφορά προς την ίδια, ανέφερε ότι οι συνθήκες εργασίας της έγιναν σταδιακά ανυπόφορες, με τον Καθ’ ού η Αίτηση 1 να επιχειρεί, κατά τα λεγόμενά της, να την εξαναγκάσει σε παραίτηση. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι δεν της παρέχονταν βασικά μέσα εργασίας και ότι υποχρεώθηκε να χρησιμοποιεί το προσωπικό της τηλέφωνο για ανάγκες του Καταστήματος Λάρνακας, με αποτέλεσμα ο προσωπικός της τηλεφωνικός αριθμός να εμφανίζεται και στη σχετική ιστοσελίδα του καταστήματος αυτού (Τεκμήριο 14). Ανέφερε επίσης ότι, όταν ακολούθησε εισήγηση του Γραφείου Εργασίας να μην χρησιμοποιεί το κινητό της κατά την εργασία, ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 άρχισε να προβάλλει ψευδώς ότι δεν παρουσιαζόταν στην εργασία της και ότι δεν μπορούσε να την εντοπίσει. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 προχώρησε μονομερώς σε αλλαγές των όρων απασχόλησής της, διακόπτοντας την καταβολή του 13ου μισθού, μειώνοντας τον μισθό της από €900 σε €450 και μεταβάλλοντας συνεχώς το ωράριό της χωρίς σταθερότητα. Ως ανέφερε, οι αλλαγές αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από την ίδια και δημιούργησαν σημαντικά προβλήματα τόσο στην οικογένειά της όσο και στη λειτουργία του Καταστήματος Λάρνακας, καθότι δεν υπήρχε σταθερό ωράριο λειτουργίας. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι παρέμενε απλήρωτη για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ακόμη και μέχρι τρεις μήνες, ενώ της λεγόταν ότι θα πληρωνόταν μόνο εφόσον υπήρχαν εισπράξεις από πωλήσεις επίπλων. Παρά ταύτα, συνέχισε να εργάζεται, καθότι, όπως ανέφερε, λειτουργοί του Γραφείου Εργασίας της εισηγήθηκαν να παραμείνει στην εργασία της μέχρι να πραγματοποιηθεί επιθεώρηση. Κλείνοντας, αναφέρθηκε συνοπτικά σε διάφορα ζητήματα που, κατά την ίδια, καταδείκνυαν τις προβληματικές συνθήκες λειτουργίας του Καταστήματος Λάρνακας και τη γενικότερη στάση του Καθ’ ού η Αίτηση 1 απέναντί της, περιλαμβανομένων προβλημάτων ως προς τη συντήρηση του χώρου, την ασφάλεια και την εκτέλεση καθηκόντων που, κατά τα λεγόμενά της, δεν άρμοζαν στην εργασία της (Τεκμήρια 12 και 13). Τα πιο πάνω, κατά την ίδια, καταδείκνυαν προσπάθεια του Καθ’ ού η Αίτηση 1 να την εξαναγκάσει σε παραίτηση, πλην όμως αυτή δεν παραιτήθηκε. Τέλος, ανέφερε ότι, τον Ιούνιο του 2019, ενώ ήταν καθ’ οδόν προς την εργασία της, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Καθ’ ού η Αίτηση 1 και, επειδή οδηγούσε, δεν μπόρεσε να απαντήσει. Όταν έφθασε έξω από το Κατάστημα Λάρνακας και επικοινώνησε μαζί του, αυτός της ανέφερε ότι απολύεται, ισχυριζόμενος ότι υπήρχε πελάτης έξω από το Κατάστημα Λάρνακας και ότι αυτή απουσίαζε από την εργασία της, ισχυρισμό τον οποίο η ίδια απέρριψε ως αναληθή, υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν ήδη στον χώρο εργασίας της.

 

Αντεξεταζόμενη, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε αρχικά ότι οι δύο επιταγές που κατέθεσε (Τεκμήριο 10) φέρουν την υπογραφή του πατέρα του Καθ’ ού η Αίτηση 1, σημειώνοντας ότι αυτός ήταν που την προσέλαβε το 2007, περί τον Νοέμβριο, όπως νομίζει, και ότι εργαζόταν στο Κατάστημα Λάρνακας μέχρι «το τέλος», δηλαδή μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησής της. Παράλληλα, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας της αντιλήφθηκε αλλαγή ως προς την εταιρεία, κυρίως από τιμολόγια και άλλα έγγραφα, προσθέτοντας ότι, κατόπιν επικοινωνίας με το Γραφείο Εργασίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πρόβλημα εφόσον επρόκειτο για «το ίδιο πρόσωπο». Στη συνέχεια, αποδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής της ο μισθός της ανερχόταν σε €450, υποστηρίζοντας όμως ότι αυτό συνέβη επειδή ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 της ανέφερε ότι είτε θα αποδεχόταν τη μείωση είτε θα αποχωρούσε από την εργασία της. Ως εξήγησε, αποδέχθηκε τη μείωση επειδή είχε πέντε παιδιά, δεν μπορούσε εύκολα να αναζητήσει άλλη εργασία και επειδή οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις της είχαν υποδείξει να παραμείνει στην εργασία της λόγω της προϋπηρεσίας της. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις, κατ’ ισχυρισμό, ιδιαίτερα προβληματικές συνθήκες λειτουργίας του Καταστήματος Λάρνακας, σημειώνοντας ότι υπήρχαν συχνά προβλήματα ως προς τη συντήρηση και λειτουργία του χώρου, ενώ ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 απουσίαζε σχεδόν πάντοτε από το Κατάστημα Λάρνακας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι η ίδια ήταν υπεύθυνη του χώρου. Τα πιο πάνω, κατά τη θέση της, καταδείκνυαν προσπάθεια του Καθ’ ού η Αίτηση 1 να την εξαναγκάσει σε παραίτηση. Όταν δε της τέθηκε ότι οι ισχυρισμοί της παραπέμπουν σε εξαναγκασμό σε παραίτηση και όχι σε απόλυση, απάντησε ότι ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 επιθυμούσε «να κλείσει το κατάστημα» και ότι, όταν διαπίστωσε ότι αυτή δεν θα αποχωρούσε, την απέλυσε προβάλλοντας ότι απουσίαζε από την εργασία της. Σε σχέση με το ωράριο εργασίας της, ανέφερε ότι, παρά τις οικογενειακές της υποχρεώσεις και το γεγονός ότι είχε πέντε παιδιά, ήταν πάντοτε τυπική στην εργασία της, εργαζόταν από νεαρή ηλικία χωρίς να υπάρξουν παράπονα εις βάρος της και εξυπηρετούσε πελάτες που προσέρχονταν ειδικά για την ίδια. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε σταθερό ωράριο στο Κατάστημα Λάρνακας, αλλά ότι αυτό μεταβαλλόταν ανάλογα με τις οδηγίες του Καθ’ ού η Αίτηση 1, με την ίδια να συμμορφώνεται κάθε φορά με τις ώρες λειτουργίας που αυτός καθόριζε. Επιπρόσθετα, απέρριψε τη θέση ότι εξυπηρετούσε πελάτες από την οικία της ή ότι είχε οργανώσει σχετικό σύστημα επικοινωνίας με πελάτες μέσω του κινητού της τηλεφώνου, υποστηρίζοντας ότι οι πελάτες επικοινωνούσαν μαζί της επειδή το Κατάστημα Λάρνακας ήταν κλειστό και όχι κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας. Τέλος, αρνήθηκε ότι αλλοίωνε το αναρτημένο πρόγραμμα εργασίας, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλοίωση οφειλόταν σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η έκθεση του σχετικού φύλλου Α4 - που αναρτούσε ο Καθ’ ού η Αίτηση 1 - στον ήλιο. Κλείνοντας, ανέφερε ότι το ποσό που εκκρεμούσε σε σχέση με άδειες ήταν διαφορετικό από αυτό που αρχικά της είχε παρουσιαστεί, πλην όμως, κατόπιν επικοινωνίας με λειτουργό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επιβεβαιώθηκε ότι το ποσό που της είχε υποδειχθεί από τον εργοδότη της ήταν το ορθό και αυτό τελικώς της καταβλήθηκε. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεν παρέλαβε ούτε την επιστολή προειδοποίησης (Τεκμήριο 1) ούτε την επιστολή τερματισμού της απασχόλησής της (Τεκμήριο 5), αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε για τον τερματισμό της απασχόλησής της μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Καθ’ ού η Αίτηση 1 όταν μετέβη στην εργασία της.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Εξετάζοντας και αξιολογώντας την ενώπιόν μας τεθείσα μαρτυρία στη βάση των πιο πάνω αρχών, καταλήξαμε, καταρχάς, σε σειρά αρχικών συμπερασμάτων, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για την εξαγωγή των τελικών μας συμπερασμάτων και τη διαμόρφωση της τελικής μας κρίσης ως προς τα εδώ επίδικα ζητήματα.

 

Αναφερόμενοι στα συμπεράσματα αυτά, σημειώνουμε τα εξής:

 

(Ι) Αυτοτελείς Αξιώσεις.

 

Σε σχέση με τις Αυτοτελείς Αξιώσεις, καταλήξαμε, καταρχάς, στο συμπέρασμα ότι, ενόψει της παντελούς αποτυχίας της πλευράς της Αιτήτριας να θέσει ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία ικανή να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο εξαγωγής σχετικών συμπερασμάτων ως προς αυτές, δεν είμαστε σε θέση να επιδικάσουμε προς όφελός της οποιοδήποτε σχετικό ποσό ή να εκδώσουμε οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα ή απόφαση.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας στο συμπέρασμα αυτό, σημειώνουμε ότι η σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Αιτήτριας υπήρξε ιδιαιτέρως αόριστη και ασαφής, με την Αιτήτρια:

 

(α) Να μην αναφέρεται, με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, στα αναγκαία εκείνα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να προσδιορίσουν και να θεμελιώσουν τα σχετικά ποσά, όπως, μεταξύ άλλων, στην περίοδο σε σχέση με την οποία αυτά αξιώνονται, στον τρόπο υπολογισμού τους, στα πραγματικά γεγονότα στη βάση των οποίων κατέστησαν, κατά τη θέση της, απαιτητά, καθώς και στη σύνδεση εκάστου ποσού με συγκεκριμένη νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση της Καθ’ ής η Αίτηση 2.

 

(β) Να μην προσφέρει ενώπιόν μας οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασφαλές αποδεικτικό υπόβαθρο για τον προσδιορισμό, την επαλήθευση και, εν τέλει, την επιδίκαση των ποσών αυτών.

 

Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση ειδικότερα με τα ποσά που προκύπτουν από τα εδάφια (II), (III), (V) και (VI) της παραγράφου 12(Στ) των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης, δεν είμαστε σε θέση να επιδικάσουμε προς όφελος της Αιτήτριας οποιοδήποτε ποσό και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα ποσά αυτά δεν αφορούν, κατά την ίδια τη διατύπωση των εν λόγω αξιώσεων, ποσά οφειλόμενα απευθείας προς την ίδια την Αιτήτρια, αλλά ποσά που φέρονται να οφείλονται ως εισφορές προς σχετικά ταμεία (ήτοι το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Κεντρικό Ταμείο Αδειών) με αποτέλεσμα να μην αποτελούν ούτε εργατικές διαφορές/αυτοτελείς αξιώσεις, εν τη εννοία του Ν. 8/67, ούτε μισθούς, εν τη εννοία του Ν. 35(I)/07, και το παρόν Δικαστήριο να μην λαμβάνει αρμοδιότητα εξέτασής τους.

 

(ΙΙ) Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση – Εργοδότης.

 

Σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση, το πρώτο συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε είναι ότι, παρά την προώθηση της Επίδικης Αίτησης εναντίον δύο διαφορετικών προσώπων, εντούτοις, η ενδεχόμενη επιδίκαση των εν λόγω αξιώσεων προς όφελος της Αιτήτριας μπορεί να εξεταστεί μόνο σε σχέση με Καθ’ ής η Αίτηση 2, εφόσον αυτή αποτελούσε τον εργοδότη της κατά τον ουσιώδη με την Επίδικη Αίτηση χρόνο, κάτι που:

 

(α) Προκύπτει σαφώς από την ενώπιόν μας μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, η Καθ’ ής η Αίτηση 2 ήταν το πρόσωπο που: (i) ενέγραψε την Αιτήτρια ως εργοδοτούμενή της, τόσο για σκοπούς Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 7) όσο και για σκοπούς Φόρου Εισοδήματος (Τεκμήριο 8), (ii) κατέβαλλε προς την Αιτήτρια τις απολαβές της κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της (Τεκμήριο 8), (iii) συνέταξε τόσο την επιστολή ημερομηνίας 28/3/2019 (Τεκμήριο 1) όσο και την επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας (Τεκμήριο 5), (iv) έθεσε ενώπιον της Αιτήτριας προς υπογραφή τις σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις εξόφλησης ποσών που αφορούσαν απολαβές της (Τεκμήρια 3 και 4) και (v) συμπλήρωσε τα σχετικά ερωτηματολόγια που κατατέθηκαν ενώπιον των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων από την Αιτήτρια μετά τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της (Τεκμήρια 6 και 7).

 

(β) Αποτελεί στην ουσία, αποδεκτό γεγονός και από την ίδια την Αιτήτρια, η οποία, παρά τη σαφή θέση της πλευράς των Καθ’ ών η Αίτηση, ως αυτή παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Καθ’ ού η Αίτηση 1, ότι η εργασιακή της σχέση υφίστατο αποκλειστικά με την Καθ’ ής η Αίτηση 2, με τον Καθ’ ού η Αίτηση 1 να ενεργεί αποκλειστικά υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Καθ’ ής η Αίτηση 2 και όχι προσωπικά, ουδέποτε, κατ’ ουσίαν, αμφισβήτησε τη θέση αυτή ούτε και έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουσή της ή προς παρουσίαση κάποιας εναλλακτικής σχετικής εκδοχής.

 

(ΙΙΙ) Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση – Απολαβές.

 

Το δεύτερο συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση αφορά τις απολαβές που ελάμβανε η Αιτήτρια κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησής της, οι οποίες, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, βρήκαμε να ανέρχονται στο ποσό των €450 μηνιαίως.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας στο συμπέρασμα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:

 

Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, καθίσταται σαφές ότι οι θέσεις που παρουσιάστηκαν από τα διάδικα μέρη συγκλίνουν σε ουσιαστικό βαθμό με βασική σύγκλιση να προκύπτει κυρίως ως προς το ότι:

 

(α) Η Αιτήτρια αρχικά ελάμβανε, ως μισθό για τις υπηρεσίες που προσέφερε προς την Καθ’ ής η Αίτηση 2, ποσό ύψους €900 τον μήνα.

 

(β) Στη συνέχεια, κατά το 2018, ο μισθός της μειώθηκε, ενόψει σχετικής μείωσης και του ωραρίου της, σε €450 τον μήνα.

 

(γ) Κατά τον χρόνο του επίδικου τερματισμού της απασχόλησής της, ο μισθός της παρέμενε στα €450 τον μήνα.

 

Παρά, όμως, τη σύγκλιση αυτή, οι θέσεις των διαδίκων αποκλίνουν ουσιωδώς ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μείωση του μισθού της Αιτήτριας από €900 σε €450, με την πλευρά της Αιτήτριας να ισχυρίζεται ότι η μείωση αυτή επιβλήθηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία, χωρίς τη συγκατάθεσή της, και την πλευρά της Καθ’ ής η Αίτηση 2 να ισχυρίζεται ότι μείωση αυτή προέκυψε ενόψει αιτήματος της ίδιας της Αιτήτριας για μείωση των ωρών εργασίας της, για λόγους που αφορούσαν οικογενειακές της ανάγκες.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι η επίμαχη μείωση των απολαβών της Αιτήτριας δύναται να θεωρηθεί ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της (υπό την έννοια ότι συνεπάγεται άμεση οικονομική ζημία λόγω της μείωσης των απολαβών της) εξετάσαμε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό, σύμφωνα με τις οποίες:

 

(α) Οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Η συγκατάθεση του εργοδοτουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω συλλογικών ή ξεχωριστών διαπραγματεύσεων ή να συναχθεί από τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου. Η σιωπηρή συγκατάθεση μπορεί, ιδίως, να συναχθεί από την ενέργεια του εργοδοτουμένου να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους τροποποιημένους όρους εργασίας[7].

 

(β) Η ενέργεια του εργοδότη να τροποποιήσει ή να μεταβάλει μονομερώς, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτουμένου, και αυθαιρέτως, χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα του εργοδότη, τους συμφωνημένους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου, θεωρείται ως παράβαση (repudiation) της σύμβασης εργασίας. Από τη στιγμή που εκδηλώνεται τέτοια παράβαση, η οποία προκαλεί άμεση ή έμμεση ζημία στον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να εμμείνει στη σύμβαση εργασίας του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων[8].

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και εξετάζοντας την ενώπιόν μας μαρτυρία, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η επίμαχη μείωση των απολαβών της έλαβε χώρα χωρίς τη συγκατάθεσή της δεν αποδείχθηκε, εφόσον:

 

(α) Δεν τέθηκε ενώπιόν μας, από την πλευρά της Αιτήτριας, οποιαδήποτε θετική, σαφής και πειστική μαρτυρία ικανή να μας οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αντιθέτως, η ίδια η Αιτήτρια, στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, αποδέχθηκε σε διάφορα σημεία ότι είχε αποδεχθεί τη μείωση αυτή και ότι συνέχισε να εργάζεται με τον μειωμένο μισθό μέχρι και τον τερματισμό της απασχόλησής της, εξηγώντας ότι το έπραξε επειδή δέχθηκε πιέσεις από τον Καθ’ ού η Αίτηση 1, επειδή είχε 5 παιδιά και δεν μπορούσε να μείνει χωρίς εργασία, καθώς και επειδή ακολούθησε τις σχετικές εισηγήσεις του Γραφείου Εργασίας να παραμείνει στην εργασία της.

 

(β) Ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας περί άσκησης πιέσεων από τον Καθ’ ού η Αίτηση 1 παρέμεινε ασαφής και μετέωρος, αφού δεν εξειδικεύτηκε με οποιαδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία της Αιτήτριας ούτε υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε έγγραφη ή άλλη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο εξαγωγής συμπερασμάτων ως προς αυτόν.

 

V) Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση – Περίοδος Απασχόλησης.

 

Το τρίτο συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση αφορά την περίοδο της επίδικης απασχόλησης της Αιτήτριας, η οποία, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, βρήκαμε να είχε διάρκεια από 2/3/2014 μέχρι 13/6/2019.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας στο συμπέρασμα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:

 

Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, καθίσταται σαφές ότι οι θέσεις των διαδίκων επί του θέματος αποκλίνουν ουσιωδώς, με την Αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι η απασχόλησή της ξεκίνησε περί το 2007, σε σχέση με το κατάστημα επίπλων που διατηρούσε ο πατέρας του Καθ’ ού η Αίτηση 1, και ότι, στη συνέχεια, συνεχίστηκε στην Καθ’ ής η Αίτηση 2 μέχρι και τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της, ενώ, από την άλλη, η πλευρά των Καθ’ ών η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η απασχόλησή της ξεκίνησε στις 2/3/2014, όταν προσλήφθηκε από την Καθ’ ής η Αίτηση 2, η οποία ουδεμία σχέση είχε με τον πατέρα του Καθ’ ού η Αίτηση 1 και ουδέποτε ανέλαβε τη συνέχιση των εργασιών της επιχείρησής του.

 

Έχοντας υπόψη μας αυτό, και με δεδομένο ότι αυτό που προβάλλεται είναι, στην ουσία, ότι η προηγούμενη απασχόληση της Αιτήτριας σε προηγούμενο εργοδότη ήταν συνεχής με την επίδικη απασχόλησή της στην Καθ’ ής η Αίτηση 2, φέραμε την προσοχή μας στις αρχές που διέπουν το ζήτημα του συνεχούς της απασχόλησης σε περίπτωση αλλαγής εργοδότη, σύμφωνα με τις οποίες:

 

(α) Το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου δεν διακόπτεται σε περίπτωση μεταφοράς του σε νέο εργοδότη, νοουμένου ότι ο νέος εργοδότης ανανεώνει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης (βλ. Άρθρο 20(β) του Ν. 24/67). Η έννοια της «αλλαγής εργοδότη», όπως προβλέπεται στο Άρθρο 20(β) του Ν. 24/67, ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, σύμφωνα με την οποία το συνεχές της απασχόλησης διατηρείται μόνο όταν η επιχείρηση ή τμήμα αυτής μεταβιβάζεται «ως έχει» σε άλλο εργοδότη, οπότε η απασχόληση στον πρώτο εργοδότη λογίζεται ως απασχόληση στον δεύτερο (βλ. και Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γ. Ιωαννίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 228). Κατά συνέπεια, «αλλαγή εργοδότη» υφίσταται μόνο όταν αυτή αποτελεί αποτέλεσμα μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος αυτής «ως έχει», συνοδευόμενης από ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση των απορρεόντων από αυτήν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με μόνη επιτρεπτή διαφοροποίηση την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη (Λ. Καστράπης v. E. Kallenos (2003) 1 Α.Α.Δ. 509).

 

(β) Σε περίπτωση που η αλλαγή εργοδότη προκύπτει λόγω μεταβίβασης επιχείρησης, τίθενται σε εφαρμογή και οι πρόνοιες του Ν. 104(I)/2000[9], σύμφωνα με τις οποίες τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εργοδότη που μεταβιβάζει την επιχείρηση (τα οποία απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης) μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα (ήτοι στο πρόσωπο που, λόγω της μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη) με αποτέλεσμα η εργασιακή σχέση να συνεχίζεται με τον εκδοχέα, υπό τους ίδιους όρους και υποχρεώσεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης[10].

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και εξετάζοντας την ενώπιόν μας μαρτυρία, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε εφόσον:

 

(α) Αυτό που έθεσε ενώπιόν μας η Αιτήτρια σε σχέση με αυτόν δεν ήταν παρά η προβολή ενός γενικού και αόριστου ισχυρισμού ότι προηγουμένως απασχολείτο στο κατάστημα του πατέρα του Καθ’ ού η Αίτηση 1, το οποίο αφορούσε πωλήσεις επίπλων και στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με το Κατάστημα Επίπλων, χωρίς να παραθέσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη, σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένη μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της εν λόγω απασχόλησης. Κυρίως, δε, η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφερθεί με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και συνοχή σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τον ισχυρισμό αυτό, όπως η έναρξη της απασχόλησής της στον προηγούμενο εργοδότη, η φύση και το περιεχόμενο της εργασίας της, η διάρκεια και οι όροι απασχόλησής της, οι επακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα η μεταφορά της στην Καθ’ ής η Αίτηση 2, καθώς και κατά πόσον η συνέχιση της απασχόλησής της έλαβε χώρα υπό τους ίδιους ή ουσιωδώς όμοιους όρους.

 

(β) Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να καταδείξει μεταβίβαση επιχείρησης ή τμήματος αυτής «ως έχει» ή διατήρηση της ταυτότητας της σχετικής οικονομικής οντότητας, ώστε να καθίσταται δυνατή η υπαγωγή της περίπτωσης στο ρυθμιστικό πλαίσιο των πιο πάνω διατάξεων.

 

(V) Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση – Λόγος Απόλυσης.

 

Το τέταρτο και τελευταίο συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε σε σχέση με τις Αξιώσεις για Παράνομη Απόλυση αφορά τον λόγο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, τον οποίος βρήκαμε να αφορά συγκεκριμένη διαγωγή της Αιτήτριας, η οποία, κατ’ ισχυρισμό της Καθ’ ής η Αίτηση 2, έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των εργασιακών της καθηκόντων και είχε τέτοια σοβαρότητα, ώστε να δύναται να δικαιολογήσει τον τερματισμό της απασχόλησής της άνευ προειδοποιήσεως.

 

Υπογραμμίζεται ότι στο συμπέρασμα αυτό καταλήξαμε λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη ρητή αναφορά περί τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας στη βάση συγκεκριμένης διαγωγής της στο πλαίσιο της σχετικής δικογραφίας των Καθ’ ών η Αίτηση όσο και τα όσα προέκυψαν στη βάση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας και κυρίως στη βάση της επιστολής τερματισμού της απασχόλησής της (Τεκμήριο 5), όπου καταγράφεται σαφώς ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένης διαγωγής της, η οποία αφορούσε αδικαιολόγητη απουσία της από την εργασία της.

 

Έτσι, υπό το φως των πιο πάνω, καθώς και του γεγονότος ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, ως προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία, δεν παρείχε στην Αιτήτρια, κατά τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της, οποιαδήποτε προειδοποίηση (εν τη εννοία του Άρθρου 9(1)) για τον επικείμενο τερματισμό της απασχόλησής της (notice of termination) ή πληρωμή αντί αυτής, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησής της θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών του Ν. 24/67 που προβλέπουν τη δυνατότητα του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση εργοδοτουμένου άνευ προειδοποιήσεως λόγω διαγωγής του, ήτοι τις πρόνοιες των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθρου 5, ως αυτές σημειώθηκαν ανωτέρω.

 

Εδώ υπογραμμίζουμε ότι, παρά το ότι η Καθ’ ής η Αίτηση 2 ισχυρίζεται, τόσο στο πλαίσιο των εγγράφων προτάσεων της όσο και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Καθ’ ού η Αίτηση 1, ότι στην Αιτήτρια δόθηκε προειδοποίηση 8 εβδομάδων, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας έχει καταστεί σαφές ότι αυτό που δόθηκε στην Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο (στη βάση της επιστολής - Τεκμήριο 1) δεν ήταν προειδοποίηση (notice) για επικείμενο τερματισμό της απασχόλησής της (στη βάση του Άρθρου 9(1)) αλλά προειδοποίηση (warning) όπως μην επαναλάβει τη συμπεριφορά που, κατά την Καθ’ ής η Αίτηση 2, συνιστούσε παραβίαση των εργασιακών της υποχρεώσεων, ήτοι την απουσία της από την εργασία της, εντός του καθορισμένου ωραρίου εργασίας της, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή άδεια.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εξετάσαμε τις βασικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου από τον εργοδότη του υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

 

(α) Κρίση για τον επίμαχο τερματισμό.

 

Οι εν λόγω πρόνοιες δίδουν σε εργοδότη τη δυνατότητα νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου χωρίς να προκύπτει υποχρέωση προειδοποίησής του για τον τερματισμό ή καταβολής προς όφελός του πληρωμής αντί προειδοποίησης, όταν αυτός επιδεικνύει, κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, διαγωγή η οποία τον καθιστά υποκείμενο σε «απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως».

 

Το κατά πόσον συντρέχει μια τέτοια περίπτωση εναπόκειται, αποκλειστικά, στην κρίση του ίδιου του εργοδότη, ο οποίος καλείται, έχοντας υπόψη του τον ενδεικτικό κατάλογο συμπεριφορών που ενεργοποιούν τις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Άρθρου 5 ως αυτός παρατίθεται στο πλαίσιο του εδαφίου (στ) του άρθρου αυτού, να κρίνει κατά πόσον η επίμαχη διαγωγή είχε ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη του κλίματος εμπιστοσύνης που διαπνέει τη σχέση εργασίας, με συνέπεια η σχέση αυτή να μην αναμένεται λογικά να συνεχιστεί (βλ. Pattikis v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103).

 

Το πότε προκύπτει αυτό συναρτάται με τη «σοβαρότητα» της διαγωγής που διαπράττει ο εργοδοτούμενος και τίθεται προς εξέταση ενώπιον του εργοδότη στην επίμαχη περίπτωση. Αυτό καθίσταται σαφές τόσο από τις σχετικές αναφορές στο άρθρο (στ) του Άρθρου 5 (βλ. κυρίως αναφορά σε «διάπραξη σοβαρού παραπτώματος» και «σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση») όσο και από την εκτενή αναφορά στο θέμα αυτό στο πλαίσιο της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου[11], όπου τονίστηκε ότι:

 

(i) Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εργοδοτουμένου, η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη κατ’ εφαρμογή των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθρου 5.

 

(ii) Η άμεση απόλυση, ως ιδιαιτέρως δραστικό μέτρο, επιτρέπεται να λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.

 

(iii) Μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα μεμονωμένο παράπτωμα δεν είναι επαρκές για να δικαιολογήσει τερματισμό απασχόλησης άνευ προειδοποιήσεως, εκτός εάν συνοδεύεται από ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες.

 

Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά το θέμα της «σοβαρότητας» της διαγωγής, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τα εξής:

 

(i) Για το πότε μία διαγωγή ενέχει το στοιχείο της «σοβαρότητας» εντός των όσων αναφέραμε ανωτέρω, δεν υφίσταται, ούτε δύναται να υφίσταται, γενικός κανόνας που να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις (βλ. κυρίως Pattikis (πιο πάνω)). Και τούτο διότι η εν λόγω εκτίμηση, όπως προκύπτει και από τη χρήση της φράσης «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της περιπτώσεως» στο εδάφιο (στ) του Άρθρου 5, εξαρτάται από την ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που πλαισιώνουν την κάθε περίπτωση και, ειδικότερα, από το κατά πόσον η διαγωγή που αποδίδεται στον εργοδοτούμενο ήταν, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, ικανή να διαρρήξει το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται μη αναμενόμενη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι ορισμένες μορφές διαγωγής ενέχουν, εκ φύσεώς τους, τέτοιο βαθμό σοβαρότητας ώστε να θεωρούνται, κατά τεκμήριο, ικανές να διαρρήξουν το κλίμα εμπιστοσύνης που διέπει τη σχέση εργασίας και, κατ’ επέκταση, να δύνανται να ενεργοποιήσουν τις σχετικές πρόνοιες περί απόλυσης άνευ προειδοποιήσεως. Τέτοιες είναι, κυρίως, διαγωγές που φαίνεται να πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως είναι η επίθεση, η πρόκληση σωματικής βλάβης, η παράνομη χρήση ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών κ.ά., καθώς και πράξεις που παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του εργασιακού περιβάλλοντος, όπως π.χ. η σεξουαλική ή άλλης μορφής παρενόχληση, η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας και η τέλεση ανταγωνιστικών πράξεων εις βάρος του εργοδότη.

 

(ii) Η εκτίμηση της σοβαρότητας της διαγωγής πρέπει να αφορά, όπως και γενικότερα η εκτίμηση για το κατά πόσον δικαιολογείται ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, πρόσφατη, σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, διαγωγή, καθότι τερματισμός απασχόλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος στη βάση παρελθουσών διαγωγών του εργοδοτουμένου, ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς τους. Δηλαδή, η διαγωγή πρέπει να είναι πρόσφατη και, κατά κανόνα, να έχει αυτοτελώς τέτοια βαρύτητα ώστε να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης χωρίς προειδοποίηση από μόνη της (κανόνας που υποχωρεί μόνο στην περίπτωση που η τελική διαγωγή επιβεβαιώνει συγκεκριμένη και συστηματική διαγωγή του εργοδοτουμένου, η οποία συνεχίστηκε παρά την προηγούμενη παροχή σοβαρών προειδοποιήσεων). Και τούτο διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα δημιουργείτο ο κίνδυνος οι εργοδοτούμενοι που υπέπεσαν σε παρελθούσες παραβάσεις να παραμένουν διαρκώς εκτεθειμένοι στην απειλή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, με αποτέλεσμα η εργασιακή τους σχέση να τελεί υπό καθεστώς παρατεταμένης αβεβαιότητας, κάτι που αντίκειται τόσο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και στη θεμελιώδη υποχρέωση του εργοδότη να ενεργεί, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, με καλή πίστη (βλ. L' Union National (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Γιώργου Χουλιώτη (2015) 1Β Α.Α.Δ. 1874). Ταυτόχρονα, η εκτίμηση της επίμαχης διαγωγής από τον εργοδότη οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή κατά την οποία αυτή περιήλθε στην αντίληψή του, όπως ρητώς επισημαίνεται και στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(ε). Το τι συνιστά «εύλογο χρόνο» δεν δύναται να προσδιοριστεί κατά τρόπο αφηρημένο ή απόλυτο, αλλά εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η έννοια αυτή δεν αποκλείει τον χρόνο που ευλόγως απαιτείται για τη διερεύνηση των σχετικών γεγονότων από τον εργοδότη, προκειμένου αυτός να σχηματίσει επαρκώς τεκμηριωμένη εικόνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά πριν καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και λάβει την απόφασή του (βλ. Ηλίας Πατσαλίδης v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 194[12]).

 

(β) Δικαστικός έλεγχος της κρίσης.

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κατά πόσον συγκεκριμένη διαγωγή του εργοδοτουμένου καθιστά αυτόν υποκείμενο σε απόλυση άνευ προειδοποιήσεως εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση του ίδιου του εργοδότη. Η κρίση αυτή, όμως, δεν δύναται να είναι αυθαίρετη και ελέγχεται από το αρμόδιο Δικαστήριο στη βάση του κριτηρίου που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, ήτοι στη βάση του κατά πόσον ευρίσκετο εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού και συνετού εργοδότη («within the band of reasonable responses of a reasonable employer»), με αποτέλεσμα να είναι, υπό τις περιστάσεις, «εύλογη»[13].

 

Αυτό που, δε, το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο αυτό, οφείλει να πράττει εφαρμόζοντας το κριτήριο που υιοθετήθηκε στην απόφαση Κακοφεγγίτου είναι να εξετάζει κατά πόσον ο εργοδότης «εύλογα πίστευε, στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς» και όχι να μετατρέπεται το ίδιο «σε κριτή πρωτογενών γεγονότων» (βλ. απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά, Π.Ε. αρ. 188/2012, ημερ. 20/11/2018[14]).

 

Υπογραμμίζεται ότι, το «εύλογο» της απόφασης του εργοδότη, σε κάθε περίπτωση, δεν αφορά μόνο το τελικό στάδιο λήψης της απόφασής του, το στάδιο δηλαδή όπου αυτός καταλήγει σε τελική κρίση σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, αλλά αδιαμφισβήτητα αφορά και το στάδιο που προηγείται αυτού και κατά το οποίο ο εργοδότης, διενεργώντας σχετική «εύλογη» διερεύνηση[15], διαμορφώνει την αντίληψή του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την επίμαχη διαγωγή. Αυτό, δε, που καθιστά τη διερεύνηση αυτή «εύλογη», ως η σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193), δεν είναι η τήρηση μίας προκαθορισμένης ή συγκεκριμένης πειθαρχικής διαδικασίας, αλλά η τήρηση μίας δίκαιης διαδικασίας (fair procedure)[16] στα πλαίσια της οποία δόθηκε στον εργοδοτούμενο ουσιαστική και δίκαιη ευκαιρία να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του ως προς τις καταγγελίες που έχουν σε βάρος του διατυπωθεί, προβάλλοντας και τη δική του θέση και εκδοχή (κάτι που είναι δυνατό να παραληφθεί μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την διαγωγή ομολογούνται από τον ίδιο τον εργοδοτούμενο ή είναι τόσο έκδηλα ώστε να μην μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν).

 

ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που εκτέθηκε ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η τελική μας κρίση επί του εναπομείναντος επίδικου ζητήματος, το οποίο δεν είναι άλλο από το κατά πόσον η επιδίκαση προς όφελος της Αιτήτριας των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση δικαιολογείται, εξαρτάται από την κρίση μας κατά πόσον αυτή διέπραξε, στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών, τέτοια «μεμπτή» συμπεριφορά που να δικαιολογεί εύλογη, κατά την έννοια της απόφασης Κακοφεγγίτου, απόφαση της Καθ’ ής η Αίτηση 2 να τερματίσει την απασχόλησή της. Για την κατάληξή μας, δε, στην κρίση αυτή, αυτό που θα οφείλουμε, κυρίως, να πράξουμε είναι:

 

(α) Καταρχάς, εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας που έθεσε ενώπιόν μας ο έχων το σχετικό βάρος απόδειξης διάδικος, να καταλήξουμε σε συμπέρασμα αναφορικά με το ποια επακριβώς ήταν η διαγωγή στη βάση της οποίας λήφθηκε η απόφαση της Καθ’ ής η Αίτηση 2 για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας.

 

(β) Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη μας το πιο πάνω συμπέρασμά μας, να καταλήξουμε σε συμπέρασμα κατά πόσον η διαμόρφωση της κρίσης της Καθ’ ής η Αίτηση 2 σε σχέση με τη διαγωγή αυτή ήταν εύλογη, υπό την έννοια ότι η κρίση της αυτή διαμορφώθηκε κατόπιν σχετικής εύλογης διερεύνησης του ζητήματος (βλ. κυρίως την απόφαση Λουκά (πιο πάνω)).

(γ) Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά μας σε σχέση με τα πιο πάνω, να καταλήξουμε σε κρίση ως προς το κατά πόσον η απόφαση της Καθ’ ής η Αίτηση 2 για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν εύλογη, στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν τον επίδικο τερματισμό της και σύμφωνα με το κριτήριο που τέθηκε στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω).

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, προχωρήσαμε, ως η προαναφερόμενη υποχρέωσή μας, καταρχάς με την εξέταση του συνόλου της ενώπιόν μας μαρτυρίας που έθεσε ενώπιόν μας η Καθ’ ής η Αίτηση 2, ως ο έχων το σχετικό βάρος απόδειξης διάδικος, με σκοπό την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων αναφορικά με το ποια ήταν η επίμαχη διαγωγή στη βάση της οποίας τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας.

 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση αυτή, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Καθ’ ής η Αίτηση 2 απέτυχε παντελώς να θέσει ενώπιόν μας σαφή, θετική και επαρκή μαρτυρία ως προς την επίμαχη διαγωγή της Αιτήτριας με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατός ούτε ο επακριβής προσδιορισμός της ούτε, συνακόλουθα, και η αξιολόγηση του κατά πόσο η απόφαση της Καθ’ ής η Αίτηση 2 για τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν, στη βάση αυτής, εύλογη.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας στο συμπέρασμα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:

 

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, το μοναδικό πρόσωπο που κατέθεσε σχετική μαρτυρία ενώπιόν μας εκ μέρους της Καθ’ ής η Αίτηση 2 ήταν ο ίδιος ο Καθ’ ού η Αίτηση 1, ο οποίος, ως προκύπτει από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας, είχε ιδία γνώση των επίδικων γεγονότων, την οποία απέκτησε λόγω της προσωπικής και άμεσης εμπλοκής του σε αυτά, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της Καθ’ ής η Αίτηση 2. Ωστόσο, παρά την προσωπική και άμεση αυτή εμπλοκή του, ο Καθ’ ού η Αίτηση 1, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του, δεν προσδιόρισε με την απαιτούμενη σαφήνεια και συνοχή τα γεγονότα που, κατά τη θέση της Καθ’ ής η Αίτηση 2, στοιχειοθετούσαν την επίμαχη διαγωγή της Αιτήτριας, παραλείποντας κυρίως να αναφερθεί σε ουσιώδη στοιχεία ικανά να προσδώσουν συγκεκριμένο περιεχόμενο στις κατ’ ισχυρισμό αδικαιολόγητες απουσίες της Αιτήτριας, όπως είναι ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι επίμαχες απουσίες, ο τρόπος με τον οποίο αυτές περιήλθαν στην αντίληψή του, οι ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη κατόπιν της διαπίστωσής τους, η τυχόν επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ αυτού και της Αιτήτριας αναφορικά με αυτές, καθώς και η αλληλουχία των γεγονότων που μεσολάβησαν από την επίμαχη διαγωγή, στη βάση της οποίας αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, μέχρι τη σύνταξη και παράδοση της επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 5) σε αυτή.

 

Υπογραμμίζεται ότι η έλλειψη αυτή σαφήνειας και συνοχής δεν περιορίζεται στη μαρτυρία του Καθ’ ού η Αίτηση 1 αλλά, αντιθέτως, αντανακλάται και στο περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά των Καθ’ ών η Αίτηση και συγκεκριμένα, στα σχετικά τεκμήρια στα οποία γίνεται αναφορά στο ζήτημα αυτό (Τεκμήρια 1 και 6) όπου καταγράφεται απλή και γενική μνεία σε αδικαιολόγητες απουσίες της Αιτήτριας, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση ή συγκεκριμενοποίηση των επιμέρους περιστατικών που φέρονται να τις συνιστούν.

 

Έχοντας υπόψη μας την κατάληξη αυτή, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει αποτελεσματικής μαρτυρίας στη βάση της οποίας να είναι δυνατός ο ουσιαστικός προσδιορισμός της επίμαχης διαγωγής στη βάση της οποίας τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας και, συνεπακόλουθα, η αξιολόγηση της απόφασης της Καθ’ ής η Αίτηση 2 ως εύλογης, η Καθ’ ής η Αίτηση 2 απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξής της, με αποτέλεσμα η απόδοση προς όφελος της Αιτήτριας των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση να δικαιολογείται.

 

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΟΣΩΝ

 

Προχωρώντας τώρα με τον καθορισμό των ποσών που η Αιτήτρια δικαιούται στη βάση των Αξιώσεων για Παράνομη Απόλυση σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθρου 3(1) υπολογίζονται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Νόμου. Συγκεκριμένα, στον Πίνακα αυτό σημειώνεται ότι:

 

«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.

3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.

4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·

(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·

(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·

(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·

(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».

 

Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.» Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»

 

Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε ότι:

 

«Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»

 

Αναφορικά, δε, με το ειδικότερο ζήτημα της αξιολόγησης από το Δ.Ε.Δ. των παραγόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67Άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα») το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Σίμος Μουζούρης ν. Κόσμο-Πλαστ και Σία και Άλλου (2007) 1 Α.Α.Δ. 896, σημείωσε ότι:

 

«Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι τα μόνα από τα πιο πάνω κριτήρια που έλαβε υπόψη είναι το (α) και (β), και αυτά μόνο φραστικά,  χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε εξήγηση πώς αυτά επηρεάζουν το ποσό της αποζημίωσης.  Τα γεγονότα φαίνεται να ομοιάζουν με αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης Cabras & Bros Ltd όπου δεν φαινόταν από την πρωτόδικη απόφαση αν το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη και τα υπόλοιπα κριτήρια εκτός από το (α) και (β) και έτσι επέτρεψε την έφεση μερικώς…

Ενόψει όλων των πιο πάνω επιτυγχάνει και η παρούσα έφεση μερικώς. Παραπέμπεται η υπόθεση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να επανεκδικάσει μόνο το ύψος του ποσού της αποζημίωσης αφού ληφθούν υπόψη όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.»

 

Υπογραμμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Π.E. Αρ. 310/2012, ημερ. 13/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, επαύξησε το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε από το Δ.Ε.Δ. προς την εργοδοτούμενη – Αιτήτρια, από το ποσό των €2.750,00 στο ποσό των €4.125,00, σημειώνοντας ότι:

 

«Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της.  Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας.  Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της.  Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας… Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του.  Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει.  Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης.»

 

Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργοδοτούμενο στη βάση του Άρθρου 3(1) εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που θέτει ο Ν.24/67, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί ως αποζημίωση να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV αυτού και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο ετών, λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα. Στην παρούσα περίπτωση, η επίδικη περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας διήρκησε, ως το πιο πάνω συμπέρασμά μας, από 2/3/2014 μέχρι και 13/6/2019, ήτοι 5 έτη για σκοπούς του Ν. 24/67, με αποτέλεσμα το ποσό που θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζουσα υπό την έννοια του Άρθρου 18 του Ν. 24/67, ως πληρωμή από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, να αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 10,5 εβδομάδων[17]. Έχοντας αυτό υπόψη, το γεγονός ότι οι μηνιαίες απολαβές της ανέρχοντο, ως το πιο πάνω συμπέρασμά μας, σε €450 τον μήνα, με αποτέλεσμα οι εβδομαδιαίες απολαβές της να ανέρχονται σε €103,85[18], βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της Αιτήτριας κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €1.090,43 (10,5 Χ €103,85) και του ποσού των €10.800,40 (104 Χ €103,85).

 

Με βάση τα δεδομένα αυτά, και έχοντας υπόψη μας πάντοτε τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ής η Αίτηση 2, στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν. 24/67, το ποσό των €1.921,23, το οποίο αντιστοιχεί σε 18,5 εβδομαδιαίες απολαβές της, λαμβάνοντας υπόψη μας κυρίως τα ακόλουθα στοιχεία:

 

(α) Ως προς το στοιχείο των «ημερομισθίων» της Αιτήτριας (Άρθρο 4(α) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι η Αιτήτρια ελάμβανε, κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησής της, μισθό ύψους €450 τον μήνα.

 

(β) Ως προς το στοιχείο της «περιόδου απασχόλησης» της Αιτήτριας (Άρθρο 4(β) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι η επίδικη απασχόλησή της διήρκησε 5 έτη για σκοπούς του Ν. 24/67.

 

(γ) Ως προς το στοιχείο της «απώλειας προοπτικής σταδιοδρομίας» της Αιτήτριας (Άρθρο 4(γ) του Πρώτου Πίνακα), καθώς και το στοιχείο που αφορά την «ηλικία του εργοδοτουμένου» (Άρθρο 4(ε) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι η Αιτήτρια, κατά τον τερματισμό της απασχόλησής της, ήταν 50 χρονών και μητέρα 5 παιδιών,  γεγονός που, ως καθίσταται εύκολα αντιληπτό, καθιστά τον εντοπισμό άλλης εργασίας με τους ίδιους ή παρόμοιους όρους ιδιαίτερα δύσκολο.

 

(δ) Ως προς τις «πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου» (Άρθρο 4(δ) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε υπό συνθήκες που προσομοιάζουν με εκείνες της απόφασης Argosy (πιο πάνω), αφού η Καθ’ ής η Αίτηση 2 και στην παρούσα περίπτωση απέδωσε στην Αιτήτρια σοβαρούς ισχυρισμούς περί παραλείψεων στην εκτέλεση των καθηκόντων της και μη συμμόρφωσης με οδηγίες, οι οποίοι, ενώ ήταν ικανοί να πλήξουν την επαγγελματική της φήμη, δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς.

 

Επίσης, στην Αιτήτρια επιδικάζουμε, στη βάση του Άρθρου 9(1), πληρωμή αντί προειδοποίησης, η οποία αντιστοιχεί σε απολαβές 7 εβδομάδων, ήτοι ποσό €726,95 (€103,85 x 7).

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος της Καθ’ ής η Αίτηση 2 για το ποσό των €726,95, πλέον νόμιμο τόκο, ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, καθώς και για το ποσό των €1.921,23, πλέον νόμιμο τόκο, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν. 24/67.

 

Η Αίτηση εναντίον του Καθ’ ού η Αίτηση 1 απορρίπτεται.

 

Σε σχέση με τα έξοδα, η επιδίκαση των οποίων σύμφωνα με την κείμενη νομολογία εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου[19], κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως:

 

(α) Τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ής η Αίτηση 2. Ενόψει, όμως, του ότι η Αιτήτρια, σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της, απέτυχε να προσκομίσει ενώπιόν μας αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία, η επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων περιορίζεται στο ήμισυ (½) αυτών, πλέον Φ.Π.Α., ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο[20].

 

(β) Παρά την αποτυχία της Επίδικης Αίτησης σε σχέση με τον Καθ’ ού η Αίτηση 1, μην επιδικάσουμε οποιαδήποτε έξοδα υπέρ αυτού. Σημειώνεται ότι για την κρίση μας αυτή λάβαμε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους, προέβαλαν κοινή υπεράσπιση και, καθ’ όλη τη διάρκεια της ενώπιόν μας διαδικασίας, ακολούθησαν κοινή δικονομική πορεία.

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

  Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

 

 

 

 

(Υπ.) …………………..……………                                (Υπ.) ……………………………

 Γ. Επαμεινώνδας, Μέλος.                                                  Γ. Γρηγόρη, Μέλος.

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Τερματισμός Απασχόλησης - Άρθρο 5(ε) του Ν.24/1967).



[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"».

[2]Σημειώνεται ότι, ως προς τον όρο εργατική διαφορά στον Ν. 8/67, σημειώνονται τα εξής: «Εργατική Διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη»

[3] Βλ. Άρθρο 12(1)(ε) του Ν. 8/67.

[4] Σημειώνεται ότι, με βάση το Άρθρο 2 του Ν. 35(I)/07, «μισθός» σημαίνει «..κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές»

[5] Βλ. άρθρο 19(1) του Ν. 35(I)/07 πιο πάνω και άρθρο 30 παράγραφος 1 του Ν. 24/67, σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2 αυτού.

[6] Εφόσον, σύμφωνα με τις κείμενες επί του θέματος αρχές, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας, όμως, υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (Χρυσούλλα Καννάουρου κ.ά. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

[7] Βλ. σύγγραμμα J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στη σελ. 47-48, όπου σημειώνεται ότι «The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements, changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. The tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions." Επίσης στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στην παράγραφο 13.01 αναφέρεται ότι: "Because of the ongoing nature of the employment relationship, the issue of variation is very often far from theoretical one. On general principles the contract of employment can be varied by mutual agreement. » και ότι «If however, the employer unilaterally enforces a variation without active consent or acquiescence, he repudiates the contract of employment and the employee is put to his election whether to accept the fundamental breach, and resign, or to carry on working and seek damages»

[8] J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th Edition, στη σελ. 48, σημειώνονται τα εξής: "If, however, the employer unilaterally enforces a variation without active consent or acquiescence, he repudiates the contract of employment and the employee is put to his election whether to accept the fundamental breach, and resign, or to carry on working and seek damages."

[9] Βλ. Νόμο περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων του 2000 (Ν. 104(I)/2000)

[10] βλ. μεταξύ άλλων απόφαση Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-108/10 Scattalon v. Ministero dell' Istruzione ημερ. 6/9/2011).

[11] Βλ., μεταξύ άλλων: Κασάπη v. Technoplastics Ltd, (1992) 1 Α.Α.Δ. 919, σ. 935, ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos, [1968] 1 C.L.R. 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd, (1980) 1 C.L.R. 302, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια, (2006) 1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd v. Λουκά, (2004) 1 Α.Α.Δ. 603 και Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665.

[12] Σε σχέση με το θέμα αυτό, υπογραμμίζεται ότι στην υπόθεση L'Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέας Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117 κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μήνα από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς μέχρι την απόλυση του εργαζομένου ήταν πέραν του λογικού χρόνου για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης από τον εργοδότη, ενώ στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέας Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, το Δικαστήριο έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργαζομένου μέχρι την απόλυσή του ήταν μη λογικό για να θεμελιώσει την απόλυση, καθώς δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εύλογος χρόνος για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης από τον εργοδότη.

[13] Βλ. επίσης και απόφαση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193 όπου σημειώθηκε ότι:

«Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.»

[14] Οπου σημειωθηκε ότι:

«…απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd (ανωτέρω), ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανεκδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage").  Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη, ("an ET.may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62[3]).  Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή»..»

[15] Σχετική εδώ είναι και η αγγλική απόφαση Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1988] ICR 142 όπου σημειώθηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσον πριν την απόλυση ο εργοδότης τήρησε μία λογική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, διαδικασία και εντός του πλαισίου αυτού του ερωτήματος εξετάζεται και το ζήτημα του δικαιώματος της ακρόασης.

[16] Ως προς το θέμα της δίκαιης διαδικασίας χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Αγγλική υπόθεση Spink v Express Foods Limited [1990] IRLR 320  όπου σημειώθηκαν τα εξης:: «It is a fundamental part of a fair disciplinary procedure that an employee knows the case against him. Fairness requires that someone accused should know the case to be met; should hear or be told the important parts of the evidence in support of that case; should have an opportunity to criticise or dispute that evidence and to adduce his own evidence and argue his case.». Βλ επίσηςκαι Fuller v Lloyds Bank plc [1991] IRLR 336 (EAT), Bentley Engineering Company Limited v Mistry [1978] IRLR 436 (EAT) και Strouthos v London Underground Ltd [2004] EWCA Civ 402.

[17] 450 × 12 / 52 = €103,85

[18] βλ. άρθρο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Ν. 24/67

[19] Βλ. μεταξύ άλλων Μάρω Ζάβρου v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477 και Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12)

[20] Βλ. Σχετικά Πολ. Έφεση αρ. 361/2009 ημερ. 03/07/2014, Λυδίας Σουραΐλιδου ν. Kikis A. Demetriou Properties Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 239/2012, 22/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A413 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Δ.Ε.Δ., με την οποία δεν επιδίκασε έξοδα προς την Καθ' ης η Αίτηση, κρίνοντας πως στη βάση ότι η μαρτυρία της κρίθηκε αναξιόπιστη, λέγοντας τα εξής: «Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια στα επιτρεπτά όρια, εφόσον σημαντικό μέρος των εξόδων προκλήθηκε από τη μαρτυρία - αναξιόπιστη όπως κρίθηκε - των δύο μαρτύρων της εφεσίβλητης. Κατά συνέπεια, οι υπ' αρ. 2 και 3 λόγοι της αντέφεσης απορρίπτονται.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο