ΚΑΙΤΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. Σχολική Εφορία Ξυλοφάγου κ.α., Αρ. Αίτησης: 331/19, 20/7/2026
print
Τίτλος:
ΚΑΙΤΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. Σχολική Εφορία Ξυλοφάγου κ.α., Αρ. Αίτησης: 331/19, 20/7/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον:  Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                  Ι. Κούννα   )

                   Γ. Λεοντίου ) Μελών.

 

Αρ. Αίτησης: 331/19

 

Μεταξύ:

ΚΑΙΤΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

 

Αιτήτρια

και

 

1.    Σχολική Εφορία Ξυλοφάγου

2.    ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Καθ’ ών η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: Ο κος Γ. Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ.

Για τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 : Ο κος Μ. Τάσου.

Για τους Καθ’ ών η Αίτηση 2: H κα Σ. Κουρουζίδου.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Αιτήτρια, με την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, την οποία καταχώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («ΔΕΔ») στις 23/9/2019 («Επίδικη Αίτηση») και προωθεί εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση 1 (οι οποίοι, κατά τη θέση της, αποτελούν σχολική εφορεία που διέπεται από τον περί Σχολικών Εφορειών Νόμο («Ν. 108(Ι)/1997»)) και του Καθ’ ού η Αίτηση 2 (ο οποίος, κατά τη θέση της, δύναται να ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εκπρόσωπος της Δημοκρατίας ή και του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού («Υπουργείο»)), αξιώνει:

 

(α) Στη βάση του Αιτητικού Α της Επίδικης Αίτησης:

 

«Α. Απόφαση ή/και δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να καθορίζεται ο εργοδότης της…»

 

Σημειώνεται ότι αυτό που η Αιτήτρια σχετικά ισχυρίζεται είναι ότι, καθ’ όλη την επίδικη περίοδο της απασχόλησής της (η οποία ξεκίνησε περί της 1/9/2010, όταν προσελήφθηκε από τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 στη βάση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση καθηκόντων Βοηθού Γραμματειακού Προσωπικού σε δημοτικά σχολεία εντός των ορίων ελέγχου τους, και συνεχίστηκε μέχρι τις 30/6/2020, στη βάση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ημερομηνία έναρξής τους την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους και ημερομηνία λήξης την 30ή Ιουνίου του επόμενου έτους), υπήρχε σύγχυση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της, καθότι οι όροι εργοδότησής της καθορίζονταν ή/και αποφασίζονταν από κοινού από τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και το Υπουργείο, με το τελευταίο να παρέχει οδηγίες ή/και εκδίδει εγκυκλίους αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, τις οποίες όφειλε να ακολουθεί. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της, το ΔΕΔ πρέπει να εξετάσει τα στοιχεία της επίδικης απασχόλησής της και να καθορίσει ποιο ήταν το πρόσωπο που ήταν ο εργοδότης της για σκοπούς της νομοθεσίας.

 

(β) Στη βάση των Αιτητικών Β και Κ της Επίδικης Αίτησης:

 

«Β. Δήλωση ή/και Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εργοδότηση της ... στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 ή/και 2 κατέστη αορίστου διαρκείας από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο 30 μηνών.

Κ. Αποζημιώσεις για τις ζημιές ή/και απώλειες που υπέστηκε … συνέπεια της μη  μετατροπής της σύμβασης της σε σύμβαση αορίστου διάρκειας.»

 

Σημειώνεται ότι αυτό που η Αιτήτρια σχετικά ισχυρίζεται είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η επίδικη απασχόλησή της διήρκησε για περίοδο πέραν των τριάντα (30) μηνών, στη βάση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί εργοδότηση της αορίστου διάρκειας, οι εργοδότες της παρέλειψαν να αναγνωρίσουν την απασχόλησή της ως τέτοια και συνέχισαν να τη διακόπτουν κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο εκάστου έτους, με αποτέλεσμα, κατά τη θέση της, να δικαιούται στην απόδοση των αξιώσεων που εγείρει στη βάση των πιο πάνω Αιτητικών.

 

(γ) Στη βάση των Αιτητικών Ζ, Η, Μ, Π και Ρ:

 

«Ζ. Αναγνωριστικό Διάταγμα ότι η άνιση μεταχείριση και/ή δυσμενής διάκριση των δικαιωμάτων ή/και ωφελημάτων ή/και προνομίων ή/και υποχρεώσεων που υφίσταται η Αιτήτρια σε σχέση με τα δικαιώματα ή/και ωφελήματα ή/και προνόμια ή/και υποχρεώσεις των συγκρίσιμων εργοδοτουμένων προς αυτήν ή/και των συγκρίσιμων εργοδοτουμένων, ήτοι των Επιμελητών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή/και τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς ή/και τους Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού είναι παράνομα, αδικαιολόγητα, αντισυνταγματικά ή/και κατά παράβαση του Περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2002 (76(Ι)/2002) ή/και του άρθρου 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή/και της Οδηγίας 97/81/ΕΚ ή/και της Οδηγίας 98/23/ΕΚ ή/και του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (98(Ι)/2003) ή/και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Η. Διάταγμα που να απαγορεύει και να τερματίζει την οποιουδήποτε είδους άνιση μεταχείριση και/ή δυσμενή διάκριση της Αιτήτριας σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους προς αυτήν ή/και σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους, ήτοι τους Επιμελητές του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή/και τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς ή/και τους Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ή/και που να διατάζει τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και/ή το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και/ή το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας να αντιμετωπίζει την Αιτήτρια και τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους προς αυτήν ή/και τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους, ήτοι τους Επιμελητές του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή/και τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς ή/και τους Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με τον ίδιο τρόπο και να τους παρέχει τα ίδια ωφελήματα ή/και δικαιώματα ή/και προνόμια ή/και υποχρεώσεις ή/και η Αιτήτρια να δικαιούται να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα ή/και προνόμια ή/και υποχρεώσεις με τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους προς αυτήν ή/και τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους, ήτοι τους Επιμελητές του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή/και τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς ή/και τους Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού.

Μ. Αποζημιώσεις για παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της Αιτήτριας ή/και για υπέρμετρη ετεροβαρή διάκριση ή/και για άνιση μεταχείριση ή/και για δυσμενή διάκριση ή/και για παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων.

Π. Δήλωση ή/και Απόφαση του σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η κλίμακα «Ε» που είναι τοποθετημένη η Αιτήτρια είναι λανθασμένη ή/και παραχωρείται σε εργοδοτούμενους που ασκούν χειρωνακτική εργασία.

Ρ. Απόφαση ή/και Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να υποχρεώνει τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2 να τοποθετήσουν την Αιτήτρια σε κλίμακα που να δίδεται ή/και παραχωρείται σε εργοδοτούμενους που ασκούν γραφειακά καθήκοντα.»

 

Σημειώνεται ότι αυτό που η Αιτήτρια σχετικά ισχυρίζεται είναι ότι, παρότι κατά την επίδικη απασχόλησή της τελούσε σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους εργοδοτούμενους που απασχολούνται στις θέσεις του Επιμελητή του Υπουργείου, του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού της Δημοκρατίας και του Γραμματειακού Λειτουργού του Τμήματος αυτού (αφού, κατά τη θέση της, διέθετε τα ίδια ή/και περισσότερα προσόντα και ασκούσε τα ίδια ή/και περισσότερα καθήκοντα, ευθύνες και υποχρεώσεις σε σχέση με αυτούς), εντούτοις ο εργοδότης της την μεταχειριζόταν διαφορετικά και άνισα σε σχέση με τους εργοδοτουμένους αυτούς με αποτέλεσμα, να δικαιούται στην απόδοση των αξιώσεων που εγείρει στη βάση των πιο πάνω Αιτητικών.

 

(δ) Στη βάση των Αιτητικών Γ, Δ, Ε και Λ:

 

«Γ. Διάταγμα ή/και Δήλωση του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι όροι ή/και καθήκοντα της … είναι γενικά ή/και αόριστα ή/και κατά παράβαση του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτούμενου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν την Σύμβαση ή την Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 (Ν. 100(Ι)/2000).

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται ή/και υποχρεώνονται οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2 να πληροφορήσουν … για τα ακριβή εργασιακά της καθήκοντα ή/και να απαγορεύεται στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2 η μονομερής τροποποίηση των καθηκόντων της ….

Ε. Διάταγμα με το οποίο να καθίσταται άκυρος ο όρος ή/και παράγραφος 12 των όρων και συνθηκών εργοδότησης της … στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2.

Λ. Αποζημιώσεις για παραβίαση τον περί της Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία  Νόμου, Ν. 89/96 και για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της.»

 

Σημειώνεται ότι αυτό που η Αιτήτρια σχετικά ισχυρίζεται είναι ότι ο εργοδότης της, κατά την επίδικη περίοδο της απασχόλησής της, αφενός καθόρισε λανθασμένα τις απολαβές της στην Κλίμακα Ε της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία, κατά τη θέση της, αφορά εργοδοτουμένους που ασκούν χειρωνακτική εργασία, ενώ η ίδια ασκούσε γραφειακή εργασία, και, αφετέρου, της ανέθεσε καθήκοντα που δεν συνάδουν με τον τίτλο εργοδότησής της ως Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού και ήταν δυσανάλογα προς τις απολαβές ή/και τις ώρες εργασίας της. Ταυτόχρονα, συγκεκριμένος όρος που προέκυπτε στη βάση της απασχόλησής της ήταν γενικός ή και αόριστος και επίτρεπε την ανάθεση καθηκόντων πέραν των σκοπών της εργοδότησής της με αποτέλεσμα, κατά τη θέση της, να δικαιούται στην απόδοση των αξιώσεων που εγείρει στη βάση των πιο πάνω Αιτητικών.

 

(ε) Στη βάση των Αιτητικών Θ, Ι και Ν:

 

«Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμο του 2012 (168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί δεν τυγχάνει εφαρμογής στην σύμβαση ή/και εργοδότηση της Αιτήτριας.

Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 και 2 να μην αποκόπτουν οποιοδήποτε ποσό από τον μισθό της Αιτήτριας δυνάμει του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2012 (168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί.

Ν. Αποζημιώσεις σε σχέση με την παράνομη ή/και αντισυνταγματική μείωση των απολαβών της.»

 

 

Σημειώνεται ότι αυτό που σχετικά ισχυρίζεται είναι ότι ο εργοδότης της κατά την περίοδο της επίδικης απασχόλησής της είχε αποκόψει ή και μειώσει τις απολαβές της δυνάμει των προνοιών του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα ΝόμουΝ. 168(I)/2012»), γεγονός το οποίο, κατά τη θέση της, είναι αντισυνταγματικό ή και παράνομο ή και αδικαιολόγητο ή και αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας ή και συνιστά υπέρμετρα ετεροβαρή διάκριση ή και παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της, με αποτέλεσμα να δικαιούται στην απόδοση των αξιώσεων που εγείρει στη βάση των πιο πάνω Αιτητικών.

 

Υπογραμμίζεται ότι, η Αιτήτρια, επιπρόσθετα των πιο πάνω αξιώνει και την επιδίκαση προς όφελός της τιμωρητικών ή και επαυξημένων αποζημιώσεων (Αξίωση Ξ) ή και οποιασδήποτε άλλης θεραπείας το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (Αξίωση Ο), ισχυριζόμενη ότι οι παραβιάσεις των σχετικών νομοθεσιών εκ μέρους των εργοδοτών της τής παρέχουν δικαίωμα προς τούτο.

 

Απαντώντας σε όλα τα πιο πάνω, οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής τους, απορρίπτουν το σύνολο των αξιώσεων της Αιτήτριας, ισχυριζόμενοι κυρίως:

 

(α) αναφορικά με το Αιτητικό Α, ότι, ακόμη και αν το Υπουργείο τούς δίδει οδηγίες ως προς τα πρόσωπα που προσλαμβάνονται ως Βοηθητικό Γραμματειακό Προσωπικό, τούτο δεν το καθιστά εργοδότη της Αιτήτριας, αφού από τα πραγματικά περιστατικά της επίδικης απασχόλησής της προκύπτει ότι εργοδότες της ήταν οι ίδιοι·

 

(β) αναφορικά με τα Αιτητικά Β και Κ, ότι, ακόμη και αν η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε από αυτούς για περίοδο πέραν των τριάντα (30) μηνών, η απασχόλησή της δεν μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, διότι συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίοι αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον προσωρινό χαρακτήρα των υπηρεσιακών τους αναγκών, τη μεταβολή τους κατ’ έτος και τον δυνητικό χαρακτήρα της πρόσληψης Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού·

 

(γ) αναφορικά με τα Αιτητικά Ζ, Η, Μ και Π, ότι η Αιτήτρια δεν υπέστη οποιαδήποτε άνιση μεταχείριση ή δυσμενή διάκριση, καθότι δεν τελεί σε συγκρίσιμη θέση με τους εργοδοτουμένους που απασχολούνται στις θέσεις του Επιμελητή του Υπουργείου, του Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού και του Γραμματειακού Λειτουργού του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, εφόσον αυτοί ασκούν διαφορετικά καθήκοντα, απασχολούνται υπό διαφορετικό συμβατικό καθεστώς και δεν αποτελούν προσωπικό Σχολικής Εφορείας· και

(δ) αναφορικά με τα Αιτητικά Γ, Δ, Ε και Λ, ότι ο ισχυρισμός της πως τα καθήκοντά της δεν συνάδουν με τον τίτλο εργοδότησής της ως Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού και είναι δυσανάλογα προς τις απολαβές ή τις ώρες εργασίας της δεν ευσταθεί, διότι (i) η τοποθέτησή της στην Κλίμακα «Ε» ήταν νόμιμη, αφού αποτελούσε ωρομίσθιο προσωπικό των Σχολικών Εφορειών και η σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας προέβλεπε την εφαρμογή της ανεξαρτήτως του κατά πόσον ασκούσε χειρωνακτική ή γραφειακή εργασία, (ii) τα καθήκοντά της συνάδουν με τον τίτλο εργοδότησής της, ενώ συγκρίσιμο προσωπικό αποτελεί το γραμματειακό προσωπικό των Σχολικών Εφορειών και όχι εκείνο των δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων, και (iii) τα καθήκοντά της καθορίζονταν πλήρως στις συμβάσεις εργασίας και στο Παράρτημα «Ε», με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα αοριστίας ή ελλιπούς καθορισμού τους, ενώ ο όρος 12 εξειδίκευε και περιόριζε τα καθήκοντά της σε όσα ενέπιπταν στον ρόλο και στις ευθύνες της.

 

(ε) Αναφορικά με τα Αιτητικά Θ, Ι και Ν, ότι οποιεσδήποτε αποκοπές ή/και μειώσεις έγιναν στις απολαβές της Αιτήτριας στη βάση του Ν. 168(Ι)/2012 ήταν νόμιμες, καθότι ο εν λόγω Νόμος είναι συνταγματικός και εφαρμόζεται στην περίπτωσή της, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται οποιαδήποτε αξίωση σε σχέση με αυτές.

 

Από την άλλη, ο Καθ’ ού η Αίτηση 2, με τους δικούς του Γενικούς Λόγους Εμφάνισης, εγείρει, καταρχάς, προδικαστική ένσταση ότι η Επίδικη Αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του, καθότι μεταξύ της Δημοκρατίας ή και του Υπουργείου και της Αιτήτριας δεν υφίστατο οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας ή σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου και, ως εκ τούτου, στο μέτρο που στρέφεται εναντίον του, θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, απορρίπτει το σύνολο των αξιώσεων της Αιτήτριας, ισχυριζόμενος κυρίως ότι εργοδότες της ήταν αποκλειστικά οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 και ότι η Δημοκρατία ή και το Υπουργείο ουδέποτε υπήρξαν εργοδότες της ούτε είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στην πρόσληψη, στους όρους εργοδότησης, στα καθήκοντα, στη μισθολογική κλίμακα ή στη μεταχείρισή της. Τέλος, ως προς τα Αιτητικά Θ, Ι και Ν, ισχυρίζεται ότι οι σχετικές αξιώσεις δεν μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να αποδοθούν προς όφελος της Αιτήτριας, καθότι ο Ν. 168(Ι)/2012 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή της και, εν πάση περιπτώσει, έχει ήδη κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως συνταγματικός.

 

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ.

 

Στο πλαίσιο όλων των πιο πάνω, η Αιτήτρια, ως ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των αξιώσεων που η ίδια προωθεί ενώπιόν μας[1], προχώρησε πρώτη στην προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ενώπιόν μας Ακροαματική Διαδικασία, παρουσιάζοντας τη μαρτυρία ενός και μοναδικού μάρτυρα, ήτοι της ιδίας.

 

Στη συνέχεια, η Ακροαματική Διαδικασία συνεχίστηκε με την παρουσίαση της μαρτυρίας των Καθ’ ών η Αίτηση 1, οι οποίοι παρουσίασαν επίσης έναν και μοναδικό μάρτυρα, ήτοι τον νυν Πρόεδρό τους, κ. Γιώργο Ιουλιανό («Γ.Ι.»).

 

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτής, ο Καθ’ ού η Αίτηση 2 προχώρησε στην παρουσίαση της δικής του μαρτυρίας, παρουσιάζοντας, επίσης, τη μαρτυρία ενός και μοναδικού μάρτυρα, ήτοι του Λειτουργού Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Υπουργείο, κ. Γιώργου Παπαδόπουλου («Γ.Π.»).

 

Σημειώνεται ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία τους να καταγράφεται στα πρακτικά που λήφθηκαν στο πλαίσιο της Ακροαματικής Διαδικασίας και να αποτελεί μέρος του φακέλου της Επίδικης Αίτησης. Στη μαρτυρία αυτή, καθώς και στα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 1–17) και έγγραφα (Έγγραφα Α–Γ) που κατατέθηκαν ενώπιόν μας, καθώς και στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1, Χ2 και Χ3), θα αναφερθούμε στη συνέχεια, συνοπτικά και μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίος[2] για σκοπούς παρουσίασης των συμπερασμάτων μας και διατύπωσης της τελικής μας κρίσης.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Προχωρώντας τώρα στην παρουσίαση και αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή τα όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, στην αξιολόγησή της, ώστε να καταλήξουμε στα συμπεράσματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση επί των επίδικων, στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, ζητημάτων.

 

(Ι) Παραδεκτά ή/και αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

 

Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης όσων θα αναφερθούν πιο κάτω, προχωρούμε στην παρουσίαση των συμπερασμάτων μας επί των παραδεκτών ή και αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία (σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και τις λοιπές δηλώσεις των διαδίκων), βρίσκουμε να είναι τα εξής:

 

(α) Η Αιτήτρια είναι πρόσωπο το οποίο διαμένει στο χωριό Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας και το οποίο:

 

(i) Τον Ιούνιο του 2008 αποφοίτησε από το Εσπερινό Γυμνάσιο–Λύκειο Κοκκινοχωρίων (Τεκμήριο 1), ενώ, κατά το ίδιο έτος, παρακολούθησε επιμορφωτικό πρόγραμμα διάρκειας 90 ωρών με τίτλο «Βασικές Δεξιότητες για Γραφεία Λογιστηρίου» (Τεκμήριο 2) και, κατά το έτος 2011, επιμορφωτικό σεμινάριο για το Βοηθητικό Γραμματειακό Προσωπικό, το οποίο διοργανώθηκε από τη Διεύθυνση Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (Τεκμήριο 3).

 

(ii) Στις 1/12/2009, κατόπιν αίτησης ενδιαφέροντος που υπέβαλε για θέση «Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού Δημοτικών Σχολείων», την οποία προκήρυξαν οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, άρχισε να εργάζεται σε αυτούς στη βάση σύμβασης εργασίας καθορισμένης διάρκειας από 1/12/2009 μέχρι 30/6/2010 και σε σχέση με τα καθήκοντα που καταγράφονταν σε έγγραφο με τίτλο «Όροι και Συνθήκες Εργοδότησης Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού Δημοτικών Σχολείων» (Τεκμήριο 4).

 

(iii) Από 1/9/2010 μέχρι 30/6/2020 συνέχισε να απασχολείται στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (Τεκμήριο 5 και Τεκμήριο 6), ως ακολούθως:

 

-       από 1/9/2010 μέχρι 30/6/2011,

-       από 1/9/2011 μέχρι 30/6/2012,

-       από 1/9/2012 μέχρι 30/6/2013,

-       από 1/9/2013 μέχρι 30/6/2014,

-       από 1/9/2014 μέχρι 30/6/2015,

-       από 1/9/2015 μέχρι 30/6/2016,

-       από 1/9/2016 μέχρι 30/6/2017,

-       από 1/9/2017 μέχρι 30/6/2018,

-       από 1/9/2018 μέχρι 30/6/2019 και

-       από 1/9/2019 μέχρι 30/6/2020.

 

(iv) Μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου, στις 30/6/2020, συνέχισε να απασχολείται στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, με την απασχόλησή της να μην διακόπτεται πλέον κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο εκάστου έτους.

 

(β) Το 2021, οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 και οι Συντεχνίες ΣΕΚ και ΠΕΟ, στις οποίες η Αιτήτρια δεν είναι μέλος, υπέγραψαν συλλογική σύμβαση (Τεκμήριο 10), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι, από 1/9/2020 και εφεξής, η απασχόληση του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού Δημοτικών Σχολείων δεν διακόπτεται.

 

(γ) Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού της Δημοκρατίας, κατά τον ουσιώδη για την Επίδικη Αίτηση χρόνο, απασχολούσε προσωπικό στη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού – Γενικό Γραμματειακό Προσωπικό, δυνάμει σχετικού Σχεδίου Υπηρεσίας (Τεκμήριο 9).

 

(ΙΙ) Σύνοψη Μαρτυρίας.

 

Μαρτυρία Αιτήτριας.

 

Καταθέτοντας η Αιτήτρια, αρχικά ανέφερε ότι αυτό που καταρχάς διεκδικεί από το ΔΕΔ είναι η έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η εργοδότησή της είναι αορίστου διάρκειας. Ως προς τα γεγονότα που, κατά τη θέση της, δικαιολογούν την απόδοση της αξίωσης αυτής, σημείωσε κυρίως ότι: (i) προσλήφθηκε, κατόπιν εκδήλωσης ενδιαφέροντος, σε θέση Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού Δημοτικών Σχολείων που προκήρυξαν οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, (ii) παρότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η αρχική σύμβαση εργασίας ημερομηνίας 1/12/2009, οι όροι και οι συνθήκες εργοδότησής της περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4, (iii) από τα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 5 και 6) προκύπτει ότι η απασχόλησή της συνεχίστηκε από 1/9/2010 μέχρι 30/6/2020, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας δέκα (10) μηνών εκάστης, για την εκτέλεση των ίδιων καθηκόντων, (iv) παρότι από την 1/12/2012 είχε συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης πέραν των τριάντα (30) μηνών, η εργοδότησή της δεν αναγνωρίστηκε ως αορίστου διάρκειας και διακόπτετο για δύο (2) μήνες κάθε έτος και (v) παρότι, μετά την καταχώριση της Επίδικης Αίτησης και την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης μεταξύ των Σχολικών Εφορειών και των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, η απασχόλησή της δεν διακόπτεται πλέον κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως αορίστου διάρκειας. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι δικαιούται και στην επιδίκαση των μισθών που δεν της καταβλήθηκαν για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο των ετών 2019 και 2020. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι διεκδικεί, επιπρόσθετα: (i) απόφαση με την οποία να καθορίζεται ο πραγματικός εργοδότης της, (ii) απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι όροι εργοδότησης και τα καθήκοντά της είναι γενικά, αόριστα και αδιαφανή, (iii) απόφαση με την οποία να διατάσσεται ο εργοδότης της να την πληροφορήσει για τα ακριβή εργασιακά της καθήκοντα και να μην τα τροποποιεί μονομερώς και (iv) απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι υποχρεούται να εκτελεί μόνο τα καθήκοντα που θα της καθορίσει ο εργοδότης της. Ανέφερε ότι οι αξιώσεις αυτές συνδέονται μεταξύ τους και, για τον λόγο αυτό, αναφέρθηκε σε αυτές συλλογικά. Ως προς τα γεγονότα που, κατά τη θέση της, δικαιολογούν την απόδοσή τους, ανέφερε, αφενός, ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, πέραν της υπογραφής των συμβάσεων εργοδότησής της και της καταβολής του μισθού της, ουδεμία άλλη πραγματική σχέση είχαν με την εργασία της, αφού όλα αποφασίζονταν από το Υπουργείο, του οποίου όφειλε να ακολουθεί τις οδηγίες και εγκυκλίους, καθώς και τις διαταγές και υποδείξεις των δασκάλων και της διεύθυνσης του σχολείου. Αφετέρου, ανέφερε ότι, με πρόφαση τον όρο 12 του Τεκμηρίου 4, οποτεδήποτε προέκυπτε πρόσθετη ανάγκη στη λειτουργία του σχολείου, το Υπουργείο και το μόνιμο προσωπικό αποφάσιζαν ότι αυτή θα την κάλυπτε, ενώ, προς καταγραφή των καθηκόντων που της ανατέθηκαν, ετοίμασε σχετικό πίνακα (Τεκμήριο 8). Κατά τη θέση της, η κατάσταση αυτή: (i) παραβιάζει τον Ν. 89(I)/1996, εφόσον η συστηματική επιβάρυνσή της με νέα καθήκοντα, χωρίς αφαίρεση υφιστάμενων καθηκόντων ή παροχή επιμόρφωσης, δεν διασφαλίζει την υγεία και ευημερία της, αλλά της προκαλεί υπέρμετρο άγχος και επηρεάζει την επαγγελματική και προσωπική της καθημερινότητα και (ii) δημιουργεί «τεράστιο πρόβλημα» σε σχέση με την απασχόλησή της, αφού υποχρεούται να ακολουθεί οδηγίες προσώπων με τα οποία δεν έχει συνάψει σύμβαση απασχόλησης, ενώ τα καθήκοντά της είναι διατυπωμένα κατά τρόπο γενικό και αόριστο, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει επακριβώς τι οφείλει να διεκπεραιώνει και να καθίσταται δυνατή η μονομερής ανάθεση υπερβολικών καθηκόντων. Ανέφερε, επίσης, ότι με τα πιο πάνω συνδέονται τόσο η τοποθέτησή της στην Κλίμακα Ε όσο και η αναφορά της ως Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού, οι οποίες, κατά τη θέση της, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού η Κλίμακα Ε αφορά εργάτες που ασκούν χειρωνακτική εργασία, ενώ η ίδια δεν μπορεί να θεωρείται Βοηθητικό Γραμματειακό Προσωπικό, καθότι δεν απασχολείται Γραμματειακό Προσωπικό του οποίου να είναι βοηθός. Τέλος, αναφέρθηκε στη διεκδίκηση απόφασης με την οποία να «αναγνωρίζεται η δυσμενής διάκριση των δικαιωμάτων» της σε σχέση με τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, σημειώνοντας ότι: (i) η αξίωση αυτή βασίζεται στο Άρθρο 5 του Ν. 98(Ι)/2003, (ii) η σύγκριση πρέπει να γίνει με τους εν λόγω Λειτουργούς, εφόσον στα σχολεία δεν υπάρχει άλλο Γραμματειακό Προσωπικό και τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας τους (Τεκμήριο 9), είναι ίδια με εκείνα που εκτελεί η ίδια και (iii) υφίσταται δυσμενή μεταχείριση, αφού αυτοί αμείβονται στη συνδυασμένη κλίμακα Α2-Α5-Α7, με αρχικές απολαβές €15.109.

 

Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο των Καθ’ ών η Αίτηση 1, αρχικά διαφώνησε με τη θέση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για μετατροπή της απασχόλησής της σε αορίστου διάρκειας λόγω ύπαρξης αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούσαν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αναφέροντας ότι συμπλήρωσε τριάντα (30) μήνες συνεχούς απασχόλησης την 1/12/2012, εκτελώντας διαχρονικά τα ίδια καθήκοντα, και ότι οι διακυμάνσεις στον αριθμό των μαθητών οφείλονταν σε αλλαγές ως προς τις οδούς από τις οποίες προέρχονταν οι μαθητές και δεν σχετίζονταν με την απασχόλησή της. Επανέλαβε δε ότι, από τη στιγμή που συμπλήρωσε τους τριάντα (30) μήνες, η απασχόλησή της είχε καταστεί αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια, παρότι επιβεβαίωσε ότι στις φορολογικές της δηλώσεις και στις αιτήσεις της προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναγράφονταν ως εργοδότες οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, δεν αποδέχθηκε ότι αυτοί ήταν οι πραγματικοί εργοδότες της, σημειώνοντας ότι το καθηκοντολόγιό της είχε εκδοθεί από το Υπουργείο και ότι τα περισσότερα καθήκοντα και οι σχετικές οδηγίες προέρχονταν από εγκυκλίους του, ενώ θεωρούσε παράδοξο να μπορεί άλλος εργοδότης να κινεί πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της. Ως προς τον όρο 12, ανέφερε ότι αυτός επέτρεπε στον εκάστοτε Διευθυντή να της αναθέτει οποιαδήποτε πρόσθετα καθήκοντα, ακόμη και άσχετα με τη θέση της, διευκρινίζοντας ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο ίδιος ο όρος, αλλά ο τρόπος εφαρμογής του από ορισμένους Διευθυντές. Επέμεινε, επίσης, ότι τα καθήκοντά της ήταν συγκρίσιμα με εκείνα των Βοηθών Γραμματειακών Λειτουργών του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, και αρνήθηκε τόσο ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 εργοδοτούσαν Γραμματειακό Προσωπικό όσο και ότι συγκρίσιμες με τη δική της θέσεις ήταν εκείνες των σχολικών βοηθών και των συνοδών παιδιών. Τέλος, επιβεβαίωσε ότι το 2020 υπέγραψε σύμβαση δυνάμει της οποίας η απασχόλησή της δεν διακοπτόταν πλέον, σημειώνοντας ότι την υπέγραψε «άνευ βλάβης» της παρούσας διαδικασίας, ότι η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 10) υπογράφηκε μεταξύ των Σχολικών Εφορειών και των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, πλην όμως ούτε την υπέγραψε η ίδια ούτε τη δεσμεύει, και ότι, παρότι η απασχόλησή της δεν διακόπτεται πλέον, δεν «έχει κάτι επίσημο» που να αναγνωρίζει ότι είναι εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου.

 

Αντεξεταζόμενη από τη δικηγόρο του Καθ’ ού η Αίτηση 2, καταρχάς διαφώνησε με την υποβολή ότι ουδέποτε κινήθηκε οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της από το Υπουργείο, αναφέροντας ότι, παρότι δεν έλαβε σχετική επιστολή, Επιθεωρήτρια του Υπουργείου μετέβη στο σχολείο όπου εργαζόταν για να διερευνήσει παράπονο που είχε υποβληθεί εναντίον της από μητέρα. Δεν αποδέχθηκε ότι τα όσα ανέφερε σχετικά δεν συνδέονταν με το ζήτημα του πραγματικού εργοδότη της, σημειώνοντας ότι το Υπουργείο απέστελλε τις εγκυκλίους που αφορούσαν τα καθήκοντά της, είχε εκδώσει το καθηκοντολόγιό της και καθόριζε τα καθήκοντα που όφειλε να εκτελεί. Στη συνέχεια, παρότι αποδέχθηκε ότι οι εγκύκλιοι του Υπουργείου (Τεκμήρια 7Α–7Ε) απευθύνονταν προς τους Προέδρους των Σχολικών Εφορειών, δεν αποδέχθηκε ότι αποτελούσαν απλώς εσωτερικές οδηγίες προς τον εργοδότη της, αναφέροντας ότι οι Σχολικές Εφορείες δεν είχαν Γραμματειακό Προσωπικό στο οποίο να απευθύνονται και ότι ουδέποτε της ανέθεσαν καθήκοντα, αφού αυτά της ανατίθεντο πάντοτε από τον Διευθυντή του σχολείου. Περαιτέρω, δεν αποδέχθηκε ότι το γεγονός πως, σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας της, συνεργαζόταν με τον Διευθυντή του εκάστοτε σχολείου ή λάμβανε οδηγίες από αυτόν αποδείκνυε ότι εργοδότες της ήταν οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, αναφέροντας ότι η μόνη σχέση που είχε με αυτούς ήταν η υπογραφή της σύμβασης. Ως προς τον τρόπο εφαρμογής του όρου 12, ανέφερε ότι η συντεχνία της είχε αποστείλει επανειλημμένα σχετικές επιστολές προς τους Καθ’ ών η Αίτηση 1, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν τις παρουσίασε ενώπιον του ΔΕΔ. Τέλος, δεν αποδέχθηκε ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ του καθεστώτος απασχόλησής της και εκείνου της δημόσιας υπηρεσίας ή οποιαδήποτε άνιση μεταχείριση λόγω του ότι δεν αποτελούσε προσωπικό της Δημοκρατίας, αναφέροντας ότι και σε αυτήν εφαρμόστηκαν οι αποκοπές του 2013 και ότι, κατά τη θέση της, το μόνο που τη συνέδεε με τις Σχολικές Εφορείες ήταν η συλλογική σύμβαση, ενώ τα καθήκοντα, οι όροι εργοδότησής της και τα λοιπά σχετικά ζητήματα προέρχονταν από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Μαρτυρία Γ.Ι.

 

Καταθέτοντας ο Γ.Ι., αρχικά ανέφερε ότι οι Σχολικές Εφορείες διέπονται από τον Ν. 108(Ι)/1997 (Τεκμήριο 11), από τον οποίο προκύπτει ότι η έννοια του «προσωπικού των σχολικών εφορειών» περιλαμβάνει πρόσωπα που απασχολούνται από αυτές για την εκτέλεση κυρίως χειρωνακτικής εργασίας και ότι οι Σχολικές Εφορείες, μεταξύ άλλων, αναλαμβάνουν την οικονομική διαχείριση των σχολείων που βρίσκονται στα όριά τους, εποπτεύουν το προσωπικό που διορίζουν ή/και υπηρετεί σε αυτές ή τους παραχωρείται από την Κυβέρνηση και συνεργάζονται με τις διευθύνσεις των σχολείων για την καλύτερη λειτουργία τους. Σε σχέση με τη θέση ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 είναι εργοδότες της Αιτήτριας, ανέφερε ότι τούτο προκύπτει από τις συμβάσεις εργασίας που υπέγραψαν μαζί της και τους όρους εργοδότησης του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού Δημοτικών Σχολείων (Τεκμήρια 4 και 6), από τους οποίους προκύπτει ότι η Αιτήτρια αποτελούσε προσωπικό τους. Εξήγησε ότι, παρότι το Υπουργείο παρέχει οδηγίες ως προς τον τρόπο πρόσληψης του προσωπικού αυτού και υφίσταται στενή σύνδεση μεταξύ του Υπουργείου και των Σχολικών Εφορειών, οι τελευταίες διαθέτουν νομική ικανότητα πρόσληψης προσωπικού. Αντιθέτως, από τις οδηγίες του Υπουργείου (Τεκμήριο 12) προκύπτει ότι η ευθύνη πρόσληψης, όταν παραστεί ανάγκη, ανήκει στη Σχολική Εφορεία, η οποία καθίσταται και εργοδότης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι κινήθηκε εναντίον της πειθαρχική διαδικασία από το Υπουργείο, ανέφερε ότι ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο και ότι, ακόμη και αν κινούνταν τέτοια διαδικασία, αυτή θα διεξαγόταν δυνάμει του Άρθρου 32 της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 10), το οποίο προβλέπει ότι ο Ερευνών Λειτουργός ορίζεται από τη Σχολική Εφορεία. Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η απασχόλησή της κατέστη αορίστου διάρκειας, ανέφερε ότι συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι για τη μη μετατροπή της, καθότι οι ανάγκες των Καθ’ ών η Αίτηση 1 ήταν προσωρινές, μεταβλητές και εξαρτώμενες από τον αριθμό των μαθητών που εγγράφονταν κάθε έτος. Κατά τη θέση του, τούτο προκύπτει τόσο από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του Τεκμηρίου 12, σύμφωνα με τις οποίες η πρόσληψη Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού είναι δυνητική και αποφασίζεται μετά τις εγγραφές και μετεγγραφές των μαθητών, όσο και από τα στοιχεία για τον αριθμό των μαθητών (Τεκμήρια 16Α-16Β). Πρόσθεσε ότι η Συλλογική Σύμβαση προβλέπει πλέον ότι η εργοδότηση του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού δεν διακόπτεται, με αποτέλεσμα το αίτημα αναγνώρισης της εργοδότησης της Αιτήτριας ως αορίστου διάρκειας να είναι, κατά τη θέση του, άνευ αντικειμένου. Ως προς τον ισχυρισμό ότι οι όροι και τα καθήκοντα της Αιτήτριας ήταν γενικά, αόριστα και αδιαφανή, ανέφερε ότι το Παράρτημα Ε, το οποίο περιλαμβανόταν στις συμβάσεις εργασίας της (Τεκμήριο 4), επεξηγούσε πλήρως τα καθήκοντά της. Ανέφερε, επίσης, ότι ο όρος 12 δεν ήταν αόριστος ή παράνομος, καθότι η υποχρέωσή της να ακολουθεί οδηγίες του Διευθυντή του σχολείου πηγάζει από την αρμοδιότητα της Σχολικής Εφορείας να συνεργάζεται με τις διευθύνσεις των σχολείων, ενώ το δεύτερο εδάφιο του όρου 12 συγκεκριμενοποιεί τα καθήκοντά της και είναι αναγκαίο λόγω των ιδιαιτεροτήτων της λειτουργίας των σχολείων. Τέλος, ως προς τη μισθολογική της τοποθέτηση και τον ισχυρισμό περί άνισης μεταχείρισης, ανέφερε ότι: (i) η Αιτήτρια, ως προσωπικό Σχολικής Εφορίας που εργάζεται σε ωρομίσθια βάση, ορθώς τοποθετήθηκε στην Κλίμακα Ε5–Ε6 του Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, (ii) οι Βοηθοί Γραμματειακοί Λειτουργοί του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού δεν αποτελούν συγκρίσιμο προσωπικό, καθότι δεν εργάζονται σε ωρομίσθια βάση και τα καθήκοντα και τα προσόντα τους διαφέρουν, (iii) τα καθήκοντα της Αιτήτριας προσομοιάζουν περισσότερο με εκείνα των Σχολικών Βοηθών/Συνοδών για παιδιά με ειδικές ανάγκες (Τεκμήριο 13), των Σχολικών Βοηθών στα Νηπιαγωγεία (Τεκμήριο 14) και των Τεχνιτών – Εργατών – Αχθοφόρων/Κλητήρων των Σχολικών Εφορειών (Τεκμήριο 15), αφού όλες οι κατηγορίες έχουν ως κοινό πυρήνα την υποστήριξη της λειτουργίας των σχολείων, και (iv) η μισθοδοσία της ρυθμίζεται νόμιμα από τη Συλλογική Σύμβαση και είναι ανεξάρτητη από το κατά πόσον η εργασία της είναι χειρωνακτική ή γραφειακή, ενώ η απόλαυση των σχετικών ωφελημάτων συνεπάγεται, κατά τη θέση του, σιωπηρή αποδοχή των όρων της.

 

Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Αιτήτριας, επιβεβαίωσε ότι, κατά τη θέση του, το αίτημά της για αναγνώριση της απασχόλησής της ως αορίστου διάρκειας κατέστη άνευ αντικειμένου, εφόσον από το 2020 η εργοδότησή της δεν περιορίζεται πλέον σε δέκα (10) μήνες. Όταν του υποβλήθηκε ότι το ζήτημα εξακολουθούσε να υφίσταται, ενόψει του ότι η Επίδικη Αίτηση είχε καταχωριστεί το 2019, ανέφερε ότι, κατά την επίδικη περίοδο, οι συμβάσεις ήταν δεκάμηνης διάρκειας, επειδή κατά τους θερινούς μήνες δεν υπήρχε αντικείμενο απασχόλησης, ενώ από το 2020 η εργοδότησή της κατέστη δωδεκάμηνη. Αποδέχθηκε ότι η Αιτήτρια είχε συμπληρώσει τριάντα (30) μήνες υπηρεσίας την 1/12/2012, πλην όμως αρνήθηκε ότι η διακοπή της απασχόλησής της μέχρι το 2020 ήταν καταχρηστική, επαναλαμβάνοντας ότι αντικειμενικός λόγος ήταν το κλείσιμο των σχολείων κατά τους θερινούς μήνες. Σε υποβολή ότι τα σχολεία εξακολουθούν να κλείνουν και μετά το 2020, εξήγησε ότι, κατόπιν συλλογικών συμβάσεων και ενεργειών των συντεχνιών, επιτεύχθηκε η δωδεκάμηνη εργοδότηση, επειδή πλέον υπήρχαν λόγοι παρουσίας του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού στα σχολεία και κατά τους θερινούς μήνες. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι στο Τεκμήριο 6 αναγράφεται η φράση «άνευ βλάβης της υπόθεσης 331/19», εμμένοντας, ωστόσο, στη θέση ότι οι Σχολικές Εφορείες δεν προσλαμβάνουν δημοσίους υπαλλήλους, αλλά προσωπικό των δικών τους μισθολογικών κλιμάκων. Επιβεβαίωσε ότι τα Τεκμήρια 13, 14 και 15 αφορούν άλλες κατηγορίες προσωπικού και συμφώνησε ότι τα καθήκοντά τους δεν είναι ίδια με εκείνα της Αιτήτριας, ανέφερε, όμως, ότι έχουν κοινό πυρήνα την υποστήριξη της λειτουργίας των σχολείων. Αρνήθηκε ότι συγκρίσιμοι εργοδοτούμενοι είναι οι Βοηθοί Γραμματειακοί Λειτουργοί του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ή ότι η Αιτήτρια έπρεπε να τοποθετηθεί στις κλίμακες Α2, Α5 και Α7. Αρνήθηκε, επίσης, ότι η ανάθεση καθηκόντων δυνάμει του όρου 12 συνιστούσε μονομερή τροποποίηση των όρων εργοδότησής της ή ότι είχε επιβαρύνει την υγεία της, αναφέροντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή ένδειξη ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στον όγκο της εργασίας της. Αποδέχθηκε, τέλος, ότι ο Διευθυντής του εκάστοτε σχολείου αξιολογεί την Αιτήτρια, διευκρινίζοντας ότι σε κάθε εργασία υπάρχει προϊστάμενος που αξιολογεί τους υφισταμένους του, ενώ δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν το σύστημα ΣΕΠ εισήχθη από το Υπουργείο.

 

Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο του Καθ’ ού η Αίτηση 2, επιβεβαίωσε ότι η νομοθεσία προβλέπει συνεργασία μεταξύ των σχολείων και των Σχολικών Εφορειών για την απρόσκοπτη λειτουργία των δημοτικών σχολείων. Συμφώνησε ότι το προσωπικό οφείλει να συνεργάζεται με τον Διευθυντή του σχολείου και αξιολογείται από αυτόν. Τέλος, ανέφερε ότι οποιαδήποτε απόφαση για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας, την υποβολή παρατήρησης ή τον τερματισμό της εργοδότησης λαμβάνεται από τη Σχολική Εφορεία.

 

Μαρτυρία Γ.Π.

 

Καταθέτοντας ο Γ.Π., στο πλαίσιο της Γραπτής Δήλωσής του (Έγγραφο Γ), ανέφερε αρχικά ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι εργοδότης της είναι το Υπουργείο δεν ευσταθεί, καθότι αυτή, ως Βοηθητικό Γραμματειακό Προσωπικό, αποτελεί προσωπικό των Καθ’ ών η Αίτηση 1, ενώ το Υπουργείο δεν εμπλέκεται στη διαδικασία πρόσληψης ή απόλυσης του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού των Σχολικών Εφορειών. Με αναφορά στο Άρθρο 2 του Ν. 108(Ι)/1997, ανέφερε ότι προσωπικό των Σχολικών Εφορειών μπορεί να αποτελεί οποιοδήποτε πρόσωπο εργοδοτείται από αυτές για την εκτέλεση εργασίας, όπως προβλέπεται και στις εκάστοτε Συλλογικές Συμβάσεις. Πρόσθεσε ότι στη Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 10) το Βοηθητικό Γραμματειακό Προσωπικό καθορίζεται ως προσωπικό της Σχολικής Εφορίας με συγκεκριμένη κλίμακα μισθοδοσίας, ενώ από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι ο ρόλος του είναι υποστηρικτικός και βοηθητικός προς τον Διευθυντή του σχολείου, με τον οποίο οφείλει να συνεργάζεται για την εύρυθμη λειτουργία του, χωρίς η συνεργασία αυτή να δημιουργεί μεταξύ τους υπαλληλική σχέση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω της καθημερινής αυτής συνεργασίας, η αξιολόγηση του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού, όπως και του λοιπού προσωπικού των Σχολικών Εφορειών, γίνεται από τον Διευθυντή του εκάστοτε σχολείου, αφορά τα καθήκοντα και τη συμπεριφορά του προσωπικού και διαβιβάζεται στη Σχολική Εφορεία για περαιτέρω επεξεργασία και λήψη οποιασδήποτε σχετικής απόφασης. Διευκρίνισε ότι το Υπουργείο δεν εμπλέκεται σε αποφάσεις που αφορούν την αξιολόγηση, τυχόν ενστάσεις ή πειθαρχικά ζητήματα του προσωπικού των Σχολικών Εφορειών, τα οποία αποφασίζονται από τις τελευταίες ως εργοδότες, σύμφωνα και με τη Συλλογική Σύμβαση. Ανέφερε, επίσης, ότι το Υπουργείο εκδίδει κατά καιρούς εγκυκλίους προς τους Προέδρους των Σχολικών Εφορειών για ζητήματα οικονομικής διαχείρισης, μισθοδοσίας και υπολογισμού απολαβών, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους και των αρμοδιοτήτων των Σχολικών Εφορειών. Κατά τη θέση του, οι εγκύκλιοι αυτές, περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 7Α–7Ε, απευθύνονται στις Σχολικές Εφορείες και εφαρμόζονται από αυτές, χωρίς να δημιουργούν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου μεταξύ του Υπουργείου και του Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού. Τέλος, ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να συγκριθεί, ως προς τα προσόντα, τα καθήκοντα, τις ευθύνες και τη μισθοδοσία της, με υπαλλήλους του Υπουργείου ή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, καθότι εργοδοτείται στη βάση συμφωνιών που υπέγραψε με τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 και όχι με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, κατά τη θέση του, δεν τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης ή δυσμενούς διάκρισης από τον Καθ’ ού η Αίτηση 2 ούτε σύγκρισης με μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους ή παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Αναφερόμενος, επίσης, στην επιστολή ημερομηνίας 8/8/2016 σχετικά με το Σύστημα Εκπαιδευτικού Προγραμματισμού (ΣΕΠ), η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17, ανέφερε ότι το σύστημα αυτό παρέχει στο Υπουργείο τη δυνατότητα βέλτιστης στελέχωσης των σχολικών μονάδων και ελέγχου των απουσιών των εκπαιδευτικών από τα δημόσια σχολεία.

 

Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της Αιτήτριας, επιβεβαίωσε ότι στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται η συνεργασία των σχολείων με τις Σχολικές Εφορείες, διευκρίνισε, όμως, ότι δεν γνωρίζει πώς εκτελείται στην πράξη η εργασία του προσωπικού που προσλαμβάνουν οι Σχολικές Εφορείες, αλλά γνωρίζει τι αναμένεται να παρέχεται στα δημόσια δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι γνωρίζει τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των Σχολικών Εφορειών και, όταν ερωτήθηκε πού στο σχετικό απόσπασμα προβλέπεται η πρόσληψη Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού, παρέπεμψε στις λέξεις «και άλλους» και «κυρίως». Διαφώνησε με την υποβολή ότι οι Σχολικές Εφορείες μπορούν να προσλαμβάνουν προσωπικό μόνο για χειρωνακτικές εργασίες, αναφέροντας ότι η λέξη «κυρίως» δεν περιορίζει τη σχετική πρόνοια αποκλειστικά σε τέτοιου είδους εργασία. Ερωτηθείς για τις συμβάσεις εργασίας της Αιτήτριας, επιβεβαίωσε ότι γνώριζε το Τεκμήριο 6, διαφώνησε, όμως, με την υποβολή ότι μέχρι το 2020 αυτή υπέγραφε ατομικές συμβάσεις εργασίας, αναφέροντας ότι παρουσίασε όσες είχε στην κατοχή της και ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, οι δεκάμηνες συμβάσεις της μετατράπηκαν σε δωδεκάμηνες. Όταν του υποβλήθηκε ότι από την 1/9/2020 δεν υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας, ζήτησε να συμβουλευθεί τη γραπτή δήλωσή της και αναφέρθηκε στις θέσεις της σχετικά με τις συντεχνίες ΣΕΚ και ΠΕΟ. Διαφώνησε με την υποβολή ότι η Συλλογική Σύμβαση δεν τη δεσμεύει επειδή δεν είναι μέλος των συγκεκριμένων συντεχνιών, παραπέμποντας στη νομοθετική πρόνοια σύμφωνα με την οποία συνομολογούνται συλλογικές συμβάσεις μεταξύ των Σχολικών Εφορειών ή/και του Υπουργείου και των συντεχνιών που αναγνωρίζονται από την Κυβέρνηση για σκοπούς συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε σχέση με την καθημερινή εκτέλεση της εργασίας της Αιτήτριας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει στην πράξη την ώρα προσέλευσης ή αποχώρησής της, αν παραμένει περισσότερη ώρα στο σχολείο ή αν εκτελεί ικανοποιητικά τα καθήκοντά της, καθότι τα ζητήματα αυτά δεν εμπίπτουν στα καθήκοντά του και αφορούν, κατά τη θέση του, τη Σχολική Εφορεία. Δεν ήταν, επίσης, σε θέση να γνωρίζει αν η Αιτήτρια όφειλε να ζητά άδεια από τον Διευθυντή του σχολείου. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι οι Συλλογικές Συμβάσεις προβλέπουν ότι το προσωπικό αξιολογείται από τις Διευθύνσεις των σχολείων και ότι η αξιολόγηση διαβιβάζεται στον Πρόεδρο της Σχολικής Εφορίας για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Όταν ερωτήθηκε τι συμβαίνει στην πράξη, επανέλαβε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει και ότι οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα θα έπρεπε να επιλυθεί μεταξύ της Αιτήτριας και του εργοδότη της, δηλαδή των Καθ’ ών η Αίτηση 1, αφού το Υπουργείο δεν είναι εργοδότης της.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΠΙΛΥΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ.

 

Έχοντας εξετάσει ενδελεχώς και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων και τις θέσεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων τους, προχωρούμε πιο κάτω στην εξέταση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων που προκύπτουν στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, σημειώνοντας τα εξής:

 

(Ι) Καθορισμός Εργοδότη.

 

Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης και χρήζει εξέτασης και επίλυσης αφορά τον καθορισμό του εργοδότη της Αιτήτριας και, ειδικότερα, την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον, στη βάση της μαρτυρίας που έθεσε ενώπιόν μας η Αιτήτρια, η έκδοση απόφασης προς όφελός της, με την οποία να καθορίζεται ο εργοδότης της, δικαιολογείται (βλ. Αιτητικό Α).

 

Με σκοπό την απάντηση στο ερώτημα αυτό, στρέψαμε την προσοχή μας στη νομική πτυχή του υπό εξέταση ζητήματος, λαμβάνοντας υπόψη μας, κυρίως, τα εξής:

 

Το ζήτημα του καθορισμού του προσώπου που φέρει την ιδιότητα του «εργοδότη» για τους σκοπούς της Κυπριακής εργατικής νομοθεσίας έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο, με την κρίσιμη επί του ζητήματος νομολογία του να το προσεγγίζει κυρίως υπό το πρίσμα του εννοιολογικού καθορισμού των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος» για σκοπούς του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου («Ν. 24/1967»), ο οποίος, σχετικά, προβλέπει τα εξής:

 

«2. Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια-

"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας·»

Προτού αναφερθούμε στον καθορισμό αυτό, πρώτα οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο πιο πάνω ορισμός (ο οποίος, όπως καθίσταται αντιληπτό, θέτει ως βασικό στοιχείο στοιχειοθέτησης των πιο πάνω εννοιών την ύπαρξη, στην επίμαχη περίπτωση, σύμβασης εργασίας - σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου μεταξύ των διαδίκων μερών) είναι δυνατό να αποτελέσει (ως γίνεται δεκτό)[3] έναν γενικό ορισμό των εννοιών «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος», με αποτέλεσμα η ερμηνεία του να είναι χρήσιμη όχι μόνο για την εφαρμογή του Ν. 24/1967, αλλά και για την εφαρμογή και ερμηνεία του συνόλου της Κυπριακής εργατικής νομοθεσίας γενικότερα. Άλλωστε, σχεδόν το σύνολο της κείμενης νομοθεσίας (συμπεριλαμβανομένου και του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου («Ν. 98(Ι)/2003»), ο οποίος, όπως θα εξηγήσουμε πιο κάτω, αποτελεί και τη βασική νομική βάση των περισσότερων από τις επίδικες αξιώσεις της Αιτήτριας) περιλαμβάνει αντίστοιχο με αυτόν ορισμό των πιο πάνω εννοιών, υπό την έννοια ότι και αυτός προϋποθέτει τη διάγνωση ύπαρξης σύμβασης – σχέσης εργασίας για την ενεργοποίησης των προνοιών τους.

 

Αναφερόμενοι τώρα στην ερμηνεία των εννοιών αυτών, σημειώνουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρχικής του νομολογίας επί του ζητήματος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Cleanthis Christofides[4], Avraam Prousi[5] και Ασπίς Πρόνοια[6]), αναφέρθηκε εκτενώς στην ερμηνεία αυτή, καθορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι:

 

(α) η σύμβαση εργασίας ή σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου δεν καθορίζεται νομοθετικά, αλλά διαπιστώνεται στη βάση των διαφόρων κριτηρίων που τίθενται από τα Δικαστήρια·

 

(β) τα κριτήρια αυτά δεν είναι δυνατό να καθοριστούν νομοθετικά ή κατά τρόπο εξαντλητικό, εφόσον η σχετική κρίση εξαρτάται από την αξιολόγηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών και των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε επίδικης περίπτωσης·

 

(γ) καθοριστικό κριτήριο για τη διαπίστωση της εν λόγω σύμβασης - σχέσης είναι το κριτήριο του «εργοδοτικού ελέγχου», δηλαδή του κατά πόσον ο εργοδότης, κατά την επίμαχη απασχόληση, ασκεί, στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος, εξουσία επί της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, καθορίζοντας και ελέγχοντας την εργασία του·

 

(δ) παρά την καθοριστική φύση του κριτηρίου του εργοδοτικού ελέγχου, το κριτήριο αυτό δεν είναι το μόνο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια για τη θεμελίωση της εν λόγω σύμβασης - σχέσης, αλλά, τουναντίον, πρέπει να συνεκτιμάται μαζί με το σύνολο των λοιπών πραγματικών κριτηρίων και περιστατικών που περιβάλλουν την επίμαχη σύμβαση ή σχέση· και

 

(ε) μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της σύμβασης - σχέσης είναι και τα λεγόμενα τυπικά στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι ο χαρακτηρισμός που αποδίδουν σε αυτή τα μέρη, η καταβολή ή μη εισφορών προς όφελος του εργοδοτουμένου στα διάφορα ταμεία του κράτους (π.χ. Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κεντρικό Ταμείο Αδειών), οι σχετικές δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν προς τις αρμόδιες αρχές (π.χ. στο Τμήμα Φορολογίας σε σχέση με Φόρο Εισοδήματος) κ.ά. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αποτελούν, από μόνα τους, παράγοντες αποφασιστικής σημασίας ή να δεσμεύσουν το Δικαστήριο στην κρίση του για τη θεμελίωση της εν λόγω σύμβασης-σχέσης, αφού η ερμηνεία της αυτής, ως ζήτημα νομικό, είναι έργο του Δικαστηρίου.

 

Στο πλαίσιο, δε, της μεταγενέστερης νομολογίας του επί του ζητήματος (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Προική[7], Tsapaco[8], D G Icos[9] και Lounic Confectionery[10]), το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

(α) επιβεβαίωσε, στη βάση και της σχετικής νομολογίας των αγγλικών δικαστηρίων επί του ζητήματος και, κυρίως, των αποφάσεων Market Investigations[11] και Ready Mixed Concrete[12], καθώς και της απόφασης Carmichael[13], στην οποία κρίθηκε ότι η αμοιβαιότητα των συμβατικών υποχρεώσεων (mutuality of obligation) αποτελεί καθοριστικό παράγοντα εξέτασης του ζητήματος, ότι η ορθή προσέγγιση για τη διάγνωση σύμβασης - σχέσης είναι να συνεκτιμάται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και στοιχείων που περιβάλλουν την επίδικη σύμβαση ή σχέση· και

 

(β) καθόρισε σειρά παραγόντων που πρέπει να συνεκτιμώνται από τα Δικαστήρια για τη διάγνωση της ύπαρξης τέτοιας σύμβασης - σχέσης, μεταξύ των οποίων είναι: (i) η υποχρέωση του εργοδοτουμένου να διαθέτει τον χρόνο του για την προώθηση των εργασιών του εργοδότη, (ii) η παροχή από τον εργοδότη γραφειακού χώρου ή/και των αναγκαίων μέσων για την εκτέλεση της εργασίας, (iii) η υποχρέωση του εργοδοτουμένου να συμμορφώνεται με τους όρους και τις οδηγίες του εργοδότη, (iv) η μη συμμετοχή του εργοδοτουμένου στους κινδύνους της επιχείρησης, (v) το δικαίωμα του εργοδότη να επιλέγει το πρόσωπο του εργοδοτουμένου, (vi) η καταβολή μισθού ή/και άλλων απολαβών, (vii) η απασχόληση σε συγκεκριμένες ώρες και σε συγκεκριμένο χώρο, (viii) η διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και της καταβολής μισθού ή/και άλλων απολαβών, (ix) η αυτοπρόσωπη παροχή των υπηρεσιών, (x) η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας για απουσία από την εργασία, (xi) ο καθορισμός ή/και ο έλεγχος από τον εργοδότη του τρόπου, της μεθόδου και του είδους παροχής της εργασίας και (xii) το δικαίωμα του εργοδότη να τερματίζει την απασχόληση του εργοδοτουμένου.

 

Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζεται ότι η πιο πάνω προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναπτύχθηκε κυρίως σε σχέση με υποκειμενικά μη σύνθετες περιπτώσεις, δηλαδή περιπτώσεις που αφορούν κυρίως δύο μόνο πρόσωπα (ήτοι τον κατ’ ισχυρισμό εργοδοτούμενο και τον κατ’ ισχυρισμό εργοδότη) και στις οποίες το βασικό επίδικο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η σχέση μεταξύ των προσώπων αυτών είναι τέτοια, ώστε να συνάγεται η ύπαρξη σύμβασης εργασίας - σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου ή άλλης μορφής συμβατικής σχέσης (όπως είναι, π.χ., η σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών).

 

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε πιο σύνθετες από υποκειμενικής απόψεως περιπτώσεις (όπως είναι οι περιπτώσεις όπου μεταξύ των μερών δημιουργείται κάποιας μορφής τριγωνική σχέση στο πλαίσιο της οποίας η παροχή εργασίας από τον εργοδοτούμενο συνδέεται όχι μόνο με το πρόσωπο με το οποίο υφίστανται ρητώς συμφωνημένες συμβατικές διευθετήσεις αλλά και με τρίτο πρόσωπο το οποίο φαίνεται να έχει εμπλοκή στην εκτέλεση της σύμβασης-σχέσης), η προσέγγιση αυτή να διαφοροποιείται.

Αυτό, άλλωστε, έχει ήδη επιβεβαιωθεί από το Αγγλικό Court of Appeal, το οποίο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό:

 

(α) αρχικά, στο πλαίσιο της απόφασης Dacas[14], επιβεβαιώνοντας ότι σε τέτοιες τριγωνικές σχέσεις πράγματι η πιο πάνω γενική προσέγγιση διαφοροποιείται, καθιέρωσε τον κανόνα ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμη και αν δεν υφίστανται ρητές συμβατικές διευθετήσεις μεταξύ του εργοδοτουμένου και του τρίτου προσώπου (αλλά μόνο μεταξύ του εργοδοτουμένου και του συμβατικά καθορισμένου εργοδότη του), εντούτοις δύναται να συναχθεί η ύπαρξη τέτοιας σύμβασης - σχέσης μεταξύ του εργοδοτουμένου και του τρίτου προσώπου, εφόσον τούτο συνάγεται (is implied) από τα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιαίτερες συνθήκες της επίμαχης περίπτωσης·

 

(β) μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της απόφασης James[15], εξειδικεύοντας τον κανόνα αυτό, καθόρισε τα πλαίσια υπό τα οποία μπορεί να συναχθεί τέτοια σύμβαση ή σχέση, αναπτύσσοντας ένα τεστ αναγκαιότητας (necessity test) σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υπό την έννοια ότι μία τέτοια σχέση μπορεί να συναχθεί μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο (necessary) για να αποδοθεί η πραγματική έννομη φύση της σχέσης των μερών· και

 

(γ) στη συνέχεια, με τη μεταγενέστερη νομολογία του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Tilson[16]), επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές, επαναλαμβάνοντας ότι η εν λόγω σύμβαση ή σχέση μεταξύ του εργοδοτουμένου και τρίτου προσώπου, με το οποίο δεν υφίσταται ρητή σύμβαση εργασίας, μπορεί να συναχθεί (be implied) μόνο όταν τούτο είναι αναγκαίο, δηλαδή όταν οι υφιστάμενες ρητές συμβατικές διευθετήσεις αδυνατούν, αφ’ εαυτών, να εξηγήσουν επαρκώς την πραγματική έννομη σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων.

 

Έχοντας υπόψη μας το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, καθώς και τη νομική πτυχή του ζητήματος, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω, προχωρούμε πιο κάτω με την απάντηση στο πιο πάνω επίδικο ερώτημα, σημειώνοντας τα εξής:

 

Στο πλαίσιο της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας έχει διαφανεί ότι η επίδικη περίπτωση προσομοιάζει με εκείνες που εξέτασε το πιο πάνω Δικαστήριο στις υποθέσεις Dacas και James ανωτέρω, υπό την έννοια ότι μεταξύ της Αιτήτριας, των Καθ’ ών η Αίτηση 1 και του Υπουργείου φαίνεται να προκύπτει κάποιας μορφής τριγωνική σχέση στη βάση της οποίας:

 

(α) αφενός, το πλήρες πλέγμα των ρητώς συμφωνημένων συμβατικών διευθετήσεων που αφορούσαν την επίδικη απασχόληση της Αιτήτριας υφίστατο, καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ της ίδιας και των Καθ’ ών η Αίτηση 1, οι οποίοι, παράλληλα, ενεργούσαν έναντι αυτής ως εργοδότες σε σειρά ουσιωδών πτυχών της απασχόλησής της, κυρίως καταβάλλοντας τις απολαβές της, προβαίνοντας προς όφελός της στις προβλεπόμενες εισφορές στα οικεία κρατικά ταμεία, καθορίζοντας τον τόπο εργασίας της και εμφανιζόμενοι στα σχετικά έγγραφα ως εργοδότες της· και

 

(β) αφετέρου, το Υπουργείο είχε συγκεκριμένη εμπλοκή σε ζητήματα που αφορούσαν την οργάνωση και την εκτέλεση της εργασίας της Αιτήτριας, με όλα τα διάδικα μέρη να συμφωνούν ή να μην αμφισβητούν ότι: (i) η εργασία της παρεχόταν καθημερινά στο πλαίσιο της λειτουργίας δημόσιου σχολείου, του οποίου η διεύθυνση και η διοίκηση ασκούνταν από όργανα του Υπουργείου, (ii) σε επίπεδο καθημερινής διαχείρισης της απασχόλησής της, οι οδηγίες που λάμβανε προέρχονταν από τον Διευθυντή του σχολείου, ο οποίος αποτελούσε προσωπικό του Υπουργείου και όχι των Καθ’ ών η Αίτηση 1 και αξιολογούσε την εργασία της Αιτήτριας, και (iii) το Υπουργείο εξέδιδε και απέστελλε στις Διευθύνσεις των σχολείων εγκυκλίους, οδηγίες και διαδικασίες που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο εντός του οποίου η Αιτήτρια εκτελούσε τα καθήκοντά της.

 

Συνεπακόλουθα, καθίσταται σαφές ότι αυτό που οφείλουμε να πράξουμε είναι, εφαρμόζοντας, κυρίως, το κριτήριο της απόφασης James (πιο πάνω), να αποφασίσουμε κατά πόσον, στη βάση των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, είναι αναγκαίο, για την επαρκή εξήγηση της πραγματικής έννομης σχέσης που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των διαδίκων μερών, να συναχθεί η ύπαρξη σύμβασης εργασίας - σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου μεταξύ της Αιτήτριας και του Υπουργείου.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και αξιολογώντας το σύνολο των ενώπιόν μας στοιχείων, κρίνουμε ότι τέτοια σχέση δεν είναι δυνατό να συναχθεί.

Και τούτο διότι η πραγματική έννομη σχέση που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των διαδίκων μερών επεξηγείται, βρίσκουμε, επαρκώς στο πλαίσιο του συνόλου των διευθετήσεων που διέπουν τη σχέση αυτή και, κυρίως:

 

(α) αφενός, από τις συμβατικές διευθετήσεις που αφορούν την Αιτήτρια και τους Καθ’ ών η Αίτηση 1, από τις οποίες προκύπτουν με σαφήνεια το πρόσωπο που την προσέλαβε και με το οποίο συμβλήθηκε, οι όροι εργοδότησής της, η φύση και το αντικείμενο της απασχόλησής της, ο τόπος, ο χρόνος και το ωράριο παροχής της εργασίας της, ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής της, το πρόσωπο που κατέβαλλε τις απολαβές της, η διάρκεια της απασχόλησής της και τα λοιπά ουσιώδη στοιχεία της εργασιακής της σχέσης· και

 

(β) αφετέρου, από τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις και, κυρίως, από τις διατάξεις του Ν.108(Ι)/1997, οι οποίες επεξηγούν επαρκώς τη σχέση μεταξύ των Καθ’ ών η Αίτηση 1 και του Υπουργείου, κατά το μέρος που αυτή συνδέεται με την απασχόληση της Αιτήτριας, προβλέποντας μεταξύ τους σχέση θεσμικής συνεργασίας και κατανομής αρμοδιοτήτων ως προς τη στελέχωση και τη λειτουργία των δημόσιων σχολείων.

 

Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω (αλλά και του γεγονότος ότι, εν πάση περιπτώσει, (α) η σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και του Υπουργείου δεν φαίνεται να συγκεντρώνει επαρκή χαρακτηριστικά για τη στοιχειοθέτηση σύμβασης εργασίας - σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της κείμενης νομολογίας, και (β) κανένα σαφές ή πειστικό στοιχείο μαρτυρίας δεν τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Αιτήτριας, από το οποίο να προκύπτει ότι το Υπουργείο, κατά την επίδικη απασχόληση της Αιτήτριας, ασκούσε επ’ αυτής οποιονδήποτε «εργοδοτικό έλεγχο» ή ότι υφίστατο μεταξύ τους η αναγκαία αμοιβαιότητα συμβατικών υποχρεώσεων), κρίνουμε δίκαιο και ορθό να εκδώσουμε απόφαση με την οποία, ως εργοδότες της Αιτήτριας, καθορίζονται οι Καθ’ ών η Αίτηση 1.

 

(ΙΙ) Αναγνώριση απασχόλησης ως αορίστου διάρκειας.

 

Το δεύτερο ζήτημα που προκύπτει στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης και χρήζει εξέτασης και επίλυσης αφορά την αναγνώριση της απασχόλησης της Αιτήτριας ως αορίστου διάρκειας και, ειδικότερα, την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση σχετικής απόφασης στη βάση του Αιτητικού Β.

 

Στρέφοντας την προσοχή μας στη νομική πτυχή του ζητήματος, διαπιστώνουμε ότι σχετικός με την απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι ο Ν. 98(Ι)/2003 ο οποίος προβλέπει, σχετικά, τα εξής:

 

«3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι ... (β) η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

 

7.(1) Όπου:

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως·

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου,

η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν:

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

(β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, η φύση των καθηκόντων και ο χαρακτήρας της απασχόλησης ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργοδοτουμένων δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

(στ) Η  εργοδότηση  με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά συμβάσεις για την απασχόληση προσώπων τα οποία για την άσκηση των σχετικών με την εν λόγω απασχόληση καθηκόντων τους απαιτείται να έχουν άρτια φυσική και ψυχική κατάσταση, καθώς και ακμαίες φυσικές και σωματικές δυνάμεις.»

 

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Κύπριος νομοθέτης, με σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, θέσπισε τον κανόνα ότι, όταν η συνολική διάρκεια της απασχόλησης εργοδοτουμένου στη βάση τέτοιων συμβάσεων υπερβαίνει τους τριάντα (30) μήνες, η σύμβασή του θεωρείται, για όλους τους σκοπούς, ως σύμβαση εργασίας αορίστου διάρκειας. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό υφίσταται όταν ο εργοδότης αποδείξει τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη συνέχιση της απασχόλησης στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτοί αναφέρονται ενδεικτικά στο Άρθρο 7(2) του Ν. 98(Ι)/2003.

 

Νοείται, φυσικά, ότι η επιλογή αυτή του Κύπριου νομοθέτη δεν ήταν τυχαία ούτε προέκυψε εν κενώ, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εναρμόνισης της Κυπριακής εργατικής νομοθεσίας με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και, κυρίως, με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ («Οδηγία») και τη Συμφωνία Πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, την οποία αυτή έθεσε σε ισχύ («Συμφωνία Πλαίσιο») και η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα των κρατών μελών να καθορίζουν:

 

(α) τόσο τη μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο β΄)· και

 

(β) τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας (ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄)

 

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέταση του επίδικου ζητήματος, εφόσον, κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 98(Ι)/2003, τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου του ΔΕΔ, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τόσο τις ρυθμίσεις της Οδηγίας όσο και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»), ώστε η ερμηνεία που δίδεται στις διατάξεις του Νόμου να είναι σύμφωνη με το γράμμα, το πνεύμα και τον σκοπό της Οδηγίας και να διασφαλίζει, κατά το δυνατόν, την επίτευξη του αποτελέσματος που αυτή επιδιώκει.

 

Αναφερόμενοι στη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, σημειώνουμε ότι αυτή είναι εκτενής και καλύπτει ευρύ φάσμα ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της έννοιας των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, των μέτρων που οφείλουν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την πρόληψη και αντιμετώπιση της καταχρηστικής χρησιμοποίησής τους, καθώς και του περιεχομένου και της ερμηνείας της έννοιας των «αντικειμενικών λόγων» που μπορούν να δικαιολογήσουν την ανανέωσή τους.

 

Ειδικότερα, ως προς την έννοια των «αντικειμενικών λόγων» του στοιχείου α΄ του σημείου 1 της ρήτρας 5 της Συμφωνίας Πλαισίου, από τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ (ως αυτή αναλύθηκε από το ίδιο το ΔΕΕ στην απόφαση του στην υπόθεση Pérez López[17]) προκύπτει ότι:

(α) η έννοια αυτή καλύπτει σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένη δραστηριότητα και οι οποίες μπορούν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων συνήφθησαν οι συμβάσεις, τα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή την επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής·

 

(β) εθνική διάταξη που περιορίζεται στο να επιτρέπει γενικά και αφηρημένα τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Συμφωνίας Πλαισίου, εφόσον δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων για τον έλεγχο του κατά πόσον η ανανέωση των συμβάσεων ανταποκρίνεται σε γνήσια ανάγκη και είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού· και

 

(γ) η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών που δεν είναι προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς, δεν δικαιολογείται στη βάση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμφωνίας Πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση των συμβάσεων αποσκοπεί πράγματι στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και δεν χρησιμοποιείται για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη σε προσωπικό.

 

Έχοντας υπόψη το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας και τη νομική πτυχή του ζητήματος, όπως αυτή αναπτύχθηκε πιο πάνω, προχωρούμε στην απάντηση του επίδικου ερωτήματος, σημειώνοντας τα εξής:

 

Από την ενώπιόν μας τεθείσα μαρτυρία προκύπτει, άνευ αμφιβολίας, ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 7 του Ν. 98(Ι)/2003 για τη θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος προς όφελος της Αιτήτριας. Και τούτο διότι, όλα τα διάδικα μέρη αποδέχονται, στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους, ότι η Αιτήτρια απασχολείτο στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από 1/9/2010 μέχρι 30/6/2020 και ότι, στις 1/12/2012, είχε συμπληρώσει συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα (30) μηνών στη βάση των συμβάσεων αυτών.

 

Αντιθέτως, η συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι της μη ύπαρξης αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί τη συνέχιση της απασχόλησης της Αιτήτριας στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αμφισβητείται κυρίως από τους Καθ’ ών η Αίτηση 1 οι οποίοi σχετικά ισχυρίζονται ότι στην περίπτωση της Αιτήτριας συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι συνίσταντο, αφενός, στο ότι οι ανάγκες τους ως προς την εκτέλεση της εργασίας της ήταν προσωρινές και μεταβλητές και εξαρτώνταν από τον αριθμό των μαθητών που εγγράφονταν κάθε έτος στο συγκεκριμένο Δημοτικό Σχολείο και, αφετέρου, στο ότι η πρόσληψη Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού από τις Σχολικές Εφορείες ήταν δυνητική και αποφασιζόταν μετά τις προκαταρκτικές εγγραφές των μαθητών και την ολοκλήρωση της διαδικασίας των μετεγγραφών.

 

Συνεπακόλουθα, η απάντηση στο πιο πάνω διατυπωθέν επίδικο ερώτημα εξαρτάται από το κατά πόσον οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 (οι οποίοι, δυνάμει του Άρθρου 7 του Ν. 98(Ι)/2003, φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης), στο πλαίσιο της μαρτυρίας που προσκόμισαν ενώπιον μας, κατάφερα να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό.

 

Εξετάζοντας το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας, κρίνουμε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός των Καθ’ ών η Αίτηση 1 δεν έχει αποδειχθεί. Και τούτο διότι απέτυχαν να θέσουν ενώπιόν μας σαφή και θετική μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο σύναψης και διαδοχικής ανανέωσης των συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας, η διατήρηση της απασχόλησής της στη βάση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπαγορευόταν από συγκεκριμένες και αντικειμενικές περιστάσεις, ικανές να δικαιολογήσουν τη διαδοχική ανανέωσή τους. Τουναντίον, οι λόγοι που προέβαλαν περιορίζονται, κατ’ ουσίαν, στην επίκληση της αβεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές ανάγκες στελέχωσης του συγκεκριμένου σχολείου, λόγω της ενδεχόμενης διακύμανσης του αριθμού των μαθητών που εγγράφονταν κάθε σχολικό έτος, καθώς και στο γεγονός ότι η απόφαση για την πρόσληψη Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού λαμβανόταν μετά την ολοκλήρωση των εγγραφών και των μετεγγραφών των μαθητών. Οι περιστάσεις αυτές, όμως, δεν συνιστούν αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του Άρθρου 7 του Ν. 98(Ι)/2003 και της ρήτρας 5 της Συμφωνίας Πλαισίου, κυρίως γιατί, δεν συνδέονται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της θέσης εργασίας ή της φύσης των καθηκόντων της Αιτήτριας ούτε καταδεικνύουν ότι η ανάγκη απασχόλησής της ήταν πράγματι προσωρινή, αλλά στηρίζονται σε γενικές εκτιμήσεις ως προς το ενδεχόμενο μεταβολής των μελλοντικών αναγκών στελέχωσης του σχολείου.

Συνεπακόλουθα, κρίνουμε ότι δικαιολογείται η έκδοση απόφασης στη βάση του Αιτητικού Β της Επίδικης Αίτησης, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 κατέστη αορίστου διάρκεια.

 

Σε σχέση με την έναρξη της ισχύος της αναγνώρισης αυτής σημειώνουμε τα εξής:

 

Το Άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου («Ν.8/1967») προβλέπει ότι:

 

«Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό…»

 

Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι οι αξιώσεις που προωθούνται ενώπιον του ΔΕΔ υπόκεινται σε δωδεκάμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι η Αιτήτρια συμπλήρωσε, στις 1/12/2012, συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα (30) μηνών στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και είχε, έκτοτε, το δικαίωμα να προσφύγει στο ΔΕΔ, διεκδικώντας την αναγνώριση της απασχόλησής της ως αορίστου διάρκειας. Εντούτοις, η Επίδικη Αίτηση καταχωρίστηκε στις 23/9/2019, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η Αιτήτρια συνέχισε να απασχολείται στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

 

Συνεπακόλουθα, αποτελεί κρίση μας ότι, υπό το φως της πιο πάνω δωδεκάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η αναγνώριση της απασχόλησης της Αιτήτριας ως αορίστου διάρκειας δεν μπορεί να ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο των δώδεκα (12) μηνών πριν από την καταχώριση της Επίδικης Αίτησης, με αποτέλεσμα η αναγνώριση της απασχόλησης της Αιτήτριας στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 ως αορίστου διάρκειας να πρέπει να ισχύει από τις 23/9/2018.

 

Το ζήτημα της αναγνώρισης της απασχόλησης της Αιτήτριας ως αορίστου διάρκειας, όμως, δεν εξαντλείται εδώ. Και τούτο διότι η Αιτήτρια, πέραν της αναγνώρισης της απασχόλησής της ως αορίστου διάρκειας, αξιώνει επιπλέον και την επιδίκαση υπέρ της αποζημιώσεων για ζημίες ή και απώλειες που, κατά τον ισχυρισμό της, υπέστη ως συνέπεια της μη αναγνώρισης της απασχόλησής της ως τέτοιας (Αιτητικό Κ). Ως εκ τούτου, καλούμαστε να εξετάσουμε κατά πόσον δικαιολογείται η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων προς όφελος της Αιτήτριας.

 

Στρέφοντας την προσοχή μας στη νομική πτυχή του ζητήματος, διαπιστώνουμε ότι ο Ν. 98(Ι)/2003 προβλέπει, ως συνέπεια της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο την αναγνώριση ή μετατροπή της επίμαχης σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου, χωρίς να προβλέπει ρητώς δικαίωμα επιδίκασης αποζημιώσεων ή άλλη συναφή αξίωση αστικής φύσεως.

 

Αυτό, άλλωστε, είναι συμβατό και με τις πρόνοιες της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου, οι οποίες, όπως το ΔΕΕ ανέφερε στο πλαίσιο της σχετικής νομολογίας του:

 

(α) δεν προβλέπουν ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία, παρά ταύτα, διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, με αποτέλεσμα να εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, ώστε να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογή της Συμφωνίας Πλαισίου[18]· και

 

(β) δεν επιβάλλουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας, το οποίο προστίθεται στη μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου[19].

 

Έχοντας αυτό υπόψη, όπως και το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη αυτοτελής νομική βάση επί της οποίας να μπορεί να θεμελιωθεί η αξίωση που προωθεί η Αιτήτρια στο πλαίσιο του Αιτητικού Κ ούτε οποιαδήποτε σαφής και θετική μαρτυρία που να επιμαρτυρεί τις λεπτομέρειες της ζημίας που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπέστη, αποτελεί κρίση μας ότι η αξίωση της Αιτήτριας που εγείρεται στη βάση του Αιτητικού Κ δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.

 

(ΙΙΙ) Αξιώσεις για δυσμενή διάκριση.

 

Το επόμενο ζήτημα που προκύπτει στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης και χρήζει εξέτασης αφορά το κατά πόσον η Αιτήτρια υπέστη άνιση ή και δυσμενή μεταχείριση από τον εργοδότη της, ως ο σχετικός, στις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρισμός.

 

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, σημειώνουμε ότι, μολονότι η Αιτήτρια συνέδεσε τον εν λόγω ισχυρισμό με τα Αιτητικά Ζ, Η, Μ, Π και Ρ, σειρά νομοθετημάτων και λοιπών διατάξεων, καθώς και με τρεις διαφορετικές κατηγορίες κατ’ ισχυρισμό συγκρίσιμων εργοδοτουμένων, ήτοι τους Επιμελητές του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και τους Γραμματειακούς Λειτουργούς του ίδιου Τμήματος, με τη μαρτυρία της περιόρισε τελικά την εν λόγω αξίωση της, ως ακολούθως:

 

«ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

 

37. Περαιτέρω, με την παρούσα αίτηση αξιώνω την έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται η δυσμενής διάκριση των δικαιωμάτων μου σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργοδοτουμένους, ήτοι τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού.

 

38. Η πιο πάνω αξίωσή μου βασίζεται στο άρθρο 5 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (98(Ι)/2003), το οποίο απαγορεύει τη διαφορετική δυσμενή αντιμετώπιση εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με εργοδοτουμένους αορίστου διάρκειας.»

 

Συνεπακόλουθα, αυτό που συγκεκριμένα καλούμαστε να εξετάσουμε είναι κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Αιτήτρια υπέστη δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τους οποίους επικαλείται ως συγκρίσιμους εργοδοτουμένους.

 

Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:

 

Το Άρθρο 5(1) του Ν. 98(Ι)/2003, το οποίο η ίδια η Αιτήτρια επικαλείται ως τη νομική βάση της υπό εξέταση αξίωσής της, κατοχυρώνει την αρχή της μη δυσμενούς μεταχείρισης των εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντίστοιχων εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου («Αρχή της Μη Διάκρισης»), προβλέποντας τα εξής:

 

«Όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους».

 

Σημειώνεται ότι, σε επίπεδο της Οδηγίας, η Αρχή της Μη Διάκρισης κατοχυρώνεται στο πλαίσιο των προνοιών της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαισίου, η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

 

Αναφερόμενοι στη νομολογία που αναπτύχθηκε από το ΔΕΕ σε σχέση με την Αρχή της Μη Διάκρισης[20], σημειώνουμε, καταρχάς, ότι από αυτή προκύπτει πως η εν λόγω αρχή:

 

(α) πρέπει να νοείται ως έκφραση αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς·

 

(β) αποσκοπεί στην αποτροπή της χρησιμοποίησης σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου από τους εργοδότες, προκειμένου να στερούν από τους εργοδοτουμένους τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργοδοτουμένους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου· και

 

(γ) επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός εάν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς.

 

Επίσης, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η εξέταση, από τα εθνικά δικαστήρια, του κατά πόσον παραβιάζεται η Αρχή της μη Διάκρισης πρέπει να λαμβάνει χώρα στη βάση συγκεκριμένων διαδοχικών σταδίων εξέτασης, με τη μετάβαση από το ένα στάδιο στο επόμενο να είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον έχει προηγηθεί καταφατική απάντηση στο αμέσως προηγούμενο στάδιο.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, τα στάδια εξέτασης είναι τα εξής:

 

(1) εξέταση του κατά πόσον ο διάδικος εμπίπτει στην έννοια του «εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου» για σκοπούς της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου·

 

(2) εξέταση του κατά πόσον η διαφορετική μεταχείριση την οποία επικαλείται ο διάδικος εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» κατά το σημείο 1 της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαισίου·

 

(3) εξέταση του κατά πόσον υφίσταται συγκρίσιμη κατάσταση μεταξύ του διαδίκου και των αντίστοιχων εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου και κατά πόσον, σε σχέση με αυτούς, προκύπτει διαφορετική μεταχείριση· και

 

(4) εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι ικανοί να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση του διαδίκου.

 

Έχοντας αυτό υπόψη, προχωρήσαμε με το πρώτο στάδιο εξέτασης (πιο πάνω), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια του «εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου» για σκοπούς της Οδηγίας και του Ν. 98(Ι)/2003, με αποτέλεσμα η μετάβαση στο επόμενο στάδιο της εξέτασης να δικαιολογείται.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:

 

Τα υποκειμενικά όρια της Οδηγίας καθορίζονται στη βάση της ρήτρας 3 της Συμφωνίας Πλαισίου, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«1. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.

 

2. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων.

 

Όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση, ή όταν δεν υπάρχει οικεία συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ή τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές.»

 

Αντίστοιχα, τα υποκειμενικά όρια του Ν. 98(Ι)/2003 καθορίζονται στο πλαίσιο των Άρθρων 2 και 6 αυτού, τα οποία (σε σύμπνοια με τις πρόνοιες της ρήτρας 3 πιο πάνω) προβλέπουν ότι:

 

«2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

 

"αντίστοιχος εργοδοτούμενος με εργασία αορίστου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων· ...

 

"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος· …

 

6. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου όπου δεν υπάρχει αντίστοιχος εργοδοτούμενος με εργασία αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση, ή όταν δεν υπάρχει οικεία συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ή συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική.»

 

 

Σε σχέση με τα όρια αυτά, το ΔΕΕ έχει επανειλημμένως σημειώσει ότι η Οδηγία εφαρμόζεται στο σύνολο των εργοδοτουμένων που παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία έχουν συνάψει με εργοδότη. Επίσης, έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι ο εργοδοτούμενος απέκτησε, εν τέλει, την ιδιότητα του εργοδοτουμένου αορίστου χρόνου δεν αποκλείει τη δυνατότητά του να επικαλεστεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως αυτή κατοχυρώνεται στη ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου[21].

 

Ως προς το πιο πάνω ζήτημα χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα «Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο» του καθηγητή Ζερδελή [22] όπου αναφέρονται τα εξής:

 

«Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί, ...  εξειδίκευση των γενικών αρχών της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας. Έτσι, δεν είναι ουσιώδες στοιχείο το αν ο θιγόμενος εργαζόμενος στο μεσοδιάστημα σύναψε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με τον εργοδότη. Μόνη η σύναψη σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου δεν κρίνεται ικανή να θεραπεύσει την προηγούμενη άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η ερμηνεία αυτή εξασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου και της Οδηγίας».      

 

Συνεπακόλουθα, δεδομένου ότι η Αιτήτρια, κατά την περίοδο που καλύπτεται από την Επίδικη Αίτηση, απασχολείτο, κατά παραδοχή όλων των πλευρών, στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια του «εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου» για σκοπούς της Οδηγίας, με αποτέλεσμα η μετάβαση στο επόμενο στάδιο της εξέτασης να δικαιολογείται.

 

Σε κάθε περίπτωση, τονίζουμε ότι, το γεγονός πως, μετά την 30/6/2020, η Αιτήτρια έπαυσε να εργάζεται στο πλαίσιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με την απασχόλησή της να μη διακόπτεται πλέον, δεν είναι δυνατό, από μόνο του, να ανατρέψει το συμπέρασμά μας αυτό. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές, μόνη η μεταγενέστερη απασχόληση της Αιτήτριας στη βάση σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου δεν κρίνεται ικανή να την αποκλείσει από την προστασία που ενδεχομένως δικαιούται στο πλαίσιο της Οδηγίας σε σχέση με προηγούμενη άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του Ενωσιακού Δικαίου.

 

Στη συνέχεια, προχωρήσαμε με το δεύτερο στάδιο εξέτασης (πιο πάνω), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η διαφορετική μεταχείριση την οποία επικαλείται η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» για τους σκοπούς της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαισίου, με αποτέλεσμα η μετάβαση στο επόμενο στάδιο της εξέτασης να δικαιολογείται.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως προκύπτει από το σημείο 1 της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαισίου, για να τίθεται ζήτημα δυσμενούς μεταχείρισης εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου, η επίδικη μεταχείριση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να αφορά «συνθήκη απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας αυτής. Συνεπακόλουθα, για να διαπιστωθεί παραβίαση της Αρχής της Μη Διάκρισης, το ΔΕΔ οφείλει, καταρχάς, να προσδιορίσει τη συγκεκριμένη διαφορετική μεταχείριση την οποία επικαλείται ο παραπονούμενος διάδικος και, ακολούθως, να εξετάσει κατά πόσον αυτή αφορά «συνθήκη απασχόλησης».

 

Ως προς την έννοια του όρου αυτού, το ΔΕΕ έχει αναπτύξει πλούσια νομολογία, στο πλαίσιο της οποίας:

 

(α) διευκρίνισε ότι αποφασιστικό κριτήριο για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στην έννοια αυτή είναι το κριτήριο της απασχολήσεως, δηλαδή της σχέσεως εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του. Συνεπώς, ευρέως νοούμενη, η έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» περιλαμβάνει κάθε πραγματικό γεγονός και κάθε νομικό ζήτημα που συνδέεται με την παροχή της εργασίας και εφαρμόζεται τόσο σε παροχές ή δικαιώματα κατά τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης όσο και στο πεδίο της λύσης της[23].

 

(β) προσδιόρισε, μεταξύ άλλων, ως επιμέρους στοιχεία που εμπίπτουν στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» της ρήτρας 4 τον χρόνο προϋπηρεσίας που απαιτείται για την κατάταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, τους κανόνες που διέπουν την προθεσμία προειδοποίησης για τη λύση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, την αποζημίωση λόγω λήξης της σύμβασης εργασίας, καθώς και τις απολαβές που λαμβάνει ο εργοδοτούμενος στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας του[24].

 

Σε σχέση με το τελευταίο πιο πάνω στοιχείο, ήτοι το των απολαβών, στην απόφαση Del Cerro Alonso[25], το ΔΕΕ έθεσε ευθέως ενώπιόν του το ερώτημα κατά πόσον η αμοιβή που λαμβάνει ο εργοδοτούμενος εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» για σκοπούς της Οδηγίας, στο οποίο απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι η ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου δύναται να θεμελιώσει αξίωση εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου για τη χορήγηση μισθολογικής παροχής η οποία προβλέπεται αποκλειστικά υπέρ εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου.

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, προχωρήσαμε, πρώτα, με το ζήτημα του προσδιορισμού της διαφορετικής μεταχείρισης την οποία επικαλείται η Αιτήτρια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτή αφορά, στο πλαίσιο της σχετικής μαρτυρίας της Αιτήτριας, διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τις απολαβές της, καθότι οι υπάλληλοι τους οποίους επικαλείται ως συγκρίσιμους αμείβονται στη συνδυασμένη κλίμακα Α2-Α5-Α7, με αρχικές απολαβές ύψους €15.109, ενώ η ίδια, αμειβόμενη στη βάση της Κλίμακας Ε, η οποία αφορά το ωρομίσθιο προσωπικό, λάμβανε χαμηλότερες απολαβές. Στη συνέχεια, προχωρήσαμε με την εξέταση του κατά πόσον η πιο πάνω διαφορετική μεταχείριση αφορά «συνθήκες απασχόλησης» κατά την έννοια της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαίσιο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι αυτή αφορά τις απολαβές της Αιτήτριας και, συνεπώς, συνδέεται άμεσα με την παροχή της εργασίας της στο πλαίσιο της μεταξύ των μερών σχέσης εργασίας (καθώς και ότι οι απολαβές έχουν αναγνωριστεί από το ΔΕΕ ως στοιχείο που εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης») η προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της Συμφωνίας Πλαίσιο, με αποτέλεσμα η μετάβαση στο επόμενο στάδιο της εξέτασης να δικαιολογείται.

 

Τέλος, προχωρήσαμε στο τρίτο στάδιο της εξέτασης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Αιτήτρια βρίσκεται σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη των Βοηθών Γραμματειακών Λειτουργών του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τους οποίους επικαλείται ως αντίστοιχους εργοδοτουμένους αορίστου χρόνου με αποτέλεσμα, η μετάβαση στο επόμενο στάδιο της εξέτασης, να μην είναι δυνατή και να μην δικαιολογείται.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως αναφέραμε ανωτέρω, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, αυτό που απαγορεύεται, καταρχήν, από τη ρήτρα 4 της Συμφωνίας Πλαισίου είναι η διαφορετική μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις, εκτός εάν αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του σημείου 1 της ίδιας ρήτρας.

 

Στο πλαίσιο αυτό, στην απόφαση Diego Porras (πιο πάνω), το ΔΕΕ επανέλαβε ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε κατά όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός εάν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά. Διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι, όταν διαπιστώνεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργοδοτουμένων ορισμένου και αορίστου χρόνου, πρέπει, αρχικώς, να εξετάζεται κατά πόσον οι καταστάσεις τους είναι συγκρίσιμες και, μόνο εφόσον τούτο διαπιστωθεί, κατά πόσον η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Ως προς τη συγκρισιμότητα των επίμαχων καταστάσεων, το ΔΕΕ σημείωσε τα εξής:

 

«40. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα οικεία άτομα ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια εργασία υπό την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν των ρητρών 3, σημείο 2, και 4, σημείο 1, αυτής, να εξεταστεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, τα άτομα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως ευρισκόμενα σε συγκρίσιμη κατάσταση …

 

41. Πράγματι, κατά τη νομολογία, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία που πραγματοποίησε εργαζόμενος όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στο πλαίσιο διαφόρων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων αορίστου χρόνου, η προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση ως προς τη χορήγηση αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας δεν είναι αντίθετη προς τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, δεδομένου ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση θα αφορούσε διαφορετικές καταστάσεις…»

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαπίστωση της ύπαρξης συγκρίσιμης κατάστασης προϋποθέτει κρίση του εθνικού δικαστηρίου, ως του μόνου αρμόδιου να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης, ότι ο εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου και ο αντίστοιχος εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου μπορούν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, να θεωρηθούν ότι βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση.

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, εξετάσαμε κατά πόσον η Αιτήτρια τελεί σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους Βοηθούς Γραμματειακούς Λειτουργούς του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τους οποίους επικαλείται ως τους αντίστοιχους εργοδοτουμένους αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη ότι, σε περιπτώσεις στις οποίες η επίδικη διαφορετική μεταχείριση αφορά την αμοιβή της παρεχόμενης εργασίας, κρίσιμη σημασία αποδίδεται, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, στη φύση της εργασίας που παρέχεται και στα προσόντα που απαιτούνται για την εκτέλεσή της.

 

Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και, ειδικότερα, από τα Τεκμήρια 4 και 9, καθώς και από όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά την κατάθεση και την αντεξέτασή της, προκύπτουν τα εξής:

 

Σε σχέση με τη φύση και το περιεχόμενο της εργασίας, η θέση της Αιτήτριας αφορά την παροχή βοηθητικής γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης στο ιδιαίτερο οργανωτικό και λειτουργικό πλαίσιο των δημοτικών σχολείων, με την εκτέλεση καθηκόντων τα οποία, ως εκ της φύσης τους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την εύρυθμη διοικητική και οργανωτική λειτουργία της εκάστοτε σχολικής μονάδας. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει σαφώς από τα όσα περιγράφονται στο Τεκμήριο 4 σε σχέση με τα καθήκοντά της, όπου σημειώνονται τα εξής:

 

«1. Τήρηση αρχείου σχολείου (παραλαβή/καταχώρηση/αποστολή αλληλογραφίας/ τήρηση στατιστικών στοιχείων κ.ά.)

2 Τήρηση μητρώου και έλεγχος βιβλίων βιβλιοθήκης δασκάλου και βιβλιοθήκης μαθητή στην αρχή και στο τέλος της σχολικής χρονιάς.

3. Τήρηση βιβλίου περιουσίας και έλεγχος περιουσίας. Ο έλεγχος περιουσίας αποτελεί ευθύνη και αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών. Ο ρόλος του ΒΓΠ είναι υποστηρικτικός.

4. Διεκπεραίωση εγγραφών μαθητών και καταχώρηση στοιχείων μαθητών στο Μαθητολόγιο και Μητρώο.

5. Δακτυλογραφική εργασία (πρακτικά, αλληλογραφία Διευθυντή με διάφορους φορείς, διαγωνιστικές εργασίες, ενδεικτικά/απολυτήρια κ.ά.).

6.Φωτοτύπηση εγγράφων.

7. Γενικά λογιστικά καθήκοντα (εισπράξεις και πληρωμές).

8. Παραγγελίες, παραλαβή και φύλαξη διδακτικών βιβλίων, γραφικής ύλης, εποπτικών μέσων κ.ά.

9. Τηλέφωνο - Πληροφορίες.

10. Ανακοινώσεις και εισπράξεις Συνδέσμου Γονέων.

11. Διεκπεραίωση των διαδικασιών που είναι απαραίτητες στους τομείς συντήρησης και επιδιόρθωσης των σχολικών υποστατικών και άλλων χρήσεων του σχολείου σε συνεργασία με τη Σχολική Εφορεία.

12. Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που/της αναθέσει ο Διευθυντής του σχολείου και τα οποία δεν περιορίζουν το περιεχόμενο του ρόλου και των ευθυνών του.»

 

Από την άλλη, η φύση και το περιεχόμενο των καθηκόντων των Βοηθών Γραμματειακών Λειτουργών, όπως προκύπτουν από το Τεκμήριο 9, διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα πιο πάνω καθήκοντα, εφόσον οι τελευταίοι, ως μέλη του γενικού γραμματειακού προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας, εκτελούν καθήκοντα τα οποία, κατά τον πυρήνα τους, δεν συνδέονται με την διοικητική, οργανωτική ή άλλη λειτουργία συγκεκριμένης σχολικής μονάδας, αλλά εντάσσονται στο ευρύτερο διοικητικό και οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και το γεγονός ότι (α) πέραν της ουσιώδους διαφοροποίησης ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των καθηκόντων των δύο θέσεων, διαφοροποίηση προκύπτει και ως προς τα απαιτούμενα προσόντα, εφόσον, παρότι για αμφότερες τις θέσεις απαιτείται απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης και γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, για τη θέση των Βοηθών Γραμματειακών Λειτουργών προβλέπονται πρόσθετα και ειδικότερα προσόντα, όπως πιστοποιημένη γνώση συγκεκριμένων εφαρμογών ηλεκτρονικού υπολογιστή, πολύ καλή γνώση της ελληνικής και καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και, όπου το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας, λογιστικά και δακτυλογραφικά προσόντα, και (β) ενώπιόν μας δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ικανή να καταδείξει, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η Αιτήτρια και οι υπό αναφορά υπάλληλοι τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση κατά την έννοια της Οδηγίας και του Ν. 98(Ι)/2003, αποτελεί κρίση μας ότι η απαιτούμενη συγκρισιμότητα δεν έχει αποδειχθεί.

 

Ως εκ τούτου, τόσο η υπό αξίωση της Αιτήτριας όσο και τα συναφή με αυτή Αιτητικά Ζ, Η, Μ, Π και Ρ της Επίδικης Αίτησης δεν μπορούν να επιτύχουν και να απορρίπτονται.

 

V) Αξιώσεις σε σχέση με «αδιαφανείς όρους εργασίας» (Αιτητικών Γ, Δ, Ε και Λ).

 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, σημειώνουμε ότι το τελευταίο ζήτημα το οποίο προβάλλει η Αιτήτρια στη μαρτυρία της και το οποίο δεν έχουμε ακόμη εξετάσει αφορά τον ισχυρισμό της ότι, κατά τη διάρκεια της επίδικης απασχόλησής της, οι όροι εργασίας της ήταν και εξακολουθούν να είναι «αδιαφανείς», καθότι:

 

(α) τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις της διατυπώνονταν κατά τρόπο γενικό και αόριστο, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει επακριβώς ποια εργασία όφειλε να εκτελεί·

 

(β) με επίκληση του όρου 12 του Τεκμηρίου 4, το Υπουργείο ή/και το μόνιμο προσωπικό του σχολείου τής ανέθεταν μονομερώς πρόσθετα καθήκοντα, οποτεδήποτε προέκυπτε σχετική ανάγκη για τη λειτουργία του σχολείου· και

 

(γ) τόσο η τοποθέτησή της στην Κλίμακα Ε όσο και ο χαρακτηρισμός της ως Βοηθητικού Γραμματειακού Προσωπικού δεν ανταποκρίνονταν, κατά τη θέση της, στην πραγματική φύση της εργασίας της.

 

Σύμφωνα με την Αιτήτρια, τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα:

 

(α) να επιβαρύνεται συστηματικά με νέα καθήκοντα, χωρίς αντίστοιχη αφαίρεση υφιστάμενων καθηκόντων ή παροχή επιμόρφωσης, να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς το ακριβές περιεχόμενο των συμβατικών της υποχρεώσεων και να της προκαλείται υπέρμετρο άγχος, το οποίο επηρέαζε την επαγγελματική και προσωπική της καθημερινότητα· και

 

(β) να παραβιάζονται οι πρόνοιες του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου («Ν. 89(Ι)/1996»), καθότι, κατά τη θέση της, η συστηματική επιβάρυνσή της με νέα καθήκοντα, χωρίς αφαίρεση υφιστάμενων καθηκόντων ή παροχή επιμόρφωσης, δεν διασφάλιζε την υγεία και την ευημερία της, αλλά της προκαλούσε υπέρμετρο άγχος και επηρέαζε την επαγγελματική και προσωπική της καθημερινότητα.

 

Σημειώνεται ότι, μολονότι στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης η Αιτήτρια συνδέει τον πιο πάνω ισχυρισμό με τα Αιτητικά Γ, Δ, Ε και Λ, στη μαρτυρία της αναδιατύπωσε τις σχετικές αξιώσεις ως ακολούθως:

 

(1) έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι όροι και τα καθήκοντά της ήταν γενικά, αόριστα και αδιαφανή·

 

(2) έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εργοδότης της να την πληροφορήσει για τα ακριβή εργασιακά καθήκοντά της και να του απαγορεύεται να τα τροποποιεί μονομερώς·

 

(3) έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι υποχρεούται να εκτελεί μόνο τα καθήκοντα που θα καθορίσει ο εργοδότης της· και

 

(4) επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση του Ν.89(Ι)/1996.

 

Σε σχέση με τις πρώτες τρεις αξιώσεις, οι οποίες αφορούν την έκδοση διαταγμάτων αναφορικά με τα καθήκοντα της Αιτήτριας, σημειώνουμε τα εξής:

 

Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η Αιτήτρια δεν προσδιόρισε με οποιονδήποτε τρόπο τη νομική βάση επί της οποίας διεκδικεί την έκδοση των προαναφερόμενων διαταγμάτων. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι στο Αιτητικό Γ της Επίδικης Αίτησης, το οποίο, όπως αναφέραμε πιο πάνω, συνδέεται με τις αξιώσεις αυτές, προβάλλεται ως νομική βάση ο περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος («Ν. 100(Ι)/2000»), κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε κατά πόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας μπορούν να θεμελιωθούν στις πρόνοιες του Νόμου αυτού.

Από την εξέταση των διατάξεων του Ν. 100(Ι)/2000 προκύπτει ότι αυτό που καθιερώνεται στο πλαίσιό του είναι η υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργοδοτούμενο ως προς τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας του, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της θέσης ή της ειδικότητάς του, της κατηγορίας της απασχόλησής του και του αντικειμένου της εργασίας του.

 

Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι η εν λόγω υποχρέωση ενισχύθηκε και εξειδικεύθηκε μεταγενέστερα με τον περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας Νόμο του 2023 («Ν. 25(Ι)/2023»), ο οποίος κατήργησε τον Ν. 100(Ι)/2000 και ο οποίος, πέραν της διευρυμένης, σε σύγκριση με τον Ν. 100(Ι)/2000, υποχρέωσης του εργοδότη να ενημερώνει τον εργοδοτούμενο ως προς τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας του, προβλέπει και ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ως προς τους όρους εργασίας, περιλαμβανομένης της ελάχιστης προβλεψιμότητας της εργασίας.

 

Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Ν. 25(Ι)/2023 προβλέπει σχετικά τα εξής:

 

«17-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόγραμμα οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι εξολοκλήρου ή ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο, ο εργοδοτούμενος δεν υποχρεώνεται από τον εργοδότη να εργαστεί, εάν δεν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Η εργασία λαμβάνει χώρα εντός προκαθορισμένων ωρών και ημερών αναφορά, όπως προβλέπονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (ιγ) του εδαφίου (3) του άρθρου 11· και

(β) ο εργοδοτούμενος έχει ενημερωθεί από τον οικείο εργοδότη για την ανάθεση εργασίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από την ώρα έναρξης της εργασίας:

Νοείται ότι, το εύλογο χρονικό διάστημα καθορίζεται τηρουμένων των διατάξεων οποιασδήποτε ισχύουσας στη Δημοκρατία νομοθεσίας, τις συλλογικές συμβάσεις ή τα προβλεπόμενα στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (ιγ) του εδαφίου (3) του άρθ. 11.»

 

 

Επομένως, αυτό που καλούμαστε να εξετάσουμε, προκειμένου να καταλήξουμε κατά πόσον υπήρξε παραβίαση των διατάξεων του Ν. 100(Ι)/2000 ή του Ν. 25(Ι)/2023 ή και κατά πόσον δικαιολογείται η απόδοση οποιασδήποτε θεραπείας προς όφελος της Αιτήτριας στη βάση των Νόμων αυτών, είναι κατά πόσον οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να ενημερώσουν επαρκώς την Αιτήτρια ως προς το αντικείμενο της εργασίας της και τους λοιπούς ουσιώδεις όρους της σχέσης εργασίας της ή, εν πάση περιπτώσει, κατά πόσον παραβίασαν την υποχρέωσή τους ως προς την ελάχιστη προβλεψιμότητα της εργασίας.

 

Έχοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, δεν θεωρούμε ότι τέθηκε ενώπιόν μας οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους για ενημέρωση. Τουναντίον, από το σύνολο των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιόν μας, περιλαμβανομένων κυρίως των Τεκμηρίων 4, 5 και 6, προκύπτει ότι οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ’ ών η Αίτηση 1 ήταν καταγεγραμμένες εγγράφως και σαφώς και ότι η Αιτήτρια είχε λάβει επαρκή ενημέρωση ως προς τη θέση της, την κατηγορία της απασχόλησής της, τους όρους εργοδότησής της και το αντικείμενο της εργασίας της. Ούτε τέθηκε ενώπιόν μας οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1 παραβίασαν την υποχρέωσή τους ως προς την ελάχιστη προβλεψιμότητα της εργασίας. Άλλωστε, η υποχρέωση αυτή, όπως προκύπτει από το Άρθρο 17 του Ν. 25(Ι)/2023, αφορά περιπτώσεις στις οποίες το πρόγραμμα οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι εξ ολοκλήρου ή ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο, κάτι που, στην περίπτωση της Αιτήτριας, σε καμία περίπτωση δεν ισχύει.

 

Συνεπακόλουθα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων σε σχέση με τα καθήκοντα της Αιτήτριας δεν δικαιολογείται.

 

Υπογραμμίζεται ότι τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια σε σχέση με τον όρο 12 του Τεκμηρίου 4 δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να αλλάξουν με οποιονδήποτε τρόπο το συμπέρασμά μας αυτό. Και τούτο διότι, ακόμη και σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω όρος είναι διατυπωμένος κατά τρόπο γενικό, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτού, παραβίαση των διατάξεων του Ν. 100(Ι)/2000 ή του Ν. 25(Ι)/2023, εφόσον οι Νόμοι αυτοί δεν απαγορεύουν τη συμπερίληψη γενικών ή ευρέων συμβατικών όρων ούτε απαιτούν την εξαντλητική περιγραφή κάθε πιθανού καθήκοντος του εργοδοτουμένου, αλλά επιβάλλουν την επαρκή ενημέρωσή του ως προς τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας του, η οποία, όπως εξηγήσαμε ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει.

 

Σε σχέση τώρα με την αξίωση της Αιτήτριας για επιδίκαση αποζημιώσεων στη βάση του Ν.89(Ι)/1996, σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, αυτό που η Αιτήτρια ισχυρίζεται σε σχέση με τον Ν.89(Ι)/1996 είναι ότι οι Καθ’ ών η Αίτηση 1, κατά την επίδικη περίοδο της απασχόλησής της, της ανέθεταν πρόσθετα καθήκοντα, γεγονός το οποίο, κατά τη θέση της, της προκαλούσε άγχος και επιβάρυνε την υγεία της, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται οι διατάξεις του Νόμου αυτού.

 

Από τις πρόνοιες του Ν.89(Ι)/1996 προκύπτει ότι αυτός επιβάλλει στους εργοδότες συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της ασφάλειας, της υγείας και της ευημερίας των εργοδοτουμένων τους κατά την εργασία τους, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης να λαμβάνουν τα αναγκαία προληπτικά και προστατευτικά μέτρα, να αξιολογούν τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την εργασία και να οργανώνουν την παροχή της κατά τρόπο που να μην εκθέτει τους εργοδοτουμένους σε κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία τους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι δυνατόν να διαπιστώνεται παραβίαση των προνοιών του στη βάση αστήρικτων ισχυρισμών εργοδοτουμένων ότι η συμπεριφορά του εργοδότη τούς δημιούργησε κίνδυνο ή προκάλεσε βλάβη στην ασφάλεια ή την υγεία τους, χωρίς την προσκόμιση συγκεκριμένης, σαφούς και πειστικής μαρτυρίας, από την οποία να προκύπτει ότι ο εργοδότης παρέβη συγκεκριμένη υποχρέωση που του επιβάλλει ο Νόμος και ότι η παράβαση αυτή δημιούργησε ή ήταν ικανή να δημιουργήσει κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία του εργοδοτουμένου ή προκάλεσε συγκεκριμένη βλάβη σε αυτόν.

 

Συνεπακόλουθα, στην περίπτωση της Αιτήτριας, η οποία, πέραν γενικών αναφορών περί άγχους και επιβάρυνσης λόγω της κατ’ ισχυρισμόν ανάθεσης πρόσθετων καθηκόντων, δεν παρουσίασε ενώπιόν μας οποιαδήποτε θετική, σαφή και πειστική μαρτυρία από την οποία να αποδεικνύονται τα πιο πάνω, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε στοιχείου ικανού να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, όπως ιατρική γνωμάτευση, ιατρικό πιστοποιητικό ή άλλη εξειδικευμένη μαρτυρία, από την οποία να προκύπτει ότι η κατάσταση που επικαλείται συνδεόταν αιτιωδώς με τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν ή με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτά εκτελούνταν, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελός της στη βάση του Ν.89(Ι)/1996 δεν δικαιολογείται.

 

Το συμπέρασμά μας αυτό, σε συνδυασμό με την πιο πάνω κρίση μας ότι ούτε η έκδοση των προαναφερόμενων διαταγμάτων σε σχέση με τα καθήκοντα της Αιτήτριας δικαιολογείται, μας οδηγεί αναπόδραστα στην κατάληξη ότι οι πιο πάνω αξιώσεις της Αιτήτριας, όπως και τα συναφή Αιτητικά Γ, Δ, Ε, Λ, Π και Σ της Επίδικης Αίτησης, δεν μπορούν να επιτύχουν και, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

(V) Αξιώσεις σε σχέση με Ν. 168(I)/2012.

 

Προτού προχωρήσουμε στη διατύπωση της κατάληξής μας σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στα Αιτητικά Θ, Ι και Ν της Επίδικης Αίτησης, τα οποία σχετίζονται με τον Ν. 168(Ι)/2012, και να σημειώσουμε ότι η Αιτήτρια δεν προσέφερε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξή τους, με αποτέλεσμα αυτά να θεωρούνται ως μη προωθηθέντα και να υπόκεινται σε απόρριψη.

 

Εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε τα εξής:

 

Το ζήτημα της συμβατότητας του Ν. 168(Ι)/2012 με το Σύνταγμα εξετάστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Αυγουστή[26], η οποία, εφαρμόζοντας και τις αρχές που είχαν προηγουμένως διατυπωθεί στην απόφαση Χαραλάμπους[27], κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:

 

«Υπενθυμίζεται πως, σύμφωνα με τα γεγονότα που αφορούν στις υπό εξέταση εφέσεις, οι συνθήκες, τις οποίες αντιμετώπιζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η κυπριακή οικονομία, όπως αυτές αναφέρονται, συνοπτικά, στην αρχή της απόφασης τούτης, ληφθείσες από τη λεπτομερή αναφορά η οποία γίνεται, σχετικά, στη Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, κάθε άλλο παρά ευοίωνες μπορούσαν να χαρακτηριστούν.  Με βάση δε αυτά, η Κυπριακή Δημοκρατία, ουσιαστικά, είχε βρεθεί στα πρόθυρα χρεωκοπίας, με ό,τι τούτο συνεπαγόταν για τη μεγάλη πλειονότητα, πλέον, των πολιτών της.  Η διόρθωση της κατάστασης, διά της επιβολής των υπό αναφορά νομοθετικών μέτρων, εμφανώς, αποτελούσε, όπως έχει ήδη λεχθεί, την ενδεδειγμένη λύση, στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κατέφυγε, ακριβώς, με σκοπό την προστασία, γενικώς, της κοινωνίας και όλων των άμεσα επηρεασθέντων από αυτήν.  Επαναλαμβάνεται ότι τα εν λόγω νομοθετικά μέτρα είχαν ληφθεί για την «προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας».  Συγχρόνως, διαπιστώνεται πως η ανάληψή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρέασε δυσμενώς την αξιοπρεπή διαβίωση των εφεσιβλήτων, ως η σχετική εισήγησή τους, όταν, μάλιστα, υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο οι συνέπειες γι' αυτούς, από τη μη λήψη τους, να ήταν πολύ πιο δυσμενείς.  

 

Καταλήγοντας, λοιπόν, δε διαπιστώνεται παραβίαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος ως προς την περίπτωση των Ν. 168(Ι)/2012 και 113(Ι)/2011….»

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και το γεγονός ότι, κατά την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάθε νόμος φέρει το τεκμήριο της συνταγματικότητας και καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός σε σαφή περίπτωση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[28], καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ούτε τα Αιτητικά Θ, Ι και Ν μπορούν να επιτύχουν και, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται, στη βάση του Αιτητικού Α της Επίδικης Αίτησης, απόφαση με την οποία καθορίζονται ως εργοδότες της Αιτήτριας οι Καθ’ ών η Αίτηση 1.

 

Επίσης, στη βάση του Αιτητικού Β της Επίδικης Αίτησης, εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ’ ών η Αίτηση 1 κατέστη απασχόληση αορίστου διάρκειας από 23/9/2018.

 

Τα λοιπά Αιτητικά Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ και Τ απορρίπτονται.

 

Ως προς τα έξοδα, η επιδίκαση των οποίων, σύμφωνα με την κείμενη νομολογία, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[29], κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως:

 

(α) επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ής η Αίτηση 1. Ενόψει, όμως, της απόρριψης των πιο πάνω Αιτητικών, η επιδίκαση των εξόδων περιορίζεται στο ποσό των €2.500, πλέον Φ.Π.Α.· και

 

(β) κρίνοντας τη συμμετοχή του Καθ’ ού η Αίτηση 2 στη διαδικασία ως αναγκαία για την επίλυση του ζητήματος του καθορισμού του εργοδότη της Αιτήτριας, να μην επιδικάσουμε οποιαδήποτε έξοδα υπέρ αυτού.

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

                                                        Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

 

 

 

(Υπ.) ……………………………………                    (Υπ.) ……………………………………

                  Ι. Κούννας, Μέλος.                                                     Γ. Λεοντίου, Μέλος.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Καθορισμός Εργοδότη/ Εργασία Ορισμένου Χρόνου/ Διαφανών Όροι Εργασίας)

 

 



[1] Β Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».

[2] Εφόσον, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Καννάουρου κ.α. v. Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

[3] Bλ. Σύγγραμμα Ioannou C. and Emilianides C. A., Labour Law in Cyprus, The Hague: Kluwer, 2016, σελ.31

[4] Cleanthis Christofides Ltd v The Fund for refundant employees and Yiannakis Florides, [1978] 1 Α.Α.Δ 208, ημ: 31/03/1978

[5] Avraam K. Prousi v. Redundant Employees Fund (1988) 1 C.L.R. 363

[6] Θεοδούλου  ν. Aσπίς Πρόνοια Aνώνυμη Aσφαλιστική Eταιρεία Ζωής [1997] 1 Α.Α.Δ. 1551

[7] Προική ν. Φιλική Ασφαλιστική (2002) 1 Α.Α.Δ. 736.

[8] Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 796.

[9] D G Icos Sicapi Ltd ν. D G Products Ltd κ.α [2011] 1 ΑΑΔ 926..

[10] Lounic Confectionery Ltd v. Θ. Θεοδώρου (2015) 1 Α.Α.Δ. 2247.

[11] Market Investigations Ltd v Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. 732.

[12] Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v Minister of Pensions and National Insurance [1968] 1 All E.R. 433.

[13] Carmichael v National Power plc [2000] IRLR 43, HL.

[14] Dacas v Brook Street Bureau (UK) Ltd [2004] EWCA Civ 217.

[15] James v London Borough of Greenwichao [2008] EWCA Civ 35.

[16] Tilson v Alstom Transport [2010] EWCA Civ 1308.

[17] Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, María Elena Pérez López, υπόθεση C-16/15.

[18] Bλ. μεταξύ άλλων απόφαση Pérez López (πιο πάνω) σκέψη 31

[19] Bλ. μεταξύ άλλων απόφαση Pérez López (πιο πάνω) σκέψη 31

[20] Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 2018, Grupo Norte Facility SA, C-574/16, σκέψεις 23–24.

[21] Βλ. μεταξύ άλλων αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-302/11 έως C-305/11, σκέψη 33, της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, σκέψη 28, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, ο.π., σκέψη 40

[22] Βλ. Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2020, σελ.396 επ.:

[23]Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C-177/10, σκέψη 47.

[24]Βλ. κυρίως αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C-177/10, σκέψεις 47–48· της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Nierodzik, C-38/13, σκέψεις 25–29· της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Diego Porras, C-596/14, σκέψεις 31–32· και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-444/09 και C-456/09, σκέψη 50.

[25]Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, σκέψεις 47–48.

[26] Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά., ημερομηνίας 10/04/2020

[27] Χαραλάμπους κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 175

[28] The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides (1966) 3 CLR 540

[29] Βλ. μεταξύ άλλων Μάρω Ζάβρου v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477 και Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο