ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Ν. Αλεξάνδρου )
Α. Κουλλαπής ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 161/20
Μεταξύ:
Χρίστου Κυριακίδη
Αιτητή
και
PRINCESS HOTELS DEVELOPMENT LIMITED (ΗΕ13756)
Καθ΄ ών η Αίτηση
Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: Ο κ. Α. Μυλωνάς για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Καθ΄ ών η Αίτηση: Η κα Μ. Σκούλλου για M. SKOULLOU LAW OFFICE LLC.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Αιτητής, με την Επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), την οποία καταχώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») στις 4/6/2020, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι:
(1) Απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ών η Αίτηση («Εργοδότρια Εταιρεία») ως Διευθυντής Ανοίγματος Ξενοδοχείου (Hotels Opening Manager) από 18/2/2019 μέχρι και 20/5/2020, ημερομηνία κατά την οποία η τελευταία τερμάτισε την απασχόλησή του χωρίς προειδοποίηση, για λόγους που αφορούσαν, κατ’ ισχυρισμό, την ανεπαρκή ή μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και την επίδειξη εκ μέρους του επιλήψιμης συμπεριφοράς.
(2) Προηγουμένως, από 1/6/2017 μέχρι 17/2/2019, είχε απασχοληθεί στην εταιρεία JWPegasus Limited («JWPegasus»), η οποία αποτελεί εταιρεία ιδίων συμφερόντων ή/και ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Εργοδότρια Εταιρεία, με αποτέλεσμα η απασχόλησή του στην εταιρεία αυτή να πρέπει να θεωρηθεί συνεχής με τη μεταγενέστερη απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία.
(3) Ενόψει των πιο πάνω και κυρίως του γεγονότος ότι (α) οι λόγοι που επικαλέστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία για τον εν λόγω τερματισμό ήταν «αδικαιολόγητοι» (εφόσον αυτός εκτελούσε πάντοτε τα καθήκοντά του με συνέπεια και την απαραίτητη επιμέλεια και φροντίδα) και (β) ο τερματισμός της απασχόλησής του απαγορευόταν στη βάση «σχεδίου» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στο οποίο συμμετείχε η Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με την πανδημία του Κορωνοϊού, ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησής του ήταν παράνομος και αυτός δικαιούται σε επιδίκαση από το Δ.Ε.Δ. των ακόλουθων θεραπειών («Επίδικες Θεραπείες»).
«(Α) Αποζημιώσεις σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο για παράνομη ή/και αυθαίρετη ή/και αδικαιολόγητη απόλυση.
(Β) Τιμωρητικές ή/και παραδειγματικές ή/και άλλες αποζημιώσεις.
(Γ) Νόμιμο τόκο.
(Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κριθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
(Ε) Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.»
Απαντώντας σε όλα τα πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της από τις 18/2/2019 όσο και τον χωρίς προειδοποίηση εκ μέρους της τερματισμό αυτής στις 20/5/2020.
Επίσης, αποδέχεται το γεγονός της προηγούμενης απασχόλησης του Αιτητή στην εταιρεία JWPegasus, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι η εν λόγω εταιρεία ούτε ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Εργοδότρια Εταιρεία ούτε αποτελεί συνδεδεμένη ή/και θυγατρική της εταιρεία, με αποτέλεσμα η απασχόλησή του στην εταιρεία αυτή να μην μπορεί να θεωρηθεί συνεχής με τη μεταγενέστερη απασχόλησή του σε αυτήν.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησής του ήταν παράνομος, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον ο Αιτητής επέδειξε, κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, διαγωγή η οποία συνιστούσε σοβαρή παράβαση των εργασιακών του υποχρεώσεων, ο τερματισμός της απασχόλησής του χωρίς προειδοποίηση ήταν δικαιολογημένος.
Μάλιστα, κατά τη θέση της, από τη στιγμή που οι λόγοι που οδήγησαν στον εν λόγω τερματισμό γνωστοποιήθηκαν και επεξηγήθηκαν στον Αιτητή τόσο με επιστολή ημερομηνίας 13/5/2020 όσο και κατά τη διάρκεια συνάντησης που έλαβε χώρα στις 15/5/2020, και ο ίδιος εξέθεσε τις θέσεις του επί των λόγων αυτών με σχετική επιστολή που της απέστειλε, ο επίδικος τερματισμός ήταν καθόλα νόμιμος, με αποτέλεσμα η Επίδικη Αίτηση εναντίον της να πρέπει να απορριφθεί, με έξοδα υπέρ της.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Ως καθίσταται σαφές, νομική βάση των Επίδικων Θεραπειών αποτελεί ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος («Ν.24/67»), ο οποίος προβλέπει σχετικά:
(α) Δικαίωμα εργοδοτουμένου σε αποζημίωση από τον εργοδότη του σε περίπτωση παράνομης «απόλυσής»[1] του από τον τελευταίο («Αποζημιώσεις για Παράνομη Απόλυση»), δηλαδή απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες του Ν.24/67 και, κυρίως, με τις πρόνοιες των Άρθρων 3(1) και 5, τα οποία προβλέπουν τα εξής:
«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα».
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: .
(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.
(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·
(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:.
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·
(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·
(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·
(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν»
Η υπογράμμιση δική μας
(β) Δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στο πλαίσιο του Άρθρου 9(1) του Ν.24/67.
Υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα του Άρθρου 9(1) πιο πάνω δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα σε λήψη προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («Πληρωμή αντί Προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 11(1), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«11.-(1) Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος…».
ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, σε περίπτωση που κριθεί ότι εργοδοτούμενος, του οποίου η απασχόληση πληροί τα κριτήρια του Άρθρου 9(1), απολύθηκε από τον εργοδότη του χωρίς να του παρασχεθεί η προβλεπόμενη από το εν λόγω Άρθρο προειδοποίηση, τότε αυτός δικαιούται σε Πληρωμή αντί Προειδοποίησης, ως αυτή υπολογίζεται στη βάση των προνοιών του Τρίτου Πίνακα του Ν.24/67, νοουμένου ότι πληρούνται και οι σχετικές προϋποθέσεις για την επιδίκασή της. Περαιτέρω, εάν κριθεί ότι στην περίπτωσή του πληρούνται και οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3(1), τότε δικαιούται και σε Αποζημιώσεις για Παράνομη Απόλυση, ως αυτές υπολογίζονται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67.
Αρμόδιο Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση αυτή είναι, φυσικά, το παρόν Δικαστήριο (Δ.Ε.Δ.), εφόσον ο ίδιος ο Ν.24/67 του προσδίδει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή του[2], ως αυτές προωθούνται στη βάση εναρκτήριας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς, η οποία καταχωρείται ενώπιόν του[3]. Για την κατάληξη, όμως, στην κρίση αυτή, δεν αρκεί η καταχώρηση και προώθηση ενώπιόν του Δ.Ε.Δ. τέτοιας Αίτησης, αλλά αυτό πρέπει να καταλήγει σε τελική κρίση αναφορικά με το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσης των αιτούμενων θεραπειών κατάφερε, με τη μαρτυρία που προσέφερε κατά την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.
Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των σχετικών κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του γενικού κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, κατ' αρχάς, ο διάδικος που τις εξαιτείται[4]. Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, στο πλαίσιο του κανόνα αυτού, κατ' αρχάς, ο Αιτητής.
Αυτό, όμως, δεν ισχύει σε σχέση με το κριτήριο που αφορά τη νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση του Άρθρου 5, εφόσον, σε σχέση με το κριτήριο αυτό, ο πιο πάνω γενικός κανόνας υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που καθορίζεται στο Άρθρο 6(1) του Ν.24/67, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«6.-(1) Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων…».
Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το τεκμήριο του Άρθρου 6(1), όπως διαφαίνεται από την αναφορά στο κείμενό του σε τεκμήριο «μέχρις αποδείξεως του εναντίου», είναι μαχητό (με αποτέλεσμα ο διάδικος που το αμφισβητεί να έχει τη δυνατότητα να το ανατρέψει), το βάρος ανατροπής του φέρει στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία, με τη σχετική υπεράσπισή της (ως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω), αμφισβητεί τη συνδρομή του.
Ειδικότερα, αυτό που καλείται η Εργοδότρια Εταιρεία να πράξει σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση είναι, μέσω της μαρτυρίας που θα παρουσιάσει ενώπιόν μας, να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων), ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έλαβε χώρα για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και ότι η σχετική απόφαση λήφθηκε κατόπιν συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Ν.24/67 με αποτέλεσμα αυτός να είναι νόμιμος. Εάν επιτύχει σε αυτό, τότε η Επίδικη Αίτηση θα υπόκειται σε απόρριψη εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας με έξοδα υπέρ της. Σε αντίθετη, όμως, περίπτωση, η επιδίκαση των Επίδικων Θεραπειών προς όφελος του Αιτητή, στον βαθμό που αυτή επιτρέπεται από τις σχετικές επί του θέματος αρχές, θα δικαιολογείται.
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Έχοντας υπόψη τα όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, η Εργοδότρια Εταιρεία, προς απόσειση του βάρους απόδειξης που τη βαραίνει σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση (ως αυτό αναλύθηκε πιο πάνω), προχώρησε, κατά την ενώπιόν μας Ακροαματική Διαδικασία, πρώτη με την προσκόμιση μαρτυρίας, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τη μαρτυρία (1) του κ. Μάριου Πολυβίου («Μ.Π.»), (2) του κ. Αντώνη Χατζηνικόλα («Α.Χ.») και (3) του κ. Γρηγόρη Ιωαννίδη («Γ.Ι.»).
Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας των πιο πάνω μαρτύρων, η πλευρά του Αιτητή προχώρησε με την παρουσίαση της δικής της μαρτυρίας, προσκομίζοντας συγκεκριμένα μόνο τη μαρτυρία του ιδίου του Αιτητή.
Σημειώνεται ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία τους να καταγράφεται στα πρακτικά που λήφθηκαν στο πλαίσιο της Ακροαματικής Διαδικασίας και να αποτελεί μέρος του φακέλου της Επίδικης Αίτησης. Στη μαρτυρία αυτή, καθώς και στα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 1–14) και έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας καθώς και στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1-Χ2), θα αναφερθούμε στη συνέχεια, συνοπτικά και μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίος για σκοπούς παρουσίασης των συμπερασμάτων μας και διατύπωσης της τελικής μας κρίσης[5].
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Προχωρώντας τώρα με την παρουσίαση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μας στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, σε αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε σχετικά συμπεράσματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση.
Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματά μας αυτά, σημειώνουμε τα εξής:
(I) Παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα.
Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης των όσων θα αναφερθούν πιο κάτω, προχωρούμε με την παρουσίαση των συμπερασμάτων μας επί των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία, σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και τα τεκμήρια-έγγραφα που κατατέθηκαν κατά την ενώπιόν μας διαδικασία, βρίσκουμε να είναι τα εξής:
(1) Κατά τον ουσιώδη με την επίδικη απασχόληση του Αιτητή χρόνο:
(α) Η Εργοδότρια Εταιρεία αποτελούσε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αριθμό εγγραφής ΗΕ13756 (Τεκμήριο 1), η οποία δραστηριοποιείτο κυρίως στον τομέα της εγκαθίδρυσης και διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων, έχοντας υπό την ιδιοκτησία της το ξενοδοχείο Radisson Beach Resort Larnaca («Radisson Beach») στη Λάρνακα.
(β) Ο Μ.Π. είχε τον ρόλο διευθυντή τόσο της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και της εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης ξενοδοχείων SunnySeeker Hotels Limited («SunnySeeker»), η οποία:
(i) Είχε ως Γενικό Διευθυντή της (General Manager) τον Α.Χ.
(ii) Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, διαχειριζόταν διάφορα ξενοδοχεία, μεταξύ των οποίων και το Radisson Beach και το Radisson Blu Hotel Larnaca («Radisson Blu»), ιδιοκτησίας της JWPegasus.
(γ) Ο Αιτητής απασχολείτο ως Διευθυντής Ανοίγματος Ξενοδοχείου (Hotels Opening Manager) στην Εργοδότρια Εταιρεία (στη βάση σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 18/2/2019 (Τεκμήρια 2Α–2Β), η οποία προέβλεπε ότι η απασχόλησή του θα αφορούσε το ξενοδοχείο Radisson Beach, το οποίο βρισκόταν υπό ανέγερση) από 18/2/2019 μέχρι και 20/5/2020, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή του τερματίστηκε από την τελευταία στη βάση επιστολής τερματισμού της απασχόλησής του (Τεκμήριο 10).
(2) Πριν την παράδοση της πιο πάνω επιστολής τερματισμού της απασχόλησης (Τεκμήριο 10) στον Αιτητή:
(α) η SunnySeeker απέστειλε προς αυτόν επιστολή ημερομηνίας 8/10/2019 υπογεγραμμένη από τον Α.Χ. (Τεκμήριο 5) με τίτλο «Warning».
(β) η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε προς αυτόν επιστολή ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), με την οποία τον καλούσε να παρουσιαστεί:
«…την 15/5/2020 η ώρα 10:00 π.μ. στα κεντρικά γραφεία της Sunnyseeker Hotels στην Αρτέμιδος 23 Λάρνακα, ενώπιον του Διευθύνοντα Σύμβουλου και το Γενικού Διευθυντή.»
(γ) Ο Αιτητής, σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 6) απέστειλε προς αυτήν επιστολή ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 7).
(δ) Στις 15/5/2020 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία της SunnySeeker μεταξύ του Αιτητή, από τη μία πλευρά, και των Μ.Π. και Α.Χ., από την άλλη, κατά τη διάρκεια της οποίας κρατήθηκαν πρακτικά (Τεκμήριο 8).
(3) Μετά την παράδοση της πιο πάνω επιστολής τερματισμού της απασχόλησης (Τεκμήριο 10) στον Αιτητή:
(α) Οι δικηγόροι της Εργοδότριας Εταιρείας απέστειλαν προς τον Αιτητή επιστολή ημερομηνίας 1/6/2020 (Τεκμήριο 11).
(β) Οι δικηγόροι του Αιτητή, σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, απέστειλαν προς τους δικηγόρους της Εργοδότριας Εταιρείας επιστολή ημερομηνίας 5/6/2020 (Τεκμήριο 12).
(II) Σύνοψη Μαρτυρίας.
Μαρτυρία Μ.Π.
Καταθέτοντας, ο Μ.Π. ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας από το 2001, έχοντας, υπό την ιδιότητά του αυτή, την ευθύνη επίβλεψης των εργασιών και του προσωπικού της. Αναφερόμενος στον Αιτητή, εξήγησε ότι τον γνώριζε από την προηγούμενη απασχόλησή του στην JWPegasus, ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Radisson Blu, ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Radisson Beach. Ανέφερε ότι τα δύο ξενοδοχεία τελούσαν υπό την κοινή διαχείριση της SunnySeeker, της οποίας ήταν επίσης διευθυντής, υποστήριξε, ωστόσο, ότι οι δύο ιδιοκτήτριες εταιρείες αποτελούσαν ξεχωριστές νομικές οντότητες, χωρίς εταιρική διασύνδεση ή κοινή μετοχική δομή (Τεκμήρια 1 και 3). Εξήγησε ότι, μετά την αποχώρησή του από την JWPegasus, ο Αιτητής προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 18/2/2019, υπό την ιδιότητα του Διευθυντή Ανοίγματος Ξενοδοχείου, με συμφωνημένο ακαθάριστο μηνιαίο μισθό €5.500 (Τεκμήρια 2Α, 2Β και 4). Περιγράφοντας τα καθήκοντά του, ανέφερε ότι αυτά αφορούσαν κυρίως τον συντονισμό των εργασιών ανέγερσης, εξοπλισμού και προετοιμασίας των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, σε συνεργασία με τους εργολάβους, τους μελετητές και τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα πρόσωπα, με σκοπό την έγκαιρη έναρξη λειτουργίας τους σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές. Αναφερόμενος ακολούθως στην επαγγελματική επάρκεια και τη συμπεριφορά του Αιτητή, αναγνώρισε ότι διέθετε τις αναγκαίες γνώσεις, εμπειρία και ικανότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποστήριξε, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του παρουσιάστηκαν επανειλημμένα προβλήματα συμπεριφοράς προς υφισταμένους, συναδέλφους και συνεργάτες, για τα οποία η διεύθυνση δεχόταν παράπονα και είχαν γίνει σχετικές προφορικές υποδείξεις, καθώς και γραπτή προειδοποίηση τον Οκτώβριο του 2019 (Τεκμήριο 5). Αναφερόμενος στο περιστατικό που προηγήθηκε του τερματισμού της απασχόλησης, εξήγησε ότι ο Αιτητής είχε ενημερωθεί για προγραμματισμένη συνάντηση εργασίας στις 7/5/2020, στην οποία δεν προσήλθε. Σε σχέση με την παρουσία του Αιτητή στη συγκεκριμένη συνάντηση, ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε λάβει, ο τελευταίος είχε δηλώσει ότι πιθανότατα θα παρευρισκόταν, χωρίς, ωστόσο, να έχει ξεκαθαρίσει κατά πόσο τελικά θα προσήρχετο ή όχι. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι, με τον τρόπο που χειρίστηκε τη σχετική ηλεκτρονική επικοινωνία μαζί του (Τεκμήριο 14), ο Αιτητής επιχείρησε να τον παραπλανήσει ως προς την αναγκαιότητα της παρουσίας του στη συγκεκριμένη συνάντηση. Ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα προβλήματα συμπεριφοράς, οδήγησε στην αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), με την οποία ο Αιτητής κλήθηκε να εκθέσει τις θέσεις του. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην απαντητική επιστολή του Αιτητή (Τεκμήριο 7), στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 15/5/2020 (Τεκμήριο 8) και στην απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του στις 20/5/2020 (Τεκμήριο 10). Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε πληροφορίες και στοιχεία που, κατά τη θέση του, περιήλθαν στην αντίληψη της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τον τερματισμό και αφορούσαν ενδεχόμενη εξυπηρέτηση ανταγωνιστικών συμφερόντων από τον Αιτητή, περιλαμβανομένων επαφών με συνεργάτες, χρήσης ηλεκτρονικών εγγράφων και δημιουργίας νέας εταιρείας παροχής παρόμοιων υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις σχετικές έρευνες που ακολούθησαν, στα στοιχεία σχετικά με τη νέα εταιρεία (Τεκμήρια 13Α–13Β), καθώς και στην καταχώριση αγωγής εναντίον του Αιτητή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκ νέου στη σχέση μεταξύ της Εργοδότριας Εταιρείας, της JWPegasus και της SunnySeeker, επιμένοντας ότι η κοινή διαχείριση των ξενοδοχείων δεν σήμαινε και κοινό ιδιοκτησιακό καθεστώς. Σε σχέση με την προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 5), επιβεβαίωσε ότι αυτή αφορούσε συγκεκριμένο περιστατικό στο ξενοδοχείο Radisson Blu, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να κατονομάσει τα πρόσωπα με τα οποία ο Αιτητής είχε το επίδικο φραστικό επεισόδιο ή να προσδιορίσει επακριβώς τις περιστάσεις της σχετικής εκδήλωσης. Επανέλαβε, όμως, τη θέση του περί προηγούμενων προβλημάτων συμπεριφοράς και προφορικών υποδείξεων προς τον Αιτητή. Όσον αφορά τη συνάντηση της 7/5/2020, επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε προηγουμένως για τον προγραμματισμό της συγκεκριμένης συνάντησης και εξήγησε ότι θεωρούσε παραπλανητικό το ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε ο Αιτητής (Τεκμήριο 14), καθότι δεν γινόταν σε αυτό ειδική αναφορά στην προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γ.Ι. Ερωτηθείς για τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αναφέρθηκε στον περιορισμό των εργασιών, στη δυνατότητα πραγματοποίησης συναντήσεων με τη λήψη προστατευτικών μέτρων και στο πρόβλημα υγείας που επικαλείτο ο Αιτητής, υποστηρίζοντας ότι η επίκλησή του έγινε επιλεκτικά. Αναφέρθηκε, επίσης, στο περιεχόμενο των επιστολών που προηγήθηκαν της απόλυσης και στους λόγους που είχαν ληφθεί υπόψη κατά τη σχετική απόφαση, διευκρινίζοντας ότι οι πληροφορίες περί χρήσης εταιρικών εγγράφων και δημιουργίας ανταγωνιστικής επιχείρησης περιήλθαν στην αντίληψή του μεταγενέστερα. Τέλος, επανέλαβε ότι, κατά τη θέση του, ο τερματισμός ήταν δικαιολογημένος, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής συμπεριφοράς του Αιτητή και των αυξημένων υποχρεώσεων που συνεπαγόταν η διευθυντική του θέση.
Μαρτυρία Α.Χ.
Καταθέτοντας, ο Α.Χ. ανέφερε ότι εργάζεται στην ξενοδοχειακή βιομηχανία από το 1988 και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή της SunnySeeker, η οποία παρείχε υπηρεσίες διαχείρισης στην Εργοδότρια Εταιρεία, έχοντας μεταξύ των αρμοδιοτήτων του την επίβλεψη, αξιολόγηση και καθοδήγηση του προσωπικού. Ανέφερε ότι γνώριζε τον Αιτητή από την προηγούμενη απασχόλησή του στην JWPegasus και ότι συνέχισε να συνεργάζεται μαζί του μετά την πρόσληψή του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Αναφερόμενος στην εκτέλεση των καθηκόντων του Αιτητή, αναγνώρισε ότι κατά την αρχική περίοδο της συνεργασίας τους επέδειξε ενδιαφέρον και επαγγελματική επάρκεια, υποστήριξε, ωστόσο, ότι στη συνέχεια προέκυψαν επανειλημμένα προβλήματα συμπεριφοράς, τα οποία αφορούσαν κυρίως τον τρόπο επικοινωνίας του με υφισταμένους, συναδέλφους και προϊσταμένους του. Ανέφερε ότι είχε λάβει σχετικά παράπονα από μέλη του προσωπικού και ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλα στελέχη της διοίκησης είχαν προβεί σε προφορικές παρατηρήσεις προς τον Αιτητή. Αναφέρθηκε, επίσης, σε συγκεκριμένο περιστατικό μεταξύ του ιδίου και του Αιτητή, καθώς και στο περιστατικό που οδήγησε στην έκδοση της γραπτής προειδοποίησης του Οκτωβρίου 2019 (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του ο Αιτητής επέδειξε και συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τις υποχρεώσεις πίστης προς την Εργοδότρια Εταιρεία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, κατά τις αρχές του 2020, είχε πληροφορηθεί από στρατηγικό συνεργάτη ότι ο Αιτητής τον είχε προσεγγίσει προτείνοντάς του συνεργασία με άλλη εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης ξενοδοχείων. Αναφερόμενος ακολούθως στη συνάντηση της 7/5/2020, υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε αδικαιολόγητα, παρά την αναγκαιότητα της παρουσίας του, και ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε τη σχετική επικοινωνία με τον Μ.Π. καταδείκνυε πρόθεση παραπλάνησης. Τέλος, αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε πριν από τον τερματισμό, περιλαμβανομένης της επιστολής ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), της απαντητικής επιστολής του Αιτητή (Τεκμήριο 7) και της συνάντησης της 15/5/2020 (Τεκμήριο 8), υποστηρίζοντας ότι στον Αιτητή δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τις θέσεις του και ότι η απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του λήφθηκε κατόπιν συνολικής αξιολόγησης των πράξεων και της συμπεριφοράς του.
Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε αρχικά στις ιδιότητες υπό τις οποίες γνώριζε τον Αιτητή, στις αρμοδιότητές του ως Γενικού Διευθυντή της SunnySeeker και στη σχέση της συγκεκριμένης εταιρείας με την Εργοδότρια Εταιρεία. Σε σχέση με τα κατ’ ισχυρισμό επανειλημμένα περιστατικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, επιβεβαίωσε ότι τα παράπονα και οι προφορικές υποδείξεις που επικαλέστηκε δεν είχαν καταγραφεί γραπτώς, πέραν της συγκεκριμένης προειδοποιητικής επιστολής (Τεκμήριο 5). Ερωτηθείς για το περιστατικό στο οποίο αφορούσε η επιστολή αυτή, αναγνώρισε ότι ο Αιτητής είχε παρευρεθεί σε εκδήλωση αποφοίτων στο ξενοδοχείο Radisson Blu, επέμεινε, ωστόσο, ότι είχε επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά προς το προσωπικό και ότι ο ίδιος είχε εξουσία να του απευθύνει την προειδοποίηση λόγω των διαχειριστικών αρμοδιοτήτων της SunnySeeker. Περαιτέρω, ερωτήθηκε για τη συγκεκριμενοποίηση των ισχυρισμών που αποδίδονταν στον Αιτητή και για το κατά πόσο αυτοί είχαν τεθεί προηγουμένως υπόψη του, αναφέροντας ότι θεωρούσε πως είχαν γίνει σχετικές αναφορές και κατά τη συνάντηση της 15/5/2020, χωρίς να θυμάται με ακρίβεια το περιεχόμενό της. Αναφορικά με τη συνάντηση της 7/5/2020, επέμεινε ότι ο Αιτητής όφειλε να παρευρεθεί και ότι είχε επιχειρήσει να παραπλανήσει τη διεύθυνση μέσω της ηλεκτρονικής επικοινωνίας του με τον Μ.Π. Ερωτηθείς για τις συνθήκες της πανδημίας, αρχικά ανέφερε ότι ο Αιτητής εξακολουθούσε να αμείβεται κανονικά, αποδέχθηκε, ωστόσο, κατόπιν επίδειξης των καταστάσεων μισθοδοσίας (Τεκμήριο 4), ότι δεν εμφανιζόταν καταβολή μισθού για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2020. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνώριζε το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας που επικαλείτο ο Αιτητής. Τέλος, απέρριψε την υποβολή ότι η απόφαση τερματισμού της απασχόλησης ήταν προειλημμένη, επιμένοντας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε λάβει υπόψη τις εξηγήσεις που της παρασχέθηκαν.
Μαρτυρία Γ.Ι.
Καταθέτοντας, ο Γ.Ι. ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Διευθυντή ξενοδοχειακής μονάδας υπό ανέγερση, έχοντας, μεταξύ άλλων, την ευθύνη προγραμματισμού και συντονισμού των εργασιών που απαιτούνταν για την έναρξη λειτουργίας της. Ανέφερε ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, συνεργαζόταν με τον Αιτητή, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή Ανοίγματος Ξενοδοχείου, καθώς και με άλλα πρόσωπα που εμπλέκονταν στην ολοκλήρωση των έργων. Αναφερόμενος στη συνάντηση της 7/5/2020, εξήγησε ότι είχε προγραμματιστεί για σκοπούς επιθεώρησης της προόδου των εργασιών και αντιμετώπισης εκκρεμοτήτων πριν από την παράδοση και λειτουργία του ξενοδοχείου, με τη συμμετοχή αρμοδίων προσώπων και εξωτερικών εργολάβων. Υποστήριξε ότι η παρουσία του Αιτητή ήταν αναγκαία λόγω των καθηκόντων του και ότι ο ίδιος είχε επικοινωνήσει προσωπικά μαζί του πριν από τη συνάντηση, ενημερώνοντάς τον για τον χρόνο και τον σκοπό πραγματοποίησής της. Ανέφερε ότι επικοινώνησε εκ νέου μαζί του στις 6/5/2020, οπότε, κατά τη θέση του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε την παρουσία του. Παρά ταύτα, ο Αιτητής δεν προσήλθε στη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε κανονικά με την παρουσία των υπολοίπων, ούτε ενημέρωσε προηγουμένως για τη μη προσέλευσή του. Πρόσθεσε ότι, μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης, ενημέρωσε σχετικά τη διεύθυνση.
Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε αρχικά στην εταιρεία στην οποία εργαζόταν, στις αρμοδιότητές του ως διευθυντή της ξενοδοχειακής μονάδας και στη σχέση του με τη SunnySeeker, εξηγώντας ότι οι οδηγίες και η εποπτεία που λάμβανε προέρχονταν από τη διοίκησή της. Σε σχέση με τη συνάντηση της 7/5/2020, διευκρίνισε ότι η πρωτοβουλία για την πραγματοποίησή της ήταν δική του, κατόπιν οδηγιών της διεύθυνσης, λόγω της ανάγκης επίλυσης εκκρεμοτήτων που αφορούσαν την ολοκλήρωση του ξενοδοχείου. Αναφερόμενος στις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τον Αιτητή, επέμεινε ότι αυτές ήταν δύο, η πρώτη περίπου δύο ημέρες πριν από τη συνάντηση και η δεύτερη την παραμονή της, και ότι και στις δύο ο Αιτητής είχε επιβεβαιώσει την παρουσία του. Ερωτηθείς, ωστόσο, για το ακριβές περιεχόμενο της επικοινωνίας τους, ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά λέξη όσα είχαν διαμειφθεί. Απέρριψε την υποβολή ότι ο Αιτητής είχε εκφράσει επιφυλάξεις λόγω προβλήματος υγείας και των συνθηκών της πανδημίας. Ερωτηθείς σχετικά με την κατάσταση του εργοταξίου κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, ανέφερε ότι, παρά τους περιορισμούς της πανδημίας, ορισμένες εργασίες εξακολουθούσαν να εκτελούνται από περιορισμένο αριθμό προσώπων και ότι η επίμαχη συνάντηση ήταν σημαντική για τον προγραμματισμό της ολοκλήρωσης του έργου. Τέλος, επανέλαβε ότι, λόγω της φύσης των καθηκόντων του Αιτητή και της συνεργασίας τους, ανέμενε την παρουσία του στη συγκεκριμένη συνάντηση.
Μαρτυρία Αιτητή
Καταθέτοντας, ο Αιτητής ανέφερε ότι απασχολήθηκε αρχικά στην JWPegasus, από την 1/6/2017, και ότι τον Φεβρουάριο του 2019, κατόπιν συνάντησης με τον Μ.Π. και τον κ. Σάββα Κάκο, του ζητήθηκε να παραιτηθεί από τη θέση που κατείχε στην εταιρεία αυτή, προκειμένου να προσληφθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία ως Διευθυντής Ανοίγματος Ξενοδοχείου. Υποστήριξε ότι οι δύο εταιρείες αποτελούσαν εταιρείες ιδίων συμφερόντων ή/και ανήκαν στον ίδιο όμιλο, με αποτέλεσμα η απασχόλησή του σε αυτές να είναι συνεχής. Αναφερόμενος στα καθήκοντά του, υποστήριξε ότι διέθετε πολυετή εμπειρία στον ξενοδοχειακό τομέα και ότι εκτελούσε τις υποχρεώσεις του με επαγγελματισμό, συνέπεια και επιμέλεια, αρνούμενος τους ισχυρισμούς περί πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του και ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ειδικότερα, σε σχέση με την προειδοποιητική επιστολή του Οκτωβρίου 2019 (Τεκμήριο 5), ανέφερε ότι το περιστατικό αφορούσε εκδήλωση αποφοίτων στο ξενοδοχείο Radisson Blu, στην οποία παρευρισκόταν υπό την προσωπική του ιδιότητα, και ότι η σχετική διαφωνία με το προσωπικό αφορούσε την ποιότητα και τον τρόπο παροχής των συμφωνημένων υπηρεσιών. Αρνήθηκε, επίσης, ότι είχε προβεί, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του, σε ενέργειες προς εξυπηρέτηση ανταγωνιστικών ή άλλων προσωπικών συμφερόντων. Αναφερόμενος ακολούθως στη συνάντηση της 7/5/2020, ανέφερε ότι ο Γ.Ι. επικοινώνησε μαζί του μόνο την προηγούμενη ημέρα και ότι ουδέποτε επιβεβαίωσε την παρουσία του, αλλά εξέφρασε επιφυλάξεις λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε και των ιδιαίτερων συνθηκών της πανδημίας. Υποστήριξε ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, τελούσε σε καθεστώς αναστολής εργασιών και ότι είχε προηγουμένως ενημερώσει τα εμπλεκόμενα πρόσωπα για τις εκκρεμότητες των έργων. Ανέφερε ότι, μετά την επικοινωνία του με τον Γ.Ι., απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Μ.Π. (Τεκμήριο 14), ζητώντας να διευκρινιστεί κατά πόσο απαιτείτο η παρουσία του σε συναντήσεις, λαμβάνοντας ως απάντηση ότι θα πραγματοποιείτο συνάντηση την επόμενη εβδομάδα για τον προγραμματισμό των εργασιών. Αναφέρθηκε, επίσης, στην επιστολή που έλαβε στις 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), στην απάντηση που απέστειλε (Τεκμήριο 7), στη συνάντηση της 15/5/2020 (Τεκμήριο 8) και στον τερματισμό της απασχόλησής του στις 20/5/2020 (Τεκμήριο 10), υποστηρίζοντας ότι η σχετική απόφαση ήταν αδικαιολόγητη και είχε ληφθεί χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίοι λόγοι. Περαιτέρω, αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εναντίον του σχετικά με ανταγωνιστική δραστηριότητα και χρήση εταιρικών στοιχείων, αναφερόμενος και στη δικαστική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Τέλος, σε σχέση με τον καθορισμό της αποζημίωσης που αξιώνει, ανέφερε ότι οι μηνιαίες απολαβές του ανέρχονταν σε €5.500, πλέον 13ου μισθού και παροχής μεταφορικού μέσου αξίας €500 μηνιαίως, ενώ επικαλέστηκε, επίσης, τη διάρκεια της υπηρεσίας του, την ηλικία του, την εξειδικευμένη διευθυντική θέση που κατείχε, τις οικογενειακές και οικονομικές του υποχρεώσεις και τις επιπτώσεις της απόλυσης στις επαγγελματικές του προοπτικές.
Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε αρχικά στο περιεχόμενο των καθηκόντων του, στη σχέση της Εργοδότριας Εταιρείας με την SunnySeeker και στην προηγούμενη απασχόλησή του στην JWPegasus. Επέμεινε ότι οι δύο τελευταίες εργοδότριες εταιρείες είχαν κοινά οικονομικά συμφέροντα και συνεργάζονταν στενά, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν γνώριζε με ακρίβεια τη μετοχική τους σύνθεση ή τη νομική μορφή της μεταξύ τους σχέσης. Αναφέρθηκε, επίσης, στις περιστάσεις υπό τις οποίες μετακινήθηκε από την JWPegasus στην Εργοδότρια Εταιρεία, υποστηρίζοντας ότι διατηρήθηκαν οι οικονομικοί όροι της απασχόλησής του. Σε σχέση με τις απολαβές του, επέμεινε ότι δικαιούτο 13ο μισθό, παραπέμποντας στα σχετικά αποδεικτικά πληρωμής, παρά την αντίθετη αναφορά που του υποβλήθηκε ως προς τους γραπτούς όρους εργοδότησής του. Αναφερόμενος στα περιστατικά συμπεριφοράς που του αποδόθηκαν, αρνήθηκε ότι είχε προηγουμένως δεχθεί επανειλημμένες προφορικές παρατηρήσεις και εξήγησε ότι, κατά την εκδήλωση του Οκτωβρίου 2019, είχε ενεργήσει ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής των αποφοίτων, ζητώντας από το προσωπικό την τήρηση των συμφωνημένων όρων της εκδήλωσης. Αποδέχθηκε ότι είχε λάβει τη σχετική προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 5), ανέφερε, ωστόσο, ότι δεν απάντησε σε αυτή κατόπιν σχετικής συζήτησης με τον Μ.Π. Ερωτηθείς για τον ισχυρισμό περί εξυπηρέτησης ανταγωνιστικών συμφερόντων αναφέρθηκε σε επικοινωνία που πραγματοποιήθηκε μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του και ότι δεν είχε προτείνει ανταγωνιστική συνεργασία κατά τον χρόνο εργοδότησής του. Όσον αφορά τη συνάντηση της 7/5/2020, αποδέχθηκε ότι δεν προσήλθε και ότι δεν ενημέρωσε προηγουμένως τον Γ.Ι. για την τελική του απόφαση, επέμεινε, ωστόσο, ότι δεν είχε ποτέ επιβεβαιώσει την παρουσία του. Εξήγησε ότι είχε ενημερώσει τον Γ.Ι. για το πρόβλημα υγείας του και ότι, λόγω της πανδημίας και της αναστολής των εργασιών, απευθύνθηκε στον Μ.Π. για οδηγίες. Αποδέχθηκε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε (Τεκμήριο 14) δεν αναφερόταν ειδικά στη συνάντηση της 7/5/2020, υποστήριξε, ωστόσο, ότι αφορούσε γενικότερα την αναγκαιότητα της παρουσίας του σε συναντήσεις κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Περαιτέρω, ερωτήθηκε για τη διαδικασία που προηγήθηκε της απόλυσής του, τη συνάντηση της 15/5/2020 και τις συζητήσεις που, κατά τη θέση του, είχε με τον Μ.Π. σχετικά με την καταβολή αποζημίωσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το βασικό επίδικο ερώτημα που καλούμαστε εδώ να απαντήσουμε είναι κατά πόσο η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε, με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας, να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην δικαιούται στις Επίδικες Θεραπείες.
Έχοντας αυτό υπόψη μας, προχωρήσαμε με την αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, καταλήγοντας, αρχικά, στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Καταρχάς, στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία για τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή αφορά συγκεκριμένη διαγωγή του, η οποία, κατά τη θέση της, εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων και ήταν τέτοιας σοβαρότητας και έντασης, ώστε η απόλυσή του χωρίς προειδοποίηση να δικαιολογείται.
Αυτό, άλλωστε, καθίσταται σαφές:
(1) τόσο από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), στη βάση της οποίας ο Αιτητής κλήθηκε στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 15/5/2020 στα γραφεία της εταιρείας SunnySeeker (στην οποία γίνεται αναφορά σε διαγωγή του Αιτητή που, κατά τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, συνιστούσε παράβαση των εργασιακών του υποχρεώσεων),
(2) όσο και από το περιεχόμενο της ίδιας της επιστολής τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (Τεκμήριο 10), στην οποία, αφενός, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω αναφορές και, αφετέρου, σημειώνεται ρητώς ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, έχοντας λάβει υπόψη τη συμπεριφορά και διαγωγή που απέδιδε στον Αιτητή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή τον είχε καταστήσει υποκείμενο σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση.
Επίσης, καθίσταται σαφές και:
(1) από τη μαρτυρία του Μ.Π., ο οποίος (καταθέτοντας υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας) αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες, κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμες συμπεριφορές του Αιτητή κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του, οι οποίες, κατά τη θέση του, οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στο συμπέρασμα ότι η απόλυσή του χωρίς προειδοποίηση ήταν δικαιολογημένη (δίδοντας, σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερη έμφαση στη διαγωγή που του αποδόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τη συνάντηση της 7/5/2020) και
(2) από τη μαρτυρία του Α.Χ., ο οποίος αναφέρθηκε, επίσης, σε συγκεκριμένες, κατ’ ισχυρισμό επιλήψιμες συμπεριφορές του Αιτητή, περιλαμβανομένων προηγούμενων περιστατικών για τα οποία, κατά τη θέση του, είχαν γίνει σχετικές προειδοποιήσεις (δίδοντας και ο ίδιος ιδιαίτερη έμφαση στη διαγωγή που αποδίδεται στον Αιτητή σε σχέση με τη συνάντηση της 7/5/2020).
Στη βάση του συμπεράσματός μας αυτού, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η νομιμότητα του επίδικου τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των πιο πάνω προνοιών, ήτοι των προνοιών των παραγράφων (ε) και (στ) του Άρθρου 5 του Ν.24/67, καθώς και των σχετικών αρχών που διέπουν την εφαρμογή τους, οι οποίες, κατά την κρίση μας, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
(1) Κρίση για τον επίμαχο τερματισμό.
Ως προκύπτει από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων (βλ. πιο πάνω), αυτές προσδίδουν σε εργοδότη τη δυνατότητα νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου ο οποίος απασχολείται στην υπηρεσία του (χωρίς δηλαδή να προκύπτει υποχρέωση προειδοποίησής του για τον τερματισμό ή καταβολής προς όφελός του Αποζημιώσεων για Παράνομη Απόλυση) όταν αυτός επιδεικνύει, κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, διαγωγή – συμπεριφορά η οποία τον καθιστά υποκείμενο σε «απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως».
Το κατά πόσον συντρέχει μια τέτοια περίπτωση εναπόκειται, αποκλειστικά, στην κρίση του ίδιου του εργοδότη, ο οποίος καλείται, έχοντας υπόψη του τον ενδεικτικό κατάλογο διαγωγών - συμπεριφορών που ενεργοποιούν τις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Άρθρου 5, ως αυτός παρατίθεται στα πλαίσια του εδαφίου (στ) του άρθρου αυτού, να κρίνει κατά πόσον η επίμαχη διαγωγή είχε ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη του κλίματος εμπιστοσύνης που διαπνέει τη σχέση εργασίας, με συνέπεια η σχέση αυτή να μην αναμένεται λογικά να συνεχιστεί (βλ. Pattikis v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103).
Το πότε προκύπτει αυτό συναρτάται με τη «σοβαρότητα» της διαγωγής – συμπεριφοράς που διαπράττει ο εργοδοτούμενος και τίθεται προς εξέταση ενώπιον του εργοδότη στην επίμαχη περίπτωση. Αυτό, άλλωστε, καθίσταται σαφές τόσο από τις σχετικές αναφορές στο εδάφιο (στ) του Άρθρου 5, (βλ. κυρίως αναφορά σε «διάπραξη σοβαρού παραπτώματος» και «σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση»), όσο και από την εκτενή αναφορά στο θέμα αυτό στα πλαίσια της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου[6], όπου τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι:
(α) Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εργοδοτουμένου, η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δύναται να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη κατ’ εφαρμογή των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθρου 5.
(β) Η άμεση απόλυση, ως ιδιαιτέρως δραστικό μέτρο, επιτρέπεται να λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.
(γ) Μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα μεμονωμένο παράπτωμα δεν είναι επαρκές για να δικαιολογήσει τερματισμό απασχόλησης άνευ προειδοποιήσεως, εκτός εάν συνοδεύεται από ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες.
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την έννοια της «σοβαρότητας» της διαγωγής, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τα εξής:
(α) Η εκτίμηση της «σοβαρότητας» της διαγωγής.
Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνουμε τα εξής:
(i) Για το πότε μία διαγωγή ενέχει το στοιχείο της «σοβαρότητας», εντός των όσων αναφέραμε ανωτέρω, δεν υφίσταται, ούτε δύναται να υφίσταται, γενικός κανόνας που να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις (βλ. κυρίως Pattikis (πιο πάνω)). Και τούτο διότι η εν λόγω εκτίμηση, όπως προκύπτει και από τη χρήση της φράσης «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της περιπτώσεως» στο εδάφιο (στ) του Άρθρου 5, εξαρτάται από την ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που πλαισιώνουν την κάθε περίπτωση και, ειδικότερα, από το κατά πόσον η διαγωγή – συμπεριφορά που αποδίδεται στον εργοδοτούμενο ήταν, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, ικανή να διαρρήξει το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται μη αναμενόμενη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης.
(ii) Παρά τα πιο πάνω, γίνεται δεκτό ότι ορισμένες μορφές διαγωγής ενέχουν, εκ φύσεώς τους, τέτοιο βαθμό σοβαρότητας, ώστε να θεωρούνται, κατά τεκμήριο, ικανές να διαρρήξουν το κλίμα εμπιστοσύνης που διέπει τη σχέση – σύμβαση εργασίας και, κατ’ επέκταση, να δύνανται να ενεργοποιήσουν τις σχετικές πρόνοιες περί απόλυσης άνευ προειδοποιήσεως. Τέτοιες είναι, κυρίως, διαγωγές που φαίνεται να πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως είναι η επίθεση, η πρόκληση σωματικής βλάβης, η παράνομη χρήση ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών κ.ά., καθώς και πράξεις που παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του εργασιακού περιβάλλοντος, όπως π.χ. η σεξουαλική ή άλλης μορφής παρενόχληση, η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας και η τέλεση ανταγωνιστικών πράξεων εις βάρος του εργοδότη.
(β) Το πρόσφατο της διαγωγής.
Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνουμε τα εξής:
(i) Η εκτίμηση της σοβαρότητας της διαγωγής πρέπει να αφορά, όπως και γενικότερα η εκτίμηση για το κατά πόσον δικαιολογείται ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, πρόσφατη, σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, διαγωγή – συμπεριφορά. Και τούτο διότι ο τερματισμός της απασχόλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος στη βάση παρελθουσών διαγωγών του εργοδοτουμένου, ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς τους, εφόσον, σε διαφορετική περίπτωση, θα δημιουργείτο ο κίνδυνος οι εργοδοτούμενοι που υπέπεσαν σε παρελθούσες παραβάσεις να παραμένουν διαρκώς εκτεθειμένοι στην απειλή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, με αποτέλεσμα η εργασιακή τους σχέση να τελεί υπό καθεστώς παρατεταμένης αβεβαιότητας, κάτι που αντίκειται τόσο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και στη θεμελιώδη υποχρέωση του εργοδότη να ενεργεί, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, με καλή πίστη.
(ii) Ταυτόχρονα, η εκτίμηση της επίμαχης διαγωγής από τον εργοδότη οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή κατά την οποία αυτή περιήλθε στην αντίληψή του, όπως ρητώς επισημαίνεται και στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(ε).
(iii) Το τι συνιστά «εύλογο χρόνο» δεν δύναται να προσδιοριστεί κατά τρόπο αφηρημένο ή απόλυτο, αλλά εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η έννοια αυτή δεν αποκλείει τον χρόνο που ευλόγως απαιτείται για τη διερεύνηση των σχετικών γεγονότων από τον εργοδότη, προκειμένου αυτός να σχηματίσει επαρκώς τεκμηριωμένη εικόνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά, πριν καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και λάβει την απόφασή του[7].
(2) Δικαστικός έλεγχος της κρίσης.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κατά πόσον συγκεκριμένη διαγωγή του εργοδοτουμένου καθιστά αυτόν υποκείμενο σε απόλυση άνευ προειδοποιήσεως εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση του ίδιου του εργοδότη. Η κρίση αυτή, όμως, δεν δύναται να είναι αυθαίρετη και ελέγχεται από το αρμόδιο Δικαστήριο – ήτοι το Δ.Ε.Δ. – στη βάση του κριτηρίου που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, ήτοι στη βάση του κατά πόσον ευρίσκετο εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού και συνετού εργοδότη («within the band of reasonable responses of a reasonable employer»), με αποτέλεσμα να είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη.
Αυτό που, δε, το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο αυτό, οφείλει να πράττει εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό, δεν είναι ούτε να επανεκδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά τον χρόνο της απόλυσης ούτε να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη, αλλά να επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας διερεύνησης που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, καθώς και στο εύλογο των πεποιθήσεών του κατά τον χρόνο της απόλυσης.
Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε στο πλαίσιο της απόφασης της πλειοψηφίας στην υπόθεση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Π.Ε. αρ. 188/2012, ημερ. 20/11/2018, στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd (ανωτέρω), ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανεκδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη, ("an ET.may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62[3]). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.»
Η υπογράμμιση δική μας.
Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι το «εύλογο» της απόφασης του εργοδότη δεν αφορά μόνο το τελικό στάδιο λήψης της απόφασής του, το στάδιο δηλαδή όπου αυτός καταλήγει σε τελική κρίση σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, αλλά αδιαμφισβήτητα αφορά και το στάδιο που προηγείται αυτού και κατά το οποίο ο εργοδότης, διενεργώντας σχετική «εύλογη» διερεύνηση, διαμορφώνει την αντίληψή του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την επίμαχη διαγωγή.
Σχετικές είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης («Ν.45/1985») το οποίο προβλέπει τα εξής:
«…Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.».
Σχετική είναι και η απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω), στο πλαίσιο της οποίας το Ανώτατο Δικαστήριο, με ειδική αναφορά στο προαναφερόμενο άρθρο του Ν.45/1985, σημείωσε τα εξής:
«Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Τέλος, σχετική είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:
«Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd [1976] EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton [1986] W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν.»
Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι αυτό που καθιστά τη διερεύνηση του ζητήματος εύλογη δεν είναι η τήρηση «συγκεκριμένης διαδικασίας», αλλά η παροχή στον εργοδοτούμενο ουσιαστικής ευκαιρίας να ακουστεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, με την προβολή και της δικής του θέσης. Αυτό είναι δυνατό να παραλειφθεί μόνο εάν τα πραγματικά περιστατικά ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ως εκ των ανωτέρω, καθίσταται σαφές αυτό που πρώτα καλούμαστε να απαντήσουμε κατά τη διαμόρφωση της τελικής μας κρίσης επί του βασικού εδώ επίδικου ζητήματος (ως αυτό αναλύθηκε ανωτέρω) είναι το κατά πόσον η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή ήταν, στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιόν της κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού (βλ. απόφαση Σουρουλλά (πιο πάνω)), εύλογη, υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω).
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό σημειώνουμε τα εξής:
Κατόπιν εξέτασης της σχετικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας (κυρίως) από τον διάδικο που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, ήτοι την Εργοδότρια Εταιρεία, καταλήξαμε, κατ’ αρχάς, στο συμπέρασμα ότι το πρώτο και βασικό στοιχείο που η τελευταία έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της κρίσης της για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή ήταν η, κατά τη θέση της, παράλειψή του να παρευρεθεί στη συνάντηση της 7/5/2020 (την οποία, ενόψει τόσο της σημασίας που απέδιδε στην εν λόγω συνάντηση όσο και των περιστάσεων που, κατά την εκδοχή της, περιέβαλλαν την απουσία του, θεώρησε ως σοβαρή παράβαση των εργασιακών του υποχρεώσεων).
Αυτό, άλλωστε, καθίσταται απόλυτα σαφές από το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών (Τεκμήρια 6 και 10) στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά τόσο στη σημασία που, κατά την άποψη των συντακτών τους, είχε η εν λόγω συνάντηση όσο και στην εκτίμησή τους ότι η απουσία του Αιτητή από αυτή συνιστούσε συμπεριφορά που δεν άρμοζε σε εργοδοτούμενο που κατείχε υπεύθυνη θέση και αποτελούσε παράβαση των εσωτερικών κανονισμών και των όρων εργοδότησής του.
Εδώ, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αυτό που ειδικότερα φαίνεται η Εργοδότρια Εταιρεία να αποδίδει στον Αιτητή ως διαγωγή τέτοιας σοβαρότητας, ώστε η εργασιακή τους σχέση να μην μπορεί εύλογα να συνεχιστεί, δεν είναι η παράλειψή του να παρευρεθεί στη συνάντηση της 7/5/2020 αυτή καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι, κατά τη θέση της, δεν παρευρέθηκε σε αυτή παρά τη σαφή προηγούμενη επιβεβαίωσή του ότι θα προσέλθει.
Αυτό άλλωστε προκύπτει (πιο σημαντικά) από:
(1) Το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης (Τεκμήριο 10), στην οποία, επαναλαμβάνοντας το σχετικό περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 6), η Εργοδότρια Εταιρεία αναφέρει ότι ο Αιτητής είχε προηγουμένως, στις 6/5/2020, επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συνάντηση της 7/5/2020, στην οποία, παρά την επιβεβαίωση αυτή, εν τέλει δεν προσήλθε.
(2) Τη σχετική μαρτυρία του Γ.Ι. (ο οποίος ήταν το πρόσωπο που, κατά την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, επικοινώνησε απευθείας με τον Αιτητή και έλαβε τη σχετική επιβεβαίωση της παρουσίας) σύμφωνα με την οποία:
«6. Πριν από την ημερομηνία της συνάντησης, επικοινώνησα προσωπικά με Αιτητή, όπου τον ενημέρωσα σχετικά με επερχόμενη συνάντηση, συγκεκριμένα τον ενημέρωσα για την ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής της, και ότι αναμενόταν η παρουσία του στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων.
7. Την Τετάρτη 06/05/2020, και ενόψει της σοβαρότητας της συνάντησης, αφού αφορούσε την ολοκλήρωση χρονοδιαγράμματος εργασιών και την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου, επικοινώνησα και πάλι προσωπικά με τον Αιτητή για να επιβεβαιώσω την παρουσία του στην πιο πάνω προγραμματισμένη συνάντηση, παρουσία την οποία και επιβεβαίωσε. …
9. Παρά ταύτα, κατά την ημερομηνία και ώρα της συνάντησης, ο κ. Χρίστος Κυριακίδης δεν προσήλθε και δεν παρευρέθηκε, παρόλο που η παρουσία του αναμενόταν στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων και για σκοπούς εκπροσώπησης της εργοδότριας εταιρείας, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει ή ειδοποιήσει εμένα ή εξ όσων γνωρίζω οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο πρόσωπο.»
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, ο Αιτητής παρουσίασε ενώπιόν μας εκδοχή η οποία αποκλίνει ουσιωδώς από εκείνη που παρουσίασαν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας (υπό την έννοια ότι, μολονότι αποδέχεται τόσο τη μη προσέλευσή του στη συνάντηση της 7/5/2020 όσο και το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα για τη μη παρουσία του σε αυτή, αρνείται κατηγορηματικά ότι είχε προηγουμένως επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συγκεκριμένη συνάντηση, ισχυριζόμενος ότι, κατά τη σχετική τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Γ.Ι., είχε, αντιθέτως, εκφράσει επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα προσέλευσής του, επικαλούμενος λόγους υγείας), καθίσταται αντιληπτό ότι αυτό που θα πρέπει σχετικά να πράξουμε είναι να αξιολογήσουμε τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, προκειμένου να διαπιστώσουμε κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, κατάφερε να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τον ισχυρισμό της περί προηγούμενης επιβεβαίωσης της παρουσίας του Αιτητή στη συγκεκριμένη συνάντηση[8].
Προχωρώντας στην αξιολόγηση αυτή, σημειώνουμε τα εξής:
Όπως αναφέραμε προηγουμένως, η σχετική εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας προκύπτει κυρίως από το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών (Τεκμήρια 6 και 10), καθώς και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από τον Γ.Ι., ο οποίος ήταν το πρόσωπο που, κατά την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, επικοινώνησε απευθείας με τον Αιτητή και έλαβε την επίμαχη επιβεβαίωση της παρουσίας του στη συγκεκριμένη συνάντηση.
Από την άλλη, η αντίστοιχη εκδοχή του Αιτητή προκύπτει κυρίως από τη δική του μαρτυρία και, ειδικότερα, από τα όσα ανέφερε στις παραγράφους 18 και 19 της Γραπτής Δήλωσής του (Έγγραφο Δ), όπου αναφέρονται τα εξής:
«18.Τονίζω εντόνως στο σημείο τούτο ότι ο κ. Γ.Ι. με κάλεσε μόνον την παραμονή της ένδικης συνάντησης, ήτοι την 6.5.2020 και ουδέποτε με κάλεσε δύο (2) φορές και ειδικότερα τάχα την 5.5.2020 και την 6.5.2020 για δήθεν υπενθύμιση, όπως ψευδέστατα, κακόβουλα και υποβολιμιαία κατέθεσε στο ακροατήριο του Υμετέρου Δικαστηρίου.
19. Είναι απόλυτα ψευδές ότι εγώ του επιβεβαίωσα την όποια παρουσία μου, αφού στην τηλεφωνική μας επικοινωνία του απάντησα επί λέξει τα εξής: «Γρηγόρη μου, μου είναι δύσκολο να έρθω και θα ρωτήσω εάν αυτό συνιστάται. Έχω ιατρικό θέμα και δεν είμαι σίγουρος». Του κατέστησα άλλωστε σαφές ότι και ο ίδιος γνωρίζει όλες τις εκκρεμότητες του έργου και εάν υφίστατο οποιαδήποτε απορία θα μπορούσε να μου την αναφέρει και να του απαντήσω και τηλεφωνικά ακόμη. Πέραν όμως τούτων, το γεγονός ότι ουδέποτε του επιβεβαίωσα το γεγονός της όποιας παρουσίας μου αποδεικνύεται αναντίρρητα από το γεγονός της ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων (emails) με τον κ. Μ.Π. για την αναγκαιότητα παρουσίας μου στην εν λόγω συνάντηση, γεγονός που δεν θα υπήρχε λόγος να επισυμβεί εάν εγώ είχα ήδη επιβεβαιώσει την παρουσία μου, όπως ο κ. Γ.Ι. οψιγενώς ισχυρίζεται.»
Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία σε συνάρτηση με το σύνολο των στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μας στο πλαίσιο της εκδίκασης της Επίδικης Αίτησης, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν προσέφερε επαρκώς σαφή, συγκεκριμένη και αξιόπιστη μαρτυρία, ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο Αιτητής είχε πράγματι επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συνάντηση της 7/5/2020.
Επεξηγώντας την κατάληξή μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:
Κατ’ αρχάς, αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας, δεν βρήκαμε αυτή να αποτελεί επαρκώς ασφαλές και αξιόπιστο υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπεράσματος περί προηγούμενης επιβεβαίωσης της παρουσίας του Αιτητή στη συγκεκριμένη συνάντηση. Και τούτο διότι:
(1) Ο Γ.Ι., κατά την αντεξέτασή του, δεν ανέπτυξε τη σχετική εκδοχή του με την αναγκαία λεπτομέρεια και σαφήνεια. Ειδικότερα, αν και επέμεινε στη θέση του ότι ο Αιτητής είχε επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συνάντηση της 7/5/2020, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο της σχετικής τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, αναφέροντας, μάλιστα, ότι δεν θυμόταν κατά λέξη τα όσα του είχε αναφέρει ο Αιτητής. Έχοντας υπόψη το γεγονός αυτό, καθώς και ότι η συγκεκριμένη επικοινωνία αποτελούσε το ουσιώδες στοιχείο επί του οποίου στηριζόταν η σχετική εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, δεν βρήκαμε τη μαρτυρία του Γ.Ι. επαρκώς σαφή και συγκεκριμένη, ώστε να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπεράσματος περί προηγούμενης επιβεβαίωσης της παρουσίας του Αιτητή στη συγκεκριμένη συνάντηση.
(2) Η σχετική εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας δεν είναι απολύτως συμβατή:
(α) ούτε με το περιεχόμενο της σχετικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας (Τεκμήριο 14), στο πλαίσιο της οποίας ο Αιτητής, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Γ.Ι., απευθύνθηκε στον Μ.Π., ζητώντας να διευκρινιστεί κατά πόσον απαιτείτο η παρουσία του σε συναντήσεις και επιτόπιες συσκέψεις (βλ. πιο πάνω),
(β) ούτε με τη σχετική μαρτυρία του Μ.Π. επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ο οποίος, αναφερόμενος στις πληροφορίες που είχε λάβει σχετικά με την επίμαχη τηλεφωνική επικοινωνία, ανέφερε ότι ο Αιτητής είχε δηλώσει πως πιθανότατα θα ήταν παρών, χωρίς, ωστόσο, να έχει ξεκαθαρίσει κατά πόσον θα παρευρισκόταν ή όχι[9].
Ακολούθως, αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία του Αιτητή, βρήκαμε αυτή να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και συνέπεια, καθώς και να υποστηρίζεται από στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας. Και τούτο διότι:
(1) Ο Αιτητής, καταθέτοντας ενώπιόν μας ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, άφησε θετικές εντυπώσεις, παρουσιάζοντας σαφή και συνεπή μαρτυρία, η οποία χαρακτηριζόταν από συνοχή και σταθερότητα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα σχετικά με το ζήτημα γεγονότα, δίδοντάς μας την εντύπωση ότι είχε σαφή γνώση και αντίληψη των όσων είχαν διαμειφθεί. Παρά δε την εκτενή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, η εκδοχή του επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν κλονίστηκε, ούτε προέκυψε οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο που να μας οδηγεί σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της.
(2) Η σχετική εκδοχή του βρίσκεται σε συμφωνία:
(α) τόσο με το περιεχόμενο της απαντητικής του επιστολής ημερομηνίας 13/5/2020 (Τεκμήριο 7), η οποία συντάχθηκε σε χρόνο ιδιαίτερα κοντινό προς τα επίδικα γεγονότα και, κυρίως, πριν από τη λήψη της απόφασης για τον τερματισμό της απασχόλησής του, και στην οποία ο ίδιος είχε ήδη παρουσιάσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια την εκδοχή του για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον Γ.Ι., αρνούμενος ότι είχε προηγουμένως επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συγκεκριμένη συνάντηση,
(β) όσο και με το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας ημερομηνίας 6/5/2020 (Τεκμήριο 14), από την οποία προκύπτει ότι, λίγο μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Γ.Ι., απευθύνθηκε στον Μ.Π., ζητώντας να πληροφορηθεί κατά πόσον απαιτείτο η παρουσία του σε συναντήσεις και επιτόπιες συσκέψεις (γεγονός το οποίο, κατά την κρίση μας, συνάδει περισσότερο με την εκδοχή του Αιτητή ότι είχε εκφράσει επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα προσέλευσής του στη συνάντηση της 7/5/2020, παρά με τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι είχε προηγουμένως επιβεβαιώσει την παρουσία του σε αυτή).
Στη βάση των πιο πάνω, βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσέφερε ενώπιόν μας επαρκή θετική μαρτυρία, η οποία να παρέχει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Αιτητής είχε πράγματι επιβεβαιώσει την παρουσία του στη συνάντηση της 7/5/2020. Συνεπακόλουθα, ο σχετικός ισχυρισμός της δεν αποδείχθηκε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, με αποτέλεσμα η Εργοδότρια Εταιρεία να μην έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Το γεγονός αυτό, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας που, όπως διαπιστώσαμε ανωτέρω, απέδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία στην προηγούμενη επιβεβαίωση της παρουσίας του Αιτητή κατά τη λήψη της απόφασής της για τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής του, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι η εν λόγω απόφαση δεν ήταν εύλογη, υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στη σχετική νομολογία (βλ. Κακοφεγγίτου (πιο πάνω)).
Προτού, όμως, διατυπώσουμε οποιαδήποτε τελική κρίση επί του ζητήματος αυτού, οφείλουμε να σημειώσουμε και τα εξής:
Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας καθίσταται σαφές ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά τη λήψη της απόφασής της για τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, έλαβε υπόψη της, πέραν του πιο πάνω στοιχείου, και δύο επιπρόσθετα στοιχεία που αφορούσαν τη συμπεριφορά του κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, ήτοι (1) την, κατ’ ισχυρισμό της, επανειλημμένη επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή ανάρμοστης και προσβλητικής συμπεριφοράς προς το προσωπικό της και (2) την, επίσης κατ’ ισχυρισμό της, επίδειξη εκ μέρους του, κατά τις αρχές του 2020, συμπεριφοράς που αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση «αλλότριων συμφερόντων».
Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, σημειώνουμε ότι το γεγονός πως αυτό λήφθηκε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της σχετικής απόφασης της Εργοδότριας Εταιρείας προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών (Τεκμήρια 6 και 10), στις οποίες γίνεται αναφορά σε κατ’ ισχυρισμό ανάρμοστη και προσβλητική συμπεριφορά του Αιτητή, όσο και από την εν γένει μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας και, κυρίως, τη μαρτυρία των Μ.Π. και Α.Χ., οι οποίοι αναφέρθηκαν σε γενικότερα προβλήματα συμπεριφοράς του Αιτητή κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του, τα οποία, κατά τη θέση τους, είχαν προκαλέσει επανειλημμένα παράπονα από το προσωπικό και τους συνεργάτες της Εργοδότριας Εταιρείας.
Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, σημειώνουμε ότι το γεγονός πως αυτό λήφθηκε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της σχετικής απόφασης της Εργοδότριας Εταιρείας προκύπτει κυρίως από τη μαρτυρία του Α.Χ. και, ειδικότερα, από τα όσα ανέφερε στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β), όπου ισχυρίστηκε ότι, κατά τις αρχές του 2020, δηλαδή πριν από την απόλυση του Αιτητή (η οποία έλαβε χώρα στις 20/5/2020), είχε πληροφορηθεί από στρατηγικό συνεργάτη της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής τον είχε προσεγγίσει, προτείνοντάς του συνεργασία με άλλη εταιρεία που θα παρείχε αντίστοιχες υπηρεσίες διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι ο ίδιος ο Α.Χ., στην παράγραφο 12 της εν λόγω δήλωσης, ανέφερε ότι οι πράξεις και παραλείψεις του Αιτητή στις οποίες είχε προηγουμένως αναφερθεί αξιολογήθηκαν συνολικά από τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας και αποτέλεσαν τους λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησής του.
Επομένως, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά τη λήψη της απόφασης για τον επίδικο τερματισμό, δεν περιορίστηκε στην εκτίμηση του περιστατικού της μη προσέλευσης του Αιτητή στη συνάντηση της 7/5/2020, αλλά συνεκτίμησε και άλλα στοιχεία που αφορούσαν την εν γένει συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του ως αυτά σημειώνονται πιο πάνω.
Αυτό, άλλωστε, γίνεται αποδεκτό και από την ίδια την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, η οποία, στο πλαίσιο των Γραπτών Αγορεύσεων που οι δικηγόροι της έθεσαν ενώπιόν μας (Τεκμήριο Χ2), σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«4.3. Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση απέδειξε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή βασίστηκε σε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα περιστατικά, τα οποία συνιστούν συμπεριφορά εμπίπτουσα στις πρόνοιες του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου.
4.4. Ειδικότερα, η συμπεριφορά του Αιτητή, όπως αυτή αποδείχθηκε μέσα από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια, περιλαμβάνει:
- επαναλαμβανόμενη ανάρμοστη και προσβλητική συμπεριφορά προς προσωπικό,
- μη συμμόρφωση με οδηγίες της διοίκησης,
- απουσία από ουσιώδεις επαγγελματικές υποχρεώσεις χωρίς εξασφάλιση άδειας,
- καθώς και ενέργειες που εγείρουν ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων.
Τα πιο πάνω δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συνθέτουν ένα συνεκτικό πρότυπο συμπεριφοράς που παραβιάζει τις βασικές υποχρεώσεις πίστης, επιμέλειας και υπακοής του εργοδοτουμένου.»
Η υπογράμμιση δική μας.
Παρά ταύτα, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας καθίσταται σαφές ότι τα δύο αυτά στοιχεία ουδέποτε τέθηκαν, πριν από τη λήψη της απόφασης για τον επίδικο τερματισμό, ενώπιον του Αιτητή με την αναγκαία σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση, ούτως ώστε να του δοθεί, σύμφωνα με τις αρχές που αναλύσαμε προηγουμένως, ουσιαστική δυνατότητα να απαντήσει σε αυτά.
Επεξηγώντας αυτό σημειώνουμε τα εξής:
(1) Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, ήτοι τους ισχυρισμούς περί πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του Αιτητή και ανάρμοστης ή/και προσβλητικής συμπεριφοράς του, παρατηρούμε ότι, παρά τις σχετικές γενικές αναφορές που περιλαμβάνονται στις επιστολές της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήρια 6 και 10), δεν προσδιορίζονται σε αυτές συγκεκριμένα περιστατικά ή συμπεριφορές που να στοιχειοθετούν τους εν λόγω ισχυρισμούς, πέραν του περιστατικού της 7/5/2020, το οποίο εξετάσαμε προηγουμένως. Ούτε, εξάλλου, από τα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη συνάντηση της 15/5/2020 (Τεκμήριο 8) προκύπτει ότι τέθηκαν ενώπιον του Αιτητή συγκεκριμένα περιστατικά πλημμελούς άσκησης καθηκόντων ή ανάρμοστης συμπεριφοράς, ώστε να του δοθεί ουσιαστική δυνατότητα να τοποθετηθεί επί αυτών.
(2) Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, ήτοι τον ισχυρισμό περί εξυπηρέτησης «αλλότριων συμφερόντων», η περίπτωση διαφοροποιείται, καθότι εδώ δεν πρόκειται απλώς για έλλειψη συγκεκριμενοποίησης, αλλά για απουσία στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προηγουμένως γνωστοποιηθεί στον Αιτητή. Ειδικότερα, παρά τη σχετική αναφορά που γίνεται στη μαρτυρία του Α.Χ., ως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω, καθώς και τη θέση που προβάλλει επί του θέματος η Εργοδότρια Εταιρεία στη γραπτή της αγόρευση (Τεκμήριο Χ2), ούτε στις σχετικές επιστολές (Τεκμήρια 6 και 10) ούτε στα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά τη συνάντηση της 15/5/2020 (Τεκμήριο 8) περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Συνεπακόλουθα, βρίσκουμε ότι, παρά το γεγονός ότι τα δύο πιο πάνω στοιχεία λήφθηκαν υπόψη από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά τη διαμόρφωση της απόφασής της για τον επίδικο τερματισμό, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν προηγουμένως τεθεί ενώπιον του Αιτητή κατά τρόπο που να του παρέχει ουσιαστική δυνατότητα να απαντήσει σε αυτά (ως απαιτείται από τις σχετικές αρχές που παραθέσαμε προηγουμένως), με αποτέλεσμα η απόφασή της για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή να μην μπορεί, και για τον λόγο αυτό, να θεωρηθεί εύλογη.
ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω οδηγούμαστε αναπόδραστα σε τελική κρίση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας, απέτυχε να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι η απόφασή της για τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή ήταν, στη βάση των αρχών που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της σχετικής νομολογίας (βλ. κυρίως απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω)), εύλογη.
Ενόψει αυτού, βρίσκουμε ότι η επιδίκαση Αποζημιώσεων για Παράνομη Απόλυση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας δικαιολογείται.
Καθορίζοντας το ύψος των αποζημιώσεων αυτών σημειώνουμε τα εξής:
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67 υπολογίζονται στο πλαίσιο των προνοιών του Πρώτου Πίνακα, στον οποίο σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.
3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·
(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·
(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.» …
Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»
Υπογραμμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Δ.Σ. ν. ARGOSY TRADING COMPANY LIMITED, Π.Ε. Αρ. 310/2012, ημερ. 13/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, επαύξησε το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε από το Δ.Ε.Δ. προς την εργοδοτούμενη – Αιτήτρια, από το ποσό των €2.750,00 στο ποσό των €4.125,00, στη βάση του ότι:
«Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης.»
Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι το ύψος των αποζημιώσεων που δύνανται να επιδικαστούν σε εργοδοτούμενο από το Δ.Ε.Δ. στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67 συναρτάται άμεσα τόσο με το στοιχείο της τελευταίας συνεχούς περιόδου απασχόλησής του όσο και με το τελευταίο εβδομαδιαίο ημερομίσθιο που αυτός ελάμβανε πριν από τον τερματισμό της απασχόλησής του.
Έχοντας αυτό υπόψη, και με δεδομένο ότι τα στοιχεία αυτά αμφισβητούνται στο πλαίσιο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από τα διάδικα μέρη, με αποτέλεσμα να προκύπτουν διιστάμενες εκδοχές ως προς έκαστο εξ αυτών, προχωρούμε πιο κάτω στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας, προκειμένου να καταλήξουμε σε σχετικά ευρήματα, στα οποία θα στηριχθούμε, στη συνέχεια, για τον καθορισμό των ποσών που δικαιούται ο Αιτητής.
Αναφερόμενοι πρώτα στο στοιχείο της τελευταίας συνεχούς περιόδου απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία, σημειώνουμε τα εξής:
Από την ενώπιόν μας μαρτυρία, σε συνδυασμό με τις θέσεις των διαδίκων ως αυτές προκύπτουν από τη δικογραφία τους, καθίσταται σαφές ότι ο Αιτητής υποστηρίζει πως η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησής του εκτείνεται από την 1/6/2017 μέχρι τις 20/5/2020, εφόσον, κατά τη θέση του, η προηγούμενη απασχόλησή του στην JWPegasus ήταν συνεχής με τη μεταγενέστερη απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία, λόγω της εταιρικής σχέσης που υφίστατο μεταξύ τους. Αντιθέτως, η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται την ύπαρξη τέτοιας σχέσης, υποστηρίζοντας ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησής του περιορίζεται στο διάστημα από τις 18/2/2019 μέχρι τις 20/5/2020.
Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό υπό το πρίσμα των σχετικών προνοιών του Ν.24/67 και, ειδικότερα, του Δεύτερου Πίνακα, σε συνδυασμό με το Άρθρο 20(γ) και (δ)[10], βρίσκουμε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν αποδείχθηκε. Και τούτο διότι, πέραν της γενικής αναφοράς του σε εταιρείες ιδίων συμφερόντων ή/και του ίδιου ομίλου, δεν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι δύο εταιρείες συνδέονταν με την εταιρική σχέση που απαιτείται από τις σχετικές πρόνοιες.
Ειδικότερα, ούτε από τα στοιχεία του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήρια 1 και 3), σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Π., προκύπτει ότι η μία εταιρεία αποτελούσε θυγατρική της άλλης ή ότι αμφότερες αποτελούσαν θυγατρικές τρίτης εταιρείας, ως προβλέπεται στο Άρθρο 20(γ), ούτε ότι η JWPegasus, ως προηγούμενος εργοδότης του Αιτητή, ήταν κύριος μέτοχος ή ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο στην Εργοδότρια Εταιρεία, κατά την έννοια του Άρθρου 20(δ).
Το γεγονός ότι τα ξενοδοχεία των δύο εταιρειών τελούσαν υπό την κοινή διαχείριση της SunnySeeker δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωσή μας, εφόσον η κοινή διαχείριση δεν αρκεί, από μόνη της, για να στοιχειοθετήσει την εταιρική σχέση που απαιτείται από τις συγκεκριμένες διατάξεις. Ούτε τα όσα ανέφερε ο Αιτητής για τις περιστάσεις της μετάβασής του από την JWPegasus στην Εργοδότρια Εταιρεία, κατόπιν συνάντησης που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2019, αρκούν για να καταδείξουν ότι συνέτρεχαν οι σχετικές νομοθετικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση του συνεχούς της απασχόλησής του.
Περαιτέρω, δεν παρουσιάστηκε ενώπιόν μας, βρίσκουμε, οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η μετάβαση αυτή συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης ή τμήματός της, κατά την έννοια της σχετικής πρόνοιας του Άρθρου 20(β) του Ν.24/67[11] ή του σχετικού νόμου, Ν.104(Ι)/2000[12]. Και τούτο διότι, για να συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι μεταβιβάστηκε από την JWPegasus στην Εργοδότρια Εταιρεία επιχείρηση ή τμήμα αυτής, ως οργανωμένη οικονομική οντότητα που διατήρησε την ταυτότητά της (βλ., μεταξύ άλλων, Λώρης Σαββίδης ν. SSP Catering Cyprus Ltd κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 2096). Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία.
Συνεπακόλουθα, αποτελεί εύρημά μας ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία εκτείνεται από τις 18/2/2019 μέχρι και 20/5/2020.
Αναφερόμενοι ακολούθως στο στοιχείο των απολαβών του Αιτητή κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής του, σημειώνουμε τα εξής:
Από την ενώπιόν μας μαρτυρία, σε συνδυασμό με τις θέσεις των διαδίκων ως αυτές προκύπτουν από τη δικογραφία τους, καθίσταται σαφές ότι η θέση του Αιτητή επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι ότι, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής του, ελάμβανε ακαθάριστο μηνιαίο μισθό ύψους €5.500, πλέον 13ου μισθού και παροχής μεταφορικού μέσου, την αξία της οποίας υπολογίζει σε €500 μηνιαίως.
Από τα πιο πάνω, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €5.500, ενώ τα υπόλοιπα δύο στοιχεία των απολαβών του αμφισβητούνται.
Με βάση τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων ισχυρισμών φέρει (στη βάση του πιο πάνω αναλυθέντος κανόνα απόδειξης) ο Αιτητής, το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι κατά πόσο αποδείχθηκε ότι, πέραν του κοινώς αποδεκτού μηνιαίου μισθού των €5.500, αυτός δικαιούτο και σε 13ο μισθό, καθώς και σε πρόσθετη παροχή μεταφορικού μέσου αξίας €500 μηνιαίως.
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:
Εξετάζοντας την ενώπιόν μας μαρτυρία, βρίσκουμε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πρόσθετης παροχής μεταφορικού μέσου αξίας €500 μηνιαίως δεν αποδείχθηκε. Και τούτο διότι, πέραν της γενικής αναφοράς του στη συγκεκριμένη παροχή, δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε σαφής και επαρκής μαρτυρία από την οποία να προκύπτει το δικαίωμα του Αιτητή στην εν λόγω παροχή και, κυρίως, η βάση υπολογισμού της επικαλούμενης μηνιαίας αξίας της, ύψους €500.
Αυτό, ωστόσο, δεν ισχύει σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί δικαιώματός του σε 13ο μισθό, τον οποίο βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, ενόψει του γεγονότος ότι:
(1) Σε έγγραφο που αφορά την πληρωμή ποσών προς τον Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 9Α) γίνεται ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά υπό την ένδειξη «13ος» και «13ος Μισθός».
(2) Η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την καταβολή 13ου μισθού στον Αιτητή, αλλά περιορίστηκε στην προβολή της θέσης ότι η συγκεκριμένη παροχή καταβαλλόταν από την καλή θέληση των εργοδοτών του.
Συνεπακόλουθα, αποτελεί εύρημά μας ότι οι τελευταίες απολαβές του Αιτητή, πριν από τον τερματισμό της απασχόλησής του, ανέρχονταν σε ακαθάριστο μηνιαίο μισθό ύψους €5.500, πλέον 13ου μισθού.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματά μας, προχωρούμε στον καθορισμό των σχετικών ποσών ως ακολούθως:
Στο πλαίσιο των όσων αναπτύξαμε προηγουμένως, προκύπτει ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργοδοτούμενο στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67 εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των ορίων που θέτει ο Ν.24/67, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Ν.24/67, ενώ το ανώτερο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο (2) ετών (104 εβδομάδων), λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67 (πιο πάνω).
Στην παρούσα περίπτωση, η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησης του Αιτητή διήρκεσε, σύμφωνα με το πιο πάνω εύρημά μας, από τις 18/2/2019 μέχρι και τις 20/5/2020, ήτοι ένα (1) έτος για σκοπούς του Ν. 24/1967, με αποτέλεσμα το ελάχιστο ποσό που δικαιούται να λάβει ως Αποζημιώσεις για Παράνομη Απόλυση να αντιστοιχεί σε απολαβές δύο (2) εβδομάδων.
Έχοντας αυτό υπόψη, καθώς και το γεγονός ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.375 (€5.500 X 13 ÷ 52), βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση Αποζημιώσεων για Παράνομη Απόλυση κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €2.750 (2 X €1.375) και του ποσού των €143.000 (104 X €1.375).
Με βάση τα δεδομένα αυτά, και έχοντας υπόψη μας τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, βρίσκουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67, το ποσό των €5,500, το οποίο αντιστοιχεί σε απολαβές τεσσάρων (4) εβδομάδων (4 X €1.375), λαμβάνοντας υπόψη μας κυρίως τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) Ως προς το στοιχείο των «ημερομισθίων» του Αιτητή (Άρθρο 4(α) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι ο Αιτητής ελάμβανε, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής του, εβδομαδιαίο μισθό ύψους €1.375.
(β) Ως προς το στοιχείο της «περιόδου απασχόλησης» του Αιτητή (Άρθρο 4(β) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησής του ήταν σχετικά σύντομη, ανερχόμενη σε ένα (1) έτος για σκοπούς υπολογισμού της πληρωμής λόγω πλεονασμού.
(γ) Ως προς το στοιχείο της απώλειας προοπτικής σταδιοδρομίας και της ηλικίας του Αιτητή (Άρθρα 4(γ) και (ε) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι ο Αιτητής, σύμφωνα με τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από τον ίδιο (η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδεχόμαστε), ήταν κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής του 49 ετών και κατείχε εξειδικευμένη διευθυντική θέση στον ξενοδοχειακό τομέα, στοιχεία που ενδέχεται να καθιστούσαν δυσχερέστερη την εξεύρεση από αυτόν άλλης απασχόλησης με τους ίδιους ή αντίστοιχους όρους. Ωστόσο, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, παρά τη σημασία των στοιχείων αυτών, δεν μπορούμε να τους αποδώσουμε ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα κατά τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων, εφόσον δεν τέθηκε ενώπιόν μας επαρκής και συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς τις πραγματικές επιπτώσεις, οικονομικές ή άλλες, που είχε ο επίδικος τερματισμός στις προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας του Αιτητή.
(δ) Ως προς το στοιχείο των «πραγματικών συνθηκών» του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (Άρθρο 4(δ) του Πρώτου Πίνακα), το γεγονός ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε υπό συνθήκες που προσομοιάζουν με εκείνες της απόφασης Argosy (πιο πάνω), αφού η Εργοδότρια Εταιρεία απέδωσε στον Αιτητή σοβαρούς ισχυρισμούς που αφορούσαν τη συμπεριφορά του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, οι οποίοι, ενώ ήταν ικανοί να πλήξουν την επαγγελματική του φήμη και να επηρεάσουν αρνητικά τις προοπτικές μελλοντικής εργοδότησής του, δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς.
Όσον αφορά τώρα το ζήτημα της επιδίκασης Πληρωμής αντί Προειδοποίησης προς όφελος του Αιτητή, σημειώνουμε τα εξής:
Στο πλαίσιο των Γραπτών Αγορεύσεών τους (Τεκμήριο Χ1), οι δικηγόροι του Αιτητή σημειώνουν ότι ο Αιτητής «επιπρόσθετα ζητά όπως η Εργοδότρια Εταιρεία του καταβάλει πληρωμή αντί προειδοποίησης σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 11 του Νόμου»[13]. Παρά ταύτα, εξετάζοντας το Αιτητικό της Επίδικης Αίτησης (ως αυτό παρατέθηκε πιο πάνω), παρατηρούμε ότι σε αυτό δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αξίωση για Πληρωμή αντί Προειδοποίησης (ούτε και αξιώνεται, στο πλαίσιο αυτού, οποιαδήποτε άλλη συναφής θεραπεία).
Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ιδίου του Αιτητή, ο οποίος, στην παράγραφο 29 της Γραπτής Δήλωσής του (Έγγραφο Δ), σημείωσε τα εξής:
«29. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω εγώ ο Αιτητής αξιώνω εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση τα ακόλουθα:
Α. Αποζημιώσεις σύμφωνα με τον Νόμο περί Τερματισμού Απασχόλησης και/ή αυθαίρετη και/ή αδικαιολόγητη απόλυση.
Β. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές η/και άλλες αποζημιώσεις.
Γ. Νόμιμο Τόκο
Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θεώρησης δίκαια υπό τις περιστάσεις.
Ε. Δικηγορικά έξοδα, έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.»
Έχοντας τούτο υπόψη, καθώς και τις σχετικές αρχές που διέπουν τη δικογραφία στην αστική δίκη, σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να περιορίζεται εντός των πλαισίων που καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (αρχές οι οποίες εφαρμόζονται και στις διαδικασίες ενώπιον του Δ.Ε.Δ.[14]), αποτελεί κρίση μας ότι, ελλείψει σχετικής αξίωσης στο Αιτητικό της Επίδικης Αίτησης, η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού ως Πληρωμής αντί Προειδοποίησης προς όφελος του Αιτητή δεν δικαιολογείται[15].
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση για το ποσό των €5.500 πλέον νόμιμο τόκο, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67.
Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση και καθορίζονται στο ποσό των €2.500, πλέον νόμιμου τόκου και Φ.Π.Α.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστής.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Ν. Αλεξάνδρου, Μέλος. Α. Κουλλαπής, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"».
[2] Βλ. άρθρο 30 παράγραφος 1 του Νόμου σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2 αυτού.
[3] Βλ. Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός 1/1999.
[4] Bλ. μεταξύ άλλων, Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 315 και Κλεονίκη Μακρίδου Σιανιού ν. Lanitis Farm Ltd, Π.Ε. Αρ. 140/2015, ημερ. 3/4/2024).
[5] Εφόσον, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Καννάουρου κ.α. v. Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
[6] Βλ. μεταξύ άλλων: Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919, σ. 935, ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos [1968] 1 C.L.R. 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 C.L.R. 302, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια (2006) 1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1 Α.Α.Δ. 603 και Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665.
[7] Βλ. κυρίως τις αποφάσεις L'Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117, όπου αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του εργοδοτουμένου της απρεπούς συμπεριφοράς (10/10/1997) μέχρι την απόλυσή του (6/11/1997) ήταν πέραν του εύλογου χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσής του, και Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, όπου κρίθηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτουμένου (19/5/1998) μέχρι την απόλυσή του (5/10/1998) δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσής του, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εύλογο χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(ε) του Ν.24/67.
[8] Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».
[9] Σημειώνεται ότι η σχετική δήλωση του Μ.Π., ως αυτή καταγράφηκε στα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας είχε ως εξής:
«Στο πλαίσιο των καθηκόντων του Αιτητή, υπήρξε μια επικοινωνία μαζί με κάποιους υπαλλήλους της εργοληπτικής εταιρείας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την κατασκευή ενός συγκεκριμένου ξενοδοχείου. Όπου του αναφέρθηκε ότι θα υπάρχει μια συνάντηση σε συγκεκριμένη ημερομηνία και θα ήταν επιβεβλημένη η παρουσία του λόγω των καθηκόντων των οποίων είχε ο Αιτητής στη συγκεκριμένη συνάντηση. Αυτό έγινε τηλεφωνικώς, εξ όσων πληροφορήθηκα πάλι τηλεφωνικώς μεταγενέστερα, ο Αιτητής είχε αναφέρει πιθανότατα θα ήταν παρών αλλά δεν ξεκαθάρισε κατά πόσο θα ήταν παρών ή όχι και ταυτόχρονα με το κλείσιμο του τηλεφώνου την ίδια μέρα…»
[10] Οι οποίες σημειώνουν τα εξής:
«20. Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού-
(γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται:
Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου.
(δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.»
[11] Όπου σημειώνονται τα εξής:»
«20. Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού-
(β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως:»
[12]Ο περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμος
[13] Σελ. 10 Γραπτών Αγορεύσεων των δικηγόρων του Αιτητή (Τεκμήριο Χ1).
[14] Βλ., μεταξύ άλλων, Αθανασίου ν. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1635.
[15] Βλ. σχετικά και Evangelou and Another v. Ambizas and Another (1982) 1 C.L.R. 41.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο