ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Ν. Παρισινού & Μ. Μιχαήλ, Μελών
Αρ. Υπόθεσης: 2/2020
Μεταξύ:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΛΑΣ
Αιτητής
-και-
L. LAMBROU AGRO LTD
Καθ’ ης η αίτηση
Ημερομηνία: 5η Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κα. Ε. Νικολάου
Για Καθ’ ης η αίτηση: κ. Α. Χάσικος
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Καθ’ ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ασχολούμενη με την εισαγωγή και διανομή λιπασμάτων, χημικών, σπόρων καθώς και με την εμπορία σχετικού εξοπλισμού.
Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση τoν Ιούλιο 2004 και εργάστηκε ως οδηγός μέχρι τις 30.12.2019 που η απασχόληση του τερματίστηκε με επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.2), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο:
«Μετά λύπης σε πληροφορώ ότι οι υπηρεσίες σου προς την εταιρεία τερματίζονται άμεσα.
Οι λόγοι φυσικά είναι γνωστοί σε σένα και δυστυχώς ενώ κατά καιρούς σου εγίνοντο συστάσεις καμία διάθεση βελτίωσης δεν υπήρξε από μέρους σου.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2019 σου εδόθη γραπτή προειδοποίηση μετά από έντονη λεκτική αντιπαράθεση και απειλή με ξύλο κατά συναδέλφου σου.
Η πρόσφατη συμπεριφορά σου (Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019), φωνές και υβρισίες εντός των γραφείων και τις αποθήκες, στην παρουσία μάλιστα και επισκεπτών ήταν πλέον το αποκορύφωμα και έθεσες τον εαυτό σου εκτός του προσωπικού της εταιρείας.
Υπάρχουν φυσικά δεκάδες άλλοι λόγοι που μας αναγκάζουν στην παραίτηση σου τους οποίους δεν χρειάζεται να παραθέσουμε.
Παρά το ότι δεν θεωρούμε ότι έχουμε κάποια υποχρέωση καταβολής οιασδήποτε προειδοποίησης, λόγω των πολύ σοβαρών παραπτωμάτων σου, εν τούτοις σου κατά-βάλλονται και δύο πλήρεις μηνιαίοι μισθοί.
Ευχαριστούμε για την μέχρι σήμερα εργασία σου στην εταιρεία μας και σου ευχόμαστε κάθε καλό στη ζωή σου.
Με εκτίμηση
Λ. Λάμπρου»
Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.490 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό.
Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι ουδέποτε επέδειξε οποιαδήποτε απρεπή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ότι εκτελούσε πάντοτε τα καθήκοντα του με εύλογο και ικανοποιητικό τρόπο. Ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση παράνομα και αδικαιο-λόγητα τερμάτισε την απασχόληση του, μονομερώς και χωρίς προειδοποίηση. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) Αυξημένες αποζημιώσεις, (γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (ε) Νόμιμο τόκο, (στ) Έξοδα και ΦΠΑ.
Η Καθ’ ης η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή λόγω της απρεπούς συμπεριφοράς του απέναντι στους συναδέλφους του και της ανυπακοής του στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ως η επιστολή απόλυσης και οι αναφορές γεγονότων που διατηρεί η Καθ’ ης η αίτηση στον προσωπικό φάκελο κάθε εργοδοτούμενου της για την περίοδο από 15.5.2019 μέχρι 23.12.2019.
Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Συνεπώς, στην Καθ’ ης η αίτηση απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για την Καθ’ ης η αίτηση ένας μάρτυρας. Ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από πέντε συνολικά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε εκτενώς, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Μαρτυρία
Ο κ. Χαράλαμπος Καρύδης, με τη γραπτή δήλωση του (Εγγρ.Α), ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση, με καθήκοντα την ετοιμασία και εκτέλεση των παραγγελιών των πελατών και την καθημερινή ρύθμιση των δρομολογίων των οδηγών της Εταιρείας. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα παρατίθενται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, παρουσίασε εκτός από την επιστολή απόλυσης και μία προειδοποιητική επιστολή προς τον Αιτητή ημερ. 25.9.2019 (Τεκ.1) καθώς και διάφορες αναφορές γεγονότων που διατηρεί η Εταιρεία στον προσωπικό φάκελο του Αιτητή για την περίοδο από 15.5.2019 μέχρι 23.12.2019 [Τεκ.4 (1-13)], από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι μόνος του αποφάσιζε ποια εμπορεύματα θα παρέδιδε χωρίς να ενημερώνει τον υπεύθυνο αποθήκης ή τους προϊσταμένους του, δημιουργώντας συνεχώς προβλήματα στην παράδοση των παραγγελιών σε διάφορους πελάτες της Εταιρείας. Επιπλέον η συμπεριφορά του απέναντι στον υπεύθυνο αποθήκης ήταν απρεπής, συνεχώς φώναζε για τα δρομολόγια που του ανατίθεντο και γενικά ήταν ανυπάκουος. Σύμφωνα με την αναφορά γεγονότων που ετοίμασε ο συνάδελφος του Γιώργος Ναζίρη, ο Αιτητής στις 23.9.2019 ήρθε σε έντονη λεκτική αντιπαράθεση και απειλή με ξύλο κατά του συναδέλφου του Κώστα Μπουράζα και στις 25.9.2019 ο διευθυντής της Εταιρείας του παρέδωσε το Τεκ.1 προειδοποιώντας τον ότι θα απολυόταν σε περίπτωση που παρατηρείτο παρόμοιο περιστατικό. Στις 23.12.2019 ο Αιτητής προκάλεσε επεισόδιο στα γραφεία και τις αποθήκες της Εταιρείας, φώναζε και έβριζε. Τον κάλεσε ο διευθυντής της Εταιρείας και του έκανε παρατήρηση και συστάσεις. Αμέσως μετά επέστρεψε στην αποθήκη και άρχισε να βρίζει όλους τους συναδέλφους του. Επιπλέον παρήκουσε εντολή του διευθυντή της Εταιρείας να παραδώσει τα εμπορεύματα σε όλους τους πελάτες όπως του είχαν δοθεί σχετικές οδηγίες. Στις 30.12.2019 η Καθ’ ης η αίτηση τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή χωρίς προει-δοποίηση εξαιτίας της επαναλαμβανόμενης απρεπούς συμπεριφοράς και ανυπακοής του. Ισχυρίστηκε ότι δόθηκαν πολλές ευκαιρίες στον Αιτητή να συμμορφωθεί με τους όρους εργασίας του και να διορθώσει τη συμπεριφορά του, όμως αυτός δεν υπάκουε και προέβαινε στις πιο πάνω περιγραφόμενες συμπεριφορές του που έπλητταν την ομαλή λειτουργία της Εταιρείας τόσο σε σχέση με το υπόλοιπο προσωπικό όσο και με τους πελάτες της. Από τις αναφορές γεγονότων σημείωσε το γεγονός ότι αρκετές παραγγελίες πελατών που δεν παραδίδονταν εξαιτίας της ανυπακοής του Αιτητή επιστρέφονταν πίσω στην αποθήκη γιατί οι πελάτες ηρνούντο να τις παραλάβουν σε άλλο χρόνο και έτσι η Εταιρία υφίστατο ζημιά. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε συμπεριφορές του Αιτητή που έλαβαν χώρα το 2017 και 2018 καταθέτοντας στο Δικαστήριο τρεις αναφορές [Τεκ.5(1-3)].
Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι στα πλαίσια της εργασίας οι σχέσεις του με τον Αιτητή ήταν καλές. Ερωτηθείς εάν οι αναφορές γεγονότων [Τεκ.4 (1-13)] που ο ίδιος συνέταξε και προώθησε στη διεύθυνση της Εταιρείας, ήταν εν γνώση του Αιτητή, ανέφερε ότι ο ίδιος ενημέρωνε τους προϊσταμένους του για το συμβάν της συγκεκριμένης μέρας χωρίς ωστόσο να γνωρίζει εάν γνωστοποιούνταν στον Αιτητή. Ενώ στο Τεκ.4(6) ημερ. 19.9.2019, ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε συμπεριφορά που εκδήλωσε ο Αιτητής στο γραφείο του κ. Ναζίρη, κάτι για το οποίο τον ενημέρωσε ο κ. Ναζίρης, παραδέχθηκε ότι δεν ρώτησε τον Αιτητή εάν όντως ίσχυε αυτό. Για το περιστατικό που συνέβη στις 23.9.2019 και για το οποίο δόθηκε στον Αιτητή η προειδοποιητική επιστολή ημερ. 25.9.2019 (Τεκ.1), ο μάρτυρας ομολόγησε ότι δεν ήταν παρών κατά τη λογομαχία και το τι συνέβη το είδε από τις κάμερες. Επίσης η αναφορά [Τεκ.4(8)], που αναφέρεται στο εν λόγω περιστατικό, δεν ετοιμάστηκε από τον ίδιο. Ενώ ισχυρίστηκε ότι μίλησε και με τους δύο εμπλεκόμενους, δεν θυμόταν τι του ανέφεραν. Σε υποβολή ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως αναφέρονται το Τεκ.4(8) και ότι ήταν ο κ. Μπουράζας που έβρισε πρώτος τον Αιτητή και κατέβηκε από το forklift με πρόθεση να τον κτυπήσει, ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια καθώς δεν ήταν παρών. Για την ετοιμασία επίσης του Τεκ.1, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμιξη και ότι αυτός που ενημέρωσε τη διεύθυνση ήταν ο κ. Ναζίρης και όχι ο ίδιος. Στις 23.12.2019 ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής πήγε στην αποθήκη και άρχισε να φωνάζει. Μετά πήγε στο γραφείο του διευθυντή. Το τι λέχθηκε ή τι έγινε εκεί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, αφού δεν ήταν παρών. Δεν θυμόταν εάν του είπε κάτι ο Αιτητής τη συγκεκριμένη μέρα και ότι ο ίδιος είπε στον Αιτητή εάν έχει πρόβλημα να πάει πάνω στον «μάστρο». Επίσης μετά τις 23.12.2019 ο ίδιος δεν κλήθηκε από τον διευθυντή να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, αναφέροντας ότι ο διευθυντής είχε ενώπιον του τις αναφορές γεγονότων. Ούτε έλαβε μέρος στην απόφαση για απόλυση του Αιτητή, αλλά ούτε γνώριζε εάν μετά τις 23.12.2019 και δη πριν τη λήψη της απόφασης, κλήθηκε ο Αιτητής από τη διεύθυνση να συζητήσει ή να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις.
Ο Αιτητής με τη γραπτή δήλωση του (Έγγρ.Β), απορρίπτει τα όσα του αποδίδονται και ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις του με τον εργοδότη και τους συναδέλφους του ήταν καλές και ουδέποτε συμπεριφέρθηκε απρεπώς. Απορρίπτει τα όσα επικαλείται η Καθ’ ης η αίτηση ότι φώναζε και ύβριζε εντός των γραφείων και στις αποθήκες παρουσία επισκεπτών και ότι προειδοποιήθηκε πολλές φορές για τη συμπεριφορά του. Ισχυρίστηκε ότι η μόνη παρατήρηση που έλαβε καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ήταν η επιστολή ημερ. 25.9.2019 (Τεκ.1), το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια, καθώς ο συνάδελφός του ήταν αυτός που άρχισε να τον βρίζει και να απειλεί να τον χτυπήσει, μετά από συζήτηση που είχαν για τα μπαλέτα, ενώ οι υπόλοιποι συνάδελφοι που ήταν παρόντες έτρεξαν και μπήκαν στη μέση. Κανένας δεν χειροδίκησε, όπως ψευδώς αναφέρεται στην επιστολή (Τεκ.1) και ούτε ο ίδιος απείλησε τον συνάδελφο του με ξύλο. Αντίθετα η απειλή με ξύλο προήλθε από τον συνάδελφό του. Ένας ακόμη λόγος που δεν αποδέχτηκε την εν λόγω επιστολή είναι η ψευδής αναφορά ότι στο παρελθόν δέχθηκε επανειλημμένα συστάσεις για λεκτικές αντιπαραθέσεις με συναδέλφους του κάτι που ουδέποτε έγινε. Ισχυρίστηκε επίσης στις 23.12.2019 τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα περιέγραψε ο κ. Καρύδης. Τη συγκεκριμένη ημέρα, γύρω στις 11:00 το πρωί, αφού τελείωσε τα πρώτα του δρομολόγια και ήταν καθοδόν προς την αποθήκη, του τηλεφώνησε ο κ. Παπακωνσταντίνου για να του αναθέσει 4 πελάτες. Φτάνοντας στην αποθήκη και βλέποντας τους υπόλοιπους συναδέλφους του να κάθονται εκεί, τους είπε, «καλά ρε παιδιά, περιμένετε με εμένα για να τα πάρω» και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή. Ουδέποτε προκάλεσε οποιαδήποτε επεισόδιο ούτε ύβρισε κανέναν και ούτε τον κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του για να του κάνει παρατήρηση και συστάσεις όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο κ. Καρύδης. Συζήτησε με τον διευθυντή στο γραφείο του και μετά πήγε κάτω στην αποθήκη, φόρτωσε και συνέχισε τα δρομολόγια του χωρίς να παραλείψει κανέναν πελάτη. Μόνον η κα Χρ. Ιωάννου έμεινε πίσω και αυτό επειδή το προϊόν δεν ήταν έτοιμο για παράδοση λόγω της μετάλλαξης που έπρεπε να γίνει. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του εργοδότη του ότι δεν εκτελούσε τα καθήκοντά του, σημειώνοντας ότι αυτό άκουσε δια πρώτη φορά στο Δικαστήριο καθώς ουδέποτε του λέχθηκε κάτι τέτοιο και ούτε γίνεται τέτοια αναφορά στην προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.1) ή στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.2). Ισχυρίστηκε ότι τα όσα ανέφερε ο κ. Καρύδης ενώπιον του Δικαστηρίου, τα άκουσε για πρώτη φορά και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Επίσης τα έγγραφα (αναφορές γεγονότων) [Τεκ.4(1-13)] που παρουσίασε ο κ. Καρύδης για να δείξει ότι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του, κανένα δεν ευσταθεί αφού σε όλες τις περιπτώσεις παρέδωσε τα τιμολόγια ως οι οδηγίες που είχε, με μόνη εξαίρεση την κα Χρ. Ιωάννου. Σημείωσε ότι η συμπεριφορά, ο χαρακτήρας και ο τρόπος του όλα τα χρόνια που εργαζόταν στην Καθ’ ης η αίτηση ήταν πάντοτε ο ίδιος. Ότι είναι ευθύς άνθρωπος, εκφράζεται και μιλάει δυνατά και όταν τον ενοχλεί κάτι θα το πει, αλλά πάντοτε σε κόσμια πλαίσια. Διευκρίνισε ότι στις 23.12.2019 συζήτησε με τον διευθυντή όπως συζητούσαν πάντα τόσα χρόνια χωρίς να του πει οτιδήποτε για τη συμπεριφορά του. Ενώ τις επόμενες μέρες συνέχισε να εργάζεται κανονικά, στις 30.12.2019 τον κάλεσε στο γραφείο του και του έδωσε την επιστολή απόλυσης χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε. Ξαφνιάστηκε, διαφώνησε και αντέ-δρασε όταν διάβασε το περιεχόμενό της, αλλά επειδή κατάλαβε ότι δεν θα άλλαζε οτιδήποτε την πήρε και αποχώρησε. Σημείωσε ότι η απώλεια της εργασίας του στην ηλικία των 60 ετών του στοίχισε αρκετά ψυχολογικά και τον έφερε σε τρομερά δύσκολη οικονομική κατάσταση αφού κανένας άλλος εργοδότης δεν ήθελε να τον προσλάβει λόγω της ηλικίας τους. Πέραν της γραπτής δήλωσης του, ανέφερε ότι πριν του δοθεί η επιστολή απόλυσης, ποτέ δεν κλήθηκε από τη διεύθυνση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση επί των γεγονότων.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν ευθύνη δική του να κατεβούν και να παραδοθούν τα προϊόντα και ότι τα απογεύματα που φόρτωνε βοηθούσε να ετοιμαστούν τα εμπορεύματα. Αφού του υποδείχθηκαν όλες οι αναφορές γεγονότων [Τεκ.4(1-13)] μία προς μία, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είδε αυτές τις αναφορές οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθώς ο ίδιος ουδέποτε έφερε τιμολόγια πίσω και ούτε δέχθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση ότι επέστρεψε τιμολόγια με εμπορεύματα που όφειλε να παραδώσει. Για το Τεκ.4(7) ημερ. 20.9.2019, το οποίο αναφέρεται σε μη παράδοση σε πελάτες ονόματι Κατσούρα και Κωνσταντίνου Μαρίνο ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν τέτοιους πελάτες και ότι πρώτη φορά άκουε αυτά τα ονόματα. Για το Τεκ.4(9) ημερ. 24.9.2019, ισχυρίστηκε ότι αφορά τιμολόγιο για το οποίο πήγαν στον διευθυντή όλοι οι οδηγοί και ανέφερε ότι από τα Λύμπια περνούν καθημερινά δύο φορτηγά και δόθηκαν οδηγίες όπως παραδίδονται εμπορεύματα από οδηγούς που περνούν έξω από πελάτη. Για το Τεκ.4(12) ημερ. 23.12.2019, αφού επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε όλα τα εμπορεύματα, δεν άφησε πελάτη πίσω πλην τη Χρ. Ιωάννου της οποίας τα εμπορεύματα δεν ήταν έτοιμα. Αφού του υποβλήθηκε ότι, μετά την καταχώρηση των αναφορών γεγονότων, δέχθηκε συστηματικές υποδείξεις από τον διευθυντή της Εταιρείας να συμμορ-φώνεται και να εκτελεί τα καθήκοντα του σύμφωνα με τους όρους απασχόλησης του, ο Αιτητής διαφώνησε λέγοντας ότι ουδέποτε τον κάλεσε ο διευθυντής να του κάνει οποιαδήποτε παρατήρηση. Αναγνωρίζοντας την προειδοποιητική επιστολή (Τεκ.1) επισήμανε ότι ενέγραψε επάνω «δεν το αποδέχομαι» καθώς ουδέποτε του ζητήθηκε από τον διευθυντή να πει τι έγινε εκείνη τη μέρα. Ισχυρίστηκε ότι στις 23.9.2019 υπήρξε μόνο λεκτική αντιπαράθεση και απειλή από τον συνάδελφο του ο οποίος κατέβηκε από το fork lift και του είπε «φύγε Κόκο θα σε δείρω, θα φας ξύλο». Αρνήθηκε ότι ο ίδιος πήρε ξύλο και τον απείλησε. Τέλος αρνήθηκε τα όσα αναφέρονται στην αναφορά Τεκ.4(13) και ειδικότερα τους χαρακτηρισμούς που αναφέρονται ότι απέδωσε στους συναδέλφους του (είστε όλοι κ*λοπαιδα).
Ανάλυση - Συμπεράσματα
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα της Καθ’ ης η αίτηση όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφι-σβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματι-κότητα και μόνο. Τα όσα ανέφερε ο Αιτητής βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Οι δικογραφημένες θέσεις της Καθ’ ης η αίτηση και οι από μέρους της αναφορές στα κατατεθέντα Τεκμήρια παρέμειναν μετέωρες. Καμία άμεση και πειστική μαρτυρία δεν τέθηκε από την Καθ’ ης η αίτηση που να αμφισβητεί τις θέσεις του Αιτητή και να θεμελιώνει τους οποιουσδήποτε ισχυρι-σμούς της, καθώς ο κ. Καρύδης δεν είχε γνώση των συνθηκών και της διαδικασίας που ακολούθησε η Καθ’ ης η αίτηση για την απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και τα όσα ανέφερε δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει.
Ειδικότερα, ο κ. Χαράλαμπος Καρύδης, κατά την κυρίως εξέταση του, ενώ ισχυρίστηκε ότι γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, παραθέτοντας τους λόγους που οδήγησαν την Καθ’ ης η αίτηση στην απόλυση του Αιτητή και ενώ παρουσίασε, προς υποστήριξη των θέσεων του, την προειδοποιητική επιστολή ημερ. 25.9.2019 (Τεκ.1), την επιστολή απόλυσης (Τεκ.2) και τις αναφορές γεγονότων (Τεκ.4 και 5), ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν οι αναφορές γεγονότων (Τεκ.4), που ο ίδιος συνέταξε και προώθησε στη διεύθυνση της Εταιρείας, περιήλθαν σε γνώση του Αιτητή. Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί των γεγονότων που οδήγησαν στην κοινο-ποίηση προς τον Αιτητή της προειδοποιητικής επιστολής (Τεκ.1), ομολογώντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών και ότι η αναφορά γεγονότων [Τεκ.4(8)], που αναφέρεται στο συγκεκριμένο περιστατικό, δεν συντάχθηκε από τον ίδιο αλλά από τον κ. Ναζίρη. Ενώ για τις 23.12.2019 ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής προκάλεσε επεισόδιο στα γραφεία και τις αποθήκες της Εταιρείας και ότι τον κάλεσε ο διευθυντής και του έκανε παρατήρηση και συστάσεις, ωστόσο κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο Αιτητής πήγε στην αποθήκη και άρχισε να φωνάζει και μετά πήγε στο γραφείο του διευθυντή από μόνος του και ότι ο ίδιος του είχε πει «εάν έχεις πρόβλημα να πάεις πάνω στον μάστρο». Πρόσθετα ομολόγησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι λέχθηκε ή τι έγινε στο γραφείο του διευθυντή, αφού δεν ήταν παρών.
Υπό το βάρος της αντεξέτασης ομολόγησε επίσης ότι μετά τις 23.12.2019 δεν κλήθηκε από τον διευθυντή να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, λέγοντας ότι ο διευθυντής είχε ενώπιον του τις αναφορές γεγονότων [Τεκ.4(1-13)], για τις οποίες ωστόσο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν περιήλθαν σε γνώση του Αιτητή. Επίσης, δεν έλαβε μέρος στην απόφαση απόλυσης του Αιτητή και ούτε γνώριζε εάν πριν την λήψη της απόφασης κλήθηκε ο Αιτητής να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τα όσα του καταλόγισαν.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που είχε στη διάθεση της. Ο κ. Καρύδης ως ο μοναδικός μάρτυρας της Καθ’ ης η αίτηση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει βασικά στοιχεία που σχετίζονταν με τους λόγους και τη διαδικασία που ακολούθησε η Καθ’ ης η αίτηση για να καταλήξει στην απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Η μαρτυρία του τουλάχιστον στα σημαντικά της μέρη αυοαναιρείται.
Ως επακόλουθο δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του κ. Καρύδη και την απορρίπτουμε σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή του Αιτητή. Είναι, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, εύρημα μας ότι τα γεγονότα σε σχέση με τις συνθήκες που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, έχουν όπως ο ίδιος κατέθεσε και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλ-λάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν:
(α) …………………………………………………………………………………………………………
(β).........................................................................................................................
(γ).........................................................................................................................
(δ).........................................................................................................................
(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώ-σεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:
«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonably take one view: another quite reasonably take a differrent view».
(Σε ελεύθερη μετάφραση):
«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»
Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπε-ριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύ-ψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017).
Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» (“a fair procedure”) από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt (2003) 1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά (“misconduct’) ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85:
«Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.»
Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυ-τα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484:
Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακου-στεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)].
Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για την απόλυση του εργοδοτούμενου δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά σε συνάρτηση με τους λόγους απόλυσης. Μολονότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο απόλυσης, αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν εξετάζει στο σύνολο της μια απόφαση απόλυσης καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής παράβασης του δικαιώματος του εργοδοτούμενου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και της ευκαιρίας να την αντικρούσει, μια τέτοια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί παράνομη (Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition p. 173-174).
Σημειώνουμε, ότι κατά την εξέταση του εύλογου (reasonableness) της απόλυσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει αποκλειστικά υπόψη τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον εργοδότη κατά τον χρόνο της απόλυσης και επί των οποίων στήριξε την απόφαση του.
Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018:
«Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT.
Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνε-ται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones (1983) ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.»
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185).
Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος.
Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του εάν και κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, η Καθ’ ης η αίτηση στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος κα/ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση των κανόνων εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Καθ’ ης η αίτηση, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη.
Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων του μέσου λογικού εργοδότη. Ειδικότερα:-
Για τη λήψη της επίδικης απόφασης, η Καθ’ ης η αίτηση απέτυχε να αποδείξει την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε, την εμπόδισε στο να εξασφαλίσει τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφο-ρίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικα-σίας, ο Αιτητής στερήθηκε του δικαιώματος να θέσει ενώπιον της Καθ’ ης η αίτηση τις δικές του απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για τα όσα του καταλόγισε, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων η Καθ’ ης η αίτηση στήριξε την απόφαση της (και δη οι αναφορές γεγονότων ή όποιες άλλες πληροφορίες, οι οποίες ποτέ δεν περιήλθαν σε γνώση του Αιτητή) να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία, καθώς δεν τεθήκαν ενώπιον του Αιτητή για σχολιασμό. Είμεθα της γνώμης ότι η Καθ’ ης η αίτηση με τον τρόπο που ενήργησε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ενήργησε ως ένας μέσος λογικός εργοδότης, καθώς κατά τον χρόνο λήψης της τελικής απόφασης δεν είχε και δεν φρόντισε να έχει ενώπιον της ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με τη διαγωγή που απέδωσε στον Αιτητή, με επακόλουθο στη βάση των πιο πάνω η απόλυση να κρίνεται παράνομη. Ελλείψει, λοιπόν, τυχόν πειστικής μαρτυρίας εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οδηγούν στο αδιάσειστο συμπέρασμα ότι η τελευταία απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλείται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν θα οδηγούσαν ένα μέσο λογικό εργοδότη στο επαχθές μέτρο της απόλυσης καθώς δεν έχουν αποδειχθεί.
Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Καθ’ η ης η αίτηση απέτυχε να στοιχειοθετήσει οποιεσδήποτε λογικές αιτίες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα οδηγούσαν ένα λογικό εργοδότη στην εύλογη κατάληξη ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παρα-γνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστο-σύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόλυση του.
Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Καθ’ ης η αίτηση φέρουσα το βάρος απόδειξης δεν ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης και δεν κατάφερε να αποδείξει οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου, με αποτέλεσμα η απόλυση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη.
Υπολογισμός Αποζημιώσεων
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχο-ληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.
Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνο-νται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου
Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημι-ώσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου:
«Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας. Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας. Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00.
Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.»
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση από τον Ιούλιο 2004 μέχρι 30.12.2019 ήτοι για περίοδο 15 ετών με μισθό που υπολογίζεται στα €372,50 εβδομαδιαίως. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τον χρόνο απόλυσης ήταν 60 ετών και λόγω ηλικίας δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει άλλη εργασία.
Για όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη: (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, (β) τη διάρκεια της απασχόλησης του, (γ) τα ημερομίσθια του, (δ) την ηλικία του κατά την απόλυση, (ε) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικά-σουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €13.410 που αντιστοιχεί με απολαβές 36 βδομάδων (36 Χ €372,50).
Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση για το ποσό των €13.410 με νόμιμο τόκο από 9.1.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση €2.500 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 9.1.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)………….………………………….……………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Ν. Παρισινού, Μέλος
Μ. Μιχαήλ, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο