ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Τζ. Μέρχη και Μ. Ρώσση, Μελών
Συνενωμένες Υποθέσεις: 171/2017, 172/2017,
173/2017 και 174/2017
Αρ. Υπόθεσης: 171/2017
Μεταξύ:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΛΗ
Αιτητής
-και-
ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ
Καθ’ ων η αίτηση
-----------------------
Αρ. Υπόθεσης: 172/2017
Μεταξύ:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Αιτητής
-και-
NEMESIS ASPHALT PETROLEUM LTD
Καθ’ ων η αίτηση
-----------------------
Αρ. Υπόθεσης: 173/2017
Μεταξύ:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΑΡΙΔΗΣ
Αιτητής
-και-
ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ
Καθ’ ων η αίτηση
--------------------------
Αρ. Υπόθεσης: 174/2017
Μεταξύ:
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΝΕΚΝΑ
Αιτητής
-και-
ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 31η Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές: κ. Κ. Κνώφος για Κώστας Π Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ ων η αίτηση: κ. Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Είναι η θέση των Αιτητών, όπως προβάλλει μέσα από τους πανομοιότυπους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση άνευ λόγου και/ή αιτίας εντελώς παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν άμεσα την απασχόληση τους χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν. Στη βάση αυτή διεκδικούν (α) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους, (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης, (γ) Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (δ) νόμιμο τόκο, (ε) Έξοδα, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και, επομένως ότι νομιμοποιούνται στις αιτούμενες αποζημιώσεις ή ποσά. Ο τερματισμός της απασχόλησης τους, διατείνονται, ήταν καθ’ όλα νόμιμος και δικαιολογημένος λόγω της διαγωγής που επέδειξαν και της άρνησης τους να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους.
Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Συνεπώς, στους Καθ’ ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από τον Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τους Αιτητές για τους λόγους που επικαλούνται. Για τους Καθ’ ων η αίτηση κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ενώ οι Αιτητές υποστήριξαν την υπόθεση τους με την προσωπική τους μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια δεκαεπτά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Προτού αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να αναφερθούμε στα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα:
Η Νέμεσις Έτοιμο Σκυρόδεμα Λτδ (στο εξής «Καθ’ ων η αίτηση 1»), είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με την παραγωγή και διάθεση σκυροδέματος και με άλλες παρεμφερείς εργασίες.
Η Nemesis Asphalt Petroleum Ltd (στο εξής «Καθ’ ων η αίτηση 2») είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, ασχολούμενη, μεταξύ άλλων με την παραγωγή και διάθεση ασφάλτου και με άλλες παρεμφερείς εργασίες. Και οι δύο εταιρείες ανήκουν στον Όμιλο εταιρειών CYFIELD.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 171/2017 εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 την 1.8.2008 ως χειριστής οχήματος αντλίας με ειδικά καθήκοντα τον χειρισμό οχήματος αντλίας σκυροδέματος.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 172/2017 εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 τον Δεκέμβριο 2010 ως οδηγός οχήματος μεταφοράς σκυροδέματος (μπετονιέρας) και από 1.1.2012 μεταφέρθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση 2 ως χειριστής τερματικού αποθήκευσης υγρού ασφάλτου.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 173/2017 εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 στις 3.12.2007 ως μηχανοδηγός / βοηθός χειριστής εργοστασίου με ειδικά καθήκοντα την οδήγηση και χρήση των οχημάτων μεταφοράς σκυροδέματος (μπερο-νιέρας) και/ή αντλίας και/ή να βοηθά τον χειριστή του εργοστασίου.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 174/2017 εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 τον Οκτώβριο 2007 ως χειριστής εργοστασίου με ειδικά καθήκοντα τη λήψη παραγγελιών, τον καταρτισμό του προγράμματος και τη διεκπεραίωση της παραγωγής.
Η διάρκεια του κανονικού χρόνου απασχόλησης όλων των Αιτητών ήταν 38 ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμημένη σε πενθήμερη βάση από Δευτέρα έως Πέμπτη από τις 7:00πμ - 15:00μμ και την Παρασκευή από 7:00πμ - 15:30μμ με ημερήσιο διάλειμμα μισής ώρας. Οι Κανονικές ώρες απασχόλησης τους μαζί με τις υπερωρίες, σε καμία περίπτωση θα υπερέβαιναν τον μέγιστο μέσο όρο των 48 ωρών εργασίας ανά εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένων και των υπερωριών.
Τον Σεπτέμβριο 2016 συμφωνήθηκε μεταξύ Αιτητών και Καθ’ ων η αίτηση, ότι η οποιαδήποτε υπερωριακή εργασία τους θα αμειβόταν στη βάση του συντελεστή 1:1,2 σε σχέση με την κανονική αμοιβή τους.
Είναι η θέση των Αιτητών ότι την εβδομάδα που άρχιζε στις 13.3.2017, ενημερώ-θηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι αποφάσισαν μονομερώς πως δεν θα τους κατέβαλλαν πλέον οποιαδήποτε αμοιβή για υπερωριακή εργασία επανερχόμενοι σε προηγούμενη συμφωνημένη μέθοδο που ίσχυε πριν τον Σεπτέμβριο 2016 και ότι το μόνο που θα δικαιούνταν ήταν ώρα εκτός εργασίας (off) ή άδεια. Ότι εξέφρασαν άμεσα και απερίφραστα την αντίρρηση τους αναφέροντας στους Καθ’ ων η αίτηση ότι από τη στιγμή που δεν λάμβαναν πλέον αμοιβή για υπερωριακή εργασία ως είχε συμφωνηθεί, δεν επιθυμούσαν να εργάζονται υπερωριακά, κάτι το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν είχαν συμβατική υποχρέωση να το πράττουν και το οποίο έπρατταν εθελοντικά και μόνο με τη δική τους σύμφωνη γνώμη και/ή επειδή σε κάθε περίπτωση είχαν συμπληρώσει τον μέγιστο μέσο όρο των 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας.
Αντίθετα με τη θέση των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση διατείνονται, ότι οι Αιτητές είχαν υποχρέωση βάσει της Σ.Σ. Οικοδόμων Κύπρου να προσφέρουν υπερωριακή εργασία, σύμφωνα με τις ανάγκες των εργοδοτών τους. Αρνούνται τη θέση των Αιτητών περί μονομερούς τροποποίησης του τρόπου πληρωμής των υπερωριών και ισχυρίζονται ότι μετά από συζήτηση και εξηγήσεις που δόθηκαν όχι μόνο στους Αιτητές, αλλά και σε όλους τους εργαζόμενους των Καθ’ ων η αίτηση, επαναφέρθηκε και πάλι η καταβολή ως αμοιβή, ως επί το πλείστο με άδεια αντί επιπλέον αμοιβή για υπερωριακή εργασία, επιμένοντας ότι ουδέποτε θα έμενε ή/και έμεινε απλήρωτος ο οποιοσδήποτε, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν και οι Αιτητές. Θέτουν ως λόγους της εν λόγω απόφασης το γεγονός ότι μετά από έλεγχο του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας για τους Ταχογράφους, εντοπίστηκαν αποκλίσεις στην ημερήσια ανάπαυ-ση, με κίνδυνο τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τους Καθ’ ων η αίτηση. Γι’ αυτό και δόθηκαν οι οδηγίες για να υπάρχει συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Επίσης από τη φύση της εργασίας του σκυροδέματος που απαιτείται ολοκλήρωση της εργασίας, ανεξαρτήτως ωρών ή/και εκτέλεση εργασίας κατά τη διάρκεια Σαββατο-κύριακου. Ισχυρίζονται ότι δεν αποφάσισαν μονομερώς να μην καταβάλλουν στους Αιτητές οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή για υπερωριακή εργασία και ότι επανήλθαν σε προηγούμενη συμφωνημένη μέθοδο να αμείβουν την επιπλέον πληρωμή με άδεια.
Στις 15.3.2017 οι Καθ’ ων η αίτηση ζήτησαν από τον Αιτητή στην 171/2017 να προσφέρει υπερωριακή εργασία το απόγευμα της ίδιας μέρας, σε συγκεκριμένο εργοτάξιο που είχαν οργανώσει επί της Λεωφόρου Μακαρίου. Ο Αιτητής για λόγους που επικαλείται και τους οποίους οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν, αρνήθηκε να εργαστεί. Στις 16.3.2017, ενώ προσήλθε κανονικά στην εργασία του, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν του επέτρεψαν να ασκήσει τα καθήκοντα του και προχώρησαν στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του για τον λόγο ότι αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία του και συγκεκριμένα υπερωριακή εργασία.
Στις 17.3.2017 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 κοινοποίησαν στον Αιτητή ταχυδρομικώς την επιστολή απόλυσης την οποία παρέλαβε στις 29.3.2017. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παραθέτουμε αυτούσιο:
«16 Μαρτίου 2017
………….
Κύριε,
ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
Σας πληροφορούμε ότι δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να τερματίσουμε την υπηρεσία σας στην εταιρεία, μετά τη χθεσινή άρνηση εκτέλεσης των καθηκόντων σας και παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές προειδοποιήσεις.
Ως αποτέλεσμα της χθεσινής σας άρνησης να εργαστείτε υπερωριακά, ήταν η αναβολή της εργασίας που είχε προγραμματιστεί και η πρόκληση σοβαρών καθυστερήσεων στην αποπεράτωση του έργου.
Τέτοιου είδους συμπεριφορές που δημιουργούν αναστάτωση στην οργάνωση των εργοταξίων, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του ομίλου δεν γίνονται αποδεκτές.
Με εκτίμηση
ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ
Ρίκκος Νικολαΐδης
Υπεύθυνος Εργοστασίου»
Οι υπόλοιποι Αιτητές (Αιτήσεις 172/2017 έως 174/2017), για τους λόγους που επικαλούνται και τους οποίους οι Καθ’ ων αίτηση απορρίπτουν, αρνήθηκαν να προσφέρουν υπερωριακή εργασία το Σάββατο 18.3.2017 σε εργοτάξιο που οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν οργανώσει σε συγκεκριμένη οικοδομή στη Λάρνακα. Στις 20.3.2017 προσερχόμενοι κανονικά στην εργασία τους, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τους επέτρεψαν να αναλάβουν καθήκοντα και προχώρησαν δια των εκπροσώπων τους στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης τους.
Στις 31.3.2017 οι Καθ’ ων η αίτηση κοινοποίησαν ταχυδρομικώς στους Αιτητές 172/2017 έως 174/2017 την επιστολή απόλυσης την οποία παρέλαβαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός Απριλίου 2017. Το πανομοιότυπο περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών παραθέτουμε αυτούσιο:
«20 Μαρτίου 2017
………….
Κύριε,
ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
Σας πληροφορούμε ότι δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να τερματίσουμε τις υπηρεσίες σας στην εταιρεία, μετά την άρνηση εκτέλεσης των καθηκόντων σας και παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτή προειδοποίηση, τις οποίες δυστυχώς αγνοήσατε.
Ως αποτέλεσμα της άρνησης σας να εργαστείτε υπερωριακά, ήταν η πρόκληση σοβαρών καθυστερήσεων στην αποπεράτωση του έργου και πρόκληση τεράστιων ζημιών.
Τέτοιου είδους συμπεριφορές που δημιουργούν αναστάτωση στην οργάνωση των εργοταξίων, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του ομίλου δεν γίνονται αποδεκτές.
Η διαγωγή σας αυτή καθιστά σαφές ότι σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορεί να αναμένεται όπως συνεχιστεί και ως εκ τούτου οι υπηρεσίες σας τερματίζονται.
Με εκτίμηση
ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ
Ρίκκος Νικολαΐδης
Υπεύθυνος Εργοστασίου»
Οι τελευταίες μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή 171/2017 ανέρχονταν στα €1.472,51, του Αιτητή 172/2017 στα €1.388,08, του Αιτητή 173/2017 στα €1.495,00 και του Αιτητή 174/2017 στα €1.697,52. Όλοι οι Αιτητές λάμβαναν επίσης και 13ο μισθό.
Η κα Παναγιώτα Σαμψών με τη γραπτή δήλωση της (Εγγρ. Α) ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη μισθοδοσίας όλων των υπαλλήλων του Ομίλου Cyfield στον κατασκευ-αστικό τομέα και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνης Προσωπικού των Καθ’ ων η αίτηση. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις που οι Καθ’ ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίστηκε σε σχέση με τις υπερωρίες ότι σε κάποια εργοτάξια, επειδή ο όγκος εργασίας μειώθηκε δραματικά και σε άλλα αυξήθηκε κατακόρυφα, κρίθηκε αναγκαία η επιστροφή στην προηγούμενη μέθοδο πληρωμής των υπερωριών, με ανταλλαγή των ωρών με άδεια αντί επιπλέον χρήματα, έτσι ώστε να εργάζονται όλοι οι εργαζόμενοι τις βασικές τους ώρες, προκειμένου να μην υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση όρου εργοδότησης. Έτσι, μετά από συζήτηση και τις εξηγήσεις που δόθηκαν σε όλους τους εργαζομένους των Καθ’ ων η αίτηση, συμφωνήθηκε η επαναφορά της ανταλλαγής με άδεια αντί επιπλέον αμοιβής για υπερωριακή εργασία, πράγμα που αποδέχθηκαν οι Αιτητές. Θέτοντας τους βασικούς λόγους που οδήγησαν τους Καθ’ ων η αίτηση στη συγκεκριμένη ρύθμιση, παρουσίασε προς υποστήριξη των θέσεων της την επιστολή του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας για τους Ταχογράφους, ημερ. 14.3.2017 (Τεκ.4). Διαφωνώντας με τις δικογραφημένες θέσεις των Αιτητών, ισχυρίστηκε ότι ήταν συμβατική υποχρέωση των Αιτητών να προσφέρουν υπερωριακή εργασία, απορρίπτοντας ως αναληθή τη θέση τους για εθελοντική προσφορά. Για τον Αιτητή 171/2017 ισχυρίστηκε ότι στις 15.3.2017 ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν οργανώσει Εργοτάξιο σε συγκεκριμένη οικοδομή επί της Λεωφ. Μακαρίου και ζητήθηκε από τον Αιτητή, όπως συνέβαινε και σε άλλες περιπτώσεις, να προσφέρει υπερωριακή εργασία, αρνήθηκε να το πράξει. Σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν είχε καλύψει τον μέγιστο μέσο όρο των 48 ωρών ανά εβδομάδα για τους τελευταίους τέσσερεις μήνες, όπως αναληθώς ο ίδιος ισχυρίζεται. Επειδή όμως είχε παρατηρηθεί ότι κάποιες φορές προηγουμένως, οι πραγματικές ώρες που εργάστηκαν όλοι οι Αιτητές, όντως ξεπερνούσαν τις 48 ώρες, ήταν γι’ αυτό το λόγο που πάρθηκε η συγκεκριμένη απόφαση, λόγω Ταχογράφου. Διαφώνησε με τη θέση του Αιτητή πως η εκτέλεση της εργασίας με τη μικρή αντλία εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική του ακεραιότητα, σημειώνοντας πως ο Αιτητής αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα του προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες, μεταξύ των οποίων και το θέμα της ασφά-λειας, τη στιγμή που γνώριζε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση διέθεταν Υπεύθυνο Ασφαλείας ο οποίος χειριζόταν αυτά τα θέματα. Ο Αιτητής αρνήθηκε να εργαστεί υπερωριακά δηλώνοντας ότι δεν επρόκειτο να εργαστεί «αν προχωρούσε αυτή η διαδικασία», εννοώντας την πληρωμή με άδεια σε σύντομο χρονικό διάστημα, παρόλο που προειδοποιήθηκε από τον Υπεύθυνο Εργοταξίων κ. Φρ. Νικολαΐδη, ότι αν δεν εργαζόταν υπερωριακά θα απολυόταν άμεσα λόγω άρνησης εκτέλεσης καθήκοντος. Εν όψει τούτου, την επόμενη μέρα που ο Αιτητής προσήλθε στην εργασία του το εν λόγω πρόσωπο δεν του επέτρεψε να ασκήσει τα καθήκοντα του. Ισχυρίστηκε μάλι-στα ότι την ίδια μέρα τον κάλεσε και στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας όπου του εξηγήθηκαν ξανά οι λόγοι απόλυσης και του δόθηκε το δικαίωμα να θέσει τη δική του εκδοχή. Στην προσπάθεια να του παραδοθεί η σχετική επιστολή απόλυσης ο Αιτητής προκλητικά αρνήθηκε να την παραλάβει. Η μάρτυς αναφέρθηκε και σε προηγούμενη άρνηση του Αιτητή να προσφέρει υπερωριακή εργασία για την οποία του δόθηκε επιστολή ημερ. 1.3.2017 (Τεκ.6). Διευκρίνισε ωστόσο ότι η σωστή ημερομηνία που ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του ήταν η 24.2.2017 και όχι η 17.2.2017 ως αναγράφεται στην εν λόγω επιστολή. Προβάλλοντάς τους ίδιους ισχυρισμούς σε σχέση με τους υπόλοιπους Αιτητές, ανάφερε ότι στις 18.3.2017, ημέρα Σάββατο, οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν οργανώσει Εργοτάξιο για εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας σε οικοδομή στη Λάρνακα και ζητήθηκε από τους Αιτητές 172-174/2017 να εργαστούν υπερωριακά, κάτι που αρνήθηκαν να πράξουν δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να εργαστούν αν κινείτο αυτή η διαδικασία, εννοώ-ντας την πληρωμή με άδεια, με αποτέλεσμα να ανατραπεί ολόκληρο το πρόγραμμα εργασίας και γενικά το Εργοτάξιο να μην μπορέσει να ολοκληρώσει την εργασία του. Στις 20.3.2017 προσερχόμενοι οι Αιτητές στην εργασία τους δεν τους επιτράπηκε να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, διότι ήταν ενήμεροι από τις 17.3.2017, ότι η άρνηση τους να εργαστούν υπερωριακά, αποτελούσε λόγο άμεσης απόλυσης και θα απολύο-νταν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ίδια μέρα κλήθηκαν στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας από τον Υπεύθυνο του Εργοταξίου, ο οποίος, στην παρουσία της, αφού τους εξήγησε τους λόγους απόλυσης και άκουσαν τους Αιτητές, προκλητικά αρνήθη-καν να παραλάβουν την επιστολή απόλυση.
Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι τα καθήκοντα της αφορούν την ετοιμασία της μισθοδοσίας και γενικά λογιστικά καθήκοντα. Δεν περιλαμβάνουν καθήκοντα που αφορούν τα εργοτάξια και το εργοστάσιο του Ομίλου για τα οποία υπεύθυνος είναι ο κ. Φρειδερίκος Νικολαΐδης. Επιμένοντας στην αρχική της θέση ως προς συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών, ισχυρίστηκε ότι η συνάντηση στα κεντρικά γραφεία, έγινε την επόμενη εργάσιμη μέρα του περιστατικού, όταν επέστρεψαν οι Αιτητές στην εργασία τους και δεν τους επιτράπηκε από τον κ. Νικολαΐδη να εισέλθουν στο Εργοτάξιο. Διευκρίνισε ότι τη συγκεκριμένη μέρα, συμφωνήθηκαν οι μέρες που εργάστηκαν για να γίνουν οι πληρωμές οπόταν και υπέγραψαν κάποια χαρτιά. Αφού της υποδείχθηκε ότι τα σχετικά έγγραφα έφεραν ημερομηνία μεταγενέστερη και δη 23.3.2017 ισχυρίστηκε ότι πήγαν, συμφώνησαν, καταγράφηκαν οι ώρες και οι επιστολές ετοιμάστηκαν μετά. Επίσης οι όποιες πληρωμές στους Αιτητές δεν έγιναν την ημέρα της απόλυσης, αλλά μεταγενέστερα. Ως προς τα καθήκοντα των Αιτητών δεν ήταν σε θέση να τα απαριθμήσει λέγοντας ότι επί τούτων θα κατάθετε ο κ. Νικολαΐδης. Ως προς τις υπερωρίες παραδέχθηκε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης του 2013 υπήρξε μείωση του όγκου εργασίας του Ομίλου, οπόταν υπήρξαν απολύσεις προσωπικού και μείωση μισθών. Επίσης σταμάτησαν να πληρώνουν υπερωρίες για τις οποίες δινόταν άδεια έστω και καθυστερημένα. Αυτό ίσχυε μέχρι τον Αύγουστο 2016 που ο Όμιλος ξεκίνησε πάλι να πληρώνει τις υπερωρίες. Η επαναφορά των αδειών αντί πληρωμής επέμενε ότι έγινε λόγω των Ταχογράφων για να υπάρχει σωστός προγραμματισμούς στο ωράριο του προσωπικού. Σε υποβολή ότι επρόκειτο για μονομερή απόφαση των εργοδοτών χωρίς τη συγκατάθεση των υπαλλήλων, ανέφερε ότι ήταν απόφαση της Εταιρεία να πληρώνονται οι υπερωρίες με άδεια. Οι υπάλληλοι ήταν εναντίον, διότι όλοι ήθελαν να πληρώνονται σε μετρητά. Για τον Ταχογράφο ανέφερε ότι εφαρμόζεται στα φορτηγά. Αφού της υπεβλήθη ότι δεν σχετίζεται με τη δουλειά των Αιτητών, ισχυρίστηκε ότι ο Ταχογράφος ήταν η αφορμή για να μπει σε τάξη το ωράριο του προσωπικού. Για τεχνικά θέματα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Επιμένοντας στη θέση της ότι οι επιστολές απόλυσης ήταν έτοιμες από την ημέρα συνάντησης με τους Αιτητές στα γραφεία της Εταιρείας και ότι αυτοί αρνήθηκαν να τις παραλάβουν, σε υποβολή ότι στις 20.3.2017 δεν υπήρξε συνάντησε με τους Αιτητές και ότι παραπέμφθηκαν από τον κ. Νικολαΐδη στα κεντρικά γραφεία για να συναντήσουν τον κ. Χρυσοχό, ο οποίος δεν τους δέχθηκε, ανέφερε ότι το τελευταίο γεγονός δεν το γνώριζε. Σε υποβολή ότι κανένας των Αιτητών δεν αποδέχθηκε να γίνει αλλαγή τρόπου πληρωμής των υπερωριών, διαφώνησε λέγοντας ότι συμφώνησαν όλοι διότι ήταν διαδικασία η οποία γινόταν και προηγουμένως με τις άδειες και συμφώνησαν και πληρώθηκαν όλοι. Συμφώνησε ότι και οι τέσσερεις Αιτητές εργάζονταν υπερωρίες και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις πέραν του 10ώρου ανά εβδομάδα.
Ο κ. Κυριάκος Χρυσοχός, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Cyfield, περιλαμβανο-μένων και των Καθ’ ων η αίτηση Εταιρειών, με τη γραπτή δήλωση του (Εγγρ.Β) απέδωσε την απόλυση των Αιτητών στην άρνηση τους να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους διαπράττοντας σοβαρό παράπτωμα, στην άρνηση τους να συνεχίσουν να εργάζονται σύμφωνα με την πρακτική των Καθ’ ων αίτηση, την οποία αποδέχονταν επί μακράν περίοδο και ήταν μέσα στα καθήκοντα τους, στην απρεπή συμπεριφορά που επέδειξαν προς τον εργοδότη καθώς απείλησαν και προσπάθησαν να υποβάλουν προϋποθέσεις και όρους εκβιαστικά και, τέλος ότι υπήρξε σοβαρός κλονισμός της εμπιστοσύνης και του σεβασμού μεταξύ εργοδότη και Αιτητών με τη συμπεριφορά που επέδειξαν. Ισχυρίστηκε ότι στις εταιρείες παραγωγής και διάθεσης μπετόν σπανίως εφαρμόζεται το πρόγραμμα, λόγω της φύσεως της εργασίας που ως επί το πλείστων απαιτούνται υπερωρίες, γεγονός που γνώριζαν οι Αιτητές εκ των προτέρων ότι υποχρεωτικά θα εργάζονταν υπερωρίες, αλλά και τα Σάββατα. Επιπλέον ότι στις υπερωρίες υπάρχει περιορισμός και ρυθμίζονται από συγκεκριμένους νόμους του κράτους, τους οποίους παραθέτει. Σημείωσε ότι η βασική πρόνοια του νόμου είναι η οργάνωση του χρόνου εργασίας με σκοπό να λαμβάνει ο εργαζόμενος εβδομαδιαία ανάπαυση και ημερήσια διαλείμματα. Οι Αιτητές, όπως ανέφερε, απολύθηκαν σε 2 φάσεις. Συγκεκριμένα ο Αιτητής 171/2017 ήταν αρνητικός στο να εργαστεί υπερωριακά για λόγους δικούς του, δηλώνοντας στον υπεύθυνο του εργοταξίου, ότι «δεν πρόκειται να έρθω αν κινηθεί αυτή η διαδικασία» εννοώντας την πληρωμή με άδεια σε σύντομο χρονικό διάστημα, πράγμα το οποίο είχε νομική και συμβατική υποχρέωση να το πράξει, παρακινώντας μάλιστα και τους υπόλοιπους υπαλλήλους των Καθ’ ων η αίτηση να πράξουν το ίδιο. Αρνείται ως αβάσιμη τη θέση του Αιτητή ότι η εργασία που του ζητήθηκε να εκτελέσει με τη μικρή, κατά τον ισχυρισμό του, αντλία που του διέθεταν, δήθεν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική του ακεραιότητα, τη στιγμή που γνώριζε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση διέθεταν Υπεύθυνο Ασφάλειας και Υγείας, ο οποίος χειριζόταν όλα τα θέματα και είχε την πλήρη ευθύνη για την τήρηση όλων των απαραίτητων μέτρων για την ασφάλεια των εργοδοτου-μένων με βάση τη σχετική νομοθεσία. Επίσης, ο Αιτητής είχε προειδοποιηθεί ότι σε περίπτωση που αρνείτο να προσφέρει υπερωριακή εργασία, προκειμένου να λειτουργήσει ομαλά το εργοτάξιο, θα απολυόταν λόγω της άρνησης εκτέλεσης του καθήκοντός του. Ότι οι Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αποφάσισαν μονομερώς ότι δεν θα κατέβαλλαν στον Αιτητή οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή για υπερωριακή εργασία, αλλά είναι η θέση του ότι επανήλθαν σε προηγούμενη συμφωνημένη μέθοδο, βάση της οποίας η επιπλέον εργασία θα ανταλλασσόταν με άδεια. Στις 16.3.2017 προσερχόμενος ο Αιτητής στην εργασία του, δεν του επιτράπηκε από τον Υπεύθυνο Εργοταξίων να ασκήσει τα καθήκοντά του. Την ίδια επίσης μέρα ο Υπεύθυνος Εργοταξίων κάλεσε τον Αιτητή στα κεντρικά γραφεία των Καθ’ ων η αίτηση και αφού του εξηγήθηκαν ξανά οι λόγοι της απόλυσής του και του δόθηκε το δικαίωμα να παραθέσει τη δική του θέση, ο Αιτητής αρνήθηκε προκλητικά να παραλάβει την επιστολή απόλυσης. Για τους υπόλοιπους Αιτητές ανέφερε ότι μέσα στα πλαίσια των συμβατικών τους υποχρεώσεων και δηλώνοντας ότι «δεν πρόκειται να εργαστούν αν κινηθεί αυτή η διαδικασία» εννοώντας την πληρωμή με άδεια σε σύντομο χρονικό διάστημα, αρνήθηκαν να προσέλθουν στην εργασία τους το Σάββατο 18.3.2017, που οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν οργανώσει εργοτάξιο για εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας σε συγκεκριμένη οικοδομή στη Λάρνακα, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και πάλι ολόκληρο το πρόγραμμα εργασίας και γενικά το Εργοτάξιο να μην μπορέσει να ολοκληρώσει τις εργασίες του, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπον τεράστια προβλήματα και καθυστερήσεις στην αποπεράτωση του έργου με την πρόκληση τεράστιων ζημιών στους Καθ’ ων η αίτη-ση. Στις 20.3.2017 όταν οι Αιτητές προσήλθε στην εργασία τους δεν τους επιτράπηκε από τον Υπεύθυνο Εργοταξίων να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, με δικές του οδηγίες, ότι σε περίπτωση άρνησής τους να εργαστούν υπερωριακά αυτός ήταν λόγος άμεσης απόλυσης και θα απολύονταν. Επίσης την ίδια μέρα κλήθηκαν από τον Υπεύθυνο Εργοταξίων στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας όπου τους επεξηγήθηκαν ξανά οι λόγοι της απόλυσης και αφού άκουσαν τους Αιτητές για ότι ήθελαν να αναφέρουν, η θέση των Καθ’ ων η αίτηση παρέμεινε η ίδια. Στην προσπάθεια να τους δοθεί η επιστολή απόλυσης προκλητικά αρνήθηκαν να την παραλάβουν.
Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στις 17.3.2017 δεν πρότειναν αλλαγή του συστήμα-τος αμοιβής των υπερωριών, αλλά πρόταση τρόπου λειτουργίας για να είναι νόμιμοι, κατόπιν της επισήμανσης, της επιστολής ημερ. 14.3.2017 (Τεκ.4) και του ελέγχου που δέχθηκαν από το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας. Ότι για τις εν λόγω αλλαγές είχαν ενημερωθεί οι Αιτητές από τον διευθυντή της Εταιρείας τον οποίον ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει. Ότι τον πήραν πίσω για διευκρινίσεις και την Παρασκευή το βράδυ ενημερώθηκε από τον διευθυντή ότι αρνούνταν να παρουσιαστούν για εργασία την επόμενη μέρα, εάν δεν πληρώνονταν σε μετρητά. Ισχυρίστηκε δε ότι είχαν πάρει 3 μέρες προηγουμένως μια επιστολή (Τεκ.4) με την οποία είχαν πρόβλημα και δεν τους είπαν ότι αύριο δεν θα πληρωθείτε ή θα πληρωθείτε με αυτό το σύστημα αλλά τους πρότειναν τούτο το σύστημα το οποίο ήθελαν να εφαρμόσουν άμεσα διότι τους πίεζε ο νόμος. Επίσης δεν ήθελαν να επιβάλουν αλλαγή στους όρους εργασίας των εργαζομένων αλλά να υποβάλουν πρόταση. Και ενώ επικαλέστηκε την ως άνω επιστολή δεν διαφώνησε ότι οι Αιτητές 172/2017 και 173/2017 περιστασιακά χειρίζονταν μεταξύ άλλων οχήματα με Ταχογράφο, ο Αιτητής 174/2017 κάποιες φορές και ο Αιτητής 171/2017 ως χειριστής της αντλίας μπετόν δεν είχε σχέση με Ταχογράφο εκτός κι αν κάποιες φορές έπαιρνε εκτάκτως και βαρέλα, εν τέλει ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχει ενιαίος τρόπος πληρωμής για όλους τους εργαζόμενους των Καθ’ ων η αίτηση. Για τον τελευταίο ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να κρίνει αν ήταν ασφαλής η εργασία που πρόσφερε με τη χρήση της μικρής αντλίας σκυροδέματος καθώς υπήρχε λειτουργός ασφαλείας, εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ που καθόριζε τον τρόπο λειτουργίας και είχε την ευθύνη της ασφάλειας του εργοταξίου. Ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τους Αιτητές σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτού και τον Αιτητών ήταν ο κ. Φρ. Νικολαΐδης. Παραδέχθηκε ότι στις 20.3.2017 κατόπιν δικών του εντολών, απολύθηκαν για τους ίδιους λόγους και άλλοι εργαζό-μενοι. Συμφώνησε ότι όλοι οι Αιτητές ήταν εξαιρετικοί υπάλληλοι.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 174/2017 αφού αναφέρθηκε στη θέση που κατείχε στην Εταιρεία, τα καθήκοντα, το ωράριο, τις ώρες απασχόλησης του και στη συμφωνία για επιπλέον αμοιβή για υπερωριακή εργασία τα σαββατοκύριακα, ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο 2017, ο προϊστάμενος του κ. Φρ. Νικολαΐδης του ανέφερε ότι ήταν ο τελευταίος μήνας που θα πληρωνόταν κανονικά τις υπερωρίες και ότι με απόφαση του διευθυντή κ. Χρυσοχού, το μόνο που θα δικαιούνταν για υπερωριακή εργασία θα ήταν άδεια. Αμέσως του απάντησε ότι δεν αποδέχεται μια τέτοια τροποποίηση των όρων απασχόλησης του και ότι με αυτά τα δεδομένα δεν επιθυμούσε να εργάζεται υπερωριακά, καθώς δεν είχε συμβατική υποχρέωση να προσφέρει υπερωριακή εργασία. Για την εν λόγω απόφαση ενημέρωσε και τους συναδέλφους του οι οποίοι αντέδρασαν αρνητικά. Την Παρασκευή 17.3.2017, κλήθηκε από τον κ. Φρ. Νικολαΐδη να προσφέρει υπερωριακή εργασία το Σάββατο 18.3.2017 χωρίς επιπλέον αμοιβή και αυτός του απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να εργαστεί. Σημείωσε ότι τη βδομάδα από 13-17.3.2017 εργάστηκε υπερωριακά 10½ ώρες και ότι αν εργαζόταν το Σάββατο θα πρόσφερε υπερωριακή εργασία άλλες 7-8 ώρες. Στις 20.3.2017, πηγαίνοντας κανονικά στην εργασία του, ο κ. Φρ. Νικολαΐδης του ανακοίνωσε προφορικά ότι με οδηγίες του κ. Χρυσοχού απολύεται καθότι δεν εργάστηκε υπερωριακά το Σάββατο 18.3.2017. Στην είσοδο του εργοταξίου μαζεύτηκαν άλλοι 6 εργοδοτούμενοι οι οποίοι επίσης απολύθηκαν για τον ίδιο λόγο. Ακολούθως με παρότρυνση του κ. Φρ. Νικολαΐδη όλοι οι απολυόμενοι μετέβηκαν στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας για να συναντήσουν τον κ. Χρυσοχό. Μαζί τους μετέβη και ο Αιτητής στην Αίτηση 171/2017. Ενώ ανέμεναν 2-3 ώρες έξω από τα γραφεία, ο κ. Χρυσοχός αρνήθηκε να τους δεχθεί. Στις 7.4.2017 έλαβε μέσω του ταχυδρομείου και την επιστολή απόλυσης, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε αρνήθηκε να εκτελέσει οποιαδήποτε καθήκοντα τα οποία νομίμως όφειλε να εκτελέσει και ούτε έλαβε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Επανέλαβε ότι δεν είχε καμία νομική υποχρέωση να εργαστεί υπερωρίες και ότι ο κ. Χρυσοχός από μόνος του ήθελε να τους επιβάλει να εργάζονται υπερωρίες χωρίς να πληρώνονται.
Αντεξεταζόμενος επέμεινε στη θέση του ότι η υπερωριακή εργασία δεν ήταν υποχρε-ωτική. Διευκρίνισε, ότι λόγω της φύσεως της εργασίας, όταν ξεκινούσε μια εργασία και δεν τελείωνε στον κανονικό χρόνο απασχόλησης υποχρεωτικά θα έπρεπε να προσφέρουν υπερωριακή εργασία για την αποπεράτωση της. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι το 2013 πληρωνόταν για υπερωριακή εργασία και ότι μετά το 2013, λόγω της οικονομικής κρίσης που οδήγησε σε μείωση της δουλειάς και σε απολύσεις προσωπικού, ο εργοδότης τους πρότεινε αποκοπή μισθού και για υπερωριακή εργασία την παροχή αδείας αντί πληρωμής, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν. Το 2016, με την αύξηση της δουλειάς, συμφώνησαν την επαναφορά αμοιβής για υπερωριακή εργασία αντί παροχή αδείας. Ερωτηθείς εάν, κατόπιν επιθεώρησης του Υπουργείου Εργασίας, προέκυψαν άλλα θέματα με τις ώρες εργασίες, οι οποίες θα έπρεπε να μειωθούν, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε. Ενώ συμφώνησε ότι οι εβδομα-διαίες ώρες απασχόλησης του ήταν 38 συν 10 ώρες υπερωρία και ότι τον τελευταίο μήνα δούλεψε πολύ περισσότερες ώρες, ανέφερε ότι δούλεψε τις περισσότερες ώρες λόγω καλής θέλησης και λόγω των λεφτών, διότι τις πληρώνονταν. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο μόνος τρόπος μείωσης των ωρών απασχόλησης τους ήταν η πρόσληψη νέου προσωπικού. Για την απόφαση του εργοδότη να παρέχει άδεια αντί πληρωμή για υπερωριακή εργασία, ισχυρίστηκε ότι του λέχθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου και ότι τις επόμενες βδομάδες προσέφερε περισσότερες ώρες υπερωριακή εργασία, με την προϋπόθεση ότι μπορούσαν να βρουν κάποια λύση με τον εργοδότη. Επαναλαμ-βάνοντας τις θέσεις του, σε σχέση με την άρνηση του να προσφέρει υπερωριακή εργασία το Σάββατο 18.3.2017 λόγω της απόφασης του εργοδότη να μην πληρωθεί σε μετρητά αλλά με άδεια, παραδέχτηκε ότι προειδοποιήθηκε την προηγούμενη από τον κ. Φρ. Νικολαΐδη ότι σε περίπτωση που δεν πήγαινε θα απολυόταν. Διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι στις 20.3.2017 συναντήθηκε στα γραφεία της Εταιρείας με τον κ Νικολαΐδη και την κα Π. Σαμψών, επιμένοντας ότι πήγε στα γραφεία στις 29.3.2017 για να πληρωθεί και ότι στις 20.3.2017 πήγε μαζί με τους υπόλοιπους για να μιλήσουν με το κ Χρυσοχό και δεν τους δέχθηκε. Διαφώνησε επίσης ότι κατά την εκεί επίσκεψη του, του δόθηκε η επιστολή απόλυσης και αρνήθηκε να την παραλάβει.
Τις ίδιες θέσεις επανέλαβε και ο Αιτητής 173/2017. Ισχυρίστηκε ότι σε καμία περί-πτωση δεν είχε υποχρέωση να δουλεύει επιπλέον του δια νόμου μεγίστου μέσου όρου των 48 ωρών εργασία συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Ωστόσο για δύο συνε-χείς βδομάδες από 6.3.2017 μέχρι 15.3.2017 εργάστηκε συνεχώς χωρίς ενδιάμεση ανάπαυση, αφού προσέφερε υπερωριακή εργασία και Σάββατο και Κυριακή. Ήταν με άδεια την Πέμπτη 16.3.2017, εργάστηκε την Παρασκευή 17.3.2017 και τη Δευτέρα 20.3.2017 απολύθηκε για τους ίδιους λόγους που ανέφερε και ο προηγούμενος Αιτητής. Για την απόφαση μη καταβολής πληρωμής για υπερωριακή εργασία ανέφερε ότι είχαν ενημερωθεί από τον Αιτητή 174/2017 προς τα τέλη Φεβρουαρίου 2017. Έτσι την Παρασκευή 17.3.2017 όταν ο κ. Φρειδερίκος του ζήτησε να εργαστεί υπερωριακά το Σάββατο 18.3.2017, χωρίς την καταβολή πληρωμής, του απάντησε ότι δεν επιθυμούσε να εργαστεί εκείνη τη μέρα εφόσον δεν θα πληρωνόταν δεν είχε λόγο να εργαστεί. Άλλωστε τις δύο τελευταίες βδομάδες είχε εργαστεί συνολικά 107,5 ώρες. Στις 20.3.2017 πηγαίνοντας στη δουλειά του βρήκε την πόρτα του εργοταξίου κλειδωμένη. Εκεί ο κ. Φρ. Νικολαΐδης τους ανακοίνωσε ότι με εντολή του κ. Χρυσοχού απολύονται γιατί το Σάββατο 20.3.2017 δεν πρόσφεραν υπερωριακή εργασία. Ακολούθως με παρότρυνση του κ. Φρ. Νικολαΐδη μετέβηκαν στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας για να συζητήσουν το θέμα με τον κ. Χρυσοχό. Αφού ανέμεναν 2-3 ώρες οκτώ συνολικά απολυόμενοι, περιλαμβανομένου και του Αιτητή 171/2017, ο κ. Χρυσοχός αρνήθηκε να τους δεχθεί. Ισχυρίστηκε ότι η απόλυση του έγινε αρχικά προφορικά, χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα ακρόασης. Στις 7.4.2017 παρέλαβε ταχυδρομικώς και την επιστολή απόλυσης, το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια. Για τον Αιτητή 171/2017 ισχυρίστηκε ότι μια βδομάδα πριν την απόλυση του, ενώ δούλευαν μαζί στο ίδιο εργοτάξιο, ο τελευταίος είχε στήσει την αντλία έτοιμου σκυροδέματος για να διοχετεύσει μπετόν σε εκσκαφή που προοριζόταν να γίνει υπόγειο. Επειδή το υπόγειο ήταν μεγάλου βάθους, η μπίγα της αντλίας δεν έφτανε και αναγκαστικά προστέθηκε επιπλέον λάστιχο. Όταν ξεκίνησε η παροχή μπετόν είδε την αντλία να γέρνει στη μια πλευρά και το ένα από τα πίσω πόδια στήριξης της αντλίας να είναι στον αέρα με κίνδυνο να ανατραπεί. Αμέσως φώναξε στον Αιτητή 171/2017 να σταματήσει, ενώ ο προϊστάμενος του εργοταξίου δεν του επέτρεψε.
Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η υπερωριακή εργασία δεν ήταν μέσα στους όρους απασχόλησης του και δεν ήταν υποχρεωτική. Όμως, λόγω της φύσεως της εργασίας, όταν υπήρχε δουλειά που άρχιζε και δεν ολοκληρωνόταν στην κανονική ώρα εργασίας, εργάζονταν υπερωριακά μέχρι την ολοκλήρωση της. Συμφώνησε ότι από το 2013-2016 για υπερωριακή εργασία λάμβανε άδεια αντί πληρωμή λόγω της οικονομικής κρίσης και ότι μετά που αυξήθηκαν οι δουλειές επανήλθαν στο παλιό σύστημα πληρωμής των υπερωριών αντί άδειας. Ισχυρίστηκε ότι στον ίδιο οφείλετο αρκετή άδεια από υπερωριακή εργασία την οποία ο εργοδότης δεν μπορούσε να δίνει λόγω της πολλής δουλειάς. Την απόφαση της Εταιρείας να λαμβάνουν άδεια αντί πληρωμής ανέφερε ότι τους ανακοινώθηκε τις τελευταίες 2-3 βδομάδες και ότι συνέχισε να εργάζεται υπερωρίες χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα πιστεύοντας ότι θα εύρισκαν κάποια λύση. Ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα άλλαζε ξανά το σύστημα μέχρι τις 17.3.2017 που μίλησε με τον κ. Φρ. Νικολαΐδη και του ανακοίνωσε ότι την υπερωριακή εργασία θα έπαιρναν σε άδεια. Αρνούμενος να εργαστεί στις 18.3.2017, ο τελευταίος του ανέφερε, εάν δεν έρθετε θα έχετε συνέπειες, ότι θα τον διώξει. Περαιτέρω διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι στις 20.3.2017 πηγαίνοντας στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας συναντήθηκαν στο γραφείο της κας Σαμψών με την ίδια και τον κ. Νικολαΐδη, λέγοντας ότι πήγαν για να συναντήσουν τον κ. Χρυσοχό ο οποίος δεν τους δέχθηκε. Ότι δεν τους είδε κανένας και ούτε αρνήθηκαν να παραλάβουν την επιστολή απόλυσης η οποία τους στάλθηκε ταχυδρομικώς. Ότι πήγαν ξανά εκεί μετά από κάποιες βδομάδες όπου τους δόθηκε η επιταγή με όλα τα οφειλόμενα και τα παλιά της κρίσης. Τέλος ισχυρίστηκε ότι δεν μίλησε προηγου-μένως με τον Αιτητή 171/2017 για τον λόγο απόλυσης του, που πιστεύει ότι ήταν η άρνηση του να εργαστεί μετά το γεγονός που ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 172/2017, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες θέσεις με τους υπόλοιπους Αιτητές ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να εργάζεται υπερωριακά πέραν του δια νόμου μεγίστου μέσου όρου των 48 ωρών ανά βδομάδα περιλαμβανομένων των υπερωριών. Παρόλα αυτά όμως, ενώ δεν συμφώνησε και ούτε είχε υποχρέωση να εργάζεται υπερωριακά, λόγω ανάγκης εργαζόταν υπερωριακά για να συμπληρώσει το εισόδημα του. Έτσι την εβδομάδα από 20.2.2017 – 26.2.2017 εργάστηκε 38 ώρες πλέον 19 ώρες υπερωρίες ήτοι σύνολο 57 ώρες. Την εβδομάδα από 27.2.2017 – 5.3.2017 εργάστηκε 35 ώρες πλέον 16,5 ώρες υπερωρίες ήτοι συνολικά 49 ώρες. Την εβδομάδα 6.3.2017 – 12.3.2017 εργάστηκε 30 ώρες πλέον 29 ώρες υπερωρίες ήτοι συνολικά 59 ώρες και τη βδομάδα από 13.3.2017 – 19.3.2017 εργάστηκε 38 ώρες πλέον 9,5 ώρες υπερωρίες, ήτοι συνολικά 47,5 και καλείτο να εργαστεί επιπλέον το Σάββατο 18.3.2017 άλλες 8 ώρες τουλάχιστον. Για την απόφαση του εργοδότη να μην καταβάλλει πληρωμή για υπερωριακή εργασία ενημερώθηκε κι αυτός από τον Αιτητή 174/2017. Έτσι όταν του ζητήθηκε να προσφέρει υπερωριακή εργασία το Σάββατο 18.3.2017, χωρίς πληρωμή, τους ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε να εργαστεί, καθώς εργαζόταν υπερωριακά για επιπλέον εισόδημα το οποίο είχε ανάγκη. Επαναλαμβάνοντας τις ίδιες θέσεις με τους υπόλοιπους Αιτητές ως προς τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του και στη συνάντηση που επιδίωξαν να έχουν με τον κ. Χρυσοχό στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας, κατόπιν παρότρυνσης του κ. Φρ. Νικολαΐδη, ο οποίος εν τέλει αρνήθηκε να του δεχθεί, μερικές βδομάδες μετά παρέλαβε και την επιστολή απόλυσης το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Ισχυρίστηκε ότι η απόλυση του έγινε προφορικά χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί των θέσεων του. Ότι ο ίδιος ουδέποτε συμπεριφέρθηκε με τρόπο που να δικαιολογεί την απόλυση του.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν οδηγός μπετονιέρας και ότι η υπερωριακή εργασία ήταν οικειοθελής εάν μια δουλειά ξεκινούσε από την αρχή. Εάν υπήρχε δουλειά ξεκινημένη που έπρεπε να ολοκληρωθεί τότε υποχρεωτικά θα έπρεπε να δουλέψουν επιπλέον ώρες για την ολοκλήρωση της. Ανέφερε ότι προσέφερε υπερωριακή εργασία επειδή πληρωνόταν. Για την περίοδο 2013-2016 λόγω της οικονομικής κρίσης, προσέφεραν υπερωριακή εργασία σε ξεκινημένα έργα και αντί για λεφτά έγγραφαν ώρες για να πάρουν άδεια, εξ’ ου και είχε να παίρνει από την Εταιρεία 292,5 ώρες για εκείνη την περίοδο. Ενώ παραδέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των εβδομάδων από 20.2.2017 μέχρι 12.3.2017 προσέφερε υπερωριακή εργασία περισσότερη από τη συμφωνηθείσα των 10 ωρών εβδομαδιαίως, ισχυρίστηκε ότι για την εν λόγω εργασία η Εταιρεία θα κατέβαλλε πληρωμή ενώ το Σάββατο 18.3.2017 αρνήθηκε να εργαστεί επειδή αντί πληρωμής, η Εταιρεία θα του έγγραφε ώρες που θα έπαιρνε σε άδεια, όταν αυτή μπορούσε. Ενώ παραδέχθηκε ότι για τη συγκεκριμένη αλλαγή ενημερώθηκε από τον κ. Κνέκνα αρχές Μαρτίου, επέμεινε στη θέση του ότι η εργασία το Σαββατοκύριακο δεν ήταν υποχρεωτική και ότι εξαρτάτο από τη φάση που βρισκόταν το έργο. Ότι το βράδι 17.3.2017 επικοινώνησε μαζί του ο κ. Φρ. Νικολαΐδης και στην άρνηση του να πάει δουλειά, όταν τον ενημέρωσε ότι δεν θα πληρωνόταν, του απάντησε ότι θα υποστεί τις συνέπειες. Αρνήθηκε ότι τη Δευτέρα 20.3.2017 συναντήθηκε με τον κ. Νικολαΐδη και την κα Σαμψών στα γραφεία της Εταιρείας, επιμένοντας ότι συναντήθηκε με την τελευταία όταν πήγε να πάρει την επιταγή. Ισχυρίστηκε τέλος, ότι δεν γνώριζε για την απόλυση του Αιτητή 171/2017.
Ο Αιτητής 171/2017, ανέφερε όπως και οι υπόλοιποι Αιτητές, ότι τέλος Φεβρουάριο με αρχές Μαρτίου ενημερώθηκε από τον Αιτητή 174/2017 για την απόφαση του κ. Χρυσοχού να μην καταβάλλει πληρωμή για υπερωριακή εργασία και ότι το μόνο που θα δικαιούνταν ήταν άδεια. Ισχυρίστηκε ότι στις 15.3.2017 αφού συμπλήρωσε το κανονικό ωράριο εργασίας του και εργάστηκε υπερωριακά 2,5 ώρες, του ζητήθηκε να εργαστεί περαιτέρω υπερωρία σε εργοτάξιο επί της Λεωφ. Μακαρίου για να αντλήσει μπετόν στο υπόγειο. Βλέποντας ότι την εν λόγω εργασία θα έπρεπε να διεκπεραιώσει με τη μικρή αντλία, λόγω προηγούμενης κακής εμπειρίας στο ίδιο υπόγειο και για την ίδια εργασία, όταν η αντλία παραλίγο να ανατραπεί με απρόβλεπτες συνέπειες, ενημέρωσε τον προϊστάμενο του ότι δεν μπορούσε να διεκπεραιώσει την εργασία με αυτή την αντλία και η απάντηση που έλαβε ήταν, αυτή την αντλία έχουμε, με αυτή θα δουλέψεις. Ισχυρίστηκε ότι μια βδομάδα πριν όταν είχε στήσει την αντλία για διοχέτευση μπετόν, επειδή το υπό κατασκευή υπόγειο είχε μεγάλο βάθος και το πάτωμα του μεγάλη έκταση , η μπίγα της αντλίας δεν έφτανε και με οδηγίες των εργοδοτών του πρόσθεσε επιπλέον λάστιχο στη μπίγα για να αυξηθεί το μήκος της, ώστε να μπορεί να διοχετευθεί μπετόν σε όλα τα σημεία του υπογείου. Όταν ξεκίνησε η παροχή μπετόν, πρόσεξε την αντλία να γέρνει στη μία πλευρά, «εσούζετο» και υπήρχε κίνδυνος να ανατραπεί. Τότε άκουσε τον συνάδελφο του, Αιτητή 173/2017, να του φωνάζει να σταματήσει την αντλία, ενώ ο υπεύθυνος του εργοταξίου δεν του επέτρεπε. Ενόσω η αντλία διοχέτευε μπετόν με τα επιπλέον λάστιχα, η αντλία έγερνε στο πλάι με το ένα πόδι στήριξης να είναι στον αέρα, με κίνδυνο να ανατραπεί. Ισχυρίστηκε ότι δεν εργάστηκε υπερωριακά λόγω της επικινδυνότητας της εργασίας που του ζητήθηκε να εκτελέσει με τη μικρή αντλία και επειδή δεν είχε καμία υποχρέωση να εργαστεί υπερωριακά καθώς τη συγκεκριμένη μέρα είχε εργαστεί συνολικά 10 ώρες. Στις 16.3.2017 πηγαίνοντας στην εργασία του, του ανακοινώθηκε προφορικά ότι τερματίζεται η απασχόληση του με άμεση ισχύ καθώς την προηγούμενη δεν εργάστηκε υπερωριακά. Στις 20.3.2017, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον Αιτητή 174/2017, μετέβη μαζί με τους υπόλοιπους απολυθέντες στα κεντρικά γραφεία της Εταιρεία για να συνα-ντήσουν τον κ. Χρυσοχό. Περιμένοντας εκεί τουλάχιστον 2 ώρες, πληροφορήθηκαν ότι δεν επιθυμούσε να τους συναντήσει. Δύο βδομάδες μετά την απόλυση του έλαβε ταχυδρομικώς την επιστολή απόλυσης το περιεχόμενο της οποίας απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Απορρίπτει επίσης το περιεχόμενο της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 1.3.2017 που του είχε δοθεί από τον κ. Φρ. Νικολαΐδη, ισχυριζόμενος ότι στις 23 και 24.2.2017 που αναφέρεται ότι δεν πήγε δουλειά ήταν με άδεια. Σημειώνει ότι απολύθηκε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς των εργοδοτών του και να παραθέσει τις δικές του θέσεις. Πέραν της γραπτής δήλωσης, ανέφερε ότι διαθέτει πείρα 20 χρόνων στο μηχάνημα και στην αντλία σκυροδέματος και ότι μία βδομάδα πριν ασχολήθηκε ξανά στο ίδιο έργο όπου διαπίστωσε ότι το εργοστάσιο δεν τηρούσε τις προδιαγραφές. Βλέποντας πόσο επικίνδυνο ήταν, μετά και την προτροπή του Αιτητή 173/2017 σταμάτησε διότι κινδύνευε να σκοτώσει κόσμο. Έτσι μια βδομάδα μετά, όταν είχε ήδη εργαστεί υπερωρία 2 ωρών, του ζητήθηκε να πάει στο ίδιο έργο, αρνήθηκε εάν δεν του παρείχαν μεγαλύτερη αντλία.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από την αρχή της απασχόλησης του στην Εταιρεία εργάστηκε ως χειριστής αντλίας σκυροδέματος. Συμφώνησε ότι οι βαρέλες έχουν ταχογράφο και όλοι που τις οδηγούν υπόκεινται σε κανονισμούς για τον ταχογράφο. Ισχυρίστηκε ότι η υπερωριακή εργασία δεν ήταν υποχρεωτική. Συμφώνησε ωστόσο ότι τις προηγούμενες βδομάδες πριν την απόλυση του προσέφερε υπερωριακή εργασία λέγοντας ότι εργάζονταν υπερωρία όταν μια δουλειά δεν τελείωνε και έπρεπε να τελειώσει. Στις 15.3.2017 αφού προσέφερε υπερωριακή εργασία 2-2,5 ώρες, έπλυνε την αντλία και ήταν έτοιμος να σχολάσει, του ανέφερε ο Στέφανος ότι είχε μια δουλειά στο 360 και έπρεπε να πάει. Ό ίδιος αρνήθηκε λέγοντας του ότι πέραν του ότι θα έμενε απλήρωτος δεν έφτανε η αντλία για τη συγκεκριμένη δουλειά, με κίνδυνο να σκοτώσει κόσμο, κάτι που έζησε μία βδομάδα προηγουμένως. Ισχυρίστηκε δε ότι ο λόγος που δεν πήγε στο εν λόγω έργο στις 15.3.2017, ήταν γιατί δεν είχε υποχρέωση, πήγε στη δουλειά του και την αποπεράτωσε καθώς πρέπει και το πιο βασικό ήταν να μην σκοτώσει κόσμο. Δεν αρνήθηκε ότι προειδοποιήθηκε από τον κ. Νικολαΐδη ότι αν δεν πήγαινε ήταν λόγος απόλυσης και ο ίδιος του απάντησε ότι δεν πάει λόγω της αντλίας και επειδή δεν θα πληρωνόταν. Για τη μη πληρωμή υπερωριών κατά τα έτη 2013-2016 ισχυρίστηκε ότι ήταν λόγω της οικονομικής κρίσης όπου δέχθηκε και τρεις απανωτές μειώσεις του μισθού του. Διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι στις 16.3.2017 συναντήθηκε στα γραφεία της Εταιρείας με τον κ. Νικολαΐδη όπου στην παρουσία της κας Σαμψών του εξήγησε τον λόγο της απόλυσης του. Για την επιστολή απόλυσης αρνήθηκε ότι του δόθηκε και δεν την παρέλαβε, ισχυριζόμενος ότι πηγαίνοντας να παραλάβει την επιταγή η κα Σαμψών του ανέφερε ότι η επιστολή απόλυσης θα του αποστελλόταν ταχυδρομικώς.
Νομική Πτυχή
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλ-λάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν:
(α) …………………………………………………………………………………………………………
(β).........................................................................................................................
(γ).........................................................................................................................
(δ).........................................................................................................................
(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:
«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view».
(Σε ελεύθερη μετάφραση):
«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»
Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπε-ριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017).
Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» (“a fair procedure”) από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt (2003) 1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά (“misconduct’) ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85:
«Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.»
Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484:
Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)].
Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Euro-cypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018:
«… Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones (1983) ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτούμενου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.»
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185).
Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919, 925). Στην εν λόγω απόφαση, κρίθηκε ότι η απουσία εργοδοτούμενου από την εργασία του, χωρίς δικαιολογημένη αιτία ή λόγο και πολύ περισσότερο χωρίς προηγούμενη άδεια, δύναται να αποτελέσει παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας που να δικαιολογεί άμεση απόλυση με βάση το άρθρο 5 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε. Στην Μιχάλη Γεωργίου ν. Columbia World Wine Movers Ltd, Πολ. Εφ. 102/2012, ECLI:CY:AD:2017:A393 ημερ. 7.7.2017, ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του χωρίς άδεια, παραγνω-ρίζοντας την άρνηση των εργοδοτών του να του παρέχουν την απαιτούμενη άδεια απουσίας. Το Δικαστήριο, μη παραγνωρίζοντας την μακρόχρονη και χωρίς παραπτώ-ματα υπηρεσία του εφεσείοντα, και σταθμίζοντας τους σχετικούς παράγοντες, όπως είναι οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του υπαλλήλου, η επιλήψιμη συμπεριφορά του και οι ανάγκες του εργοδότη, έκρινε δικαιολογημένη την απόλυση.
Στην απόφαση L’ Union National (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Γιώργου Χουλιώτη (2015) 1 ΑΑΔ 1874 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
Με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου, ο εργοδοτούμενος έχει καθήκον να συμμορφώνεται με τις εντολές του εργοδότη του, και σε περίπτωση που αρνείται να υπακούσει, τότε αυτό ισοδυναμεί με άρνηση να εφαρμόσει τους όρους της σύμβασης εργοδότησής του και ο εργοδότης έχει δικαίωμα να τον απολύσει, χωρίς προειδοποίηση. Το καθήκον αυτό όμως περιορίζεται σε υπακοή νόμιμων και λογικών οδηγιών του εργοδότη (βλ. D.J.Lockton, Employment Law, Pelgrave Macmillan Law Masters, 5th Edition, σελ. 103, Chitty on Contracts, 27th Edition, Vol. II Specific Contracts σελ. 798, Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302).
Με βάση την Αγγλική νομολογία, πέραν του ότι απαιτείται όπως η εντολή του εργοδότη είναι εντός του συμβατικού πλαισίου, νόμιμη και λογική, η άρνηση του εργοδοτούμενου πρέπει να είναι ηθελημένη ή εσκεμμένη, να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι αυτή η συμπεριφορά του θα οδηγήσει σε απόλυση και να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή (βλ. St. D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal", 3rd Edition, σελ. 190, J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 348). Περαιτέρω, η νομιμότητα της απόλυσης εξαρτάται από το κατά πόσο ο εργοδότης εφάρμοσε ορθά την αρχή της λογικότητας (reasonableness) δίδοντας την επίδικη εντολή στον εργοδοτούμενο. Συνακόλουθα, σε περιπτώσεις απόλυσης εργοδοτουμένου για ισχυριζόμενη εσκεμμένη ανυπακοή εντολής εργοδότη, όπως η παρούσα, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η εντολή ήταν νόμιμη και εύλογη, αφού λάβει υπόψη κατά πόσο η εν λόγω εντολή ήταν εντός των συμβατικών πλαισίων της σύμβασης εργασίας και κατά πόσο αυτή ήταν λογικό να εκδοθεί υπό τις περιστάσεις και να απαιτείται από τον εργοδότη η συμμόρφωση με αυτή. Επίσης εξετάζει κατά πόσο ο εργοδοτούμενος είχε βάσιμους λόγους να αρνηθεί να συμμορφωθεί με την εντολή του εργοδότη.
Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian (1980) Ι.R.L.R. 357:
"There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order .. And also the reason for not carrying out the order."
Η οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους εργοδότησης του εργοδοτούμενου δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα (βλ. Catamaran Cruises Ltd v. Williams (1994) IRLR 386). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ο εργοδότης πρέπει να καταδείξει ότι η αλλαγή αυτή έγινε για εύλογη αιτία η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από στοιχεία. Το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίζει το συμφέρον του εργοδότη να προβεί στην αλλαγή και του εργοδοτούμενου να μην την αποδεχτεί (βλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law - κάτω από τον υπότιτλο "Refusal to accept changes in terms and conditions").
Να τονίσουμε ότι στο Αγγλικό Δίκαιο, η υπερωριακή εργασία δεν είναι υποχρεωτική εκ του νόμου. Καθίσταται δεσμευτική μόνο εάν προβλέπεται ρητά στη σύμβαση εργασίας του εργοδοτούμενου. Συγκεκριμένα, ένας εργοδοτούμενος είναι υποχρεω-μένος να προσφέρει υπερωριακή εργασία μόνο εάν η σύμβαση εργασίας του, περιέχει σχετικό όρο για «υποχρεωτική υπερωρία» (compulsory overtime). Εάν στη σύμβαση δεν περιέχεται τέτοια υποχρέωση, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί χωρίς κυρώσεις. Ακόμη κι αν η σύμβαση επιβάλλει υπερωρίες, ο εργο-δότης δεν μπορεί να υποχρεώσει τον εργοδοτούμενο να εργαστεί πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο (συνήθως υπολογιζόμενο σε περίοδο 17 εβδομάδων), σύμφωνα με το Working Time Regulations 1998. Υπάρχει εξαίρεση εάν ο εργοδο-τούμενος υπογράψει οικειοθελώς μια γραπτή συμφωνία εξαίρεσης (opt-out agreement).
Ενώ ο εργοδοτούμενος ενδέχεται να μην υποχρεούται συμβατικά να εργάζεται υπερωρίες, η επίμονη άρνηση προσφοράς υπερωριακής εργασίας, όπου είναι απαραίτητες για τις ανάγκες της επιχείρησης, μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση (Horrigan v. Lewisham LBC [1978] ICR 15) Ωστόσο όταν ο εργοδότης κρίνει απαραίτητη την αλλαγή των ωρών εργασίας των εργοδοτουμένων, θα πρέπει να προβεί σε κατάλληλες διαβουλεύσεις σχετικά με τις προτεινόμενες αλλαγές και μπορεί να είναι παράλογο να αναμένεται από έναν εργοδοτούμενο να συμφωνήσει σε γενικές αλλαγές που θα τον υποχρεώνουν συμβατικά να εργάζεται όσες ώρες απαιτεί ο εργοδότης (Enans v. Elementa Holdings [1982] IRLR 143; ICR 323). Ο εργοδότης θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να ακούσει και να λάβει υπόψη τυχόν αντιρρήσεις των εργοδοτούμενων σχετικά με το γιατί δεν είναι διατεθειμένοι να συμφωνήσουν σε αλλαγή ωρών και να εξετάσει εάν είναι δυνατές εναλλακτικές λύσεις εξαίρεσης (Martin v. Automobile Proprietary Limited [1979] IRLR 64).
Ανάλυση - Συμπεράσματα
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση όσο και τους Αιτητές να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχει-ρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγεί στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας των Αιτητών και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγμα-τικότητα και μόνο.
Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:
Οι ισχυρισμοί της κας Σαμψών αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τους Καθ’ ων η αίτηση στην απόφαση να μην καταβάλλουν στους Αιτητές πληρωμή για υπερωριακή απασχόληση αλλά ανταλλαγή της υπερωρίας με άδεια, δεν υποστηρίζο-νται από οποιαδήποτε στοιχεία. Ισχυριζόμενη ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επανήλθαν σε προηγούμενη συμφωνία με τους Αιτητές για την ανταλλαγή των υπερωριών με άδεια αντί πληρωμής, ωστόσο δεν διαφώνησε ότι η συγκεκριμένη απόφαση λήφθηκε το 2013 όταν, λόγω της οικονομικής κρίσης και μείωσης των εργασιών, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβηκαν σε απολύσεις προσωπικού, μειώσεις μισθών και σε ανταλλαγή των υπερωριών με άδεια αντί πληρωμής, μέχρι τον Αύγουστο 2016 που επανάφεραν με τη σύμφωνη γνώμη των Αιτητών την πληρωμή αντί αδείας. Η θέση της μάρτυρος ότι κατέληξαν εκ νέου στην επαναφορά της άδειας άνευ πληρωμής, μετά από συζήτηση και εξηγήσεις που δόθηκαν στους Αιτητές και στο υπόλοιπο προσωπικό, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Τίποτα το ουσιαστικό δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει ότι προϋπήρξε επαφή των μερών ή ζητήθηκε η θέση των Αιτητών για την εν λόγω απόφαση. Αντίθετα, τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία επιβεβαιώνουν τη θέση των Αιτητών ότι επρόκειτο για μονομερή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση την οποία οι Αιτητές δεν αποδέχθηκαν, εξ ου και αρνήθηκαν να προσφέρουν υπερωριακή εργασία όταν ενημερώθηκαν ότι δεν θα τους καταβαλλόταν πληρωμή.
Οι λόγοι που επικαλέστηκε η μάρτυς για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ρύθμισης και ειδικότερα οι αποκλίσεις στην ημερήσια ανάπαυση μετά από έλεγχο που έγινε από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας για τους Ταχογράφους δεν φαίνεται να συνδέονται με την απόφαση απόλυσης των Αιτητών, καθώς ενώ ο Αιτητής 171/2017 απολύθηκε στις 16.3.2017 και οι υπόλοιποι Αιτητές στις 20.3.2017, η επιστολή από το εν λόγω Τμήμα ημερ. 14.3.2017 (Τεκ.4), φαίνεται να λήφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ως εισερχόμενη αλληλογραφία, στις 29.3.2017. Επίσης η πλευρά των Καθ’ ων αίτηση δεν διαφώνησε ότι τα καθήκοντα των Αιτητών δεν σχετίζονταν με τη χρήση Ταχογράφου. Περαιτέρω ενώ η μάρτυς ισχυρίστηκε ότι ήταν συμβατική υποχρέωση των Αιτητών να προσφέρουν υπερωριακή εργασία, ωστόσο δεν διαφώ-νησε ότι πέραν του κανονικού εβδομαδιαίου ωραρίου των 38 ωρών, η συμβατική υποχρέωση των Αιτητών για υπερωριακή εργασία ήταν μέχρι 10 ώρες εβδομαδιαίως. Εν τέλει, στο στάδιο της αντεξέτασης, ομολόγησε ότι ήταν απόφαση της Εταιρείας να ανταλλάσονται οι υπερωρίες με άδεια και ότι οι υπάλληλοι ήταν εναντίον διότι όλοι ήθελαν να πληρώνονται σε μετρητά.
Ο κ. Χρυσοχός, ενώ ισχυρίστηκε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αποφάσισαν μονομερώς τη μη καταβολή στους Αιτητές οποιασδήποτε επιπλέον αμοιβής για υπερωριακή εργασία, και ότι επανήλθαν σε προηγούμενη συμφωνημένη μέθοδο, βάση της οποίας η επιπλέον εργασία θα ανταλλασσόταν με άδεια, ωστόσο κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι στους Αιτητές δεν πρότειναν αλλαγή του συστήματος αμοιβής των υπερωριών, αλλά πρόταση τρόπου λειτουργίας για να είναι νόμιμοι κατόπιν επισήμανσης της επιστολής ημερ. 14.3.2017 (Τεκ.4) και του ελέγχου που δέχθηκαν από το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας. Επίσης ότι δεν ήθελαν να επιβάλουν αλλαγή στους όρους εργασίας των εργαζομένων αλλά να υποβάλουν πρόταση. Τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησε να προβάλει ο κ. Χρυσοχός αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γίνονται αποδεκτά, καθότι, αφενός αυτοαναι-ρούνται από τα όσα ανέφερε αρχικά και αντικρούονται από τα όσα κατέθεσε η κα Σαμψών η όποια αναφέρθηκε σε συμφωνία για πληρωμή των υπερωριών με άδεια αντί χρηματική αμοιβή την οποία οι Αιτητές αποδέχθηκαν. Αφετέρου αντιστρατεύ-ονται τις δικογραφημένες θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση. Δικαιολογούμε την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου: Στην παράγρ. 6 των Γενικών Λόγων Εμφάνισης αναφέρεται ξεκάθαρα «… Μεταγενέστερα, επειδή σε κάποια Εργοτάξια ο όγκος εργασίας μειώθηκε δραματικά, σε άλλα αυξήθηκε κατακόρυφα, έτσι κρίθηκε αναγκαία η επιστροφή στην προηγούμενη μέθοδο πληρωμής των υπερωριών, με ανταλλαγή των ωρών με άδεια αντί επιπλέον χρήματα, έτσι ώστε να εργάζονται όλοι οι υπάλληλοι τις βασικές τους ώρες, προκειμένου να μην υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση όρου εργοδότησης.» Επίσης στην παράγρ. 7 (α) «Μετά από συζήτηση και εξηγήσεις που δόθηκαν όχι μόνο στους Αιτητές , αλλά και σε όλους τους εργαζόμενους των Καθ’ ων η αίτηση, επαναφέρθηκε και πάλι η καταβολή ως αμοιβή, ως επί το πλείστον με άδεια αντί επιπλέον αμοιβής για υπερωριακή εργασία, επιμένοντας ότι ουδέποτε θα έμενε ή/και έμεινε απλήρωτος ο οποιοσδήποτε, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν και οι Αιτητές».
Και ενώ οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση, διαφώνησαν με τη θέση του Αιτητή 171/2017 ότι η εκτέλεση της εργασίας με τη μικρή αντλίας εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική του ακεραιότητα, ισχυριζόμενοι ότι υπήρχε υπεύθυνος ασφάλειας και υγείας που χειριζόταν αυτά τα θέματα, εν τούτοις το εν λόγω άτομο, του οποίου δεν αποκαλύφθηκε ούτε και η ταυτότητα, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την εμπεριστατωμένη θέση του και ούτε τέθηκε ενώπιον μας οποιαδή-ποτε άμεση και εμπεριστατωμένη μαρτυρία που να καταρρίπτει τη θέση του Αιτητή και να επιβεβαιώνει το αντίθετο. Τη θέση του Αιτητή 171/2017 υποστήριξε με την κατάθεση του ο Αιτητής 173/2017 ο οποίος ήταν παρών στο εργοτάξιο και αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο ανατροπής της αντλίας του φώναξε να σταματήσει. Σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής 171/2017 κατάθεσε ότι δεν εργάστηκε υπερωριακά λόγω της επικινδυνότητας της εργασίας που του ζητήθηκε να εκτελέσει με τη μικρή αντλία και του γεγονότος ότι θα έμενε απλήρωτος, λέγοντας ότι τη συγκεκριμένη μέρα αφού συμπλήρωσε το κανονικό του ωράριο και εργάστηκε υπερωριακά 2,5 ώρες για ολοκλήρωση της εκτελεσθείσας εργασίας, η οποία από τη φύση της θα έπρεπε να ολοκληρωθεί και, ενώ ήταν έτοιμος να σχολάσει, του ζητήθηκε να εργαστεί σε άλλο εργοτάξιο επί της Λεωφ. Μακαρίου, κάτι που αρνήθηκε. Η θέση αυτή του Αιτητή δεν έχει αμφισβητηθεί καθώς κανένα από τα άμεσα υπεύθυνα πρόσωπα δεν προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο.
Οι υπόλοιποι Αιτητές, ενώ ισχυρίστηκαν ότι ενημερώθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2017 για την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση να ανταλλάσσουν τις υπερωρίες με άδεια αντί με επιπλέον πληρωμή, ωστόσο, από τα ενώπιον μας στοιχεία και από τα όσα οι ίδιοι ανάφεραν, τις επόμενες βδομάδες συνέχισαν να προφέρουν υπερωριακή εργασία που υπερέβαινε τις 10 ώρες εβδομαδιαίως, πιστεύοντας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα εφάρμοζαν εν τέλει μια τέτοια απόφαση. Όταν όμως τους ζητήθηκε από τον κ. Νικολαΐδη να δουλέψουν υπερωριακά το Σάββατο 18.3.2017 χωρίς πληρωμή, αρνήθηκαν και δεν παρουσιάστηκαν στο εργοτάξιο στη Λάρνακα. Η απάντηση που έλαβαν οι Αιτητές από τον κ. Νικολαΐδη ήταν ότι θα υφίσταντο τις ανάλογες συνέπειες εάν δεν παρουσιάζονταν για εργασία. Και ενώ οι Αιτητές επικαλέστηκαν τη σύμβαση εργασία τους, ισχυριζόμενοι ότι πέραν της συμβατικής τους υποχρέωσης για προσφορά υπερωριακής εργασίας, η υπερωρι-ακή εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, ωστόσο επισήμαναν ότι λόγω της φύσεως των οικοδομικών εργασιών, όταν ξεκινούσε μια εργασία και δεν τελείωνε στον κανονικό χρόνο απασχόλησης, υποχρεωτικά θα έπρεπε να προσφέρουν υπερωριακή εργασία για την αποπεράτωση της.
Τα όσα ανέφεραν οι Αιτητές δεν αμφισβητήθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων και τα αποδεχόμαστε ως πλήρως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα.
Είναι κοινή η θέση των μερών ότι στις 16.3.2017 πηγαίνοντας ο Αιτητής 171/2017 στην εργασία του, ο υπεύθυνος του εργοταξίου κ. Φρ. Νικολαΐδης του ανακοίνωσε την απόλυση του, επειδή την προηγούμενη μέρα αρνήθηκε να εργαστεί υπερωριακά στο εργοτάξιο της Λεωφ. Μακαρίου. Το ίδιο κοινή είναι η θέση των μερών και σε σχέση με τους υπόλοιπους Αιτητές οι οποίοι το Σάββατο αρνήθηκαν να προσφέρουν υπερωριακή εργασία, για τους λόγους που επικαλούνται και τη Δευτέρα 20.3.2017 ο κ. Φρ. Νικολαΐδης δεν τους επέτρεψε να εισέλθουν στο εργοτάξιο, ανακοινώνοντας την απόλυση τους. Η θέση των μαρτύρων των Καθ’ ων η αίτηση ότι την ίδια μέρα της απόλυσης οι Αιτητές κλήθηκαν από τον υπεύθυνο του Εργοταξίου κ. Φρ. Νικολαΐδη στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας όπου τους εξήγησε τους λόγους απόλυσης και τους έδωσε το δικαίωμα να θέσουν τη δική τους εκδοχή, κρίνουμε ότι δεν ανταπο-κρίνεται στην αλήθεια. Όπως επίσης δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός τους ότι την ίδια μέρα επιδίωξαν να παραδώσουν στους Αιτητές την επιστολή απόλυσης και αυτοί προκλητικά αρνήθηκαν να την παραλάβουν. Δικαιολογούμε την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου, σημειώνοντας κατ’ αρχάς ότι ο κ. Νικολαΐδης που ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στην απόλυση των Αιτητών δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς καμία άμεση μαρτυρία πλην αυτή των Αιτητών δεν τέθηκε ενώπιον μας που να επιβεβαιώνει τέτοιο γεγονός. Ο κ. Χρυσοχός δεν διαφώνησε ότι ο ίδιος ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τους Αιτητές σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτού και των Αιτητών ήταν ο κ. Νικολαΐδης. Επίσης τα διάφορα έγγραφα που επικαλέστηκε η κα Σαμψών δεν φαίνεται να συνάδουν με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση. Διευκρινίζουμε ότι η κατάσταση οφειλών του Αιτητή 171/2017 φέρει ημερομηνία 20.3.2017 [Τεκ.3(δ)] και των υπολοίπων Αιτητών 23.3.2017 [Τεκ.7(δ)]. Επίσης η δήλωση παραλαβής των επιταγών με τα ωφελήματα τους φέρουν ημερ. 29.3.2017 [Τεκ.3(γ), 7(γ), 10(γ), 13(γ)]. Τα εν λόγω έγγραφα φέρουν την υπογραφή των Αιτητών. Πρόσθετα η επιστολή απόλυσης του Αιτητή 171/2017 φέρει ημερ. 16.3.2017 και των υπόλοιπων 20.3.2017 που είναι η ημερομηνία απόλυσης. Ωστόσο ενώ του Αιτητή 171/2017 η επιστολή απόλυσης απεστάλη ταχυδρομικώς στις 17.3.2017 και παραλήφθηκε στις 29.3.2017, των υπολοίπων απεστάλησαν ταχυδρομικώς στις 31.3.2017 και παρα-λήφθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός Απριλίου. Συνεπώς από τα ενώπιον μας στοιχεία και δεδομένα και την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση δεν επιβεβαιώνεται να υπήρξε συνάντηση στις 20.3.2017 ή να επιδιώχθηκε η παράδοση της επιστολής απόλυσης στους Αιτητές. Πέραν τούτου δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο κ. Νικολαΐδης, ενώ ανακοίνωσε στους Αιτητές την απόλυση τους, αυθημερόν τους κάλεσε στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας για να τους εξηγήσει τους λόγους απόλυσης και να τους δώσει το δικαίωμα να θέσουν τη δική τους εκδοχή. Πιο λογική και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια μας φάνηκε η θέση των Αιτητών ότι μετά την απόλυση τους ο κ. Νικολαΐδης τους είπε να πάνε στα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας για να μιλήσουν με τον διευθύνοντα σύμβουλο κ. Κυριάκο Χρυσοχό. Ενώ μετέβηκαν εκεί οκτώ άτομα μαζί με τον Αιτητή 171/2017, πιστεύοντας ότι ο κ. Χρυσοχός θα αντιλαμβανόταν τις θέσεις τους και ίσως άλλαζε γνώμη, εν τέλει ενώ ανέμεναν στο πεζοδρόμιο έξω από τα γραφεία 2-3 ώρες, ο τελευταίος αρνήθηκε να τους δεχθεί. Επίσης, πιο λογική και συνάδουσα με το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, είναι η θέση των Αιτητών ότι πήγαν στα γραφεία της Εταιρείας για να παραλάβουν τα ωφελήματα τους στις 29.3.2017. Αποτελεί ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας όλων των Αιτητών ότι στις 20.3.2017 δεν υπήρξε καμία συνάντηση μεταξύ αυτών και του κ. Νικολαΐδη στα γραφεία της Εταιρείας.
Αναφορικά με την προειδοποιητική επιστολή ημερ. 1.3.2017 (Τεκ.6) που απέστειλαν οι Καθ’ ων η αίτηση στον Αιτητή 171/2017, είναι φανερό ότι δεν υπήρξε προσδιο-ρισμός του χρόνου που επικαλούνται ότι ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του. Ενώ στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται η 17.2.2017, στην μαρτυρία της η κα Σαμψών ανέφερε ότι η σωστή ημερομηνία ήταν 24.2.2017. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 24.2.2017 ήταν με άδεια. Σε κάθε περίπτωση η ημερομηνία δεν διευκρι-νίστηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι για την εν λόγω κατ’ ισχυρισμό απουσία του Αιτητή δεν ζητήθηκαν από τον ίδιο οποιεσδήποτε διευκρινίσεις και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο. Πέραν τούτου η επιστολή υπογράφεται από τον κ. Νικολαΐδη, ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να εξηγήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε και δόθηκε στον Αιτητή.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία των μαρτύρων των Καθ’ ων η αίτηση δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται σε όσα σημεία είναι αντίθετη με την ανάλογη μαρτυρία των Αιτητών. Αποδεχόμαστε λοιπόν, ότι η μαρτυρία των Αιτητών αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στο νόμο και στη νομολογία τείνει να καταδείξει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με το νόμιμο του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών. Οι Καθ’ ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση των Αιτητών επικαλούμενοι «άρνηση εκτέλεσης των καθηκόντων τους», όταν οι τελευταίοι αρνήθηκαν να προσφέρουν υπερωριακή εργασία, λόγω της μονομερούς και αυθαίρετης απόφασης των Καθ’ ων η αίτησης για ανταλλαγή της προσφερθείσας υπερωριακής εργασίας με άδεια αντί πληρωμής. Για την εν λόγω απόφαση οι Καθ’ ων η αίτηση προέβαλαν διάφορους λόγους τους οποίους ουδέποτε γνωστοποίησαν στους Αιτητές και οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν έχουν αποδειχθεί. Η θέση τους ότι λήφθηκε η εν λόγω απόφαση για να εργάζονται όλοι οι εργοδοτούμενοι των Καθ’ ων η αίτηση τις βασικές ώρες εργασίας, προκειμένου να μην υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση όρου εργοδότησης, παραβίαζε ουσιαστικά το καθημερινό ωράριο απασχόλησης των Αιτητών, αναγκάζοντας τους να εργάζονται τις ώρες που ο εργοδότης επιθυμούσε. Εν ολίγοις με την εν λόγω μέθοδο της μη πληρωμής των υπερωριών και της ανταλλαγής τους με άδεια, ο εργοδότης μετάθετε τον επιχειρηματικό κίνδυνο στους ώμους των εργοδοτουμένων και ειδικότερα στους ώμους των Αιτητών, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή όφειλαν να είναι στην διάθεση του εργοδότη για παροχή εργασίας. Ωστόσο με βάση τη νομολογία, για την αλλαγή των ωρών εργασίας, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να προβούν σε κατάλληλες διαβουλεύσεις με τους Αιτητές για τις προτεινόμενες αλλαγές. Όφειλαν να ακούσουν και να λάβουν υπόψη τυχόν αντιρρήσεις των Αιτητών σε σχέση με το γιατί δεν ήταν διατεθειμένοι να συμφωνήσουν σε ανταλλαγή της προσφερθείσας υπερωριακής εργασίας με άδεια αντί πληρωμής, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε σε αλλαγή των ωρών εργασίας των Αιτητών και να εξετάσουν τυχόν εναλλακτικές λύσεις. Συμβατικά, όπως έχει νομολογηθεί, θα ήταν παράλογο να αναμενόταν από τους Αιτητές να δεσμευτούν με μια συμφωνία που θα τους υποχρέωνε να εργάζονται τις ώρες και όσες ώρες απαιτούσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, καθώς η υπερωριακή εργασία θα ανταλλασσόταν με άδεια κατά το κανονικό τους ωράριο, το οποίο εν τέλει θα έπαυε να είναι σταθερό.
Μια τέτοια αυθαίρετη αλλαγή στους όρους απασχόλησης των Αιτητών για την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατέδειξαν οποιαδήποτε εύλογη αιτία, δεν μπορεί αποβεί δεσμευτική για τους Αιτητές. Συνεπώς, η εντολή των Καθ’ ων η αίτηση για παροχή υπερωριακής εργασίας άνευ πληρωμής από τους Αιτητές, ξέφευγε του συμβατικού πλαισίου, δεν ήταν νόμιμη και λογική και δεν δέσμευε τους Αιτητές. Δίνοντας οι Καθ’ ων η αίτηση την εν λόγω επίδικη εντολή στους Αιτητές δεν εφάρμοσαν σωστά την αρχή της λογικότητας και συνεπώς υπό τις περιστάσεις έκδοσης της, οι Αιτητές είχαν βάσιμους λόγους να αρνηθούν να συμμορφωθούν με αυτή. Επρόκειτο επίσης για μονομερή και αυθαίρετη απόφαση η οποία θα μπορούσε να βλάψει το κλίμα της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών.
Ο Αιτητής 171/2017 αρνήθηκε να εργαστεί υπερωριακά και λόγω της επικινδυνό-τητας της εργασίας που του ζητήθηκε να εκτελέσει με τη μικρή αντλία σε άλλο έργο απ’ αυτό που εργαζόταν. Σημειώνουμε, ότι στις 15.3.2017, ο εν λόγω Αιτητής, με την ολοκλήρωση του κανονικού ωραρίου, εργάστηκε 2,5 επιπλέον ώρες για ολοκλήρωση της εργασίας που είχαν αρχίσει και ενώ ήταν έτοιμος να σχολάσει, τού ζητήθηκε να προσφέρει περαιτέρω υπερωριακή εργασία σε άλλο έργο. Οι Αιτητές υποστήριξαν, χωρίς να αμφισβητηθούν, ότι είχαν συμβατική υποχρέωση να προσφέρουν υπερωριακή εργασία μέχρι και 10 ώρες εβδομαδιαίως και ότι λόγω της φύσεως των οικοδομικών εργασιών, όταν ξεκινούσε μια εργασία και δεν τελείωνε στον κανονικό χρόνο απασχόλησης, υποχρεωτικά θα έπρεπε να προσφέρουν υπερωριακή εργασία για την αποπεράτωση της.
Πέραν των πιο πάνω, οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση χαρακτήρισαν τους Αιτητές ως εξαιρετικούς υπάλληλους. Πλην της επιστολής ημερ. 1.3.2017 (Τεκ.6) που δόθηκε στον Αιτητή 171/2017, δεν φαίνεται να έγιναν αποδέκτες οποιασδήποτε προφορικής ή γραπτής προειδοποίησης για την εργασία τους ή τη συμπεριφορά τους. Η άρνηση τους να προσφέρουν υπερωριακή εργασία ήταν η πρώτη κατά τους Καθ’ ων η αίτηση αρνητική συμπεριφορά που οδήγησε στην άμεση απόλυση τους. Οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν το γεγονός ότι την τελευταία βδομάδα αλλά και τις προηγούμενες βδομάδες, οι Αιτητές είχαν καλύψει ήδη τη συμβατική υποχρέωση τους για παροχή 10ωρης υπερωριακής εργασίας και ότι αυτό που τους ζητήθηκε να πράξουν και οδήγησε στην απόλυση τους, ήταν πέραν της συμβατικής τους υποχρέωσης. Από τον Αιτητή 171/2017 την Τέταρτη το απόγευμα 15.3.2017, ενώ ήταν έτοιμος να σχολάσει μετά που κάλυψε το κανονικό ωράριο και επιπλέον υπερωριακή εργασία 2,5 ωρών και από τους υπόλοιπους Αιτητές το Σάββατο 20.3.2017. Και ενώ η άρνηση αυτή των Αιτητών να προσφέρουν υπερωριακή εργασία ήταν ο μοναδικός και καθοριστικός λόγος που οδήγησε στην απόλυση τους, ωστόσο οι Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν διευκρίνισαν εάν οι εργασίες που καλούνταν οι Αιτητές να εργαστούν ήταν νέες ή ημιτελείς εργασίες που έπρεπε οπωσδήποτε να ολοκληρωθούν τις συγκεκριμένες μέρες.
Για όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των λόγων που επικαλούνται και δεν κατάφεραν να στοιχειοθετή-σουν οποιεσδήποτε λογικές αιτίες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα οδηγούσαν ένα λογικό εργοδότη στην εύλογη κατάληξη ότι οι Αιτητές υπήρξαν ένοχοι σοβαρού παραπτώματος, ή υπέπεσαν σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας τους και/ή του καθήκοντος τους σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόλυση τους.
Περαιτέρω, για τη λήψη της επίδικης απόφασης, οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν, τόσο για τη λήψη της απόφασης για τροποποίηση των όρων απασχόλησης των Αιτητών όσο και για τη λήψη της επίδικης απόφασης, τους εμπόδισε στο να εξασφαλίσουν τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικασίας, στηριζόμενοι οι Καθ’ ων η αίτηση επί στοιχείων τα οποία οι Αιτητές δεν είχε τη δίκαιη ευκαιρία να σχολιάσουν και/ή να αμφισβητήσουν, στέρησαν από τους Αιτητές τη δυνατότητα να θέσουν ενώπιον τους τις δίκες τους απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδαν για όσα τους καταλόγισαν, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων οι Καθ’ ων η αίτηση στήριξαν την απόφαση τους να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Σε τελική ανάλυση οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλούνται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί.
Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενήργησαν ως ένας λογικός εργοδότης με αποτέλεσμα η απόλυση των Αιτητών να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου.
Υπολογισμός Αποζημιώσεων
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχο-ληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.
Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου
Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στην απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου:
«Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας. Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας. Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00.
Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.»
Σύμφωνα με τα ενώπιον μας στοιχεία:
Ο Αιτητής 171/2017 εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 για εννέα συναπτά έτη και λάμβανε €368,12 εβδομαδιαίως. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 34 ετών.
Ο Αιτητής 172/2017 εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 2 για έξι συναπτά έτη και λάμβανε €347.02 εβδομαδιαίως. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 37 ετών.
Ο Αιτητής 173/2017 εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 για εννέα συναπτά έτη και λάμβανε €373,75 εβδομαδιαίως. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 34 ετών.
Ο Αιτητής 174/2017 εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 για εννέα συναπτά έτη και λάμβανε €424,38 εβδομαδιαίως. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 43 ετών.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση των Αιτητών ως περιγράφονται ανωτέρω, τη διάρκεια της απασχόλη-σης τους, τα ημερομίσθια τους, τη φύση της απασχόλησής τους, την ηλικία τους και την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας για τα οποία δεν έγινε αναφορά, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να τους επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης:
- Στον Αιτητή 171/2017 το ποσό των €7.546,46- που αντιστοιχεί με απολαβές 20,5 βδομάδων (20,5 Χ €368,12).
- Στον Αιτητή 172/2017 το ποσό των €4.511,26- που αντιστοιχεί με απολαβές 13 βδομάδων (13 Χ €347,02).
- Στον Αιτητή 173/2017 το ποσό των €7.661,87- που αντιστοιχεί με απολαβές 20,5 βδομάδων (20,5 Χ €373,75).
- Στον Αιτητή 174/2017 το ποσό των €8.669,79- που αντιστοιχεί με απολαβές 20,5 βδομάδων (20,5 Χ €424,38).
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 (ζ) του Νόμου οι Αιτητές δικαιούνται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι:
- Στον Αιτητή 171/2017 το ποσό των €2.944,96.
- Στον Αιτητή 172/2017 το ποσό των €2.776,16.
- Στον Αιτητή 173/2017 το ποσό των €2.990,00.
- Στον Αιτητή 174/2017 το ποσό των €3.395,04.
Συνακόλουθα, για σκοπούς απόφασης εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης και σε κάθε υπόθεση εκδίδεται απόφαση ως ακολούθως:
Απόφαση υπέρ του Αιτητή 171/2017 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €10.491,42- με νόμιμο τόκο από 31.05.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.5.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
Απόφαση υπέρ του Αιτητή 172/2017 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2 για το συνολικό ποσό των €7.287,42- με νόμιμο τόκο από 31.05.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση 2 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.5.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
Απόφαση υπέρ του Αιτητή 173/2017 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €10.651,87- με νόμιμο τόκο από 31.05.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.5.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
Απόφαση υπέρ του Αιτητή 174/2017 και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €12.064,83- με νόμιμο τόκο από 31.05.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση 1 διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.5.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)………….………………………….……………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Τζ. Μερχή, Μέλος
Μ. Ρώσσης, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο