ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Α. Αλέξη και Μ. Μιχαήλ, Μελών
Αρ. Υπόθεσης: 432/2021
Μεταξύ:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΟΛΩΜΟΥ
Αιτήτρια
-και-
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ/Η ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 5η Οκτωβρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κ. Στέφανος Σκορδής
Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:
Α. Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής και των Καθ’ ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ’ ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση της με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους.
Β. Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής και των Καθ’ ων η αίτηση είναι και ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Γ. Γενικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις.
Δ. Απόφαση για οιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και ή οιονδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Ε. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού.
ΣΤ. Έξοδα και Φ.Π.Α.
Η Αιτήτρια, με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ισχυρίζεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 2003 (Ν.98(Ι)2003) ως έχει τροποποιηθεί, η σύμβαση και/ή η απασχόληση της στους Καθ’ ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και/ή απασχόληση αορίστου χρόνου και/ή από τη στιγμή που έχει συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών και δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος ή οιοσδήποτε νόμιμος και/ή βάσιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της και/ή της απασχόλησης της σε αορίστου χρόνου. Σημειώνει ενδεικτικά για τη σχέση της με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ασκεί διάφορα καθήκοντα και/ή καθήκοντα όμοια με όλους τους διοικητικούς λειτουργούς (Κλ. Α9) και/ή ότι δεν ασκεί και δεν απασχολείται για έργο τακτής προθεσμίας ως καταχρηστικώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση.
Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει, καθότι:
α) Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 ως έχει τροποποιηθεί.
β) Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της Αίτησης λόγω κωλύματος και ή κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και ή εμποδίζεται και ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων και ή αποζημιώσεων με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης έργου.
γ) Ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή ότι οι Καθ’ ων η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εφάρμοσαν τον Νόμο.
Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και θέτουν αυτή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Διατείνονται ότι οι υπηρεσίες που παρείχε και τα καθήκοντα που εκτελούσε ήταν σύμφωνα με τη σύμβαση ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, την οποία υπέγραψε ανεπιφύλακτα. Επίσης ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος και/ή νόμιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της σε αορίστου χρόνου, ο οποίος υποστηρίζεται από τη νομολογία και ή τη σχετική νομοθεσία. Επιπρόσθετα, ότι δεν έχουν παραβεί τον Ν.98(Ι)/2003, ο οποίος και δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Ότι η δεύτερη σύμβαση της Αιτήτριας αφορούσε την περίοδο από 16.4.2021 μέχρι 31.12.2023 ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης. Ότι η απασχόληση της Αιτήτριας προβλέπεται και έχει ξεπεράσει τους 30 μήνες λόγω της φύσεως της σύμβασης, που αφορά την υλοποίηση έργου τακτής προθεσμίας. Γι’ αυτό στη σύμβαση αναφέρεται ρητά ότι «η χρονική περίοδος απασχόλησης σας που καλύπτεται από τη σύμβαση αυτή, δεν θα προσμετρείται για σκοπούς μετατροπής της σε σύμβαση αορίστου χρόνου». Ότι στην Αιτήτρια αναμενόταν να προσφερθεί νέα σύμβαση για τις ανάγκες του Τμήματος. Ισχυρίζονται ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας ήταν τα συγχρηματοδοτούμενα έργα και/ή ότι το είδος της σύμβασης δεν επιτρέπει την προσμέτρηση της περίοδο απασχόλησης για σκοπούς μετατροπής της σε απασχόληση αορίστου χρόνου και/ή ότι στη σύμβαση έργου που υπέγραψε η Αιτήτρια, συμφώνησε όπως εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα της ανατεθούν.
Περαιτέρω με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που είναι τα ακόλουθα:
- Η Αιτήτρια προέβη σε αίτηση σε Προκήρυξη (Αρ. Προκήρυξης 603) του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων για ικανοποίηση αναγκών πρόσληψης προσωπικού Ορισμένου Χρόνου για συγχρηματοδοτούμενα έργα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια των Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (Τεκ. 1).
- Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων («ΤΔΕ») σε θέση Πολιτικού Μηχανικού / Συγκοινωνιολόγου την 01.06.2018 και στη σύμβαση της αναγράφεται ότι προσλήφθηκε ως Εργοδοτούμενη Ορισμένου Χρόνου για εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια των Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020. Συγκεκριμένα στη σύμβαση αναφέρεται ότι η Αιτήτρια θα απασχολείται για τις ανάγκες του Έργου «EnerNETMob» το οποίο συγχρηματοδοτείται από το INTERREG MED μέχρι τις 31.05.2022 ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης. (Τεκ. 2).
- Κατόπιν διαφορετικής διευθέτησης που έγινε με το Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού, στην Αιτήτρια προσφέρθηκε δεύτερη σύμβαση στη Διεύθυνση Ελέγχου σε θέση Πολιτικού Μηχανικού / Συγκοινωνιολόγου με ισχύ από 16.04.2021 μέχρι 31.12.2023, ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης για εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια των Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, της Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 (Τεκ. 3).
- Η Αιτήτρια προέβη σε νέα αίτηση σε Προκήρυξη (Αρ.126) του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων για ικανοποίηση αναγκών πρόσληψης προσωπικού Ορισμένου Χρόνου για συγχρηματοδοτούμενα έργα της Πολιτικής Συνοχής (περίοδος σύμβασης μέχρι το τέλος του 2029) και του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τεκ. 4).
- Στην Αιτήτρια προσφέρθηκε τρίτη σύμβαση στο ΤΔΕ σε θέση Εκτελεστικού Μηχανικού (Κατεύθυνσης Συγκοινωνιολογίας) με ισχύ από 01.06.2022 μέχρι 30.06.2026, ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης για εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τεκ. 5).
- Η Αιτήτρια υπέγραψε επιστολή τερματισμού στις 02.06.2022 επιφυλάσσοντας τα νόμιμα δικαιώματα της (στην νομική ισχύ της οποίας και στα γεγονότα που αφορούν την εν λόγω υπογραφή επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο) (Τεκ. 6).
- Στη συνέχεια στην Αιτήτρια προσφέρθηκε τέταρτη σύμβαση στο ΤΔΕ σε θέση Εκτελεστικού Μηχανικού (Κατεύθυνσης Συγκοινωνιολογίας) με ισχύ από 04.01.2023 μέχρι 31.12.2029, ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης για εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα και Αειφόρος Ανάπτυξη», Προγραμματική Περίοδος 2014-2020 και Προγράμματος «ΘΑλΕΙΑ», Προγραμματική Περίοδος 2021-2027 (Τεκ. 7).
- Σημειώνεται ότι στην παράγραφο 6 των πιο πάνω συμβάσεων αναφέρεται ότι τα καθήκοντα και οι ευθύνες της θέσης περιγράφονται στην Προκήρυξη.
- Η Αιτήτρια υπέγραψε επιστολή τερματισμού στις 02.01.2023 επιφυλάσσοντας τα νόμιμα δικαιώματα της (στην νομική ισχύ της οποίας και στα γεγονότα που αφορούν την εν λόγω υπογραφή επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά την δικάσιμο) (Τεκ. 8).
Πέραν των παραδεκτών γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε η Αιτήτρια και για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ. Χαράλαμπος Χριστοδούλου, Εκτελεστικός Μηχανικός στο ΤΔΕ, ο οποίος εργάζεται στην Ομάδα Υποστήριξης της Διεύθυνσης του Τμήματος.
Η Αιτήτρια, με τη γραπτή δήλωση της, αφού αναφέρθηκε στις τέσσερεις συμβάσεις εργασίας που υπέγραψε με τους Καθ’ ων η αίτηση, διαρκείας από 1.6.2018 έως 31.05.2022, 16.04.2021 έως 31.12.2023, 01.06.2022 έως 30.6.2026 και από 04.01.2023 έως 31.12.2029, ισχυρίστηκε ότι, από την αρχή της πρόσληψης της, πέραν της διαχείρισης του συγχρηματοδοτούμενου Έργου «EnerNetMob», της ανατέθηκαν πρόσθετα καθήκοντα τα οποία εμπίπτουν σε μόνιμες ανάγκες και δεν είχαν καμία σχέση με το Έργο EnerNetMob. Θέτοντας ως Τεκ.2 τις Ετήσιες Εκθέσεις Αξιολόγησης 2018-2019 όπου περιγράφονται λεπτομερώς τα καθήκοντα που εκτελούσε, ισχυρίστηκε ότι τα πρόσθετα αυτά καθήκοντα δεν αποτελούν μέρος των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας που σύναψε με το ΤΔΕ αλλά μόνιμες ανάγκες του ΤΔΕ και του Υπουργείου Μεταφορών που χρηματοδοτούνταν 100% από κρατικούς πόρους. Με προφορικές οδηγίες του Γ.Δ. του Υπουργείου Μεταφορών προς τον Διευθυντή του ΤΔΕ, μετακινήθηκε στο Υπουργείο Μεταφορών για μόνιμες ανάγκες στελέχωσης της Διεύθυνσης Δημόσιων Επιβατικών Μεταφορών για διαχείριση των νέων Συμβάσεων Παραχώρησης Δημόσιων Επιβατικών Μεταφορών με Λεωφορεία 2020-2030. Η εν λόγω τοποθέτηση έγινε και επίσημα μέσω επιστολής ημερ. 07.02.2020 (Τεκ.6) στην οποία αναφέρεται παραπλανητικά ότι τοποθετείται στο Υπουργείο Μεταφορών για εκτέλεση καθηκόντων σε συγχρηματοδοτούμενα έργα των Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Προγραμματική Περίοδος 2014-2020) και ενώ συνεχίζει να εμπλέκεται στο Έργο «EnerNETMob», ωστόσο δεν γίνεται αναφορά στους πραγματικούς λόγους μετακίνησης, για τους οποίους ανάλωνε πέραν του 90% του χρόνου της (Τεκ.7-10) και στην ανάθεση κατά καιρούς και άλλων πρόσθετων καθηκόντων, άσχετων με τις συμβάσεις της (Τεκ.11-15). Από τα πιο πάνω, ισχυρίστηκε ότι είναι εμφανές πως τα επιπρόσθετα εκτός σύμβασης καθήκοντα που της ανατέθηκαν, αποτελούσαν την κύρια απασχόληση της και ελάχιστος έως καθόλου ήταν ο χρόνος που παρέμενε για εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία αναφέρονται στις συμβάσεις της. Σημείωσε δε, ότι η τοποθέτηση της στη Διεύθυνση Δημόσιων Επιβατικών Μεταφορών ήταν έναντι κενών θέσεων, οι οποίες προκηρύχθηκαν στην εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 02.09.2022 (Τεκ.16). Εκφράζοντας τις αμφιβολίες της μάλιστα για τη νομιμότητα καταβολής των μισθών της από το Έργο EnerNetMob, ο Συντονιστής του Έργου ο οποίος εργαζόταν στο ΤΔΕ γνωρίζοντας την κατάσταση, απέστειλε Σημείωμα στον Γ.Δ. του Υπουργείου Μεταφορών και έγινε σχετική συνάντηση στην παρουσία της όπου συζητήθηκαν τα θέματα που προέκυπταν λόγω των παρατυπιών από τη μετακίνηση της στο Υπουργείο. Αναφερόμενη στην τελευταία σύμβαση εργασίας της ισχυρίστηκε ότι από τον Ιούνιο 2022 μέχρι σήμερα απασχολείται με διάφορα καθήκοντα, τα οποία παραθέτει και αποτελούν έργα των πιο πάνω Ταμείων αλλά και πάγιες ανάγκες. Για να υποστηρίξει τη θέση της, παρουσίασε τις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης της όπως και διάφορα άλλα έγγραφα. Επίσης, ως απόδειξη της αδιάκοπης υπηρεσίας της μεταξύ των συμβάσεων που υπέγραψε, παρουσίασε καταστάσεις μισθοδοσίας που αφορούν τον πρώτο και τελευταίο μήνα της κάθε σύμβασης (Τεκ.21). Για να μην χάσει τη δουλειά της και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να υπογράψει τις συμβάσεις που της δίνονταν κατά καιρούς και την επιστολή δήθεν παραίτησης. Σημείωσε, ότι η απαίτηση για υποβολή «παραίτησης» εφαρμόσθηκε στη Τρίτη σύμβαση που σύναψε και δη μετά την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι τα όσα πράττει είναι πάγιες ανάγκες του Τμήματος της τα οποία ποτέ δεν θα εκλείψουν και ότι καταχρηστικά οι Καθ’ ων η αίτηση της προσφέρουν συμβάσεις δήθεν ορισμένου χρόνου και της ζήτησαν να υπογράψει επιστολή παραίτησης, με σκοπό να αποφύγουν να αναγνωρίσουν ότι έχει καταστεί εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου.
Αντεξεταζόμενη, διαφώνησε με τις υποβολές που δέχθηκε ότι τα καθήκοντα της ήταν άμεσα συνυφασμένα με την προκήρυξη και τη σύμβαση εργασίας της, σημειώνοντας ότι το έργο στο οποίο είχε προσληφθεί αφορούσε καθαρά την εκτέλεση έργου EnerNetMob το οποίο σχετίζεται καθαρά με θέματα ηλεκτροκίνησης. Ισχυρίστηκε ότι η εκτέλεση από μέρους της πάγιων αναγκών επιβεβαιώνεται και από τις ετήσιες εκθέσεις που έχει υποβάλει και είναι υπογραμμένες από τον Γ.Δ. του Υπουργείου Μεταφορών και των Προϊσταμένων της Διεύθυνσης Δημοσίων Επιβατικών Μεταφορών, η οποία δεν υπάγεται στο ΤΔΕ και δεν έχει καμία σχέση με το συγχρηματοδοτούμενο έργο. Διαφώνησε επίσης ότι οι συναντήσεις στο Υπουργείο Μεταφορών έγιναν για επίλυση προβλημάτων για συγχρηματοδοτούμενα έργα, παραπέμποντας στα έγγραφα που έχει καταθέσει ως Τεκμήρια, όπου γίνεται αναφορά και σε κυκλοφοριακή συμφόρηση, που είναι ένα πάγιο ζήτημα για το Υπουργείο. Ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη εργοδότησης δεν θα παύσει να υπάρχει καθώς με βάση την προκήρυξη και τα χρόνια που εργάστηκε και θα εργαστεί, εκτελεί πάγιες ανάγκες που σχετίζονται με υποδομές δημοσίων μεταφορών, οι οποίες από μόνες τους υποδουλώνουν πάγια ανάγκη.
Ο κ. Χ. Χαραλάμπους ανάφερε στην γραπτή δήλωση του, ότι η ανάγκη πρόσληψης εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας επήλθε όταν το ΤΔΕ ανέλαβε την υλοποίηση διάφορων συγχρηματοδοτούμενων έργων που βασίζονται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρίζονται σε πολυετείς Προγραμματικές Περιόδους για την ετοιμασία και υλοποίηση αυτών των έργων. Στην περίπτωση της Αιτήτριας oι προκηρύξεις αφορούσαν κοινή διαδικασία του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων για ικανοποίηση αναγκών πρόσληψης προσωπικού στο ΤΔΕ και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Μεταφορών Επικοινωνιών και Έργων, καθώς και στη Μονάδα Ευρωπαϊκών Ταμείων του Υπουργείου Εσωτερικών. Συνεπεία τούτου, τα υπό αναφορά έργα και για την υλοποίηση αυτών, ένεκα της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων που απαιτούνταν για την υλοποίηση τους, ήταν αναγκαία η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια προσλήφθηκε στη θέση Πολιτικού Μηχανικού / Συγκοινωνιολόγου που απαιτεί εξειδικευμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση και πείρα για να εκπλήρωση καθηκόντων στην μελέτη και κατασκευή - υλοποίηση των έργων και μελετών μεταφορών / βιώσιμης κινητικότητας. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ασκούσε καθήκοντα σύμφωνα με το εκάστοτε έργο τακτής προθεσμίας για το οποίο υπέβαλε αίτηση και ότι σύναψε σχετικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, τις οποίες υπέγραφε ανεπιφύλακτα και δεν ασκούσε πάγια καθήκοντα. Ότι υπήρχε ρητός όρος σε όλες τις προκηρύξεις ότι οι εργοδοτούμενοι θα ασκούσαν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα τους ανατεθούν. Στη βάση αυτή η Αιτήτρια ενδεχομένως να ασκούσε και άλλα καθήκοντα που ήταν συνυφασμένα με το εκάστοτε έργο. Η ίδια όμως ουδέποτε παραπονέθηκε για τα καθήκοντα της. Αναφερόμενος στα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα και ειδικότερα στις συμβάσεις που υπέγραψε η Αιτήτρια με τους Καθ’ ων η αίτηση επισήμανε ότι της προσφέρονταν συμβάσεις μακράς διαρκείας, όπου υπέβαλε εγγράφως και ανεπιφύλακτα την παραίτηση της για έκαστη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ότι γνώριζε με βεβαιότητα τους όρους εργασίας της, τη διάρκεια και την ημερομηνία λήξης που ήταν γνωστοί σ’ αυτήν εκ των προτέρων και που είναι άμεσα συνυφασμένοι με την ολοκλήρωση εκάστου έργου. Ότι τα έργα τακτής προθεσμίας για τα οποία έχει συμβληθεί αποτελούν εργασία προσωρινής φύσης με την ολοκλήρωση της οποίας θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης της. Ισχυρίστηκε δε ότι οι συντονιστικές συναντήσεις με τον Υπουργό έγιναν με σκοπό την παρουσίαση της προόδου και την επίλυση προβλημάτων για το συγχρηματοδοτούμενο έργο και εμπίπτουν στα συμβατικά καθήκοντα της Αιτήτριας.
Αντεξεταζόμενος, δεν διαφώνησε ότι για συγχρηματοδοτούμενα έργα που η περίοδος υλοποίησης ήταν μέχρι τις 31.12.2023 συνέχισαν να απασχολούν την Αιτήτρια και μετά την υπογραφή του νέου συμβολαίου με καθήκοντα που αφορούν τα εν λόγω έργα, επειδή στο νέο συμβόλαιο που είχε υπογράψει έχει προβλεφθεί ότι θα ασχοληθεί με τη συνεχή περίοδο έργων 2027 και για την προγραμματική περίοδο 2014-2020. Επίσης ότι βρίσκονταν στην περίοδο κλεισίματος έργων. Σε υποβολή ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης παρείχαν στην Αιτήτρια συγκεκριμένη σύμβαση χωρίς να γνωρίζουν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν εντός της καθορισθείσας περιόδου, ανέφερε ότι στη σύμβαση και στην προκήρυξη αναφέρεται ημερομηνία ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης σε περίπτωση που το έργο τελείωνε προηγουμένως. Σε νέα υποβολή ότι ούτε το 2029, που λήγει η σύμβαση της Αιτήτριας, θα έχουν ολοκληρωθεί τα έργα, διαφώνησε επειδή δεν μπορεί να προβλέψει κάτι τέτοιο. Πρόσθεσε ότι μπορούν να κλείνουν στο ότι θα διακοπούν οι συμβάσεις. Ερωτηθείς αν μια από τις συμβάσεις που δουλεύει η Αιτήτρια και αφορά το έργο αναβάθμισης των στάσεων μεταφορών έχει διάρκεια μέχρι το 2038, αρκέστηκε να πει ότι η εν λόγω σύμβαση είναι πέραν του 2029 που λήγει η συγχρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν διαφώνησε ότι η συγκεκριμένη σύμβαση έχει διάρκεια ανεξαρτήτως της συγχρηματοδότησης μέχρι το 2038. Για τη επιστολή τερματισμού της σύμβασης που έδωσε η Αιτήτρια με σκοπό την υπογραφή νέας σύμβασης ανέφερε ότι έγινε για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα. Η Αιτήτρια υπέγραψε επιστολή τερματισμού αφού προηγουμένως της προσφέρθηκε νέα σύμβαση μεγαλύτερης διάρκειας. Σε υποβολή ότι ως ΤΔΕ δεν θα σταματήσουν ποτέ να κάνουν έργο και θα έχουν πάντα ανάγκες, διαφώνησε λέγοντας ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνοντας ως παράδειγμα ότι το 2029 δεν γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν διαφώνησε ότι η Αιτήτρια ασκούσε και άλλα καθήκοντα πέραν των συμβατικών καθηκόντων της, τα οποία θεώρησε παρεμφερή καθώς εξυπηρετούσαν ανάγκες στα πλαίσια των συμβατικών της υποχρεώσεων.
Αγορεύσεις
Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτήτρια και Καθ’ ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι.
Με ουσιαστικό υπόβαθρο την Προκήρυξη και τις συμβάσεις που υπέγραψε η Αιτήτρια με τους Καθ’ ων η αίτηση, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ’ ων η αίτηση εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι εν προκειμένω οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που προσφέρθηκαν στην Αιτήτρια απέβλεπαν στην υλοποίηση του έργου και ή μέχρι να καταστεί εφικτή η εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του βάσει των προνοιών του άρθρου 7(1)(δ) του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003). Ότι η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν κάλυπτε μόνιμες ανάγκες του εργοδότη και ότι υπήρχε αντικειμενικός λόγος που δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με το Νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το όλο θέμα.
Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια, αναφερόμενος επίσης στους όρους της Προκήρυξης και των συμβάσεων που υπέγραψε η Αιτήτρια με τους Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι με βάση τους όρους των εν λόγω συμβάσεων, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, προδήλως, η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της για περίοδο πέραν των 30 μηνών, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας της να θεωρείται ότι κατέστη σύμβαση αορίστου διαρκείας (άρθρου 7(1) του Ν.98(Ι)/ 2003), καθώς η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να καταδείξει τη συνδρομή οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατάφεραν, αφενός, να αποδείξουν ότι τα έργα στα οποία αναφέρονται θα έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και, αφετέρου, ότι η ανάγκη εργοδότησης για τέτοιου είδους έργα θα εκλείψει και πότε εάν θα εκλείψει.
Προδικαστικές ενστάσεις
Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προτάσσουν οι Καθ’ ων η αίτηση στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης και οι οποίες συνίστανται, κατά πρώτο λόγο, στο ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθώς δεν συνάδει με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως έχει τροποποιηθεί και, κατά δεύτερο λόγο στην απεμπόληση κάθε δικαιώματος της Αιτήτριας λόγω συμπεριφοράς.
Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση, μεταφέρουμε τα όσα ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Φυλακών μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Πολιτική Έφεση 197/2011 ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A75:
Η προαναφερθείσα αίτηση καταχωρίστηκε από τον εφεσίβλητο εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, «μέσω» του Γενικού Εισαγγελέα, προς ικανοποίηση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960). Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Η χρήση δε, στην προκειμένη περίπτωση, του επιρρήματος «μέσω», στον τίτλο της αίτησης, υποδηλοί, ακριβώς, αυτό, δηλαδή την έγερση αγωγής «εναντίον» του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως, διαπιστώνεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο. Επίσης, επισημαίνεται ότι η πρόσθετη αναφορά στον τίτλο της αίτησης ότι η εφεσείουσα, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, εναγόταν και «μέσω του Διευθυντή Φυλακών» είναι, υπό το φως των ανωτέρω, άνευ οποιασδήποτε σημασίας, ώστε δικαιολογείται αυτή να αγνοηθεί, ο δε περί του αντιθέτου, με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεύτερος λόγος έφεσης να απορριφθεί, όπως και απορρίπτεται.
Και στην προκείμενη περίπτωση δεν παραλείπεται η αναφορά στο τίτλο της Αίτηση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως διαπιστώνεται η ύπαρξη συμμόρφωσης με το άρθρο 57 και η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να τελεσφορήσει και απορρίπτεται.
Αναφορικά με την δεύτερη προδικαστική ένσταση είναι η εισήγηση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι αν και υπέχουν κάποια ιδιαιτερότητα οι συμβάσεις εργασίας σε σχέση με τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καθότι δεν υπήρχε καμία κατάχρηση για να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου και συνάμα η ανεπιφύλακτη υπογραφή από μέρους του της σύμβασης ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας αλλά και της παράτασης αυτής μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, λαμβάνει ανάλογης προστασίας. Ότι ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση κατόπιν Προκήρυξης Έργων Τακτής Προθεσμίας γνωρίζοντας ότι με την ολοκλήρωση τους παύει και η ανάγκη πρόληψης της.
Η Αιτήτρια απορρίπτει την εν λόγω προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τους δικούς του νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.
Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση οφείλουμε κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι με βάση την κοινοτική νομολογία, είναι άκυρες οι συμφωνίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι συναινούν σε μείωση των δικαιωμάτων τους που η Οδηγία τους παρέχει. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, θα είναι άκυρη τυχόν παραίτηση του εργαζόμενου ορισμένου χρόνου από τα δικαιώματα που αντλεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η ευνοϊκή ρύθμιση (το απονεμόμενο δικαίωμα ή η παροχή ή η διευκόλυνση κ.λ.π.) που κατά-λαμβάνει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου επεκτείνεται και στους εργαζόμενος ορισμένου χρόνου που υφίστανται τη διάκριση. Η επέκταση της ευνοϊκότερης ρύθμισης επιβάλλεται ανεξαρτήτως της διατήρησης στην εθνική νομοθεσία της διάταξης που εισάγει τη διάκριση (βλ. Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ. 113-114).
Με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (ΔΕΕ) 21.6.2007, συνεκδ. υποθέσεις C-231/06 έως 233/06, Jonkman, Συλλ. 2007, σελ. Ι-5149:
«Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που να εισάγει διακρίσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόσει στα μέλη της ομάδας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση το ίδιο καθεστώς με εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας».
Σε παραπλήσιες αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔΕΕ) που απέβλεπαν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τη σχετική Οδηγία, το Δικαστήριο αναφερόμενο στον κοινοτικό σκοπό της Οδηγίας, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της Οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προ-στασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζόμενους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς». Κατά το Δικαστήριο, από αυτό συνάγεται ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί έγκυρα να παραιτηθεί από δικαιώματα που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας, ακόμη κι αν τα μειονεκτήματα που απορρέουν γι’ αυτόν από την παραίτηση αντισταθμίζονται με πλεονεκτήματα, συνεπεία των οποίων δεν περιέρχονται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση (Βλ. ΔΕΚ 10.2.1988 (Daddy’s Dance Hall) Συλλογή Νομολογίας 1988, σελ. 749 και ΔΕΚ 25.7.1991 (D’Urso), Συλλογή Νομολογίας 1991, σελ. 4105).
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2024, σελ.407 επ.:
«ούτε μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου τελεί σε γνώση ότι με την εργασία του καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως εσφαλμένα δέχθηκε ο Άρειος Πάγος σε σειρά αποφάσεων του στις οποίες εργοδότης ήταν το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 372/2018, ΑΠ378/2018 ΑΠ476/2018). Όπως ορθά επισημαίνει το ΔΕΕ, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης εκ μέρους του εργοδότη που υπάγεται στον δημόσιο τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συγκατάθεση του θιγόμενου εργαζόμενου για τη σύναψη ή την ανανέωση των συμβάσεων αυτών δεν αίρει την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του εργοδότη, ώστε να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή η συμφωνία πλαίσιο (ΔΕΕ 19.3.2020, C-103/18 και C-429/2018, Sanchez Ruiz). Η ασθενής θέση στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη τον αποτρέπει να ασκήσει τα δικαιώματα του έναντι του εργοδότη του, καθόσον η άσκηση αυτή ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων σε βάρος του από την πλευρά του εργοδότη.»
Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογικές αρχές κατά-δεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση επί του ζητήματος των προδικαστικών ενστάσεων. Η συγκατάθεση της Αιτήτριας στη σύναψη ή την ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν βρίσκουμε να επέφερε οποιαδήποτε δεδηλωμένη εκδήλωση εγκατάλειψης των δικαιωμάτων της για τους λόγους που επικαλούνται οι Καθ’ ων η αίτηση, εν όψει και του επιτακτικού χαρακτήρα των διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου, οι οποίες αποσκοπούν στην διασφάλιση των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου και στην εξάλειψη τυχόν καταχρηστικών πράξεων εκ μέρους του εργοδότη. Για όλα τα πιο πάνω απορρίπτεται και η τρίτη προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.
Ανάλυση - Συμπεράσματα
Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροπο-ποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP)», («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.).
Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 ως ακολούθως:
"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49:
«η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.»
Ο Βασικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου (ρήτρα 1) και κατ’ επέκταση του Ν.98(Ι) /2003 (άρθρο 3) είναι αφενός η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
Για την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα τρία προληπτικά μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν διαζευκτικά ή και σωρευτικά.
Όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων
Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κλπ, C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκ. 55, 60 και της 26ης Νοεμβρίου 2014. Mascolo κλπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκ. 73, 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Με τη ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζόμενους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.
Η συμφωνία-πλαίσιο και κατ’ επέκταση η Οδηγία χρήζουν εφαρμογής μόνο όταν τίθεται ζήτημα διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας “διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου”, αλλά καταλείπει στα κράτη-μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5 σημείο 2 στοιχείο α’ της συμφωνίας-πλαισίου, «τα κράτη-μέλη […] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές».
Κατά το ΔΕΚ (C-212/04 Adeneler ημερ. 4.7.2006 σκ. 82-83),
«ναι μεν η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των εννοιών “διαδοχικές” και “αορίστου χρόνου” κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στο τομέα αυτό του εργατικού δικαίου, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου […]. Έτσι, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως, δεν πρέπει να ασκείται από τα κράτη-μέλη κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου».
Περαιτέρω, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ.. C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τουλάχιστον τριάντα μηνών, ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οποιαδήποτε πρόνοια περιλαμβάνεται στη σύμβαση αυτή περιορίζοντας τη διάρκεια της δεν αναπτύσσει καμία νομική ισχύ, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από υφιστάμενους ενδεικτικά απαριθμούμενους αντικειμενικούς λόγους. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης ο νόμος εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, το οποίο επιδέχεται ανταπόδειξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003:
«7.-(1) Όπου-
(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙
(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙
Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν-
(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.
(β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.
(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.
(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.
(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.
(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών.
…»
Από το γράμμα επίσης του πιο πάνω άρθρου και του Ν. 98(Ι)/2003 γενικότερα, είναι φανερό ότι η μεταφορά της Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο δεν είναι πλήρης στο βαθμό που o κύπριος νομοθέτης παραλείπει να δώσει ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως απαιτεί η Οδηγία. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται (α) σε απασχόληση στον ίδιο εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε μετά από ανανέωση της σύμβασης είτε άλλως πως και (β) σε απασχόληση με ελάχιστη περίοδο 30 μηνών ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ενώ με το εν λόγω άρθρο παρέχεται μια πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της κοινοτικής Οδηγίας, αφού για την εφαρμογή του αρκεί και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η Οδηγία, ωστόσο για περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργοδοτούμενου, η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν προσδιορίζεται χρονικά με επακόλουθο να μην καθίσταται περιοριστική αλλά ούτε και εξ υπαρχής καταλυτική για την υπολογισμό της συνολικής περιόδου απασχόλησης.
Σημειώνεται ότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο κατ’ εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του. Ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύσει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου.
Σύμφωνα με τον Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σελ.194:
«Ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού Νόμου περιορίζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν σημαίνει ότι η αρχική ή η μία και μοναδική σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς την ορισμένη διάρκεια της. Και μετά την ισχύ του Εναρμονιστικού Νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν ως ευνοϊκότερες στο συγκεκριμένο ζήτημα, οι νομολογιακές θέσεις που είχαν διαμορφωθεί με βάση το μέχρι τη θέσπιση του υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες στον έλεγχο καταχρηστικής άσκησης της συμβατικής ελευθερίας του εργοδότη υπόκειται και η αρχική (πρώτη) σύμβαση ορισμένου χρόνου ή η μοναδική που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών.»
Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο ΤΔΕ ως εργοδοτούμενη ορισμένου χρόνου στη θέση Πολιτικού Μηχανικού/ Συγκοινωνιολόγου, για την εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωσης την 01.06.2018 υπογράφοντας δύο συμβάσεις διαρκείας μέχρι 31.12.2023 ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης των έργων. Με την έκδοση νέας Προκήρυξης που αφορούσε συγχρηματοδοτούμενα έργα της Πολιτικής Συνοχής, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση και της προσφέρθηκε νέα σύμβαση για της ανάγκες του ΤΔΕ για τη περίοδο από 01.06.2022 μέχρι 30.06.2026 σε θέση Εκτελεστικού Μηχανικού (Κατεύθυνση Συγκοινωνιολογίας) για την εκτέλεση ιδίων ή παρόμοιων καθηκόντων. Ακολούθησε τέταρτη σύμβαση από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα με ισχύ από 04.01.2023 μέχρι 31.12.2029. Με επιστολές ημερ. 02.06.2022 και 02.012023, η Αιτήτρια ενημέρωσε την Τριμελή Επιτροπή Πρόσληψης Εργοδοτουμένων Ορισμένου, για τον τερματισμό των συμβάσεων που προηγήθηκαν εξαιτίας των προσφερόμενων επικείμενων νέων συμβάσεων, οι οποίες θα ήταν σε ισχύ από 01.06.2022 και 04.01.2023 αντίστοιχα. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η Αιτήτρια είχε ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης, για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας της ως σύμβασης αορίστου χρόνου, από την 01.12.2020 ήτοι κατά τη διάρκεια της αρχικής (πρώτης) σύμβασης. Τα γεγονός ότι δύο από τις συμβάσεις που υπέγραψε σε μεταγενέστερο στάδιο τερματίστηκαν εξαιτίας της προσφοράς νέων συμβάσεων δεν κατέστησε μη συνεχόμενη την απασχόληση της, καθώς δεν μεσολάβησε οποιοδήποτε διάστημα διακοπής και δεν υπήρξε διαφοροποίηση των καθηκόντων της. Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τη θέση της Αιτήτριας ότι και μετά την ενεργοποίηση των νέων συμβάσεων συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα που της ανατέθηκαν από την αρχή της εργοδότησης της και ότι οι επιστολές τερματισμού έγιναν καθαρά για πρακτικούς σκοπούς της Υπηρεσίας. Υπό το βάρος της αντεξέτασης ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι η επιστολή τερματισμού έγινε για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα και ότι η Αιτήτρια υπέγραψε τις εν λόγω επιστολές αφού προηγουμένως της προσφέρθηκε νέα σύμβαση μεγαλύτερης διάρκειας.
Σύμφωνα επίσης με τον Ζερδελή σελ.196:
«… Ακόμη κι αν η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει τον απαιτούμενο χρόνο για να καταστεί σύμβαση αορίστου χρόνου, οπότε τεκμαίρεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, ο εργοδότης μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, με την επίκληση και απόδειξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου… Ισχύει, πάντως, και εδώ πως όσο αυξάνεται ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η συνολική διάρκεια της απασχόλησης του εργαζομένου τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι και ο δικαστικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου.»
Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α’. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη.
Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι:
«αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).»
Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein – Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
- Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.
- Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ’ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ’ ολοκληρία.
- Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ’ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας – πλαισίου.
Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
101. Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
102. Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες.
Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η καταχρηστική προς-φυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ’ αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ’ εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (ΔΕΕ 26.1.2012 C-586/10, Κüküc, αριθ. 34 και ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13, Mascolo κ.α.). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνεται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΔΕΕ 23.4.2009 C-378/07 Angelidaki κ.α αριθ.106 και ΔΕΕ 26.1.2012 C586/10 Κüküc, αριθ. 40).
Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ’ ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ’ εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7(2)(γ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεσης εργασία που δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης και του άρθρου 4(2)(δ) του Ν.70(Ι)/2016, όπου ρητά αναφέρεται, «4.-(2) Η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, επιτρέπεται: (δ) για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια όση είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου».
Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων.
Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»:
«Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων.
.... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό»
Για την κρίση αν τελικά συντρέχει πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθετικά προβλεπόμενος αντικειμενικός λόγος θα πρέπει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Χωρίς τη συνεκτίμηση αυτή ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν αποτρέπεται αποτελεσματικά (ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13).
Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια και τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν στο Δικαστήριο και εξετάσαμε τα όσα σχετικά παρέθεσαν υπό το πρίσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικών γεγονότων και των κατατεθέντων, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας της Αιτήτριας και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο.
Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:
Ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους, ότι η Αιτήτρια ασκούσε καθήκοντα στη βάση των εκάστοτε προκηρύξεων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που υπέγραφε, αυτοαναιρείται από τις αντίστοιχες επί του θέματος θέσεις που προέβαλε υπό το βάρος της αντεξέτασης όπου παραδέχθηκε ότι μία από τις συμβάσεις εργασίας της Αιτήτριας που άφορα το έργο αναβάθμισης των στάσεων μεταφορών έχει διάρκεια μέχρι το 2038, σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο έργο δεν περιλαμβάνεται στα συγχρηματοδοτούμενα έργα των οποίων η οικονομική στήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση λήγει στις 31.12.2029. Σε υποβολή ότι η Αιτήτρια κάλυπτε πάγιες ανάγκες του Τμήματος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε ομαδοποίηση έργων και σε παρεμφερή έργα, χωρίς να διευκρινίσει τη θέση του. Περαιτέρω, δεν αμφισβήτησε τη θέση της Αιτήτριας, ότι με οδηγίες του Γ.Δ. του Υπουργείου Μεταφορών προς τον Διευθυντή του ΤΔΕ, ως η επιστολή ημερ. 07.02.2020 (Τεκ.6), μετακινήθηκε στο Υπουργείο Μεταφορών για κάλυψη μόνιμων αναγκών στελέχωσης της Διεύθυνσης Δημόσιων Επιβατικών Μεταφορών για διαχείριση των νέων Συμβάσεων Παραχώρησης Δημοσίων Επιβατικών Μεταφορών με Λεωφορεία 2020-2030. Η θέση της Αιτήτριας υποστηρίζεται και από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και δη το αντίγραφο της επίσημης ιστοσελίδας του Υπουργείου όπου η ίδια παρουσιάζεται ως υπεύθυνη υποδομών στάσεων και δικτύου λεωφορείων (Τεκ.7), την επαγγελματική κάρτα που εξασφάλισε από τον ίδιο το Εργοδότη και στην οποία αναφέρεται η ιδιότητα της κάτω από τη Διεύθυνση Δημόσιων Επιβατικών Μεταφορών (Τεκ.8), τις Ετήσιες Εκθέσεις Αξιολόγησης όπου περιγράφονται λεπτομερώς τα καθήκοντα που εκτελού-σε κατά τα έτη 2020 και 2021 και οι οποίες υπογράφονται από τους Προϊστάμενους στο Υπουργείο Μεταφορών και όχι από τον Συντονιστή του Έργου EnerNETMob (Τεκ.9), όπως επίσης και από τη Βεβαίωση Εργοδότησης από τους Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 03.03.2022 (Τεκ.10). Περαιτέρω, από τα έγγραφα που η Αιτήτρια παρέθεσε ενώπιον μας (Τεκ.11–15 και Τεκ.17), διαπιστώνεται η ανάθεση και πρόσθετων καθηκόντων, επιβεβαιώνοντας έτσι τη θέση της ότι αποτελούσαν τα βασικά της καθήκοντα σε βαθμό που ελάχιστος ή καθόλου χρόνος απέμενε για εκτέλεση των συμβατικών της καθηκόντων. Τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν από τον κ. Χαραλάμπους, όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Αιτήτρια ότι η τοποθέτηση της στη Διεύθυνση Δημοσίων Επιβατικών Μεταφορών έγινε για κάλυψη κενών θέσεων, οι οποίες προκηρύχθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 02.09.2022 (Τεκ.16).
Περαιτέρω ο κ. Χαραλάμπους έθεσε ως βάση για το προσωρινό της απασχόλησης της Αιτήτριας, το γεγονός ότι εργοδοτήθηκε για συγκεκριμένα συγχρηματοδοτούμενα έργα με τη λήξη των οποίων θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης της. Μελετώντας με προσοχή το μέρος αυτό της μαρτυρίας σε συνάρτηση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, κρίνουμε ότι τα όσα ο κ. Χαραλάμπους έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πέραν των όσων έχουμε διαπιστώσει ανωτέρω σε σχέση με τα πραγματικά καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια κατά την περίοδο από το 2020-2022 και που απέβλεπαν στην κάλυψη πάγιων αναγκών του Υπουργείου Μεταφορών, ο κ. Χαραλάμπους δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα άρχισαν το 2014 και συνεχίζονται μέχρι το 2029, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει με βεβαιότητα ότι τα προγράμματα αυτά θα παύσουν να υπάρχουν. Υπό το βάρος της αντεξέτασης, απαντώντας σε υποβολή που δέχθηκε ότι τα εν λόγω έργα δεν θα λήξουν ούτε θα ολοκληρωθούν μέχρι 2029 απάντησε ότι δεν μπορεί να προβλέψει κάτι τέτοιο και ούτε γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω δεν διαφώνησε ότι μια από τις συμβάσεις εργασίας της Αιτή-τριας λήγει το 2038, ισχυριζόμενος ότι αυτή δεν καλύπτει συγχρηματοδοτούμενα έργα. Περαιτέρω συμφώνησε ότι έργα που αφορούσαν την περίοδο 2014-2020 συνέχισαν να υφίστανται και αποτέλεσαν μέρος της δεύτερης σύμβασης που υπέγραψε η Αιτήτρια για συγχρηματοδοτούμενα έργα μέχρι το 2029.
Το επιχείρημα, συνεπώς, των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια προσελήφθη για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας και ότι η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των συμβάσεων εργασίας που σύναψαν οι Καθ’ ων η αίτηση με την Αιτήτρια, αναμενόταν ή αναμένεται με επαρκή ασφάλεια ότι θα εκλείψει και η ανάγκη για απασχόληση της, όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι οι εν λόγω συμβάσεις, αποσκοπούσαν στην κάλυψη συγκεκριμένων έργων των οποίων η ολοκλήρωση θα καταστήσει μη αναγκαία πλέον την απασχόληση της. Όπως έχουμε διαπιστώσει ανωτέρω, στην Αιτήτρια προσφέρθηκε σύμβαση για συγκεκριμένα συγχρηματοδοτούμενα έργα και η ανάθεση άλλων καθηκόντων στο Υπουργείο Μεταφορών που αφορούσαν την κάλυψη πάγιων αναγκών έναντι κενών θέσεων τα οποία η Αιτήτρια εκτελούσε από τις αρχές του 2020 που μεταφέρθηκε στο Υπουργείο μέχρι την πλήρωση των κενών θέσεων με μόνιμο προσωπικό. Συνεπώς η παρουσία της Αιτήτριας στο Υπουργείο Μεταφορών απέβλεπε στην κάλυψη πάγιων αναγκών σε κενωθείσες θέσεις, υπό τον μανδύα της σύμβασης που υπέγραψε για συγχρηματοδοτούμενα έργα. Εν ολίγοις στην Αιτήτρια ανατέθηκαν καθήκοντα έξω από τα πλαίσια των συμβατικών της υποχρεώσεων βάσει των οποίων οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλέστηκαν την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων.
Ο μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση δεν διαφώνησε ότι οι εργασίες σε σχέση με την πρώτη περίοδο από 2014-2020, ευρίσκονται σε εξέλιξη και ότι για τη δεύτερη περίοδο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης με την Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν, εάν με τη λήξη της θα επέλθει και λύση της σχέσης εργασίας και ούτε γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν ολίγοις οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούμενοι ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας την αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αβεβαιότητα αν θα χρειαστούν τις υπηρεσίες της Αιτήτριας και μετά τη λήξη της μακρόχρονης σύμβασης ορισμένου χρόνου που σύναψαν με την Αιτήτρια, θέλησαν να μετακινήσουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο στην Αιτήτρια και να θέσουν σε αβεβαιότητα την μελλοντική εξέλιξη των έργων, γεγονός που δεν επιτρέπει τη σύναψη μίας ή περισσότερων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αν όμως συνεκτιμηθεί και η διάρκεια της συνολικής απασχόλησης της Αιτήτριας βάσει των συμβάσεων αυτών, προφανώς και βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Για τη κρίση αυτή συνηγορεί το ότι βάσει των συμβάσεων ορισμένου χρόνου η Αιτήτρια θα απασχολείτο και συνεχίζει να απασχολείται επί μακρό χρόνο με τα ίδια ή παρόμοια συμβατικά καθήκοντα, πράγμα που δείχνει τη διαρκή ανάγκη ως προς την εκτελούμενη από την Αιτήτρια εργασία[1]. Η Αιτήτρια συνεχίζει να απασχολείται βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μακράς διαρκείας ευρισκόμενη έτσι σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, την οποία ακριβώς επιδιώκει ο Νόμος και η Οδηγία να αποτρέψουν.
Συνεπώς η απασχόληση της Αιτήτριας δεν αποσκοπούσε και ούτε αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι, επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μακράς διαρκείας, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική για σταθερή απασχόληση που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργοδοτουμένων.
Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας ως σύμβαση αόριστου διαρκείας.
Εκδίδεται επομένως αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για την Αιτήτρια από τις 30.12.2020 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση €1000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 30.12.2021 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)……………………..….………………………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Α. Αλέξης, Μέλος
Μ. Μιχαήλ, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο