ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 377/2022, 5/10/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 377/2022, 5/10/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Αλέξη και Μ. Μιχαήλ, Μελών

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 377/2022

 

Μεταξύ:

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Αιτητής

-και-

 

1.      ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

2.     ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ/Η ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 5η Οκτωβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή: κ. Στέφανος Σκορδής

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους

                                                 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:

 

Α.         Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και των Καθ’ ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ’ ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση του με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους. 

 

Β.         Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και των Καθ’ ων η αίτηση είναι και ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Γ.         Γενικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Δ.         Απόφαση για οιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και ή οιονδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

Ε.         Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού.

 

ΣΤ.       Έξοδα και Φ.Π.Α.

 

Ο Αιτητής, με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 2003 (Ν.98(Ι)2003) ως έχει τροποποιηθεί, η σύμβαση και/ή η απασχόληση του στους Καθ’ ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και/ή απασχόληση αορίστου χρόνου και/ή από τη στιγμή που έχει συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών και δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος ή οιοσδήποτε νόμιμος και/ή βάσιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του και/ή της απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου. Σημειώνει ενδεικτικά για τη σχέση του με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ασκεί διάφορα καθήκοντα και/ή καθήκοντα όμοια με όλους τους λειτουργούς και/ή εκτελεστικούς μηχανικούς και/ή ότι δεν ασκεί και δεν απασχολείται για έργο τακτής προθεσμίας ως καταχρηστικώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση. Αναφέρει ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε την περίοδο συμπλήρωσης 30 μηνών (Σύμβαση 16.11.2011 - 31.12.2023) και ή τα καθήκοντα που ασκεί, ουδεμία σχέση είχαν και/ή έχουν με το αντικείμενο της Σύμβασης και ότι ο Καθ’ ων η αίτηση για τη συγκεκριμένη περίοδο απέφυγαν την αξιολόγηση που όφειλαν να του κάνουν, επειδή ενημέρωσε πως θα καταγράφονταν μόνο τα πραγματικά καθήκοντα που είχε. 

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει, καθότι:

 

α)         Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 ως έχει τροποποιηθεί.

 

β)         Δεν δεικνύει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους και/ή ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την Αίτηση και/ή η Αίτηση εγείρεται λανθασμένα και/ή καταχρηστικά εναντίον τους.

 

γ)         Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της Αίτησης λόγω κωλύματος και/ή κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και/ή εμποδίζεται και/ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων και ή αποζημιώσεων με την υπογραφή των Συμβάσεων, ανεπιφύλακτα.

 

Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή και θέτουν αυτόν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής  υπέγραψε ανεπιφύλακτα τόσο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου όσο και τις συβάσεις για τα έργα τακτής προθεσμίας για τα οποία προσλήφθηκε και ότι γνώριζε εξ αρχής ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν για συγκεκριμένη περίοδο. Όσον αφορά το έργο τακτής προθεσμίας στο οποίο εργάζεται, ισχυρίζονται ότι με την ολοκλήρωση του θα παύσει και η ανάγκη για την οποία εργοδοτήθηκε, ανεξάρτητα εάν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου παρήλθαν οι 30 μήνες απασχόλησης. Περαιτέρω ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος και/ή νόμιμος λόγος που δικαιολογεί τη μη μετατροπή της απασχόλησης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου. Ότι ο Αιτητής δεν ασκεί και ούτε ασκούσε πάγια καθήκοντα και/ή κάλυπτε ή καλύπτει μακροχρόνιες ανάγκες αλλά εργοδοτείτο με βάση την κάθε σύμβαση εργασίας που ήταν σε ισχύ. Ότι δεν έχουν παραβεί το Ν.98(Ι)/2003 και ουδεμία διάκριση και/ή άνιση μεταχείριση υπόκειται ο Αιτητής σε οποιαδήποτε θεραπεία.    

 

Περαιτέρω με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που είναι τα ακόλουθα:

 

-       Ο Αιτητής προσλήφθηκε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων («ΤΔΕ») ΤΔΕ ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων, Εκτελεστικός Μηχανικός (Κατεύθυνση Μελετών Οδοποιίας) κατόπιν προκήρυξης η οποία και έγινε στο πλαίσιο ενός πακέτου πρόσληψης 36 ΕΟΧ για τις ανάγκες του ΤΔΕ. Μετά την έγκριση του Προϋπολογισμού του 2019 το Τμήμα Δημοσίων Έργων προκήρυξε τις εγκεκριμένες θέσεις Εκτελεστικού Μηχανικού στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Αντίγραφο της προκήρυξης σημειώνεται και επισυνάπτεται ως Τεκ.1.

 

-       Στον Αιτητή προσφέρθηκε σύμβαση στις 10.05.2019 για περίοδο από 03.06.2019 έως 30.11.2019, την οποία αποδέχτηκε και εργάστηκε στον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ. Στην συνέχεια υπογράφηκαν συμβάσεις για τις ακόλουθες περιόδους: 01.12.2019 – 31.12.2019, 01.01.2020 – 30.06.2020, 01.07.2020 – 31.12.2020, 01.01.2021 – 30.06.2021 και 01.07.2021 – 15.11.2021. Καθ’ όλη την υπό αναφορά περίοδο ο Αιτητής εργάστηκε στον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ με εξάμηνες συμβάσεις, έναντι κενών θέσεων. Σημειώνονται και επισυνάπτονται αντίγραφα των υπό αναφορά συμβάσεων ως Τεκ.2.

 

-       Ο Αιτητής υπέγραψε με το ΤΔΕ σύμβαση στην οποία αναφέρεται ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, Εκτελεστικός Μηχανικός (Κατεύθυνση Μελετών Οδοποιίας) και στην οποία γίνεται αναφορά στο Έργο «Συγχρηματοδοτούμενο Έργο του Περιμετρικού Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας». Σημειώνεται και επισυνάπτεται αντίγραφο της προκήρυξης ως Τεκ.3.

 

-       Στον Αιτητή προσφέρθηκε σύμβαση στις 11.11.2021 για περίοδο από 16.11.2021 έως 31.12.2023 και εργάστηκε στον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ. Σημειώνεται και επισυνάπτεται αντίγραφο της σύμβασης ως Τεκ.4.

 

-       Ο Αιτητής παρέδωσε επιστολή ημερομηνίας 08.06.2022 στην οποία αναφέρεται ότι παραιτήθηκε από τη θέση του ΕΟΧ Εκτελεστικού Μηχανικού (Κατεύθυνσης Μελετών Οδοποιίας) για το Έργο του Περιμετρικού Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας με αποτέλεσμα να παραμείνει στη συγκεκριμένη Σύμβαση 7,5 μήνες. Σημειώνεται και επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής ως Τεκ.5. Ο Αιτητής επιφυλάσσει το δικαίωμα του ως προ την νομική ισχύ της επιστολής αυτής και τις συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε.

 

-       Ο Αιτητής υπέγραψε με το ΤΔΕ σύμβαση στην οποία αναφέρεται ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, Εκτελεστικός Μηχανικός (Κατεύθυνση Μελετών Οδοποιίας). Το καθορισμένο στην εν λόγω σύμβαση Έργο είναι τα Συγχρηματοδοτούμενα Έργα Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης [Προγραμματική Περίοδος 2014-2020 (Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα και Αειφόρος Ανάπτυξη») & Προγραμματική Περίοδος 2021-2027 (Πρόγραμμα «Θάλεια»). Σημειώνεται και επισυνάπτεται αντίγραφο της προκήρυξης ως Τεκ.6.

 

-       Στον Αιτητή προσφέρθηκε σύμβαση στις 27.05.2022 για περίοδο 01.07.2022 έως 31.12.2029 και εργάζεται μέχρι και σήμερα στον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Σημειώνεται και επισυνάπτεται αντίγραφο της σύμβασης ως Τεκ.7.

 

Πέραν των παραδεκτών  γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής και για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ. Χαράλαμπος Χριστοδούλου, Εκτελεστικός Μηχανικός στο ΤΔΕ, ο οποίος εργάζεται στην Ομάδα Υποστήριξης της Διεύθυνσης του Τμήματος.

 

Ο Αιτητής, ανάφερε στη γραπτή δήλωση του ότι εργάζεται στο ΤΔΕ στο κλάδο μελετών από τις 03.06.2019 και ασχολείται με την ετοιμασία μελετών για διάφορα έργα του Τμήματος ανά το Παγκύπριο. Ότι από το 2019 ασκεί τα ίδια καθήκοντα και ευρίσκεται ουσιαστικά στην ίδια θέση εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι, με τη συμπλήρωση 29,5 μηνών υπηρεσίας έναντι κενών θέσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση εντελώς καταχρηστικά και στην προσπάθεια να του αποστερήσουν το δικαίωμα να καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, του ζήτησαν να υπογράψει σύμβαση ότι δήθεν είναι εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου σε συγκεκριμένο συγχρηματοδοτούμενο έργο. Για να μην χάσει τη δουλεία του και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις σημειώνοντας ότι τα καθήκοντα και η θέση του δεν άλλαξαν και ουσιαστικά δεν απασχολείται στα έργα που αναφέρονται στις συμβάσεις. Στις 08.06.2022 για να του δοθεί η τελευταία σύμβαση, του ζητήθηκε να υπογράψει σχετική επιστολή παραίτησης, την οποία αναγκάστηκε να υπογράψει για να διατηρήσει την εργασία του και στην οποία αναφέρεται ότι του παραχωρείται ταυτόχρονα νέα σύμβαση μέχρι το τέλος του 2029. Ισχυρίστηκε ότι τα όσα πράττει είναι πάγιες ανάγκες του Τμήματος του και ότι ουσιαστικά πλέον εκπαιδεύει στον κλάδο Μελετών και τους νέους συναδέλφους που προσλαμβάνονται. Προς επιβεβαίωση των θέσεων του κατάθεσε κατάσταση μισθοδοσίας του (payslip) για τον μήνα Σεπτέμβριο 2024 (Τεκ.1) και Ενδοτμηματικό σημείωμα ημερ. 17.12.2021 στο οποίο αναγράφονται τα καθήκοντα του (Τεκ.2). Για όλα τα πιο πάνω, εισηγείται,  ότι κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, αιτούμενος τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του.

 

Αντεξεταζόμενος διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι ασκούσε καθήκοντα σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας για έργο τακτής προθεσμίες τις οποίες υπέγραψε, λέγοντας ότι εργάστηκε για 24 μήνες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας για κάλυψη αναγκών λόγω κενών θέσεων στο ΤΔΕ και ακολούθως του προσφέρθηκε σύμβαση διάρκειας 5½ μηνών με τη σημείωση ότι με την ολοκλήρωση της ολοκληρωνόταν και η ανάγκη πρόσληψης του. Την τελευταία μέρα υπέγραψε νέα σύμβαση η οποία ξεκινούσε από την επομένη 16.11.2021 με αντικείμενο το συγχρηματοδοτούμενο έργο. Συνέχισε όμως να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα που εκτελούσε προηγουμένως ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για πάγια καθήκοντα του Τμήματος τα οποία ουδέποτε θα εκλείψουν. Ενώ συμφώνησε ότι ήταν δική του επιλογή να υπογράψει τις συμβάσεις που του προσφέρθηκαν και την απαίτηση να συμβληθεί σε άλλο έργο, ισχυρίστηκε ότι το αντικείμενο των συμβάσεων που υπέγραψε στη συνέχεια καθόλου δεν συνάδει με τα καθήκοντα που εκτελεί, πλην ενός μεμονωμένου έργου που ανέλαβε από την αρχή της εργοδότησης του και το οποίο συμπεριλήφθηκε στα συγχρηματοδοτούμενα έργα.  

 

Ο κ. Χ. Χαραλάμπους ανάφερε στη γραπτή δήλωση του, ότι η ανάγκη πρόσληψης εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας επήλθε όταν το ΤΔΕ ανέλαβε την υλοποίηση διάφορων συγχρηματοδοτούμενων έργων που βασίζονται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρίζονται σε πολυετείς Προγραμματικές Περιόδους για την ετοιμασία και υλοποίηση αυτών των έργων. Στην περίπτωση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι προσλήφθηκε ως εμφαίνεται και από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα αρχικά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.11.2021 οπόταν και τερματίστηκε η σύμβαση στο πλαίσιο του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2016 (Ν.70(Ι)/2016), επειδή δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Στη συνέχεια σε Προκήρυξη για έργο τακτής προθεσμίας κατόπιν υποβολής αίτησης σύναψε νέα σύμβαση διαρκείας μέχρι 31.12.2023 για την οποία υπέβαλε εγγράφως την παραίτηση του στις 08.06.2022. Με δική του επιλογή συμμετείχε σε νέα Προκήρυξη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 11.02.2022 (Κύριο Μέρος, Τμήμα Α, Αρ. 124) για την περίοδο από 01.07.2022 μέχρι 31.12.2029 στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού (Κατεύθυνσης Μελετών Οδοποιίας). Ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής ασκούσε καθήκοντα με βάση την εκάστοτε προκήρυξη και των συμβάσεων τις οποίες υπέγραφε ανεπιφύλακτα. Ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις που αυτός υπέγραφε για έργα τακτής προθεσμίας σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονταν με τις πάγιες ανάγκες του Τμήματος και ότι με την τελευταία σύμβαση εκτελεί τα καθήκοντα για τα συγχρηματοδούμενα έργα Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Προγραμματική Περίοδος 2014-2020 και 2021-2027 και συγκεκριμένα σε μελέτες οδοποιίας συγχρηματοδοτούμενων έργων όπως το έργο της αναβάθμισης της Λεωφ. Αμμοχώστου στη Λευκωσία καθώς και παρεμφερή έργα οδοποιίας που του ανατίθενται χωρίς να εκφράσει κάποιο παράπονο.

 

Αντεξεταζόμενος, δεν διαφώνησε ότι ο Αιτητής και μετά την υπογραφή της τελευταίας σύμβασης εργασίας συνέχισε να απασχολείται με μελέτες τουλάχιστον 10 χρόνια σε υπό εξέλιξη έργο στην Επαρχία Λευκωσίας και ανά το Παγκύπριο, λέγοντας ότι είναι σίγουρος ότι ασχολείται με πολλές μελέτες, ότι ασχολείται με συγχρηματοδοτούμενα και μη συγχρηματοδοτούμενα έργα επειδή θεωρούν ότι είναι παρεμφερή. Σε υποβολή ότι δεν είναι παρεμφερή και ότι ο Αιτητής κάλυπτε πάγιες ανάγκες του Τμήματος, ο μάρτυρας διαφώνησε κάνοντας λόγο σε ομαδοποίηση έργων. Σε υποβολή ότι κατά τον χρόνο πρόσληψης παρείχαν στον Αιτητή συγκεκριμένη σύμβαση χωρίς να γνωρίζουν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν εντός της καθορισθείσας περιόδου, ανέφερε ότι στη σύμβαση και στην προκήρυξη αναφέρεται ημερομηνία ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης σε περίπτωση που το έργο τελείωνε προηγουμένως. Σε νέα υποβολή ότι ούτε το 2029 που λήγει η σύμβαση του Αιτητή δεν θα έχουν ολοκληρωθεί τα έργα, διαφώνησε επειδή δεν μπορεί να προβλέψει κάτι τέτοιο. Πρόσθεσε ότι μπορούν να κλείνουν στο ότι θα διακοπούν οι συμβάσεις. Για τη επιστολή τερματισμού της σύμβασης για υπογραφή νέας που έδωσε ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα. Ο Αιτητής υπέγραψε την εν λόγω επιστολή αφού προηγουμένως του προσφέρθηκε νέα σύμβαση μεγαλύτερης διάρκειας. Σε υποβολή ότι ως ΤΔΕ δεν θα σταματήσουν ποτέ να κάνουν έργο και θα έχουν πάντα ανάγκες, διαφώνησε λέγοντας ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνοντας ως παράδειγμα ότι το 2029 δεν γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

Αγορεύσεις

 

Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητής και Καθ’ ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.11.2021 που η σύμβαση του τερματίστηκε στη βάση των προνοιών του Ν.70(Ι)/2016, επειδή ο Αιτητής δεν είχε συμπληρώσει περίοδο 30μηνης απασχόλησης. Ότι στις 08.06.2022 ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτηση του σε σύμβαση εργασίας που έληγε στις 31.12.2023 για να αποδεχτεί νέα σύμβαση. Εισηγήθηκε δε, πως σε κάθε περίπτωση, τα καθήκοντα που ασκούσε ο Αιτητής ήταν σύμφωνα με την εκάστοτε προκήρυξη στην οποία συμμετείχε υπογράφοντας συμβάσεις ανεπιφύλακτα. Για την τελευταία σύμβαση που υπέγραψε ο Αιτητής με τους Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι αποβλέπει στην υλοποίηση του έργου και ή μέχρι να καταστεί εφικτή η εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του βάσει των προνοιών του άρθρου 7(1)(δ) του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003) και ότι συντρέχει αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατά τα προβλεπόμενα στο Νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το όλο θέμα.  

 

Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, θέτοντας ως ουσιαστικό υπόβαθρο τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας που υπέγραψε ο Αιτητής για τη χρονική περίοδο από 03.06.2019 μέχρι 15.11.2021 έναντι κενών θέσεων, εισηγήθηκε ότι η απασχόληση προσώπου έναντι κενής θέσης χωρίς να διαφαίνεται ότι η θέση αυτή θα πληρωθεί σε κάποιο χρόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος μη μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου διαρκείας. Εισηγήθηκε ότι με βάση τους όρους των συμβάσεων που ο Αιτητής υπέγραψε με τους Καθ’ ων η αίτηση, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, προδήλως, ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του για περίοδο πέραν των 30 μηνών, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας του να θεωρείται ότι κατέστη σύμβαση αορίστου διαρκείας (άρθρου 7(1) του Ν.98(Ι)/2003), καθώς η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να καταδείξει τη συνδρομή οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατάφεραν, αφενός, να αποδείξουν ότι τα έργα στα οποία αναφέρονται θα έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και, αφετέρου, ότι η ανάγκη εργοδότησης για τέτοιου είδους έργα θα εκλείψει και πότε εάν θα εκλείψει. Εισηγήθηκε ότι μέχρι τις 15.11.2021 ο Αιτητής ασκούσε πάγιες ανάγκες του Τμήματος τις οποίες συνέχισε να ασκεί και μετά την υπογραφή της τελευταίας σύμβασης που αναφέρεται σε Έργα του Περιμετρικού Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας.

 

Προδικαστικές ενστάσεις

   

Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προτάσσουν οι Καθ’ ων η αίτηση στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης και οι οποίες συνίστανται, κατά πρώτο λόγο, στο ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθώς δεν συνάδει με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως έχει τροποποιηθεί και, κατά δεύτερο λόγο στην απεμπόληση κάθε δικαιώματος του Αιτητή λόγω συμπεριφοράς. 

 

Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση, μεταφέρουμε τα όσα ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Φυλακών μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Πολιτική Έφεση 197/2011 ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A75:

 

Η προαναφερθείσα αίτηση καταχωρίστηκε από τον εφεσίβλητο εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, «μέσω» του Γενικού Εισαγγελέα, προς ικανοποίηση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960). Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Η χρήση δε, στην προκειμένη περίπτωση, του επιρρήματος «μέσω», στον τίτλο της αίτησης, υποδηλοί, ακριβώς, αυτό, δηλαδή την έγερση αγωγής  «εναντίον»  του Γενικού Εισαγγελέα.  Επομένως, διαπιστώνεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο.  Επίσης, επισημαίνεται ότι η πρόσθετη αναφορά στον τίτλο της αίτησης ότι η εφεσείουσα, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, εναγόταν και «μέσω του Διευθυντή Φυλακών» είναι, υπό το φως των ανωτέρω, άνευ οποιασδήποτε σημασίας, ώστε δικαιολογείται αυτή να αγνοηθεί, ο δε περί του αντιθέτου, με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεύτερος λόγος έφεσης να απορριφθεί, όπως και απορρίπτεται.

 

Και στην προκείμενη περίπτωση δεν παραλείπεται η αναφορά στο τίτλο της Αίτησης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως διαπιστώνεται η ύπαρξη συμμόρφωσης με το άρθρο 57 και η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να τελεσφορήσει και απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση, είναι η εισήγηση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι αν και υπέχουν κάποια ιδιαιτερότητα οι συμβάσεις εργασίας σε σχέση με τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί  να τύχει εφαρμογής καθότι δεν υπήρχε καμία κατάχρηση για να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου και συνάμα η ανεπιφύλακτη υπογραφή από μέρους του της σύμβασης ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας αλλά και της παράτασης αυτής μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, λαμβάνει ανάλογης προστασίας. Ότι ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση κατόπιν Προκήρυξης Έργων Τακτής Προθεσμίας γνωρίζοντας ότι με την ολοκλήρωση τους παύει και η ανάγκη πρόληψης του.

 

Η πλευρά του Αιτητή απορρίπτει την εν λόγω προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τους δικούς της νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.

 

Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση οφείλουμε κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι με βάση την κοινοτική νομολογία, είναι άκυρες οι συμφωνίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι συναινούν σε μείωση των δικαιωμάτων τους που η Οδηγία τους παρέχει. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, θα είναι άκυρη τυχόν παραίτηση του εργαζόμενου ορισμένου χρόνου από τα δικαιώματα που αντλεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η ευνοϊκή ρύθμιση (το απονεμόμενο δικαίωμα ή η παροχή ή η διευκόλυνση κ.λ.π.) που καταλαμβάνει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου επεκτείνεται και στους εργαζόμενος ορισμένου χρόνου που υφίστανται τη διάκριση. Η επέκταση της ευνοϊκότερης ρύθμισης επιβάλλεται ανεξαρτήτως της διατήρησης στην εθνική νομοθεσία της διάταξης που εισάγει τη διάκριση (βλ. Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ. 113-114).

 

Με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (ΔΕΕ) 21.6.2007, συνεκδ. υποθέσεις  C-231/06 έως 233/06, Jonkman, Συλλ. 2007, σελ. Ι-5149:

 

«Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που να εισάγει διακρίσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει  την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόσει στα μέλη της ομάδας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση το ίδιο καθεστώς με εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας».    

 

Σε παραπλήσιες αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔΕΕ) που απέβλεπαν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τη σχετική Οδηγία, το Δικαστήριο αναφερόμενο στον κοινοτικό σκοπό της Οδηγίας, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της Οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζόμενους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς». Κατά το Δικαστήριο, από αυτό συνάγεται ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί έγκυρα να παραιτηθεί από δικαιώματα που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας, ακόμη κι αν τα μειονεκτήματα που απορρέουν γι’ αυτόν από την παραίτηση αντισταθμίζονται με πλεονεκτήματα, συνεπεία των οποίων δεν περιέρχονται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση (Βλ. ΔΕΚ 10.2.1988 (Daddy’s Dance Hall) Συλλογή Νομολογίας 1988, σελ. 749 και ΔΕΚ 25.7.1991 (D’Urso), Συλλογή Νομολογίας 1991, σελ. 4105).

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2024, σελ.407 επ.:

 

«ούτε μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου τελεί σε γνώση ότι με την εργασία του καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως εσφαλμένα δέχθηκε ο Άρειος Πάγος σε σειρά αποφάσεων του στις οποίες εργοδότης ήταν το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 372/2018, ΑΠ378/2018 ΑΠ476/2018). Όπως ορθά επισημαίνει το ΔΕΕ, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης εκ μέρους του εργοδότη που υπάγεται στον δημόσιο τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συγκατάθεση του θιγόμενου εργαζόμενου για τη σύναψη ή την ανανέωση των συμβάσεων αυτών δεν αίρει την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του εργοδότη, ώστε να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή η συμφωνία πλαίσιο (ΔΕΕ 19.3.2020, C-103/18 και C-429/2018, Sanchez Ruiz). Η ασθενής θέση στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη τον αποτρέπει να ασκήσει τα δικαιώματα του έναντι του εργοδότη του, καθόσον η άσκηση αυτή ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων σε βάρος του από την πλευρά του εργοδότη.»

 

Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογικές αρχές κατά-δεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση επί του ζητήματος των προδικαστικών ενστάσεων. Η συγκατάθεση του Αιτητή στη σύναψη ή την ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν βρίσκουμε να επέφερε οποιαδήποτε δεδηλωμένη εκδήλωση εγκατάλειψης των δικαιωμάτων του για τους λόγους που επικαλούνται οι Καθ’ ων η αίτηση, εν όψει και του επιτακτικού χαρακτήρα των διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου, οι οποίες αποσκοπούν στην διασφάλιση των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου και στην εξάλειψη τυχόν καταχρηστικών πράξεων εκ μέρους του εργοδότη. Για όλα τα πιο πάνω απορρίπτεται και η δεύτερη προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ανάλυση - Συμπεράσματα

 

Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP)», («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.).

 

Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 ως ακολούθως:

 

"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49:

 

«η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.»  

 

Ο Βασικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου (ρήτρα 1) και κατ’ επέκταση του Ν.98(Ι) /2003 (άρθρο 3) είναι αφενός η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της μη διάκρι0σης και αφετέρου η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Για την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας -πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα τρία προληπτικά μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν διαζευκτικά ή και σωρευτικά.

Όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κλπ, C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκ. 55, 60 και της 26ης Νοεμβρίου 2014. Mascolo κλπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκ. 73, 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με τη ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζόμενους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.  

Η συμφωνία-πλαίσιο και κατ’ επέκταση η Οδηγία χρήζουν εφαρμογής μόνο όταν τίθεται ζήτημα διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας “διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου”, αλλά καταλείπει στα κράτη-μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5 σημείο 2 στοιχείο α’ της συμφωνίας-πλαισίου, «τα κράτη-μέλη […] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές».

Κατά το ΔΕΚ  (C-212/04 Adeneler ημερ. 4.7.2006 σκ. 82-83),

«ναι μεν η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των εννοιών “διαδοχικές” και “αορίστου χρόνου” κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στο τομέα αυτό του εργατικού δικαίου, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου […]. Έτσι, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως, δεν πρέπει να ασκείται από τα κράτη-μέλη κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου».

Περαιτέρω, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014 :2044. σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ.. C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τουλάχιστον τριάντα μηνών, ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οποιαδήποτε πρόνοια περιλαμβάνεται στη σύμβαση αυτή περιορίζοντας τη διάρκεια της δεν αναπτύσσει καμία νομική ισχύ, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από υφιστάμενους ενδεικτικά απαριθμούμενους αντικειμενικούς λόγους. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης ο νόμος εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, το οποίο επιδέχεται ανταπόδειξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003:

«7.-(1) Όπου-

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙

Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν-

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

(β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών.

…»

Από το γράμμα επίσης του πιο πάνω άρθρου και του Ν. 98(Ι)/2003 γενικότερα, είναι φανερό ότι η μεταφορά της Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο δεν είναι πλήρης στο βαθμό που o κύπριος νομοθέτης παραλείπει να δώσει ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως απαιτεί η Οδηγία. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται (α) σε απασχόληση στον ίδιο εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε μετά από ανανέωση της σύμβασης είτε άλλως πως και (β) σε απασχόληση με ελάχιστη περίοδο 30 μηνών ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ενώ με το εν λόγω άρθρο παρέχεται μια πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της κοινοτικής Οδηγίας, αφού για την εφαρμογή του αρκεί και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η Οδηγία, ωστόσο για περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργοδοτούμενου, η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν προσδιορίζεται χρονικά με επακόλουθο να μην καθίσταται περιοριστική αλλά ούτε και εξ υπαρχής καταλυτική για την υπολογισμό της συνολικής περιόδου απασχόλησης.

 

Σημειώνεται ότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο κατ’ εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του. Ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύσει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου.  

 

Σύμφωνα με τον Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σελ.194:

 

«Ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού Νόμου περιορίζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν σημαίνει ότι η αρχική ή η μία και μοναδική σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς την ορισμένη διάρκεια της. Και μετά την ισχύ του Εναρμονιστικού Νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν ως ευνοϊκότερες στο συγκεκριμένο ζήτημα, οι νομολογιακές θέσεις που είχαν διαμορφωθεί με βάση το μέχρι τη θέσπιση του υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες στον έλεγχο καταχρηστικής άσκησης της συμβατικής ελευθερίας του εργοδότη υπόκειται και η αρχική (πρώτη) σύμβαση ορισμένου χρόνου ή η μοναδική που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών.»

 

Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στο ΤΔΕ ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, στο Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, εξάμηνης διάρκειας, από 03.06.2019 έως 15.11.2021 έναντι κενών θέσεων, ήτοι περίοδο απασχόλησης 29,5 βδομάδων. Και ενώ δεν φάνηκε να υπήρξε πλήρωση των κενών θέσεων με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, οι Καθ’ ων η αίτηση προσέφεραν στον Αιτητή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στην οποία γίνεται αναφορά σε «Συγχρηματοδοτούμενο Έργο του Περιφερειακού Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας», για την περίοδο από 16.11.2021 έως 31.12.2023. Ο Αιτητής, με επιστολή του ημερ. 08.06.2022 (Τεκ.5 στα παραδεκτά γεγονότα), ενημέρωσε την Αν. Διευθύντρια ΤΔΕ ότι η εν λόγω συμφωνία θα τερματιζόταν στις 30.06.2022 εξαιτίας της επικείμενης νέας συμφωνίας που του είχε προσφερθεί σε Συγχρηματοδοτούμενα Έργα, για μακρύτερη περίοδο απασχόλησης και δη από 01.07.2022 έως 31.12.2029. Ο Αιτητής και μετά την υπογραφή των συμβάσεων για Συγχρηματοδοτούμενα Έργα συνέχισε να εργάζεται στον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ και να ασκεί τα ίδια καθήκοντα από την ίδια θέση που κατείχε προηγουμένως, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Ενδοτμηματικού Υπομνήματος ημερ. 17.12.2021 (Τεκ.2). Η επιστολή τερματισμού ημερ. 08.06.2022 δεν φαίνεται να κατέστησε μη συνεχόμενη την απασχόληση του Αιτητή, καθώς από την επόμενη μέρα κοινοποίησης της, συνέχισε να προσφέρει κανονικά τα καθήκοντα του. Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τη θέση του Αιτητή ότι και μετά την ενεργοποίηση της τελευταίας σύμβασης συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα που του ανατέθηκαν με την πρώτη σύμβαση και ότι η επιστολή τερματισμού έγινε καθαρά για πρακτικούς σκοπούς της Υπηρεσίας. Υπό το βάρος της αντεξέτασης ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι η επιστολή τερματισμού έγινε για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα και ότι ο Αιτητής υπέγραψε την εν λόγω επιστολή αφού προηγουμένως του προσφέρθηκε νέα σύμβαση μεγαλύτερης διάρκειας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο Αιτητής είχε ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης, για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας του ως σύμβασης αορίστου χρόνου, από τις 04.12.2021.

 

Σύμφωνα επίσης με τον Ζερδελή σελ.196:

 

«… Ακόμη κι αν η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει τον απαιτούμενο χρόνο για να καταστεί σύμβαση αορίστου χρόνου, οπότε τεκμαίρεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, ο εργοδότης μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, με την επίκληση και απόδειξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου… Ισχύει, πάντως, και εδώ πως όσο αυξάνεται ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η συνολική διάρκεια της απασχόλησης του εργαζομένου τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι και ο δικαστικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου.»   

 

Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία - πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α’. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη.

 

Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι:

 

«αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).»

 

Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein – Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

  1. Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.

 

  1. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ’ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως.  Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ’ ολοκληρία.

 

  1. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ’ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας – πλαισίου.

 

Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:

 

101.     Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.

 

102.     Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ’ αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ’ εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (ΔΕΕ 26.1.2012 C-586/10, Κüküc, αριθ. 34 και ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13, Mascolo κ.α.). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνεται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΔΕΕ 23.4.2009 C-378/07 Angelidaki κ.α αριθ.106 και ΔΕΕ 26.1.2012 C586/10 Κüküc, αριθ. 40).

 

Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ’ ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ’ εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7(2)(γ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεσης εργασία που δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης και του άρθρου 4(2)(δ) του Ν.70(Ι)/2016, όπου ρητά αναφέρεται, «4.-(2) Η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, επιτρέπεται: (δ) για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια όση είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου».

 

Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων.

  

Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»:

 

«Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. 

 

.... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό»

 

Για την κρίση αν τελικά συντρέχει πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθετικά προβλεπόμενος αντικειμενικός λόγος θα πρέπει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Χωρίς τη συνεκτίμηση αυτή ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν αποτρέπεται αποτελεσματικά (ΔΕΕ 26.11.2014   C-22/13). 

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον Αιτητή και τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν στο Δικαστήριο και εξετάσαμε τα όσα σχετικά παρέθεσαν υπό το πρίσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικών γεγονότων και των κατατεθέντων, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο.

 

Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:

 

Από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στο ΤΔΕ στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, (Κατεύθυνση Μελετών Οδοποιίας) και εργάστηκε στο Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξάμηνης διάρκειας, για την κάλυψη αναγκών σε αντίστοιχες κενές θέσεις μέχρι την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού.

 

Ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους, ότι ο Αιτητής ασκούσε καθήκοντα στη βάση των εκάστοτε προκηρύξεων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που υπέγραφε, αυτοαναιρείται από τις αντίστοιχες επί του θέματος θέσεις που προέβαλε υπό το βάρος της αντεξέτασης όπου παραδέχθηκε ότι ο Αιτητής απασχολείται με πολλές μελέτες σε συγχρηματοδοτούμενα και μη συγχρηματοδοτούμενα έργα τα οποία, γενικώς και χωρίς να δώσει καμία εξήγηση, θεώρησε παρεμφερή. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής κάλυπτε πάγιες ανάγκες του Τμήματος αναφέρθηκε σε ομαδοποίηση έργων, χωρίς επίσης να διευκρινίσει τη θέση του.

 

Περαιτέρω, ο κ. Χαραλάμπους, έθεσε ως βάση για τον τερματισμό της σύμβασης εργασίας του Αιτητή έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.11.2021, το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του Αιτητή ότι εργάστηκε για 24 μήνες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας για κάλυψη αναγκών λόγω κενών θέσεων στο ΤΔΕ και ακολούθως του προσφέρθηκε σύμβαση διαρκείας 5½ μηνών με τη σημείωση ότι με τη λήξη της ολοκληρωνόταν και η ανάγκη πρόσληψης του, παρόλο που οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού και δεν ακολούθησαν οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό από μόνο του, επιβεβαιώνει τη θέση του Αιτητή ότι οι ανάγκες που καλείτο να καλύψει έναντι κενών θέσεων δεν είναι στην πραγματικό-τητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και θα καλύπτονταν με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Σημαντικότερο όμως είναι ότι ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην πλήρωση των κενών θέσεων, τις ανάγκες των οποίων ο Αιτητής καλείτο να καλύψει προσωρινά, ωστόσο από την επομένη ήτοι από τις 16.11.2022, προσέφεραν στον Αιτητή σύμβαση με αντικείμενο Συγχρηματοδοτούμενα Έργα, από την ίδια θέση και με καθήκοντα στο Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ. Το περιεχόμενο του Ενδοτμηματικού σημειώματος ημερ. 17.12.2021 (Τεκ.2), στο οποίο αναγράφονται τα καθήκοντα του Αιτητή και τα έργα στα οποία θα έπρεπε να απασχοληθεί, συνάδει και στηρίζει τη βασική του θέση, που αποτελεί ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του, ότι το αντικείμενο των συμβάσεων που υπέγραψε στη συνέχεια, καθόλου δεν συνάδει με τα καθήκοντα που εκτελεί, πλην ενός μεμονωμένου έργου που ανέλαβε από την αρχή της εργοδότησης του και το οποίο συμπεριελήφθη στα συγχρηματοδοτούμενα έργα. Η παραδοχή του κ. Χαραλάμπους ότι ο Αιτητής απασχολείται με πολλές μελέτες σε συγχρηματοδοτούμενα και μη συγχρηματοδοτούμενα έργα αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο στήριξης των θέσεων του.

                                                           

Στην υπόθεση C-586/10, Kücük, σκέψη 38, ημερ. 26.1.2012, εξετάζοντας το Δικαστήριο της ΕΕ την νομική διάσταση της ανάγκης για αναπλήρωση προσωπικού τόνισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

 «Το γεγονός και μόνον ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνάπτονται για να καλύψουν μια νόμιμη ή επαναλαμβανόμενη ανάγκη του εργοδότη για αναπληρωματικό προσωπικό δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να αποκλείσει το ενδεχόμενο καθεμία χωριστά από τις συμβάσεις αυτές, εξεταζόμενη χωριστά να έχει συναφθεί με σκοπό την προσωρινή αναπλήρωση. Έστω κι αν η αναπλήρωση καλύπτει πάγια ανάγκη, κατά το μέτρο που ο εργαζόμενος, ο οποίος προσλαμβάνεται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου ασκεί σαφώς καθορισμένα καθήκοντα που περιλαμβάνονται στις συνήθεις δραστηριότητες του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, εντούτοις η ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό παραμένει προσωρινή κατά το μέτρο που ο αναπληρούμενος εργαζόμενος λογίζεται ότι θα εξακολουθήσει τη δραστηριότητα του όταν λήξει η άδεια του, η οποία αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο ο εργαζόμενος αυτός κωλύεται προσωρινά να ασκήσει ο ίδιος τα ως άνω καθήκοντα του».

 

Το επιχείρημα, συνεπώς, των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής προσελήφθη για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας και ότι η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των συμβάσεων που υπέγραψε ο Αιτητής με τους Καθ’ ων η αίτηση, αναμενόταν ή αναμένεται με επαρκή ασφάλεια ότι θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του, όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν με συγκεκριμένο τρόπο ότι οι εν λόγω συμβάσεις και ειδικότερα η τελευταία σύμβαση αποσκοπεί στην κάλυψη συγκεκριμένων έργων των οποίων η ολοκλήρωση θα καταστήσει μη αναγκαία την απασχόληση του Αιτητή. Έχουμε ήδη διαπιστώσει, ότι ο Αιτητής και μετά την υπογραφή των τελευταίων συμφωνιών, συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα που σχετίζονται με τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων εργασίας και αφορούν τον Τομέα Μελετών, Κλάδο Μελετών Αστικών Δρόμων του ΤΔΕ. Η ουσία, επομένως, της παρούσας υπόθεσης επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Αιτητής με την προσωρινή απασχόληση του καλείτο να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες έναντι κενών θέσεων, τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση δεν πλήρωσαν με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Οι Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο πρόσληψης του Αιτητή δεν έθεσαν κάποιο χρονοδιάγραμμα πλήρωσης των κενωθεισών θέσεων με μόνιμο προσωπικό και ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό. Με τη συμπλήρωση 24 μηνών απασχόλησης οι Καθ’ ων η αίτηση προσέφεραν στον Αιτητή σύμβαση διαρκείας 5½ μηνών με τη σημείωση ότι με τη λήξη της ολοκληρωνόταν και η ανάγκη πρόσληψης του. Επίσης, επικαλέστηκαν ως λόγο τερματισμού της σύμβασης εργασίας του Αιτητή έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.11.2021, το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Συνεπώς, η απαιτούμενη πρόγνωση ότι η απασχόληση του Αιτητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου θα διαρκούσε μέχρι την πλήρωση των κενωθεισών θέσεων από μόνιμο προσωπικό και ότι η ανάγκη πλήρωσης των θέσεων είχε προσωρινό χαρακτήρα δεν προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης με τον Αιτητή δεν φαίνεται να αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι με τη λήξη της θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης του. Η συγκεκριμένη διάρκεια των αναγκών για την κάλυψη των οποίων προσλήφθηκε ο Αιτητής, δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικά δυνατή με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η μη ύπαρξη επαρκούς ασφάλειας ως προς τη συγκεκριμένη διάρκεια ή η μη πλήρωση των κενών θέσεων από μόνιμο προσωπικό μέσα σε προβλεπόμενα πλαίσια, με την οποία θα περατωνόταν και η ανάγκη απασχόλησης του Αιτητή, επέτρεψε στους Καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου και του Εναρμονιστικού Νόμου, την ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς[1].

 

Συνεπώς η απασχόληση του Αιτητή δεν αποσκοπούσε και ούτε αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι, επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μακράς διαρκείας, στερώντας έτσι από τον Αιτητή, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική για σταθερή απασχόληση που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργοδοτουμένων.  

 

Τονίζουμε ότι καθοριστικό κριτήριο για τον έλεγχο και την αποτροπή της καταχρηστικής άσκησης της συμβατική ελευθερίας, από πλευράς του εργοδότη, παραμένει η συνδρομή ή μη αντικειμενικού λόγου. Έτσι, ακόμη και αν δεν έχουμε υπέρβαση των ακραίων χρονικών ορίων των 30 μηνών που θέτει ο Εναρμονιστικός Νόμος, ο όρος για την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης είναι άκυρος εάν γι’ αυτή δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι. Και στην προκείμενη περίπτωση διεφάνη, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αποβλέποντας στη μη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου, περιόρισαν τη διάρκεια της απασχόλησης του έναντι κενών θέσεων σε 29½ μήνες και έδωσαν ως λόγο τερματισμού της σύμβασης έναντι των εν λόγω συμβάσεων το γεγονός ότι δεν κάλυψε 30 μήνες απασχόλησης. Ωστόσο, από τα δεδομένα της υπόθεσης είναι φανερό ότι με την υπογραφή της σύμβασης για Συγχρηματοδοτούμενα Έργα ο Αιτητής συνέχισε να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα που εκτελούσε με την αρχική σύμβαση για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών έναντι κενών θέσεων, συμπληρώνοντας έτσι την 30μηνη περίοδο που του επέτρεπε να επικαλεστεί τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από ορισμέ-νου σε αορίστου χρόνου. Σημειώνουμε ότι η συμπλήρωση της 30μηνης απασχόλησης δημιουργεί μαχητό Τεκμήριο ότι οι συμβάσεις κάλυπταν πάγιες ανάγκες. Επομένως και στην περίπτωση ακόμη που ο Αιτητής δεν συμπλήρωνε 30μηνη περίοδο συνεχούς απασχόλησης, η μη συνδρομή αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν θα αποκλείει τη μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου και για μικρότερη περίοδο απασχόλησης.

 

Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή ως σύμβαση αόριστου διαρκείας. 

 

Εκδίδεται επομένως αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για τον Αιτητή από τις 03.12.2021 και δη με την κάλυψη 30 μηνών απασχόλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση €1000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 31.10.2022 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.

 

(υπ)……………………..….………………………

Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

                                           Α. Αλέξης, Μέλος

                                                                                                           Μ. Μιχαήλ, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 



[1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια».

 

C-22/2013 Mascolo ημερ. 26.11.2014, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονταν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη κενών και ελευθέρων θέσεων διδασκόντων στα υπό κρατική διαχείριση σχολεία, έως την ολοκλήρωση διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, αμειβόμενοι με κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Η συγκεκριμένη όμως εθνική ρύθμιση δεν προέβλεπε για την ολοκλήρωση του διαγωνισμού κάποιο χρονοδιάγραμμα, ούτε αξίωση για τους διδάσκοντες για την αποκατάσταση της ζημιάς που είχαν υποστεί λόγω των επανειλημμένων ανανεώσεων. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια τέτοια ρύθμιση, ελλείψει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση διαγωνισμών με τους οποίους περατώνεται η αναπλήρωση, και, συνεπώς ελλείψει οριοθέτησης όσον αφορά τον αριθμό τον ετήσιων ανανεώσεων που μπορεί να προγραμματίσει ο ίδιος εργαζόμενος, ώστε να ζητήσει να διοριστεί στην ίδια κενή θέση, επιτρέπει, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου, την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές άλλα πάγιες και διαρκείς, λόγω διαρθρωτικών ελλείψεων θέσεων μόνιμου προσωπικού στο συγκεκριμένο κράτος – μέλος. Και συνεπώς την καταχρηστική χρήση αυτού του είδους των συμβάσεων που δεν είναι συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο