ΑΒΡΑΑΜ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 157/2023, 5/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΒΡΑΑΜ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 157/2023, 5/6/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Αλέξη και Μ. Μιχαήλ, Μελών

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 157/2023

 

Μεταξύ:

ΑΒΡΑΑΜ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ

Αιτητής

-και-

 

1.      ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

2.     ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ/Η ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 5η Οκτωβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή: κ. Στέφανος Σκορδής

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα Ζήνα Χαραλάμπους

                                                 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:

 

Α.         Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και των Καθ’ ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ’ ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση του με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους. 

 

Β.         Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και των Καθ’ ων η αίτηση είναι και ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Γ.         Γενικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Δ.         Απόφαση για οιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και ή οιονδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

Ε.         Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού.

 

ΣΤ.       Έξοδα και Φ.Π.Α.

Ο Αιτητής, με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 2003 (Ν.98(Ι)2003) ως έχει τροποποιηθεί, η σύμβαση και/ή η απασχόληση του στους Καθ’ ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και/ή απασχόληση αορίστου χρόνου και/ή από τη στιγμή που έχει συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών και δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος ή οιοσδήποτε νόμιμος και/ή βάσιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης του και/ή της απασχόλησης του σε αορίστου χρόνου. Σημειώνει ενδεικτικά για τη σχέση του με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ασκεί διάφορα καθήκοντα και/ή καθήκοντα όμοια με όλους τους Εκτελεστικούς Μηχανικούς (Κλίμακες Α9/Α11/Α12) και/ή ότι δεν ασκεί και δεν απασχολείται για έργο τακτής προθεσμίας ως καταχρηστικώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση. Ότι τα καθήκοντα του αφορούν πάγιες και/ή μακροχρόνιες ανάγκες του Τμήματος και όχι έργο τακτής προθεσμίας.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει, καθότι:

 

α)         Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 ως έχει τροποποιηθεί.

 

β)         Δεν δεικνύει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους και/ή ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την Αίτηση και/ή η Αίτηση εγείρεται λανθασμένα και/ή καταχρηστικά εναντίον τους.

 

γ)         Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της Αίτησης λόγω κωλύματος και/ή κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και/ή εμποδίζεται και/ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων και ή αποζημιώσεων με την υπογραφή των Συμβάσεων, ανεπιφύλακτα.

 

Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή και θέτουν αυτόν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής υπέγραψε ανεπιφύλακτα τόσο τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσο και τη σύμβαση για έργο τακτής προθεσμίας για τα οποία προσλήφθηκε και ή παρείχε τις υπηρεσίες του και γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι ήταν για συγκεκριμένη περίοδο όσο και ότι το έργο τακτής προθεσμίας έχει ημερομηνία λήξης ήτοι με την ολοκλήρωση του ως αναφέρεται στη σχετική σύμβαση, όπως και στις προγενέστερες συμβάσεις και στους όρους των εκάστοτε προκηρύξεων. Όσον αφορά το έργο τακτής προθεσμίας στο οποίο εργάζεται, ισχυρίζονται ότι με την ολοκλήρωση του θα παύσει και η ανάγκη για την οποία εργοδοτήθηκε, ανεξάρτητα εάν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου επέλθουν οι 30 μήνες απασχόλησης. Περαιτέρω ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος και/ή νόμιμος λόγος που δικαιολογεί τη μη μετατροπή της απασχόλησης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου. Ότι δεν έχουν παραβεί το Ν.98(Ι)/2003 και ουδεμία διάκριση και/ή άνιση μεταχείριση υπόκειται ο Αιτητής και δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία.

 

Περαιτέρω με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που είναι τα ακόλουθα:

 

-       Ο Αιτητής προσλήφθηκε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων («ΤΔΕ») με σύμβαση η οποία αναφέρει ότι προσλαμβάνεται ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου, Εκτελεστικός Μηχανικός κατόπιν προκήρυξης για πρόσληψη 13 Εκτελεστικών Μηχανικών ΕΟΧ από το ΤΔΕ έναντι κενών θέσεων μέχρι την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού ή για μέγιστη περίοδο που δεν ξεπερνά τους 30 μήνες. Ο Αιτητής υπέγραψε σύμβαση στις 03.02.2020 με διάρκεια μέχρι τις  15.07.2022 Τεκ.1.

 

-       Από τις 16.07.2022 έως 15.01.2023 ο Αιτητής υπέγραψε συμφωνίες και/ή συμβόλαια τα οποία αναφέρουν ότι παρείχε υπηρεσίες Πολιτικού Μηχανικού ως αυτοεργοδοτούμενος αμειβόμενος με το ποσό των €5,000 πλέον Φ.Π.Α. για κάθε 70 ημερολογιακές ημέρες. Για τις υπηρεσίες του εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια Τεκ.2.

 

-       Ο Αιτητής  υπέγραψε σύμβαση η οποία αναφέρει ότι προσελήφθη για έργο τακτής προθεσμίας από το ΤΔΕ κατόπιν προκήρυξης ως Εκτελεστικός Μηχανικός από τις 16.01.2023 έως 30.06.2026. Η υπό αναφορά σύμβαση αναφέρει ότι το έργο αφορά τα Έργα του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Τεκ.3.

 

Πέραν των παραδεκτών  γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ο Αιτητής και για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ. Χαράλαμπος Χριστοδούλου, Εκτελεστικός Μηχανικός στο ΤΔΕ, ο οποίος εργάζεται στην Ομάδα Υποστήριξης της Διεύθυνσης του Τμήματος.

 

Ο Αιτητής, με τη γραπτή δήλωση του, ανέφερε ότι εργάζεται στο ΤΔΕ από τις 03.02.2020 μέχρι σήμερα, απασχολούμενος με εργασίες που αφορούν την συντήρηση και βελτίωση οδικού δικτύου του Τμήματος στην Επαρχία Λευκωσία. Από το 2020 συνεχίζει  να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και είναι ουσιαστικά στην ίδια θέση αν και επίσημα ανέλαβε καθήκοντα στα θέματα συντήρησης τον Ιανουάριο του 2023. Με τη συμπλήρωση 29,5 μηνών περίπου συνεχούς υπηρεσίας έναντι κενών θέσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση εντελώς καταχρηστικά και στην προσπάθεια να του αποστερήσουν το δικαίωμα να καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, του ζήτησαν να υπογράψει αρχικά συμβόλαια παροχής υπηρεσιών και εν συνεχεία σύμβαση ότι δήθεν είναι εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου σε συγκεκριμένο συγχρηματοδοτούμενο έργο. Για να μην χάσει τη δουλειά του και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις, σημειώνοντας όμως ότι τα καθήκοντα και η θέση του δεν άλλαξαν και ουσιαστικά δεν απασχολείται στα έργα που αναφέρονται στις συμβάσεις. Ακόμη και κατά το χρόνο που απασχολείτο με συμβόλαια παροχής υπηρεσιών ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, από την ίδια θέση, τηρούσε κανονικό ωράριο ως εργοδοτούμενος, διατηρούσε το ίδιο γραφείο που είχε προηγουμένως και τους ίδιους προϊστάμενους και ουσιαστικά συνέχισε να κάνει ότι έκανε, με τον ίδιο τρόπο. Ήταν εργοδοτούμενος στην ίδια θέση και τίποτα δεν άλλαξε εκτός από την τυπική ονομασία των συμβολαίων που τον ανάγκασαν να υπογράψει. Ισχυρίζεται ότι συνέχισε κανονικά την απασχόληση από το Τμήμα χωρίς διακοπή, εκτελώντας πάγιες ανάγκες του Τμήματος καθώς είναι φανερό ότι η συντήρηση και βελτίωση του οδικού δικτύου είναι κάτι που δεν θα εκλείψει ποτέ ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως έργο ορισμένου χρόνου. Για υποστήριξη των θέσεων του παρουσίασε κατάσταση μισθοδοσίας για τον Σεπτέμβριο 2024 (Τεκ.1), Ενδοτμηματικό Σημείωμα ημερ. 14.07.2022 (Τεκ.2) και ημερ. 28.11.2022 (Τεκ.3)  Βεβαίωση με αναφορά στα καθήκοντα του ημερ. 02.06.2023 (Τεκ.4). Για όλα τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου και αιτείται ανάλογης θεραπείας.

 

Αντεξεταζόμενος διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι ασκούσε καθήκοντα σύμφωνα με τη προκήρυξη και τη σύμβαση ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, τις οποίες υπέγραψε, λέγοντας ότι απασχολείται με τη συντήρηση και βελτίωση οδικού δικτύου του Τμήματος στην Επαρχία Λευκωσίας που είναι μια πάγια ανάγκη καθώς χρήζει καθημερινής βελτίωσης και δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί.

 

Ο κ. Χ. Χαραλάμπους ανάφερε στη γραπτή δήλωση του, ότι η ανάγκη πρόσληψης εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας επήλθε όταν το ΤΔΕ ανέλαβε την υλοποίηση διάφορων συγχρηματοδοτούμενων έργων που βασίζονται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρίζονται σε πολυετείς Προγραμματικές Περιόδους για την ετοιμασία και υλοποίηση αυτών των έργων. Στην περίπτωση του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι η δια-φοροποίηση έγκειται στο ότι προσλήφθηκε ως εμφαίνεται και από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα αρχικά από τις 03.02.2020 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.07.2022 οπόταν και τερματίστηκε η σύμβαση του με βάση τις πρόνοιες του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2016 (Ν.70(Ι)/2016), επειδή δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Στη συνέχεια με δική του επιλογή παρείχε υπηρεσίες ως αυτοεργοδοτούμενος για περίοδο περίπου έξι μηνών. Μετά από αίτηση που υπέβαλε σε νέα προκήρυξη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 11.02.2022 (Κύριο Μέρος, Τμήμα Α, Αρ. 123) για έργο τακτής προθεσμίας, προσφέρθηκε σε αυτόν σύμβαση με ημερομηνία λήξης τις 30.06.2026 στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού (Γενικής Κατεύθυνσης). Ισχυρίστηκε ότι για κάθε περίπτωση ο Αιτητής ασκούσε καθήκοντα στη βάση των προκηρύξεων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας, τις οποίες υπέγραφε ανεπιφύλακτα. Ότι με την τελευταία σύμβαση ο Αιτητής εκτελεί τα καθήκοντα για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και συγκεκριμένα σε επιβλέψεις συγχρηματοδοτούμενων έργων αλλά και παρεμφερών επιβλέψεων έργων που του ανατίθενται χωρίς να εκφράσει κάποιο παράπονο. Ως Εκτελεστικός Μηχανικός (Γενικής Κατεύθυνσης) ο Αιτητής θα αναλάβει την επίβλεψη σχετικών έργων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.  Σημειώνει ότι τα εν λόγω συγχρηματοδούμενα έργα παρουσίασαν καθυστέρηση στο μελετητικό του κομμάτι και έχουν προκηρυχθεί προσφορές τους τελευταίους μήνες (Σχέδια Βιώσιμης Κινητικότητας Λεμεσού και Λάρνακας και Ενίσχυση Προσβασιμότητας Πεζών, Ποδηλατών ΑμεΑ σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο). Συγκεκριμένα, έχουν προκηρυχθεί μια σύμβαση στη Λευκωσία, τέσσερις συμβάσεις στη Λεμεσό, δύο συμβάσεις στην Λάρνακα και μια στην Πάφο και αναμένεται σταδιακά τις επόμενες βδομάδες η υπογραφή των συμβάσεων για να ξεκινήσει η υλοποίηση τους με τις απαραίτητες κατασκευές. Κάποιες εξ αυτών αναμένεται να ανατεθούν στον Αιτητή εντός των πλαισίων των καθηκόντων του για το υφιστάμενο έργο στο οποίο έχει ήδη συμβληθεί. Στο μεσοδιάστημα ο Αιτητής εκτελούσε παρεμφερή καθήκοντα.

 

Αντεξεταζόμενος, δεν διαφώνησε ότι με τη λήξη της σύμβασης του Αιτητή στις 15.07.2022, οι Καθ’ ων η αίτηση του πρόσφεραν συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών από τις 16.07.2022 έως 15.01.2022 το οποίο αποδέχθηκε. Ότι η προσφορά του εν λόγω συμβολαίου έγινε κατόπιν δικής του εισήγησης θέτοντας ως δικαιολογία τη διασφάλιση της εξ αρχής εγγύησης που είχαν σε σχέση με την περίοδο που τους επέτρεπε το Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού να προσφέρουν συγκεκριμένη εργασία με βάση τις προβλέψεις του Αιτητή. Δεν διαφώνησε πως με τη υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου παροχής υπηρεσιών ο Αιτητής συνέχισε να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα, από την ίδια θέση, με τον ίδιο προϊστάμενο και το ίδιο ωράριο που τηρούσε προηγουμένως. Σε σχέση με την τελευταία σύμβαση που ακολούθησε αρκέστηκε να πει ότι τόσο ο Αιτητής όσο και οι υπόλοιποι εργοδοτούμενοι ορισμένου χρόνου, εκτελούσαν καθήκοντα βάσει των συμβάσεων τους σε συγχρηματοδοτούμενα και μη συγχρηματοδοτούμενα έργα επειδή θεωρούν ότι είναι παρεμφερή. Σε υποβολή ότι δεν είναι παρεμφερή και ότι ο Αιτητής κάλυπτε πάγιες ανάγκες του Τμήματος, ο μάρτυρας διαφώνησε κάνοντας λόγο σε ομαδοποίηση έργων. Σε υποβολή ότι στον Αιτητή παρείχαν συγκεκριμένες συμβάσεις χωρίς να γνωρίζουν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν εντός της καθορισθείσας περιόδου, ανέφερε ότι στη σύμβαση και στην προκήρυξη αναφέρεται ημερομηνία ή μέχρι ολοκλήρωσης της ανάγκης σε περίπτωση που το έργο τελείωνε προηγουμένως. Σε νέα υποβολή ότι ούτε το 2026 που λήγει η σύμβαση του Αιτητή θα έχουν ολοκληρωθεί τα έργα, διαφώνησε επειδή δεν μπορεί να προβλέψει κάτι τέτοιο. Σε υποβολή ότι ως ΤΔΕ δεν θα σταματήσουν ποτέ να κάνουν έργο και θα έχουν πάντα ανάγκες, διαφώνησε λέγοντας ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνοντας ως παράδειγμα ότι το 2029 δεν γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

Αγορεύσεις

 

Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητής και Καθ’ ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι ο Αιτητής εργοδοτήθηκε αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων μέχρι τις 15.7.2022 οπόταν η σύμβαση του τερματίστηκε στα πλαίσια του Ν.70(Ι)/2016, καθώς ο Αιτητής δεν είχε συμπληρώσει περίοδο 30μηνης απασχόλησης. Ότι με δική του επιλογή παρείχε υπηρεσίες ως αυτό-εργοδοτούμενος για περίοδο περίπου έξι μηνών, οπόταν με τη λήξη της εν λόγω σύμβασης υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας από 16.01.2023 μέχρι 30.06.2026 για συγχρηματοδοτούμενο έργο. Εισηγήθηκε δε, πως σε κάθε περίπτωση, τα καθήκοντα που ασκούσε ο Αιτητής ήταν σύμφωνα με την εκάστοτε προκήρυξη στην οποία συμμετείχε υπογράφοντας συμβάσεις ανεπιφύλακτα. Για την τελευταία σύμβαση που υπέγραψε ο Αιτητής με τους Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι αποβλέπει στην υλοποίηση του έργου και ή μέχρι να καταστεί εφικτή η εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του βάσει των προνοιών του άρθρου 7(1)(δ) του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003) και ότι συντρέχει αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατά τα προβλεπόμενα στο Νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το όλο θέμα.  

 

Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, θέτοντας ως ουσιαστικό υπόβαθρο τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας που υπέγραψε ο Αιτητής κατά τη χρονική περίοδο από 03.02.2020 έως 15.07.2022 έναντι κενών θέσεων και τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών που ακολούθησε, εισηγήθηκε ότι η απασχόληση προσώπου έναντι κενής θέσης χωρίς να διαφαίνεται ότι η θέση αυτή θα πληρωθεί σε κάποιο χρόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος μη μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου διαρκείας. Ότι κατά την περίοδο που ο Αιτητής εργαζόταν με συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών έχει αποδειχθεί, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, ότι υπήρχε σχέση εργοδότης εργοδοτούμενου ώστε η υπηρεσία του Αιτητή να θεωρείται συνεχής. Εισηγήθηκε ότι με βάση τους όρους των συμβάσεων που ο Αιτητής υπέγραψε με τους Καθ’ ων η αίτηση, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, προδήλως, ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του για περίοδο πέραν των 30 μηνών, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας του να θεωρείται ότι κατέστη σύμβαση αορίστου διαρκείας (άρθρου 7(1) του Ν.98(Ι)/ 2003), καθώς η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να καταδείξει τη συνδρομή οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατάφεραν, αφενός, να αποδείξουν ότι τα έργα στα οποία αναφέρονται θα έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και, αφετέρου, ότι η ανάγκη εργοδότησης για τέτοιου είδους έργα θα εκλείψει και πότε εάν θα εκλείψει. Εισηγήθηκε ότι μέχρι τις 15.01.2023 ο Αιτητής ασκούσε πάγιες ανάγκες του Τμήματος τις οποίες συνέχισε να ασκεί και μετά την υπογραφή της τελευταίας σύμβασης που αναφέρεται σε Έργα του Σχέδιου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

 

Προδικαστικές ενστάσεις

   

Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προτάσσουν οι Καθ’ ων η αίτηση στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης και οι οποίες συνίστανται, κατά πρώτο λόγο, στο ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθώς δεν συνάδει με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως έχει τροποποιηθεί και, κατά δεύτερο λόγο στην απεμπόληση κάθε δικαιώματος του Αιτητή λόγω συμπεριφοράς. 

 

Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση, μεταφέρουμε τα όσα ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Φυλακών μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Πολιτική Έφεση 197/2011 ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A75:

 

Η προαναφερθείσα αίτηση καταχωρίστηκε από τον εφεσίβλητο εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, «μέσω» του Γενικού Εισαγγελέα, προς ικανοποίηση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960). Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Η χρήση δε, στην προκειμένη περίπτωση, του επιρρήματος «μέσω», στον τίτλο της αίτησης, υποδηλοί, ακριβώς, αυτό, δηλαδή την έγερση αγωγής  «εναντίον»  του Γενικού Εισαγγελέα.  Επομένως, διαπιστώνεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο.  Επίσης, επισημαίνεται ότι η πρόσθετη αναφορά στον τίτλο της αίτησης ότι η εφεσείουσα, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, εναγόταν και «μέσω του Διευθυντή Φυλακών» είναι, υπό το φως των ανωτέρω, άνευ οποιασδήποτε σημασίας, ώστε δικαιολογείται αυτή να αγνοηθεί, ο δε περί του αντιθέτου, με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεύτερος λόγος έφεσης να απορριφθεί, όπως και απορρίπτεται.

 

Και στην προκείμενη περίπτωση δεν παραλείπεται η αναφορά στο τίτλο της Αίτησης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως διαπιστώνεται η ύπαρξη συμμόρφωσης με το άρθρο 57 και η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να τελεσφορήσει και απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση είναι η εισήγηση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι αν και υπέχουν κάποια ιδιαιτερότητα οι συμβάσεις εργασίας σε σχέση με τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί  να τύχει εφαρμογής καθότι δεν υπήρχε καμία κατάχρηση για να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου και συνάμα η ανεπιφύλακτη υπογραφή από μέρους του της σύμβασης ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας αλλά και της παράτασης αυτής μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, λαμβάνει ανάλογης προστασίας. Ότι ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση κατόπιν Προκήρυξης Έργων Τακτής Προθεσμίας γνωρίζοντας ότι με την ολοκλήρωση τους παύει και η ανάγκη πρόληψης του.

 

Η πλευρά του Αιτητή απορρίπτει την εν λόγω προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τους δικούς της νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.

 

Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση οφείλουμε κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι με βάση την κοινοτική νομολογία, είναι άκυρες οι συμφωνίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι συναινούν σε μείωση των δικαιωμάτων τους που η Οδηγία τους παρέχει. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, θα είναι άκυρη τυχόν παραίτηση του εργαζόμενου ορισμένου χρόνου από τα δικαιώματα που αντλεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η ευνοϊκή ρύθμιση (το απονεμόμενο δικαίωμα ή η παροχή ή η διευκόλυνση κ.λ.π.) που καταλαμβάνει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου επεκτείνεται και στους εργαζόμενος ορισμένου χρόνου που υφίστανται τη διάκριση. Η επέκταση της ευνοϊκότερης ρύθμισης επιβάλλεται ανεξαρτήτως της διατήρησης στην εθνική νομοθεσία της διάταξης που εισάγει τη διάκριση (βλ. Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ. 113-114).

 

Με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (ΔΕΕ) 21.6.2007, συνεκδ. υποθέσεις  C-231/06 έως 233/06, Jonkman, Συλλ. 2007, σελ. Ι-5149:

 

«Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που να εισάγει διακρίσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει  την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόσει στα μέλη της ομάδας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση το ίδιο καθεστώς με εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας».    

 

Σε παραπλήσιες αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔΕΕ) που απέβλεπαν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τη σχετική Οδηγία, το Δικαστήριο αναφερόμενο στον κοινοτικό σκοπό της Οδηγίας, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της Οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζόμενους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς». Κατά το Δικαστήριο, από αυτό συνάγεται ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί έγκυρα να παραιτηθεί από δικαιώματα που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας, ακόμη κι αν τα μειονεκτήματα που απορρέουν γι’ αυτόν από την παραίτηση αντισταθμίζονται με πλεονεκτήματα, συνεπεία των οποίων δεν περιέρχονται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση (Βλ. ΔΕΚ 10.2.1988 (Daddy’s Dance Hall) Συλλογή Νομολογίας 1988, σελ. 749 και ΔΕΚ 25.7.1991 (D’Urso), Συλλογή Νομολογίας 1991, σελ. 4105).

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2024, σελ.407 επ.:

 

«ούτε μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου τελεί σε γνώση ότι με την εργασία του καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως εσφαλμένα δέχθηκε ο Άρειος Πάγος σε σειρά αποφάσεων του στις οποίες εργοδότης ήταν το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 372/2018, ΑΠ378/2018 ΑΠ476/2018). Όπως ορθά επισημαίνει το ΔΕΕ, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης εκ μέρους του εργοδότη που υπάγεται στον δημόσιο τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συγκατάθεση του θιγόμενου εργαζόμενου για τη σύναψη ή την ανανέωση των συμβάσεων αυτών δεν αίρει την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του εργοδότη, ώστε να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή η συμφωνία πλαίσιο (ΔΕΕ 19.3.2020, C-103/18 και C-429/2018, Sanchez Ruiz). Η ασθενής θέση στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη τον αποτρέπει να ασκήσει τα δικαιώματα του έναντι του εργοδότη του, καθόσον η άσκηση αυτή ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων σε βάρος του από την πλευρά του εργοδότη.»

 

Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογικές αρχές κατά-δεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση επί του ζητήματος των προδικαστικών ενστάσεων. Η συγκατάθεση του Αιτητή στη σύναψη ή την ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν βρίσκουμε να επέφερε οποιαδήποτε δεδηλωμένη εκδήλωση εγκατάλειψης των δικαιωμάτων του για τους λόγους που επικαλούνται οι Καθ’ ων η αίτηση, εν όψει και του επιτακτικού χαρακτήρα των διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου, οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου και στην εξάλειψη τυχόν καταχρηστικών πράξεων εκ μέρους του εργοδότη. Για όλα τα πιο πάνω απορρίπτεται και η δεύτερη προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ανάλυση - Συμπεράσματα

 

Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω  βασικών ζητημάτων: (i) Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ των μερών κατά την περίοδο από 16.07.2022 μέχρι 15.01.2023: σύμβαση εργασίας εντός των πλαισίων του Νόμου ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών, (ii) Αν η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι η ύπαρξη σύμβασης εργασίας, κατά πόσο η σύμβαση εργασίας του Αιτητή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 7(1) του Ν.98(Ι)/ 2003.

 

(i)            Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ των μερών

 

Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου:

 

«Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι’ έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας.

 

Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου».

 

Δικαστικό προηγούμενο για τον προσδιορισμό της επίδικης σχέσης, είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund (1978) 1C.L.R. 208. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να διακριθεί μια σύμβαση εργασίας (contract of service) από μια σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (contract for services), υιοθέτησε τη θέση των αγγλικών δικαστηρίων παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα από αγγλικές αποφάσεις, για να επισημάνει ότι πέραν του βαθμού έλεγχου που ασκείται από τον υποτιθέμενο εργοδότη, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες για τη διάκριση μιας εργασιακής σχέσης από μια σχέση παροχής υπηρεσιών (Global Plant Ltd., v. Secretary of State for Healthy and Social Security [1971] 3 All E.R. p.385, 389). Για το πρωταρχικό test που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις αναφέρθηκε στην υπόθεση Market Investigation Ltd v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. σ. 732, 737, επισημαίνοντας τα ακόλουθα:

 

Ελεύθερη απόδοση

 

«Οι παρατηρήσεις των Λόρδων Wright και Denning, L.J., και των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. υποδηλώνουν ότι το βασικό test που θα πρέπει να εφαρμοστεί είναι το εξής: το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει αυτές τις υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό; Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών. Αν είναι αρνητική τότε είναι σύμβαση εργασίας. Εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά με τον καθορισμό της ερώτησης αυτής δεν έχει συνταχθεί και ίσως ούτε να μπορεί να συνταχθεί ούτε και μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο έχουν τα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αλλά δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Τέτοιοι άλλοι παράγοντες που μπορεί να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες προμηθεύει τα δικά του μηχανήματα/εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για επένδυση και διεύθυνση/διοίκηση έχει και κατά πόσο, όπως και σε ποια έκταση, έχει την ευκαιρία να ωφεληθεί από την ορθή διεύθυνση της επιτέλεσης του καθήκοντος του».

 

Αναφερόμενο επίσης στην υπόθεση Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd., [1976] 3 All E.R. 817, 824 αποφάνθηκε τα ακόλουθα:

 

«Αν και η εκφρασθείσα πρόθεση των μερών θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για να αποφασισθεί η πραγματική φύση της σύμβασης, ωστόσο, δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Θα πρέπει να εξετάζεται η συμφωνία στο σύνολο της και ειδικότερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών

 

………………………..

 

Μια δήλωση των μερών, ακόμη κι αν έχει ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση, ότι ο εργάτης θα είναι ή θα θεωρείται αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος, θα πρέπει αν αγνοηθεί πλήρως κα όχι απλώς να μη ληφθεί υπόψη ως καθοριστικός παράγοντας, εάν οι υπόλοιποι συμβατικοί όροι υποδηλώνουν στην πραγματικότητα σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου»

 

«Η σχέση των μερών καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την ετικέτα που επιλέγουν να τοποθετήσουν σ’ αυτή.» 

 

Παρεμφερή θέση έχουν υιοθετήσει και νεότερες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων, οι οποίες, αν και επισημαίνουν ότι το κριτήριο του ελέγχου παραμένει κυρίαρχο, θεωρούν ότι πρέπει να αξιολογηθούν και άλλοι παράγοντες για τη διαπίστωση της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των μερών.

 

Όπως εντοπίζεται στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας  (1998) 3 Α.Α.Δ. 796, 800-801:

 

«Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότη-σης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο,

 

(α)           από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του

(β)           από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου».

 

Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund (1988) 1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα που εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η πληρωμή μισθού από τον εργοδότη για την παροχή υπηρεσιών δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Πρέπει, επίσης, να μπορεί να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης ασκεί έλεγχο στην εργασία του εργοδοτούμενου.

 

Καθοδηγούμενο απ’ αυτή τη νομολογία στην υπόθεση Προική ν. Φιλική Ασφαλιστική (2002) 1 Α.Α.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία βασίστηκε στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές, σε γραπτή συμφωνία με τους εργοδότη, χαρακτήριζαν τους εαυτούς τους ανεξάρτητους συνεργάτες – αντιπροσώπους ασφαλειών. Επισήμανε δε ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας, (α) οι Αιτητές υποχρεούντο να διαθέτουν όλο το χρόνο τους για την προώθηση των εργασιών του εργοδότη, ο οποίος τους παρείχε τα γραφεία και τα μέσα προς τούτο, (β) οι Αιτητές είχαν υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους όρους του εργοδότη και δεν συμμετείχαν στους κινδύνους της επιχείρησης, (γ) ο εργοδότης είχε το δικαίωμα τερματισμού της απασχόλησης, εάν οι Αιτητές δεν προσκόμιζαν νέες εργασίες για περίοδο 60 ημερών και (δ) ο εργοδότης κατέβαλλε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Προνοίας το εκάστοτε καθοριζόμενο από τη νομοθεσία ποσοστό επί των απολαβών των Αιτητών.

 

Ομοίως στην υπόθεση Lounic Confectionery Ltd v. Θ. Θεοδώρου (2015) 1 Α.Α.Δ. 2247, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το κριτήριο του ελέγχου αναλύοντας μια σειρά από στοιχεία που συνθέτουν το περιεχόμενο του όπως, μεταξύ άλλων: (α) η εταιρεία παρείχε τον εξοπλισμό (αυτοκίνητο, γραφική ύλη, φαξ) που ήταν απαραίτητος για την εκτέλεση της εργασίας του Αιτητή, και ήταν υπεύθυνη για τα έξοδα συντήρησης του και την φθορά του, (β) υπήρχε αυτοπρόσωπη παροχή υπηρεσιών από τον Αιτητή, (γ) για να απουσιάζει από την εργασία ο Αιτητής έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια, (δ) η εταιρεία καθόριζε τον τρόπο και είδος παροχής της εργασίας του Αιτητή (ε) το γεγονός ότι η εταιρεία δεν κατέβαλλε στον Αιτητή κοινωνικές ασφαλίσεις και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα, που συνήθως καταβάλλονται στους εργοδοτούμενους, δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό του ως εργοδοτούμενου.

 

Παρόμοιες είναι επίσης οι αντιλήψεις που επικρατούν στην Ελλάδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις παραπάνω αποφάσεις, Prousi, Tsapaco και Lounic, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο» (1967) σελ. 35, όπου καθορίζει το στοιχείο του ελέγχου ως κυρίαρχο κριτήριο της προσωπικής εξάρτησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη:

 

«Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.»

 

Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας», (2002), σελ.247,

 

«σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη.»

 

Όπως εντοπίζεται στο εν λόγω σύγγραμμα, κριτήριο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και, επομένως τον χαρακτηρισμό του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως μισθωτού, είναι η προσωπική εξάρτηση του από τον αντισυμβαλλόμενο του. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικής εξάρτησης, η εξαρτημένη εργασία εκδηλώνεται με τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Τη δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, στοιχείο κατ’ εξοχήν δηλωτικό της προσωπικής εξάρτησης, (β) την υποχρέωση του να ακολουθεί τις οδηγίες του άλλου μέρους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και να δέχεται τον έλεγχο του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης προς αυτές, (γ) την παροχή της εργασίας στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας, την οποία καθορίζει και διευθύνει ένας τρίτος και στην οποία εντάσσεται ο εργαζόμενος, (δ) την υποχρέωση του εργαζόμενου να εκτελέσει αυτοπροσώπως την οφειλόμενη εργασία.

 

Στο σύγγραμμα της Στ. Γιαννακούρου,  «Κυπριακό Εργατικό Δίκαιο» σελ. 36, με αναφορά σε ελληνικά συγγράμματα, επισημαίνονται τα ακόλουθα για το κριτήριο του εργοδοτικού ελέγχου:

 

«Το κριτήριο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα ώστε να καταλαμβάνει και άλλα στοιχεία που συγκροτούν την οικονομική πραγματικότητα της κάθε εργασιακής σχέσης. Όταν η εργασία είναι αμιγώς σωματική, είναι εύκολο να διαπιστωθεί εάν ο εργοδότης έχει τον έλεγχο του εργοδοτούμενου, μέσω της εξουσίας να δίνει οδηγίες και εντολές για την εκτέλεση της εργασίας. Όταν όμως πρόκειται για πνευματική ή επιστημονική εργασία ή δεξιότητα, ο εργοδοτούμενος αναπτύσσει εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη αυτονομία και πρωτοβουλία στην εργασία του. Στις περιπτώσεις αυτές ο εργοδοτικός έλεγχος είναι πολύ περιορισμένος και επομένως δεν μπορεί από μόνος του να αποτελεί ασφαλές κριτήριο χαρακτηρισμού της σχέσης. Όπως δε αναφέρεται στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει, για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξηρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη».   

 

Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι φανερό, ότι τα γεγονότα στη βάση των οποίων θα κριθεί το πρώτο επίδικο ζήτημα που αφορά τον χαρακτηρισμό της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών για την περίοδο από 03.02.2020 έως 15.07.2022 παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Εν ολίγοις δεν αμφισβητήθηκε η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Η αμφισβήτηση αφορά την περίοδο από 16.07.2022 έως 15.01.2023 που ο Αιτητής υπέγραψε συμφωνίες και/ή συμβόλαια τα οποία αναφέρουν ότι παρείχε υπηρεσίες Πολιτικού Μηχανικού ως αυτοεργοδοτούμενος αμειβόμενος με το ποσό των €5.000 πλέον ΦΠΑ για κάθε 70 ημερολογιακές ημέρες, εκδίδοντας για τις υπηρεσίες του και αντίστοιχα τιμολόγια. Να σημειωθεί ότι η ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας αποτελεί υπό τις περιστάσεις έργο του Δικαστηρίου. Το ερώτημα τι είδους σύμβαση εργασίας έχουν συνομολογήσει τα μέρη τη συγκεκριμένη περίοδο, αποτελεί νομικό θέμα, που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει [Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd (ανωτέρω)] με αναζήτηση την πραγματική μεταξύ τους διευθέτηση (Protectacoat Firthglow Td v. Miklos Szilagyi [2009] EWCA Civ. 98).    

 

Ο Αιτητής στη γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε ότι με τη συμπλήρωση 29,5 περίπου μηνών συνεχούς απασχόλησης έναντι κενών θέσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση εντελώς καταχρηστικά και στην προσπάθεια να του αποστερήσουν το δικαίωμα να καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, του ζήτησαν να υπογράψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών και ακολούθως σύμβαση ότι δήθεν είναι εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου σε συγκεκριμένο συγχρηματοδοτούμενο έργο. Για να μην χάσει τη δουλειά του και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να υπογράψει τις εν λόγω συμβάσεις, σημειώνοντας ωστόσο ότι κατά τη διάρκεια ισχύος των εν λόγω συμβάσεων, τα καθήκοντα και η θέση του δεν άλλαξαν και ουσιαστικά δεν απασχολείται στα έργα που αναφέρονται στις συμβάσεις του. Κατά το χρόνο μάλιστα που απασχολείτο με σύμβαση παροχής υπηρεσιών ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, από την ίδια θέση και υπό την επίβλεψη των ιδίων παρισταμένων όπως και προηγουμένως, τηρούσε κανονικό ωράριο ως εργοδοτούμενος και διατηρούσε το ίδιο γραφείο, συνεχίζοντας ουσιαστικά να κάνει ότι έκανε, με τον ίδιο τρόπο. Ότι τίποτα δεν άλλαξε πλην της τυπικής ονομασίας των συμβάσεων που τον ανάγκασαν να υπογράψει. Ισχυρίστηκε ότι συνέχισε κανονικά την απασχόληση του από το Τμήμα χωρίς διακοπή, εκτελώντας πάγιες ανάγκες του Τμήματος, καθώς είναι φανερό ότι η συντήρηση και βελτίωση του οδικού δικτύου είναι κάτι που δεν θα εκλείψει ποτέ ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως έργο ορισμένου χρόνου. Τα όσα ο Αιτητής έθεσε με τη μαρτυρία του, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες προσέφερε τις υπηρεσίες του κατά την περίοδο από 16.07.2022 έως 15.01.2023, δεν έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως, υπό το βάρος της αντεξέτασης, ο μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσε τις θέσεις του Αιτητή, παραδεχόμενος ότι η προσφορά του σύμβασης παροχής υπηρεσιών έγινε κατόπιν δικής του εισήγησης, θέτοντας ως δικαιολογία τη διασφάλιση της εξ αρχής εγγύησης που είχαν σε σχέση με την περίοδο που τους επέτρεπε το Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού να προσφέρουν συγκεκριμένη εργασία με βάση τις προβλέψεις του Αιτητή. Σημείωσε δε, ότι η σύμβαση του Αιτητή τερματίστηκε στο πλαίσιο του Ν.70(Ι)/2016, επειδή δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Εν ολίγοις ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι εισηγήθηκε την προσφορά σύμβασης παροχής υπηρεσιών πριν ο Αιτητής συμπληρώσει περίοδο 30 μηνών συνεχούς απασχόλησης. Δεν διαφώνησε πως με την υπογραφή της σύμβασης για παροχή υπηρεσιών ο Αιτητής συνέχισε να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα, από την ίδια θέση, στο ίδιο γραφείο, με τον ίδιους προϊσταμένους και το ίδιο ωράριο που τηρούσε προηγουμένως.

 

Θέτοντας τα δεδομένα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε ότι τα αναγράφονται στο κείμενο της συμφωνίας ημερ. 15.07.2022 για παροχή υπηρεσιών (Τεκ.2 στα παραδεκτά γεγονότα) θα πρέπει να αγνοηθούν πλήρως, καθώς η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αιτητή υποδηλώνει στην πραγματικότητα σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, καθώς:   

 

(α)       Ο Αιτητής ήταν υποχρεωμένος να παρέχει αυτοπροσώπως την εργασία του χωρίς δικαίωμα ή δυνατότητα ανάθεσης, εκχώρησης ή εκπλήρωσης της από τρίτα πρόσωπα, γεγονός συμβατό με την έννοια της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

 

(β)       Ο Αιτητής, ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες και υποδείξεις του προϊσταμένου του όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και να δέχεται τον έλεγχο του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του σ’ αυτές.

 

(γ)        Περαιτέρω, ο Αιτητής ακολουθούσε καθορισμένο ωράριο εργασίας, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό των Καθ’ ων η αίτηση και δεν μπορούσε να προσδιορίσει ελεύθερα τον χρόνο, τον τόπο, τον τρόπο και το είδος παροχής της εργασίας του τα οποία προσδιόριζε οι ίδιοι οι Καθ’ ων η αίτηση. 

 

(δ)       Πρόσθετα ο Αιτητής υποχρεούτο να διαθέτει όλο τον χρόνο του για την προώθηση των εργασιών των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι του παρείχαν το γραφείο και όλον τον αναγκαίο εξοπλισμό και τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας του.

 

(ε)        Ο Αιτητής λάμβανε από τους Καθ’ ων η αίτηση σταθερές απολαβές είτε υπό μορφή προμήθειας είτε σταθερού ποσού.

 

(στ)      Γενικά ο Αιτητής παρείχε την εργασία του στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας την οποία καθόριζαν και διεύθυναν οι Καθ’ ων η αίτηση. 

 

(η)       Το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατέβαλλαν για τον Αιτητή εισφορές στον Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν αποτελεί δηλωτικό στοιχείο του χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας και συνεπώς δεν αναιρεί τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου.

 

Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στοιχεία είναι η κατάληξη μας ότι για την περίοδο από 16.07.2022 έως 15.01.2023 ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Καθ’ ων η αίτηση υπό συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη – εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου.  

 

(ii)          Κατά πόσο η σύμβαση του Αιτητή έχει καταστεί αορίστου διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 7(1) του Ν.98(Ι)/2003.

 

Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP)», («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.).

 

Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 ως ακολούθως:

 

"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49:

 

«η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.»  

 

Ο Βασικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου (ρήτρα 1) και κατ’ επέκταση του Ν.98(Ι) /2003 (άρθρο 3) είναι αφενός η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Για την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας -πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα τρία προληπτικά μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν διαζευκτικά ή και σωρευτικά.

Όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κλπ, C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκ. 55, 60 και της 26ης Νοεμβρίου 2014. Mascolo κλπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκ. 73, 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με τη ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζόμενους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.  

Η συμφωνία-πλαίσιο και κατ’ επέκταση η Οδηγία χρήζουν εφαρμογής μόνο όταν τίθεται ζήτημα διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας “διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου”, αλλά καταλείπει στα κράτη-μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5 σημείο 2 στοιχείο α’ της συμφωνίας-πλαισίου, «τα κράτη-μέλη […] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές».

Κατά το ΔΕΚ  (C-212/04 Adeneler ημερ. 4.7.2006 σκ. 82-83),

«ναι μεν η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των εννοιών “διαδοχικές” και “αορίστου χρόνου” κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στο τομέα αυτό του εργατικού δικαίου, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου […]. Έτσι, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως, δεν πρέπει να ασκείται από τα κράτη-μέλη κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου».

Περαιτέρω, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ.. C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τουλάχιστον τριάντα μηνών, ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οποιαδήποτε πρόνοια περιλαμβάνεται στη σύμβαση αυτή περιορίζοντας τη διάρκεια της δεν αναπτύσσει καμία νομική ισχύ, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από υφιστάμενους ενδεικτικά απαριθμούμενους αντικειμενικούς λόγους. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης ο νόμος εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, το οποίο επιδέχεται ανταπόδειξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003:

«7.-(1) Όπου-

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙

Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν-

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

(β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών.

…»

Από το γράμμα επίσης του πιο πάνω άρθρου και του Ν. 98(Ι)/2003 γενικότερα, είναι φανερό ότι η μεταφορά της Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο δεν είναι πλήρης στο βαθμό που o κύπριος νομοθέτης παραλείπει να δώσει ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως απαιτεί η Οδηγία. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται (α) σε απασχόληση στον ίδιο εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε μετά από ανανέωση της σύμβασης είτε άλλως πως και (β) σε απασχόληση με ελάχιστη περίοδο 30 μηνών ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ενώ με το εν λόγω άρθρο παρέχεται μια πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της κοινοτικής Οδηγίας, αφού για την εφαρμογή του αρκεί και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η Οδηγία, ωστόσο για περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργοδοτούμενου, η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν προσδιορίζεται χρονικά με επακόλουθο να μην καθίσταται περιοριστική αλλά ούτε και εξ υπαρχής καταλυτική για την υπολογισμό της συνολικής περιόδου απασχόλησης.

 

Σημειώνεται ότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο κατ’ εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του. Ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύσει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου.  

 

Σύμφωνα με τον Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σελ.194:

 

«Ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού Νόμου περιορίζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν σημαίνει ότι η αρχική ή η μία και μοναδική σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς την ορισμένη διάρκεια της. Και μετά την ισχύ του Εναρμονιστικού Νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν ως ευνοϊκότερες στο συγκεκριμένο ζήτημα, οι νομολογιακές θέσεις που είχαν διαμορφωθεί με βάση το μέχρι τη θέσπιση του υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες στον έλεγχο καταχρηστικής άσκησης της συμβατικής ελευθερίας του εργοδότη υπόκειται και η αρχική (πρώτη) σύμβαση ορισμένου χρόνου ή η μοναδική που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών.»

 

Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στο ΤΔΕ ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου στη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού, έναντι κενών θέσεων μέχρι την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού ή για μέγιστη περίοδο που δεν ξεπερνά τους 30 μήνες. Ενώ ο Αιτητής υπέγραψε σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας που κάλυπταν την περίοδο από 03.02.2020 έως 15.07.2022 ήτοι περίοδο απασχόλησης 29,5 μηνών και ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην πλήρωση των κενών θέσεων με μόνιμο προσωπικό, προσέφεραν στον Αιτητή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από 16.07.2022 έως 15.01.2023, αποβλέποντας ουσιαστικά στη διακοπή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου πριν ο Αιτητής συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης. Εν όψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι για την περίοδο από 16.07.2022 έως 15.01.2023 ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Καθ’ ων η αίτηση υπό συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη – εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, κρίνουμε ότι ο Αιτητής είχε ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης, για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας του ως σύμβασης αορίστου χρόνου, από τις 03.08.2022.

 

Σύμφωνα επίσης με τον Ζερδελή σελ.196:

 

«… Ακόμη κι αν η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει τον απαιτούμενο χρόνο για να καταστεί σύμβαση αορίστου χρόνου, οπότε τεκμαίρεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, ο εργοδότης μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, με την επίκληση και απόδειξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου… Ισχύει, πάντως, και εδώ πως όσο αυξάνεται ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η συνολική διάρκεια της απασχόλησης του εργαζομένου τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι και ο δικαστικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου.»   

 

Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α’. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη.

 

Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι:

 

«αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).»

 

Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein – Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

  1. Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών.  Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.

 

  1. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ’ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως.  Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ’ ολοκληρία.

 

  1. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ’ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας – πλαισίου.

 

Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:

 

101.     Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.

 

102.     Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η κατά-χρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ’ αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ’ εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (ΔΕΕ 26.1.2012 C-586/10, Κüküc, αριθ. 34 και ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13, Mascolo κ.α.). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνε-ται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΔΕΕ 23.4.2009 C-378/07 Angelidaki κ.α αριθ.106 και ΔΕΕ 26.1.2012 C586/10 Κüküc, αριθ. 40).

 

Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ’ ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ’ εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του Αιτητή και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7(2)(γ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεση εργασίας που δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης και του άρθρου 4(2)(δ) του Ν.70(Ι)/2016, όπου ρητά αναφέρεται, «4.-(2) Η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, επιτρέπεται: (δ) για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια όση είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου».

 

Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων.

  

Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»:

 

«Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. 

 

.... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό»

 

Για την κρίση αν τελικά συντρέχει πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθετικά προβλεπόμενος αντικειμενικός λόγος θα πρέπει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Χωρίς τη συνεκτίμηση αυτή ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν αποτρέπεται αποτελεσματικά (ΔΕΕ 26.11.2014   C-22/13). 

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τον Αιτητή και τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν στο Δικαστήριο και εξετάσαμε τα όσα σχετικά παρέθεσαν υπό το πρίσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικών γεγονότων και των κατατεθέντων, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο.

 

Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:

 

Ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους, ότι ο Αιτητής ασκούσε καθήκοντα στη βάση των προκηρύξεων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας δεν επιβεβαιώνεται από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στο ΤΔΕ ως Εκτελεστικός Μηχανικός δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξάμηνης διάρκειας, για την κάλυψη αντίστοιχων κενών θέσεων μέχρι την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού ή για μεγίστη περίοδο που δεν ξεπερνά τους 30 μήνες.

 

Περαιτέρω, ο κ. Χαραλάμπους, έθεσε ως βάση για τον τερματισμό της σύμβασης εργασίας του Αιτητή έναντι κενών θέσεων, το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν είχε συμπληρώσει 30 μήνες απασχόλησης. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του Αιτητή ότι εργάστηκε για 24 μήνες με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εξάμηνης διάρκειας για κάλυψη αναγκών λόγω κενών θέσεων στο ΤΔΕ και ακολούθως του προσφέρθηκε σύμβαση διαρκείας 5½ μηνών με τη σημείωση ότι με τη λήξη της ολοκληρωνόταν και η ανάγκη πρόσληψης του. Και ενώ  οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού και δεν ακολούθησαν οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό, στην προσπάθεια τους να μην δοθεί στον Αιτητή η ευκαιρία συμπλήρωσης 30μηνη περιόδου απασχόλησης, του  προσέφεραν συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών και ακολούθως με τη λήξη του, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας 3,5 ετών σε συγχρηματοδοτούμενο έργο. Ωστόσο από τα ενώπιον μας στοιχεία διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής από της προσλήψεως του (03.02.2020) και μέχρι τις 15.01.2023 και δη για 36 και πλέον μήνες, ασκούσε τα πάγια καθήκοντα των κενών θέσεων έναντι των οποίων είχε προσληφθεί, τα οποία μάλιστα συνέχισε να εκτελεί και κατά τη διάρκεια της τελευταίας σύμβασης εργασίας του για τα Συγχρηματοδοτούμενα Έργα. Ο κ. Χαραλάμπους, δεν αρνήθηκαν ότι στον Αιτητή ανατίθενται και άλλα καθήκοντα που αφορούν επίβλεψη άλλων έργων, τα οποία χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις ισχυρίστηκε ότι ήταν παρεμφερή. Επίσης ότι ο Αιτητής τα ανέλαβε χωρίς να εκφράσει παράπονο. Ο μάρτυρας δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι στον Αιτητή θα αναθέσουν την επίβλεψη σχετικών έργων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Αυθεντικότητας, τα οποία παρουσίασαν καθυστέρηση στο μελετητικό τους κομμάτι και προκηρύχτηκαν προσφορές τους τελευταίους μήνες. Ότι ο Αιτητής, στο μεσοδιάστημα, εκτελούσε παρεμφερή καθήκοντα για τα οποία επίσης δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Περαιτέρω δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση τα όσα ο Αιτητής ισχυρίστηκε σε σχέση με τα πραγματικά καθήκοντα που εκτελούσε και απέβλεπαν στη συντήρηση και βελτίωση οδικού δικτύου του Τμήματος στην Επαρχία Λευκωσίας. Να σημειωθεί, ότι τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από τη βεβαίωση της Αν. Διευθύντρια του ΤΔΕ ημερ. 02.06.2023, όπου αναφέρονται τα καθήκοντα και το εύρος τους τα οποία ασκούνται αδιάλειπτα και συνεχόμενα από τις 03.02.2020 (Τεκ.4).

     

Στην υπόθεση C-586/10, Kücük, σκέψη 38, ημερ. 26.1.2012, εξετάζοντας το Δικαστήριο της ΕΕ την νομική διάσταση της ανάγκης για αναπλήρωση προσωπικού τόνισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

 «Το γεγονός και μόνον ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνάπτονται για να καλύψουν μια νόμιμη ή επαναλαμβανόμενη ανάγκη του εργοδότη για αναπληρωματικό προσωπικό δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να αποκλείσει το ενδεχόμενο καθεμία χωριστά από τις συμβάσεις αυτές, εξεταζόμενη χωριστά να έχει συναφθεί με σκοπό την προσωρινή αναπλήρωση. Έστω κι αν η αναπλήρωση καλύπτει πάγια ανάγκη, κατά το μέτρο που ο εργαζόμενος, ο οποίος προσλαμβάνεται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου ασκεί σαφώς καθορισμένα καθήκοντα που περιλαμβάνονται στις συνήθεις δραστηριότητες του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, εντούτοις η ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό παραμένει προσωρινή κατά το μέτρο που ο αναπληρούμενος εργαζόμενος λογίζεται ότι θα εξακολουθήσει τη δραστηριότητα του όταν λήξει η άδεια του, η οποία αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο ο εργαζόμενος αυτός κωλύεται προσωρινά να ασκήσει ο ίδιος τα ως άνω καθήκοντα του».

 

Το επιχείρημα, συνεπώς, των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής προσελήφθη για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας και ότι η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των συμβάσεων που υπέγραψε ο Αιτητής με τους Καθ’ ων η αίτηση, αναμενόταν ή αναμένεται με επαρκή ασφάλεια ότι θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του, όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν με συγκεκριμένο τρόπο ότι οι εν λόγω συμβάσεις και ειδικότερα η τελευταία σύμβαση αποσκοπεί στην κάλυψη συγκεκριμένων έργων των οποίων η ολοκλήρωση θα καταστήσει μη αναγκαία την απασχόληση του Αιτητή. Έχουμε ήδη διαπιστώσει, ότι ο Αιτητής και μετά την υπογραφή των τελευταίων συμβάσεων, συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα που σχετίζονται με τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων εργασίας που αφορούν τη συντήρηση και βελτίωση οδικού δικτύου του Τμήματος στην Επαρχία Λευκωσίας. Η ουσία, επομένως, της παρούσας υπόθεσης επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ο Αιτητής με την προσωρινή απασχόληση του καλείτο να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες έναντι κενών θέσεων, τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση δεν πλήρωσαν με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Οι Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο πρόσληψης του Αιτητή δεν έθεσαν κάποιο χρονοδιάγραμμα πλήρωσης των κενωθεισών θέσεων με μόνιμο προσωπικό και ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό. Με τη συμπλήρωση 24 μηνών απασχόλησης οι Καθ’ ων η αίτηση προσέφεραν στον Αιτητή σύμβαση διαρκείας 5½ μηνών με τη σημείωση ότι με τη λήξη της ολοκληρωνόταν και η ανάγκη πρόσληψης του. Ωστόσο με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης του προσέφεραν εξάμηνη σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, η απαιτούμενη πρόγνωση ότι η απασχόληση του Αιτητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου θα διαρκούσε μέχρι την πλήρωση των κενωθεισών θέσεων από μόνιμο προσωπικό και ότι η ανάγκη πλήρωσης των θέσεων είχε προσωρινό χαρακτήρα δεν προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης με τον Αιτητή δεν φαίνεται να αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι με τη λήξη της θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης του. Η συγκεκριμένη διάρκεια των αναγκών για την κάλυψη των οποίων προσλήφθηκε ο Αιτητής, δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικά δυνατή με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η μη ύπαρξη επαρκούς ασφάλειας ως προς τη συγκεκριμένη διάρκεια ή η μη πλήρωση των κενών θέσεων από μόνιμο προσωπικό μέσα σε προβλεπόμενα πλαίσια, με την οποία θα περατωνόταν και η ανάγκη απασχόλησης του Αιτητή, επέτρεψε στους Καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου και του Εναρμονιστικού Νόμου, την ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς[1]

 

Συνεπώς η απασχόληση του Αιτητή δεν αποσκοπούσε και ούτε αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι, επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μακράς διαρκείας, στερώντας έτσι από τον Αιτητή, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική για σταθερή απασχόληση που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργοδοτουμένων.  

 

Τονίζουμε ότι καθοριστικό κριτήριο για τον έλεγχο και την αποτροπή της καταχρηστικής άσκησης της συμβατικής ελευθερίας, από πλευράς του εργοδότη, παραμένει η συνδρομή ή μη αντικειμενικού λόγου. Έτσι, ακόμη και αν δεν έχουμε υπέρβαση των ακραίων χρονικών ορίων των 30 μηνών που θέτει ο Εναρμονιστικός Νόμος, ο όρος για την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης είναι άκυρος εάν γι’ αυτή δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι. Και στην προκείμενη περίπτωση διεφάνη, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αποβλέποντας στη μη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου, περιόρισαν τη διάρκεια της απασχόλησης του έναντι κενών θέσεων σε 29½ μήνες και δίδοντας ως λόγο τερματισμού της σύμβασης έναντι των εν λόγω συμβάσεων το γεγονός ότι δεν κάλυψε 30 μήνες απασχόλησης. Ωστόσο, από τα δεδομένα της υπόθεσης είναι φανερό ότι στη συνέχεια προσέφεραν στον Αιτητή εξάμηνη σύμβαση παροχής υπηρεσιών και ακολούθως σύμβασης για Συγχρηματοδοτούμενα Έργα. Ο Αιτητής συνέχισε να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα που εκτελούσε με την αρχική σύμβαση για κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών έναντι κενών θέσεων, συμπληρώνοντας έτσι την 30μηνη περίοδο που του επέτρεπε να επικαλεστεί τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Ωστόσο η συμπλήρωση της 30μηνης απασχόλησης δημιουργεί μαχητό Τεκμήριο ότι οι συμβάσεις κάλυπταν πάγιες ανάγκες. Επομένως και στην περίπτωση ακόμη που ο Αιτητής δεν συμπλήρωνε 30μηνη περίοδο συνεχούς απασχόλησης, η μη συνδρομή αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την κατάρτι-ση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν θα αποκλείει τη μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου και για μικρότερη περίοδο απασχόλησης.

 

Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή ως σύμβαση αόριστου διαρκείας. 

 

Εκδίδεται επομένως αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για τον Αιτητή από τις 03.08.2022 και δη με την κάλυψη 30 μηνών απασχόλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση €1000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 19.6.2023 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.

 

 

 

(υπ)……………………..….………………………

Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

                                           Α. Αλέξης, Μέλος

                                                                                                           Μ. Μιχαήλ, Μέλος

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 



[1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών,οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια».

 

C-22/2013 Mascolo ημερ. 26.11.2014, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονταν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη κενών και ελευθέρων θέσεων διδασκόντων στα υπό κρατική διαχείριση σχολεία, έως την ολοκλήρωση διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, αμειβόμενοι με κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Η συγκεκριμένη όμως εθνική ρύθμιση δεν προέβλεπε για την ολοκλήρωση του διαγωνισμού κάποιο χρονοδιάγραμμα, ούτε αξίωση για τους διδάσκοντες για την αποκατάσταση της ζημιάς που είχαν υποστεί λόγω των επανειλημμένων ανανεώσεων. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια τέτοια ρύθμιση, ελλείψει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση διαγωνισμών με τους οποίους περατώνεται η αναπλήρωση, και, συνεπώς ελλείψει οριοθέτησης όσον αφορά τον αριθμό τον ετήσιων ανανεώσεων που μπορεί να προγραμματίσει ο ίδιος εργαζόμενος, ώστε να ζητήσει να διοριστεί στην ίδια κενή θέση, επιτρέπει, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου, την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές άλλα πάγιες και διαρκείς, λόγω διαρθρωτικών ελλείψεων θέσεων μόνιμου προσωπικού στο συγκεκριμένο κράτος – μέλος. Και συνεπώς την καταχρηστική χρήση αυτού του είδους των συμβάσεων που δεν είναι συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο