ΜΗΝΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5/2023, 5/10/2026
print
Τίτλος:
ΜΗΝΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5/2023, 5/10/2026

1ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Αλέξη και Μ. Μιχαήλ, Μελών

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 5/2023

 

Μεταξύ:

 

ΜΗΝΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

Αιτήτρια

-και-

 

1.    ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δια μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

2.    ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ/Η ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 5η Οκτωβρίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Στέφανος Σκορδής

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους

                                                 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:

 

Α.         Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής και των Καθ’ ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ’ ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση της με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης (Λειτουργός Εργασίας – Κλίμακα Α9) και/ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους. 

 

Β.         Δήλωση και ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτής και των Καθ’ ων η αίτηση είναι και ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Γ.         Γενικές και ή επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Δ.         Απόφαση για οιαδήποτε άλλα δεδουλευμένα ωφελήματα και ή οιονδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

Ε.         Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού.

 

ΣΤ.       Έξοδα και Φ.Π.Α.

 

Η Αιτήτρια, με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 2003 (Ν.98(Ι)2003) ως έχει τροποποιηθεί, η σύμβαση και/ή η απασχόληση της στους Καθ’ ων η αίτηση έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και/ή απασχόληση αορίστου χρόνου και/ή από τη στιγμή που έχει συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος ή οιοσδήποτε νόμιμος και/ή βάσιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της και/ή της απασχόλησης της σε αορίστου χρόνου. Σημειώνει ενδεικτικά για τη σχέση της με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ασκεί διάφορα καθήκοντα και/ή καθήκοντα όμοια με όλους τους λειτουργούς εργασίας (Κλ. Α9) και/ή ότι δεν ασκεί και δεν απασχολείται για έργο τακτής προθεσμίας ως καταχρηστικώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση. Ότι τα καθήκοντα της αφορούν πάγιες και/ή μακροχρόνιες ανάγκες του Τμήματος και όχι έργο τακτής προθεσμίας, μολονότι τον τελευταίο καιρό και δη μετά την ενημέρωση ότι θα προχωρούσε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης την έχουν μετακινήσει και/ή της έχουν αλλάξει καθήκοντα για να προσομοιάζουν με αυτά της σύμβασης της.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει, καθότι:

 

α)         Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος και/ή δεν είναι σύμφωνος με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 ως έχει τροποποιηθεί.

 

β)         Δεν δεικνύει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους και/ή η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την Αίτηση και/ή η Αίτηση εγείρεται λανθασμένα και/ή καταχρηστικά εναντίον τους.

 

γ)         Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της Αίτησης λόγω κωλύματος και ή κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και ή εμποδίζεται και ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων και ή αποζημιώσεων με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης έργου.

 

Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και θέτουν αυτή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε με διαφορετικές συμβάσεις, σε διαφορετικές θέσεις, με διαφορετικά καθήκοντα εκάστη φορά και σε διαφορετικές υπηρεσίες του Κράτους. Αντιτείνουν και διατείνονται ότι η Αιτήτρια υπέγραψε ανεπιφύλακτα τόσο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου όσο και τις συμβάσεις για τα έργα τακτής προθεσμίας για τα οποία προσλήφθηκε και γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν για συγκεκριμένη περίοδο και ότι το εκάστοτε έργο τακτής προθεσμίας είχε και/ή έχει ημερομηνία λήξης με την ολοκλήρωση του όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες συμβάσεις και τους όρους κάθε Προκήρυξης. Επίσης, με την ολοκλήρωση του έργου τακτής προθεσμίας όπου εργάζεται σήμερα, θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης της, ανεξάρτητα εάν έχουν παρέλθει 30 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος και ή νόμιμος λόγος για τη μη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της σε αορίστου χρόνου, ο οποίος υποστηρίζεται από τη νομολογία και ή τη σχετική νομοθεσία, πόσο μάλλον στην περίπτωση της Αιτήτριας η οποία παραιτήθηκε από τις συμβάσεις που είχε συνάψει τρεις φορές.  Επιπρόσθετα, ότι δεν έχουν παραβεί τον Ν.98(Ι)/2003 και η Αιτήτρια δεν υπέστη καμία διάκριση και η άνιση μεταχείριση για να δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια είναι σύμφωνα με την εκάστοτε σύμβαση που υπέγραφε και δεν ασκεί και/ή ασκούσε πάγια καθήκοντα ή καθήκοντα που σχετίζονται με μακροχρόνιες ανάγκες του εκάστοτε Τμήματος.   

Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που είναι τα ακόλουθα:

 

-       Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων («ΤΔΕ») με σύμβαση η οποία  ανέφερε ότι προσλήφθηκε ως εργοδοτούμενη ορισμένου χρόνου, Αρχιτέκτονάς κατόπιν προκήρυξης για πρόσληψη τριών Αρχιτεκτόνων ΕΟΧ από το ΤΔΕ έναντι κενών θέσεων. Στην Αιτήτρια προσφέρθηκαν συμβάσεις σύμφωνα με τα ανωτέρω για τις ακόλουθες περιόδους από 15.07.2019 – 31.12.2019, 01.01.2020 – 30.06.2020, 01.07.2020 – 31.12.2020, 01.01.2021 – 30.06.2021 και 01.07.2021 – 30.11.2021. Καθ’ όλη την υπό αναφορά περίοδο η Αιτήτρια εργάστηκε στον Τομέα Κτιρίων του ΤΔΕ. Πριν τη λήξη της τελευταίας σύμβασης η Αιτήτρια παρέδωσε επιστολή ημερ. 01.07.2021 (Τεκ.1).

 

-       Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως κατόπιν προκήρυξης για πρόσληψη έξι Λειτουργών Πολεοδομίας, ως Λειτουργός Πολεοδομίας για κάλυψη αναγκών εφαρμογής του Νέου Πλαισίου Πολεοδομικής Αδειοδότησης της Ανάπτυξης, με σύμβαση για περίοδο από 15.07.2021 – 14.01.2022 στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού. Με συμπληρωματική σύμβαση την οποία και αποδέχθηκε και υπέγραψε της ανατέθηκαν καθήκοντα για την ετοιμασία εγγράφων προσφορών για το Έργο «Κέντρο Φιλοξενίας και Προαναχωρησιακό Κέντρο Αιτητών Διεθνούς Προστασίας στη Μενόγεια» της Υπηρεσίας Ασύλου, του Υπουργείου Εσωτερικών, με βάση Πολεοδομικό Σχεδιασμό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Το Έργο κρίθηκε ως υψίστης σημασίας για το Κράτος και για αποτελεσματικό συντονισμό με το ΤΔΕ που θα υλοποιήσει το Έργο κρίθηκε σκόπιμο να τοποθετηθεί στα κεντρικά Γραφεία του ΤΔΕ. Προσφέρθηκε δε εκ νέου σύμβαση για περίοδο από 15.01.2021 – 14.07.2022 αλλά πριν τη λήξη αυτής η Αιτήτρια  παρέδωσε επιστολή ημερ. 21.01.2022 (Τεκ.2).

 

-       Η Αιτήτρια στη συνέχεια προσλήφθηκε στο ΤΔΕ με σύμβαση η οποία αναφέρει ότι προσλαμβάνεται για έργο τακτής προθεσμίας ως Αρχιτέκτονας, κατόπιν προκήρυξης που προηγήθηκε για συγχρηματοδοτούμενο έργο και ειδικότερα για το Έργο «το Κέντρο Φιλοξενίας Αιτητών Ασύλου και το Προαναχωρητικό Κέντρο «ΛΙΜΝΕΣ» στη Μενόγεια». Στην Αιτήτρια προσφέρθηκε σύμβαση για περίοδο από 26.01.2022 – 25.02.2025 την οποία αποδέχτηκε και εργάστηκε στον Τομέα Κτιρίων του ΤΔΕ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της για το Έργο «Κέντρο Φιλοξενίας Αιτητών Ασύλου και το Προαναχωρητικό Κέντρο «ΛΙΜΝΕΣ» στη Μενόγεια». Πριν τη λήξη της Σύμβασης, η Αιτήτρια παρέδωσε επιστολή ημερ. 09.06.2022 (Τεκ.3).

 

-       Στην συνέχεια στην Αιτήτρια προσφέρθηκε σύμβαση στις 31.05.2022 για περίοδο από 01.07.2022 – 30.06.2026 για άλλο έργο κατόπιν αίτησης της, την οποία αποδέχθηκε και εργάζεται μέχρι σήμερα στο Τομέα Κτιρίων του ΤΔΕ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση της αναφέρει ότι εργάζεται για το έργο τακτής προθεσμία ήτοι το Έργο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τεκ.4).

 

Πέραν των παραδεκτών  γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε η Αιτήτρια και για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ. Χαράλαμπος Χριστοδούλου, Εκτελεστικός Μηχανικός στο ΤΔΕ, ο οποίος εργάζεται στην Ομάδα Υποστήριξης της Διεύθυνσης του Τμήματος.

 

Η Αιτήτρια, με τη γραπτή δήλωση της, ισχυρίστηκε ότι στους Καθ’ ων η αίτηση ασκεί διάφορα καθήκοντα και καθήκοντα όμοια με όλους τους διοικητικούς λειτουργούς (κλίμακα Α9) και δεν εργοδοτείται για έργο τακτής προθεσμίας ως καταχρηστικώς και εσφαλμένα ισχυρίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση. Για να μην χάσει τη δουλειά της και μη έχοντας άλλη επιλογή αναγκαστικά υπέγραφε τις προαναφερθείσες συμβάσεις  και επιστολές αλλαγής καθηκόντων, σημειώνοντας ότι τα καθήκοντα της ήταν ως αναφέρει ανωτέρω. Επίσης, ότι η μετακίνηση της στο Τμήμα Πολεοδομίας ήταν προσχηματική αφού εξακολουθούσε να απασχολείται σε έργο του ΤΔΕ. Άλλωστε η Τριμελής Επιτροπή Πρόσληψης ΕΟΧ με επιστολή της ημερ. 14.07.2021, λόγω της προϋπηρεσίας της στην ετοιμασία εγγράφων προσφορών για το Έργο «Κέντρο Φιλοξενίας και Προαναχωρησιακό Κέντρο Αιτητών Διεθνούς Προστασίας στην Μενόγεια», της ανέθεσαν όπως συνεχίσει τα καθήκοντα της παραμένοντας και εκτελώντας την εργασία της στα Γραφεία του ΤΔΕ. Για την επιστολή ημερ. 21.01.2022 αναφέρει ότι είχε ήδη συμπληρώσει περίοδο απασχόλησης 30 μηνών και ότι ρητά αναφέρει στην εν λόγω επιστολή ότι δεν παραιτείται αφού θεωρεί την απασχόληση της ως συνεχή. Για την τελευταία σύμβαση σημειώνει ότι, για περίοδο 4 μηνών μετά την υπογραφή της, συνέχισε να εργάζεται στα προηγούμενα της καθήκοντα για να ολοκληρώσει την ετοιμασία εγγράφων/προσφορών κάτι που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τα όσα αναγράφονται στην σύμβαση. Ισχυρίστηκε δε ότι τα όσα πράττει αποτελούν πάγιες ανάγκες και έργα του Τμήματος που δεν θα παύσουν να υφίστανται και ότι καταχρηστικά οι Καθ’ ων η αίτηση της προσφέρουν συμβάσεις δήθεν ορισμένου χρόνου και της ζητούν να υπογράφει επιστολές τις οποίες θεωρούν επιστολές παραίτησης για να αποφύγουν να αναγνωρίσουν ότι έχει καταστεί και είναι εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Τονίζει ότι από το 2019 μέχρι σήμερα είναι στο ίδιο γραφείο και εκτελεί ουσιαστικά αδιάλειπτη εργασία σε θέματα που αφορούν πάγιες ανάγκες του ΤΔΕ. Για υποστήριξη των θέσεων της παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση μισθοδοσίας για τον Σεπτέμβριο 2024 (Τεκ.1), την Αξιολόγηση της για την περίοδο από 15.07.2021 μέχρι 14.01.2022 που ήταν σε ισχύ στο Τμήμα Πολεοδομίας (Τεκ.2) και επιστολή ημερ. 30.05.2020 (Τεκ.3), με την οποία ζητούσε όπως αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου. Πέραν της γραπτής δήλωσης της σχολιάζοντας το Τεκ.2 ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο ισχύς της σύμβασης της με το Τμήμα Πολεοδομίας, είχε τοποθέτηση και πλήρη εποπτεία στο ΤΔΕ γι’ αυτό και η έκθεση αξιολόγησης της υπογράφεται από τον τότε Διευθυντή του εν λόγω Τμήματος.

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είναι αρχιτέκτονας και ασκούσε πάγια καθήκοντα πέραν των 30 μηνών έναντι κενών θέσεων, τα οποία συνέχισε να ασκεί για διάστημα και μετά την υπογραφή συμβάσεων για έργα τακτής προθεσμίας. Διαφωνώντας με τη θέση της άλλης πλευράς ότι ασκούσε καθήκοντα σύμφωνα με την Προκήρυξη και τις συμβάσεις για έργα τακτής προθεσμίας, ισχυρίστηκε ότι ασκούσε διαφορετικά καθήκοντα που σχετίζονταν με πάγιες ανάγκες του Τμήματος. Σε υποβολή ότι ήταν δική της επιλογής να συμβληθεί σε διάφορα έργα τακτής προθεσμίας για τα οποία γνώριζε ότι είχαν ημερομηνία λήξης, ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη συμπληρώσει 30 μήνες έναντι κενών θέσεων και ότι υπόγραψε τη σύμβαση για καθαρά βιοποριστικούς λόγους και για να μην μείνει άνεργη. Διαφώνησε ότι με το πέρας της τακτής προθεσμίας θα παύσει και η ανάγκη εργοδότησης της, σημειώνοντας ότι στα έργα στα οποία διετέλεσε συντονίστρια, υπάρχουν συμβάσεις που υπογράφηκαν από ανάδοχους εργολάβους που είναι πολύ μεταγενέστερες από την ημερομηνία λήξης. Διαφώνησε με  τη θέση της άλλης πλευράς ότι υπέγραψε οικειοθελώς την παραίτηση της για να συμβληθεί σε άλλο έργο, ισχυριζόμενη ότι δεν επρόκειτο για επιστολή παραίτησης αλλά σε όλες τις περιπτώσεις ήταν για αλλαγή υπηρεσιακών καθηκόντων χωρίς να επέλθει εν τέλει μετατροπή. Δεν αρνήθηκε ότι υπέγραψε συμβάσεις με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως σημειώνοντας ότι δεν μετακινήθηκε ούτε μέρα από το ΤΔΕ, συνεχίζοντας στην προηγούμενη κατεύθυνση.    

 

Ο κ. Χ. Χαραλάμπους ανάφερε στην γραπτή δήλωση του, ότι η ανάγκη πρόσληψης εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας επήλθε όταν το ΤΔΕ ανέλαβε την υλοποίηση διάφορων συγχρηματοδοτούμενων έργων που βασίζονται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χωρίζονται σε πολυετείς Προγραμματικές Περιόδους για την ετοιμασία και υλοποίηση αυτών των έργων. Με αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, ανέφερε ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε αρχικά στη θέση Αρχιτέκτονα με συμβάσεις  ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων με την τελευταία να λήγει στις 30.11.2021. Η Αιτήτρια όμως υπέβαλε την παραίτηση της στις 14.7.2021. Στη συνέχεια κατόπιν προκήρυξης για έργο τακτής προθεσμίας, υπέγραψε σύμβαση με άλλο Κυβερνητικό Τμήμα, το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, με ημερομηνίας λήξης 14.07.2022 από το οποίο παραιτήθηκε στις 30.06.2022. Εν τέλει κατόπιν νέας προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 04.02.2022 για έργο τακτής προθεσμίας υπέγραψε νέα σύμβαση με ημερομηνία λήξης 30.06.2026. Σε όλες ανεξαιρέτως τις προαναφερθείσες περιπτώσεις η Αιτήτρια υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση της. Σε κάθε περίπτωση τα καθήκοντα ήταν σύμφωνα με την κάθε προκήρυξη στην οποία συμμετείχε και υπέγραφε συμβάσεις ανεπιφύλακτα. Ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας που υπέγραφε, σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονταν με πάγιες ανάγκες του Τμήματος και ότι η Αιτήτρια συμβλήθηκε με διαφορετικά συμβόλαια, σε διαφορετικές θέσεις, με διαφορετικά καθήκοντα κάθε φορά και σε διαφορετικές Υπηρεσίες του Κράτους. Όσον αφορά την παρούσα σύμβαση η Αιτήτρια ως Αρχιτέκτονας εκτελεί τα καθήκοντα για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας όπως το έργο στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας στη Λευκωσία  και το έργο για Σταθμούς Μετεπιβίβασης (park & ride) σε Λάρνακα και Λεμεσό με βάση τις προβλέψεις των Σχεδίων Βιώσιμης Κινητικότητας. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια γνώριζε με βεβαιότητα τους όρους απασχόλησης της, τη διάρκεια και την ημερομηνία λήξης της η οποία της ήταν γνωστή εκ των προτέρων από τους όρους της προκήρυξης και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας που είναι άμεσα συνυφασμένη με την ολοκλήρωση των έργων στη βάση των οποίων έχει προσληφθεί, καθώς τα έργα για τα οποία έχει συμβληθεί αφορούν εργασία προσωρινής φύσεως η οποία με την ολοκλήρωση της θα παύσει και η ανάγκη εργοδότησης της ανεξαρτήτως αν έχουν παρέλθει οι 30 μήνες απασχόλησης.

 

Αντεξεταζόμενος, δεν διαφώνησε ότι η Αιτήτρια και μετά που υπέγραψε σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως δεν μετακινήθηκε από τη θέση της στο ΤΔΕ, ισχυριζόμενος ότι αυτό έγινε με τη σύμφωνο γνώμη της ιδίας, επειδή το Τμήμα Πολεοδομίας της πρόσφερε όμοια καθήκοντα στη Λεμεσό και αυτή επέλεξε να εκτελεί πιο σχετικά καθήκοντα στο ΤΔΕ. Ότι η Αιτήτρια απασχολείτο με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο έργο με το οποίο συνέχισε να απασχολείται κατόπιν διευθέτησης και μετά την υπογραφή σύμβασης με το Τμήμα Πολεοδομίας. Σε υποβολή ότι η Αιτήτρια αναγκάστηκε να υπογράψει σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας όταν δεν της προσφέρθηκε νέα σύβαση από το ΤΔΕ, επειδή θα συμπλήρωνε 30 μήνες έναντι κενών θέσεων, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι η Αιτήτρια θα έφευγε ή είχε ολοκληρώσει την περίοδο της σύμβασης της και θα μετακινείτο στο Τμήμα Πολεοδομίας, όμως με την απόλυτη σύμφωνο γνώμη της, διατηρήθηκε στα συγκεκριμένα καθήκοντα κι προφανέστατα στο ΤΔΕ και ικανοποίησε μια ουσιαστική ανάγκη. Για τις επιστολές τερματισμού της σύμβασης ανέφερε ότι ήταν για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα. Η Αιτήτρια υπέγραψε τις εν λόγω επιστολές αφού προηγουμένως της προσφέρθηκαν νέες συμβάσεις εργασίας  μεγαλύτερης διάρκειας. Σε υποβολή ότι ως ΤΔΕ δεν θα σταματήσουν ποτέ να κάνουν έργο και θα έχουν πάντα ανάγκες, διαφώνησε λέγοντας ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνοντας ως παράδειγμα ότι το 2029 δεν γνωρίζουν ποιες θα είναι οι προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

 

Αγορεύσεις

 

Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτήτρια και Καθ’ ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα και στις συμβάσεις εργασίας που σύναψαν οι Καθ’ ων η αίτηση με την Αιτήτρια εισηγήθηκε στο Δικαστήριο, ότι η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε αρχικά στη θέση Αρχιτέκτονα με συμβάσεις ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων με την τελευταία να λήγει στις 30.11.2021. Ότι πριν τη λήξη της υπέβαλε παραίτηση για να υπογράψει νέα σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας που έληγε στις 14.07.2022 από την οποία επίσης παραιτήθηκε πριν τη λήξη της. Ακολούθησε νέα σύμβαση για έργο τακτής προθεσμίας που έληγε στις 25.02.2025 από το οποίο και πάλι παραιτήθηκε στις 30.06.2022. Εν τέλει υπόγραψε νέο συμβόλαιο για έργο τακτής προθεσμίας με ημερομηνία λήξης 30.06.2026. Εισηγήθηκε ότι οι πιο πάνω συμβάσεις σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονταν με πάγιες ανάγκες του Τμήματος. Επίσης ότι η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι συμβλήθηκε με διαφορετικά συμβόλαια με διαφορετικά Τμήματα και υπηρεσίες του Κράτους. Επίσης ότι σε κάθε περίπτωση τα καθήκοντα που αυτή ασκούσε ήταν σύμφωνα με την εκάστοτε προκήρυξη στην οποία συμμετείχε και υπέγραφε συμβάσεις ανεπιφύλακτα. Ότι σε καμία περίπτωση τα καθήκοντα της δεν σχετίζονταν με πάγιες ανάγκες του Τμήματος και ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που προσφέρθηκαν στην Αιτήτρια απέβλεπαν στην υλοποίηση του έργου και ή μέχρι να καταστεί εφικτή η εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του βάσει των προνοιών του άρθρου 7(1)(δ) του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/2003). Ότι η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν κάλυπτε μόνιμες ανάγκες του εργοδότη και ότι υπήρχε αντικειμενικός λόγος που δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου σύμφωνα με το Νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το όλο θέμα.  

 

Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια, αναφερόμενος επίσης στους όρους της Προκήρυξης και των συμβάσεων που υπέγραψε η Αιτήτρια με τους Καθ’ ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι με βάση τους όρους των εν λόγω συμβάσεων, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, προδήλως, η Αιτήτρια προσέφερε τις υπηρεσίες της για περίοδο πέραν των 30 μηνών, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας της να θεωρείται ότι κατέστη σύμβαση αορίστου διαρκείας (άρθρου 7(1) του Ν.98(Ι)/ 2003), καθώς η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να καταδείξει τη συνδρομή οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν κατάφεραν, αφενός, να αποδείξουν ότι τα έργα στα οποία αναφέρονται θα έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και, αφετέρου, ότι η ανάγκη εργοδότησης για τέτοιου είδους έργα θα εκλείψει και πότε εάν θα εκλείψει. Εισηγήθηκε ότι η Αιτήτρια από την αρχή της εργοδότησης της στο ΤΔΕ ασκούσε πάγιες ανάγκες του Τμήματος τις οποίες συνέχισε να ασκεί και με την υπογραφή των συμβάσεων που της είχαν προσφερθεί.

 

Προδικαστικές ενστάσεις

   

Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προτάσσουν οι Καθ’ ων η αίτηση στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης και οι οποίες συνίστανται, κατά πρώτο λόγο, στο ότι ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθώς δεν συνάδει με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ως έχει τροποποιηθεί και, κατά δεύτερο λόγο στην απεμπόληση κάθε δικαιώματος της Αιτήτριας λόγω συμπεριφοράς. 

 

Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση, μεταφέρουμε τα όσα ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Φυλακών μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Πολιτική Έφεση 197/2011 ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A75:

 

Η προαναφερθείσα αίτηση καταχωρίστηκε από τον εφεσίβλητο εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, «μέσω» του Γενικού Εισαγγελέα, προς ικανοποίηση της σχετικής πρόνοιας του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/1960). Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Η χρήση δε, στην προκειμένη περίπτωση, του επιρρήματος «μέσω», στον τίτλο της αίτησης, υποδηλοί, ακριβώς, αυτό, δηλαδή την έγερση αγωγής  «εναντίον»  του Γενικού Εισαγγελέα.  Επομένως, διαπιστώνεται ότι υπήρξε συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο.  Επίσης, επισημαίνεται ότι η πρόσθετη αναφορά στον τίτλο της αίτησης ότι η εφεσείουσα, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, εναγόταν και «μέσω του Διευθυντή Φυλακών» είναι, υπό το φως των ανωτέρω, άνευ οποιασδήποτε σημασίας, ώστε δικαιολογείται αυτή να αγνοηθεί, ο δε περί του αντιθέτου, με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεύτερος λόγος έφεσης να απορριφθεί, όπως και απορρίπτεται.

 

Και στην προκείμενη περίπτωση δεν παραλείπεται η αναφορά στο τίτλο της Αίτησης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Επομένως διαπιστώνεται η ύπαρξη συμμόρφωσης με το άρθρο 57 και η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να τελεσφορήσει και απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με την τρίτη προδικαστική ένσταση, είναι η εισήγηση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι αν και υπέχουν κάποια ιδιαιτερότητα οι συμβάσεις εργασίας σε σχέση με τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί  να τύχει εφαρμογής καθότι δεν υπήρχε καμία κατάχρηση για να θεωρηθεί ότι η συγκατάθεση της Αιτήτριας και συνάμα η από μέρους της ανεπιφύλακτη υπογραφή της σύμβασης ορισμένου χρόνου για έργο τακτής προθεσμίας αλλά και της παράτασης αυτής μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, λαμβάνει ανάλογης προστασίας. Ότι ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση κατόπιν Προκήρυξης Έργων Τακτής Προθεσμίας γνωρίζοντας ότι με την ολοκλήρωση τους παύει και η ανάγκη πρόληψης της.

 

Η πλευρά της Αιτήτριας απορρίπτει την εν λόγω προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τους δικούς της νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.

 

Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση οφείλουμε κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι με βάση την κοινοτική νομολογία, είναι άκυρες οι συμφωνίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι συναινούν σε μείωση των δικαιωμάτων που η Οδηγία τους παρέχει. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, θα είναι άκυρη τυχόν παραίτηση του εργαζόμενου ορισμένου χρόνου από τα δικαιώματα που αντλεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η ευνοϊκή ρύθμιση (το απονεμόμενο δικαίωμα ή η παροχή ή η διευκόλυνση κ.λ.π.) που καταλαμβάνει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου επεκτείνεται και στους εργαζόμενος ορισμένου χρόνου που υφίστανται τη διάκριση. Η επέκταση της ευνοϊκότερης ρύθμισης επιβάλλεται ανεξαρτήτως της διατήρησης στην εθνική νομοθεσία της διάταξης που εισάγει τη διάκριση (βλ. Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ. 113-114).

 

Με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (ΔΕΕ) 21.6.2007, συνεκδ. υποθέσεις  C-231/06 έως 233/06, Jonkman, Συλλ. 2007, σελ. Ι-5149:

 

«Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που να εισάγει διακρίσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει  την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόσει στα μέλη της ομάδας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση το ίδιο καθεστώς με εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας».    

 

Σε παραπλήσιες αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔΕΕ) που απέβλεπαν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τη σχετική Οδηγία, το Δικαστήριο αναφερόμενο στον κοινοτικό σκοπό της Οδηγίας, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της Οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζόμενους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς». Κατά το Δικαστήριο, από αυτό συνάγεται ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί έγκυρα να παραιτηθεί από δικαιώματα που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας, ακόμη κι αν τα μειονεκτήματα που απορρέουν γι’ αυτόν από την παραίτηση αντισταθμίζονται με πλεονεκτήματα, συνεπεία των οποίων δεν περιέρχονται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση (Βλ. ΔΕΚ 10.2.1988 (Daddy’s Dance Hall) Συλλογή Νομολογίας 1988, σελ. 749 και ΔΕΚ 25.7.1991 (D’Urso), Συλλογή Νομολογίας 1991, σελ. 4105).

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2024, σελ.407 επ.:

 

«ούτε μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου τελεί σε γνώση ότι με την εργασία του καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως εσφαλμένα δέχθηκε ο Άρειος Πάγος σε σειρά αποφάσεων του στις οποίες εργοδότης ήταν το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 372/2018, ΑΠ378/2018 ΑΠ476/2018). Όπως ορθά επισημαίνει το ΔΕΕ, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης εκ μέρους του εργοδότη που υπάγεται στον δημόσιο τομέα διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συγκατάθεση του θιγόμενου εργαζόμενου για τη σύναψη ή την ανανέωση των συμβάσεων αυτών δεν αίρει την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς του εργοδότη, ώστε να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή η συμφωνία πλαίσιο (ΔΕΕ 19.3.2020, C-103/18 και C-429/2018, Sanchez Ruiz). Η ασθενής θέση στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη τον αποτρέπει να ασκήσει τα δικαιώματα του έναντι του εργοδότη του, καθόσον η άσκηση αυτή ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων σε βάρος του από την πλευρά του εργοδότη.»

 

Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογικές αρχές κατά-δεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση επί του ζητήματος των προδικαστικών ενστάσεων. Η συγκατάθεση της Αιτήτριας στη σύναψη ή την ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν βρίσκουμε να επέφερε οποιαδήποτε δεδηλωμένη εκδήλωση εγκατάλειψης των δικαιωμάτων της για τους λόγους που επικαλούνται οι Καθ’ ων η αίτηση, εν όψει και του επιτακτικού χαρακτήρα των διατάξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου, οι οποίες αποσκοπούν στην διασφάλιση των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου και στην εξάλειψη τυχόν καταχρηστικών πράξεων εκ μέρους του εργοδότη. Για όλα τα πιο πάνω και απορρίπτεται και η δεύτερη προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ανάλυση - Συμπεράσματα

 

Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP)», («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.).

 

Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 ως ακολούθως:

 

"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49:

 

«η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.»  

 

Ο Βασικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου (ρήτρα 1) και κατ’ επέκταση του Ν.98(Ι) /2003 (άρθρο 3) είναι αφενός η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Για την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα τρία προληπτικά μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν διαζευκτικά ή και σωρευτικά.

Όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κλπ, C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκ. 55, 60 και της 26ης Νοεμβρίου 2014. Mascolo κλπ, C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκ. 73, 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με τη ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζόμενους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.  

Η συμφωνία-πλαίσιο και κατ’ επέκταση η Οδηγία χρήζουν εφαρμογής μόνο όταν τίθεται ζήτημα διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας “διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου”, αλλά καταλείπει στα κράτη-μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5 σημείο 2 στοιχείο α’ της συμφωνίας-πλαισίου, «τα κράτη-μέλη […] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές».

Κατά το ΔΕΚ  (C-212/04 Adeneler ημερ. 4.7.2006 σκ. 82-83),

«ναι μεν η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των εννοιών “διαδοχικές” και “αορίστου χρόνου” κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στο τομέα αυτό του εργατικού δικαίου, πλην όμως πρέπει να υπομνησθεί ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου […]. Έτσι, η εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως, δεν πρέπει να ασκείται από τα κράτη-μέλη κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου».

Περαιτέρω, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C- 362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044. σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ.. C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003, ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τουλάχιστον τριάντα μηνών, ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οποιαδήποτε πρόνοια περιλαμβάνεται στη σύμβαση αυτή περιορίζοντας τη διάρκεια της δεν αναπτύσσει καμία νομική ισχύ, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από υφιστάμενους ενδεικτικά απαριθμούμενους αντικειμενικούς λόγους. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης ο νόμος εισάγει νόμιμο μαχητό τεκμήριο, το οποίο επιδέχεται ανταπόδειξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003:

«7.-(1) Όπου-

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙

Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.

(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν-

(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.

(β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.

(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.

(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.

(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ’ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών.

…»

Από το γράμμα επίσης του πιο πάνω άρθρου και του Ν. 98(Ι)/2003 γενικότερα, είναι φανερό ότι η μεταφορά της Οδηγίας στο κυπριακό δίκαιο δεν είναι πλήρης στο βαθμό που o κύπριος νομοθέτης παραλείπει να δώσει ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, όπως απαιτεί η Οδηγία. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρεται (α) σε απασχόληση στον ίδιο εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε μετά από ανανέωση της σύμβασης είτε άλλως πως και (β) σε απασχόληση με ελάχιστη περίοδο 30 μηνών ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ενώ με το εν λόγω άρθρο παρέχεται μια πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της κοινοτικής Οδηγίας, αφού για την εφαρμογή του αρκεί και μια μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η Οδηγία, ωστόσο για περισσότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργοδοτούμενου, η ενδιάμεση διακοπή που μεσολαβεί από τη μια σύμβαση στην άλλη δεν προσδιορίζεται χρονικά με επακόλουθο να μην καθίσταται περιοριστική αλλά ούτε και εξ υπαρχής καταλυτική για την υπολογισμό της συνολικής περιόδου απασχόλησης.

 

Σημειώνεται ότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο κατ’ εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του. Ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύσει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το Κοινοτικό Δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου.  

 

Σύμφωνα με τον Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, σελ.194:

 

«Ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού Νόμου περιορίζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν σημαίνει ότι η αρχική ή η μία και μοναδική σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς την ορισμένη διάρκεια της. Και μετά την ισχύ του Εναρμονιστικού Νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν ως ευνοϊκότερες στο συγκεκριμένο ζήτημα, οι νομολογιακές θέσεις που είχαν διαμορφωθεί με βάση το μέχρι τη θέσπιση του υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες στον έλεγχο καταχρηστικής άσκησης της συμβατικής ελευθερίας του εργοδότη υπόκειται και η αρχική (πρώτη) σύμβαση ορισμένου χρόνου ή η μοναδική που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών.»

 

Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο ΤΔΕ ως εργοδοτούμενη ορισμένου χρόνου στη θέση Αρχιτέκτονα έναντι κενών θέσεων και απασχολήθηκε στο Τομέα Κτιρίων του ΤΔΕ βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξάμηνης διάρκειας, από 15.07.2019 έως 14.07.2021. Ακολούθησε νέα σύμβαση, διαρκείας από 01.07.2021 έως 30.11.2021, την οποία διέκοψε στις 14.07.2021 με σχετική επιστολή (Τεκ.1 στα παραδεκτά γεγονότα). Ακολούθως η Αιτήτρια αποδέχθηκε σύμβαση Λειτουργού Πολεοδομίας από το ομώνυμο Τμήμα διαρκείας από 15.07.2021 έως 14.01.2022. Προσφέρθηκε νέα σύμβαση, διαρκείας από 15.01.2022 έως 14.07.2022, την οποία η Αιτήτρια διέκοψε στις 25.01.2022 με σχετική επιστολή (Τεκ.2 στα παραδεκτά γεγονότα) για να υπογράψει νέα σύμβαση ως Αρχιτέκτονας στο ΤΔΕ για την περίοδο από 26.01.2022 έως 25.02.2025. Η Αιτήτρια διέκοψε και την εν λόγω σύμβαση στις 30.06.2022, για να υπογράψει νέα σύμβαση με το ΤΔΕ διαρκείας από 01.07.2022 έως 30.06.2026. Ο κ. Χαραλάμπους υπό το βάρος της αντεξέτασης, ομολόγησε ότι η Αιτήτρια, ενώ υπέγραψε σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομία, κατόπιν διευθέτησης, παρέμεινε στα γραφεία του ΤΔΕ και συνέχισε να απασχολείται με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο έργο. Ότι διατηρήθηκε στα συγκεκριμένα καθήκοντα και προφανέστατα στο ΤΔΕ και ικανοποίησε μια ουσιαστική ανάγκη. Ο μάρτυρας σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τα όσα η Αιτήτρια παρέθεσε στη μαρτυρία της, ότι λόγω της προϋπηρεσίας της στην ετοιμασία έγγραφων/προσφορών για το Έργο «Κέντρο Φιλοξενίας και Προαναχωρησιακό Κέντρο Αιτητών Διεθνούς Προστασίας στη Μενόγεια», η Τριμελής Επιτροπή Πρόσληψης ΕΟΧ με επιστολή ημερ. 14.07.2021 της ανέθεσε όπως συνεχίσει να ασχολείται με τα εν λόγω καθήκοντα από τα γραφεία του ΤΔΕ. Και ενώ η τελευταία της σύμβαση προέβλεπε την απασχόληση της σε άλλο έργο στον Τομέα Κτιρίων του ΤΔΕ, ωστόσο για 4 σχεδόν μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης, η Αιτήτρια συνέχισε να εργάζεται στα προηγούμενα της καθήκοντα για να ολοκληρώσει την ετοιμασία εγγράφων/ προσφορών, που δεν είχαν καμία σχέση με τα προβλεπόμενα στην τελευταία της σύμβαση έργα. Είναι επομένως φανερό ότι η Αιτήτρια ενώ υπέγραψε σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας, ωστόσο συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα που εκτελούσε στο ΤΔΕ με σύμβαση εργασίας έναντι κενών θέσεων, τα οποία μάλιστα συνέχισε να εκτελεί για 4 σχεδόν μήνες μετά την 01.07.2022 που τέθηκε σε ισχύ η τελευταία σύμβαση εργασίας που υπέγραψε με το ΤΔΕ, καθώς το Έργο για το οποίο της ανατέθηκαν καθήκοντα ετοιμασίας εγγράφων/προσφορών, κρίθηκε υψίστης σημασίας για το Κράτος. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η σύμβαση που υπέγραψε η Αιτήτρια με το Τμήμα Πολεοδομίας δεν επέφερε διακοπή στο συνεχές της απασχόλησης της. Περαιτέρω ούτε και οι επιστολές τερματισμού της εκάστοτε σύμβασης δεν φαίνεται να επηρέασαν το συνεχές της απασχόλησης της, καθώς από την επόμενη μέρα κοινοποίησης, συνέχισε να προσφέρει κανονικά τα καθήκοντα της και μάλιστα στο ίδιο Έργο. Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τη θέση της Αιτήτριας ότι οι επιστολές τερματισμού έγιναν καθαρά για πρακτικούς λόγους και για σκοπούς της Υπηρεσίας. Υπό το βάρος της αντεξέτασης ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε ότι οι επιστολές τερματισμού έγινε για σκοπούς διασφάλισης ότι διακόπτεται η προηγούμενη σύμβαση και αρχίζει η νέα και ότι η Αιτήτρια υπέγραψε τις εν λόγω επιστολές αφού προηγουμένως της προσφέρθηκε νέα σύμβαση μεγαλύτερης διάρκειας. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Αιτήτρια είχε ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης, για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας της ως σύμβασης αορίστου χρόνου, από τις 14.01.2022.

 

Σύμφωνα επίσης με τον Ζερδελή σελ.196:

 

«… Ακόμη κι αν η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει τον απαιτούμενο χρόνο για να καταστεί σύμβαση αορίστου χρόνου, οπότε τεκμαίρεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, ο εργοδότης μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, με την επίκληση και απόδειξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου… Ισχύει, πάντως, και εδώ πως όσο αυξάνεται ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η συνολική διάρκεια της απασχόλησης του εργαζομένου τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι και ο δικαστικός έλεγχος ως προς τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου.»   

 

Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α’. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη.

 

Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι:

 

«αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).»

 

Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein – Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

  1. Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών.  Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη.

 

  1. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ’ ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως.  Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ’ ολοκληρία.

 

  1. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ’ αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας – πλαισίου.

 

Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:

 

101.     Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.

 

102.     Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ’ αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ’ εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν  καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (ΔΕΕ 26.1.2012 C-586/10, Κüküc, αριθ. 34 και ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13, Mascolo κ.α.). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνεται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΔΕΕ 23.4.2009 C-378/07 Angelidaki κ.α αριθ.106 και ΔΕΕ 26.1.2012 C586/10 Κüküc, αριθ. 40).

 

Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ’ ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ’ εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7(2)(γ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεσης εργασία που δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης και του άρθρου 4(2)(δ) του Ν.70(Ι)/2016, όπου ρητά αναφέρεται, «4.-(2) Η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, επιτρέπεται: (δ) για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας, για τόση χρονική διάρκεια όση είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου».

 

Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων.

  

Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»:

 

«Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. 

 

.... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό»

 

Για την κρίση αν τελικά συντρέχει πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθετικά προβλεπόμενος αντικειμενικός λόγος θα πρέπει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Χωρίς τη συνεκτίμηση αυτή ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν αποτρέπεται αποτελεσματικά (ΔΕΕ 26.11.2014   C-22/13). 

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια και τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν στο Δικαστήριο και εξετάσαμε τα όσα σχετικά παρέθεσαν υπό το πρίσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικών γεγονότων και των κατατεθέντων, χωρίς ένσταση, Τεκμηρίων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας της Αιτήτριας και στην κατάληξη ότι σ’ αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο.

 

Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:

 

Από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε στο ΤΔΕ στη θέση Αρχιτέκτονα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξάμηνης διάρκειας, για την κάλυψη αναγκών σε αντίστοιχες κενές θέσεις μέχρι την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Η Αιτήτρια διέκοψε την τελευταία σύμβαση εξάμηνης διαρκείας για να υπογράψει σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας. Ακολούθησε η υπογραφή νέων συμβάσεων, όπως προκύπτει και από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα.  

 

Ο ισχυρισμός του κ. Χαραλάμπους, ότι η Αιτήτρια ασκούσε καθήκοντα στη βάση των εκάστοτε προκηρύξεων και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που υπέγραφε, αυτό-αναιρείται από τις αντίστοιχες επί του θέματος θέσεις που προέβαλε υπό το βάρος της αντεξέτασης, όπου παραδέχθηκε ότι η Αιτήτρια και μετά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως συνέχισε να ασχολείται με το ίδια καθήκοντα για τις ανάγκες του ιδίου Έργου που απασχολείτο προηγουμένως και το οποίο θεωρείτο υψίστης σημασίας για το Κράτος. Τις ίδιες ανάγκες καλείτο να καλύψει και με τη νέα σύμβαση για Συγχρηματοδοτούμενο Έργο και ειδικότερα «το Κέντρο Φιλοξενίας Αιτητών Ασύλου και το Προαναχωρητικό Κέντρο «ΛΙΜΝΕΣ» στη Μενόγεια». Ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε τη θέση της Αιτήτριας ότι για τις ανάγκες του συγκεκριμένου έργου ασχολήθηκε και 4 σχεδόν μήνες μετά την υπογραφή της τελευταίας σύμβασης με το ΤΔΕ που αφορούσε το Έργο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τέθηκε σε ισχύ την 01.07.2022.

 

Είναι λοιπόν φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στο ΤΔΕ για δύο ολόκληρα χρόνια βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για κάλυψη αναγκών κενών θέσεων, τις οποίες ανάγκες συνέχισε να καλύπτει μέχρι τον Οκτώβριο 2022. Μέχρι τότε, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν φαίνεται να προχώρησαν στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού ή να ακολούθησαν οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό. Συνεπώς, το στοιχείο αυτό, από μόνο του, επιβεβαιώνει τη θέση της Αιτήτριας ότι οι ανάγκες που καλείτο να καλύψει έναντι κενών θέσεων δεν ήταν στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς και θα καλύπτονταν με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού.

                                                           

Στην υπόθεση C-586/10, Kücük, σκέψη 38, ημερ. 26.1.2012, εξετάζοντας το Δικαστήριο της ΕΕ την νομική διάσταση της ανάγκης για αναπλήρωση προσωπικού τόνισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

 «Το γεγονός και μόνον ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνάπτονται για να καλύψουν μια νόμιμη ή επαναλαμβανόμενη ανάγκη του εργοδότη για αναπληρωματικό προσωπικό δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να αποκλείσει το ενδεχόμενο καθεμία χωριστά από τις συμβάσεις αυτές, εξεταζόμενη χωριστά να έχει συναφθεί με σκοπό την προσωρινή αναπλήρωση. Έστω κι αν η αναπλήρωση καλύπτει πάγια ανάγκη, κατά το μέτρο που ο εργαζόμενος, ο οποίος προσλαμβάνεται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου ασκεί σαφώς καθορισμένα καθήκοντα που περιλαμβάνονται στις συνήθεις δραστηριότητες του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, εντούτοις η ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό παραμένει προσωρινή κατά το μέτρο που ο αναπληρούμενος εργαζόμενος λογίζεται ότι θα εξακολουθήσει τη δραστηριότητα του όταν λήξει η άδεια του, η οποία αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο ο εργαζόμενος αυτός κωλύεται προσωρινά να ασκήσει ο ίδιος τα ως άνω καθήκοντα του».

 

Το επιχείρημα, συνεπώς, των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια προσελήφθη για την εκτέλεση έργου τακτής προθεσμίας και ότι η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των συμβάσεων που υπέγραψε η Αιτήτρια με τους Καθ’ ων η αίτηση, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης της. Έχουμε ήδη διαπιστώσει, ότι και μετά την υπογραφή νέων συμφωνιών ορισμένου χρόνου, η Αιτήτρια συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα που σχετίζονται με τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έναντι κενών θέσεων εργασίας και αφορούν την ετοιμασία εγγράφων/προσφορών για συγκεκριμένο Έργο. Η ουσία, επομένως, της παρούσας υπόθεσης επικεντρώνεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια με την προσωρινή απασχόληση της καλείτο να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες έναντι κενών θέσεων, τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση δεν πλήρωσαν με την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού. Οι Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο πρόσληψης της Αιτήτριας δεν έθεσαν κάποιο χρονοδιάγραμμα πλήρωσης των κενωθεισών θέσεων με μόνιμο προσωπικό και ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε διαδικασία προς αυτό τον σκοπό. Συνεπώς, η απαιτούμενη πρόγνωση ότι η απασχόληση της Αιτήτριας με σύμβαση ορισμένου χρόνου θα διαρκούσε μέχρι την πλήρωση των κενωθεισών θέσεων από μόνιμο προσωπικό και ότι η ανάγκη πλήρωσης των θέσεων είχε προσωρινό χαρακτήρα δεν προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης με την Αιτήτρια δεν φαίνεται να αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι με τη λήξη της θα έπαυε και η ανάγκη απασχόλησης της. Η συγκεκριμένη διάρκεια των αναγκών για την κάλυψη των οποίων προσλήφθηκε η Αιτήτρια, δεν φαίνεται να είναι αντικειμενικά δυνατή με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η μη ύπαρξη επαρκούς ασφάλειας ως προς τη συγκεκριμένη διάρκεια ή η μη πλήρωση των κενών θέσεων από μόνιμο προσωπικό μέσα σε προβλεπόμενα πλαίσια, με την οποία θα περατωνόταν και η ανάγκη απασχόλησης της Αιτήτριας, επέτρεψε στους Καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου και του Εναρμονιστικού Νόμου, την ανανέωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς[1].

 

Συνεπώς η απασχόληση της Αιτήτριας δεν αποσκοπούσε και ούτε αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ’ ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι, επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μακράς διαρκείας, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική για σταθερή απασχόληση που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργοδοτουμένων.  

 

Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας ως σύμβαση αόριστου διαρκείας. 

 

Εκδίδεται επομένως αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για την Αιτήτρια από τις 18.01.2022 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση €1000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 18.1.2023 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.

 

 

 

(υπ)……………………..….………………………

Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

                                           Α. Αλέξης, Μέλος

                                                                                                           Μ. Μιχαήλ, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια».

 

C-22/2013 Mascolo ημερ. 26.11.2014, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονταν ως αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη κενών και ελευθέρων θέσεων διδασκόντων στα υπό κρατική διαχείριση σχολεία, έως την ολοκλήρωση διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, αμειβόμενοι με κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Η συγκεκριμένη όμως εθνική ρύθμιση δεν προέβλεπε για την ολοκλήρωση του διαγωνισμού κάποιο χρονοδιάγραμμα, ούτε αξίωση για τους διδάσκοντες για την αποκατάσταση της ζημιάς που είχαν υποστεί λόγω των επανειλημμένων ανανεώσεων. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια τέτοια ρύθμιση, ελλείψει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση διαγωνισμών με τους οποίους περατώνεται η αναπλήρωση, και, συνεπώς ελλείψει οριοθέτησης όσον αφορά τον αριθμό τον ετήσιων ανανεώσεων που μπορεί να προγραμματίσει ο ίδιος εργαζόμενος, ώστε να ζητήσει να διοριστεί στην ίδια κενή θέση, επιτρέπει, κατά παράβαση της συμφωνίας – πλαισίου, την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές άλλα πάγιες και διαρκείς, λόγω διαρθρωτικών ελλείψεων θέσεων μόνιμου προσωπικού στο συγκεκριμένο κράτος – μέλος. Και συνεπώς την καταχρηστική χρήση αυτού του είδους των συμβάσεων που δεν είναι συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο