ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΥΚΩΣΙΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.
Ι. Νεοφύτου )
Π. Παναγιώτου ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 307/20 Μεταξύ:
DEBORAH DUNCAN
Αιτήτριας
και
THE JUNIOR SCHOOL
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κα. Νικολάου Ε.
Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κ. Κουρουπίδης Γ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»), μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση, πληρωμή αντί προειδοποίηση, αυξημένες αποζημιώσεις, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Η Αιτήτρια με το δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση την 31/7/20 λόγω της διαγωγής των Καθ’ ων η αίτηση, ότι το 2017 οι Καθ’ ων η αίτηση άλλαξαν τη συμπεριφορά τους έναντί της, ότι άρχισαν συνεχείς και αδικαιολόγητες παρατηρήσεις, ότι η συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση ήταν καταπιεστική, απαξιωτική και προσβλητική και ότι διαφοροποιήθηκαν τα καθήκοντά της.
Αντίθετη είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους, ισχυρίζονται ότι δεν άλλαξαν συμπεριφορά έναντι της Αιτήτριας, ότι δεν προέβαιναν σε συνεχείς και αδικαιολόγητες παρατηρήσεις προς αυτή, ότι υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτησή της επικαλούμενη εξεύρεση εναλλακτικής εργασίας με καλύτερους όρους, ότι δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, ότι όταν παραιτήθηκε δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα.
Eνώπιόν μας κατέθεσε για την πλευρά της Αιτήτριας η ίδια και ο κ.Ασσιώτης ενώ για τους Καθ’ ων η αίτηση κατέθεσε ο κ.Κοσμά. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Το άρθρο 7(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, (στο εξής ο «Νόμος») καθιερώνει ότι ο εξαναγκασμός σε παραίτηση εξομοιούται με την αδικαιολόγητη απόλυση υπό του εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου 3 του ίδιου Νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7 του Νόμου έχει ως εξής:
«(1) Όταν εργοδοτούµενος νοµίµως τερµατίζη την απασχόλησίν του παρ’ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε o τερµατισµός ούτος θεωρείται ως τερµατισµός υπό του εργοδότου υπό την έννοιαν του άρθρου 3.
(2) Καθ’ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάµει του παρόντος άρθρου τεκµαίρεται, εις αποδείξεως του εναντίου ότι ο εργοδοτούµενος δεν ετερµάτισε την απασχόλησιν του νοµίµως».
Το πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (constructive dismissal) έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Στην υπόθεση Elbee Co. Ltd v. Efstathiou (1989) 1 C.L.R. 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την αγγλική απόφαση Western Excarating (E.C.C) Ltd v. Sharp [1978] QB 761 όπου ο Lord Denning ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 769: «If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer´s conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may give notice and say he is leaving at the end of the notice. But the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract». Ενασχόληση επί του ίδιου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1Β Α.Α.Δ. 98, 103 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 7(1) του Ν24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτουμένου υπαιτιότι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanassiou (1988) 1 C.L.R. 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη-εργοδοτουμένου…..». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1Α Α.Α.Δ. 625 στη σελ. 630 λέχθηκε ότι: « ... δεν είναι απαραίτητο όπως ο εργοδότης έχει πράγματι πρόθεση να εξαναγκάσει τον εργοδοτούμενο σε παραίτηση. Το θέμα είναι κατά πόσο η συμπεριφορά του είναι τέτοια που να τον εξαναγκάζει να παραιτήσει, προβαίνοντας σε κινήσεις που να καθιστούν τη συνέχισή της μεταξύ τους συνεργασίας αδύνατη». Στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Deloite & Touche κ.α (2009) 1Β Α.Α.Δ. 1241, αναφέρθηκε στη σελ. 1247 ότι: « …, ο εργοδοτούμενος δικαιούται, υπό τέτοιες συνθήκες, να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καν ειδοποίηση. Η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη θα πρέπει να είναι τόσο σοβαρή ώστε να παρέχεται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να εγκαταλείψει την εργοδότησή του. Όμως, ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να αποφασίσει εγκαίρως, γιατί αν συνεχίσει να παραμένει για κάποιο χρονικό διάστημα στην ίδια εργασία, χάνει το δικαίωμά του να θεωρήσει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Σε μια τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι έχει αποφασίσει να επιδοκιμάσει τη συμπεριφορά αυτή».
Παραβίαση λοιπόν από τον εργοδότη ενός σημαντικού όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται ως διαγωγή που δικαιολογεί τον εργοδοτούμενο να τερματίσει την απασχόλησή του και να αξιώσει αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση. Οι Smith & Baker στο αγγλικό σύγγραμμά τους[1] παραθέτουν τα ακόλουθα ως πιθανά παραδείγματα παραβίασης των συμφωνηθέντων με τον εργοδοτούμενο:
«Certain examples may be fairly obvious, such as refusal to pay wages, an unjustified demotion or suspension, failure to follow a contractual binding disciplinary procedure, unilateral alteration of job content without contractual authority, or insistence upon an unlawful or illegal order or the imposition of penalty disproportionate to the offence. It may, however, go wider than this, for the breach in question may be of an implied term as well as an express one, and therefore it is important to be able to say exactly which term is claimed that the employer broke, and whether any such term ever actually existed in the contract».
Σημειώνουμε ότι η παράβαση εκ μέρους του εργοδότη πρέπει να είναι ουσιαστική και το κατά πόσο η εν λόγω παράβαση θα θεωρηθεί αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αποτελεί τόσο νομικό ζήτημα όσο και ζήτημα γεγονότων και βαθμού.[2] Οι Deakin & Morris[3] στο δικό τους σύγγραμμα αναφέρουν ότι τα ακόλουθα έχουν θεωρηθεί, από την πολύ πλούσια αγγλική νομολογία που αφορά στο θέμα του εξαναγκασμού, ως παραδείγματα που μπορεί να δικαιολογήσουν εξαναγκασμό:
«A breach by the employer of the duty to maintain mutual trust and confidence, which is part of the reciprocal duty of co-operation, will be regarded as sufficient. Conduct failing into this category has included subjecting to abusive and insulting language; refusing to investigate a justified complaint relating to health and safety; making an unsubstantiated allegation of theft against the employee; issuing a final written warning in respect of a relatively minor incident; insisting without good cause that the employee should undergo a psychiatric examination; ‘arbitrarily, capriciously and inequitably’ singling out an employee for an inferior pay rise to that received by other employees; unjustifiably demoting the employee for a minor disciplinary offence; denying the employee access to the company’s premises by changing the locks, and telling customers that the employee no longer worked for the company; failing to support the employee, who was a supervisor, in his relations with shop-floor workers; failing reasonably and promptly to afford a reasonable opportunity to obtain redress of grievances; instructing the employee to change her place of work in the absence of a term authorising this; allowing an employee to be subjected to sexual harassment; giving the employee an instruction which amounted to discrimination on racial grounds; writing a misleading reference for a prospective employer; failing to inform an employee on maternity leave about a vacancy for which she would have applied had she known about it; …. On the example, cutting pay, reducing hours, or requiring the employee to relinquish his principal job in favour of another role, will almost certainly be regarded as repudiation.
A series of separate acts, taken together, may amount to good grounds for repudiation».
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι η συμπεριφορά του εργοδότη παρείχε στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να παραιτηθεί το Δικαστήριο στη συνέχεια οφείλει να εξετάσει το λόγο, τον τρόπο και το χρόνο της παραίτησης του εργοδοτουμένου από την εργασία του. Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England[4], αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe employee must leave in response to the breach of contract. While, as a matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving».
Είναι αυτονόητο ότι ο εργοδοτούμενος για να δικαιούται αποζημιώσεις από τον εργοδότη του λόγω εξαναγκασμού του σε παραίτηση πρέπει να αποδείξει ότι πράγματι ο λόγος που παραιτήθηκε από την εργασία του ήταν η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη ή η παραβίαση ουσιωδών όρων απασχόλησής του, παρόλο που μπορεί αυτός να μην είναι ο μοναδικός λόγος, αλλά αυτός πρέπει να είναι ο ουσιαστικός λόγος.[5] Περαιτέρω, ο εργοδοτούμενος σε περιπτώσεις που δικαιολογούν τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει την εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη ως καταγγελία της σύμβασης απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη, να τερματίσει την απασχόλησή του και να αξιώσει, εάν επιθυμεί, αποζημιώσεις για τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση είτε να παραμείνει στην εργασία του και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων. Όμως, αν ο εργοδοτούμενος καθυστερήσει να εγκαταλείψει την εργασία του τότε κινδυνεύει να θεωρηθεί ότι αυτός με τη συμπεριφορά του επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας.
Στην υπόθεση Elbee Co. Ltd v. Efstathiou (ανωτέρω) ο αιτητής εργοδοτήθηκε το 1979 ως βοηθός πωλητής και από το 1980 έγινε πωλητής. Εφόσον δεν υπήρχαν ξεχωριστά συμβόλαια εργασίας οι απολαβές του διέπονταν από τη σχετική συλλογική σύμβαση του συγκεκριμένου κλάδου. Κατά διαστήματα η εν λόγω εργοδότρια εταιρεία τους χειμερινούς μήνες που η δουλειά ήταν κάτω, άλλαζε τα καθήκοντα αριθμού πωλητών σε αυτά του βοηθού πωλητή για να μην αναγκαστεί να προβεί σε απολύσεις λόγω προσωρινής μείωσης της εργασίας. Τον Οκτώβριο του 1984 ο εν λόγω εργοδοτούμενος πληροφορήθηκε ότι μέχρι το αργότερο τον Απρίλιο θα εργαζόταν ως βοηθός πωλητής. Εργάστηκε έτσι μέχρι τον Νοέμβριο του 1984 και πληρώθηκε αναλόγως παρόλο που παραπονέθηκε στη συντεχνία του. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός πωλητής και στις 21/12/84 που έλαβε 13ο μισθό υπολογισμένο βάση της μισθολογικής κλίμακας του βοηθού πωλητή απαίτησε σχετική πληρωμή ως πωλητής και προειδοποίησε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε στις σελίδες 453 - 454: «Since the Collective Agreement containing this provision was signed as a whole by the Trade Unions, the provision is thus deemed to be incorporated therein and has become part and parcel of the Agreement. Consequently, we do not consider that the Company was in breach of any of the terms of the Collective Agreement by temporary changing the duties of this employee, as it did, but that it had acted within the frame work of the agreement. But even if such conduct by the Company were to be considered as being a variation of the terms of the Collective Agreement nonetheless it was for a temporary and practically definite duration-that is until the 1st March or the latest the 1st April – and the overall monetary loss, if any, was insignificant. Furthermore the employee continued to work for almost two months before deciding to treat this contract of employment as having been repudiated and this only after his demands which were made for the first time at the end of December, beginning of January, were not met by his employers. On the authorities cited above, we consider that in any case he was not entitled to treat the conduct of his employers as amounting to constructive dismissal, since for all intents and purposes he even accepted the offending variation of the contract». Στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Deloite & Touche κ.α (ανωτέρω), στις σελ. 1247-1248, αναφέρθηκαν τα εξής: «…. Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένες αρχές, αφ’ ης στιγμής εκδηλωθεί επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου ο τελευταίος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καθυστέρηση ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου ……. Περαιτέρω, ο εφεσείων επέλεξε να παραμείνει στη σχέση αυτή χωρίς να αποχωρήσει, συμπεριφορά η οποία κρίνεται …..καταστροφική για οποιαδήποτε αξίωση του». Στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολ. Εφ. 101/2013, ημερ. 16/7/19 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένες αρχές αφ΄ ης στιγμής εκδηλωθεί επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, τέτοιας μορφής και έκτασης που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο τελευταίος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καθυστέρηση ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου. Το δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν παραμένει ανοικτό επ’ αόριστο και τυχόν υπέρμετρη, υπό τις συνθήκες, καθυστέρηση εγκατάλειψης της εργασίας του μπορεί να θεωρηθεί και να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του προς τερματισμό και αξίωση αποζημιώσεων. Η συνεχιζόμενη προσφορά εργασίας από εργοδοτούμενο είναι δυνατόν, συνυπολογιζομένων όλων των σχετικών παραγόντων - μεταξύ των οποίων το διάστημα εργοδότησης και την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης - να κριθεί ως εγκατάλειψη της δυνατότητας επίκλησης των δικαιωμάτων του, μεταξύ των οποίων της καταγγελίας της σύμβασης. Προβάλλει, λοιπόν, ως πάγια αρχή ότι η αποδοχή τροποποίησης σύμβασης εργασίας από εργοδοτούμενο μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Όπου ο εργοδοτούμενος συνεχίσει να εργάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα παρά τη διαφοροποίηση των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, ανεπιφύλακτα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί ως προς τις συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδότη και τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τεκμαίρεται ότι σιωπηρώς προκύπτει η βούλησή του για αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, ακριβώς λόγω της, έστω και σιωπηρής, αποδοχής τους από τον εργοδοτούμενο. Εντέλει, κρίσιμος παράγοντας ως προς το τι συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα ίδια τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που δίδει το δικαίωμα παραίτησης στον εργοδοτούμενο και της χρονικής στιγμής της παραίτησης από αυτόν, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και από την άποψη της χρονικής και μόνο διάρκειας, αλλά υπό το φως των όλων περιστάσεων της υπόθεσης».
Ενδεικτικό ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην αναγκαιότητα όπως ο εργοδοτούμενος ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση σχετική είναι και η αγγλική υπόθεση W. E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] IRLR 443, ICR 823 όπου ο εργοδοτούμενος έλαβε μια επικριτική επιστολή. Για έξι μήνες επικοινωνούσε ο δικηγόρος του με το δικηγόρο της Εταιρείας και δόθηκε προθεσμία για απόσυρση της επιστολής. Με την πάροδο ενός μήνα από την προθεσμία και αφού ο εργοδότης δεν απέσυρε την επιστολή ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε ισχυριζόμενος εξαναγκασμό. Θεωρήθηκε ότι ο ένας μήνας εργασίας μετά τη λήξη της προθεσμίας ήταν ασυμβίβαστος με τα παράπονά του. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 831: «To stay at work for a period of one month to ´look around´ starting from the initial breach of contract might well not have been fatal: but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to us inconsistent with saying that he had not affirmed the contract». Περαιτέρω, λέχθηκε ότι: «An employee faced with a repudiation by his employer is in very difficult position. If he goes to work the next day, he will himself be doing an act which, in one sense, is only consistent with the continued existence of the contract, i.e. he might be said to be affirming the contract. Certainly, when he accepts his next pay packet (i.e. further performance of the contract by the guilty party) the risk of being held to affirm the contract is very great: see Saunders v. Paladin Coachworks Ltd [1968] 3 ITR 51. Therefore, if the ordinary principles of contract law were to apply to a contract of employment, delay might be very serious, not in its own right but because any delay normally involves further performance of the contract by both parties».
Με βάση τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αρχικά το κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Καθ’ ων η αίτηση επέδειξαν απαράδεκτη συμπεριφορά ή εάν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή των όρων απασχόλησης της Αιτήτριας ή μονομερής και αυθαίρετη τροποποίησή τους.
Από τα δικόγραφα, τις δηλώσεις των διαδίκων μερών και την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
1. Οι Καθ’ ων η αίτηση ασχολούνται με την παροχή εκπαίδευσης σε μαθητές.
2. Η εργοδότηση της Αιτήτριας στους Καθ’ ων η αίτηση ξεκίνησε την 1/9/14.
3. H Αιτήτρια την 25/4/20 απέστειλε στους Καθ΄ ων η αίτηση επιστολή, Τεκμήριο 22, με την οποία τους γνωστοποιούσε την παραίτησή της από την εργασία της από την 1/8/20, το περιεχόμενο της οποίας κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσιο κατωτέρω:
«Following our verbal conversations in the last two days, I am
now writing to formally tender my resignation as Principal of The Junior and Senior School with effect from 1st August 2020.
During my employment in this post over the last 6 years much has been achieved and the school has gone from strength to strength. I am very proud to have played a key role in the school's many successes. However, I believe that it is now time to move onto new challenges.
I wish all the very best to the Junior and Senior School community in the future».
4. Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν σε €2.019,20.
H Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη θέση της ως Διευθύντρια του «Junior and Senior School» (στο εξής: «το Σχολείο») έπειτα από ανάρμοστη συμπεριφορά του Διοικητικού Συμβουλίου (στο εξής: «το Δ.Σ.»), ότι τα πρώτα τρία χρόνια εργασίας της είχε εξαιρετική «θετική σχέση» με τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και τα υπόλοιπα μέλη, ότι το 2016 και το 2019 καθοδήγησε το Σχολείο σε δύο επιτυχημένες επιθεωρήσεις από το «ISI» και ότι διασφάλισε κατά τη θητεία της ότι το «Junior School» ήταν πλήρης αλλά και ότι αυξήθηκαν οι μαθητές στο «Senior School». Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ περήφανη για τις επιτυχίες της, ότι ήταν πλήρως αφοσιωμένη, ότι μετά που εκλέχθηκε το 2017 νέο Δ.Σ. υπήρξε παραβίαση της εμπιστοσύνης και της σιγουριάς που της είχε δοθεί και ότι το νέο Δ.Σ. υπονόμευσε τη θέση της με μία σειρά ενεργειών όπως να μην διοριστεί νέα προσωπική βοηθός μετά την παραίτηση της προηγούμενης και πλέον το άτομο που την εξυπηρετούσε υποστήριζε και άλλους. Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε επίσης ότι το Δ.Σ. απέσυρε την εξουσιοδότηση που είχε να εγκρίνει δαπάνες έως €10.000, ότι όταν ενέκρινε δαπάνη €2.000 χωρίς την έγκριση του Δ.Σ. απειλήθηκε για πειθαρχικά μέτρα, ότι την 23/5/18 το Δ.Σ. διόρισε Διευθύντρια του «Senior School» χωρίς διαβούλευση με την ίδια, ότι αυτό ήταν σε παράβαση του συμβολαίου της, ότι δίδοντο στην εν λόγω Διευθύντρια οδηγίες που υπονόμευαν τις δικές της, ότι το Δ.Σ. άρχισε να πραγματοποιεί ιδιωτικές συνεδριάσεις σε τακτική βάση χωρίς την παρουσία μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού, ότι δήλωσε ότι υπήρξε θύμα εκφοβισμού από μέλη του Δ.Σ., ότι την 23/10/17 δέχθηκε φωνές σε συνεδρίαση του Δ.Σ. από μέλος, ότι αυτό την έκανε να νιώσει ταπεινωμένη και υποβαθμισμένη, ότι παρενέβηκαν για να τον σταματήσουν δύο άλλα μέλη του Δ.Σ., ότι έστειλε επιστολή αλλά χρειάστηκαν σχεδόν τρεις εβδομάδες για να λάβει απάντηση και ότι το εν λόγω μέλος απολογήθηκε προς το Δ.Σ. για τη συμπεριφορά του αλλά όχι προς την ίδια. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επιπλέον ότι σε άλλη περίπτωση της ζητήθηκε να συναντήσει τον Πρόεδρο του Δ.Σ. στο ιδιωτικό του γραφείο όπου ενημερώθηκε για επιθυμία του να απολύσει συνάδελφο που ήθελε να στρατολογήσει άλλους εκπαιδευτικούς σε μια αριστερή πολιτικά συντεχνία, ότι του ανέφερε ότι η εργασία της εν λόγου υπαλλήλου ήταν υποδειγματική και ότι δεν ήταν διατεθειμένη να την απολύσει λόγω των πολιτικών της απόψεων, ότι αυτή η συνάντηση την έκανε να αισθανθεί πολύ αγχωμένη εφόσον έθετε σε κίνδυνο και τη δική της θέση στο σχολείο, ότι την 21/6/19 την επισκέφθηκε απροειδοποίητα ο κ.Κοσμά που ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και δύο μέλη του Δ.Σ. για να της παραδώσουν «επιστολή απόλυσης», Τεκμήριο 13, που έγγραφε ότι δεν θα ανανεωνόταν το συμβόλαιό της τον Αύγουστο του 2020, ότι μετά από αυτή την επίσκεψη ήταν βαθιά ταραγμένη, ότι αμφισβήτησε αυτή την επιστολή, ότι στην Ετήσια Γενική Συνέλευση των Γονέων έλαβε υποστήριξη, ότι μετά την Ετήσια Γενική Συνέλευση Ιουνίου του 2019 το Δ.Σ. της ζήτησε να παρουσιάσει το όραμά της στο νέο συμβούλιο και ότι της εστάλη επιστολή ημερ. 9/8/19, Τεκμήριο 14, που επιβεβαίωνε ότι το Δ.Σ. της είχε πλέον ξανά εμπιστοσύνη. Ήταν περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι σε εκείνο το στάδιο η αυτοπεποίθησή της είχε κλονιστεί σοβαρά, ότι ανησυχούσε έντονα για το μέλλον της και ότι καθώς το Δ.Σ. άρχισε να εντοπίζει προβλήματα σε πολλές μικρές λεπτομέρειες της απόδοσής της και να θέτει πολύ αυστηρούς νέους στόχους ένιωθε ότι ήταν θέμα χρόνου να βρουν κάτι που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία για να την απολύσουν. Περαιτέρω, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι επειδή έπρεπε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές της κόρης της στο πανεπιστήμιο «ως μονογονέας» ανησυχούσε και δεν μπορούσε να βασιστεί στη διατήρηση της θέσης της στο σχολείο, ότι γι’ αυτό το λόγο βρήκε εργασία στην Ινδονησία, ότι ο νέος της ρόλος ήταν «χαμηλότερης βαθμίδας», ότι ένιωθε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, ότι αναγκάστηκε να εργαστεί σε μια διαφορετική χώρα μακριά από τις κόρες και τον σύζυγό της, ότι αυτό της προκάλεσε αρκετό άγχος και στρες και ότι αναζήτησε υποστήριξη από ψυχολόγο καθώς υπέφερε από κατάθλιψη και άγχος. Στη συνέχεια η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στο Δ.Σ. ότι συχνά της έδιναν αντιφατικές οδηγίες, ότι δημιούργησαν μια επιτροπή ανθρώπινου δυναμικού για να αποφασίζει για τις προσλήψεις προσωπικού, ότι αυτή δεν υπαγόταν στο Καταστατικό και δεν κρατούσε «γραπτά πρακτικά», ότι όποτε ήθελαν να προσλάβουν κάποιον προτιμούσαν να χρησιμοποιούν αυτή την επιτροπή, ότι λάμβανε και αντιφατικά «e-mails» που έλεγαν ότι οι ακαδημαϊκοί έπρεπε να λαμβάνουν αυτές τις αποφάσεις, ότι αυτή η επιτροπή ενεπλάκη σε πειθαρχική διαδικασία μίας εκπαιδευτικού, ότι ένα μέλος του Δ.Σ. δαπάνησε χρήματα για μάρκετινγκ και διαφημιστικές πινακίδες υπερβαίνοντας τον προϋπολογισμό που είχε συμφωνηθεί από το Δ.Σ. και ότι προσέλαβαν μια εταιρεία συμβούλων ανθρώπινου δυναμικού για να επανεξετάσει τις διαδικασίες Ανθρώπινου Δυναμικού του σχολείου, ότι αυτή η εταιρεία άνηκε στον κουμπάρο του εν λόγω μέλους και ότι παρόλο που η ίδια και άλλοι εξέφρασαν προτίμηση σε προτάσεις άλλων εταιρειών το συγκεκριμένο μέλος επέλεξε την εταιρεία του φίλου της. Τέλος, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα παραβίασης εμπιστοσύνης και υποβάθμισης της θέσης της καθώς και αλλαγής του περιεχομένου της εργασίας της από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι ένιωθε ότι τα μέλη του συμβουλίου υποβάθμισαν το κύρος και την εξουσία της, ότι έφυγε από το σχολείο με βαριά καρδιά και ότι έμειναν πίσω στο σχολείο οι δύο θετές της κόρες.
Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2023 εργάζεται σε ιδιωτικό σχολείο στη Λεμεσό, ότι από το 2020 μέχρι το 2023 εργάστηκε σε σχολείο στην Ινδονησία, ότι πριν την εργοδότησή της στους Καθ’ ων η αίτηση εργαζόταν στο «English School», ότι παραιτήθηκε από εκεί για να αναλάβει εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, ότι η ίδια δεν ήταν μέλος συντεχνίας επειδή ήταν Διευθύντρια και δεν επιτρεπόταν, ότι δεν είχε διαφωνία με το συμβούλιο των καθηγητών αλλά με το Δ.Σ., ότι με το Δ.Σ. του 2014 – 2017 είχε καλές σχέσεις και ότι ο τότε επικεφαλής μπορούσε και κρατούσε τάξη κατά τη διεξαγωγή των συναντήσεων του Δ.Σ. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι με τον κ.Κοσμά δεν είχε καλή σχέση, ότι «η αρχή του προβλήματος» ήταν επειδή έφεραν άλλο άτομο να είναι διευθύντρια του «Senior School» χωρίς να το συζητήσουν μαζί της, ότι δεν έλαβε ποτέ επιστολή ή προειδοποίηση για δυσαρέσκεια σε σχέση με τις επιδόσεις της, ότι της ειπώθηκε ότι έπρεπε να κάμει παρουσίαση στο νέο Δ.Σ. σε σχέση με του λόγους που θα έπρεπε να παραμείνει στην εργασία της, ότι μετά την εν λόγω παρουσίαση της δόθηκε επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι ήταν χαρούμενοι να συνεχίσει, ότι θεώρησε ότι τα πράγματα θα βελτιώνονταν, ότι το επόμενο εξάμηνο τα πράγματα χειροτέρεψαν, ότι ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι δεν την ήθελαν στο σχολείο και ότι άρχισε να ψάχνει για νέα εργασία. Ήταν περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι η κόρη της βρισκόταν στο έτος αποφοίτησης, ότι δεν μπορούσε να την βγάλει από το σχολείο και να πάει σε άλλη χώρα για να βρει εργασία, ότι αυτό θα μπορούσε να το κάνει όταν η κόρη της θα πήγαινε πανεπιστήμιο και ότι έπρεπε να δώσει ειδοποίηση δύο τρίμηνα προηγουμένως. Η Αιτήτρια αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε επιπλέον ότι την 23/5/18 της ανακοινώθηκε ότι βρήκαν άτομο ως «επικεφαλή» καθηγήτρια του «Senior School» χωρίς να το συζητήσουν μαζί της και χωρίς «πρότερη συμφωνία», ότι αυτό συνιστούσε αλλαγή της θέσης της, ότι ο λόγος που επισκέφθηκε το Μπαχρέιν το 2017 ήταν για να πάει σε συνέντευξη για θέση εργασίας και ότι εκτός από το συγκεκριμένο μέλος του Δ.Σ. οι υπόλοιποι την υποστήριξαν. Η Αιτήτρια επίσης ισχυρίστηκε ότι η επιτροπή ανθρώπινου δυναμικού δημιουργήθηκε το 2019, ότι αυτή η επιτροπή δεν αναφέρεται στο καταστατικό, ότι στην επιστολή παραίτησης, Τεκμήριο 22, δεν κατέγραψε οποιοδήποτε παράπονο, ότι πριν είχε συνάντηση με τον κ.Κοσμά με τον οποίο συζήτησε το θέμα προφορικά, ότι η θέση στην Ινδονησία είχε παρόμοιο μισθό αλλά «δεν ήταν εξίσου υψηλή», ότι στην Ινδονησία είχε και άλλα ωφελήματα όπως προσωπικό οδηγό και έξοδα διαμονής, ότι η πτήση για την Ινδονησία διαρκεί 13 ώρες και ότι ο κ.Κοσμά ήταν χαρούμενος που θα έφευγε και δεν προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη.
O δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Αιτήτριας ήταν ο κ.Ασσιώτης, ο οποίος από το 2011 μέχρι το 2014 ήταν μέλος του Δ.Σ. και από το 2014 – 2017 ήταν Πρόεδρος. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κ.Ασσιώτης ισχυρίστηκε ότι το 2014 ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για το σχολείο, ότι η Αιτήτρια τους έκανε πολύ καλή εντύπωση στη συνέντευξη, ότι γι’ αυτό σε συνδυασμό με την πολύ θετική προϊστορία της στο «English School» της προσφέρθηκαν δύο θέσεις και δύο ρόλοι ως «Head of the Senior School» και «Principal», ότι η Αιτήτρια ασχολήθηκε ενεργά και επιτυχώς με όλα τα θέματα και προβλήματα του σχολείου βοηθώντας το να επιβιώσει αλλά και να αναπτυχθεί, ότι η Αιτήτρια πρότεινε και ανέλαβε να περάσει το σχολείο από την επιθεώρηση «ISI» που θα τους καθιέρωνε «ως διεθνές σχολείο», ότι αυτό εκτός από τα σημαντικά οφέλη για το σχολείο σήμαινε πολύ περισσότερη δουλειά για την ίδια, ότι παρέμεινε σε όλα τα καθήκοντά της άριστη και συνεπής και ότι μέχρι το 2017 που έληξε η θητεία του στο Δ.Σ. είχαν άριστη και αρμονική συνεργασία και ένιωθαν τυχεροί που την είχαν. Περαιτέρω, ο κ.Ασσιώτης ισχυρίστηκε ότι όταν ανέλαβε το νέο Δ.Σ. δημιουργήθηκαν διάφορα θέματα, ότι οι γονείς ήταν αναστατωμένοι, ότι ακουγόταν ότι το Δ.Σ. ήθελε να φύγει η Αιτήτρια, ότι όταν αποχώρησε η Αιτήτρια πολλοί γονείς και μαθητές στεναχωρήθηκαν και ανησύχησαν για το μέλλον του σχολείου, ότι στις συνεδριάσεις με τη συντεχνία και στις οικονομικές συνεδριάσεις καλείτο πάντα και η Αιτήτρια την περίοδο που ο ίδιος ήταν στο Δ.Σ., ότι το καλοκαίρι του 2019 στην Ετήσια Γενική Συνέλευση τέθηκε στο Δ.Σ. το κατά πόσο αληθεύουν οι φήμες για απόλυσή της, ότι οι σχετικές απαντήσεις ήταν «κάπως συγχυσμένες», ότι μετά τους διαβεβαίωσαν ότι θα έμενε και ότι του προκάλεσε έκπληξη η απόφαση της Αιτήτριας να φύγει εφόσον γνώριζε τις προσωπικές της συνθήκες αλλά και την πρόθεσή της για αφυπηρέτηση στο σχολείο.
Αντεξεταζόμενος ο κ.Ασσιώτης ισχυρίστηκε ότι τον Ιούνιο του 2017 έληξε η θητεία του στο Δ.Σ., ότι δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι τα όσα έλαβαν χώρα μετά το 2018, ότι αυτά που γνωρίζει είναι από φήμες και από το τι έλεγαν οι άλλοι γονείς, ότι όταν πρότειναν στην Αιτήτρια κατά την πρόσληψή της τον διπλό ρόλο αυτή τον αποδέχθηκε μέχρι να βρισκόταν άλλο άτομο και μέχρι να το επέτρεπαν οι οικονομικές συνθήκες και ότι δυσκολεύεται να πιστέψει ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε για να λάβει περισσότερα χρήματα.
Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσε μαρτυρία ο κ.Κοσμά ο οποίος διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. από τον Σεπτέμβριο του 2017 και Πρόεδρος από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι το 2020. Ο κ.Κοσμά κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το Δ.Σ. έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και τη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων, ότι η ανώτερη εκπαιδευτική ομάδα έχει την ευθύνη της καθημερινής λειτουργίας του σχολείου, ότι λίγες ημέρες πριν παραιτηθεί η Αιτήτρια σε κατ’ ιδίαν συνάντησή τους προσπάθησε να την μεταπείσει από την απόφασή της να παραιτηθεί, ότι η Αιτήτρια παρέμεινε ανένδοτη καθώς είχε αποδεχθεί θέση σε σχολείο του εξωτερικού με διπλάσιες απολαβές, ότι η εν λόγω συνάντηση έγινε «σε ιδιαίτερα φιλικό κλίμα», ότι ο μοναδικός λόγος αποχώρησης της Αιτήτριας ήταν η αποδοχή νέας θέσης εργασίας και ότι η Αιτήτρια αναζητούσε από το 2017 εργασία στο εξωτερικό. Ήταν η θέση του κ.Κοσμά ότι το σχολείο ουδέποτε αμφισβήτησε τις ικανότητες της Αιτήτριας, ότι ενθάρρυναν πάντοτε την ενεργό συμμετοχή της σε συνεδρίες και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ότι για τα σοβαρά θέματα ζητείτο η άποψή της. Ο κ.Κοσμά ισχυρίστηκε επίσης ότι η ανάθεση της θέση της Διευθύντριας του «Senior School» σε άλλο πρόσωπο έγινε κατόπιν παράκλησης της Αιτήτριας, ότι η «ανώτερη ιεραρχική θέση» της «Principal» δόθηκε στην Αιτήτρια, ότι η εν λόγω «αποφόρτιση» πραγματοποιήθηκε χωρίς μείωση στις απολαβές της, ότι τα έτη 2017 – 2019 είχε συσταθεί στο σχολείο «Επιτροπή Συντεχνιακών Σχέσεων», ότι η Αιτήτρια επέλεξε οικειοθελώς να μην συμμετέχει στις συνεδρίες με τις συντεχνίες εφόσον αυτές διεξάγονταν στην ελληνική γλώσσα που δεν μιλούσε, ότι με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας συστάθηκε η Επιτροπή Συντεχνιακών Σχέσεων αποτελούμενη από Μέλη του Δ.Σ., ότι το 2019 η εν λόγω επιτροπή μετονομάστηκε σε «Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού», ότι τον Σεπτέμβριο του 2019 συστάθηκε ειδική επιτροπή για τον καθορισμό στόχων του προσωπικού συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, ότι συμφωνήθηκε να παρουσιάσει η Αιτήτρια τους στόχους και τα καθήκοντά της προς έγκριση από το Δ.Σ., ότι τον Ιανουάριο του 2020 η Αιτήτρια αρνήθηκε να υπογράψει τους στόχους που συμφώνησε και απέστειλε διαφορετικό υπόμνημα, ότι παρόλα αυτά το Δ.Σ. ενέκρινε τον αναθεωρημένο υπόμνημα δίνοντάς της τη δυνατότητα να επιτελέσει το έργο της με τον τρόπο που η ίδια θεωρούσε καλύτερο και ότι τον Σεπτέμβριο του 2020 ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική. Ο κ.Κοσμά περιπλέον ισχυρίστηκε ότι η επιστολή μη ανανέωσης του συμβολαίου της Αιτήτριας παραδόθηκε «αποκλειστικά για ενημερωτικούς λόγους» λόγω της επικείμενης αλλαγής των μελών του Δ.Σ. τον Ιούλιο του 2019, ότι το «ζήτημα είχε οριστικά διευθετηθεί» με την επιστολή ημερ. 9/8/19, Τεκμήριο 14, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αντιμετώπισαν εχθρικά ή «απαξιωτικά» την Αιτήτρια, ότι αντιθέτως της παρείχαν κάθε δυνατή στήριξη, ότι δεν την παράκαμψαν σε διαδικασίες που ενέπιπταν στις δικές της αρμοδιότητές, ότι για τα οικονομικά ζητήματα αρμόδιο είναι το Δ.Σ. ωστόσο η Αιτήτρια είχε πλήρη ενημέρωση, ότι πάντοτε υπήρχε σεβασμός και ουδέποτε εκφράστηκε δυσαρέσκεια για την εκτέλεση των καθηκόντων της και ότι 20 ημέρες πριν την παραίτησή της ο ίδιος εξέφραζε σε ηλεκτρονικό μήνυμα την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη του για τις ικανότητές της. Τέλος, ο κ.Κοσμά κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια υπέβαλε την παραίτησή της οικειοθελώς επικαλούμενη εξεύρεση εναλλακτικής εργασίας με βελτιωμένους όρους, ότι κατά την υπηρεσία της δεν διαμαρτυρήθηκε για οτιδήποτε από αυτά που επικαλείται, ότι ούτε κατά την κατ’ ίδιαν συνάντησή τους εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, ότι τα περισσότερα από αυτά που επικαλείται έλαβαν χώρα αρκετό καιρό πριν την παραίτησή της και ότι κατά τη λήξη της χρονιάς οι Καθ’ ων η αίτηση την τίμησαν για την προσφορά της στο σχολείο.
Αντεξεταζόμενος ο κ.Κοσμά ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια καλείτο σε όλες τις συνεδρίες εκτός από αυτές που δεν είχαν σχέση με διοικητικά ή ακαδημαϊκά θέματα, ότι για όσο ο ίδιος ήταν Πρόεδρος της «Οικονομικής Επιτροπής» δηλαδή το 2017 – 2018 η Αιτήτρια καλείτο στις σχετικές συνεδριάσεις, ότι στην πρώτη συνεδρία που την κάλεσε τον ευχαρίστησε γιατί προηγουμένως «ίσως» δεν καλείτο, ότι το Δ.Σ έκαμε επίπληξη στο μέλος του Δ.Σ. για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε προς την Αιτήτρια την 23/10/17 και ότι ο ίδιος του είπε ότι ήταν απαράδεκτο που φώναζε. Περαιτέρω, ο κ.Κοσμά ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού επικύρωνε τις αποφάσεις για πρόσληψη προσωπικού, ότι η Αιτήτρια συμφώνησε με την πρόσληψη της Διευθύντριας του «Senior School» και ότι μετά την εν λόγω πρόσληψη η Αιτήτρια δεν υπέγραψε νέα σύμβαση. Σε σχέση με την επιστολή μη ανανέωσης του συμβολαίου της Αιτήτριας αντεξεταζόμενος ο κ.Κοσμά ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ζητούσε αλλαγή των όρων του συμβολαίου της σε σχέση με τις απολαβές της, ότι εκείνη τη χρονική περίοδο τα μισά μέλη θα αποχωρούσαν, ότι έγινε συζήτηση κατά πόσο θα άλλαζαν οι όροι, ότι αποφάσισαν όπως μην παρθεί σχετική απόφαση, ότι το νέο Δ.Σ. θα έπαιρνε την απόφαση και ότι η επιστολή δόθηκε στην Αιτήτρια από τον ίδιο ο οποίος της εξήγησε ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο συμβόλαιο θα γινόταν με το νέο Δ.Σ. Περαιτέρω, ο κ.Κοσμά ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ήταν πολύ ευχαριστημένη που έπρεπε να παρουσιάσει «στόχους», ότι το επιθυμούσε και η ίδια, ότι η Αιτήτρια είχε εξουσιοδότηση να εγκρίνει δαπάνες μέχρι συγκεκριμένο ποσό, ότι υπήρχαν οδηγίες να μην προχωρήσει με την αγορά λογισμικού, ότι η Αιτήτρια προχώρησε ισχυριζόμενη ότι ενέπιπτε στο ποσό που μπορούσε να λάβει απόφαση, ότι μετά ακολούθησε η πανδημία και επικεντρώθηκαν στην αντιμετώπισή της, ότι όφειλε να έδιδε προειδοποίηση δύο τρίμηνα και ότι μίλησε ο ίδιος με το Δ.Σ. και συμφώνησαν να δοθεί η σχετική «παράκληση» στην Αιτήτρια.
Όπως διαφάνηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο κεντρικός άξονας της όλης υπόθεσης, επί της οποίας υποστήριξαν τις θέσεις τους και οι δύο πλευρές, είναι το κατά πόσο οι Καθ’ ων η αίτηση με τη στάση τους εξανάγκασαν την Αιτήτρια σε παραίτηση ή εάν η Αιτήτρια αποχώρησε από την εργασία της οικειοθελώς. Από τη μια, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι μετά από τρία χρόνια ανάρμοστης συμπεριφοράς των Καθ’ ων η αίτηση οι οποίοι υπονόμευαν συστηματικά τη θέση της ως «ανώτερη ηγέτης» και τροποποίησαν όρους εργασίας αναγκάστηκε να παραιτηθεί, από την άλλη οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια αποδέχθηκε νέα θέση εργασίας στο εξωτερικό με πιο ευνοϊκούς όρους και γι’ αυτό αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στους Καθ’ ων η αίτηση.
Η Αιτήτρια δεν μας έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν σε αρκετά σημεία γενική και αόριστη. Παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε λεπτομέρειες για το πότε έλαβαν χώρα αρκετά από όσα καταλόγισε στους Καθ’ ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι της ζητήθηκε να απολύσει συνάδελφό της επειδή προσπαθούσε να «στρατολογήσει» άλλους εκπαιδευτικούς σε «αριστερή πολιτικά συντεχνία» κάτι που της προκάλεσε άγχος εφόσον τίθετο η θέση της σε κίνδυνο αλλά δεν ανέφερε πότε χρονικά έλαβε χώρα αυτό. Περαιτέρω, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στην αλλαγή της θέση της προσωπικού της βοηθού όταν η τελευταία αποχώρησε αλλά δεν προσδιόρισε χρονικά πότε έγινε αυτό. Από το Τεκμήριο 6 προκύπτει ότι αυτό έγινε περί τον Μάρτιο του 2018. Ούτε ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της πότε χρονικά δημιουργήθηκε η νέα επιτροπή ανθρώπινου δυναμικού η οποία όπως η ίδια ισχυρίστηκε θα αποφάσιζε πλέον για θέματα προσλήψεων. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι η εν λόγω επιτροπή δημιουργήθηκε το 2019. Σε επιστολή που η ίδια απέστειλε στον Πρόεδρο του Δ.Σ. την 26/6/19, μέρος του Τεκμηρίου 16 η Αιτήτρια ανέφερε ότι «The HR committee was formed last year», δηλαδή το 2018. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού είχε εμπλοκή σε πειθαρχική διαδικασία μίας εκπαιδευτικού αλλά ούτε σε αυτή την περίπτωση έδωσε λεπτομέρειες ως προς το πότε έγινε αυτό. Παρατηρούμε επίσης ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή της ότι τελικά εισακούστηκε η δική της εισήγηση, κάτι που το έκανε αντεξεταζόμενη κατόπιν σχετικής υπόδειξης. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε σε σχέση με επιλογή εταιρείας συμβούλων ανθρώπινου δυναμικού – μάρκετινγκ εφόσον η Αιτήτρια δεν ανέφερε πότε χρονικά έγινε αυτό. Και πάλιν δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Αιτήτρια ανέφερε ότι έγινε επιλογή άλλης εταιρείας από αυτήν που η ίδια προτιμούσε αλλά αντεξεταζόμενη δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να κατοχυρώθηκε η πιο χαμηλή προσφορά.
Παρόλο που η Αιτήτρια κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία της καταλόγισε στους Καθ’ ων η αίτηση απαράδεκτη συμπεριφορά και αλλαγή των όρων της σύμβασης, από τα διαφορά έγγραφα που κατατέθηκαν προκύπτει ότι η ίδια δεν ανέφερε ποτέ στους Καθ’ ων η αίτηση ότι γίνονταν αλλαγές που την υποβάθμιζαν ή ότι η συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση ήταν απαράδεκτη, πλην της επιστολής που απέστειλε σε σχέση με το μέλος του Δ.Σ. που φώναζε την 23/10/17. Συγκεκριμένα, σε e-mail της ημερ. 3/6/19 προς το Δ.Σ., Τεκμήριο 16, η Αιτήτρια ανέφερε μεν ότι η θέση της σε σχέση με την ανάμειξη του Δ.Σ. σε θέματα προσλήψεων νέου προσωπικού ήταν ότι αυτό δεν θα ωφελούσε το σχολείο και την κοινότητά του και ότι δεν ήταν ο ρόλος του Δ.Σ. να αναμειγνύεται με το «selection process» αλλά κατέληξε αναφέροντας ότι «Nevertheless, I will follow your instructions, as is professionally expected of me, however you choose to proceed», ήτοι ανέφερε ότι θα ακολουθούσε τις οδηγίες του Δ.Σ. Μάλιστα, την 26/6/19 σε επιστολή της προς το Δ.Σ., μέρος του Τεκμηρίου 16, ανέφερε ότι «In the unlikely event that the Board of Governors are not concerned about the points I raised above I would be very happy to leave the matter alone provided that this is communicated to me in writing». Ούτε από την αλληλογραφία που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2020, Τεκμήριο 18, προκύπτει ότι η Αιτήτρια εξέφρασε σοβαρά παράπονα για τη στάση και τη συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση.
Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Αιτήτρια κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία της υπέπεσε σε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δεν παρέμεινε σταθερή ως προς το πότε ξεκίνησε να αλλάζει η στάση των Καθ’ ων η αίτηση. Από τη μια ισχυρίστηκε αρχικά κατά την κυρίως εξέτασή της ότι παραβιάστηκε «σοβαρά» και «συστηματικά» η εμπιστοσύνη μεταξύ της ίδιας και του σχολείου από το 2017 και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επεδείκνυαν «ανάρμοστη συμπεριφορά» για τρία χρόνια πριν από την παραίτησή της, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2017. Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρξε θύμα εκφοβισμού την 23/10/17 επειδή μέλος του Δ.Σ. φωνασκούσε εναντίον της σε συνεδρίαση του Δ.Σ. Ακολούθως όμως κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι «η αρχή του προβλήματος» ήταν ο διορισμός από το Δ.Σ. της Διευθύντριας του «Senior School» χωρίς διαβούλευση μαζί της κάτι που έλαβε χώρα περί την 23/5/18, ήτοι περί τα 2 χρόνια πριν την παραίτησή της. Ενώ η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το Δ.Σ. απέσυρε την εξουσιοδότηση προς το πρόσωπό της για έγκριση δαπανών μέχρι €10.000 από τα πρακτικά της συνεδρίας του Δ.Σ. ημερ. 30/1/20, Τεκμήριο 21, αυτό δεν προκύπτει. Η Αιτήτρια δεν ανέφερε στους Καθ’ ων η αίτηση ούτε σε αυτή την περίπτωση ότι αυτό ήταν σοβαρό, ότι την υποβάθμιζε ή ότι δεν συμφωνούσε. Από τα εν λόγω πρακτικά προκύπτει ότι η Αιτήτρια ανέφερε ότι στο παρελθόν δεν χρειαζόταν να λάβει προέγκριση για παρόμοιες δαπάνες και ότι ζήτησε σε περίπτωση που θα συνεχιζόταν αυτή η πρακτική να της δοθεί γραπτώς. Συνεπώς, δεν μπορεί να ισχύει η θέση της Αιτήτριας ότι η ίδια θεώρησε ότι τροποποιήθηκαν οι όροι απασχόλησής της και ότι πλέον χρειαζόταν να λάβει προέγκριση για συγκεκριμένες δαπάνες εφόσον ανέφερε ότι εάν αυτό ίσχυε έπρεπε να της δοθεί γραπτώς, ήτοι η ίδια θεώρησε ότι εάν δεν ενημερωθεί σχετικά γραπτώς δεν ίσχυε κάτι αντίστοιχο. Η Αιτήτρια ενώ στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το μέλος του Δ.Σ. που τις έβαλε τις φωνές την 23/10/17 δεν της απέστειλε «επίσημη συγνώμη αλλά … απέστειλε συγνώμη προς το συμβούλιο για την συμπεριφορά του και όχι προς» την ίδια, σε επιστολή της προς όλα τα μέλη του Δ.Σ. ημερ 24/10/17, Τεκμήριο 12, ανέφερε ότι το εν λόγω άτομο «after the meeting … sent me a short message of apology». Η Αιτήτρια υπέπεσε και σε άλλη αντίφαση. Ενώ αρχικά ήταν η θέση της ότι το προηγούμενο Δ.Σ. ήταν που της έδωσε συστατική επιστολή, μετά από σχετική υπόδειξη παραδέχθηκε ότι ήταν το νέο, Τεκμήριο 23. Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι την 21/6/19 την επισκέφθηκε ο κ.Κοσμά με δύο μέλη του Δ.Σ. και της έδωσε επιστολή απόλυσης. Η εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 13, φέρει ημερ. 24/6/19. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι μετά την παρουσίαση των στόχων της για να παραμείνει στη θέση της και την μετέπειτα επιστολή του Δ.Σ. στην οποία αναφέρεται ότι της είχαν εμπιστοσύνη, «σε αυτό το στάδιο» η αυτοπεποίθησή της είχε κλονιστεί σοβαρά και ανησυχούσε έντονα για το μέλλον της και ότι ένιωθε ότι ήταν θέμα χρόνου να βρουν δικαιολογία για την απολύσουν. Αντεξεταζόμενη όμως η Αιτήτρια αρχικά ισχυρίστηκε ότι μετά την εν λόγω παρουσίαση σε σχέση με τους στόχους της και τη λήψη της επιστολής του Δ.Σ. η ίδια θεώρησε ότι «τα πράγματα θα βελτιώνονταν». Στη συνέχεια βέβαια της αντεξέτασής της επανήλθε και ανέφερε ότι μετά την παρουσίαση που έκανε δεν ένιωθε βεβαιότητα ότι την εμπιστεύονταν.
Η μαρτυρία του κ.Ασσιώτη επικεντρώθηκε στην υπηρεσία της Αιτήτριας μέχρι και το 2017 και ουσιαστικά δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα. Ο κ.Ασσιώτης δεν γνώριζε τα όσα έλαβαν χώρα από το 2018 και μετά και συνεπώς ουσιαστικά η μαρτυρία του είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με το τι έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Ο κ.Κοσμά μας έκανε καλή εντύπωση, δεν υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις και η μαρτυρία του μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε. Η μαρτυρία του κ.Κοσμά συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Θεωρούμε ότι ο κ.Κοσμά ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε τη μαρτυρία του αξιόπιστη, σε αντίθεση με αυτή της Αιτήτριας την οποία δεν κρίνουμε αξιόπιστη για τους λόγους που αναφέρουμε ανωτέρω.
Με βάση τα πιο πάνω θεωρούμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ότι η Αιτήτρια τα πρώτα τρία χρόνια εργασίας της δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι την 23/10/17 ένα μέλος του Δ.Σ. έβαλε τις φωνές στην Αιτήτρια, ότι δύο άλλα μέλη παρέμβηκαν για να τον σταματήσουν, ότι η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή με την οποία διαμαρτυρήθηκε έντονα για την εν λόγω συμπεριφορά και ανέφερε ότι σε περίπτωση επανάληψης θα προέβαινε σε συγκεκριμένη ενέργεια, ότι το εν λόγω μέλος απέστειλε στο Δ.Σ. την 6/11/17 απολογία και ότι την 13/11/17 η Αιτήτρια ευχαρίστησε το Δ.Σ. το οποίο ανέφερε ότι δεν θα ανεχόταν παρόμοιες συμπεριφορές στο μέλλον και επειδή δήλωσαν ότι η εν λόγω συμπεριφορά ήταν απαράδεκτη, Τεκμήριο 12. Η Αιτήτρια γνώριζε ότι όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες θα διοριζόταν άλλο άτομο Διευθυντής του «Senior School». Την 23/5/18 διορίστηκε Διευθύντρια του «Senior School», περί το 2018 που παραιτήθηκε η προσωπική βοηθός της Αιτήτριας διορίστηκε άτομο για να εξυπηρετεί τόσο την Αιτήτρια αλλά και άλλα άτομα, την 3/6/19 η Αιτήτρια εξέφρασε αντίθετη άποψη σε σχέση με εμπλοκή του Δ.Σ. στις προσλήψεις, την 5/6/19 το Δ.Σ. απάντησε στην Αιτήτρια και της ανέφερε ότι η επιστολή της ημερ. 3/6/19 ήταν εκτός πνεύματος συνεργασίας και της ζήτησαν να την αποσύρει αλλά και παρέθεσε θέματα που έπρεπε, ως αναφέρθηκε, να αντιμετωπιστούν. Η Αιτήτρια την 26/6/19 απάντησε στην εν λόγω επιστολή καταγράφοντας τις θέσεις της για τα εν λόγω θέματα και αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα προβλήματα και θέματα που προκύπταν από την Επιτροπή Ανθρώπινου Δυναμικού και παρέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις, Τεκμήριο 16. Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέδωσαν στην Αιτήτρια επιστολή ημερ. 24/6/19 στην οποία αναφερόταν ότι τον Αύγουστο του 2020 που έληγε το συμβόλαιό της δεν θα ανανεωνόταν, Τεκμήριο 13. Μετά από παρουσίαση που έκανε η Αιτήτρια στο Δ.Σ. για τους στόχους της οι Καθ’ ων η αίτηση την 9/8/19 έστειλαν επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία την ενημέρωναν ότι θα εξέδιδαν επίσημο έγγραφο εργοδότησης, Τεκμήριο 14. Την 30/1/20 σε συνεδρία του Δ.Σ., Τεκμήριο 21, η Αιτήτρια έθεσε ερώτημα κατά πόσο θα άλλαζε η πρακτική για δαπάνες που στο παρελθόν δεν χρειαζόταν να λάβει άδεια και ζήτησε όπως εάν αυτό ισχύει να της δοθεί γραπτώς, εφόσον προηγήθηκε διαφωνία από το Δ.Σ. για συγκεκριμένη αγορά. Την 3/4/20 ο κ.Κοσμά έστειλε επιστολή στην Αιτήτρια και σε δύο άλλα άτομα εκφράζοντας την πλήρη στήριξή του στη διεύθυνση αλλά και την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό του για τη διαχείριση της κατάστασης που προέκυψε με την πανδημία αναφέροντας ότι ήταν περήφανος που εργαζόταν μαζί τους και ότι του έκαναν εντύπωση οι δεξιότητες τους, Τεκμήριο 27. Η Αιτήτρια την 25/4/20 απέστειλε επιστολή παραίτησης, Τεκμήριο 22.
Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια δεν προσκόμισε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπήρξε διάρρηξη θεμελιώδης όρου εργασίας που να έφτανε στη ρίζα της σύμβασης και την οποία δεν αποδέχθηκε. Επίσης, δεν αποδείχθηκε μεμπτή διαγωγή των Καθ’ ων η αίτηση τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλόνιζε το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτούμενου και να δικαιολογούσε εξαναγκασμό σε παραίτηση.
Ακόμη όμως και να θεωρούσαμε ότι η προηγούμενη στάση των Καθ’ ων η αίτηση έδιδε το δικαίωμα στην Αιτήτρια να τερματίσει τη σχέση εργασίας εξ υπαιτιότητας τους, η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε και πάλιν να επιτύχει στις αξιώσεις της εφόσον δεν αποδείχθηκε σχετική συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησής της. Η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε «τελευταίο γεγονός» που να δικαιολογούσε εξαναγκασμό σε παραίτηση και τα όσα καταλόγισε στους Καθ’ ων η αίτηση αφορούσαν περίοδο που προηγήθηκε τουλάχιστον κάποιους μήνες από την παραίτησή της. Με λίγα λόγια, δεν έχουμε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να έλαβε χώρα και να μπορούσε να αποτελέσει το «τελευταίο γεγονός» που να εξανάγκασε την Αιτήτρια να παραιτηθεί.[6] Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Crown Resort v. Ιωάννου Πολ. Εφ. 434/19, ημερ. 7/9/26, το Εφετείο ανέφερε ότι « … η αδιαμαρτύρητη συνέχιση της εργοδότησής του για περίοδο δύο μηνών συνιστούσε αποδοχή της προσβληθείσας μεταβολής της σύμβασης. Η διαφοροποίηση της εν λόγω υπόθεσης από την παρούσα έγκειται στο ότι ο Εφεσίβλητος ζήτησε δις την καταβολή 13ου μισθού του (19.1.11 και 2.2.11), και επομένως ορθώς αποφασίστηκε ότι δεν υπήρξε από μέρος του αποδοχή της παράβασης της σύμβασης εργοδότησης». Το ότι η Αιτήτρια, όπως ισχυρίστηκε, δεν μπορούσε να αποχωρήσει από το σχολείο μέχρι την αποφοίτηση της κόρης της από το σχολείο και τη μετάβασή της για σπουδές δεν θα μπορούσε να παρατείνει το χρόνο μέχρι τον τερματισμό και δεν θα μπορούσε να της δώσει το δικαίωμα να συνεχίσει να εργάζεται αδιαμαρτύρητα στους Καθ’ ων η αίτηση.[7] Συνεπώς ακόμη και να θεωρούσαμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επέδειξαν μεμπτή διαγωγή στο παρελθόν ή τροποποίησαν ουσιώδεις όρους της σύμβασης εργασίας, το γεγονός ότι η Αιτήτρια συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία τους αδιαμαρτύρητα, θα σήμαινε επιβεβαίωση των νέων όρων απασχόλησης και απεμπόληση τυχόν δικαιώματος.
Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση την 25/4/20 συνεπεία της διαγωγής των Καθ’ ων η αίτηση ή αλλαγής ουσιώδης όρου της σύμβασης εργασίας της και συνεπώς θεωρούμε ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της.
Συνακόλουθα, η αίτηση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται ομόφωνα.
Επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας €2.000 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.
(Υπ.) ……………………………………
Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής
Ι. Νεοφύτου, Μέλος
Π. Παναγιώτου, Μέλος
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ian Smith, Aaron Baker, Smith & Wood’s Employment Law, 2010, σελ. 435.
[2] Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance, 1999, σελ. 47-48, St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd edition, σελ. 81 και Halsbury’s Statutes 5th edition, Vol. 40, p 173, para.720, note 17. Βλ. επίσης Woods v. WM Car Services (Peterborough) Limited [1982] IRLR 413 και Gillies v. Richard Daniels & Co Limited [1979] IRLR 457.
[3] Simon Deakin & Gillian S Morris, Labour Law, 5η έκδοση, 2009, σελ.410-411.
[4] Halsbury’s Laws of England[4], 5th edition, Vol. 40, p.170, para. 720.
[5] Βλ. αγγλική υπόθεση Walker v. Josiah Wedgewood & Sons [1978] ICR 744.
[6] Στο αγγλικό σύγγραμμα των Smith & Wood’s (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στη σελ. 490 σε προϋπόθεση ύπαρξης «τελευταίου γεγονότος» και στην αγγλική υπόθεση Omilaju v. Walham Forest LBC [2005] IRLR 35; CA όπου αναφέρθηκε ότι «although the last event need not be per se repudiatory, it must be serious enough to be a contributory factor to the decision to leave. However, if the employee affirms the contract after the events that were arguably repudiatory, it is not possible for the accumulation to be ‘revived’ by a less-than-repudiatory breach; there is no ‘last straw’ for a reaffirmed contract».
[7]Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Smith & Wood’s (ανωτέρω) σελ. 491, σε περιπτώσεις που από την στάση του εργοδότη προκύπτει λόγος για εξαναγκασμό, ο εργοδοτούμενος πρέπει να αποφασίσει γρήγορα κατά πόσο θα τερματίσει την υπηρεσία του και σε περίπτωση που οι οικονομικές συνθήκες είναι τέτοιες που υπαγορεύουν συνέχιση της εργασίας για περιορισμένο χρόνο οφείλει να ενημερώσει τον εργοδότη ότι συνεχίζει την εργασία του υπό διαμαρτυρία.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο