ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΑΠΑΛΙΚΗΣ ν. PHOTOS PHOTIADES DISTRIBUTORS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 339/20, 7/4/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΑΠΑΛΙΚΗΣ ν. PHOTOS PHOTIADES DISTRIBUTORS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 339/20, 7/4/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ

 ΕΝΩΠΙΟΝ:   Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                        Σ. Κωνσταντίνου      )

                        Α. Κωνσταντινίδου   )           Μελών

   Αρ. Αίτησης: 339/20

 

Μεταξύ:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΑΠΑΛΙΚΗΣ

 Αιτητής

και

 

1.    PHOTOS PHOTIADES DISTRIBUTORS LTD

2.    ΤΑΜΕΙΟΝ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

                                                                                                    Καθ’ ων η Αίτηση 

 

----------------

 

Ημερομηνία: 7/4/26

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή: κ. Χρ. Χριστοφόρου

Για Καθ’ ων η Αίτηση 1:  κα Λ. Πρωτοπαπά

Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

            Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1  αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967, Ν.24/67 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») και διαζευκτικά, σε περίπτωση που οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 αποδείξουν ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16(1) του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου.

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος και οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Πιο συγκεκριμένα, λόγω αναδιοργάνωσης του Τμήματος Πωλήσεών τους στο οποίο εργαζόταν ο Αιτητής καταργήθηκε η θέση εργασίας του Αιτητή.

 

Το Ταμείο με την έγγραφο εμφάνισή του ισχυρίζεται ότι η απόλυση του Αιτητή δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού και πιο συγκεκριμένα ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του (1) δεν φαίνεται η Εργοδότρια Εταιρεία να προέβηκε σε αναδιοργάνωση η οποία να κατάργησε και/ή να μείωσε ουσιαστικά τα καθήκοντα της εργασίας του Αιτητή και (2) φαίνεται ότι τα καθήκοντα εργασίας του Αιτητή συνεχίζουν να υφίστανται και μετά την απόλυση του Αιτητή και εκτελούνται από άλλους εργοδοτούμενους των Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή, έγινε νόμιμα βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 του Νόμου όπου καθορίζονται περιοριστικά οι νόμιμοι λόγοι απόλυσης[1]. Πιο συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για λόγους πλεονασμού βάσει των προβλεπόμενων στα άρθρα 5 και 18 του Νόμου.

 

Την ημέρα της ακρόασης η δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν θα προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που περιέχονται στην έγγραφο εμφάνισή τους αναφορικά με τους λόγους απόλυσης του Αιτητή. Με βάση αυτή τη δήλωση της δικηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση 1, το μαχητό τεκμήριο που προνοεί ο Νόμος για παράνομη απόλυση του Αιτητή δεν ανατράπηκε και συνακόλουθα ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή κρίνεται ως αδικαιολόγητος και παράνομος.

 

Περαιτέρω, την ημέρα της ακρόασης δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι: (1) ο Αιτητής απασχολήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 από τις 11/03/1985 μέχρι τις 03/05/2019 (δηλαδή ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για 34 συναπτά χρόνια) και (2) κατά τον χρόνο τερματισμού της εργασιακής σχέσης του Αιτητή με τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 ο εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν σε €627,06.

 

Οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ότι το μόνο επίδικο θέμα που παρέμεινε προς απόφανση από το Δικαστήριο είναι το ύψος του συνολικού ποσού που ο Αιτητής δικαιούται ως αποζημίωση για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του και ζήτησαν από το Δικαστήριο να επιδικάσει το ποσό των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Αιτητής στη βάση των παραδεκτών γεγονότων.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου:

 

«3. (1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι’ οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ’ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:»

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ ακόλουθα:

 

(α)         τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,

(β)         την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,

(γ)         την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,

(δ)         τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,

(ε)         την ηλικία του εργοδοτούμενου.

 

Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.

 

Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829, J.A.CABRAS & BROS.LTD v. Χαραλάμπους κ.α (1992) 1Β Α.Α.Δ.896).

 

Με βάση τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, βρίσκουμε ότι το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε ο Αιτητής αν κηρυσσόταν πλεονάζων προσωπικό θα ανερχόταν στις €47.343,03 (75.5Χ€627,06) και η μέγιστη αποζημίωση που μπορεί να του επιδικάσει το Δικαστήριο αντιστοιχεί στις απολαβές δύο χρόνων ήτοι 65.214,24 (104Χ€627,06).

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα μόνα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, δηλαδή (α) το γεγονός ότι ο Αιτητής απολύθηκε για λόγους πλεονασμού οι οποίοι δεν αποδείχτηκαν (σημειώνουμε ότι το σύνολο των συνθηκών κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του Αιτητή δεν τέθηκαν ενώπιόν μας με συγκεκριμένη μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να προβούμε σε συγκεκριμένο εύρημα κακοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση 1), (β) την ιδιαίτερα μακρόχρονη υπηρεσία του Αιτητή (34 χρόνια - η οποία περίοδος (1) μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο ως μακρόχρονη αλλά ως μια ολόκληρη ζωή και (2) είναι μεγαλύτερη των 25 χρόνων που είναι η μέγιστη περίοδος που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς πληρωμής από το Ταμείο) και (γ) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών που ελάμβανε ο Αιτητής πριν την απόλυσή του καθώς και την απουσία συγκεκριμένης και σαφούς μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία του Αιτητή, με τις προσπάθειες που έκανε ο Αιτητής για εξεύρεση άλλης εργασίας και τις αρνητικές συνέπειες που είχε η απόλυσή του στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 97 εβδομάδων, ήτοι 60.824,82 (97Χ€627,06).

 

Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για το ποσό των 60.824,82 πλέον νόμιμο τόκο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον Αιτητή μόνο το ποσό των απολαβών ενός έτους και το υπόλοιπο ποσό το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Δηλαδή ποσό 32.607,12 πλέον νόμιμο τόκο που αντιστοιχεί με τις απολαβές ενός έτους θα καταβληθούν από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, το δε υπόλοιπο ποσό 28.217,70 πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.

 

 Η αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

            Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 €5.000,00[2] ως έξοδα πλέον Φ.Π.Α.

 

(Υπ.) ………………………………….

Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

(Υπ.) ………………………………….           (Υπ.) ……………………………….

         Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος                                   Α. Κωνσταντινίδου, Μέλος

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Το  άρθρο 6 (1) του Νόμου προβλέπει ότι:  «Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»   

[2] Το ύψος των δικηγορικών εξόδων συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και δηλώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο