ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Α. Βασιλείου )
Α. Αποστόλου ) Μελών.
Αρ. Αίτησης 164/19
Μεταξύ:
ΛΟΥΚΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ
Αιτητή
και
Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Καθ΄ ών η Αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 11/9/2025.
Ημερομηνία: 21 Απριλίου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: Η κα Χρ. Χατζηκωστή.
Για τους Καθ΄ ών η Αίτηση: Ο κ.Κ. Καλλής για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), η οποία καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») στις 24/5/2019, αφορά επίδικη απαίτηση του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής του, την οποία στρέφει εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση, Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ («ΚΕΔΙΠΕΣ»), καθότι, ως ισχυρίζεται, η επίδικη απασχόλησή του, η οποία ξεκίνησε στις 14/12/2007 σε σχέση με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λίμιτεδ («ΣΤΛ»), εν τέλει τερματίστηκε από την ΚΕΔΙΠΕΣ στις 31/12/2018, ημερομηνία κατά την οποία ελάμβανε σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε σε αυτή «ακαθάριστο μισθό» ύψους €1.850 τον μήνα.
Σημειώνεται ότι, σε σχέση με τις συνθήκες μεταφοράς της επίδικης απασχόλησής του από το ΣΤΛ στην ΚΕΔΙΠΕΣ, αυτό που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα είναι ότι:
«Μετά και την μεταβίβαση των εργασιών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή/και της συγχώνευσης των εργασιών του με αυτές της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στην συνέχεια σε Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ καθώς και μετά την μεταβίβαση μέρους των εργασιών του Εργοδότη του Αιτητή στην Ελληνική Τράπεζα, αυτός συνέχισε την απασχόληση του χωρίς καμία διακοπή στους Καθ’ ων η Αίτηση με τους ίδιους όρους εργοδότησης.»
Οι Καθ’ ών η Αίτηση, παραλαμβάνοντας την Επίδικη Αίτηση στις 18/6/2019, καταχώρησαν σε αυτή Γενικούς Λόγους εμφάνισης στις 5/7/2019, με τους οποίους ισχυρίζονται, κυρίως στη βάση σχετικών προδικαστικών ενστάσεων τους (που τίθενται η μία άνευ βλάβης της άλλης) ότι:
(α) Κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση χρόνο, δεν είχε οποιαδήποτε «συμβατική ή άλλη σχέση» μαζί τους, με αποτέλεσμα να μην έχει ούτε και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους.
(β) Κατά τον ουσιώδη με την Επίδικη Αίτηση χρόνο, είχε συμβατική σχέση με την πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα — νυν Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ («ΣΕΔΙΠΕΣ»), η οποία όμως δεν αφορούσε σχέση εργοδότη–εργοδοτουμένου αλλά σχέση παροχής υπηρεσιών (στη βάση της οποίας ελάμβανε για τις προσφερθείσες από αυτόν υπηρεσίες όχι μισθό, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά «συμφωνηθείσα αμοιβή €1.850 τον μήνα»), με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους να εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και όχι του Δ.Ε.Δ.
(γ) Κωλύεται από το να εγείρει την Επίδικη Αίτηση, καθότι η συνεργασία του με τη ΣΕΔΙΠΕΣ τερματίστηκε από αυτή νόμιμα και σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας εκ της οποίας προέκυπτε η μεταξύ τους σχέση (και κυρίως του όρου 8 αυτής, στη βάση του οποίου του έδωσε «2 μήνες προειδοποίηση ότι δεν θα προέβαινε σε ανανέωση της Συμφωνίας».
Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ
Στις 11/9/2025, και ενώ η Επίδικη Αίτηση προγραμματιζόταν με σκοπό την έναρξη της σχετικής ακροαματικής διαδικασίας, η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση («Ενδιάμεση Αίτηση») με την οποία αιτείται κυρίως διάταγμα του Δ.Ε.Δ. με το οποίο:
(Α) Να επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της Επίδικης Αίτησης, διά της αντικατάστασης του ονόματος των Καθ΄ ών η Αίτηση με το νέο όνομα «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ».
(Β) Να επιτρέπεται η τροποποίηση της παραγράφου 7 των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης, διά της διαγραφής της φράσης «Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ» και της αντικατάστασής της με τη φράση «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ».
(Γ) Να ορίζεται ότι τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Επίδικης Αίτησης.
Τα αιτήματα αυτά του Αιτητή, σε επίπεδο νομικής βάσης, βασίζονται, ως ο ίδιος σημειώνει στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης:
«…στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό, Καν. 11(β), 12(1), 13(1)(2), στον Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμο 24/67, άρθρο 30(3), στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, Θ. 10, 11, 13, Δ.12, Θ. 2, 4 και 5(1)(2), Δ.19, Θ. 14 και 26, Δ.25, Δ.48 και Δ.63, Θ. 2, καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.»
Σε επίπεδο δε γεγονότων, βασίζονται σε όσα καταγράφονται στο σώμα της Επίδικης Αίτησης, τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως:
Η σχετική με την Επίδικη Αίτηση απασχόλησή του Αιτητή ξεκίνησε στις 14/12/2007 και αφορούσε το ΣΤΛ, στην υπηρεσία του οποίου προσλήφθηκε δυνάμει γραπτής σύμβασης εργοδότησης ιδίας ημερομηνίας. Στη συνέχεια η απασχόλησή του αυτή συνεχίστηκε, χωρίς διακοπή, από το ΣΤΛ στη ΣΕΔΙΠΕΣ, εφόσον, ως (αυτολεξεί) αναφέρει:
«Μετά την μεταβίβαση των εργασιών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή/και συγχώνευσης των εργασιών του με αυτές της πρώην Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας η οποία μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στη συνέχεια σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ο Αιτητής συνέχισε την απασχόληση του χωρίς καμία διακοπή σε αυτή.».
Παρά το γεγονός αυτό, στην Επίδικη Αίτηση σημειώθηκε ως εργοδότης του η ΚΕΔΙΠΕΣ, κάτι που έλαβε χώρα:
«Εκ παραδρομής ή/και λόγω καλόπιστου λάθους, καθώς και της σύγχυσης που υπήρξε αναφορικά με το αντικείμενο των εργασιών των δύο Εταιρειών που συνεστήθησαν κατά την ίδια περίπου περίοδο…»
Με βάση τα πιο πάνω, είναι δίκαιο και ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως το Δ.Ε.Δ. εγκρίνει τα πιο πάνω αιτήματα τού, εκδίδοντας τα σχετικά διατάγματα, εφόσον:
(α) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι απολύτως αναγκαία, καθότι έτσι θα καταστεί δυνατός ο καθορισμός των πραγματικών διαδίκων και η αποτελεσματική προώθηση των αξιώσεών του, καθώς και η εκτέλεση τυχόν απόφασης υπέρ του.
(β) Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν ζητείται τροποποίηση της ουσίας της υπόθεσης και από το περιεχόμενο των Γενικών Λόγων προκύπτει η πρόθεση του Αιτητή να ενάξει την κατά νόμο υπεύθυνη οντότητα.
(γ) Δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των Καθ’ ών η Αίτηση ούτε καθυστερεί η διαδικασία, αφού υπάρχει άφθονος χρόνος μέχρι την έναρξη της Ακροαματικής Διαδικασίας.
(δ) Οποιαδήποτε καθυστέρηση ή και αμέλεια δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημία στους Καθ’ ών η Αίτηση και δύναται να θεραπευτεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, ενώ τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα ήταν υπέρμετρα επαχθής και αντίθετη προς την απονομή της δικαιοσύνης.
Λαμβάνοντας υπόψη την Ενδιάμεση Αίτηση (η οποία επιδόθηκε και στην ΣΕΔΙΠΕΣ στις 18/9/2025) οι Καθ’ ών η Αίτηση καταχώρησαν στις 21/11/2025, ένσταση σε αυτή («Ένσταση»), στο πλαίσιο της οποίας σημειώνουν, ως λόγους ένστασης, τα εξής:
(α) Η ΣΕΔΙΠΕΣ, με αριθμό εγγραφής 88, είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από την ΚΕΔΙΠΕΣ, η οποία φέρει αριθμό εγγραφής 387704.
(β) Το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή εναντίον της ΣΕΔΙΠΕΣ έχει παραγραφεί.
(γ) Η Ενδιάμεση Αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.
(δ) Υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Ενδιάμεσης Αίτησης.
(ε) Τα έξοδα της Ενδιάμεσης Αίτησης θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Επίδικης Αίτησης.
Η Ένσταση αυτή των Καθ΄ ών η Αίτηση, σε επίπεδο νομικής βάσης, βασίζεται, ως οι ίδιοι σημειώνουν στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης:
«…Στο άρθρο 12 (10 Α) του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967, στα άρθρα 9, 12, 13 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1999 (1/1999), στο άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1967 (24/1967), στη Δ.9 Θ.10, Δ.12 και Θ. 11, Δ.19, Δ.25, Δ.39, Δ.48, Δ.63 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.»
Σε επίπεδο δε γεγονότων βασίζεται στα γεγονότα που αναφέρει η κα Αναστασία Καλλή, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε., στη βάση ένορκης δήλωσής της ημερομηνίας 21/11/2025 («Ε/Δ Καλλή») η οποία συνοδεύει την Ένσταση, τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως:
(α) Η ΣΕΔΙΠΕΣ αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο από την ΚΕΔΙΠΕΣ, γεγονός που μπορεί να διαφανεί τόσο από έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών όπου φαίνεται ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ έχει ως αριθμό εγγραφής τον αριθμό 387704 (Τεκμήριο 1) όσο και από έγγραφο που αφορά πιστοποίηση της ΣΕΔΙΠΕΣ όπου φαίνεται ότι έχει ως αριθμό εγγραφής τον αριθμό 88 (Τεκμήριο 2).
(β) Ο Αιτητής, όπως ο ίδιος παραδέχεται στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης, έχει με την Επίδικη Αίτηση ενάξει – και γνωρίζει ότι έχει ενάξει – λανθασμένο πρόσωπο, ήτοι την ΚΕΔΙΠΕΣ αντί την ΣΕΔΙΠΕΣ. Ενόψει της παραδοχής αυτής και από τη στιγμή που οι Καθ’ ών η Αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση στην Επίδικη Αίτηση και τα δικόγραφα έχουν ολοκληρωθεί, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εναντίον τους, με έξοδα υπέρ τους.
(γ) Ο Αιτητής γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι το νομικό πρόσωπο που έπρεπε να εναχθεί είναι η ΣΕΔΙΠΕΣ γεγονός που προκύπτει και από το ότι στις 29/10/2018 αποστάλθηκε σε αυτόν επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του από την ΣΕΔΙΠΕΣ στην οποία αναγράφετε και ότι το ΣΤΛ διαδέχθηκε η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λίμιτεδ και, ακολούθως, αυτή μετονομάστηκε σε ΣΕΔΙΠΕΣ (Τεκμήριο 3 Ε/Δ Καλλή). Επίσης προκύπτει και από το ότι η δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 14/12/2018 σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, απευθυνόμενη προς τη ΣΕΔΙΠΕΣ (Τεκμήριο 4 Ε/Δ Καλλή).
(δ) Δεν είναι δυνατό να εγκριθεί τροποποίηση του τίτλου της Επίδικης Αίτησης «λόγω εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους», καθότι η Αίτηση έχει επιδοθεί σε άλλο πρόσωπο, ήτοι τους Καθ’ ών η Αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν σχετική ένσταση. Ως εκ τούτου, ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να εναχθεί το ορθό πρόσωπο είναι με την καταχώρηση νέας αίτησης εργατικής διαφοράς και την επίδοσή της στο σωστό πρόσωπο, πράγμα το οποίο δεν μπορεί πλέον να γίνει, καθότι τέτοιο δικαίωμα, δυνάμει του Άρθρου 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου Ν.8/1967 («Ν.8/67»), έχει παραγραφεί.
(ε) Σε κάθε περίπτωση, η Επίδικη Αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη, καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Με την καταχώρηση της Ένστασης από την πλευρά των Καθ’ ών η Αίτηση, η Ενδιάμεση Αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση με Γραπτές Αγορεύσεις, η οποία, εν τέλει, έλαβε χώρα στις 6/2/2026, ημερομηνία κατά την οποία τόσο η πλευρά του Αιτητή όσο και η πλευρά των Καθ’ ών η Αίτηση προχώρησαν στην παρουσίαση των Γραπτών Αγορεύσεών τους (οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Χ1 και Τεκμήριο Χ2, αντίστοιχα) και η απόφαση επί της Ενδιάμεσης Αίτησης επιφυλάχθηκε.
Υπογραμμίζεται ότι οι δικηγόροι των Καθ’ ών η Αίτηση, κατά την ημερομηνία αυτή, δήλωσαν ότι υιοθετούν το περιεχόμενο των Γραπτών Αγορεύσεών τους και σε σχέση με τη ΣΕΔΙΠΕΣ, την οποία εκπροσωπούν επίσης (έχοντας καταχωρήσει και σχετικό έγγραφο εμφάνισης στο φάκελο της υπόθεσης).
ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Εξετάζοντας το σύνολο των στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μας σε σχέση με την Ενδιάμεση Αίτηση, καταλήξαμε, καταρχάς, στο συμπέρασμα ότι αυτό που αιτείται ο Αιτητής στο πλαίσιο της είναι όπως του επιτραπεί η τροποποίηση του τίτλου και των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης, με τέτοιο τρόπο που, σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης, να σημειώνεται πλέον ως Καθ’ ών η Αίτηση η ΣΕΔΙΠΕΣ αντί της ΚΕΔΙΠΕΣ.
Ενόψει του συμπεράσματος αυτού και με δεδομένο ότι το αίτημα του Αιτητή προσκρούει σε σειρά ενστάσεων που προβάλλονται από την πλευρά των Καθ’ ών η Αίτηση, φέραμε στην προσοχή μας τις νομικές αρχές που αφορούν το ζήτημα αυτό, οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως:
Τα ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας που λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δ.Ε.Δ. (όπως είναι αυτό που τίθεται προς εξέταση ενώπιόν μας στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης) ρυθμίζονται με βάση τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Διαδικαστικός Κανονισμός) 1/1999 («Κανονισμός»), ο οποίος εμπεριέχει σχετικές πρόνοιες που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζουν:
(α) Τις διαδικασίες καταχώρησης ενδιάμεσων αιτήσεων στο πλαίσιο της ενώπιον του Δ.Ε.Δ. διαδικασίας.
Ειδικότερα, ως προς το εν λόγω ζήτημα, ο Κανονισμός 12(1) προβλέπει ότι ενδιάμεσες αιτήσεις υποβάλλονται εγγράφως, είναι σύμφωνες και περιέχουν τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6, οι οποίες (ως διαφαίνεται από το κείμενο του τύπου αυτού) είναι οι εξής:
«1. Αιτούμενη θεραπεία.
2. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση (εκθέσατε συνοπτικώς).
3. Νομική βάση της Αίτησης (Προσδιορίσατε τα άρθρα τύπου Νόμου ή και τον Κανονισμό στα οποία βασίζεται η Αίτηση.»
Επίσης, ο Κανονισμός 12(4) προβλέπει ότι ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, εντός 7 ημερών από τη γνωστοποίηση της αίτησης, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 7, οι οποίες (ως διαφαίνεται από το κείμενο του τύπου αυτού) είναι οι εξής:
«2. Λόγοι στους οποίου βασίζεται η ένσταση (εκθέσατε συνοπτικώς).
3. Νομική βάση της ένστασης (Προσδιορίσατε τα άρθρα του Νόμου ή και τον Κανονισμό στα οποία βασίζεται η ένσταση).»
(β) Το ζήτημα ύπαρξης δικονομικού/διαδικαστικού κενού εκ των προνοιών του.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Κανονισμός 17 προβλέπει ότι:
«Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.»
(γ) Τα όρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δ.Ε.Δ. ως προς τη ρύθμιση της ενώπιόν του διαδικασίας.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Κανονισμός 11 προβλέπει ότι:
«(1) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ασκώντας τη διακριτική του εξουσία μπορεί - …
(β) να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωσή της· …
(2) Τηρουμένων των προνοιών των παρόντων Κανονισμών, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία»
Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με τα όρια αυτά, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 1635, όπου σημειώθηκε ότι η δίκη ενώπιον του Δ.Ε.Δ. «διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα και όχι εκείνο της αντιπαράθεσης», το οποίο «παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς»[1].
Παρά όμως τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο Κανονισμός δεν εμπεριέχει οποιεσδήποτε ειδικές ή άλλες ρυθμίσεις σε σχέση με το υπό κρίση εδώ ζήτημα, με αποτέλεσμα, υπό το φως των όσων προβλέπει ο Κανονισμός 17 (ανωτέρω), αυτό να πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων, σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας («Θεσμοί») και κυρίως της διάταξης της Δ.25 θ.1 η οποία, σύμφωνα με τα όσα ανάφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά. (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1005, προσδίδει στο Δικαστήριο εξουσία παροχής άδειας για τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας:
«ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων.»
Σημειώνεται ότι οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην βάση της Δ.25 θ.1, ως αυτές συνοψίστηκαν στην απόφαση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others (1989) 1 Α.Α.Δ. 33, είναι οι εξής:
«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30. 2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»
Επιπρόσθετα, με δεδομένο ότι το βασικό αίτημα του Αιτητή αφορά τροποποίηση του τίτλου της Επίδικης Αίτησης με τέτοιο τρόπο που να σημειώνεται πλέον ως Καθ’ ών η Αίτηση η ΣΕΔΙΠΕΣ αντί της ΚΕΔΙΠΕΣ, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα της διάταξης της Δ.25 θ.5, η οποία προβλέπει ότι:
«5. Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 443, (στην οποία εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της υπόθεσης μετά την έκδοση απόφασης) όπου αυτό ανέφερε ότι τα δικαστήρια δύνανται να επικαλούνται τις πρόνοιες της εν λόγω διάταξης για σκοπούς τροποποίησης τίτλου υπόθεσης, νοουμένου ότι η τροποποίηση αφορά απλή διόρθωση λανθασμένου ονόματος (misnomer).
Σε σχέση με το ζήτημα αυτό (ήτοι το ζήτημα τροποποίησης του τίτλου υπόθεσης ενόψει απλής διόρθωσης λανθασμένης περιγραφής ονόματος (misnomer)), οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L. (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1805:
(α) Επιβεβαίωσε τον κανόνα ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια οφείλουν να εκδίδουν σχετικά διατάγματα τροποποίησης, όταν καταλήγουν σε κρίση ότι αυτό που επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος (misnomer), σημειώνοντας τα εξής:
«Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria" (1983) 1 C.L.R. 106).
Στην υπόθεση Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam (1979) 1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. …
Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδόσει (Etablissement Bandelot ν. R. S. Graham and Co Ltd [1953] 1 All E.R. 149).»
(β) Προσέφερε καθοδήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαγιγνώσκεται κατά πόσον μία περίπτωση αφορά πράγματι αίτημα για τη διόρθωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος, σημειώνοντας τα εξής:
«Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης»
Επιπρόσθετα, στην πολύ σημαντική επί του θέματος απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σ.Χ. Χαρικλείδη κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1608, το Ανώτατο Δικαστήριο:
(i) Ανέφερε ότι εκείνο που τα Δικαστήρια οφείλουν να πράττουν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να διακρίνουν κατά πόσον η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά απλή διόρθωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου. Εάν ισχύει το πρώτο, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή, ακόμη και σε περίπτωση που σχετική προθεσμία που θέτει ο περί Παραγραφής Νόμος ή άλλος νόμος έχει παρέλθει. Εάν, όμως, ισχύει το δεύτερο, η τροποποίηση, σε περίπτωση που η σχετική προθεσμία έχει παρέλθει, δεν είναι επιτρεπτή και η αίτηση τροποποίησης υπόκειται σε απόρριψη.
(ii) Επεξήγησε ότι (υπό το φως του σκεπτικού της σχετικής απόφασης Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672) βασικό κριτήριο της διάκρισης αυτής αποτελεί το:
«…πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πει στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)".»
(iii) Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα και το σκεπτικό τόσο της απόφασης Davies πιο πάνω όσο και της σχετικής απόφασης Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385 (στα οποία έκανε ειδική αναφορά), κατέληξε σε συμπέρασμα ότι η ενώπιον του περίπτωση αφορούσε σφάλμα περί το όνομα (misnomer) σημειώνοντας τα εξής:
«Έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να εναγάγουν την οντότητα εκείνη η οποία είναι κατά το νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των επιδίκων αποζημιώσεων. Η οντότητα εκείνη είναι ο προτεινόμενος διάδικος. Έχουμε, επίσης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Ούτε είχε αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από μια ανάγνωση της Παραπομπής και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους. Οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του κλητηρίου - εδώ της Παραπομπής - και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή - στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν, κατά το νόμο, υπεύθυνη για την καταβολή των αποζημιώσεων. Όπως έχουμε υποδείξει αυτή η οντότητα ήταν ο προτεινόμενος διάδικος και ότι απλώς περίγραψαν λανθασμένα το όνομα του. Η Αποζημιούσα Αρχή στον τίτλο της Παραπομπής δεν μπορούσε να ήταν άλλη από τον προτεινόμενο διάδικο και δεν μπορούσε να εκληφθεί από οποιοδήποτε λογικό άτομο ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον προτεινόμενο διάδικο. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι πρόκειται σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Η επίδικη προσθήκη μπορούσε να λάβει χώραν ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.…
Πριν εγκαταλείψουμε το συγκεκριμένο λόγο της έφεσης θα πρέπει να προσθέσουμε ότι η ένσταση στην παρούσα διαδικασία έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της Αποζημιούσας Αρχής. Αυτός ο παράγοντας ενδυναμώνει το πιο πάνω συμπέρασμα μας ότι η μη αρχική καταχώριση της Παραπομπής εναντίον του προτεινόμενου διαδίκου οφείλεται σε «σφάλμα περί το όνομα» (misnomer).»
(οι υπογραμμίσεις δικές μας)
ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που εκτέθηκε ανωτέρω, καθώς και τις θέσεις εκάστης πλευράς, όπως αυτές αναπτύχθηκαν τόσο στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης και της Ένστασης όσο και των Γραπτών Αγορεύσεών των δικηγόρων τους, προχωρούμε πιο κάτω με τη διατύπωση των τελικών μας συμπερασμάτων ως προς το επίδικο εδώ ζήτημα, σημειώνοντας τα εξής:
Στο πλαίσιο της Ένστασής τους, οι Καθ’ ών η Αίτηση θέτουν αρχικά ως λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι η Ενδιάμεση Αίτηση, από τη στιγμή που δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση (ως οι σχετικές επί του θέματος διατάξεις των Θεσμών επιτάσσουν), παραμένει αβάσιμη και αστήρικτη, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί.
Δεν συμφωνούμε με τη θέση αυτή. Και εξηγούμε:
Όπως σαφώς προκύπτει από τα όσα αναφέραμε πιο πάνω (βλ. πιο πάνω Κανονισμό 17), η επίκληση των διατάξεων των Θεσμών σε σχέση με διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα ενώπιον του Δ.Ε.Δ. καθίσταται νοητή μόνο σε περίπτωση ύπαρξης, στο πλαίσιο αυτού, δικονομικού κενού ως προς συγκεκριμένο ζήτημα (οπότε και το Δ.Ε.Δ. καλείται, αποφασίζοντας επί του ζητήματος αυτού, να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις των Θεσμών κατ’ αναλογία). Τέτοιο δικονομικό κενό, όμως, σαφώς δεν παρατηρείται σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα εφόσον ο Κανονισμός σε σχέση με αυτό προβλέπει ότι τα γεγονότα που τίθενται προς υποστήριξη ενδιάμεσων αιτήσεων που υποβάλλονται ενώπιον του, δεν εκτίθενται στη βάση ένορκων δηλώσεων αλλά περιγράφονται στο σώμα της ίδιας της ενδιάμεσης αίτησης, και μάλιστα, με τρόπο συνοπτικό (βλ. πιο πάνω Κανονισμό 12(1) ανωτέρω σε συνδυασμό με Τύπο 6).
Συνεπώς, ως καθίσταται σαφές, ο λόγος ένστασης αυτός δεν είναι δυνατό να πετύχει.
Περαιτέρω οι Καθ’ ών η Αίτηση θέτουν ως λόγο ένστασης και τον ισχυρισμό ότι, με δεδομένο ότι αυτό που επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η αντικατάστασή του ονόματός τους στον τίτλο της Επίδικης Αίτησης με το όνομα της ΣΕΔΙΠΕΣ (η οποία αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο από αυτούς), τότε αυτή δεν είναι επιτρεπτή, εφόσον σε σχέση με τη ΣΕΔΙΠΕΣ η σχετική επίδικη απαίτηση έχει, στη βάση του Άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67, παραγραφεί.
Σε σχέση με τον λόγο ένστασης αυτόν σημειώνουμε τα εξής:
Από το σύνολο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων προκύπτει ότι πράγματι η ΣΕΔΙΠΕΣ, το όνομα της οποίας επιδιώκεται να εισαχθεί στον τίτλο της Επίδικης Αίτησης μέσω της Ενδιάμεσης Αίτησης, αποτελεί διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τους Καθ’ ών η Αίτηση (βλ. κυρίως Τεκμήρια 1 και 2 της Ε/Δ Καλλή). Επίσης, προκύπτει ότι πράγματι η επίδικη απαίτηση δεν θα μπορούσε, στο παρόν στάδιο, να προωθηθεί εναντίον της ΣΕΔΙΠΕΣ με νέα εναρκτήρια αίτηση εργατικής διαφοράς λόγω παραγραφής, εφόσον η προθεσμία των 12 μηνών που θέτει το Άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 έχει, από τις 31/12/2019, εκπνεύσει[2].
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κρίση μας επί της Επίδικης Αίτησης θα πρέπει, στη βάση των πιο πάνω συμπερασμάτων, να οδηγηθεί αυτομάτως σε απόρριψη αυτής, εφόσον, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές (βλ. κυρίως την απόφαση Χαρικλείδη (πιο πάνω)), η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση διατάγματος τροποποίησης τίτλου υπόθεσης σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι δυνατή ακόμη και αν η σχετική προθεσμία έχει παρέλθει (νοουμένου, φυσικά, ότι η επίδικη περίπτωση συνιστά απλή διόρθωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και όχι προσθήκη διαδίκου).
Με αυτό υπόψη, η τελική μας κρίση ως προς τον λόγο αυτό ένστασης, διαμορφώνεται ως εξής:
Έχοντας εξετάσει τα όσα έχει αναφέρει σχετικά το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Χαρικλείδη (όπως αυτά σημειώθηκαν ανωτέρω), καθίσταται σαφές ότι η κρίση του περί ύπαρξης, σε σχέση με την υπόθεση ενώπιόν του, περίπτωσης σφάλματος ως προς το όνομα (misnomer), στηρίχθηκε κυρίως στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε (κατόπιν εξέτασης των ενώπιόν του στοιχείων και δεδομένων) ότι:
(α) Η πρόθεση του αιτούντος την τροποποίηση διαδίκου ήταν, εξ αρχής, να στραφεί κατά της οντότητας που, κατά νόμο, έφερε την ευθύνη για την καταβολή των επιδίκων αποζημιώσεων, η οποία ήταν ο προτεινόμενος διάδικος.
(β) Κάθε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του σχετικού δικογράφου, εξετάζοντάς το στο σύνολό του, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτό στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν, κατά το νόμο, υπεύθυνη για την καταβολή αποζημιώσεων.
(γ) Ο προτεινόμενος διάδικος ουδέποτε τελούσε υπό οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η διαδικασία τον αφορούσε και ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η επίδικη διαφορά.
Έχοντας αυτό υπόψη παρατηρούμε ότι τα πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση με την παρούσα περίπτωση, εφόσον, έχοντας εξετάσει το σύνολο των στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μας στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι:
(α) Η πρόθεση του Αιτητή ήταν, εξαρχής, να στραφεί, μέσω της Επίδικης Αίτησης, εναντίον της οντότητας εκείνης η οποία εκ του Νόμου (και συγκεκριμένα εκ του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/1967), φέρει, ως κατ΄ ισχυρισμόν εργοδότης του, την ευθύνη (σε περίπτωση επιτυχίας της Επίδικης Αίτησης) για την καταβολή αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση προς όφελός του, η οποία, σύμφωνα με τα όσα σημειώνουν στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης όλες οι πλευρές, ήταν η ΣΕΔΙΠΕΣ.
(β) Κάθε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης της Επίδικης Αίτησης και των Γενικών Λόγων αυτής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτή στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που είναι, κατά το νόμο, υπεύθυνη (σε περίπτωση επιτυχίας της Επίδικης Αίτησης) για την καταβολή αποζημιώσεων, προς όφελος του Αιτητή (που είναι, ως αναφέραμε πιο πάνω, η ΣΕΔΙΠΕΣ).
(γ) Η ΣΕΔΙΠΕΣ γνώριζε εξ αρχής τόσο περί της ύπαρξης της Επίδικης Αίτησης όσο και το γεγονός ότι ήταν η οντότητα η οποία, σε περίπτωση που η Επίδικη Αίτηση πετύχαινε, θα είχε την ευθύνη για την καταβολή αποζημιώσεων προς όφελος του Αιτητή, κάτι που προκύπτει σαφώς, βρίσκουμε, κυρίως από το γεγονός ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ (η οποία, ως η σχετική δικαστική γνώση[3] που λάβαμε στη βάση της Γνωστοποίησης Αριθμός 5671 που εκδόθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 10 Οκτωβρίου 2022[4], αποτελεί 100% θυγατρική εταιρεία της ΣΕΔΙΠΕΣ) στο πλαίσιο των Γενικών Λόγων της Επίδικης Αίτησης, αναφέρθηκε εκτενώς στη σχέση μεταξύ ΣΕΔΙΠΕΣ και Αιτητή, προσφέροντας μάλιστα και εκτενείς λεπτομέρειες και στοιχεία ως προς αυτή (συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών που αφορούν την συμφωνία στη βάση της οποίας προέκυψε η σχέση, τα ποσά που ελάμβανε ο Αιτητής εξ αυτής, του περιεχομένου των σχετικών επιστολών που ανταλλάχθηκαν κατά τον τερματισμό της σχέσης κ.α.).
Συνεπακόλουθα, οδηγούμαστε αναπόδραστα στο ίδιο συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση Χαρικλείδη, ήτοι ότι η αιτούμενη στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης τροποποίηση συνιστά περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer), με αποτέλεσμα η αιτούμενη τροποποίηση, ως προς τούτο, να είναι επιτρεπτή.
Ως προς το συμπέρασμά μας αυτό, τονίζουμε ότι, όπως το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Χαρικλείδη ότι το γεγονός καταχώρησης της ένστασης εκ μέρους του «προτεινόμενου διάδικου» ενισχύει το σχετικό συμπέρασμά του ότι η ενώπιον του περίπτωση αφορούσε περίπτωση σφάλματος επί του ονόματος, έτσι και στην παρούσα περίπτωση θεωρούμε ότι το δικό μας πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι:
(α) Οι Καθ’ ών η Αίτηση παρουσίασαν στο πλαίσιο της Ένστασης έγγραφα που αφορούν και προκύπτουν σε σχέση με την ΣΕΔΙΠΕΣ όπως είναι η επιστολή στη βάση της οποίας η ΣΕΔΙΠΕΣ τερμάτισε την σχετική συμφωνία μεταξύ αυτής και του Αιτητή (Τεκμήριο 3 της Ε/Δ Καλλή) και η επιστολή που αποστάλθηκε από την δικηγόρο του Αιτητή απευθυνόμενη προς την ΣΕΔΙΠΕΣ (Τεκμήριο 4 της Ε/Δ Καλλή).
(β) Η ΣΕΔΙΠΕΣ η οποία καταχώρησε εμφάνιση στη σχετική διαδικασία, υιοθέτησε σε σχέση με την Ενδιάμεση Αίτηση, εκπροσωπούμενη από τους ίδιους δικηγόρους με τους Καθ’ ών η Αίτηση, το περιεχόμενο των Γραπτών Αγορεύσεων τους ως έχει.
ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγουμε σε τελική κρίση ότι είναι δίκαιο και ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδώσουμε, προς όφελος του Αιτητή, τα αιτούμενα, στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, διατάγματα τροποποίησης.
Τονίζουμε ότι για την κατάληξή μας αυτή συνεκτιμήσαμε, πέραν των πιο πάνω και τα εξής:
(α) Την εξουσία που μας παρέχει ο Κανονισμός όπως εκδώσουμε οποιοδήποτε διάταγμα κρίνουμε αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή για την ολοκλήρωσή της και, αφετέρου, τηρουμένων των προνοιών των παρόντων Κανονισμών, να καθορίζουμε την ενώπιόν σχετική με αυτή διαδικασία.
(β) Τη καθοδήγηση που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο όσον αφορά τον χειρισμό περιπτώσεων όπως η παρούσα (βλ. κυρίως απόφαση Ferro Fashions (ανωτέρω)) σύμφωνα με την οποία τα Δικαστήρια δεν πρέπει να επιτρέπουν σε πρόσωπα να αποκτούν πλεονέκτημα από λανθασμένη περιγραφή ονόματος «όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα», ούτε να αφήνουν λανθασμένη περιγραφή ονόματος διαδίκου να επηρεάζει, σε οποιαδήποτε περίπτωση, την κρίση τους επί της ουσίας της υπόθεσης.
(γ) Το γεγονός ότι, παρότι πράγματι υπήρξε, ως οι σχετικός ισχυρισμός / λόγος ένστασης των Καθ’ ών η Αίτηση, πολύ μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με την καταχώρηση της Ενδιάμεσης Αίτησης από την πλευρά του Αιτητή (εφόσον οι λόγοι που, κατά τους ισχυρισμούς της πλευράς του Αιτητή, καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη είχαν περιέλθει σε γνώση της τουλάχιστον από τις 5/7/2019, ημερομηνία καταχώρησης των Γενικών Λόγων εμφάνισης από τους Καθ’ ών η Αίτηση), εντούτοις, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα (βλ. κυρίως απόφαση Φοινιώτη (ανωτέρω)), αυτό δεν δύναται να αποτελέσει από μόνο του λόγο απόρριψης της σχετικού αιτήματος τροποποίησης, εκτός και αν συνοδεύεται και από εύρημα κακοπιστίας του αιτούντος διαδίκου ή πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας στον αντίδικο, κάτι που, στην παρούσα περίπτωση, σε καμία περίπτωση βρίσκουμε να ισχύει[5].
(δ) Το ότι, παρά τη μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρησή της Επίδικης Αίτησης, ως σημειώνεται ανωτέρω, εντούτοις αυτή καταχωρίστηκε προ της έναρξης της σχετικής ακροαματικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα πρόκλησης, εκ του χρόνου που καταχωρείται, ανεπανόρθωτης ζημίας στην άλλη πλευρά ή παραβίασης του δικαιώματος που προκύπτει εκ του άρθρου 30(2) του Συντάγματος για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. απόφαση Φοινιώτη (ανωτέρω)).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Επίδικης Αίτησης και των Γενικών Λόγων αυτής ως τα αιτητικά Α και Β της αίτησης ημερομηνίας 11/9/2025.
Τροποποιημένη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς και Γενικοί Λόγοι να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι εμφάνισης να καταχωρηθούν εντός 15 ημέρων από την καταχώρηση αυτή.
Τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 11/9/2025 καθώς και αυτά που θα προκύψουν από την τροποποίηση επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ών η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Α. Βασιλείου, Μέλος. Α. Αποστόλου, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Interim
(Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης του τίτλου).
[1] Βλ. σχετικά και αποφάσεις Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 60/2010, ημερ. 14/10/2014, Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12, ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250, και Bouygues Batiment International. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011, ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253.
[2] Όταν και συμπληρώθηκαν 12 μήνες από την ημερομηνία τερματισμού της σχέσης μεταξύ Αιτητή και ΣΕΔΙΠΕΣ.
[3] Ως προς τη λήψη δικαστικής γνώσης στη βάση γνωστοποιήσεων που δημοσιεύονται, στη βάση Νόμου, στην Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σημειώνουμε ότι στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (Β΄ Έκδοση), σελ. 259, αναφέρονται τα εξής:
«Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση διαφόρων γνωστοποιήσεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας χωρίς να παρίσταται ανάγκη κατάθεσής τους ως τεκμηρίων (Κυπριακή Δημοκρατία ν Ιωσήφ και Άλλης (2004) 3 ΑΑΔ 420). Κατά το άρθρο 43 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, η παρουσίαση αντιγράφου νόμου, δημόσιου εγγράφου, δημόσιας ειδοποίησης, Καταστατικού Χάρτη, Εξουσιοδότησης, Συνθήκης, Ανοικτών Γραμμάτων και Διορισμού, που περιέχονται σε τυπωμένη συλλογή νόμων που φέρονται ότι τυπώθηκαν και δημοσιεύθηκαν με επίσημη έγκριση ή που περιέχονται σε έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ή που αναφέρονται ότι τυπώθηκαν από το Κυβερνητικό Τυπογραφείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία σε όλα τα Δικαστήρια και για όλους τους σκοπούς για την κανονική ετοιμασία ή έκδοση και έννοια αυτών. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαριλάου και Άλλων (2004) 2 ΑΑΔ 479, οι εφεσίβλητοι κατηγορούνταν ότι εξέθεσαν προς πώληση στο κατάστημά τους στη Λάρνακα 14 ψηφιακούς βιντεοδίσκους (DVD), οι οποίοι περιείχαν κινηματογραφικά έργα, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης σχετικού καταλόγου ταινιών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 5 του Περί Προστασίας της Εμπορικής Εκμετάλλευσης Κινηματογραφικών Ταινιών Νόμου 159/90. Ο κατάλογος των ταινιών είχε δημοσιευτεί προηγουμένως στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν τον παρουσίασε. Οι εφεσίβλητοι αθωώθηκαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αποφάνθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να είχε λάβει δικαστική γνώση του σχετικού καταλόγου, αποδέχθηκε την έφεση και διέταξε επανεκδίκαση.»
[4] Βλ. συγκεκριμένα Γνωστοποίηση Αριθμός 5671 που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 19(5) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(I)/2015), ως τροποποιήθηκε και εκδόθηκε στο Τμήμα Β της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας (Αριθμός 5391) στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (η «ΣΕΔΙΠΕΣ») με Αρ. Εγγραφής 88 και η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (η «ΚΕΔΙΠΕΣ») με Αρ. Εγγραφής ΗΕ 387704, γνωστοποιούν προς όλους τους δανειολήπτες στους οποίους η ΣΕΔΙΠΕΣ έχει παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις (οι «Πιστωτικές Διευκολύνσεις») και σε όλους τους παρόχους εξασφαλίσεων που παρείχαν εξασφαλίσεις σε σχέση με τις Πιστωτικές Διευκολύνσεις, τη μεταβίβαση όλων των Πιστωτικών Διευκολύνσεων και των συναφών με αυτές εξασφαλίσεων στην ΚΕΔΙΠΕΣ, 100% θυγατρική εταιρεία της ΣΕΔΙΠΕΣ, δυνάμει μεταξύ τους Συμφωνίας Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων, ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2022.»
[5] Σε σχέση με το ζήτημα ευρήματος κακοπιστίας ως προς τη συμπεριφορά του αιτούντα διάδικου, αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί τέτοια κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο