Roman Galiev ν. VISTABROKERS CIF LTD, Αρ. Αίτησης: 389/16, 24/4/2026
print
Τίτλος:
Roman Galiev ν. VISTABROKERS CIF LTD, Αρ. Αίτησης: 389/16, 24/4/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                   Μ. Αγαθοκλέους        )

                   Χ. Σόλου                      ) Μελών 

 

                                                                                           Αρ. Αίτησης: 389/16

 

Μεταξύ:

Roman Galiev

                                                                                                            Aιτητής

και

 

VISTABROKERS CIF LTD

Καθ’ ων η Αίτηση

 

------------------

 

 

Ημερομηνία: 24/4/26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτητή: κ. Γενεράλης

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Ανδρονίκου με την κα Κονναρή

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία έχει συσταθεί στην Κύπρο δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και η οποία ασκεί χρηματοπιστωτικές εργασίες και κατέχει σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.

 

Ο Αιτητής, σύμφωνα με τις πρόνοιες γραπτής συμφωνίας μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 13/01/2015 με τίτλο «Εmployment Agreement» (μέρος του Τεκμηρίου 1) («η Συμφωνία Εργοδότησης»), προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως «Head of Dealing Room Function» για περίοδο 2 ετών με μηνιαίο ακαθάριστο μισθό €1.936. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 01/05/2015, η οποία έγινε μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας με τίτλο «Αppendix A Addendum of Employment Agreement» (μέρος του Τεκμηρίου 1) («η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/05/2015») και η οποία, σύμφωνα με τους όρους της, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Εργοδότησης η περιγραφή της θέσης εργασίας του Αιτητή τροποποιήθηκε ώστε να προστεθούν στα καθήκοντα εργασίας και αυτά του «Risk Manager» και ο τίτλος εργασίας του να είναι «Head of Dealing Room Function and Risk Manager». Mε γραπτή τροποποιητική συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία φέρει ημερ. 01/09/2015 και τίτλο «Addendum of Employment Agreement» («η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015») και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Εργοδότησης, ο όρος 4.1 της Συμφωνίας Εργοδότησης τροποποιήθηκε ώστε ο μηνιαίος ακαθάριστος μισθός του Αιτητή να ανέρχεται στα €3.010.

 

Τα πιο πάνω προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα από τα δικόγραφα των διάδικων μερών και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας.

 

Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») αξιώνει εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας τις πιο κάτω θεραπείες:

 

«(α) €27.692,31 αποζημιώσεις λόγω άμεσου τερματισμού των υπηρεσιών χωρίς την λήψη της συμφωνηθείσας προειδοποίησης 24 εβδομάδων και/ή λόγω παράνομου και/ή κατά παράβαση των προνοιών του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου του 1982 τερματισμού απασχόλησης.

(β) €5.000, - οφειλόμενο μισθό Ιανουαρίου 2016.

(γ) Αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 8 ημερών κατά το 2015.

(δ) Αποζημίωση για αναλογία μη ληφθείσας άδειας για το 2016.

(ε) Αποζημιώσεις για μη μεταβίβαση 10% μετοχών που καθ’ ου η αίτηση, ήτοι 73.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1, - η κάθε μία, κατά παράβαση συμφωνίας.

(στ) Διαζευκτικά προς το (ε), Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας για μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών στον αιτητή.

(ζ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.

(η) Νόμιμο τόκο.»

 

 

Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τον Μάρτιο του 2015 ο μηνιαίος μισθός του αυξήθηκε σε €2.300. Ότι δυνάμει γραπτής τροποποιητικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας στις 18/05/2015 (α) οι απολαβές του αυξήθηκαν σε καθαρό μηνιαίο μισθό €3.500 πλέον 10% bonus επί του μηνιαίου καθαρού κέρδους της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) καθορίστηκε ότι σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία αυτή θα όφειλε να του δώσει 24 εβδομάδες προειδοποίηση. Ότι τον Αύγουστο του 2015 οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας συμφώνησαν όπως του μεταβιβάσουν το 20% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας δωρεάν και τον διορίσουν ως Chief Executive Director της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του αυξήθηκε σε €5.000. Ότι την 01/02/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία του κοινοποίησε απόφαση των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 14/12/2015, η οποία λήφθηκε στην απουσία του, για τερματισμό των υπηρεσιών του αμέσως και χωρίς προειδοποίηση και του παρέδωσε επιστολή ημερ. 26/01/2016 με την οποία του τερμάτιζε αμέσως την απασχόλησή του δυνάμει του όρου 11 της Συμφωνίας Εργοδότησης. Είναι η θέση του ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του είναι παράνομος.

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία με το έγγραφο εμφάνισής της («το Έγγραφο Εμφάνισης») απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή για αύξηση του μισθού του και ισχυρίζεται ότι ο μηνιαίος ακαθάριστος μισθός του Αιτητή από την 01/09/2015 ανερχόταν στο ποσό των €3.010. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή για τροποποίηση της Συμφωνίας Εργοδότησης στις 18/05/2015 αναφέρει ότι οι, κατ’ ισχυρισμόν του, τροποποιητικές συμφωνίες «είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή χωρίς νομική ισχύ και/ή άλλως πως καθότι δεν υπογράφηκαν από μάρτυρες, δεν υπάρχει συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου και έγιναν κατόπιν παραπλάνησης και ψυχικής πίεσης». Αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή καθότι (1) αδυνατούσε να εκτελέσει την εργασία του με ικανοποιητικό τρόπο και/ή επέδειξε απρεπή διαγωγή, (2) με τις πράξεις του δημιούργησε ένα ανεπιθύμητο περιβάλλον εργασίας και ενήργησε κατά παράβαση των κανόνων απασχόλησής του, (3) οι σχέσεις του με το υπόλοιπο προσωπικό, τους μετόχους και το Διοικητικό Συμβούλιο είχαν διασαλευθεί, (4) εκβίαζε και εξύβριζε το Διοικητικό Συμβούλιο και τους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν υπάκουε στις οδηγίες και εντολές των μετόχων, (5) προσπάθησε να οδηγήσει την Εργοδότρια Εταιρεία σε παράνομες συναλλαγές και/ή παραπλάνησε τους υπόλοιπους διευθυντές αναφορικά με νέους συνεργάτες και δεν προέβαινε στις νενομισμένες διαδικασίες για καινούργιους πελάτες, (6) παραπλανούσε τους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας με τεχνικές προώθησης όπως το non-deposit bonus και προσέλκυσε πελατολόγιο με τρόπο που ζήμιωσε η Εργοδότρια Εταιρεία και (7) με τις πράξεις του προκάλεσε στην Εργοδότρια Εταιρεία ζημιές €150.000. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συμφώνησε με το Διοικητικό Συμβούλιο της Εργοδότριας Εταιρείας να αποχωρήσει από την εργασία του. Στη βάση των πιο πάνω εξαιτείται απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της.

 

Σημειώνουμε ότι στις 23/01/2025 ο δικηγόρος που εμφανιζόταν τότε για τον Αιτητή και ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας είχαν συμφωνήσει με προηγούμενες υποδείξεις του Δικαστηρίου ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν τη μη μεταβίβαση μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας προς αυτόν και ο δικηγόρος του Αιτητή υπέβαλε αίτημα για παραπομπή των εν λόγω αξιώσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας έφερε ένσταση στο εν λόγω αίτημα και το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 23/01/2025 απέρριψε το αίτημα του δικηγόρου του Αιτητή.  Στις 28/05/2025 ο νέος δικηγόρος του Αιτητή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο αποφασίσει ρητά το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σχετικά με τις αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν τη μη μεταβίβαση μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας προς αυτόν και ζήτησε ξανά όπως οι εν λόγω αξιώσεις παραπεμφθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 28/05/2025 σημείωσε τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν τη μη μεταβίβαση μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας προς αυτόν και απέρριψε εκ νέου το αίτημα του Αιτητή για παραπομπή των εν λόγω αξιώσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω η οποιαδήποτε μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις εν λόγω αξιώσεις δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

 

Βάρος απόδειξης- Νομική Πτυχή          

 

Α. Τερματισμός της Απασχόλησης του Αιτητή

 

(i) Το άρθρο 3(1) του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Εφόσον στο δικόγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας γίνεται αναφορά σε ανεπαρκή απόδοση του Αιτητή και/ή απρεπή και προβληματική διαγωγή του Αιτητή και/ή μη υπακοή του Αιτητή στις εντολές της Εργοδότριας Εταιρείας, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει με βάση τους λόγους που προβάλλει στο Έγγραφο Εμφάνισής της ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή το δικαίωμα αποζημίωσης. Παραθέτουμε πιο κάτω τις εν λόγω παραγράφους του άρθρου 5 του Νόμου:

 

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον:

Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης.

(β)………………………………………………………………………

(γ) …………………………………………………………………………….

(δ) …………………………………………………………………………..

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον·

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·

(ii) διάπραξις σοβαρού παρα

πτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·

(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»

 

 

Όπως έχει νομολογηθεί, το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο[1]. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλ. Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318). Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[2] («within the band of reasonable responses of reasonable employer») (Βλ. Πολ. Έφεση Αρ. 103/12 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 07/07/2017[3]).

 

Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[4] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[5] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι:

 

«Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες.  Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»

 

Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτουμένου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) 1 ALL ER 513).

        

(α) Μη ικανοποιητική απόδοση

 

Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύθηκε λόγω μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων του, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης θα δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις να απολύσει ένα εργοδοτούμενο για αυτή την μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας[6]. Για να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα θα πρέπει να εξεταστούν τα πιο κάτω τρία ζητήματα:

 

(1)          Κατά πόσον ο εργοδότης είχε εύλογους λόγους να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνο της απόλυσης ήταν τέτοιας φύσης και ποιότητας που δικαιολογεί την απόλυσή του[7].  Αυτό που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσον ο εργοδότης είχε ενώπιόν του υλικό το οποίο τον ικανοποιούσε ότι ο εργοδοτούμενος δεν είναι ικανός να εκτελέσει τα εργασιακά του καθήκοντα και στο οποίο μπορούσε εύλογα να βασιστεί για να πάρει την απόφαση απόλυσης.  Ο εργοδότης έχει το βάρος να προσκομίσει μαρτυρία που να δεικνύει τη μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας από τον εργοδοτούμενο. Η μαρτυρία που χρειάζεται για να αποδειχτεί η ανεπαρκής απόδοση που δικαιολογεί απόλυση διαφέρει από εργασία σε εργασία και εκτός από τα αποτελέσματα της εργασίας του εργοδοτουμένου λαμβάνεται υπόψη και η γνώμη του εργοδότη που σχημάτισε παρακολουθώντας την απόδοση του εργοδοτουμένου υπό την προϋπόθεση ότι η γνώμη αυτή είναι γνήσια.       

(2)          Κατά πόσον ο εργοδότης προέβηκε σε εύλογες προσπάθειες να προειδοποιήσει τον εργοδοτούμενο για την απόδοσή του και ότι υπάρχει το ενδεχόμενο απόλυσής του και να εξακριβώσει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος μπορεί να βελτιωθεί. Στην James v. Waltham Holy Cross UDC [1973] ICR 398 λέχθηκαν τα εξής: “An employer should be very slow to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do his job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance.”  Το House of Lords στην απόφαση του Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1988] ICR 142 παρατήρησε ότι στην πλειοψηφία των υποθέσεων οι εργοδότες δεν θα μπορούν να θεωρηθούν ότι ενήργησαν εύλογα απολύοντας ένα εργοδοτούμενο για ανεπαρκή απόδοση εκτός αν έχουν δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως δίκαιες προειδοποιήσεις και την ευκαιρία να βελτιωθεί.  Στο σύγγραμμα St. D. Anderman (πιο πάνω) στη σελ. 231 αναφέρονται τα πιο κάτω: “…tribunals may decide that a dismissal is unfair because employers have not met the standard of all ‘reasonable employers’ in respect of communicating their dissatisfaction to the employee, with an adequate indication of the employee’s shortcomings as well as providing an adequate indication that his job has been placed in jeopardy by these shortcomings. Moreover tribunals remain entitled to find a dismissal unfair where the employer fails to provide the employee with a reasonable opportunity to demonstrate an improvement”[8].  Στην υπόθεση McPhail v. Gibson [1977] ICR 42 αναφέρθηκε ότι η προειδοποίηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για ένα ανώτερο εργαζόμενο (senior employee) εφόσον οποιοσδήποτε εργοδοτούμενος σε οποιαδήποτε κλίμακα πρέπει να γνωρίζει ότι θέτει την εργασία του σε ρίσκο με την ανικανότητα ούτως ώστε να έχει την ευκαιρία να βελτιωθεί. Στην περίπτωση που ένας εργοδότης προειδοποιήσει τον εργοδοτούμενο ότι κινδυνεύει να απολυθεί και στη συνέχεια τον απολύσει χωρίς να του δώσει μια δίκαιη ευκαιρία να βελτιωθεί ή χωρίς να αφήσει να περάσει μια επαρκής περίοδος ώστε να μπορεί να κρίνει κατά πόσον υπήρξε μια βελτίωση, τότε η απόλυση μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Το ερώτημα, τι συνιστά εύλογη περίοδος, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Η φύση της εργασίας, η περίοδος υπηρεσίας του εργοδοτουμένου, η θέση και η προηγούμενη εργασιακή απόδοση του εργοδοτουμένου είναι σχετικοί παράγοντες. Στην υπόθεση Evans v. George Galloway & Co [1974] IRLR 167 κρίθηκε ότι πέντε (5) εβδομάδες δεν είναι αρκετή περίοδος για ένα υπεύθυνο που εργαζόταν έξι (6) χρόνια. Στην υπόθεση Sibun v. Modern Telephones Ltd [1976] IRLR 81 αναφέρθηκε ότι τρία (3) χρόνια θα ήταν κατάλληλη περίοδος για ένα πωλητή που εργαζόταν αποδοτικά για 20 χρόνια.

(3)          Κατά πόσον ο εργοδότης αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου στη βάση της μη ικανοποιητικής απόδοσης ενήργησε εύλογα λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της περίπτωσης όπως π.χ. την προηγούμενη εργασιακή συμπεριφορά που επέδειξε ο εργοδοτούμενος, τα χρόνια υπηρεσίας του εργοδοτουμένου, τη συμπεριφορά του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο και το αν ο εργοδότης τήρησε τις υποχρεώσεις προς τον εργοδοτούμενο παρέχοντας του όλα τα αναγκαία εφόδια και την αναγκαία επίβλεψη, εκπαίδευση και στήριξη για την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του εργοδοτουμένου[9]. (βλ. St. D. Anderman (πιο πάνω) στις σελίδες 232-234).

 

(β) Απρεπής διαγωγή - Αρνητική Εργασιακή Διαγωγή

 

Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Περαιτέρω ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση[10]. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά (υποχρέωση πίστης) και οφείλει (1) να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και (2) να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του» (βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562).  Ο εργοδοτούμενος οφείλει λοιπόν να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του, δηλαδή το κύρος του εργοδότη, την καλή φήμη της επιχείρησης του εργοδότη, την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει ο εργοδότης. Εντός των πλαισίων αυτής της υποχρέωσης ο εργοδοτούμενος οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό προς τη διεύθυνση του εργοδότη και τους συναδέλφους του και να μην προβαίνει σε πράξεις προσβολής της προσωπικότητας, του κύρους και της καλής φήμης του εργοδότη και των αντικειμενικών συμφερόντων της επιχείρησης.

 

Ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (βλ. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια, (2006) 1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (2004) 1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Να σημειωθεί ότι για μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos (1968) 1 C.L.R. 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 C.L.R. 302). Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσον η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή, στον βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση.

 

Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής.  Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π.. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας.  Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου.

 

Στην υπόθεση KEM (TAXI) LTD v. Tryfonos (1968) 1 C.L.R. 52 τονίστηκε η σημασία της πειθαρχίας και της καλής συμπεριφοράς εκ μέρους των εργοδοτούμενων σε μια επιχείρηση καθότι συναρτάται με την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης. Η εκδήλωση συμπεριφοράς ενός εργοδοτουμένου που καταδεικνύει απειθαρχία και/ή έλλειψη σεβασμού προς τον εργοδότη και προς τους συναδέλφους του και μη συνεργασία του με τους συναδέλφους του θεωρούνται ως σοβαρά παραπτώματα που μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις εργοδότη - εργοδοτούμενου και να καταλήξουν δικαιολογημένα στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Πράξεις άρνησης εκτέλεσης λογικών οδηγιών του εργοδότη, μη συμμόρφωσης με εύλογες οδηγίες του εργοδότη, επίδειξης ασέβειας προς τον εργοδότη ή τους προϊστάμενους είτε λεκτικά (χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς και/ή υβριστικές/προσβλητικές και/ή προκλητικές φράσεις) είτε με φυσικές χειρονομίες (όπως ειρωνικό ύφος) προς το πρόσωπο του εργοδότη και/ή προς τους προϊσταμένους και/ή τους συναδέλφους του, μη θετικής ανταπόκρισης σε καλόπιστη κριτική και/ή καλόπιστες παρατηρήσεις του εργοδότη είναι πράξεις που δεικνύουν απειθαρχία του εργοδοτουμένου και μη σεβασμό προς το πρόσωπο του εργοδότη. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτουμένος χρησιμοποίησε προσβλητικές φράσεις ή επέδειξε φανερή και ξεκάθαρη ασέβεια προς τους προϊσταμένους του, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τις περιστάσεις που περιβάλλουν τα εν λόγω περιστατικά όπως π.χ. τον χώρο που έγιναν, αν υπήρξε πρόκληση εκ μέρους του εργοδότη, το ύφος που ειπώθηκαν οι εξυβριστικές/προσβλητικές λέξεις, αν ήταν μεμονωμένο περιστατικό ή όχι, την προηγούμενη υπηρεσία του εργοδοτουμένου, τις προσωπικές περιστάσεις του εργοδοτουμένου (βλ. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Κόγια (2006) 1Β Α.Α.Δ. 1227). 

 

Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ένας εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησής του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ’ αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου.  Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση[11]. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις.  Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει με ταχύτητα ή τουλάχιστον εντός εύλογου χρόνου, τότε θεωρείται ότι έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς αποζημίωση και χωρίς προειδοποίηση.  Το τι είναι εύλογος χρόνος εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά σίγουρα δεν αποκλείει τον χρόνο που χρειάζεται για τη λογική διερεύνηση των συμβάντων από τον εργοδότη προτού αυτός καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ.194).  Στην υπόθεση L’Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117, αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του εφεσίβλητου της απρεπούς συμπεριφοράς (10/10/97) μέχρι την απόλυσή του (06/11/97) είναι πέραν του λογικού χρόνου, εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα σε απόλυσή του. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/05/1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσής του στις 05/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19/05/1998 μέχρι 05/10/1998 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου.

 

Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης δεν μπορεί από μόνος του από πλευράς σοβαρότητας να δικαιολογήσει απόλυση γιατί διαφορετικά ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους παρατείνοντας την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και 5(στ) του Νόμου εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη (παράπτωμα) που οδηγεί στην απόλυση του εργοδοτούμενου δηλώνει επιβεβαίωση συστηματικής συμπεριφοράς του εργοδοτούμενου μετά που του δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις. Κατά συνέπεια η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου που έλαβε χώραν στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξης της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική συμπεριφορά. (βλ. St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, στις σελ.196-197).

 

(ii) Το Μέρος ΙΙΙ του Νόμου προβλέπει για τα θέματα που αφορούν την προειδοποίηση που πρέπει να δίνει είτε ο εργοδότης είτε ο εργοδοτούμενος στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης. Ειδικότερα στο άρθρο 9(1) του Νόμου ορίζεται η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης που οφείλει ένας εργοδότης να δώσει σε ένα εργοδοτούμενό του όταν τον απολύει. Στο άρθρο 9(3) του Νόμου προβλέπονται τ’ ακόλουθα:

 

«Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ή των εν τω άρθρω 10 επηρεάζει το δικαίωμα του εργοδότου ή του εργοδοτουμένου εις μακροτέραν περίοδον προειδοποιήσεως εάν ούτοι δικαιούνται εις ταύτην δυνάμει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως ή δι' άλλον λόγον.»

 

 

Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου ο εργοδοτούμενος δικαιούται όταν η απασχόλησή του τερματίζεται από τον εργοδότη σε ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας που εφαρμόζεται στην απασχόλησή του προβλέπει για μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στον Νόμο περίοδο προειδοποίησης τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται στην περίοδο προειδοποίησης που προβλέπει η σύμβαση εργασίας του. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν επιτρέψει στον εργοδοτούμενο να εργαστεί την περίοδο προειδοποίησης που έπρεπε να του δώσει σύμφωνα με τον Νόμο και τη σύμβαση εργασίας του, τότε οφείλει να του καταβάλει πληρωμή αντί προειδοποίησης που να αντιστοιχεί στην περίοδο προειδοποίησης που δικαιούτο ο εργοδοτούμενος με βάση τον Νόμο και τη σύμβαση εργασίας του. Στην παρούσα περίπτωση εφόσον η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβητεί το δικαίωμα του Αιτητή σε αυξημένη προειδοποίηση ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης της αξίωσής του για αυξημένη προειδοποίηση.

 

Σε ό,τι αφορά την αξίωση του Αιτητή για 24 εβδομάδες προειδοποίηση παρατηρούμε ότι αυτή στηρίζεται σε συμφωνία που ισχυρίζεται ότι συνάφθηκε μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας στις 18/05/2015 με την οποία τροποποιήθηκε η Συμφωνία Εργοδότησης. Σημειώνουμε ότι οποιαδήποτε τροποποίηση σε όρους της σύμβασης εργασίας απαιτεί τη συγκατάθεση, ρητή ή σιωπηρή, και των δύο μερών και να υποστηρίζεται από αντιπαροχή[12]. Τα μέρη σε μια σύμβαση μπορεί να συμφωνήσουν και να συμπεριλάβουν ως όρο της μεταξύ τους συμφωνίας ότι (α) η συμφωνία που περιέχεται στη γραπτή σύμβαση που κατάρτισαν περιέχει ολόκληρη τη μεταξύ τους συμφωνία και ότι δεν βασίστηκαν σε οποιεσδήποτε προφορικές ή γραπτές παραστάσεις (‘entire contract clause’) και (β) οποιεσδήποτε τροποποιήσεις στη γραπτή σύμβαση μπορούν να γίνουν μόνο γραπτώς (‘no oral variation clause). Μέχρι το 2018 τα αγγλικά δικαστήρια σε κάποιες περιπτώσεις αποδέχονταν ως έγκυρη μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που διαφοροποιούσε τους όρους μιας γραπτής συμφωνίας που περιείχε τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους στην περίπτωση που αποδεικνύετο ότι είχε συναφθεί μια τέτοια συμφωνία και δέχονταν ότι η μεταγενέστερη συμφωνία εξυπακουόμενα τροποποίησε τους όρους της γραπτής συμφωνίας που προέβλεπαν ότι ολόκληρη η συμφωνία περιέχετο στη γραπτή σύμβαση και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της συμφωνίας μπορεί να γίνει μόνο γραπτώς[13]. Το 2018 το Supreme Court στην υπόθεση MWB Business Exchange Centres Ltd v. Rock Advertising Ltd [2018] UKSC 24 αποφάσισε ότι εφόσον τα μέρη σε μια γραπτή συμφωνία συμφώνησαν ότι ολόκληρη η συμφωνία τους περιέχεται στο γραπτό κείμενο της συμφωνίας και ότι για να τροποποιηθεί η εν λόγω συμφωνία θα πρέπει η συμφωνία τροποποίησης να γίνει γραπτώς τότε (α) τα μέρη εμποδίζονται από το να επικαλεστούν μια δήλωση κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων πριν τη σύναψη της συμφωνίας ως βάση συμφωνίας και (β) για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των μερών που τροποποιεί την αρχική γραπτή συμφωνία θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τους όρους της αρχικής γραπτής συμφωνίας. Οι μόνες εξαιρέσεις στον πιο πάνω κανόνα που μπορεί να επικαλεστεί ένας διάδικος που θέλει να βασιστεί σε δήλωση πριν τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας ή σε μεταγενέστερη προφορική τροποποίηση της γραπτής συμφωνίας είναι (α) η ύπαρξη κωλύματος που εμποδίζει την άλλη πλευρά να βασίζεται στις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας[14] και/ή (β) η δήλωση και/ή η τροποποίηση της συμφωνίας να συνιστά από μόνη της ανεξάρτητη και παράλληλη συμφωνία[15].   

 

Β. Αυτοτελείς αξιώσεις (Μισθός Ιανουαρίου 2016 - Οφειλόμενες ετήσιες άδειες) 

 

(i) Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Ν.35(Ι)/2007») το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών στον εργοδοτούμενο το φέρει ο εργοδότης. Συνακόλουθα η Εργοδότρια Εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης της καταβολής στον Αιτητή της συμφωνηθείσας, με βάση τους όρους εργασίας του Αιτητή, αμοιβής και/ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής της εν λόγω αμοιβής. Στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ο Αιτητής αποδείξει (α) ότι δικαιούται σε καταβολή μισθών από την Εργοδότρια Εταιρεία και (β) ποιο είναι το ύψος του μισθού που του οφείλεται, τότε το βάρος μετατίθεται στην Εργοδότρια Εταιρεία να αποδείξει ότι οι μισθοί που αξιώνει ο Αιτητής του έχουν καταβληθεί ή ότι για κάποιο νόμιμο λόγο δεν του καταβλήθηκαν.

 

(ii) Ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των αξιώσεών του για οφειλόμενη αναλογία ετήσιας άδειας.

 

Μαρτυρία - Ανάλυση

 

Α. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε ο κ. Α. Αντωνίου, εργοδοτούμενος στην Εργοδότρια Εταιρεία ως Chief Executive Officer από το 2020. Για τον Αιτητή κατέθεσαν εκτός από τον ίδιο η κα Α. Στυλιανού, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος), ο κ. Χ. Κυπριανού, προϊστάμενος στον κλάδο φυσικών προσώπων στο Τμήμα Φορολογίας και η κα Στ. Χρυσοβαλάντου, επιθεωρήτρια στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 

 

Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της κας Στυλιανού, του κ. Κυπριανού και της κας Χρυσοβαλάντου σε ό,τι αφορά τα έγγραφα που κατέθεσαν (τα οποία είχαν στην κατοχή τους λόγω της θέσης εργασίας που κατέχουν) και το περιεχόμενό τους δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας. Στη βάση της μη αμφισβήτησης των εν λόγω εγγράφων λάβαμε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα κατά την εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα.  

 

Β. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή αναντίλεκτα και/ή ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα πιο κάτω:

 

(1)  Στις 10/08/2015 υπογράφηκε συμφωνία με τίτλο «Agreement of Shareholders of Vistabrokers Cif Ltd» (Τεκμήρια 8 και 12)[16] μεταξύ του Αιτητή και των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας («η Συμφωνία Μετόχων ημερ. 10/08/2015») με την οποία συμφωνήθηκε όπως (i) ο Αιτητής διοριστεί ως “CEO/Managing Director of the Company” («CEO») και (ii) οι μέτοχοι (α) παραχωρήσουν δωρεάν στον Αιτητή το 10% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) στην περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία κάτω από τη διεύθυνση και διοίκηση του Αιτητή επιτύχει την εξίσωση των εξόδων της με τα έσοδά της παραχωρήσουν στον Αιτητή δωρεάν επιπλέον 10% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας.

(2)  Η Συμφωνία Εργοδότησης τροποποιήθηκε με έγγραφο το οποίο έφερε ημερ. 14/09/2015 και τίτλο «Addendum of Employment Agreement» («η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 14/09/2015») το οποίο έγγραφο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Εργοδότησης και με αυτό δόθηκε στον Αιτητή η θέση εργασίας “Head of Portofolio Management Department” (η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 14/09/2015 κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 1 από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας και ως Τεκμήριο 66 από τον Αιτητή – το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω δύο Τεκμηρίων είναι το ίδιο αλλά (i) στο Τεκμήριο 1 υπογράφουν διαφορετικά πρόσωπα ως μάρτυρες από αυτά που υπογράφουν στο Τεκμήριο 66 και (ii) ενώ το Τεκμήριο 1 φέρει την ένδειξη “Appendix C”, στους όρους του αναφέρεται ως “Addendum C” και φέρει μονογραφές του Αιτητή και του General Manager, Executive Director και μετόχου της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Arkadij (Arik) Lerner («ο Lerner») στην πρώτη σελίδα, το Τεκμήριο 66 φέρει την ένδειξη “Appendix B”, στους όρους του αναφέρεται ως “Addendum B” και φέρει μόνο τη μονογραφή του Αιτητή στην πρώτη σελίδα).

(3)  Η Συμφωνία Εργοδότησης τροποποιήθηκε με έγγραφο το οποίο έφερε ημερ. 20/10/2015 και τίτλο «Addendum of Employment Agreement» («η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015») το οποίο έγγραφο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Εργοδότησης και με αυτό δόθηκε στον Αιτητή η θέση εργασίας “Head of Portofolio Management Department and CEO/Executive Director” (η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015 κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 1 από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας και ως Τεκμήριο 67 από τον Αιτητή – το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω δύο Τεκμηρίων είναι το ίδιο αλλά (i) στο Τεκμήριο 1 υπογράφουν διαφορετικά πρόσωπα ως μάρτυρες από αυτά που υπογράφουν στο Τεκμήριο 67 και (ii) ενώ το Τεκμήριο 1 φέρει την ένδειξη “Appendix D”, στους όρους του αναφέρεται ως “Addendum D” και φέρει μονογραφές του Αιτητή και του Lerner στην πρώτη σελίδα, το Τεκμήριο 67 φέρει την ένδειξη “Appendix C”, στους όρους του αναφέρεται ως “Addendum C” και φέρει μόνο τη μονογραφή του Αιτητή στην πρώτη σελίδα).

(4)  Στις 14/12/2015 έγινε συνάντηση μεταξύ του Αιτητή και των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας.

(5)  Στις 16/12/2015 ο Lerner απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 5) στο οποίο σημείωνε ότι η οργανωτική δομή της Εργοδότριας Εταιρείας αλλάζει από τις 16/12/2015 και ο Αιτητής θα φύγει από την Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου 2016 για να επιδιώξει περαιτέρω ανάπτυξη της καριέρας του και της προσωπικής του εξέλιξης αλλά όλοι ελπίζουν ότι θα παραμένει στην Εργοδότρια Εταιρεία.

(6)   Στις 25/12/2015 ο Αιτητής απέστειλε, στον Lerner και σε τρεις υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας, ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 6) με το οποίο ενημέρωνε τον Lerner ότι δεν θα προσερχόταν στη συνάντηση στην οποία κλήθηκε σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει λόγος να του παρέχει ακόμα ένα μάθημα σχετικά με τις εργασίες των επιχειρήσεων Forex και ότι ένας από τους κύριους λόγους που αποφάσισε να μην συνεχίσει να εργάζεται μαζί του είναι ότι δεν ήρθε για να είναι δάσκαλός του αλλά για να βγάλει χρήματα. Περαιτέρω ανέγραφε τα πιο κάτω:  

 

“Finally, even if you wanted to change the CEO, it is obvious that you needed to find better one first. But you thought that you are the better one. If you want to have more objective opinion on the question who of us is better CEO which has more chances to lead the company to success, I can advice you to make a private vote in the office. Give to each personnel of Vista one piece of paper to write there “Arik” or “Roman” to fold it and to put it in the box. I hope you do not think that Vista have a stupid team to make a wrong answer. But even this will not help to much because your and my decision already have taken place and you have chances approaching to ZERO to fix it and to lead company to success considering how much time and money was already spent by you without meaningful result.

 

This means again I have no reason to attend this meeting. As an ex CEO I’m sure that C[..] can explain you all you need in regards to this particular lesson.”

 

(7)  Ο Αιτητής απέστειλε την 01/01/2016 ηλεκτρονικό μήνυμα στους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 9)[17] στο οποίο (α) σημείωνε ότι οι μέτοχοι έστω και καθυστερημένα φάνηκαν τυχεροί να προσλάβουν «κατάλληλο διευθυντή (εφεξής ΚΔ) και αντιπρόσωπο στο ίδιο άτομο για 20% της επιχείρησης και 2500NET + 2500 μετρητά», ότι ο ΚΔ κατάφερε παρά την αποχώρηση «του κύριου sale» και «του κύριου τεχνικού» να μην αφήσει την εταιρεία να καταρρεύσει, ότι η πραγματική δουλειά στην εταιρεία ξεκίνησε από τη στιγμή του διορισμού του ΚΔ και ο ΚΔ κατάφερε μέσα σε τρεις μήνες (Σεπτέμβριος - Νοέμβριος) «να εντείνει τη διαδικασία συγκέντρωσης των καταθέσεων», ότι παρά τα πιο πάνω στους κύριους μετόχους «λόγω κάποιας βαριάς μαστούρας» ήρθε η ιδέα να αλλάξουν τον ΚΔ και να διορίσουν στη θέση τον «παλιό διευθυντή» που για δύο συνεχή χρόνια «έτρωγε και συνεχίζει να τρώει χρήματα χωρίς να φέρει ένα σεντ μέσα», ότι παρά την παράκληση του ΚΔ να περιμένουν μέχρι τέλη Δεκεμβρίου για να φανούν τα αποτελέσματα της δουλειάς του αποφάσισαν να αλλάξουν διευθυντή και ότι βάσει του γεγονότος ότι τέλη Δεκεμβρίου η εταιρεία είδε αριθμό ρεκόρ καταθέσεων κάποιος «μπορεί να δει» ότι είτε (i) οι μέτοχοι «εξ’ αιτίας του μαστούρας» πήραν την πιο ηλίθια απόφαση στη ζωή τους και αντάλλαξαν τις όχι άσχημες πιθανότητες κατοχής του 10% των μετοχών μιας κερδοφόρας εταιρείας με 46% πλην 2.3 εκατομμύρια ο καθένας είτε (ii) οι μέτοχοι μετά από επικοινωνία με τον καινούριο φίλο τους τον Κινέζο αποφάσισαν ότι θα τα καταφέρουν χωρίς τον ΚΔ και δεν είναι απαραίτητο να δώσουν σε αυτόν το 20% των μετοχών και ότι γι’ αυτόν τον λόγο ο ΚΔ δεν επιθυμεί να δουλέψει ως διευθυντής στην εταιρεία κάτω από τους όρους που του πρόσφεραν οι μέτοχοι, ότι τέλη Δεκεμβρίου ο ΚΔ ανακάλυψε ότι τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο λάμβανε επίσημο μισθό ποσό μικρότερο από αυτό που είχε συμφωνήσει με τους μετόχους («2500NET + 2500 μετρητά») και ότι τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο ο ΚΔ «ευσυνείδητα πήγαινε με το μέρος του» παλιού διευθυντή ο οποίος με διάφορες δικαιολογίες ανέβαλε την αύξηση του επίσημου μισθού και (β) απαιτούσε όπως ο επίσημος μισθός «διορθωθεί» από τον Σεπτέμβριο ώστε να αντιστοιχεί στο συμφωνηθέν ποσό των 2500 ΝΕΤ και να αγοραστεί από την Εργοδότρια Εταιρεία ένας φορητός υπολογιστής με συγκεκριμένες προδιαγραφές αξίας €2.400 και να του μεταβιβαστεί για «δωρεάν και αιώνια χρήση».

(8)   Η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή της ημερ. 26/01/2016 (Τεκμήριο 3) με την οποία τον πληροφορούσε ότι η απασχόλησή του τερματίζεται αμέσως σύμφωνα με το άρθρο 11 της Συμφωνίας Εργοδότησης, ότι για τους λόγους που του αναφέρθηκαν στη συνάντηση που είχε με τους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας στις 14/12/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία προχωρεί αμέσως στην απόλυσή του από Executive Director και ότι με την παράδοση από αυτόν στην Εργοδότρια Εταιρεία των περιουσιακών στοιχείων που έχει στην κατοχή του η Εργοδότρια Εταιρεία θα του καταβάλει το ποσό των €3.142,50 προς πλήρη διευθέτηση όλων των οφειλών της σχετικά με την απασχόλησή του σε αυτήν.

(9)   Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 20/02/2016 συμπλήρωσε έγγραφο ημερ. 11/02/2016 που της στάληκε από το Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού σχετικά με την αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για καταβολή επιδόματος ανεργίας (Τεκμήριο 13). Στο εν λόγω έγγραφο η Εργοδότρια Εταιρεία ανέγραψε ότι (i) ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €3.010, (ii) η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή ήταν από 13/01/2015 μέχρι 26/01/2016, (iii) ο Αιτητής απολύθηκε επειδή δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της Εργοδότριας Εταιρείας («fired by the company because he did not fulfil company’s expectations») και (iv) δεν καταβλήθηκε στον Αιτητή ο μισθός του Ιανουαρίου 2016 επειδή ο Αιτητής έχει περαιτέρω αξιώσεις εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας.

(10)  Η Εργοδότρια Εταιρεία από τις 29/01/2015 μέχρι 14/01/2016 κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή, με μεταφορά από τον δικό της τραπεζικό λογαριασμό διάφορα ποσά (Τεκμήρια 21 και 31)[18]. Παραθέτουμε πιο κάτω πίνακα με τα στοιχεία των εν λόγω πληρωμών όπως αυτά φαίνονται στην κατάσταση από τον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή (Τεκμήριο 21). Στο Τεκμήριο 31 το οποίο αποτελεί αντίγραφο των καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την εν λόγω περίοδο φαίνονται τα ποσά που μεταφέρθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή (τα οποία είναι τα ίδια με τα πιο κάτω) και η ημερομηνία που δόθηκε η εντολή μεταφοράς από την Εργοδότρια Εταιρεία.  

                                                                                                

Ημερομηνία πληρωμής στο λογαριασμό του Αιτητή

 

Ποσό

Περιγραφή πληρωμής

 29/01/2025

€1.135,90

 Salary January 2015

 26/02/2015

€1.748,63

Salary February 2015

30/03/2015

€1.748,63

Salary March 2015

30/04/2015

€1.748,63

Salary April 2015

27/05/2015

€1.748,63

Salary May 2015

01/07/2015

€1.759,02

Salary June 2015

16/07/2015

€1.759,02

Salary July 2015

04/08/2015

€1.000

Bonus

31/08/2015

€1.705,97

Salary August 2015

29/09/2015

€1.719,56

Salary September 2015

03/11/2015

€1.719,56

Salary October 2015

20/11/2015

€2.152,80

Reimbursement of expenses

30/11/2015

€2.129,92

Salary November 2015

28/12/2015

€2.129,92

Salary December 2015

14/01/2016

€2.301,04

“Add. Salary for Sept.-Dec.2015”

 

Από τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει ότι τον Ιανουάριο του 2016 καταβλήθηκε στον Αιτητή ένα επιπρόσθετο ποσό για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2015 και ότι το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον Αιτητή με μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό του (από τις 29/01/2015 μέχρι τις 14/01/2016) ως μηνιαίοι μισθοί για την περίοδο απασχόλησής του από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015 ανέρχεται στο ποσό των €23,354.43.

(11)     (α) Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή επί των ποσών που δήλωνε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως τις πραγματικές αποδοχές (ακαθάριστος μισθός) του Αιτητή. Σύμφωνα με την αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για το έτος 2015 ημερ. 09/02/2016 (Τεκμήριο 2) η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωσε τα πιο κάτω ποσά ως πραγματικές και ασφαλιστέες αποδοχές για το πρόσωπο του Αιτητή (τα ίδια στοιχεία καταγράφονται στο Τεκμήριο 99 το οποίο είναι αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για το έτος 2015 ημερ. 11/11/2025):

 

Περίοδος Αποδοχών

Πραγματικές Αποδοχές – Ασφαλιστέες Αποδοχές

 

01/15

€1.254

02/15

€1.936

03/15

€1.936

04/15

€1.936

05/15

€1.936

06/15

€1.936

07/15

€1.936

08/15

€1.936

09/15

€1.074

09/15

€1.936

10/15

€1.074

10/15

€1.936

11/15

€510

11/15

€2.500

12/15

€3.010

  

(β)  Σύμφωνα με την αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για το έτος 2016 ημερ. 05/01/2018 (Τεκμήριο 15) η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωσε πραγματικές και ασφαλιστέες αποδοχές για το πρόσωπο του Αιτητή για τον μήνα Ιανουάριο του 2016 το ποσό των €3.352 (τα ίδια στοιχεία καταγράφονται στο Τεκμήριο 100 το οποίο είναι αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2016 για το πρόσωπο του Αιτητή ημερ. 11/11/2025).

(12)  (α) Ο Αιτητής καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την ποινική υπόθεση με αρ. 980/17 εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, του Lerner και ενός άλλου διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας («η Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17») για παραβάσεις του Περί Προστασίας Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(1)/2007 (Τεκμήριο 42). Πιο συγκεκριμένα, ότι οι κατηγορούμενοι 1-3 παρέλειψαν (α) να του μεταβιβάσουν μετοχές αξίας €60.000 κατά παράβαση συμφωνίας ημερ. 10/08/2015, (β) να του καταβάλουν το ποσό των €27.692,30 που αντιστοιχεί σε προειδοποίηση 24 εβδομάδων, (γ) να του καταβάλουν το ποσό των €1.845,15 για μη ληφθείσα ετήσια άδεια 8 ημερών για το 2015, (δ) να του καταβάλουν το ποσό των €442 για μη ληφθείσα ετήσια άδεια για το 2016 και (ε) να του καταβάλουν το ποσό των €5.000 ως μισθό για τον μήνα Ιανουάριο του 2016. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφασή του ημερ. 02/04/2018 (Τεκμήριο 44) έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση μόνο για τις κατηγορίες που αφορούσαν τη μη πληρωμή μισθού για τον μήνα Ιανουάριο του 2015 και απάλλαξε τους κατηγορούμενους από τις υπόλοιπες κατηγορίες. Στις 06/08/2018 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε απόφαση (Τεκμήριο 40) με την οποία, αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του (από την πλευρά του Αιτητή έδωσε μαρτυρία ο Αιτητής και η κα Angella Rudene – Επικεφαλής Λογιστηρίου και Βοηθός στο Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας και από την πλευρά των κατηγορουμένων ο Lerner, ο άλλος κατηγορούμενος διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και η νομική σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας), προέβηκε σε ευρήματα ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία τον Ιανουάριο του 2016, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλε στον Αιτητή τον μισθό του Ιανουαρίου του 2016 και ότι ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή για τον μήνα Ιανουάριο του 2016 ανερχόταν στο ποσό των €3.010. Στη βάση των πιο πάνω έκρινε ένοχους τους κατηγορούμενους. Στις 29/11/2018 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού επέβαλε και στους τρεις κατηγορούμενους χρηματικές ποινές (Τεκμήριο 41). Οι εν λόγω αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δεν έχουν εφεσιβληθεί.

(β)  Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλε στον Αιτητή τον μισθό του μήνα Ιανουαρίου 2016 και μετά την έκδοση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 06/08/2018 στην Ποινική υπόθεση Αρ. 980/17 καταβλήθηκε στον Αιτητή το ποσό των €3.010. Στις 29/11/2018 ο Αιτητής υπέγραψε έγγραφο – απόδειξη (Τεκμήριο 7) με το οποίο βεβαίωνε ότι έλαβε από τον Lerner και τον άλλο διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας το ποσό των €3.010 “for the criminal case no.980/17 of the District Court in Limassol”.

(13)  Κατά τον χρόνο που ο Αιτητής ενεργούσε ως CEO της Εργοδότριας Εταιρείας η Εργοδότρια Εταιρεία είχε ανοίξει γραφείο στην Κίνα και με ιδέα και πρωτοβουλία του Αιτητή προέβη σε εκστρατεία προώθησης των υπηρεσιών της κατά την οποία νέοι πελάτες της είχαν την ευκαιρία, χωρίς να καταβάλουν οποιαδήποτε χρήματα, να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες της για ένα συγκεκριμένο καθορισμένο ποσό το οποίο ονομαζόταν “welcome bonus”.     

 

Γ.  Ο κ. Αντωνίου κατέθεσε ότι από το 2014 μέχρι το 2020, πριν προσληφθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία, εργαζόταν σε διάφορες εταιρείες που ασχολούνται με επιχειρήσεις Forex. Κατέθεσε το Τεκμήριο 1 το οποίο αποτελείται από (1) τη Συμφωνία Εργοδότησης, (2) την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/05/2015, (3) την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015 ως Appendix B στην οποία αναγράφεται ότι «It is hereby agreed that this Addendum B constitutes an intergral part of the Employment Agreement», (4) την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 14/09/2015 ως Appendix C στην οποία αναγράφεται ότι «It is hereby agreed that this Addendum C constitutes an intergral part of the Employment Agreement» και (5) την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015 ως Appendix D στην οποία αναγράφεται ότι «It is hereby agreed that this Addendum D constitutes an intergral part of the Employment Agreement». Σημείωσε ότι σε όλα τα πιο πάνω έγγραφα αναγράφεται ότι η Συμφωνία Εργοδότησης με τα επισυνημμένα σε αυτήν συνιστά ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών. Ήταν η θέση του ότι λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή και μετά από πολυάριθμες συζητήσεις και συναντήσεις μεταξύ του Αιτητή και εκπροσώπων της Εργοδότριας Εταιρείας, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε άλλη επιλογή από του να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή «καθότι η σχέση εργοδότη εργοδοτουμένου είχε παύσει να ισχύει και δεν μπορούσε να συνεχιστεί». Ότι περαιτέρω ο Αιτητής «φαινόταν να ήθελε και είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντα του». Ότι επίσης οι πράξεις του Αιτητή από τη θέση του διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές η Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι γι’ αυτούς τους λόγους η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή την επιστολή απόλυσής του ημερ. 26/01/2016 (Τεκμήριο 3). Ήταν η θέση του ότι στις 14/12/2015 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εργοδότριας Εταιρείας σε συνεδρία του, στην παρουσία του Αιτητή, αποφάσισε την παύση του Αιτητή από CEO λόγω (1) ζημιών της Εργοδότριας Εταιρείας και (2) “professional discrepancy” από την πλευρά του Αιτητή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 ένα έγγραφο το οποίο ισχυρίστηκε ότι είναι τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρείας. Επικαλούμενος το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 9 ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν επιδείκνυε σεβασμό προς τους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι προέβαινε σε υβριστικά και απρεπή σχόλια για τους μετόχους. Βασιζόμενος στο περιεχόμενο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 (Τεκμήριο 40) η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί από τον Αιτητή και στην αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για το έτος 2015 ημερ. 09/02/2016 (Τεκμήριο 2) υποστήριξε ότι ψευδώς ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε €5.000 και προέβαλε τη θέση ότι ο ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €3.010. Ανέφερε ότι μόλις γνωστοποιήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία η Αίτηση, η Εργοδότρια Εταιρεία και οι δικηγόροι της υπέβαλαν στον Αιτητή και στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούσαν, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Εργοδότριας Εταιρείας, διάφορες προτάσεις για εξώδικη διευθέτηση της Αίτησης με σκοπό την αποφυγή ταλαιπωρίας και το χάσιμο πολύτιμων εργατοωρών υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά ο Αιτητής απέρριψε όλες τις προτάσεις που του έγιναν παρά τις παροτρύνσεις των διάφορων προηγούμενων δικηγόρων του να τις αποδεχτεί και ότι είναι της άποψης ότι ο Αιτητής συμπεριφέρεται εκβιαστικά και εκδικητικά και ότι χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία εκδικητικά.

 

Αντεξεταζόμενος από τον Αιτητή[19] δεν αναγνώρισε αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «The Amendment to the Employment Agreement» (Τεκμήριο 45[20])[21] (α) το οποίο φέρει ημερ. 18/05/2015 και φαίνεται να συνάφθηκε μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) στο οποίο (i) φαίνεται να υπάρχουν οι υπογραφές του Αιτητή και του Lerner και η σφραγίδα της Εργοδότριας Εταιρείας και (ii) αναγράφεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι από 01/08/2015 ο καθαρός μισθός του Αιτητή θα ανέρχεται στο ποσό των €3.500 και ότι από 01/05/2015 σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία επιθυμεί να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή οφείλει να του δώσει 24 εβδομάδες προειδοποίηση («η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015»). Επικαλούμενος το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 απέρριψε τις υποβολές του Αιτητή σχετικά με το ύψος του μηνιαίου μισθού του σε διάφορες χρονικές περιόδους της απασχόλησής του. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν καταβάλλονταν στον Αιτητή μετρητά ως μέρος του μισθού του. Δεν αναγνώρισε έγγραφο (Τεκμήριο 18)[22] στο οποίο περιέχεται ένας πίνακας στον οποίο αναφέρονται ονόματα υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας και δίπλα σε αυτά τρία διαφορετικά ποσά κάτω από τρεις διαφορετικές στήλες η οποία η κάθε μια φέρει διαφορετική επικεφαλίδα και πιο συγκεκριμένα η πρώτη “Off.(November)”, η δεύτερη “Cash(November)” και η Τρίτη “Total”. Το Τεκμήριο 18 του υποδείχτηκε από τον Αιτητή ως έγγραφο που περιέχει την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας για τον μήνα Νοέμβριο του 2015 με την υποβολή ότι σε αυτό αναγράφεται ότι αυτός λάμβανε επίσημο μισθό €2.129 και μετρητά €2.870, σύνολο €5.000. Δεν αναγνώρισε έγγραφα τα οποία του υποδείχτηκαν από τον Αιτητή ως έγγραφα που αφορούσαν τα μηνιαία αποτελέσματα της Εργοδότριας Εταιρείας (έσοδα-έξοδα) για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2015 (Τεκμήριο Θ προς αναγνώριση) και είπε ότι δεν μπορούσε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το ποσό των €8.600 που αναφέρεται στην κατάσταση για τον μήνα Νοέμβριο του 2015 ως additional salaries (το μέρος του Τεκμήριου Θ προς αναγνώριση που αφορά τον μήνα Νοέμβριο του 2015 είναι το ίδιο με το περιεχόμενο του μέρους του Τεκμηρίου 19[23] το οποίο αποτελείται από έγγραφα που αφορούν τα μηνιαία αποτελέσματα της Εργοδότριας Εταιρείας (έσοδα - έξοδα) για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015). Δεν αναγνώρισε διάφορα έγγραφα τα οποία του υπέδειξε ο Αιτητής ως ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του Αιτητή και του Lerner κατά τον Ιούλιο του 2015 καθώς και τα επισυνημμένα σε αυτήν αρχεία (Τεκμήρια 23-28)[24] για ανάληψη της θέσης του CEO της Εργοδότριας Εταιρείας και τις απολαβές για την εν λόγω θέση. Δεν αναγνώρισε ηλεκτρονικό μήνυμα του Lerner προς τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 19/08/2015 (Τεκμήριο 65)[25] στο οποίο αναγραφόταν (α) ότι ο Αιτητής από τις 20/08/2015 αναλάμβανε ως CEO/Managing Director της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) ότι επισυνάπτεται σχετικό οργανόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν αναγνώρισε το έγγραφο το οποίο του υποδείχτηκε ως το οργανόγραμμα το οποίο επισυναπτόταν στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 22)[26] και ισχυρίστηκε ότι με βάση το περιεχόμενο της Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 20/10/2015 ο Αιτητής διορίστηκε στη θέση του CEO της Εργοδότριας Εταιρείας στις 20/10/2015. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποια συγκεκριμένη πρόνοια του άρθρου 11 της Συμφωνίας Εργοδότησης βασίστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία για να απολύσει τον Αιτητή και ότι αυτός δεν έχει στοιχεία που να υποστηρίζουν τις αναφορές της Εργοδότριας Εταιρείας για τους λόγους απόλυσης του Αιτητή πέραν των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο Αιτητής ήταν παρών στη συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρείας στις 14/12/2015 όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο 4. Σημείωσε ότι στις 14/12/2015 αυτό που έγινε ήταν η παύση του Αιτητή από τη θέση του CEO της Εργοδότριας Εταιρείας. Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προσέφερε στον Αιτητή το ποσό των €25.000 για την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και χωρίς την παραδοχή οποιασδήποτε ευθύνης αλλά ο Αιτητής την απέρριψε.

 

Κατά την επανεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 19 δεν μπορεί να είναι έγγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι το πρωτότυπο της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 δεν υπάρχει στο αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι η εν λόγω συμφωνία δεν εφαρμόστηκε και ότι αυτός δεν γνωρίζει αν υπογράφηκε ή όχι η εν λόγω συμφωνία. Σημείωσε ότι οι πληρωμές από την Εργοδότρια Εταιρεία που φαίνονται στα Τεκμήρια 21 και 31 συμφωνούν με το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εργοδότησης και των Τροποποιητικών Συμφωνιών που περιέχονται στο Τεκμήριο 1.  

 

Δ. Η κα Στυλιανού κατέθεσε ενώπιόν μας από τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 980/17 (i) αντίγραφα διαφόρων εγγράφων τα οποία είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 (Τεκμήρια 14-29, 31-37[27]),(ii) αντίγραφο εγγράφου που κατατέθηκε ως γραπτή δήλωση του Lerner (Τεκμήριο 30), (iii) πιστά αντίγραφα των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερ. 28/02/2018 και 01/03/2018 τα οποία περιέχουν την ένορκη κατάθεση της κας Rudene στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 38-39), (iv) αντίγραφα των αποφάσεων του Δικαστηρίου ημερ. 06/08/2018 (Τεκμήριο 40) και ημερ. 02/04/2018 (Τεκμήριο 44), (v) αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 29/11/2018 (Τεκμήριο 41), (vi) αντίγραφο του κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 42) και (vii) αντίγραφο γραπτής δήλωσης του Αιτητή (Τεκμήριο 43). Η κα Στυλιανού διευκρίνισε ότι στον φάκελο υπάρχει το πρωτότυπο της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 και ότι σε πρακτικό που υπάρχει στον φάκελο αναγράφεται ότι κατά την επιβολή της ποινής το Δικαστήριο ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του τη συμμόρφωση των κατηγορουμένων «σήμερα» ενώπιόν του.

 

Ο Αιτητής κατέθεσε ότι προωθεί την παρούσα υπόθεση έτσι ώστε οι άδικες πράξεις άδικων ανθρώπων να τιμωρούνται και να αποδίδεται δικαιοσύνη στον κόσμο και ότι ο λόγος που δεν αποδέχτηκε τις προτάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για συμβιβασμό της υπόθεσης είναι επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία προέβηκε στις εν λόγω προτάσεις χωρίς σεβασμό προς το Δικαστήριο αφού σκοπό είχαν να ξεγελάσουν τόσο αυτόν όσο και το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ότι όταν προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία ο Lerner του ανέφερε ότι είναι πιο βολικό για την Εργοδότρια Εταιρεία να τον πληρώνει περίπου €1.750 μηνιαίως με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό και €250 σε μετρητά μηνιαία τα οποία αντιστοιχούν σε ακαθάριστο μηνιαίο μισθό €1.936. Ότι λίγο μετά την πρόσληψή του αποχώρησαν δύο υπαλλήλοι από την Εργοδότρια Εταιρεία οι οποίοι θα τον βοηθούσαν στην εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και έτσι αρχές Μαρτίου του 2015 η Εργοδότρια Εταιρεία αύξησε τον μηνιαίο μισθό του σε €2.300 από τα οποία τα €550 του δίνονταν σε μετρητά. Την 01/05/2015 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Lerner (Τεκμήριο 47) με το οποίο ζητούσε όπως η Εργοδότρια Εταιρεία αυξήσει τον μισθό του στα €3.500 καθαρά και στην περίπτωση που τον απολύσει να του παρέχει 25 εβδομάδες προειδοποίηση. Ότι στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 (Τεκμήρια 16 και 45). Υποστήριξε ότι το καλοκαίρι του 2015 η Εργοδότρια Εταιρεία διαπίστωσε ότι ήταν μεγάλο πλεονέκτημα για αυτήν λόγω της εμπειρίας και των ικανοτήτων του και γι’ αυτόν τον λόγο οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας του πρόσφεραν τη θέση του CEO και άρχισαν να διαπραγματεύονται μαζί του την αμοιβή του στη θέση αυτή. Κατέθεσε (1) ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του Lerner προς αυτόν ημερ. 20/07/2015 (Τεκμήριο 29) στο οποίο ο Lerner τον παρέπεμπε στο επισυνημμένο έγγραφο σημειώνοντας ότι αυτό πρόκειται «για αφοσίωση» και (2) ένα έγγραφο (Τεκμήριο 37) στο οποίο υπήρχαν διάφοροι υπολογισμοί σχετικά με το ύψος ποσών καθαρών μισθών που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα ποσά ακαθάριστων μισθών και το ύψος των εισφορών του εργοδότη και του εργοδοτούμενου στα δημόσια ταμεία. Ότι μεταξύ 21/07/2015 και 28/07/2015 στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης σχετικά με την αμοιβή του και τα καθήκοντά του στη θέση του CEO αντάλλαξε με τον Lerner διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία περιέχονταν διάφορα συνημμένα έγγραφα σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα (Τεκμήρια 23, 24-24A, 25, 76, 48-48A, 49-49A, 50-50A, 51-51Α, 52-52A, 53-53A, 54-54A, 55-55A, 56-56A, 57-57A, 58-58A, 59-59A, 60-60A, 61-61A και 62-62A). Σημείωσε ότι σε όλη αυτή την αλληλογραφία ο Lerner του μιλούσε για επίσημο μισθό/σταθερό ακαθάριστο μισθό και μετρητά ως μέρος του πακέτου απολαβών του και για δωρεάν παροχή μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας σε αυτόν. Ότι αυτός του πρότεινε ως μισθό είτε το ποσό των €4.500 καθαρά είτε το ποσό των €2.500 καθαρά συν €2.500 μετρητά. Ότι στις 29/07/2015 ο Lerner του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο περιλαμβανόταν και ένα αρχείο το οποίο περιείχε σύντομη περίληψη των συζητήσεών τους και τις προτάσεις που αντάλλαξαν μέχρι εκείνη τη μέρα σημειώνοντας ότι θα το έστελνε στους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας για ψήφιση (Τεκμήρια 26-26A, 27-27A και 28). Σημείωσε ότι στα εν λόγω έγγραφα αναφέρεται ξεκάθαρα ότι ο μηνιαίος μισθός θα ήταν €3.000 μεικτός (€2.500 καθαρά) και €2.500 μετρητά. Ότι αυτός απάντησε στο πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα στις 29/07/2015 (Τεκμήριο 63-63Α) αναγράφοντας ότι το έγγραφο που του έστειλε ήταν πολύ σωστό. Ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία τον ενημέρωσε ότι θα τον διόριζε ως CEO και σε αντάλλαγμα θα του παραχωρούσε το 20% των μετοχών εκ των οποίων το 10% θα του παραχωρείτο μόλις η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποστείλει τη σχετική έγκριση για τον διορισμό του στη θέση του CEO και το υπόλοιπο 10% όταν η Εργοδότρια Εταιρεία αρχίσει να παράγει καθαρό κέρδος. Ότι στη βάση των πιο πάνω υπογράφηκε η Συμφωνία Μετόχων ημερ. 10/08/2015 (Τεκμήρια 8 και 12). Υποστήριξε ότι επιπλέον του 20% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας συμφωνήθηκε ότι ο καθαρός μισθός του θα ήταν €5.000 και πιο συγκεκριμένα ότι θα λάμβανε €3.010 μεικτά (€2.500 καθαρά) και €2.500 μετρητά. Τόνισε ότι η πληρωμή του σε €2.500 μετρητά ήταν με πρωτοβουλία της Εργοδότριας Εταιρείας επικαλούμενος το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 29 και 37 όπου ο Lerner ήθελε να του πει ότι έπρεπε να δείξει την πίστη και την αφοσίωσή του στην Εργοδότρια Εταιρεία συμφωνώντας να λάβει ένα μέρος του μισθού του σε μετρητά καθώς σε διαφορετική περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία θα πλήρωνε πολλούς φόρους για λογαριασμό του. Ότι στις 10/08/2015 σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας εγκρίθηκε η Συμφωνία Μετόχων ημερ. 10/08/2015 και αποφασίστηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία θα υπέβαλλε αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την έγκριση του Αιτητή ως CEO και νέου μετόχου της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 64). Ότι στις 19/08/2015 ο Lerner απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε όλους τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας που έλεγε ότι ο Αιτητής διορίστηκε ως CEO (Τεκμήριο 65) και στο οποίο επισυναπτόταν οργανόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 22) στο οποίο φαινόταν ότι αυτός ήταν πλέον ο CEO της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι μετά από αυτό άρχισε αμέσως να εκτελεί τα νέα του καθήκοντα. Ότι εκείνη την περίοδο συμφώνησε με πρόταση του Lerner να πληρώνεται με μηνιαίο μισθό €5.000 από την 01/09/2015 αντί από τις 19/08/2015. Ότι περαιτέρω ο Lerner λέγοντας του ότι πλέον είναι διευθυντής και ότι οφείλει να φροντίζει τα συμφέροντα της Εργοδότριας Εταιρείας, τον έπεισε να μην αυξηθεί ο επίσημος μισθός του στα €2.500 καθαρά, δηλαδή να λάβει περισσότερα μετρητά ώστε το σύνολο να είναι €5.000 καθαρά μέχρι να εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως CEO οπότε ο επίσημος μισθός του να αυξηθεί αργότερα μαζί με τον επίσημο διορισμό του σε CEO. Ότι γι’ αυτόν τον λόγο στο Τεκμήριο 2 φαίνεται ότι το ποσό του μεικτού μισθού του για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2015 είναι ίσο με €1.936 το οποίο είναι το ίδιο με αυτό που ήταν από την αρχή της εργοδότησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σημείωσε ότι με τη Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 ο μηνιαίος μισθός του από την 01/08/2015 ήταν €3.500 καθαρά και ότι μέρος του μισθού του καταβλήθηκε σε μετρητά και ότι γι’ αυτόν τον λόγο δεν φαίνεται η εν λόγω αύξηση στην κατάσταση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 2) και στον τραπεζικό του λογαριασμό (Τεκμήριο 21). Ότι εκείνη την περίοδο προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία ο Ι.Μ., ο οποίος τον αντικατέστησε ως επικεφαλής συναλλαγών και στις 14/09/2015 αυτός διορίστηκε στη θέση του «Head Of Portfolio Management Department» με την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 14/09/2015 (Τεκμήριο 66) η οποία έφερε την ένδειξη «Appendix B». Ότι στις 20/10/2015 διορίστηκε ως «Head Of Portfolio Management Department and CEO/Executive Director» με την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015 (Τεκμήριο 67) η οποία έφερε την ένδειξη «Appendix C» και έγινε επίσημα CEO της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι την 01/11/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία του προσκόμισε για υπογραφή ένα έγγραφο τροποποίησης της Συμφωνίας Εργοδότησης με βάση το οποίο ο μισθός του αυξήθηκε στο ποσό των €2.500 μηνιαίως. Ότι επειδή ήταν πολύ απασχολημένος κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου όταν είδε το ποσό των €2.500 θεώρησε ότι αυτό ήταν το καθαρό ποσό που αντιστοιχούσε στη συμφωνία που είχε ήδη κάνει με την Εργοδότρια Εταιρεία και το οποίο θα λάμβανε στον τραπεζικό λογαριασμό του και έτσι το υπέγραψε. Ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν τροποποιητική συμφωνία της Συμφωνίας Εργοδότησης και έφερε ημερ. 01/11/2015 και την ένδειξη «Appendix D» (Τεκμήριο 70). Ήταν η θέση του ότι λόγω του περιεχομένου του Τεκμηρίου 70 φαίνεται ότι το ποσό του μεικτού μισθού του για τον Νοέμβριο του 2015 ήταν €2.500. Επανέλαβε ότι τα ποσά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 21 και 31 ως καταθέσεις στον τραπεζικό του λογαριασμό από την Εργοδότρια Εταιρεία είναι μόνο ένα μέρος των συμφωνηθέντων μηνιαίων μισθών του. Υποστήριξε ότι στο Τεκμήριο 31 υπάρχουν εμβάσματα σε μία εταιρεία Fuzzytron Inc η οποία εταιρεία δεν πρόσφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι αυτές οι μεταφορές έγιναν για να αποσυρθούν μετρητά από το λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας για την καταβολή μισθών σε μετρητά τόσο σε αυτόν όσο και σε ορισμένους άλλους υπαλλήλους. Ήταν η θέση του ότι υπό την καθοδήγησή του η Εργοδότρια Εταιρεία είχε ανοίξει γραφείο στην Κίνα και γινόταν πιο δυναμική αφού ο αριθμός των πελατών αυξανόταν[28] και ότι οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας βλέποντας τα πιο πάνω στις 14/12/2015 τον κάλεσαν σε συνάντηση και του πρότειναν να του δώσουν το 8% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας αντί το 20% όπως είχε συμφωνηθεί. Ότι αυτός δεν συμφώνησε με αυτήν την πρόταση και τότε του είπαν ότι θα τον απολύσουν χωρίς να του δώσουν τίποτα. Ότι μετά την εν λόγω συνάντηση η Εργοδότρια Εταιρεία συμφώνησε μαζί του όπως μη συνεχίσει να είναι CEO αλλά να συνεχίζει να εργάζεται στη θέση Head Of Portfolio Management Department και ότι ακολούθως η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε σχετική επιστολή ημερ. 18/12/2015 στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την οποία την ενημέρωνε ότι ο Αιτητής δεν θα ενεργούσε πλέον ως CEO της (Τεκμήριο 73). Ήταν η θέση του ότι στη συνέχεια ετοιμάστηκαν πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρείας στα οποία ψευδώς αναγράφηκε ότι ήταν πολύ κακός διευθυντής και ότι θα έπρεπε να απολυθεί αμέσως από τη θέση του CEO (Τεκμήριο 4). Ότι το Τεκμήριο 4 του το έδειξαν το 2016 απειλώντας τον ότι θα τον καταγγείλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση που ζητήσει αποζημίωση από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι τέλη Δεκεμβρίου του 2015 έλαβε ένα μήνυμα sms από την τράπεζά του και διαπίστωσε ότι στον τραπεζικό του λογαριασμό κατατίθετο ως μηνιαίος μισθός το ποσό των €2.129,92 αντί του ποσού των €2.500 που είχε συμφωνήσει με την Εργοδότρια Εταιρεία έτσι στις 29/12/2015 έστειλε ένα email στον Lerner (Τεκμήριο 74) στο οποίο ανέγραφε «….δεν κουραστήκατε να με εξαπατάτε; Συμφωνήσαμε για €2.500 καθαρά.». Ότι στη συνέχεια την ίδια μέρα ο Lerner του απάντησε κοινοποιώντας την απάντησή του στην κα Rudene (η οποία με βάση το οργανόγραμμα ημερ. 06/11/2015 (Τεκμήριο 82) ήταν υπεύθυνη για το λογιστήριο και το ανθρώπινο δυναμικό της Εργοδότριας Εταιρείας) ζητώντας της να ελέγξει την ακρίβεια των λογιστικών καταχωρήσεων με την τελευταία τροποποίηση της Συμφωνίας Εργοδότησης και τον ενημέρωσε ότι αν υπάρχει οποιαδήποτε ανακρίβεια αυτή θα διορθωθεί. Ότι ενόψει όλων των πιο πάνω την 01/01/2016 απέστειλε ηλεκτρονικώς επιστολή στους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 9). Ότι στο Τεκμήριο 9 αναφερόταν συνοπτικά στα αποτελέσματα της χρονιάς και ζητούσε να τροποποιηθεί το μέρος του μισθού του που κατατίθετο στον τραπεζικό του λογαριασμό και να καταβληθούν οι ανάλογες πληρωμές προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε το αίτημά του και για το σκοπό αυτό έγιναν ξανά όλες τις τροποποιήσεις της Συμφωνίας Εργοδότησης από την 01/09/2015 και μετά και έτσι η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015 η οποία παρουσιάζει το μέρος του μισθού του ως €3.010 μεικτά σημειώθηκε ως «Appendix B» (Τεκμήριο 1). Υποστήριξε ότι στο Τεκμήριο 9 ανέφερε ρητά ότι ο μισθός του ήταν €2.500 καθαρά και €2.500 μετρητά σημειώνοντας ότι η αναφορά στο Τεκμήριο 9 σε «κατάλληλο διευθυντή (ΚΔ)» αφορούσε το πρόσωπό του. Υποστήριξε ότι η πληρωμή που έγινε στον τραπεζικό του λογαριασμό από την Εργοδότρια Εταιρεία στις 14/01/2016 για το ποσό των €2.301,04 με την ένδειξη «Add. Salary for Sep-Dec 2015 €2301.04» έγινε ώστε να προσαρμοστεί ο επίσημος μισθός του από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μετά στο ποσό των €2.500 καθαρά και πιο συγκεκριμένα για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2015 προστέθηκε το ποσό των €780,44 για τον κάθε μήνα στα ποσά που έλαβε προηγουμένως για τους εν λόγω μήνες και για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2015 προστέθηκε το ποσό των €370,08 για τον κάθε μήνα στα ποσά που είχε ήδη λάβει για τους εν λόγω μήνες. Ότι γι’ αυτόν τον λόγο στο Τεκμήριο 2 φαίνεται για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο να υπάρχουν δύο πληρωμές εισφορών για τους μηνιαίους μισθούς του και ότι για τον Δεκέμβριο του 2016 φαίνεται το ποσό των €3.010. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 79 αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης που κατέθεσε για το 2015 στο οποίο όπως ανέφερε ανέγραψε τους πραγματικούς μισθούς που έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία καθώς και ως Τεκμήρια 77 και 78 έγγραφα του Τμήματος Φορολογίας με τα οποία του επιβλήθηκε επιπλέον φορολογία από τα ποσά που του είχε αποκόψει η Εργοδότρια Εταιρεία από τον μισθό του ως φόρο εισοδήματος. Ανέφερε ότι με επιστολές του ημερ. 20/03/2024 κατάγγειλε την Εργοδότρια Εταιρεία στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Τμήμα Φορολογίας για την μη δήλωση του πραγματικού του μισθού. Ότι στις 14/12/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε επιστολή προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Τεκμήριο 80) με την οποία την ενημέρωνε ότι οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας απέσυραν την αίτησή τους για έγκριση της μεταβίβασης του 20% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 83 δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάγηκαν μεταξύ του Lerner, αυτού και άλλων υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 24/12/2015 και 25/12/2015 σχετικά με το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας που άνοιξε στην Κίνα και της απόδοσής του. Προέβαλε τη θέση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία του παρέδωσε την επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του ημερ. 26/01/2016 (Τεκμήριο 3) την 01/02/2016. Ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 του ανέφερε ότι το κύριο θέμα ενώπιόν του είναι το γεγονός της πληρωμής ή όχι των μισθών που του οφείλονται και όχι το ύψος του ποσού του μηνιαίου μισθού του και ότι γι’ αυτό δεν κατέθεσε στο εν λόγω Δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε για το ύψος του μισθού του στα €5.000 καθαρά. Κατέθεσε καταστάσεις των τραπεζικών του λογαριασμών (Τεκμήρια 86, 87 και 88), αποδείξεις πληρωμής τελών σκυβάλων και αποδείξεις πληρωμής ενοικίου για το διαμέρισμα που ενοικίαζε (Τεκμήρια 89, 90, 91 και 92) για την περίοδο Ιανουαρίου 2015-Φεβρουαρίου 2016 καθώς και αποδείξεις για αποστολές μετρητών από αυτόν στο εξωτερικό μέσω της εταιρείας Western Union (Τεκμήριο 93) για την περίοδο Ιανουαρίου 2015-Φεβρουαρίου 2016 και σημείωσε ότι για την περίοδο Ιανουαρίου 2015-Φεβρουαρίου του 2016 είχε συνολικά έξοδα περίπου €39.300 και ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς του (οι οποίοι πριν αρχίσει να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία είχαν υπόλοιπο €3.00) τον Φεβρουάριο του 2016 είχαν απομείνει περίπου €2.070, γεγονός που δεικνύει ότι κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2015-Φεβρουαρίου του 2016 είχε εισόδημα περίπου €41.300, δηλαδή περίπου €14.300 περισσότερα από τις περίπου €27.000 που του κατέθεσε συνολικά η Εργοδότρια Εταιρεία στον τραπεζικό του λογαριασμό. Υπενθύμισε ότι στο Τεκμήριο 20 είχε δηλώσει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία του πλήρωσε περίπου €17.200 σε μετρητά επιπλέον από αυτά που του πλήρωσε στον τραπεζικό του λογαριασμό. Επικαλέστηκε τα πρακτικά του Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 (Τεκμήρια 38 και 39) σημειώνοντας ότι η κα Rudene κατά τη μαρτυρία της επιβεβαίωσε ότι συνέταξε το έγγραφο με τα μηνιαία έσοδα και έξοδα της Εργοδότριας Εταιρείας για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015 (Τεκμήριο 19) στο οποίο αναγράφεται ότι μέσα στα μηνιαία έσοδα και έξοδα της Εργοδότριας Εταιρείας υπάρχει και ένα ποσό με την ένδειξη «Additional Salaries» λέγοντας ότι τα εν λόγω στοιχεία της δόθηκαν από τον Lerner. Ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 φαίνεται ότι υπάρχει μια κατηγορία εξόδων της Εργοδότριας Εταιρείας με την ένδειξη «Additional Salaries» ύψους €8.600 για τον Νοέμβριο του 2015 η οποία δεν φαίνεται να υπάρχει στην κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 31). Σημείωσε ότι στο Τεκμήριο 31 φαίνεται ότι (α) στις 27/11/2015 μεταφέρεται ένα ποσό της τάξης των €8.000 από την Εργοδότρια Εταιρεία στην εταιρεία Fuzzytron Inc και (β) την ίδια ημέρα καταβάλλονται οι μηνιαίοι μισθοί στους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας.

 

Αντεξεταζόμενος απέρριψε υποβολές ότι οι εργασίες που προώθησε αυτός ως CEO της Εργοδότριας Εταιρείας μέσω του γραφείου που άνοιξε η Εργοδότρια Εταιρεία, με την καθοδήγησή του, στην Κίνα ήταν παράνομες, ότι ήταν αμελής κατά τη λήψη της απόφασης να ανοίξει η Εργοδότρια Εταιρεία γραφείο στην Κίνα επειδή δεν ζήτησε νομική συμβουλή για τη νομιμότητα του γραφείου στην Κίνα και ότι ο Lerner με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 83 φαίνεται να είναι προβληματισμένος για την επένδυση της Εργοδότριας Εταιρείας στην Κίνα και την αποστολή χρημάτων για τις εργασίες του γραφείου στην Κίνα. Επέμενε ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 35 φαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία υπό τη διεύθυνσή του είχε αυξήσει το πελατολόγιό της. Αρνήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία υπέστη μεγάλες ζημιές με την εκστρατεία προώθησής της με το σχέδιο “welcome bonus” και υποστήριξε ότι με αυτό το σχέδιο η Εργοδότρια Εταιρεία «πήρε» τα στοιχεία (ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τηλέφωνα) τουλάχιστον 4.000 πελατών τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να προωθήσει τις εργασίες της και ότι αυτό ήταν μεγάλο όφελος για την Εργοδότρια Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι το ποσό των χρημάτων που δινόταν δωρεάν σε αυτούς που εγγράφονταν ως πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας ως bonus δεν ήταν πραγματικά λεφτά που τα έδινε η Εργοδότρια Εταιρεία αλλά ήταν ψεύτικα/εικονικά χρήματα («τεχνικά γραμμένα») τα οποία δεν ήταν έξοδα της Εργοδότριας Εταιρείας (δεν φαίνονται στους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας) και τα οποία δίνονταν στους νέους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας, αφού προηγουμένως αποδέχονταν τους όρους και τις προϋποθέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, για να δοκιμάσουν τις υπηρεσίες της και να «παίξουν» στην πλατφόρμα της και μετά αν επιθυμούσαν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την πλατφόρμα της Εργοδότριας Εταιρείας. Είπε ότι πριν αποκτήσει το ρουμάνικο διαβατήριο κατείχε διαβατήριο της Μολδαβίας και ότι όταν προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία η Εργοδότρια Εταιρεία του είχε εξασφαλίσει από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας άδεια εργασίας αλλοδαπού και ότι ουδέποτε εργάστηκε παράνομα στην Εργοδότρια Εταιρεία. Αρνήθηκε ότι δεν συνεργαζόταν με τους μετόχους και είπε ότι η μόνη άρνησή του ήταν η άρνησή του να συμφωνήσει με τους μέτοχους να δεχτεί να του δοθεί το 8% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας αντί το 20% που είχε συμφωνηθεί προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι όταν του πρότειναν να του δώσουν μόνο το 8% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας του είπαν ότι αν δεν δεχτεί θα τον παύσουν από CEO και δεν θα του δώσουν τίποτα. Υποστήριξε ότι τον Δεκέμβριο του 2016 συμφώνησε με τους μετόχους όπως παύσει να είναι ο CEO της Εργοδότριας Εταιρείας τέλη Ιανουαρίου του 2016 και ότι το Τεκμήριο 4 του δόθηκε, όταν ήδη είχε εξασφαλιστεί έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την παύση του ως CEO και για τον διορισμό άλλου προσώπου στη θέση του (επειδή προηγουμένως οι μέτοχοι φοβόντουσαν τυχόν επικοινωνία του με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), με την απειλή ότι αν δεν δεχτεί να τερματιστούν οι υπηρεσίες του χωρίς αποζημίωση «θα φθείρουν τη φήμη του». Σε ερώτηση του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας κατά πόσον όλες οι συμφωνίες του Τεκμηρίου 1 υπογράφηκαν μετά από διαπραγματεύσεις που είχε αυτός με την Εργοδότρια Εταιρεία απάντησε καταφατικά. Επέμενε ότι η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015 η οποία είναι παράρτημα της Συμφωνίας Εργοδότησης και σημειώνεται ως “Appendix B” (Τεκμήριο 1) υπογράφηκε μετά τις 29/12/2015 και είχε προχρονολογηθεί. Αρνήθηκε ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 ήταν πλαστή/ψεύτικη και ότι φτιάχτηκε για δικούς του σκοπούς και είπε ότι ο λόγος που η εν λόγω Συμφωνία δεν έχει μάρτυρες είναι γιατί ο Lerner δεν ήθελε οι άλλοι συνεργάτες και οι άλλοι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας να μάθουν ότι θα λάμβανε €3.500 ως μισθό και να ζητήσουν και αυτοί αύξηση μισθού.

 

Ο κ. Κυπριανού, κατέθεσε ως Τεκμήριο 98 τη δήλωση εισοδημάτων που υπέβαλε ο Αιτητής στις 28/04/2016 στο Τμήμα Φορολογίας για τα εισοδήματα που είχε το 2015 στην οποία επισυναπτόταν το έντυπο πιστοποιητικών αποδοχών (Ι.R.63) που συμπλήρωσε η Εργοδότρια Εταιρεία σχετικά με τις απολαβές του Αιτητή για το 2015. Ανέφερε ότι ο Αιτητής στη δήλωσή του ανέγραψε ότι το 2015 είχε ως εισόδημα από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία το συνολικό ποσό των €41.215. Ότι ο φόρος εισοδήματος για το εν λόγω ποσό ανερχόταν στο ποσό των €4.185 και επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία απέκοψε από τους μισθούς του Αιτητή μόνο το ποσό των €1.223, ο Αιτητής όφειλε να πληρώσει στο Τμήμα Φορολογίας ακόμα €2.961. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με το έντυπο Ι.R.63 δήλωσε ότι οι αποδοχές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €27.846,33 και ότι ο φόρος εισοδήματος για το εν λόγω πόσο αντιστοιχεί στο ποσό που απέκοψε η Εργοδότρια Εταιρεία από τους μισθούς του Αιτητή.

 

Αντεξεταζόμενος σημείωσε ότι είχε ελέγξει και τις δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τμήμα Φορολογίας σχετικά με τους μισθούς των υπαλλήλων της και διαπίστωσε ότι αυτές οι δηλώσεις ήταν σε συμφωνία με το ποσό που ανέγραψε η Εργοδότρια Εταιρεία στο Ι.R.63 για το πρόσωπο του Αιτητή. Είπε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο το ποσό που αναγράφεται στη φορολογική δήλωση του Αιτητή δεν είναι σε συμφωνία με τα ποσά που δήλωσε η Εργοδότρια Εταιρεία και σημείωσε ότι η φορολογία επιβεβαιώνεται σύμφωνα με τα εισοδήματα που δηλώνει ο φορολογούμενος στην δήλωσή του ως τα εισοδήματά του ως εργοδοτούμενος. Ότι στην περίπτωση του Αιτητή η φορολογία υπολογίστηκε στη βάση του ποσού των €41.215 που δηλώθηκε από τον Αιτητή. Σε ερώτηση κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση αγνοήθηκαν οι δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας απάντησε «εξαρτάται από τον λειτουργό που θα κάνει τη φορολογία, εάν για το τμήμα συμφέρει να κάνει φορολογία με τις 41.000 που έχει δηλώσει ο φορολογούμενος…».  

 

Η  κα Χρυσοβαλάντου κατέθεσε ως Τεκμήριο 99 αναλυτική κατάσταση αποδοχών του Αιτητή για το έτος 2015 η οποία εκδόθηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ως Τεκμήριο 100 αναλυτική κατάσταση αποδοχών του Αιτητή για το έτος 2015 η οποία εκδόθηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέφερε ότι για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015 η Εργοδότρια Εταιρεία προέβηκε σε συμπληρωματικές πληρωμές για το πρόσωπο του Αιτητή. Είπε ότι εάν οι απολαβές ενός εργοδοτουμένου είναι €5.000 ακαθάριστες τότε θα πρέπει να καταβληθεί συνολικά το ποσό των €965 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις.

 

Αντεξεταζόμενη είπε ότι ο ακαθάριστος μισθός του Αιτητή τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν €3.010 και ότι με βάση τους υπολογισμούς της ο καθαρός μισθός του θα ανερχόταν στο ποσό των €2.775. Ότι από τα έγγραφα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων φαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στις 18/01/2016 είχε συμπληρώσει τα ποσά που είχε δηλώσει αρχικά ως μισθούς για το πρόσωπο του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015 ώστε το ποσό των μισθών του Αιτητή για τους εν λόγω μήνες να ανέρχεται στο ποσό των €3.010. Σημείωσε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο έγιναν οι πιο πάνω συμπληρωματικές πληρωμές.

 

Ε. (1)  Από τη μαρτυρία του κ. Αντωνίου διαφάνηκε ότι αυτός δεν γνώριζε άμεσα και θετικά τα γεγονότα που περιέβαλλαν τις συνθήκες απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία και τον τερματισμό της απασχόλησής του και ότι οι αναφορές του ενώπιόν μας κατά την κατάθεσή του στηρίζονταν σε έγγραφα που βρίσκονταν στο αρχείο της Εργοδότριας Εταιρείας. Παρατηρούμε ότι κατά την κυρίως εξέτασή του περιορίστηκε στο να καταθέσει ενώπιόν μας ένα πολύ μικρό αριθμό εγγράφων (Τεκμήρια 1-7 και 9) και να μας αναφέρει μόνο το τι αναγραφόταν στα εν λόγω έγγραφα. Η μαρτυρία του σχετικά με τους λόγους απόλυσης του Αιτητή δεν ήταν ξεκάθαρη. Ο κ. Αντωνίου δεν στήριξε με σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους απόλυσης που προέβαλε στο δικόγραφό της η Εργοδότρια Εταιρεία ούτε έθεσε ενώπιόν μας με λεπτομέρεια και σαφήνεια το σύνολο των γεγονότων που έλαβαν χώρα σε ό,τι αφορά τη διαγωγή του Αιτητή και τις σχέσεις του με τους μετόχους και/ή τους ιδιοκτήτες της Εργοδότριας Εταιρείας και/ή την Εργοδότρια Εταιρεία από τις 14/12/2015 μέχρι τις 26/01/2016 και περιορίστηκε μόνο στο να καταθέσει τα Τεκμήρια 6 και 9 και να επικαλεστεί το περιεχόμενό τους ως παράδειγμα ανάρμοστης συμπεριφοράς του Αιτητή. Δεν μας ανέφερε συγκεκριμένα σε ποια γεγονότα και σε ποιους λόγους βάσισε η Εργοδότρια Εταιρεία την απόφαση απόλυσης του Αιτητή ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποια πρόνοια του άρθρου 11 της Συμφωνίας Εργοδότησης στηρίχτηκε η Εργοδότρια Εταιρεία για να απολύσει τον Αιτητή. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να στηρίζουν τις αναφορές της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τεκμήριο 4 και δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει θετικά ότι ο Αιτητής ήταν παρών κατά την εν λόγω συνεδρία κατά την οποία λέχθηκαν αυτά που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο ούτε έθεσε ενώπιόν μας το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε την Εργοδότρια Εταιρεία στο να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητή ως CEO από τις 14/12/2015. Ούτε μπορούσε να εξηγήσει με σαφήνεια και/ή να στηρίξει με στοιχεία την αναφορά της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τεκμήριο 13 σε σχέση με τον λόγο απόλυσης του Αιτητή. Σε αυτό το σημείο, σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο για να είναι σε θέση (α) να αποφανθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί ενός εργοδότη για επίδειξη αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο ευσταθούν και (β) να κρίνει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, (i) αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς σε ένα εργοδοτούμενο από τον εργοδότη του και (ii) δικαιολογείτο η απόλυση του εργοδοτουμένου, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του όλες τις συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου καθώς και τις ενέργειες και τα μέτρα που έλαβε ο εργοδότης.  Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με το εύλογο της απόφασης απόλυσης στη βάση της αποδιδόμενης από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο αρνητικής εργασιακής διαγωγής.  Οι γενικόλογοι ισχυρισμοί δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την απόδοση κακής διαγωγής και διάπραξης εργασιακών παραπτωμάτων αφού ελλείπουν τα δεδομένα που πειστικά και αντικειμενικά μπορούν να στοιχειοθετήσουν στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το εύλογο συμπέρασμα του εργοδότη για επίδειξη κακής εργασιακής διαγωγής και διάπραξη εργασιακών παραπτωμάτων από τον εργοδοτούμενο. Στην παρούσα περίπτωση οι ισχυρισμοί του κ. Αντωνίου όπως τέθηκαν ενώπιόν μας, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την απόδοση στον Αιτητή αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς και/ή για εξαγωγή ευρημάτων σύμφωνα με την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας πέραν του ότι ο Αιτητής απέστειλε τα Τεκμήρια 6 και 9. Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 9 προκύπτει ότι ο Αιτητής κατά τις εν λόγω επικοινωνίες του με τους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας και άλλους εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας απευθύνθηκε προς αυτούς με εριστικό, απρεπή και προσβλητικό τρόπο. Ενώ ο κ. Αντωνίου δεν αποδέχτηκε τις υποβολές του Αιτητή σχετικά με το ύψος του μηνιαίου μισθού του και την πληρωμή μέρους του μισθού του σε μετρητά, στις ερωτήσεις που του έγιναν για τα εν λόγω ζητήματα απαντούσε ότι αυτός δεν γνωρίζει τα εν λόγω ζητήματα και επικαλείτο μόνο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Δεν μπορούσε να δώσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις σχετικά με τις καταθέσεις χρημάτων από την Εργοδότρια Εταιρεία στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή που φαίνονται στα Τεκμήρια 21 και 31. Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι οι καταθέσεις προς τον Αιτητή που φαίνονται στα Τεκμήρια 21 και 31 είναι σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 χωρίς να μας δώσει σαφείς επεξηγήσεις πώς τα ποσά των πληρωμών για τους μήνες Σεπτέμβριο 2015 μέχρι Δεκέμβριο του 2015 που έγιναν ως πληρωμές μισθών κατά το τέλος του κάθε μηνός αντιστοιχούν στις πρόνοιες του Τεκμηρίου 1 και χωρίς να μας δώσει την οποιαδήποτε εξήγηση τι αφορά η πληρωμή/κατάθεση που έγινε στις 14/01/2016 με την αναφορά “Add.Salaries for Sep-Dec.2015”. Περαιτέρω δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο στα Τεκμήρια 2 και 99 υπάρχουν δύο πληρωμές εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015. Επίσης δεν μας εξήγησε τι αφορούσε η πληρωμή εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον μήνα Ιανουάριο του 2016 για το ποσό €3.352 (η οποία με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 φαίνεται ότι έγινε προγενέστερα της έκδοσης της απόφασης στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 τον Αύγουστο το 2018 και πριν την πληρωμή του ποσού των €3.010 στον Αιτητή τον Νοέμβριο του 2018 αφού το Τεκμήριο 15 φέρει ημερομηνία 05/01/2018) και απλώς περιορίστηκε κατά την αντεξέτασή του στο να αναφέρει ότι ο μισθός για τον μήνα Ιανουάριο του 2016 πληρώθηκε στον Αιτητή μετά την απόφαση στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς του (οι οποίοι ουσιαστικά ήταν επιχειρήματα) ότι το Τεκμήριο 19 δεν μπορεί να είναι έγγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας. Ενώ συμφώνησε με υποβολή ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία πρέπει να υπάρχουν δύο Executive Directors δεν μας ανέφερε ποιος ήταν ο δεύτερος Executive Director της Εργοδότριας Εταιρείας πριν τις 20/10/2015 που σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 διορίστηκε ο Αιτητής ως CEO και δεν προσκόμισε οποιοδήποτε απτό στοιχείο (πέραν του Τεκμηρίου 1) που να αμφισβητεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 65 με το οποίο ο Lerner ενημέρωσε τους μετόχους και τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής σύμφωνα με τη Συμφωνία Μετόχων ημερ. 10/08/2015 διορίστηκε CEO/Managing Director της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι ο εν λόγω διορισμός θα ισχύει από τις 20/08/2015[29]. Σημειώνουμε ότι μας προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι κ. Αντωνίου δεν μας ανέφερε κατά την επανεξέτασή του κατά πόσον έλεγξε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της Εργοδότριας Εταιρείας για να διαπιστώσει κατά πόσον σε αυτό υπάρχουν τα έγγραφα και/ή η αλληλογραφία που του υπέδειξε ο Αιτητής αντεξετάζοντας τον και περιορίστηκε απλώς στο να αμφισβητήσει μόνο κάποια από τα έγγραφα που του υπέδειξε ο Αιτητής στηριζόμενος σε υποθέσεις και επιχειρήματα. Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί μια εταιρεία που ελέγχεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διορίσει ένα πρόσωπο ως CEO της χωρίς να πάρει την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και απέρριψε τις υποβολές του Αιτητή ότι διορίστηκε από τις 20/08/2015 ως CEO επικαλούμενος την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015 και τα στοιχεία που βρίσκονται στο portal της Εργοδότριας Εταιρείας στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (τα οποία σημειώνουμε δεν κατατέθηκαν ενώπιόν μας), δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο στις 16/12/2015 ο Lerner ενημέρωσε τους μετόχους και τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 5) ότι από την εν λόγω ημερομηνία ο Ι.Μ. θα είναιActing Executive Director/GM” και ότι θα αποκτήσει αυτό το “status” με την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ενώ (α) στο Τεκμήριο 9 αναφέρεται ξεκάθαρα ότι τον Δεκέμβριο του 2015 οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας αποφάσισαν να αλλάξουν τον «κατάλληλο διευθυντή (ΚΔ)» και αναγράφεται ότι «εξ αιτίας του μαστούρας (υποκειμενική γνώμη του ΚΔ)» και (β) ο κ. Αντωνίου ισχυρίστηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2015 αποφασίστηκε η απόλυση του Αιτητή από CEO και ότι ο Αιτητής στο Τεκμήριο 9 ανέγραψε ότι οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας έπαιρναν αποφάσεις «λόγω βαριάς μαστούρας», ο κ. Αντωνίου υποστήριξε ενώπιόν μας ότι δεν γνώριζε αν η αναφορά ΚΔ στο Τεκμήριο 9 αφορούσε το πρόσωπο του Αιτητή. Ο κ. Αντωνίου είπε ότι δεν αναγνωρίζει τη Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 και ότι δεν την έχει ξαναδεί και όταν του υποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που υπογράφει εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 05/05/2017 που κατατέθηκε στον φάκελο της Αίτησης αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι υπάρχει μια συμφωνία ημερ. 18/05/2015 είπε ότι δεν γνωρίζει το έγγραφο ημερ. 18/05/2015 και ότι φαντάζεται ότι το εν λόγω πρόσωπο θα εννοούσε αυτή τη συμφωνία που του έδειξε ο Αιτητής. Κατά την επανεξέτασή του αντί να αναφέρει ποιο ήταν το έγγραφο ημερ. 18/05/2015 που αποκάλυψε η Εργοδότρια Εταιρεία (σημειώνουμε ότι (α) η Εργοδότρια Εταιρεία εκπροσωπείτο σε όλα τα στάδια της Αίτησης και στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 από τον ίδιο δικηγόρο και (β) η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 κατατέθηκε ως Τεκμήριο από τον Αιτητή τόσο στη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος στην Αίτηση όσο και στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17) περιορίστηκε στο (1) να πει ότι δεν υπάρχει το πρωτότυπο της εν λόγω συμφωνίας στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι το λεκτικό και ο τύπος της εν λόγω συμφωνίας είναι πολύ διαφορετικός από τις άλλες συμφωνίες που είχε συνάψει η Εργοδότρια Εταιρεία με τον Αιτητή σχετικά με τους όρους απασχόλησής του και (2) να επιχειρηματολογήσει ότι δεν ήταν λογικό να συμφωνηθούν αυτά που φαίνεται να συμφωνήθηκαν με την εν λόγω συμφωνία. Παρατηρούμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής της δεν ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 είναι πλαστή και/ή ψεύτικη και/ή φτιαχτή ως υπέβαλε ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του αλλά προβάλλει τη θέση ότι είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή χωρίς νομική ισχύ καθότι δεν υπογράφηκε από μάρτυρες, δεν υπάρχει συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και έγινε κατόπιν παραπλάνησης και ψυχικής πίεσης και ότι περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες από τον κ. Αντωνίου που να στηρίζουν τις θέσεις ότι δεν υπήρχε συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και ότι έγινε κατόπιν παραπλάνησης και/ή ψυχικής πίεσης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του Lerner η οποία έγινε στις 14/02/2017 (8 μήνες μετά την καταχώριση του Εγγράφου Εμφάνισης) προς υποστήριξη της ένστασης που καταχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία στη διατήρηση μονομερούς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος εις βάρος της στα πλαίσια της Αίτησης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άρνηση της ύπαρξης της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 ούτε οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω συμφωνία γεγονός που μας ξενίζει.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να στηριχτούμε στη μαρτυρία του κ. Αντωνίου και να εξάγουμε από αυτήν ευρήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση (εκτός από (1) τα παραδεχτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και (2) το εύρημά μας σχετικά με την απρεπή διαγωγή που επέδειξε ο Αιτητής με τα Τεκμήρια 6 και 9) και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε ως μη αξιόπιστη.

Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι οι υποβολές του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του σχετικά με τις προβληματικές πράξεις και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ως CEO της Εργοδότριας Εταιρείας και τις αρνητικές συνέπειές τους στην Εργοδότρια Εταιρεία παρέμειναν μετέωρες και αναπόδεικτες καθότι οι θέσεις των εν λόγω υποβολών (1) δεν τέθηκαν ενώπιόν μας με τη μαρτυρία του κ. Αντωνίου και (2) δεν έγιναν αποδεκτές από τον Αιτητή[30].

 

(2) Δεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της κας Στυλιανού, του κ. Κυπριανού και της κας Χρυσοβαλάντου. Το αξιόπιστο της μαρτυρίας τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους αφού τους ζητήθηκε απλώς να διευκρινίσουν και/ή να συμπληρώσουν και/ή να επεξηγήσουν τις θέσεις που προέβαλαν κατά την κυρίως εξέτασή τους. Πρόκειται για μάρτυρες οι οποίοι δεν είχαν προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχαν να δώσουν στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση τους εξ’ αιτίας της θέσης και των καθηκόντων τους. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων.

 

(3) (α) Ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τις αξιώσεις του για οφειλόμενη ετήσια άδεια για τα έτη 2015 και 2016. Ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε να αποδείξει τις εν λόγω αξιώσεις του και κατά συνέπεια οι εν λόγω αξιώσεις του απορρίπτονται.

 

(β) Οι θέσεις του Αιτητή ότι στις 14/12/2015 οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας του πρότειναν να του δώσουν μόνο το 8% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας αντί του 20% των μετοχών που είχε συμφωνηθεί και ότι όταν δεν συμφώνησε με αυτό του είπαν ότι θα τον απολύσουν και δεν θα του δώσουν τίποτα, κάτι που έγινε τον Φεβρουάριο του 2016[31], δεν περιέχονται (1) στο Τεκμήριο 9, (2) στους γενικούς λόγους της Αίτησης και (3) στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 30/12/2016 η οποία συνόδευε την αίτησή του για έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 03/01/2017 και δεν έχουν υποβληθεί στον κ. Αντωνίου κατά την αντεξέτασή του. Ενώ (1) στο Τεκμήριο 6 ο Αιτητής στις 25/12/2015 απλώς περιγράφει τον εαυτό του ως “ex CEO” και σημειώνει ότι για τους λόγους που αναφέρει «αποφάσισε πλέον να μην εργάζεται με τον Lerner»[32], (2) στο Τεκμήριο 9 ημερ. 01/01/2016 ο Αιτητής σημειώνει «5. Παρά την παράκληση του ΚΔ να περιμένουν μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου όπως συμφωνήθηκε αρχικά για να φανούν τα αποτελέσματα της δουλειάς» οι κύριοι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας «αποφάσισαν να αλλάξουν διευθυντή» και «6. Για την παράγραφο 5 ο ΚΔ που έχει μπουχτίσει με αυτές …….   ιδιοτροπίες» από την πλευρά των κύριων μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας και «να λάβει τη θέση ότι δεν επιθυμεί να δουλέψει ως διευθυντής» στην Εργοδότρια Εταιρεία «κάτω από τους όρους που του πρόσφεραν οι κύριοι μέτοχοι», (3) στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι μετά τη συνάντηση στις 14/12/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία (i) συμφώνησε μαζί του προσωπικά ότι δεν θα είναι πλέον CEO και θα συνεχίσει να εργάζεται στη θέση του “Head of Portofolio Management” και (ii) στις 18/12/2015 ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με το Τεκμήριο 73 και (4) σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του είπε ότι δεν ήταν διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κατά το 2016, αντεξεταζόμενος προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι είχε συμφωνηθεί ότι θα έπαυε από CEO τέλος Ιανουαρίου του 2016[33] και ότι μετά θα παρέμεινε ως “Head of Portofolio Management” και ότι περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2015 οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας του είπαν ότι θέλουν να αλλάξουν CEO και ότι κανένας δεν ήξερε πότε θα γινόταν αυτό καθότι για να γίνει η αλλαγή έπρεπε να εξασφαλιστεί η έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η οποία για να εξασφαλιστεί συνήθως χρειαζόταν 1.5 με 2 μήνες (σημειώνουμε ότι σε προηγούμενο στάδιο της μαρτυρίας του ο Αιτητής είχε αναφέρει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον διόρισε CEO και αυτός εργαζόταν στη θέση του CEO 2 περίπου μήνες πριν λάβει επίσημα η Εργοδότρια Εταιρεία την έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να τον διορίσει στη θέση του CEO Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 20/10/2015 και Τεκμήρια 22 και 65). Περαιτέρω ενώ κατέθεσε σωρεία ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντάλλαξε με τον Lerner δεν κατέθεσε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Lerner ημερ. 16/12/2015 (Τεκμήριο 5) στο οποίο αναγραφόταν ότι ο Αιτητής θα έφευγε από την Εργοδότρια Εταιρεία τέλος του Ιανουαρίου 2016 αλλά ότι όλοι ελπίζουν και εύχονται ότι ο Αιτητής θα παραμείνει ούτε σχολίασε και/ή έδωσε οποιαδήποτε διευκρίνιση και/ή εξήγηση και/ή απάντηση για την εν λόγω αναφορά του Lerner. Ακόμη στο Τεκμήριο 9 ο Αιτητής κλείνοντας σημείωσε τα εξής: «Και μην πειραχτείτε από αυτά που σας λέω. Ποιος άλλος θα σας πει την αλήθεια, αν όχι εγώ; Θα σας λείψω, έστω και μόνο λόγω αυτού του γεγονότος :) Η αλήθεια είναι τώρα σε τιμή.». Τα πιο πάνω κατά τη γνώμη μας δεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τις 14/12/2015 μέχρι την ημερομηνία που του κοινοποιήθηκε η επιστολή απόλυσής του. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία είναι ουσιαστικές και μας εμποδίζουν από το να αποδεχτούμε τη μαρτυρία του Αιτητή ως ασφαλή βάση για την εξαγωγή ευρημάτων που να στηρίζουν την εκδοχή του σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία.

 

(γ) Ενώ τα γεγονότα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε (1) στον Αιτητή τον Ιανουάριο του 2016 (14/01/2016) ένα ποσό ως επιπρόσθετους μισθούς για τους μήνες Σεπτέμβριο 2015 μέχρι Δεκέμβριο 2015 και (2) στις 18/01/2016 επιπλέον εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015 ώστε ο ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους εν λόγω μήνες να ανέρχεται στο ποσό των €3.010 σε συνδυασμό (1) με τις πληρωμές που έκανε η Εργοδότρια Εταιρεία ως μισθούς στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο 2015 μέχρι Δεκέμβριο 2015 στο τέλος του κάθε μήνα (Τεκμήριο 21) και (2) με την αναφορά του Αιτητή στο Τεκμήριο 9 ημερ. 01/01/2016 ότι απαιτεί (i) να διορθωθεί ο επίσημος μισθός του από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μετά ώστε να αντιστοιχεί στο ποσό των €2.500 καθαρά και (ii) να γίνουν οι σχετικές καταθέσεις χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό του και να πληρωθούν οι αντίστοιχες εισφορές στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπό του δεικνύουν, όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής, ότι (1) η Εργοδότρια Εταιρεία (α) δεν κατέβαλλε στον Αιτητή τους μήνες Σεπτέμβριο 2015 μέχρι Δεκέμβριο 2015 στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή το ποσό που αντιστοιχούσε ως καθαρός μηνιαίος μισθός στο ποσό των €3.010 ως ακαθάριστος μηνιαίος μισθός σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Εργοδότησης ως αυτή τροποποιήθηκε με την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015[34] και (β) δεν κατέβαλλε εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015 για το πρόσωπο του Αιτητή στη βάση του ποσού των €3.010 ως ακαθάριστου μισθού και (2) μετά το Τεκμήριο 9 η Εργοδότρια Εταιρεία τον Ιανουάριο του 2016 προέβη σε επιπρόσθετη πληρωμή στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή για τους μισθούς της περιόδου Σεπτεμβρίου του 2015 – Δεκεμβρίου του 2015 και κατέβαλε επιπρόσθετες εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή για τους μήνες Σεπτέμβριο του 2015 μέχρι Νοέμβριο του 2015, κρίνουμε (1) ότι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την εκδοχή του Αιτητή σχετικά με τις πραγματικές του απολαβές κατά την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία όπως αυτή τέθηκε ενώπιόν μας και (2) ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η αναφορά του Αιτητή στο Τεκμήριο 9 (το οποίο επαναλαμβάνουμε αποτελεί επιστολή που έγραψε ο Αιτητής) ότι οι μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας φάνηκαν τυχεροί να προσλάβουν κατάλληλο διευθυντή και αντιπρόσωπο για 20% της επιχείρησης και €2500 NET + 2500 μετρητά, (η οποία αναφορά από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας φαίνεται ότι αφορά το πρόσωπο του Αιτητή), από μόνη της μπορεί να αποτελέσει επαρκές στοιχείο στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε και να προβούμε σε εύρημα ότι ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €5.000 καθαρά, καθότι εντοπίσαμε τις πιο κάτω αδυναμίες στη σχετική μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Αιτητής:

 

(i)            Οι ισχυρισμοί που έθεσε ενώπιόν μας δεν είναι σε συμφωνία με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αφού ενώπιόν μας ισχυρίστηκε ότι όταν άρχισε εργασία ο καθαρός μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε να είναι €2.000, στη συνέχεια ο μηνιαίος καθαρός μισθός του αυξήθηκε στο ποσό των €2.300 και ότι από τον Σεπτέμβριο του 2015 ο μηνιαίος καθαρός μισθός του ανερχόταν στο πόσο των €5.000, ενώ στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφέρει ότι όταν προσλήφθηκε ο μηνιαίος ακαθάριστος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των €1.936, ότι στη συνέχεια ο μηνιαίος μισθός του αυξήθηκε στο  ποσό των €2.300 (χωρίς να διευκρινίζει αν αυτό ήταν το καθαρό ή ακαθάριστο ποσό) και ότι «κατά ή περίπου τον Σεπτέμβριο του 2015» η Εργοδότρια Εταιρεία αύξησε τον μηνιαίο ακαθάριστο μισθό του στο ποσό των €5.000. Περαιτέρω, ενώ κατέθεσε ενώπιόν μας ότι η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015, με την οποία τροποποιήθηκε ο όρος της   Συμφωνίας Εργοδότησης ώστε ο επίσημος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του να ανέρχεται στο ποσό των €3.010, παρά το ότι φέρει ημερομηνία 01/09/2015 αυτή υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2016 για τους λόγους που ανέφερε στη μαρτυρία του, στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφέρει ότι η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015 έγινε «κατά ή περίπου» την 01/09/2015 χωρίς καμία αναφορά σε επίσημο μισθό ή στον λόγο για τον οποίο υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία.

(ii)          Ο Αιτητής δεν υπέβαλε στον κ. Αντωνίου κατά την αντεξέτασή του την εκδοχή που προέβαλε ενώπιόν μας σχετικά με τις Τροποποιητικές Συμφωνίες της Συμφωνίας Εργοδότησης και δεν του υπέδειξε τα Τεκμήρια 66, 67 και 70 για να τα σχολιάσει και να προβάλει τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με αυτά.

(iii)         Με βάση τα στοιχεία που έθεσε ενώπιόν μας ο Αιτητής προκύπτουν διαφορετικά ποσά σε κάθε περίπτωση αναφορικά με το συνολικό ποσό που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία ως καθαρές απολαβές (μισθούς) αφού (1) με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 προκύπτει ότι έλαβε το ποσό των €41.200, (2) με βάση τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τα έξοδα στα οποία προέβηκε (Τεκμήρια 21, 31, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92 και 93) προκύπτει ότι έλαβε το ποσό των €38,218 [€41.370 – (€1.000 (bonus) + €2.152,80 (έξοδα ταξιδιού))] και (3) με βάση τις δηλώσεις του στο Τμήμα Φορολογίας (Τεκμήρια 79 και 98) προκύπτει ότι έλαβε το ποσό των €36.776,02 [€41.215 – (€3.215 (εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων από τον Αιτητή) + €1.223,98 (αποκοπή φόρου εισοδήματος από τον μισθό του Αιτητή))].

(iv)         Τα Τεκμήρια 29 και 37 (ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Lerner προς τον Αιτητή ημερ. 20/07/2015 και το κατ’ ισχυρισμόν του Αιτητή επισυναπτόμενο έγγραφο σε αυτό με διάφορους υπολογισμούς σχετικά με το καθαρό ποσό που αντιστοιχεί σε διαφορετικά ποσά ακαθάριστων μισθών) δεν υποδείχτηκαν στον κ. Αντωνίου κατά την αντεξέτασή του με αποτέλεσμα να μην δοθεί η ευκαιρία στην Εργοδότρια Εταιρεία να σχολιάσει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και να προβάλει την εκδοχή της σε ό,τι αφορά τα εν λόγω έγγραφα. Περαιτέρω από τα Τεκμήρια 38 και 39 προκύπτει ότι η κα Rudene, η οποία σημειώνουμε ότι στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 κλήθηκε από τον Αιτητή να δώσει μαρτυρία, δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 29 και ενώ αναγνώρισε το Τεκμήριο 37 είπε ότι δεν μπορούσε να βεβαιώσει είτε το περιεχόμενό του είτε ότι σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τον Αιτητή.

(v)          Από τα 19 Τεκμήρια που κατέθεσε ενώπιόν μας ισχυριζόμενος ότι αποτελούσαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα και έγγραφα που αντάλλαξε με τον Lerner κατά την περίοδο μεταξύ 21/07/2015 και 28/07/2015 όταν διαπραγματεύονταν την αμοιβή και τα καθήκοντα της θέσης του CEO της Εργοδότριας Εταιρείας υπέδειξε στον κ. Αντωνίου μόνο τρία  (Τεκμήρια 23, 24-24Α και 25) με αποτέλεσμα να μην τεθεί ενώπιόν μας η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με το περιεχόμενο όλων των εν λόγω Τεκμηρίων. Αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό ηλεκτρονική επικοινωνία που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον Lerner στις 29/07/2015 σχετικά με τις τελικές προτάσεις που αντάλλαξαν για τη θέση του CEO υπέδειξε στον κ. Αντωνίου μόνο αυτά που ισχυρίστηκε ότι του έστειλε ο Lerner (Τεκμήρια 26-26Α, 27-27Α και 28-28Α) και δεν υπέδειξε την, κατ’ ισχυρισμόν του, δική του απάντηση (Τεκμήρια 63-63Α). Ενώ επικαλέστηκε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 26-26Α, 27-27Α και 28-28Α και ισχυρίστηκε ότι με βάση το περιεχόμενό τους φαίνεται ότι είχε συμφωνηθεί ότι όταν διοριζόταν στη θέση του CEO ο μηνιαίος καθαρός μισθός του θα ανερχόταν στο ποσό των €5.000 (€2.500 καθαρά + €2.500 μετρητά), δεν έθεσε ενώπιόν μας την αποδοχή του εν λόγω περιεχομένου από όλους τους μετόχους της Εργοδότριας Εταιρείας τη στιγμή που στο εν λόγω περιεχόμενο αναγράφεται ότι τα πιο πάνω είναι προτάσεις που θα μεταφερθούν στους μετόχους και είναι υπό την αίρεση της αποδοχής τους από τους υπόλοιπους μετόχους. Ακόμη δεν έθεσε οτιδήποτε απτό ενώπιόν μας που να δεικνύει ότι όντως η πλειοψηφία των μετόχων αποδέχτηκε την πιο πάνω πρόταση για τον μισθό του ως CEO. Περιορίστηκε στο να καταθέσει μόνο τη Συμφωνία Μετόχων 10/08/2015 για να υποστηρίξει ότι οι εν λόγω προτάσεις έγιναν αποδεκτές στην οποία όμως (i) δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στις απολαβές του και (ii) γινόταν πρόβλεψη ότι ο Αιτητής θα λάμβανε το 20% των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας και όχι το 10% των μετοχών που αναφέρεται στα Τεκμήρια 26-26Α, 27-27Α και 28-28Α.

(vi)         Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 38 και 39 φαίνεται ότι η κα Rudene στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17, η οποία επαναλαμβάνουμε κλήθηκε ως μάρτυρας του Αιτητή, (1) δεν επιβεβαίωσε τις θέσεις του Αιτητή ότι κάθε μήνα λάμβανε ένα ποσό επιπλέον του καθαρού/επίσημου μισθού σε μετρητά ως μέρος των συμφωνηθέντων απολαβών του και ότι ο μηνιαίος μισθός του τον Νοέμβριο του 2015 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €5.000 καθαρά, (2) ενώ αναγνώρισε το έγγραφο που αφορούσε τα μηνιαία έσοδα και έξοδα της Εργοδότριας Εταιρείας για τον μήνα Νοέμβριο του 2015 (μέρος του Τεκμηρίου 19) δεν έδωσε θετική, σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία για το στοιχείο στο εν λόγω έγγραφο που φέρει αναφορά «additional salaries» και (3) δεν αναγνώρισε το έγγραφο που κατετέθηκε ενώπιόν μας ως Τεκμήριο 18 (Τεκμήριο 10 στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17) και δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία σχετικά με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.

(vii)        Ενώ ο Αιτητής συνέδεσε (1) το ποσό που προκύπτει από την πρόσθεση όλων των ποσών κάτω από τη στήλη με τίτλο «cash(November)» στο Τεκμήριο 18 με το ποσό που αναγράφεται δίπλα από την αναφορά «additional salaries» στο Τεκμήριο 19 για τον μήνα Νοέμβριο του 2015 και (2) στη συνέχεια τα εν λόγω δύο ποσά με το ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 31 ως κατάθεση χρημάτων από την Εργοδότρια Εταιρεία στην εταιρεία Fuzzitron Inc στις 27/11/2015 και ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω ποσά δεικνύουν την πληρωμή μισθών από την Εργοδότρια Εταιρεία σε μετρητά πέραν των επίσημων μισθών τον Νοέμβριο του 2015, δεν προέβαλε κάποια πειστική δικαιολογία όταν του υποδείχτηκε ότι τα εν λόγω τρία ποσά δεν είναι τα ίδια και περιορίστηκε στο να πει ότι είναι «κοντινά» ποσά. Πέραν (1) του ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε στον κ. Αντωνίου την θέση του σχετικά με τις μεταφορές χρημάτων από την Εργοδότρια Εταιρεία στην εταιρεία Fuzzitron Inc και (2) του ότι δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να στηρίζουν τη θέση του για τη μη ύπαρξη σχέσης της Εργοδότριας Εταιρείας με την εταιρεία Fuzzitron Inc, παρατηρούμε ότι φαίνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 19 και 31 ότι τα ποσά που είναι δίπλα από τις αναφορές «additional salaries» για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2015 δεν είναι τα ίδια με τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 31 ως πληρωμές στην εταιρεία Fuzzitron Inc.

(viii)       Ο Lerner σε διάσταση με τις δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τμήμα Φορολογίας και στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με τις αποδοχές του Αιτητή, με το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εργοδότησης και της Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 01/09/2015 και με το περιεχόμενο των τραπεζικών λογαριασμών του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας, στην κατάθεσή του στην Ποινική Υπόθεση με Αρ. 980/17 (Τεκμήριο 30) δήλωσε ότι ο Αιτητής έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία το ποσό των €37.731 ως καθαρούς μισθούς, γεγονός που τείνει, κατά τη γνώμη μας, να δείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στον Αιτητή κάποια επιπλέον πόσα ως μέρος των απολαβών του από αυτά που υποστηρίζει η Εργοδότρια Εταιρεία στην παρούσα διαδικασία ότι έλαβε ο Αιτητής. Όμως το γεγονός ότι η εν λόγω αναφορά του Lerner δεν υποδείχτηκε ούτε τέθηκε με κάποιον τρόπο στον μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας όταν κατέθετε ενώπιόν μας, μας εμποδίζει από το να της δώσουμε οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία στερήθηκε της ευκαιρίας να θέσει ενώπιόν μας τη δική της θέση σχετικά με την εν λόγω αναφορά.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης βρίσκουμε ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι ο τελευταίος μηνιαίος καθαρός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €5.000. Συνακόλουθα (α) η αξίωση του για καταβολή του μηνιαίου μισθού του για τον Ιανουάριο του 2015 (στην ουσία για καταβολή του καθαρού ποσού που θα αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε οφειλόμενο μετά την καταβολή του ποσού των €3.010 στον Αιτητή από τους διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης με Αρ. 980/17)[35] απορρίπτεται και (β) δεν μπορούμε να προβούμε σε οποιοδήποτε άλλο εύρημα σε σχέση με τον τελευταίο ακαθάριστο μηνιαίο μισθό του Αιτητή πέραν του ότι δηλώθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αναγράφεται στο Τεκμήριο 1 ως ο ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του και ως εκ τούτου προβαίνουμε σε εύρημα ότι ο τελευταίος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο πόσο των €3.010.

 

(δ)(i) Η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τη Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 ήταν σταθερή και δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε αδυναμία στο περιεχόμενό της που να κλονίζει την αξιοπιστία της. Ο Αιτητής αντεξετάστηκε σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς του σε τρεις διαφορετικές δικασίμους χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εξήγησε με φυσικότητα και πειστικότητα για ποιο λόγο το Τεκμήριο 94 διέφερε από τα Τεκμήρια 16 και 45 και με ποιο τρόπο ήλθε στην κατοχή του το Τεκμήριο 94. Επίσης ο Αιτητής εξήγησε με πειστικό τρόπο για ποιο λόγο ο τύπος και το λεκτικό της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 διέφερε από τον τύπο και το λεκτικό των συμφωνιών που αφορούσαν την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία και κατατέθηκαν ενώπιόν μας ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω οι υποβολές που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του με τον τρόπο που τέθηκαν δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Ακόμη η μαρτυρία του Αιτητή ήταν σε συμφωνία με το μέρος της κατάθεσής του στην Ποινική Υπόθεση με Αρ. 980/17 η οποία κατατέθηκε ενώπιόν μας ως Τεκμήριο 43 κατά την αντεξέταση της κας Στυλιανού μετά από αίτημα του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας. Δεν θεωρούμε ότι το γεγονός ότι ο τύπος της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 και το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή είναι διαφορετικά από αυτά του Τεκμηρίου 1, δεικνύει από μόνο του ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 δεν υπογράφηκε από τον Αιτητή και τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο της Εργοδότριας Εταιρείας. Το γεγονός ότι τον Αύγουστο του 2015 δεν κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή το ποσό των €1.750 που όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής ήταν το ποσό που όφειλε να κατατεθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό ως η συμφωνία του με τον Lerner δεν καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 δεν έγινε και/ή δεν εφαρμόστηκε καθότι όπως φαίνεται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλλε στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή κάθε μήνα ανελλιπώς τα ποσά που προβλέπονταν από το Τεκμήριο 1 (π.χ. ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή από 13/01/2015 μέχρι 31/08/2015 ήταν €1.936, κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του Αιτητή ως καθαροί μηνιαίοι μισθοί διαφορετικά ποσά για τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους (για τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Μάιο του 2015 €1.748,63, για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2015 €1.759,02 και για τον Αύγουστο του 2015 €1.705,97)).

 

(ii) Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής της (τους οποίους καταχώρησε στις 16/06/2016) δεν ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 είναι πλαστή και/ή ψεύτικη και/ή φτιαχτή και/ή ότι δεν υπάρχει στο αρχείο της ως υπέβαλε ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του αλλά προβάλλει τη θέση ότι είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή χωρίς νομική ισχύ καθότι δεν υπογράφηκε από μάρτυρες, δεν υπάρχει συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και έγινε κατόπιν παραπλάνησης και ψυχικής πίεσης και ότι περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του Lerner η οποία έγινε στις 14/02/2017 (8 μήνες μετά την καταχώριση του Εγγράφου Εμφάνισης) προς υποστήριξη της ένστασης που καταχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία στη διατήρηση μονομερούς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος εις βάρος της στα πλαίσια της Αίτησης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άρνηση της ύπαρξης της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 (η οποία επισυναπτόταν στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνόδευε την αίτησή του για την έκδοση του μονομερούς προσωρινού διατάγματος) και/ή ισχυρισμός για οποιαδήποτε πλαστογραφία και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 05/05/2017 που έγινε εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία κατατέθηκε στον φάκελο της Αίτησης αναφέρεται ότι υπάρχει μια συμφωνία ημερ. 18/05/2015. Λόγω μη δικογράφησης των ισχυρισμών για πλαστότητα και/ή πλαστογραφία της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορεί να εγείρει ενώπιόν μας τους εν λόγω ισχυρισμούς[36] και συνακόλουθα οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία και δεν μπορούν να εναποθέσουν στον Αιτητή το βάρος να αποδείξει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είναι πλαστό και/ή δεν είναι πλαστογραφημένο[37].

(iii) Δεν τέθηκαν στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του ερωτήσεις και υποβολές σχετικά με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας για μη έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου για την υπογραφή της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 και για υπογραφή της κατόπιν παραπλάνησης και ψυχική πίεσης (οι οποίοι ισχυρισμοί σημειώνουμε ότι δεν αποδείχτηκαν καθότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας το πραγματικό υπόβαθρο που να τους στηρίζει). Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική προϋπόθεση ότι μια συμφωνία εργοδότησης/απασχόλησης για να είναι έγκυρη πρέπει να υπογράφεται όχι μόνο από τα μέρη αλλά και από μάρτυρες.

(iv) Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τη Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Λαμβάνοντας υπόψη και τη μη δικογράφηση της θέσης από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 ήταν πλαστή και/ή ψεύτικη κρίνουμε ότι οι λόγοι για τους οποίους απορρίψαμε τη μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε και με τις πραγματικές απολαβές του δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της εκδοχής του Αιτητή σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία ημερ. 18/05/2015.

(v) Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε στο δικόγραφό της ισχυρισμό ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 δεν είναι έγκυρη ενόψει των όρων που περιέχονται στις συμφωνίες του Τεκμηρίου 1 ότι οι εν λόγω συμφωνίες συνιστούν ολόκληρη τη συμφωνία (‘entire contract clause’) ούτε κάτι τέτοιο υποστηρίχτηκε με την αγόρευση του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας[38] και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να εξετάσουμε τέτοιο ζήτημα.

 

Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, βρίσκουμε ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 τροποποίησε τη Συμφωνία Εργοδότησης σε ό,τι αφορά την περίοδο προειδοποίησης που δικαιούται ο Αιτητής σε περίπτωση απόλυσής του από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι αποτελεί μέρος της συμφωνίας εργασίας του Αιτητή. Ως εκ τούτου ο Αιτητής με βάση τη σύμβαση εργασίας του δικαιούτο σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία 24 εβδομάδες προειδοποίηση

 

Στ. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε αφορά την απόλυση του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία και πιο συγκεκριμένα κατά πόσον αυτή ήταν νόμιμη ή όχι.

 

Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας το Δικαστήριο δεν ήταν δυνατό να προβεί σε σαφή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης τόσο πριν όσο και κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή. Δεν μπορέσαμε να προβούμε σε ευρήματα γεγονότων που να στηρίζουν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με την εργασιακή συμπεριφορά του Αιτητή (εκτός από το εύρημά μας σχετικά με την απρεπή συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής στις 16/12/2015 και την 01/01/2016 με τα Τεκμήρια 6 και 9), τα γεγονότα που οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στις 26/01/2016 να λάβει την απόφαση απόλυσης του Αιτητή, τα γεγονότα που έλαβε υπόψη της η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του Αιτητή και το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που προηγήθηκαν της λήψης της απόφασης απόλυσής του. Οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση απόλυσης του Αιτητή δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας. Σημειώνουμε ότι με βάση τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω τα παραπτώματα που διέπραξε ο Αιτητής με τις αναφορές του στα Τεκμήρια 6 και 9, δεν μπορούν από μόνα τους να αποτελέσουν νόμιμο λόγο απόλυσης του Αιτητή στις 26/01/2016 καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν άσκησε το τυχόν δικαίωμά της για απόλυσή του κατά τον χρόνο διάπραξης των εν λόγω παραπτωμάτων. Υπό τις περιστάσεις ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των εν λόγω παραπτωμάτων μέχρι τις 26/01/2016, ημερομηνία που πάρθηκε η απόφαση απόλυσης του Αιτητή (περίπου ένας μήνας), είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου η Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να ασκήσει τυχόν δικαίωμά της για τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή.

 

Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία είχε στους ώμους της το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν ήταν παράνομος, απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του Αιτητή, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι ο Αιτητής επέδειξε τέτοια αρνητική εργασιακή διαγωγή που δικαιολογούσε την απόφαση απόλυσής του. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση του Αιτητή εντός των πλαισίων του άρθρου 5 (α), (ε) και (στ) του Νόμου. Συνακόλουθα ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) του Νόμου καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου και τη σύμβαση εργασίας του.

 

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:

 

(α)        τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,

(β)        τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,

(γ)        την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,

(δ)        τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,

(ε)         την ηλικίαν του εργοδοτούμενου.

 

(Βλ. Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνη Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98)

 

Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε).

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή και το ότι η μαρτυρία του Αιτητή σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεκτή, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή (€694,62 - βάσει του ευρήματός μας ότι ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €3.010 ακαθάριστα, το ποσό των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή προκύπτει από τη μαθηματική πράξη [(12 Χ €3.010) ÷ 52]), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας του Αιτητή (1 έτος) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να στηρίζεται από απτά στοιχεία αναφορικά με την ηλικία του Αιτητή, τη σταδιοδρομία του και τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυσή του στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή και την υλική ζημιά που υπέστηκε ο Αιτητής λόγω της απόλυσής του, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές δύο (2) εβδομάδων, ήτοι €1.389,24 (2 Χ €694,62).  

 

Περαιτέρω ο Αιτητής δυνάμει των παραγράφων (1) και (3) του άρθρου 9 του Νόμου και της σύμβασης εργασίας του με την Εργοδότρια Εταιρεία δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί στις απολαβές 24 εβδομάδων ήτοι €16.670,88 (24 Χ €694,62).

 

Κατάληξη

 

Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση για:

 

(α) το ποσό των €1.389,24 με νόμιμο τόκο ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση, και

(β) το ποσό των €16.670,88 με νόμιμο τόκο ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας λαμβάνοντας υπόψη (α) το ότι η Αίτηση του Αιτητή πέτυχε μερικώς και όχι ολικώς και σπαταλήθηκε αρκετός χρόνος για επίδικα ζητήματα που ήγειρε ο Αιτητής και δεν αποφασίστηκαν υπέρ του, (β) το ότι η ακροαματική διαδικασία καθυστέρησε να ολοκληρωθεί λόγω της συμπεριφοράς που επιδείκνυε ο Αιτητής και του τρόπου που χειρίστηκε και παρουσίασε την υπόθεση στο Δικαστήριο, (γ) το ότι έχουν εκδοθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας διαταγές από το Δικαστήριο με τις οποίες τα έξοδα επιδικάστηκαν εναντίον του Αιτητή, (δ) το ότι ο Αιτητής χειρίστηκε μέρος της υπόθεσης χωρίς δικηγόρο και (ε) το ότι ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία πρόσφερε με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης στον Αιτητή τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (ενώπιον του Δικαστηρίου) ποσά που ήταν μεγαλύτερα από αυτά που του επιδίκασε το Δικαστήριο, ο Αιτητής (είτε χωρίς να προβάλει κάποιο λόγο είτε ζητώντας πολύ μεγαλύτερα ποσά) απέρριψε όλες τις προτάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, κρίνουμε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μη επιδικάσουμε οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα υπέρ του Αιτητή. Περαιτέρω, λόγω (α) του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέδειξε όλους τους ισχυρισμούς της που προέβαλε ενώπιόν μας, (β) του ότι σπαταλήθηκε αρκετός χρόνος κατά την αντεξέταση του Αιτητή με ζητήματα τα οποία είτε δεν ήταν ουσιαστικά είτε δεν αποδείχτηκαν και (γ) του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβήτησε τα στοιχεία που αφορούσαν τις πληρωμές εισφορών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από αυτήν για το πρόσωπο του Αιτητή[39] με αποτέλεσμα ο Αιτητής να καλέσει μάρτυρα από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων κρίνουμε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά αναλάβει τα έξοδά της. Οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές για τα έξοδα ακυρώνονται.

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………

                                                          Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

 

 

(Υπ.) …………………………………                         (Υπ.) ………………………………...

            Μ. Αγαθοκλέους, Μέλος                                             Χ. Σόλου, Μέλος

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Απόλυση λόγω διαγωγής, τελευταίος μισθός, πρόνοια για προειδοποίηση σε σύμβαση εργασίας)



[1] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift (1981) I.R.L.R. 91: The correct test is thisWas it reasonable for the employers to dismiss himIf no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair.  But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair.  It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view”.

[2] Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρης Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318 στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden (2001) 1 All ER. 550, ανέφερε τακόλουθα:

«…… μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη.  Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση.Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω:«In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank’s investigation into the matter had been reasonable in the circumstances.”

[3]«Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα έχοντας το βάρος να  αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης….το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ΄ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη….»

[4] Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L.PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον  εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του».

[5] Βλέπε επίσης  Δημήτρης Φωτιάδης v. Alpha Bank Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2001.

[6]  Βλέπε St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, σελ.225-234, Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, 2023, παράγραφοι [1106]- [1188].

[7] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ.129 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: “The availability of evidence of an employee’s incapacity will vary from job to job. In Fletcher v St Leonard’s School EAT 25/87, for example, the employer could point to evidence that pupils’ grades had fallen below the normal rate of success. Similarly, the incompetence of sales people can be shown by their failure to reach targets set by the employer. The incompetence of a piece-worker can be measured in the same way. However, failure to meet such targets does not always justify dismissal. The tribunal will take into account all the surroundings circumstances: whether the target was realistic; the reasons for the employee not attaining the target; how other sales staff fared and the employee’s length of service. For example, in Sibun v Modern Telephones Ltd 1976 IRLR 81, ET, S has been selling satisfactorily for 20 years. However, over period of 15 months, his sales missed targets by 25 per cent. After several warnings he was dismissed.  A tribunal held that it was unreasonable to judge him on results over the last 15-18 months after his long period of satisfactory service. In the circumstances, a three – year period should have been given before it was fair to dismiss.  The incompetence of manager is often more difficult to measure and prove. In Cook v Thomas Linnell and Sons Ltd 1977 ICR 770, EAT, the EAT said that if an employer has genuinely come to believe over a period of time that a manager is incompetent, that is in itself evidence of incapability. However, it will be necessary to see whether there is supporting evidence. Supporting evidence may include evidence of a fall-off in trade or complaints from customers or colleagues. In Queensway Discount Warehouses Ltd v Mc Neall EAT 569/85 the employer established incapability as the reason for dismissal based on a genuine belief that the manager was unable to motivate staff or deal with customers’ orders and that his store presented a poor image. The tribunal’s decision of fair dismissal was upheld by the EAT.”    

[8] Βλέπε επίσης στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, σελ.147-149.

[9] Cockcroft v. Trendsetter Furniture Ltd [1973] IRLR 6, Woodward v. Beeston Boiler Co Ltd [1973] IRLR 7.

[10] Courtaulds Northern Textiles Ltd v. Andrew [1979] IRLR 84.

[11] Σημειώνουμε ότι ο γερμανός νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη το δικαιολογημένο συμφέρον του προσώπου που υπόκειται στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας κυρίως του εργοδοτούμενου, να μην παραμείνει μετέωρη και αμφίβολη για μεγάλο χρονικό διάστημα η έννομη σχέση, καθόρισε ο ίδιος, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, την εύλογη προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί  η καταγγελία. Στη σχετική νομοθεσία ορίζεται ότι η καταγγελία για σπουδαίο λόγο πρέπει να ασκηθεί μέσα σε δύο βδομάδες από τότε που ο καταγγέλλων έλαβε γνώση των κρίσιμων περιστατικών.  Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο λόγος δεν καθιστά πλέον μη ανεχτή τη συνέχιση της σύμβασης για τον καταγγέλλοντα.   

[12] Στο σύγγραμμα J .Bowers, A Practical Approach to Employment  Law, Oxford University Press, 7th  Edition, στις  σελ 47-48 σημειώνονται τα εξής : “The  contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements , changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration.” Επίσης στο σύγγραμμα Douglas Brodie, The Employment Contract, Oxford University Press, 2005 στην παράγραφο 13.01 αναφέρεται ότι: “Because of the ongoing nature of the employment relationship, the issue of variation is very often far from theoretical one. On general principles the contract of employment can be varied by mutual agreement.”    

[13] Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, Issue 270 edition, paragraphs [81 -81.01]: “As with express terms incorporating contractual provisions to be found elsewhere, there is nothing to prevent the parties from specifically agreeing to exclude such incorporation, or indeed reliance on any other contractual source apart from the written terms. In White v. Bristol Rugby Ltd [2002] IRLR 204, an ‘entire contract’ provision (which stipulated that the agreement contained the whole agreement between the parties and that they had not relied upon oral or written representations) was held to be effective to defeat an assertion that a representation to the effect that a three –year contract for a player could be cancelled by the player returning  a salary advance had contractual effect. It may, however, have been significant that this was a one-off contract negotiated at arm’s length. In the subsequent case of Bushaway v. Royal National Lifeboat Institution [2005] IRLR 674, EAT (concerning arguably a more ordinary employment relationship) the EAT held that an entire agreement clause may or may not be conclusive, depending  on whether in all circumstances the parties intended the written instrument to reflect their whole bargain; as there where inconsistencies between the written instrument and their previous dealings, the EAT held that  the tribunal were justified in looking beyond the entire agreement clause. For some time there appeared to be a more fundamental way to challenge an entire agreement clause but this has been largely closed down by a decision of the Supreme Court. Τhis was to argue that the parties on the facts have subsequently agreed a further provision to the contract and, in doing so, have implicitly amended (or even discarded) the entire agreement clause itself.”              

[14] Στην παράγραφο 15 της εν λόγω απόφασης σημειώνονται τα εξής: “.The enforcement of No Oral Modification clauses carries with it the risk that a party may act on the contract as varied, for example by performing it, and then find itself unable to enforce it……………….. the safeguard against injustice lies in the various doctrines of estoppel. This is not the place to explore the circumstances in which a person can be estopped from relying on a contractual provision laying down conditions for the formal validity of a variation. The courts below rightly held that the minimal steps taken by Rock Advertising were not enough to support any estoppel defences. I would merely point out that the scope of estoppel cannot be so broad as to destroy the whole advantage of certainty for which the parties stipulated when they agreed upon terms including the No Oral Modification clause. At the very least, (i) there would have to be some words or conduct unequivocally representing that the variation was valid notwithstanding its informality; and (ii) something more would be required for this purpose than the informal promise itself;”        

[15]  Στην παράγραφο 14 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται τα εξής: “But what if the parties make a collateral contract anyway, and it would otherwise have bound them………… The true position is that if the collateral contract is capable of operating as an independent agreement, and is supported by its own consideration, then the most standard forms of entire agreement clause will not prevent its enforcement…………. But if the clause is relied upon as modifying what would otherwise be the effect of the agreement which contains it, the courts will apply it according to its terms and decline to give effect to the collateral agreement.”      

[16] Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε δύο φορές ως Τεκμήριο κατά τη διαδικασία ενώπιόν μας.

[17]  Το Τεκμήριο 9 καταχωρήθηκε ενώπιόν μας από κοινού με κοινή δήλωση και των δύο πλευρών ότι το περιεχόμενό του αποτελεί πιστή και ακριβή μετάφραση από τα ρωσικά στα ελληνικά του κειμένου του ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε ο Αιτητής.  Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ενώπιόν μας ξανά από την πλευρά του Αιτητή ως Τεκμήριο 34. Σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 33 είναι το πρωτότυπο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος στα ρωσικά και το Τεκμήριο 32 είναι η ένορκη δήλωση του προσώπου που μετάφρασε το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα από τα ρώσικα στο ελληνικά. Τα Τεκμήρια 32-34 κατατέθηκαν ενώπιόν μας  από την Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ως έγγραφα που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην ποινική υπόθεση με αριθμό 980/17 του Ε.Δ. Λεμεσού που καταχώρησε ο Αιτητής εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και των Διευθυντών της («η Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17»). 

[18] Τα έγγραφα που αποτελούν τα Τεκμήρια 21 και 31 κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου ως Τεκμήριο Ζ προς αναγνώριση και Τεκμήριο Στ προς αναγνώριση αντίστοιχα και στη συνέχεια κατατέθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια από την Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λεμεσού ως έγγραφα που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17. Ο κ. Αντωνίου κατά την αντεξέτασή του αναγνώρισε μόνο το Τεκμήριο 31 ως τον τραπεζικό λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τα αντικρούει και κατά την επανεξέτασή του ο κ. Αντωνίου επικαλέστηκε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.    

[19]  Σε εκείνο το στάδιο της υπόθεσης ο Αιτητής εμφανιζόταν χωρίς δικηγόρο. 

[20] Το εν λόγω έγγραφο είχε υποδειχτεί δύο φορές κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου και κατατέθηκε ενώπιόν μας ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση και ως Τεκμήριο Ε προς αναγνώριση

[21] Το εν λόγω έγγραφο με έγχρωμες τις υπογραφές και τη σφραγίδα της Εργοδότριας Εταιρείας κατατέθηκε ενώπιόν μας ξανά από την πλευρά του Αιτητή ως Τεκμήριο 16. Σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 16 κατατέθηκε ενώπιόν μας από την Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ως έγγραφο που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17.

[22] Το έγγραφο που αποτελεί το εν λόγω Τεκμήριο κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου ως Τεκμήριο Η προς αναγνώριση και στη συνέχεια κατατέθηκε ως κανονικό Τεκμήριο από την Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ως έγγραφο που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17.

[23] Σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 19 κατατέθηκε ενώπιόν μας από την Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ως έγγραφο που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 που καταχώρησε ο Αιτητής εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και των Διευθυντών της. 

[24] Τα έγγραφα που αποτελούν τα εν λόγω Τεκμήρια κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου ως Τεκμήρια Λ, Ξ και Ξ1 προς αναγνώριση και στη συνέχεια κατατέθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια από την Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λεμεσού ως έγγραφα που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17.

[25] Κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ν προς αναγνώριση.

[26]Το οργανόγραμμα του κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου ως Τεκμήριο Μ προς αναγνώριση και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22 από την Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ως έγγραφο που είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17.

[27] Το Τεκμήριο 20 είναι κατάσταση την οποία ετοίμασε ο Αιτητής σχετικά με τους ισχυρισμούς του για το  ιστορικό των πληρωμών που έλαβε από την  Εργοδότρια Εταιρεία για την απασχόλησή του σε αυτή και στην οποία περιέχονται διάφορα σχόλια του Αιτητή. Το Τεκμήριο 29 αποτελείται από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Rudene προς τον Lerner ημερ. 17/07/2015 και ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Lerner προς τον Αιτητή ημερ. 20/07/2015 στο οποίο φαίνεται να επισυνάπτεται ένα έγγραφο με τίτλο “salaries”. To Τεκμήριο 37 είναι μια εκτύπωση από οθόνη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή στην οποία περιέχονται διάφορα στοιχεία μεταξύ των οποίων και διάφορα ποσά ως ακαθάριστοι μισθοί και ως καθαροί μισθοί και τα ποσά των ανάλογων αποκοπών από τον μισθό του εργοδοτουμένου και των εισφορών του εργοδότη. Τα Τεκμήρια 35-36 είναι δύο πολυσέλιδες καταστάσεις στις οποίες αναγράφονται διάφορες ημερομηνίες και ποσά ως bonus ή welcome bonus.       

[28] Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του κατέθεσε τα Τεκμήρια 71 και 72 και επικαλέστηκε τα Τεκμήρια 35, 36, 38, 39 και 83.  

[29] Σημειώνουμε ότι ο Lerner στην κατάθεσή του στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 (Τεκμήριο 30)  αναφέρει ότι ο Αιτητής ξεκίνησε να ενεργεί ως CEO και στους επόμενους τρεις μήνες από τον διορισμό του προκάλεσε τεράστιες ζημιές στην Εργοδότρια Εταιρεία και έτσι μέσα Δεκεμβρίου 2015 απολύθηκε.     

 

[30] Σημειώνουμε ότι οι υποβολές του κ. Ανδρονίκου ότι ο Αιτητής εργαζόταν παράνομα στην Εργοδότρια Εταιρεία γιατί με βάση τα  έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας εργαζόταν ως Μολδαβός και όχι ως  Ρουμάνος - Ευρωπαίος πολίτης,  πέραν του ότι  δεν είναι δικογραφημένες, έρχονται σε πλήρη διάσταση με την κατάθεση του Lerner στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17 στην οποία ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε το ποσό των €1.100 για έκδοση άδειας διαμονής και εργασίας του Αιτητή στην Κύπρο από το Τμήμα Αλλοδαπών (βλ. Τεκμήριο 30). 

[31] Στο Τεκμήριο 43 (μέρος της κυρίως εξέτασης του Αιτητή στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 980/17(βλ. σελ. 2 του Τεκμηρίου 40)  ο Αιτητής σημείωσε  (α) ότι: “……..in the middle of December 2015….. they offered to me to agree to 8% of shares in total, otherwise they threatened to fire me from a CEO position and cancel the transmission of all 20% of shares” και  (β) ότι ο Lerner τον Ιανουάριο του 2016 όταν θα ερχόταν η έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αλλαγή των διευθυντών της Εργοδότριας Εταιρείας τον απείλησε για ακόμα μια φορά δείχνοντας του ένα έγγραφο στα ρωσικά με τίτλο «πρακτικά συνάντησης μετόχων στις 12/12/2015» στο οποίο φαινόταν ότι ο Αιτητής ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση και ότι οι μέτοχοι αποφάσισαν να απολύσουν τον Αιτητή αμέσως επειδή είναι παντελώς μη επαγγελματίας και ότι θα τον καταγγείλουν στα αρμόδια σώματα (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, CFA) για  να εξετάσουν τα πιστοποιητικά που κατέχει και λέγοντας του αν δεν συμφωνήσει να απολυθεί χωρίς αποζημίωση, θα μεταφράσουν το εν λόγω έγγραφο στα αγγλικά και θα το αποστείλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ότι αφού απέρριψε το εν λόγω έγγραφο, τέλος Ιανουαρίου 2016 (όταν όντως εξασφαλίστηκε η έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την αλλαγή των διευθυντών της Εργοδότριας Εταιρείας) ο Lerner του έδωσε επιστολή απόλυσης.  Βλέπε επίσης σελ. 3-4  του Τεκμηρίου 40.    

[32] Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 83  φαίνεται ότι το Τεκμήριο 6 αποτελεί απάντηση του Αιτητή στο ηλεκτρονικό μήνυμα που του έστειλε ο Lerner στις 24/12/2015 και η ώρα 13.29 (μέρος του Τεκμηρίου 83) με το οποίο τον καλούσε σε συνάντηση τη Δευτέρα η ώρα 09.00 π.μ. (αν επιθυμεί)  για να συζητήσουν την επένδυση στην Κίνα και αφού καθορίσουν και εγκρίνουν τα επόμενα βήματα τότε θα δουν ποιες πληρωμές θα γίνουν. Οι στήλες δίπλα από τα ηλεκτρονικά μηνύματα στα εν λόγω Τεκμήρια δείχνουν από ό,τι φαίνεται τα ηλεκτρονικά μηνύματα που έστειλαν και έλαβαν ο Αιτητής από 23/12/2016 μέχρι 21/01/2016  και ο Lerner από 16/12/2015 μέχρι 07/01/2016 και από τις εν λόγω στήλες φαίνεται ότι το Τεκμήριο 6 αποτελεί το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Αιτητής στον Lerner  μετά που ο Lerner του έστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα στις 24/12/2015 και η ώρα 13.29. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι ο Αιτητής είχε στείλει προηγουμένως η ώρα 13.19 ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στον Lerner στο οποίο  σημείωνε ότι πρέπει να σταλούν αμέσως χρήματα στην Κίνα (μέρος του Τεκμηρίου 83).       

[33] Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του κ. Αντωνίου δεν αμφισβήτησε τη θέση του κ. Αντωνίου ότι στις 14/12/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε τον Αιτητή από CEO.  

[34] Ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση σχετικά με την αποδεκτότητα της μαρτυρίας που έθεσε ενώπιόν μας ο Αιτητής σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι η Συμφωνία Εργοδότησης και η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 01/09/2015 δεν περιλάμβαναν ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ του και της Εργοδότριας Εταιρείας αναφορικά με τις απολαβές του. Στη βάση του ότι αποτελεί εξαίρεση της   αναγνωρισμένης νομολογιακά αρχής ότι δεν είναι επιτρεπτό να διαφοροποιηθεί ή να τροποποιηθεί μια γραπτή συμφωνία και/ή να προστεθούν και/ή να συμπληρωθούν όροι σε μια γραπτή συμφωνία με εξωγενή μαρτυρία η περίπτωση όπου δεν υπάρχει η πρόθεση το γραπτό κείμενο της συμφωνίας  να περιλαμβάνει ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών, εξετάσαμε το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας. Επίσης ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δεν προέβαλε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας τη θέση ότι λόγω της ύπαρξης (α) του όρου 24 στη Συμφωνία Εργοδότησης ο οποίος προβλέπει ότι η εν λόγω συμφωνία συνιστά ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών (“entire clause”) και (β) των όρων 4, 5  και 7 που περιέχεται σε όλες τις Τροποποιητικές Συμφωνίες του Τεκμηρίου 1 οι οποίοι προβλέπουν ότι οι εν λόγω Τροποποιητικές Συμφωνίες αποτελούν ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών,  ότι όλοι οι άλλοι όροι της Συμφωνίας Εργοδότησης παραμένουν σε ισχύ και δεν τροποποιούνται (“entire clause”) και ότι οι Τροποποιητικές Συμφωνίες δεν μπορούν να τροποποιηθούν εκτός με γραπτή συμφωνία η οποία υπογράφεται και από τα δύο μέρη (“no oral modification clause”), η οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας για τις απολαβές του η οποία δεν περιέχεται στις συμφωνίες που αποτελούν το Τεκμήριο 1 δεν είναι έγκυρη και δεσμευτική (βλ. MWB Business Exchange Centres Ltd v. Rock Advertising Ltd [2018] UKSC 24). Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα να εξετάσουμε κατά πόσον στην περίπτωση που αποδειχτεί ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με τις απολαβές του πέραν των όρων του Τεκμηρίου 1 (1) αυτή δεν είναι έγκυρη και δεσμευτική λόγω παράβασης των όρων του Τεκμηρίου 1 και/ή (2) αυτή είναι έγκυρη ως εμπίπτουσα στις εξαιρέσεις του σχετικού κανόνα.   

[35] Λαμβάνοντας υπόψη την αναφορά του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 980/17 κατά την επιβολή ποινής στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 29/11/2018 ότι οι κατηγορούμενοι συμμορφώθηκαν ενώπιόν του και κατέβαλαν τον μισθό του Ιανουαρίου του 2016 στον Αιτητή βρίσκουμε ότι καταβλήθηκε στον Αιτητή το ποσό των €3.010 ως μισθό ς Ιανουαρίου του 2016.

[36] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ.1422.  

[37] Cypromix  Concentrates  Co  Ltd  v.  Vitafox  N.V.  (2001)  1  Α.Α.Δ.  676,  Ελληνική  Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. E.T. Autospares Enterprise Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 843.

[38] Ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στην αγόρευσή του εισηγήθηκε μόνο ότι το γεγονός ότι ο τύπος και το λεκτικό της Συμφωνίας ημερ. 18/05/2015 διαφέρουν ουσιαστικά από τον τύπο και το λεκτικό της Συμφωνίας Εργοδότησης και των Τροποποιητικών  Συμφωνιών (οι οποίες κατατέθηκαν, χωρίς ένσταση, ως Τεκμήριο 1 και για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε αντεξέταση) δεικνύει ότι η Συμφωνία ημερ. 18/05/2015 «είναι προϊόν του Αιτητή».  

[39] Π.χ. αμφισβητήθηκε πότε έγιναν οι πληρωμές των δεύτερων ποσών για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2015. 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο