ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Μ. Μιλτιάδου )
Μ. Ψαρά ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 394/20
Μεταξύ:
Βασιλικής Βασιλείου
Αιτήτριας
και
ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 33253
Καθ΄ ής η Αίτηση
Ημερομηνία: 5 Ιουνίου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: Η κα Ε. Τουλέκκη.
Για την Καθ’ ης η Αίτηση: Η κα Κ. Κακουλλή.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αιτήτρια, με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), την οποία καταχώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») στις 20/11/2020, διεκδικεί εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση εργοδότριας εταιρείας («Εργοδότρια Εταιρεία»), κυρίως αποζημιώσεις για παραβίαση του περί Ίσης Αμοιβής μεταξύ Ανδρών και Γυναικών για την Ίδια Εργασία ή για Εργασία Ίσης Αξίας Νόμου («Ν.177(Ι)/02») και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου («Ν.205(Ι)/02»), ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι:
(α) Κατά την επίδικη απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία, έτυχε συμπεριφοράς η οποία συνιστά, κατά την έννοια των πιο πάνω Νόμων, άνιση μεταχείριση και/ή άνιση αμοιβή και/ή διάκριση λόγω φύλου και/ή παρενόχληση,
(β) Σε σχέση με την πιο πάνω συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε παράπονο/καταγγελία:
(i) κατά ή περί τις 13/9/2017, ενώπιον του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων («Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων»), το οποίο, εξετάζοντας το εν λόγω παράπονο/καταγγελία, εξέδωσε σχετικό πόρισμα/πρακτικό, στο οποίο σημειωνόταν, μεταξύ άλλων, ότι το παράπονό της είχε διερευνηθεί και ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, αυτή τύγχανε άμεσης διάκρισης από την Εργοδότρια Εταιρεία λόγω φύλου, και
(ii) κατά ή περί τις 13/3/2018, ενώπιον της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση («Ε.Ι.Φ.»), η οποία, εξετάζοντας την καταγγελία αυτή, εξέδωσε σχετικό πόρισμα/πρακτικό, στο οποίο σημειωνόταν, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε παρενόχληση της Αιτήτριας από την Εργοδότρια Εταιρεία λόγω φύλου.
Απαντώντας στα πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής της, αποδέχεται τόσο την επίδικη απασχόληση της Αιτήτριας στην υπηρεσία της, όσο και την υποβολή από αυτήν σχετικών παραπόνων/καταγγελιών ενώπιον του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και της Ε.Ι.Φ., καθώς και την έκδοση σχετικών πορισμάτων/πρακτικών από τους εν λόγω φορείς. Ωστόσο, αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε δικαιώματος της Αιτήτριας στις επίδικες αξιώσεις, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι:
(α) Η Αιτήτρια ουδέποτε, κατά την επίδικη απασχόλησή της αυτή, έτυχε άνισης μεταχείρισης και/ή διάκρισης και/ή παρενόχλησης λόγω φύλου, αλλά, αντίθετα, πάντοτε ετύγχανε ίσης μεταχείρισης και εργαζόταν σε υγιές και αξιοπρεπές εργασιακό περιβάλλον.
(β) Το σχετικό πόρισμα του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, το οποίο εκδόθηκε από την Επιτροπή Αξιολόγησης Εργασίας του τμήματος αυτού, στερείται νομιμότητας και εγκυρότητας, εφόσον η συγκρότηση της εν λόγω επιτροπής ήταν παράτυπη, παράνομη και αντικανονική, ενώ το σχετικό πόρισμα πάσχει τόσο για τυπικούς λόγους όσο και για λόγους ουσίας.
Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Σε συνέχεια των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων των διαδίκων μερών και τις σχετικές επί του θέματος του βάρους απόδειξης αρχές, ορίσαμε την υπόθεση για Ακρόαση στις 9/6/2026, καλώντας την πλευρά της Αιτήτριας όπως, κατά την εν λόγω ημερομηνία, προσκομίσει πρώτη τη σχετική της μαρτυρία. Στο στάδιο αυτό, η πλευρά της Αιτήτριας εξέφρασε τη διαφωνία της με την εν λόγω κλήση μας, ζητώντας όπως της επιτραπεί να αγορεύσει ως προς το ζήτημα του βάρους απόδειξης και τη σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία.
Ενόψει του πιο πάνω αιτήματος της πλευράς της Αιτήτριας, καθώς και της συμφωνίας της πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας με αυτό (παρότι αυτή συμφώνησε με την πιο πάνω κλήση μας), καλέσαμε τα διάδικα μέρη όπως αγορεύσουν επί του ζητήματος του βάρους απόδειξης στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, κάτι που έπραξαν στις 21/4/2026, μέσω γραπτών αγορεύσεων που παρουσίασαν ενώπιόν μας (και οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Χ1 και Τεκμήριο Χ2 αντίστοιχα).
Έχοντας εξετάσει ενδελεχώς το περιεχόμενο των γραπτών αυτών αγορεύσεων των διαδίκων μερών, σημειώνουμε, για σκοπούς διατύπωσης της κρίσης μας επί του ζητήματος του βάρους απόδειξης, όλα τα πιο κάτω.
Από το κείμενο των γραπτών αγορεύσεων της πλευράς της Αιτήτριας προκύπτει σαφώς ότι η θέση που προβάλλεται σε σχέση με το βάρος απόδειξης είναι ότι αυτό, στο παρόν στάδιο, βρίσκεται στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας, με αποτέλεσμα να είναι αυτή που πρέπει να προσκομίσει πρώτη τη σχετική μαρτυρία της κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία.
Η εν λόγω, δε, θέση της στηρίζεται, σε επίπεδο επιχειρηματολογίας, σε τρεις βασικές πτυχές, ως αυτές αναπτύσσονται εκτενώς στο πλαίσιο των γραπτών αγορεύσεων της και απαντώνται στο πλαίσιο των γραπτών αγορεύσεων της Εργοδότριας Εταιρείας.
Σχολιάζοντας τις πτυχές αυτές, σημειώνουμε τα εξής:
(1) Εφαρμοστέες πρόνοιες / αρχές.
Η πρώτη πτυχή της εν λόγω θέσης της Αιτήτριας αφορά τις εφαρμοστέες πρόνοιες/αρχές επί του εδώ επίδικου ζητήματος.
Ειδικότερα, η θέση που προβάλλεται από την Αιτήτρια είναι ότι, από τη στιγμή που οι αξιώσεις που εγείρονται στη βάση της Επίδικης Αίτησης αφορούν κατ’ ισχυρισμό παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην απασχόληση και την επαγγελματική εκπαίδευση («Αρχή της Ίσης Μεταχείρισης»), καθώς και της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας («Αρχή της Ίσης Αμοιβής»), εφαρμοστέες είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 14(2) του Ν.205(I)/2002 και του Άρθρου 21(2) του Ν.177(I)/2002, καθώς και οι σχετικές επί του θέματος αρχές, όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.»).
Με τη θέση αυτή συμφωνούμε. Και τούτο διότι, έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των επίδικων αξιώσεων της Αιτήτριας καταλήξαμε σε συμπέρασμα ότι οι επίδικες αξιώσεις αφορούν, πράγματι, κατ’ ισχυρισμό παραβάσεις της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης και της Αρχής της Ίσης Αμοιβής, με αποτέλεσμα το επίδικο εδώ ζήτημα, πράγματι, να πρέπει να εξεταστεί υπό το φως:
(α) των σχετικών διατάξεων του Ν.205(I)/2002 και Ν.177(I)/2002 ως προς το βάρος απόδειξης[1], ήτοι των άρθρων 14(2) και 21(2) (αντίστοιχα), οι οποίες, με πανομοιότυπο κείμενο, προβλέπουν τα εξής:
«…Σε κάθε δικαστική διαδικασία, εκτός από ποινική, αν ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι θίγεται από παράβαση διατάξεων του παρόντος Νόμου, στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση, το Δικαστήριο υποχρεώνει τον αντίδικό του να αποδείξει ότι δεν υπήρξε καμία παράβαση του παρόντος Νόμου.»
(β) του ευρύτερου δικαιικού πλαισίου στο οποίο οι πιο πάνω διατάξεις εντάσσονται και, κυρίως, με δεδομένο ότι αυτές αποτελούν ειδικότερη έκφανση της αρχής της μετατόπισης του βάρους απόδειξης σε υποθέσεις διάκρισης λόγω φύλου (ως αυτή έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), υπό το φως των όσων προκύπτουν στο πλαίσιο:
(i) του Άρθρου 19 της σχετικής με την Αρχή της Ίσης Μεταχείρισης Οδηγίας 2006/54/ΕΚ[2] το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«…Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.»
Η υπογράμμιση δική μας.
(ii) του Άρθρου 18 της σχετικής με την Αρχή της Ίσης Αμοιβής Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970[3] το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«…Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το εθνικό δικαστικό τους σύστημα, για να διασφαλίσουν ότι, όταν ένας εργαζόμενος που θεωρεί ότι έχει θιγεί από τη μη τήρηση της αρχής της ισότητας της αμοιβής αποδεικνύει ενώπιον αρμόδιας αρχής ή εθνικού δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε άμεση ή έμμεση μισθολογική διάκριση.»
(iii) της σχετικής νομολογίας του Δ.Ε.Ε. επί του ζητήματος από την οποία προκύπτει, όπως το ίδιο το Δ.Ε.Ε. ανάφερε στο πλαίσιο της πολύ σημαντικής επί του θέματος απόφασης του στην υπόθεση Enderby[4] (με αναφορά στην επίσης πολύ σημαντική επί του θέματος απόφαση Danfoss[5]) ότι:
«…το βάρος της αποδείξεως μπορεί να αντιστραφεί όταν αυτό είναι αναγκαίο για να μη στερηθούν οι εργαζόμενοι που υφίστανται εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση κάθε αποτελεσματικό μέσο για να επιτύχουν την τήρηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών. Έτσι, όταν ένα μέτρο το οποίο διακρίνει τους υπαλλήλους ανάλογα με το ωράριο εργασίας τους πλήττει στην πράξη δυσμενώς πολύ περισσότερα πρόσωπα του ενός ή του άλλου φύλου, το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετο προς τον στόχο που επιδιώκεται με το άρθρο 119 της Συνθήκης, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι το μέτρο αυτό δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 31 απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska, Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψη 16 απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz, Συλλογή 1991, σ. Ι-297, σκέψη 15). Επίσης, όταν μια επιχείρηση εφαρμόζει σύστημα μισθοδοσίας χαρακτηριζόμενο από παντελή έλλειψη διαφάνειας, ο εργοδότης φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η μισθολογική του πρακτική δεν συνεπάγεται διακρίσεις, εφόσον η εργαζόμενη γυναίκα αποδεικνύει ότι, όσον αφορά ένα σχετικά σημαντικό αριθμό μισθωτών, η μέση αμοιβή των εργαζομένων γυναικών είναι κατώτερη από εκείνη των εργαζομένων ανδρών (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88, Danfoss, Συλλογή 1989, σ. 3199, σκέψη 16).»
Η υπογράμμιση δική μας.
(2) Μετατόπιση του βάρους απόδειξης.
Η δεύτερη πτυχή της εν λόγω θέσης της Αιτήτριας αφορά το περιεχόμενο και τη λειτουργία της αρχής της μετατόπισης του βάρους απόδειξης σε υποθέσεις διάκρισης λόγω φύλου ως αυτή προκύπτει στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών/αρχών.
Ειδικότερα, η θέση που προβάλλεται από την Αιτήτρια είναι ότι οι πιο πάνω πρόνοιες/αρχές επιβάλλουν όπως, σε περίπτωση κατά την οποία εργοδοτούμενος/αιτητής που ισχυρίζεται ενώπιον Δικαστηρίου παραβίαση των προαναφερόμενων αρχών στοιχειοθετεί πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παραβίασή τους, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους του εργοδότη/καθ’ ού η Αίτηση, ο οποίος καλείται, στη βάση του βάρους αυτού, να αποδείξει ότι οι αρχές αυτές δεν παραβιάστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο.
Και με τη θέση αυτή συμφωνούμε. Και τούτο διότι το πιο πάνω γεγονός (ότι δηλαδή οι πιο πάνω πρόνοιες/αρχές προκαλούν μετατόπιση του σχετικού βάρους απόδειξης στους ώμους του εργοδότη, όταν ο εργοδοτούμενος/αιτητής έχει προηγουμένως στοιχειοθετήσει ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά από τα οποία δύναται να συναχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση διάκρισης) προκύπτει σαφώς τόσο από το γράμμα των πιο πάνω προνοιών όσο και από τα όσα το Δ.Ε.Ε. ανάφερε, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο:
(α) της απόφασης Brunnhofer[6], όπου συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής:
«57. In accordance with the normal rules of evidence, it is therefore for the plaintiff in the main proceedings to establish before the national court that the conditions giving rise to a presumption that there is unequal pay prohibited by Article 119 of the Treaty and by the Directive are fulfilled.
58. It is accordingly for the plaintiff to prove by any form of allowable evidence that the pay she receives from the Bank is less than that of her chosen comparator, and that she does the same work or work of equal value, comparable to that performed by him, so that prima facie she is the victim of discrimination which can be explained only by the difference in sex.
59. Contrary to what the national court seems to accept, the employer is not therefore bound to show that the activities of the two employees concerned are different.
60. If the plaintiff in the main proceedings adduced evidence to show that the criteria for establishing the existence of a difference in pay between a woman and a man and for identifying comparable work are satisfied in this case, a prima facie case of discrimination would exist and it would then be for the employer to prove that there was no breach of the principle of equal pay.»
Η υπογράμμιση δική μας.
(β) της (πιο πάνω) απόφασης Enderby[7], όπου συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής:
«18. Where there is a prima facie case of discrimination, it is for the employer to show that there are objective reasons for the difference in pay. Workers would be unable to enforce the principle of equal pay before national courts if evidence of a prima facie case of discrimination did not shift to the employer the onus of showing that the pay differential is not in fact discriminatory (see, by analogy, the judgment in Danfoss, cited above, at paragraph 13).»
(3) Μετατόπιση του βάρους απόδειξης στην Επίδικη Αίτηση.
Η τρίτη πτυχή της εν λόγω θέσης της Αιτήτριας αφορά την εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών/αρχών στα ιδιαίτερα περιστατικά της Επίδικης Αίτησης.
Ειδικότερα, η θέση που προβάλλεται από την Αιτήτρια είναι ότι, με δεδομένες τις πιο πάνω πρόνοιες/αρχές, αλλά και το γεγονός ότι αυτή έχει (στη βάση των πορισμάτων/εκθέσεων του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και της Ε.Ι.Φ. τα οποία βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου ως μέρος της αποκάλυψης εγγράφων της) στοιχειοθετήσει πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η παράβαση τόσο της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης όσο και της Αρχής της Ίσης Αμοιβής, το σχετικό βάρος απόδειξης έχει ήδη μετατεθεί στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας, με αποτέλεσμα να είναι η πλευρά αυτή που πρέπει να προσκομίσει πρώτη τη σχετική μαρτυρία της κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία.
Με τη θέση αυτή διαφωνούμε. Και εξηγούμε:
Εξετάζοντας την εν λόγω θέση της πλευράς της Αιτήτριας και με δεδομένο ότι αυτή συμφωνεί ότι, για να μετατεθεί στην εδώ περίπτωση το βάρος απόδειξης στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας πρέπει πρώτα ενώπιόν μας να παρουσιαστεί εκ μέρους της μία εκ πρώτης όψεως υπόθεση διάκρισης[8], καταλήξαμε κατ’ αρχάς στο συμπέρασμα ότι αυτό που πρέπει να πράξουμε σε σχέση με τη θέση αυτή είναι να απαντήσουμε στο ερώτημα κατά πόσον, από τα έγγραφα που τέθηκαν στον φάκελο της Επίδικης Αίτησης εκ μέρους της Αιτήτριας ως μέρος της αποκάλυψης εγγράφων της και αφορούν τα σχετικά πορίσματα/εκθέσεις του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και της Ε.Ι.Φ. (ή άλλως πως), έχει στοιχειοθετηθεί (ή θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί) στο παρόν στάδιο μία τέτοια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης να έχει μετατοπιστεί στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας.
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό σημειώνουμε τα εξής:
Ως αβίαστα προκύπτει από τα όσα αναλύσαμε πιο πάνω, το κατά πόσον το βάρος απόδειξης σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση έχει μετατεθεί από την Αιτήτρια (η οποία, στη βάση των σχετικών κανόνων απόδειξης, φέρει αρχικά το βάρος απόδειξης) στον αντίδικό της, προϋποθέτει προηγούμενη δική μας κρίση ως προς το κατά πόσον αυτή κατάφερε, στη βάση στοιχείων που έθεσε ενώπιόν μας, να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση διάκρισης στον βαθμό και στο μέτρο που απαιτείται από τις πιο πάνω αναλυθείσες αρχές.
Έχοντας αυτό υπόψη, όπως και το γεγονός ότι (α) καμία κρίση μας δεν μπορεί να προκύψει εν κενώ ή εκτός του πλαισίου της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά μόνο στη βάση στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιόν μας και πληρούν τις αναγκαίες (στη βάση του Δικαίου της Απόδειξης) προϋποθέσεις αποδεκτότητάς τους ως μαρτυρικού υλικού[9] ικανού να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων ως προς το ζήτημα αυτό, και (β) τα έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της Επίδικης Αίτησης ως μέρος της αποκάλυψης εγγράφων των διαδίκων δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως τέτοιο μαρτυρικό υλικό, εφόσον δεν έχουν ακόμη τεθεί ενώπιόν μας κατά τρόπο που να επιτρέπει την αξιολόγηση και κρίση μας ως προς το κατά πόσον πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις αποδεκτότητάς τους ως μαρτυρίας, καθίσταται σαφές ότι η απάντησή μας στο πιο πάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.
Συνεπακόλουθα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η σειρά που πρέπει να ακολουθηθεί σε σχέση με την παρουσίαση μαρτυρίας από τα διάδικα μέρη στο πλαίσιο της ενώπιόν μας ακροαματικής διαδικασίας δεν είναι αυτή που εισηγείται η πλευρά της Αιτήτριας στο πλαίσιο των προαναφερθεισών θέσεών της, αλλά η εξής:
(i) Η Αιτήτρια θα πρέπει να παρουσιάσει πρώτη το σύνολο της μαρτυρίας της.
(ii) Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Αιτήτριας, η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας θα πρέπει να παρουσιάσει το σύνολο της δικής της μαρτυρίας.
Υπογραμμίζουμε ότι, για την κατάληξή μας στο συμπέρασμα αναφορικά με τη σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας από τα διάδικα μέρη, λάβαμε υπόψη μας, μεταξύ άλλων[10], και τα όσα το Αγγλικό Court of Appeal ανέφερε στη σχετική απόφαση Igen Ltd[11], σε σχέση με τη διαδικασία που θα πρέπει τα δικαστήρια να ακολουθούν σε υποθέσεις διάκρισης λόγω φύλου, σύμφωνα με τα οποία:
(α) Τα Δικαστήρια, κατά την εκδίκαση υποθέσεων διάκρισης λόγω φύλου, θα πρέπει να:
«…διέρχονται μία διαδικασία δύο σταδίων προκειμένου η καταγγελία του παραπονούμενου να γίνει δεκτή. Το πρώτο στάδιο απαιτεί από τον παραπονούμενο να αποδείξει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Εργατικό Δικαστήριο θα μπορούσε, ελλείψει ικανοποιητικής εξήγησης, να συμπεράνει ότι ο καθ' ού έχει διαπράξει, ή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει διαπράξει, την παράνομη πράξη διάκρισης εις βάρος του. Το δεύτερο στάδιο, το οποίο ενεργοποιείται μόνο εφόσον αποδειχθούν τα εν λόγω περιστατικά, απαιτεί από τον Καθ' ού η Αίτηση να αποδείξει ότι δεν διέπραξε, ή δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι διέπραξε, την παράνομη πράξη διάκρισης, προκειμένου η καταγγελία να απορριφθεί.»[12]
(β) Η διαδικασία των δύο σταδίων δεν σημαίνει το διαχωρισμό της σχετικής διαδικασίας σε δύο διακριτά μέρη που να αντιστοιχούν στα στάδια αυτά, αλλά τη διεξαγωγή μίας ενιαίας διαδικασίας, κατά την οποία το Δικαστήριο:
«…ακούει όλη τη μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και της εξήγησης του εργοδότη, πριν αποφασίσει κατά πόσο τα κριτήρια του πρώτου σταδίου έχουν ικανοποιηθεί και, αν αυτό τελικά ικανοποιηθεί, να αποφασίζει κατά πόσον ο εργοδότης απέσεισε το σχετικό βάρος απόδειξής του.»[13]
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ενόψει των πιο πάνω, καλούμε την πλευρά της Αιτήτριας όπως, κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία, προχωρήσει πρώτη με την προσκόμιση της μαρτυρίας της.
Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, η επιδίκαση των οποίων, σύμφωνα με την κείμενη νομολογία[14], εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνεται δίκαιο και ορθό όπως αυτά επιδικαστούν υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (πλέον Φ.Π.Α.). Τα έξοδα αυτά να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Μ. Μιλτιάδου, Μέλος. Μ. Ψαρά, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Interim
(Αναφορά: Διάκριση λόγω φύλου / Βάρος Απόδειξης).
[1] Οι οποίοι είναι οι Νόμοι που έχουν εισαγάγει στην Κυπριακή έννομη τάξη, για σκοπούς εναρμόνισης με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία, σχετικές πρόνοιες που αφορούν τις εν λόγω αρχές.
[2] Οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2006 για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση).
[3] Οδηγία (ΕΕ) 2023/970 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 2023 για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, μέσω της μισθολογικής διαφάνειας και μηχανισμών επιβολής.
[4] Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 27/10/1993 στην υπόθεση Pamela Mary Enderby v Frenchay Health Authority and Secretary of State for Health (Υπόθεση C-127/92).
[5] Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 17/10/1989 στην υπόθεση Danfoss (Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund I Danmark v Dansk Arbejdsgiverforening, acting on behalf of Danfoss, Υπόθεση 109/88) όπου συγκεκριμένα, στην Σκέψη 13, σημειώνονται τα εξής: «Πρέπει να υπογραμμιστεί στη συνέχεια ότι, στην περίπτωση που βάλλεται ένας μηχανισμός χορηγήσεως προσαυξήσεων των μισθών χαρακτηριζόμενος από παντελή έλλειψη διαφάνειας, οι εργαζόμενες γυναίκες μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη διαφοράς μόνο μεταξύ των μέσων αμοιβών. Θα στερούνταν δε κάθε αποτελεσματικού μέσου για την εξασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας των αμοιβών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αν στο πλαίσιο της σχετικής αποδείξεως ο εργοδότης δεν είχε το βάρος να αποδείξει ότι η μισθολογική πρακτική του δεν συνεπάγεται πράγματι διακρίσεις.»
[6] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 26/6/2001 στην υπόθεση Brunnhofer (Susanna Brunnhofer v Bank der österreichischen Postsparkasse AG, Υπόθεση C-381/99).
[7] Βλ. απόφαση Enderby (o.π.).
[8] Εφόσον, στο πλαίσιο των Γραπτών Αγορεύσεων, σημειώνει επί του θέματος, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«…Σημειώνεται το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη διάκρισης, βαραίνει καταρχήν τον εργαζόμενο. Ωστόσο, το ΔΕΕ έκρινε ότι όταν προκύπτει prima facie περίπτωση διάκρισης, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εργοδότη.»
[9] Βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β΄ Έκδοση, Hippasus Publishing, Λευκωσία, 2016, σ. 57, όπου συγκεκριμένα σημειώνονται τα εξής:
«Ο όρος μαρτυρία, εννοεί γενικώς καθετί που παρουσιάζεται και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο συμφώνως του εν γένει αποδεικτικού δικαίου (ως προφορική μαρτυρία), ή προσκομίζεται (ως έγγραφη ή πραγματική μαρτυρία), ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς περιγραφής, στοιχειοθέτησης ή απόρριψης ισχυρισμού, συμβάντος, κατάστασης ή άλλης συναφούς επιδίωξης. Ο όρος μαρτυρία, εντοπίζεται επίσης εξειδικευμένως σε συγκεκριμένα νομοθετήματα, όπως για παράδειγμα στο άρθρο 2 του Περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου 23(Ι)/01, σύμφωνα με το οποίο μαρτυρία σημαίνει καταθέσεις, έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία κάθε μορφής τα οποία δύνανται να παρουσιαστούν ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς διαδικασίας».
Η υπογράμμιση δική μας.
[10] Βλ. σχετικά και Laing v Manchester City Council [2006] IRLR 748, Madarassy v Nomura International plc [2007] IRLR 246 και Efobi v Royal Mail Group [2021] ICR 1263.
[11] Igen Limited v. Wong (2005) IRLR 258 CA.
[12] Το κείμενο αυτό δίνεται σε ελεύθερη μετάφραση του αγγλικού κειμένου της απόφασης όπου αναφέρονται τα εξής:
«.to go through a two-stage process if the complaint of the complainant is to be upheld. The first stage requires the complainant to prove facts from which the Employment Tribunal could, apart from the section, conclude in the absence of an adequate explanation that the respondent has committed, or is to be treated as having committed, the unlawful act of discrimination against the complainant. The second stage, which only comes into effect if the complainant has proved those facts, requires the respondent to prove that he did not commit or is not to be treated as having committed the unlawful act, if the complaint is not to be upheld.»
[13]Το κείμενο αυτό δίνεται σε ελεύθερη μετάφραση του αγγλικού κειμένου της απόφασης όπου αναφέρονται τα εξής:
«Although we have referred to the two stages in the ET's decision-making process, we do not thereby intend to suggest that ETs should divide hearings into two parts to correspond to those stages. No doubt ETs will generally wish to hear all the evidence, including the respondent's explanation, before deciding whether the requirements at the first stage are satisfied and, if so, whether the respondent has discharged the onus shifted to him.
[14]Βλ. μεταξύ άλλων Μάρω Ζάβρου v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477 και Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 12).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο