ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή
Μ. Μενοίκου )
Ν. Καλαθά ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 403/19
Μεταξύ:
AL SOHAEL MAZEN
Aιτητή
και
KARNIC POWERBOATS LTD
Καθ’ ων η Αίτηση
------------------
Ημερομηνία: 25/6/26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτητή: κα Χρ. Χατζηκωστή
Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Μ. Ορφανίδης
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό και ασχολούνται με την κατασκευή και/ή επιδιόρθωση θαλάσσιων σκαφών.
Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 10/05/2008 ως εργάτης και στη συνέχεια, αφού εκπαιδεύτηκε και καταρτίστηκε, προάχθηκε στη θέση του Υπευθύνου του Τμήματος Κατασκευών της Εργοδότριας Εταιρείας.
Τέλος του 2009 είχε λήξει η διάρκεια της Συλλογικής Σύμβασης που είχε υπογράψει η Εργοδότρια Εταιρεία με τις συντεχνίες που εκπροσωπούσαν το προσωπικό της και από τότε δεν έχει ανανεωθεί λόγω άρνησης της Εργοδότριας Εταιρείας. Αρκετοί από τους εργοδοτουμένους της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν μέλη σε συντεχνίες και οι συντεχνιακοί εκπρόσωποί τους συνέχισαν να τους επισκέπτονται και να χειρίζονται διάφορα θέματα που είχαν με την Εργοδότρια Εταιρεία. Σε κάποιο χρονικό σημείο πριν το 2019 η Εργοδότρια Εταιρεία σταμάτησε να επιτρέπει στους συντεχνιακούς εκπροσώπους του προσωπικού της να εισέρχονται στους χώρους εργασίας της για να συνομιλούν με τα μέλη τους.
Από τον Σεπτέμβριο του 2019 οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας αυξήθηκαν από 38 σε 40 ώρες.
Στις 16/09/2019 η Εργοδότρια Εταιρεία προσέλαβε στην υπηρεσία της την L.P.L. (η οποία τώρα είναι σύζυγος του Αιτητή) και τη μητέρα της ως εργάτριες στο Τμήμα Κατασκευών και ο Αιτητής ήταν ο προϊστάμενός τους.
Ο Αιτητής και η L.P.L. ερωτεύτηκαν και συνήψαν δεσμό.
Είτε στις 30/10/2019 είτε στις 31/10/2019, η Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του Διευθυντή της, Ν.Κ., απέλυσε την L.P.L. και τη μητέρα της. Στη συνέχεια (την ίδια μέρα που τερματίστηκε η υπηρεσία της L.P.L. και της μητέρας της) ο Ν.Κ. κάλεσε τον Αιτητή σε συνάντηση στο γραφείο του. Ο Αιτητής πήγε αμέσως στο γραφείο του Ν.Κ. και κατά την εν λόγω συνάντηση έδωσε την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στον Ν.Κ.. Ακολούθως ο Αιτητής πήγε στον χώρο που εργαζόταν και ζήτησε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κατασκευών και Βαφών της Εργοδότριας Εταιρείας, Γ.Γ., να του ανοίξει για να μπει μέσα ώστε να πάρει τα προσωπικά του αντικείμενα και να φύγει. Την ίδια μέρα το βράδυ ο Αιτητής είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κ.Α., ο οποίος εργαζόταν και εργάζεται ως τεχνίτης στο Τμήμα Κατασκευών της Εργοδότριας Εταιρείας.
Την επόμενη μέρα η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή της ημερ. 31/10/2019 (Τεκμήριο 1) την οποία υπέγραφε ο Ν.Κ.. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το ουσιαστικό περιεχόμενό της:
«Προς μεγάλη μου λύπη και απογοήτευση διαπιστώνω ότι η προσωπική σχέση που ανέπτυξες με νέο-προσληφθείσα γυναίκα συνάδελφο, που τυγχάνει να εργάζεται στο ίδιο τμήμα ως υφιστάμενη σου, έχει ανατρέψει την ομαλή λειτουργία και εικόνα της εταιρείας ως εξής:
1. Το συμβάν έχει γίνει αντικείμενο συζητήσεων και σχολείων στην εταιρεία σε ώρες εργασίας.
2. Το τμήμα που διοικείς λειτουργεί χωρίς συντονισμό, χωρίς εφαρμογή των κανόνων και διαδικασιών της εταιρείας και δυστυχώς με μεροληψία στη κατανομή των εργασιών μεταξύ των ατόμων.
Επειδή στη προσπάθεια μου να προβληματίσω κατά τη συνάντηση μας στο γραφείο μου προ μερικών ημερών, διαπίστωσα ότι δεν αντιλήφθηκες τη σοβαρότητα του θέματος για την πλευρά της εταιρείας, παρακαλώ όπως λάβεις 5 μέρες από την άδεια που δικαιούσαι, δηλαδή μέχρι την 7η Νοεμβρίου 2019, για να αξιολογήσεις και να αποφασίσεις πως επιθυμείς να προχωρήσεις.»
Στις 05/11/2019 ο Αιτητής συναντήθηκε με τον Ν.Κ. στο γραφείο του τελευταίου.
Η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή ημερ. 07/11/2019 (Τεκμήριο 2) στην οποία αναγράφονται τ’ ακόλουθα:
«Έχω μελετήσει την πρόταση και όρους που έθεσες κατά την συνάντησή μας της 3ης Νοεμβρίου 2019 για επάνοδο στην εργασία σου.
Στην διαδικασία αυτή, έχω λάβει υπόψη την μεγάλη επένδυση και στήριξη της Εταιρείας στο άτομο σου για να λειτουργήσεις ως Προϊστάμενος Κατασκευών, το μέγεθος των ζημιών που προέκυψαν κατά την προσπάθεια αυτή και κατά πόσο τηρήθηκε η συμφωνία που έγινε μαζί σου για να λάβεις αυτή τη θέση, Επίσης έχω λάβει υπόψη τα πρόσφατα γεγονότα που εξελίχθηκαν σε βάρος της Εταιρείας από κατάχρηση της θέσης σου, τα σχόλια που προέκυψαν εντός και εκτός ως αφορμή και την συνεχιζόμενη προσπάθεια της Εταιρείας να σε στηρίζει χωρίς να έχει λάβει τουλάχιστο μια απολογία.
Όλα τα πιο πάνω με αποτρέπουν στο να αποδεχτώ πρόταση υπό όρους και με αποποίηση ευθυνών. Επομένως δεν έχω επιλογή παρά να αποδεχτώ την παραίτηση που έδωσες με άμεση ισχύ στη συνάντηση μας της Τετάρτης 30 Οκτωβρίου 2019 και που συνοδευόταν με πέταγμα της κάρτας πρόσβασης σου επάνω στο γραφείο μου.»
Ο Αιτητής στις 10/11/2019 απέστειλε, στην Εργοδότρια Εταιρεία και στον Ν.Κ., επιστολή (Τεκμήριο 3) με την οποία απέρριπτε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 και τόνιζε ότι ουδέποτε έδωσε παραίτηση. Σημείωνε περαιτέρω (1) ότι αυτό που δεν αποδέχτηκε ήταν τη μονομερή «αλλοίωση» των όρων εργασίας του (π.χ. ωράριο εργασίας, Ταμείο Προνοίας, υπερωρία), (2) ότι «έμεινε άναυδος» από την παρατήρηση που του έγινε αναφορικά με τη σχέση που ανέπτυξε με την L.P.L. και την αναφορά ότι η σχέση αυτή «έφερε καταστροφή» στην Εργοδότρια Εταιρεία, (3) ότι συνέχισε να εργάζεται όπως και πριν, (4) ότι η σχέση του με την L.P.L. είναι αυστηρά προσωπικό του θέμα και (5) ότι εξέφρασε την πρόθεσή του για επιστροφή στην εργασία του αλλά δεν του επιτράπηκε η επιστροφή γιατί δεν δέχτηκε τους νέους όρους εργασίας που εφαρμόστηκαν μονομερώς χωρίς αυτός να τους αποδέχεται. Ο Αιτητής δεν μπορεί να διαβάσει ελληνικά ούτε μπορεί να γράψει στα ελληνικά. Η εν λόγω επιστολή γράφτηκε από τον συντεχνιακό εκπρόσωπο του Αιτητή, Α.Θ., στην παρουσία του Αιτητή, με οδηγίες και έγκριση του Αιτητή μετά από αναφορές του Αιτητή στον Α.Θ. σχετικά με το τι έλαβε χώρα μεταξύ του Αιτητή και του Ν.Κ. τις προηγούμενες μέρες.
Η Εργοδότρια Εταιρεία απάντησε στον Αιτητή με επιστολή της ημερ. 20/11/2019 (Τεκμήριο 4) στην οποία σημειωνόταν ότι (α) για όλα τα σημεία του Τεκμηρίου 3 υπάρχουν «μαρτυρίες, σειρά γεγονότων με αποδεικτικά στοιχεία, ομόφωνες αποφάσεις του προσωπικού καθώς και σειρά αξιολογήσεων που τα αντικρούει» και (β) η Εργοδότρια Εταιρεία αποδέχτηκε την παραίτηση που υπέβαλε στο γραφείο του Ν.Κ. το απόγευμα της 30/10/2019 την οποία παραίτηση ανακοίνωσε ο ίδιος από μόνος του το ίδιο απόγευμα και σε άλλα μέλη του προσωπικού.
Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία ανερχόταν στο ποσό των €420,00. Ο Αιτητής λάμβανε επίσης 13ο μισθό το ύψος του οποίου ανερχόταν στο ποσό των €1.631,01.
Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 31/10/2019, αφού αυτός απέρριψε τους όρους που του έθεσε ο Ν.Κ. για να συνεχίσει την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία, ο Ν.Κ. του ζήτησε να παραδώσει την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας και να αποχωρήσει λέγοντας του να περάσει την επόμενη μέρα να παραλάβει τους δεδουλευμένους μισθούς του. Ότι στη συνέχεια η Εργοδότρια Εταιρεία με «περίτεχνο τρόπο» αντί να του δώσει επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του, προέβαλε τη θέση ότι αποδέχεται «δήθεν παραίτησή του». Είναι θέση του ότι στις 31/10/2019 η Εργοδότρια Εταιρεία μονομερώς τερμάτισε την απασχόλησή του χωρίς προειδοποίηση, αδικαιολόγητα και παράνομα. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει αποζημίωση λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους και έξοδα.
Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Είναι η θέση της ότι κατά ή περί τις 30/10/2019 ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτησή του και πέταξε την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στο γραφείο του Ν.Κ. μετά που ο Ν.Κ. του επεσήμανε τα προβλήματα που προέκυψαν στο Τμήμα Κατασκευών λόγω της συμπεριφοράς που επιδείκνυε αυτός ως Υπεύθυνος του εν λόγω Τμήματος μετά που συνήψε δεσμό με την L.P.L.. Ότι δόθηκαν στον Αιτητή πέντε (5) μέρες άδεια για να αποφασίσει πώς επιθυμεί να προχωρήσει. Ότι στις 05/11/2019 ο Αιτητής σε συνάντηση με τον Ν.Κ. ανέφερε στον Ν.Κ. ότι για να ανακαλέσει την παραίτησή του έπρεπε να αλλάξουν οι όροι και τα καθήκοντα της εργασίας του. Ότι στις 07/11/2019 αποδέχτηκε την παραίτηση του Αιτητή. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή.
Βάρος απόδειξης
Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6(1) του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 («ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου.
Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους (1) και (2) του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του.
Στην απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 7791, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari [1990] 1 A.A.Δ. 315, όπου το επίδικο ζήτημα αφορούσε το βάρος απόδειξης και το ποιος διάδικος αρχίζει πρώτος την υπόθεση σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε υπόθεση που ο εργοδότης ισχυριζόταν ότι ο εργοδοτούμενος υπέβαλε παραίτηση και/ή αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, ανέφερε ότι πριν εγερθεί το τεκμήριο κάτω από το άρθρο 6(1) του Νόμου πρέπει ο εργοδοτούμενος να αποδείξει τον τερματισμό της εργοδότησής του και σε περίπτωση που έχει εφαρμογή το άρθρο 7(1) του Νόμου, τον τερματισμό κάτω από το άρθρο αυτό. Αποφάσισε ότι στην περίπτωση που τέθηκε ενώπιόν του ο εργοδοτούμενος ήταν αυτός που όφειλε να αρχίσει τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών «διότι όφειλε πρώτα να αποδείξει τον τερματισμό των υπηρεσιών του, όπως ο ισχυρισμός στην αίτησή του.» Σημείωσε ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα μπορούσε να αρχίσει από τους εργοδότες μόνο αν ήταν παραδεκτός ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή από αυτούς.
Στην υπόθεση Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 114 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι, σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών που αφορούν τον Νόμο, το βάρος απόδειξης της απόλυσης το φέρει ο εργοδοτούμενος ενώ το βάρος απόδειξης του λόγου απόλυσης το φέρει ο εργοδότης (βλέπε επίσης Πολιτική Έφεση Αρ. 239/2012 ΛΥΔΙΑΣ ΣΟΥΡΑΪΛΙΔΟΥ V. 1. KIKIS A. DEMETRIOU PROPERTIES LIMITED, 2. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, ημερ. 22/11/2017).
Στην πρόσφατη απόφασή του ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΜΑΚΡΙΔΟΥ V. LANITIS FARM LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 140/2015, ημερ. 03/04/2024 το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις πιο πάνω αρχές και την πιο πάνω νομολογία και σημείωσε τα πιο κάτω:
«Σύμφωνα με τις βασικές αρχές του δικαίου της αποδείξεως, το βάρος απόδειξης φέρει αυτός ο οποίος ζητά τη θεραπεία από το Δικαστήριο, είτε ως ενάγων σε πολιτική αγωγή, είτε ως αιτητής σε συγκεκριμένη διαδικασία, εκτός των περιπτώσεων όπου με ρητή πρόνοια του νόμου καθορίζεται ποιος φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση των Λούης Τούριστ Ειτσενσυ Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 315).
Στο πλαίσιο του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου 1967, Ν. 24/67, ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα το Άρθρο 6(1) του Νόμου, ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για έναν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο Άρθρο 5 του Νόμου. Το Άρθρο 5 απαριθμεί τους λόγους βάσει των οποίων ο εργοδότης δύναται να τερματίσει την απασχόληση εργοδοτούμενου του νόμιμα.
Στις περιπτώσεις όπου ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την απασχόληση όχι με την ελεύθερη βούληση του αλλά λόγω διαγωγής του εργοδότη, ήτοι λόγω της ύπαρξης εξαναγκασμού σε παραίτηση, που εξισώνεται με παράνομο τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδότη, είναι ο εργοδοτούμενος ο οποίος, με βάση τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια (1) και (2) του Άρθρου 7 του Νόμου, έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του.
Στις περιπτώσεις όπου εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης ή κατά πόσο ο εργοδοτούμενος δεν απολύθηκε καθόλου, το βάρος απόδειξης φέρει ο εργοδοτούμενος ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει ότι η απασχόληση του τερματίστηκε μονομερώς από τον εργοδότη. Αν ο εργοδοτούμενος αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης του και το θέμα είναι κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί λόγος τερματισμού σύμφωνα με το Νόμο ο οποίος δεν παρέχει δικαίωμα σε αποζημιώσεις, τότε το βάρος απόδειξης το επιφορτίζεται ο εργοδότης (βλ. Γιώργος Αριστείδου v. R.K. Super Beton Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 114, όπου λέχθηκε ότι «το μεν βάρος της απόδειξης της απόλυσης φέρει ο αιτών, το δε το λόγου, φέρει ο εργοδότης του»). Εν ολίγοις, παρά το ότι είναι ο εργοδότης που θα πρέπει να αποδείξει το νόμιμο της απόλυσης, εκεί όπου έχει στοιχειοθετηθεί ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται από τον εργοδότη ο τερματισμός απασχόλησης, είναι ο εργοδοτούμενος που θα πρέπει να αποδείξει ότι αυτός ότι έχει λάβει χώρα.»
Με βάση τα πιο πάνω στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του.
Στην παρούσα περίπτωση ενόψει των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής αποχώρησε από μόνος του από την εργασία του τερματίζοντας την απασχόλησή του σε αυτήν με δική του πρωτοβουλία και ότι αυτή ουδέποτε αποφάσισε μονομερώς να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή, ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, ο Αιτητής είναι αυτός που κλήθηκε πρώτος να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία.
Μαρτυρία
Ο Αιτητής κατέθεσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε μονομερώς και χωρίς να γίνει προηγουμένως διαβούλευση με το προσωπικό της ότι από τον Σεπτέμβριο του 2019 το προσωπικό της θα εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα αντί 38 ώρες. Ότι αυτός αντέδρασε και το ανέφερε στον Α.Θ., ο οποίος ανάλαβε να χειριστεί το ζήτημα της εν λόγω διαφωνίας του με την Εργοδότρια Εταιρεία. Υποστήριξε ότι το γεγονός ότι είχε συνάψει δεσμό με την L.P.L. δεν δημιουργούσε το οποιοδήποτε πρόβλημα στην εκτέλεση των καθηκόντων της εργασίας του. Ότι στις 31/10/2019 ο Ν.Κ. τον κάλεσε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι αν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να διακόψει τον δεσμό του με την L.P.L. και να αποδεχτεί την αλλαγή στο ωράριο εργασίας του ώστε να εργάζεται αντί 38 ώρες 40 ώρες την εβδομάδα. Ότι αυτός απάντησε στον Ν.Κ. ότι δεν αποδέχεται τους πιο πάνω όρους και τότε ο Ν.Κ. του ζήτησε να παραδώσει την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας και να αποχωρήσει λέγοντας στην υπεύθυνη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας να «ετοιμάσει» τα ποσά των οφειλόμενων δεδουλευμένων του ώστε να περάσει την επόμενη μέρα να τα παραλάβει. Σημείωσε ότι εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ότι την ίδια μέρα τερματίστηκε και η απασχόληση της L.P.L. και της μητέρας της. Ότι την 01/11/2019 όταν πήγε στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας για να πληρωθεί αντί να του γίνει οποιαδήποτε πληρωμή του δόθηκε το Τεκμήριο 1. Ότι ζήτησε αμέσως να συναντηθεί με τον Ν.Κ.. Ότι στις 05/11/2019 στη συνάντησή του με τον Ν.Κ. τον ενημέρωσε ότι δεν αποδέχεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και του εξέφρασε εκ νέου τα παράπονά του για το θέμα του ωραρίου εργασίας του λέγοντας του ότι δεν μπορεί να του ζητά να εργάζεται τόσες ώρες, να έχει την ευθύνη ολόκληρου του Τμήματος Κατασκευών και να μην υπάρχει διαφοροποίηση στον μισθό του. Ότι στην προσπάθειά του να τονίσει τη δυσαρέσκειά του του ανέφερε ότι θα προτιμούσε με αυτές τις συνθήκες να ήταν και αυτός ένας απλός εργάτης, να σχολνάει στην ώρα του και να μην έχει τόσες ευθύνες. Διευκρίνισε ότι αυτό που είπε ήταν απλώς σχήμα λόγου και όχι απαίτησή του να τον μετατρέψει η Εργοδότρια Εταιρεία σε απλό εργάτη. Ότι αυτό που ζητούσε ήταν να σεβαστούν τους όρους εργοδότησής του και το ανθρώπινο δικαίωμά του να σχετίζεται με όποια κοπέλα θέλει, ιδιαίτερα τη στιγμή που η σχέση του με την L.P.L. δεν απαγορευόταν από την Εργοδότρια Εταιρεία και δεν δημιουργούσε το οποιοδήποτε πρόβλημα στην επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι ο Ν.Κ. του απάντησε ότι εμμένει στις θέσεις του. Ότι τότε ζήτησε από τον Ν.Κ. να του δοθεί επιστολή απόλυσής του. Ισχυρίστηκε ότι ο Ν.Κ. του είπε να φύγει και ότι θα τον ειδοποιούσαν όταν η εν λόγω επιστολή ήταν έτοιμη. Ότι στις 07/11/2019 η Εργοδότρια Εταιρεία αντί να του παραδώσει επιστολή απόλυσής του του παρέδωσε το Τεκμήριο 2. Επέμενε ότι αυτός ουδέποτε υπέβαλε παραίτηση από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι επειδή ο τερματισμός της απασχόλησής του έγινε μέσα στην περίοδο της πανδημίας του Covid 19 δυσκολεύτηκε να ξαναβρεί δουλειά. Ότι πήρε το ανεργιακό επίδομα για έξι (6) μήνες και ότι δύο (2) μήνες μετά τη λήξη του «ανεργιακού» βρήκε δουλειά σε ένα ξάδελφό του με πολύ πιο χαμηλό μισθό από αυτόν που λάμβανε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι για πολλά χρόνια δεν είχε σταθερή εργασία και άλλαζε συνεχώς εργοδότες μέχρι που κατάφερε να κάνει τη δική του επιχείρηση. Προς υποστήριξη της τελευταίας θέσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 δέσμη εγγράφων η οποία αποτελείτο από Αναλυτικές Καταστάσεις Αποδοχών Ασφαλισμένου Κατά Εργοδότη του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπό του για τα έτη 2019-2025.
Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Ν.Κ. απλώς τους ανακοίνωσε την αύξηση των ωρών του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας τους και ότι αυτός δούλευε ως Υπεύθυνος περισσότερες ώρες την εβδομάδα από τις 38 ώρες που ήταν το ωράριο εργασίας. Απέρριψε όλες τις υποβολές που του έγιναν (α) ότι ο ερωτικός δεσμός που συνήψε με την L.P.L. επηρέασε αρνητικά την απόδοσή του και δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Τμήματος Κατασκευών και στην Εργοδότρια Εταιρείας και (β) σχετικά με το τι έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση που είχε με τον Ν.Κ. μετά που ο Ν.Κ. απέλυσε την L.P.L. και τη μητέρα της και κατά τη συνάντηση που είχε με τον Ν.Κ. στις 05/11/2019. Υποστήριξε ότι αυτός πριν πάει στη συνάντηση με τον Ν.Κ., την ημέρα που ο Ν.Κ. απέλυσε την L.P.L. και τη μητέρα της, δεν είχε ενημερωθεί για τις εν λόγω απολύσεις και ότι τις εν λόγω απολύσεις τις «έμαθε» μετά την εν λόγω συνάντηση. Αρνήθηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ήταν πολύ νευριασμένος λόγω της απόλυσης της L.P.L. και της μητέρας της. Ισχυρίστηκε ότι στις 05/11/2019 αυτό που ζήτησε από τον Ν.Κ. ήταν να δουλεύει όπως όλους τους άλλους χωρίς να εργάζεται ώρες παραπάνω και αν ήθελε να του χαμηλώσει τον μισθό είναι εντάξει.
Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά του Αιτητή ήταν η L.P.L., η οποία κατέθεσε ότι ο ερωτικός δεσμός που συνήψε με τον Αιτητή δεν επηρέασε καθόλου τη λειτουργία της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι τόσο αυτή όσο και ο Αιτητής έκαναν τη δουλειά τους. Ήταν η θέση της ότι δεν απέκρυψαν τη σχέση τους αλλά δεν ήταν προκλητικοί με τη συμπεριφορά τους στον χώρο εργασίας τους. Ότι δεν υπήρχε ευνοϊκή ή μεροληπτική συμπεριφορά του Αιτητή προς αυτήν εις βάρος των άλλων εργαζομένων στο Τμήμα Κατασκευών. Ήταν η θέση της ότι στις 31/10/2019 ο Ν.Κ. την κάλεσε στο γραφείο του και την ρώτησε αν είναι ευχαριστημένη με τη δουλειά της. Ότι αυτή του απάντησε ότι είναι ευχαριστημένη και τότε την ρώτησε τι προτιμά, τη δουλειά της ή τον Αιτητή;. Ότι βρήκε πολύ ενοχλητική την εν λόγω ερώτηση και δεν του απάντησε και τότε αυτός απέλυσε αυτήν και τη μητέρα της. Ότι αργότερα την ίδια ημέρα ο Αιτητής την πληροφόρησε ότι ο Ν.Κ. τον απέλυσε και αυτόν αφού προηγουμένως απέρριψε αίτημα του Ν.Κ. να διακόψει τον δεσμό που είχε μαζί της.
Κατά την αντεξέτασή της επέμενε στις θέσεις της ότι ο δεσμός της με τον Αιτητή δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τη λειτουργία της Εργοδότριας Εταιρείας και απέρριψε όλες τις υποβολές που της έγιναν σε σχέση με το τι συνέβαινε στο Τμήμα Κατασκευών μετά την πρόσληψή της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς της σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ν.Κ. την απέλυσε και αρνήθηκε ότι ο Ν.Κ. της ανέφερε όταν την απέλυσε ότι, επειδή δεν συμπλήρωσε έξι (6) μήνες απασχόλησης στην Εργοδότρια Εταιρεία, τερματίζεται η απασχόλησή της λόγω του ότι η σχέση της με τον Αιτητή αναστάτωσε την εργασία στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι μετά την απόλυσή της και την απόλυση του Αιτητή, αυτή και ο Αιτητής συναντήθηκαν με τον Α.Θ. ο οποίος τους συμβούλεψε τι να κάνουν.
Ο τρίτος μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν ο Α.Θ., ο οποίος κατέθεσε ότι ως συντεχνιακός εκπρόσωπος αρκετών εργοδοτουμένων της Εργοδότριας Εταιρείας είχε πολύ συχνή επικοινωνία και επαφή για όλα τα θέματα που απασχολούσαν τους εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας με τον Ν.Κ.. Ότι ήταν ο συντεχνιακός εκπρόσωπος του Αιτητή από τις πρώτες μέρες εργοδότησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία, ότι είχε τακτικές επαφές με αυτόν και ότι ο Αιτητής κατά καιρούς απευθυνόταν σε αυτόν για οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετώπιζε σχετικά με την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2019 ο Αιτητής είχε πρόβλημα με την Εργοδότρια Εταιρεία λόγω της αύξησης του ωραρίου εργασίας του από 38 ώρες σε 40 ώρες εβδομαδιαίως. Ότι αυτός χειριζόταν το εν λόγω θέμα του Αιτητή με την Εργοδότρια Εταιρεία και ήταν σε συζητήσεις με τον Ν.Κ. ώστε να βρεθεί μια λύση σχετικά με το εν λόγω πρόβλημα του Αιτητή. Υποστήριξε ότι στις 31/10/2019 ο Αιτητής τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι ο Ν.Κ. τον απέλυσε επειδή διατηρούσε δεσμό με την L.P.L.. Ότι του ανέφερε επίσης ότι την ίδια ημέρα ο Ν.Κ. απέλυσε και την L.P.L. και τη μητέρα της. Είπε ότι τότε αυτός τηλεφώνησε αμέσως στον Ν.Κ. και τον ρώτησε γιατί απέλυσε τον Αιτητή. Ότι ο Ν.Κ. του απάντησε ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί το γεγονός ότι ο Αιτητής συνήψε δεσμό με μια εργάτρια στο Τμήμα που αυτός ήταν προϊστάμενος. Ήταν η θέση του ότι ρώτησε τον Ν.Κ. αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα ως προς τη συμπεριφορά του Αιτητή ή ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι αυτός του απάντησε αρνητικά επαναλαμβάνοντας ότι ο λόγος της απόλυσης του Αιτητή ήταν η σχέση του με εργάτρια στο ίδιο Τμήμα. Ότι τον παρακάλεσε να αλλάξει γνώμη λέγοντας του ότι αυτός δεν είναι λόγος να απολύσει ένα υπάλληλο ο οποίος εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία για 11 χρόνια χωρίς προβλήματα αλλά ο Ν.Κ. ήταν ανένδοτος. Προέβαλε τη θέση ότι επίσης ζήτησε να επανέλθουν στην εργασία τους η L.P.L. και η μητέρα της αλλά ο Ν.Κ. του είπε ότι δεν θέλει κανένα από τους τρεις τους να επιστρέψει στην εργασία του. Ότι ανέφερε στον Αιτητή αυτά που του είπε ο Ν. Κ. και τον συμβούλεψε να ζητήσει γραπτώς την επιστολή τερματισμού του. Ότι στη συνέχεια αρχές Νοεμβρίου του 2019 ο Αιτητής πήγε ξανά στο γραφείο του και του ανέφερε ότι αντί να του παραδώσουν επιστολή απόλυσης του παρέδωσαν το Τεκμήριο 2.
Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι σχετικά με την απόλυση της L.P.L., της μητέρας της και του Αιτητή μίλησε αρκετές φορές με τον Ν.Κ. για 2- 3 μέρες. Επέμενε ότι ο Ν.Κ. του είπε ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω της σχέσης του με την L.P.L. και ότι με τον Ν.Κ. το μόνο που συζήτησε ήταν για ποιο λόγο να απολύσει τον Αιτητή με το δικαιολογητικό της σχέσης του με την L.P.L.. Είπε ότι δεν γνώριζε τι συζητήθηκε μεταξύ του Αιτητή και του Ν.Κ. στη συνάντηση που είχαν στις 05/11/2019. Ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι οι μισθοί όλων των εργοδοτουμένων της Εργοδότριας Εταιρείας αναπροσαρμόστηκαν αναλόγως με την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία μιλούσε με τον κάθε εργοδοτούμενό της ξεχωριστά και έκανε τις σχετικές συμφωνίες.
Για την Εργοδότρια Εταιρεία ο Ν.Κ. κατέθεσε ότι ο Αιτητής αποτελούσε σημαντικό στέλεχος της επιχείρησης της Εργοδότριας Εταιρείας και είχε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του άλλους οκτώ (8) εργοδοτούμενους στο Τμήμα Κατασκευών. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία επένδυσε μεγάλα χρηματικά ποσά για την επιμόρφωση και την επαγγελματική κατάρτιση του Αιτητή ώστε να αποκτήσει την αναγκαία γνώση, τεχνογνωσία και εμπειρογνωμοσύνη και να μπορεί να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της θέσης του Υπευθύνου του Τμήματος Κατασκευών. Ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα πρόσληψης της L.P.L. στην Εργοδότρια Εταιρεία διαπιστώθηκε μείωση στην απόδοση του Τμήματος Κατασκευών αφού αυτό λειτουργούσε χωρίς συντονισμό, χωρίς εφαρμογή των κανόνων και των διαδικασιών της Εργοδότριας Εταιρείας, χωρίς ολοκλήρωση του προγράμματος εργασίας εντός του ωραρίου εργασίας και με μεροληψία στην κατανομή των εργασιών μεταξύ των εργοδοτουμένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής δούλευε με την L.P.L. μόνος του σε μία απομακρυσμένη γωνιά χωρίς να επιβλέπει τους υπόλοιπους εργοδοτουμένους και χωρίς να διεξάγει τους απαιτούμενους ελέγχους ή να εφαρμόζει τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και χωρίς να μεριμνεί να ολοκληρώνονται οι εργασίες εντός κανονικού ωραρίου εργασίας. Ως αποτέλεσμα (α) υπήρχαν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των εργασιών και (β) μεγάλες ζημιές και κακοτεχνίες εμφανίζονταν στα επόμενα στάδια της γραμμής παραγωγής επιφέροντας στην Εργοδότρια Εταιρεία σημαντικές απώλειες. Υποστήριξε ότι η σχέση του Αιτητή με την L.P.L. αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων, κουτσομπολιών και σχολίων σε ώρες εργασίας μεταξύ των εργαζομένων της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι τα γεγονότα αυτά είχαν δώσει την ευκαιρία και σε άτομα εκτός της Εργοδότριας Εταιρείας να κουτσομπολεύουν και να κάνουν αρνητικά σχόλια για την Εργοδότρια Εταιρεία. Είπε ότι στις 30/10/2019 απέλυσε την L.P.L. και τη μητέρα της και ακολούθως συναντήθηκε στο γραφείο του με τον Αιτητή με πρόθεση να συζητήσει μαζί του τη δημιουργηθείσα κατάσταση και τις χαμηλές επιδόσεις, τα προβλήματα και τις ζημιές του Τμήματος Κατασκευής. Ότι ενώ αυτός άρχισε με πολύ φιλικό ύφος τη συζήτηση με τη φράση «Ρε Μάζεν, τι εν να γίνει με τη δουλειά;», ο Αιτητής αμέσως με υπεροπτικό ύφος και φανερά θυμωμένος και εκνευρισμένος του απάντησε «Eγώ εν να φύω που δαμέσα.» και ταυτόχρονα πέταξε απότομα πάνω στο γραφείο του την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι τότε αυτός του είπε ότι είναι καλύτερα να πάρει πέντε (5) μέρες από την ετήσια άδειά του να ηρεμήσει και να το σκεφτεί καλύτερα. Σημείωσε ότι ο Αιτητής ήδη γνώριζε από πριν ότι απολύθηκαν η L.P.L. και η μητέρα της και ότι ήταν πολύ νευριασμένος με το εν λόγω γεγονός. Είπε ότι λίγες μέρες προηγουμένως ανέφερε στον Αιτητή ότι η σχέση του με την L.P.L. δημιουργεί προβλήματα στην εργασία, τυγχάνει κακών σχολίων εντός και εκτός της Εργοδότριας Εταιρείας και να είναι πιο προσεκτικός και ότι αυτός του απάντησε «Εγώ την δουλειά μου κάμνω την.». Ότι μετά τη συνάντηση στο γραφείο του στις 30/10/2019 ο Αιτητής επέστρεψε στο Τμήμα Κατασκευών και φώναξε στον Γ.Γ. να του ανοίξει. Ότι όταν εισήλθε στο Τμήμα είπε στον Γ.Γ. ότι έδωσε την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στον Ν.Κ., ότι θα φύγει από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι ήρθε να πάρει τα πράγματά του. Ανέφερε ότι πληροφορήθηκε ότι το βράδυ της 30/10/2019 ο Αιτητής επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κ.Α. στον οποίο ανέφερε ότι έδωσε την κάρτα πρόσβασής του στον Ν.Κ., ότι παραιτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι παρά του ότι του δόθηκαν πέντε (5) μέρες άδεια για να σκεφτεί τι θα κάνει, αυτός αποφάσισε να φύγει. Ότι την επόμενη μέρα δύο εργοδοτούμενοι του Τμήματος Κατασκευής του ζήτησαν όπως τους δώσει άδεια να μιλήσουν στον Αιτητή με σκοπό να τον μεταπείσουν να παραμείνει στην εργασία του. Ότι αυτός τους απάντησε θετικά λέγοντας τους ότι η επιστροφή του Αιτητή στην εργασία του δεν ήταν απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά του Αιτητή και τότε οι εν λόγω εργοδοτούμενοι του ανέφεραν ότι το γνώριζαν. Ότι στις 31/10/2019 ετοίμασε το Τεκμήριο 1 και η υπεύθυνη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας τηλεφώνησε στον Αιτητή να έρθει να την παραλάβει. Ότι στις 04/11/2019 ο Αιτητής επικοινώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία και ζήτησε να συναντηθεί μαζί του. Ότι στις 05/11/2019 ο Αιτητής πήγε στο γραφείο του λέγοντας του με ψυχρό και υπεροπτικό ύφος «Εγώ για να ’ρτω πίσω θέλω να μεν είμαι υπεύθυνος, να πιάνω €350 την εβδομάδα καθαρά τζιε να φέφκω η ώρα 4.» Ότι αυτό σήμαινε ότι ο Αιτητής θα λάμβανε περίπου την ίδια αμοιβή αλλά με ευθύνες τεχνίτη του οποίου οι αμοιβές ήταν χαμηλότερες από αυτές του Υπευθύνου. Ότι αυτός χωρίς την παραμικρή ένταση του απάντησε ότι ήθελε χρόνο για να του απαντήσει αφού έπρεπε προηγουμένως να μελετήσει πώς επηρεάζεται η λειτουργία και η ισορροπία αμοιβών του Τμήματος Κατασκευών με την εν λόγω απαίτησή του. Ότι στη συνέχεια του απάντησε με το Τεκμήριο 2. Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ουδέποτε απαίτησε από τον Αιτητή να διακόψει τη σχέση του με την L.P.L.. Ότι ο Αιτητής υπέβαλε την παραίτησή του από την εργασία του. Ισχυρίστηκε ότι όλο το προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας ομόφωνα με τη συμμετοχή και τη σύμφωνη γνώμη του Αιτητή συμφώνησε από τον Σεπτέμβριο του 2019 να εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα με ανάλογη προσαρμογή των μισθών χωρίς ο Αιτητής να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο την ένσταση και τη διαφωνία του. Παραδέχτηκε ότι επικοινώνησε μαζί του ο Α.Θ. σχετικά με τον Αιτητή, την L.P.L. και τη μητέρα της. Ισχυρίστηκε ότι ο Α.Θ. ήταν επιθετικός και δεν ήθελε να ακούσει τι ακριβώς έγινε και ήθελε να εκφράσει μια θέση που δεν ευσταθούσε.
Κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πρόβλημα όχι με το ότι ο Αιτητής συνήψε δεσμό με την L.P.L. αλλά με το ότι οι εργασίες της επηρεάστηκαν δυσμενώς λόγω του εν λόγω γεγονότος. Ισχυρίστηκε ότι απέλυσε την L.P.L. επειδή η παραγωγή της δεν ήταν ικανοποιητική και ότι η μητέρα της απολύθηκε επειδή η L.P.L. και η μητέρα της ερχόντουσαν μαζί κάθε μέρα από την Πάφο. Ήταν η θέση του ότι η συνάντηση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 δεν ήταν αυτή που έλαβε χώρα στις 30/10/2019 αλλά μια άλλη που έλαβε χώρα λίγες μέρες προηγουμένως. Αρνήθηκε ότι ζήτησε από τον Αιτητή να διακόψει τη σχέση του με την L.P.L. και να αποδεχτεί την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 38 σε 40 για να παραμείνει στην Εργοδότρια Εταιρεία. Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κάλεσε όλο το προσωπικό της σε Γενική Συνέλευση για να συμφωνηθεί η αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 38 σε 40 για την οποία αύξηση θα καταβαλλόταν επιπρόσθετη αμοιβή και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία είτε από τον Αιτητή είτε από τη συντεχνία του. Απέρριψε υποβολές ότι ανέφερε στον Α.Θ. ότι απέλυσε τον Αιτητή και «δεν τον θέλει πίσω» λέγοντας ότι συνομίλησε με τον Α.Θ. ο οποίος ήταν επιθετικός και δεν ήθελε να ακούσει τι έγινε και ότι ο Α.Θ. «ήταν απειλητικός γιατί υπήρχαν κάποια προηγούμενα».
Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι αυτός ουδέποτε έβαλε όρους στον Αιτητή για να συνεχίσει να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία. Επέμενε ότι ο Αιτητής του έθεσε όρους για να επιστρέψει στην εργασία του τους οποίους όρους η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει.
Ο Γ.Γ., δεύτερος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία, κατέθεσε ότι η σχέση του Αιτητή με την L.P.L. ήταν γνωστή σε όλους στην Εργοδότρια Εταιρεία καθότι οι ίδιοι την διαφήμιζαν και αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων και κουτσομπολιών μεταξύ των συναδέλφων. Ότι για όση περίοδο εργαζόταν η L.P.L. στην Εργοδότρια Εταιρεία ο Αιτητής δούλευε μόνο μαζί της σε μία απομακρυσμένη γωνιά του κτηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας χωρίς να επιβλέπει τα υπόλοιπα συνεργεία ατόμων και χωρίς να διεξάγει τους απαιτούμενους ελέγχους ή να εφαρμόζει τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και χωρίς να μεριμνεί να ολοκληρώνονται οι εργασίες εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν καθυστερήσεις και να εμφανίζονται μεγάλες ζημιές και κακοτεχνίες στα επόμενα στάδια παραγωγής. Ότι λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε, το Τμήμα Κατασκευών λειτουργούσε χωρίς συντονισμό, χωρίς εφαρμογή των κανόνων και των διαδικασιών της Εργοδότριας Εταιρείας, χωρίς ολοκλήρωση του προγράμματος εργασίας εντός του ωραρίου εργασίας και με μεροληψία στην κατανομή των εργασιών μεταξύ των εργοδοτουμένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων και μουρμούρας μεταξύ των εργοδοτουμένων. Υποστήριξε ότι αυτός προσωπικά διαπίστωσε ότι υπήρχε μείωση στην απόδοση του Τμήματος Κατασκευών και ότι έκανε πολλές συστάσεις στον Αιτητή να είναι πιο προσεκτικός και συγκεντρωμένος στην εργασία του. Ήταν η θέση του ότι στις 30/10/2019 το απόγευμα ο Αιτητής του φώναξε να του ανοίξει να μπει στον χώρο εργασίας του Τμήματος Κατασκευών. Ότι όταν ο Αιτητής εισήλθε στον εν λόγω χώρο του είπε ότι έριξε την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στο γραφείο του Ν.Κ., ότι φεύγει από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι ήρθε να πάρει τα πράγματά του. Ότι τις 31/10/2019 το πρωί ο Ν.Κ. συγκέντρωσε το προσωπικό του Τμήματος Κατασκευών για να συζητηθεί το πρόγραμμα παραγωγής μετά την αποχώρηση του Αιτητή και την απόλυση της L.P.L. και της μητέρας της. Ότι κατά την εν λόγω συζήτηση ο Κ.Α. με ένα άλλο τεχνίτη ζήτησαν την άδεια του Ν.Κ. να επικοινωνήσουν με τον Αιτητή ώστε να τον μεταπείσουν να παραμείνει στην εργασία του. Ότι ο Ν.Κ. τους απάντησε θετικά. Ανέφερε ότι το προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας ομόφωνα και με τη συμμετοχή και τη σύμφωνη γνώμη και του Αιτητή συμφώνησε από τον Σεπτέμβριο του 2019 να εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα με την ανάλογη προσαρμογή μισθών.
Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι αυτός ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι πριν την πρόσληψη της L.P.L. δεν υπήρχαν προβλήματα στο Τμήμα Κατασκευών και ότι όλα τα προβλήματα στο εν λόγω Τμήμα άρχισαν μετά που ο Αιτητής συνήψε δεσμό με την L.P.L.. Υποστήριξε ότι σε Γενική Συνέλευση του προσωπικού της Εργοδότριας Εταιρεία ο Ν.Κ. τους ανέφερε ότι για να «βγαίνει η δουλειά» πρέπει να αυξηθούν οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας από 38 ώρες σε 40 με την ανάλογη αναπροσαρμογή μισθού και στη συνέχεια έγινε ψηφοφορία όπου ομόφωνα όλοι αποδέχτηκαν αυτά που τους ανέφερε ο Ν.Κ.. Σημείωσε ότι η συντεχνία γνώριζε ότι έγινε σύσκεψη για το θέμα της αύξησης των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και ότι όλο το προσωπικό συμφωνούσε με την αλλαγή των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας.
Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι ο Αιτητής ήταν παρών όταν ομόφωνα ψήφισαν όλοι οι εργοδοτούμενοι για την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας.
Τρίτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία, ήταν ο Κ.Α., ο οποίος καταθέτοντας επανέλαβε τους ισχυρισμούς του Γ.Γ. σε σχέση με τη γνώση των υπόλοιπων εργοδοτουμένων της Εργοδότριας Εταιρείας της σχέσης του Αιτητή με την L.P.L. και των προβλημάτων και της κατάστασης που δημιουργήθηκε στον χώρο εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας λόγω αυτής της σχέσης. Υποστήριξε ότι στις 30/10/2019 ήταν παρών όταν ο Αιτητής φώναξε στον Γ.Γ. να του ανοίξει να μπει στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι άκουσε τον Αιτητή να λέει ότι δεν είχε κάρτα πρόσβασης επειδή την έριξε στο γραφείο του Ν.Κ. και παραιτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι στις 30/10/2019 του τηλεφώνησε ο Αιτητής και του είπε ότι παρέδωσε την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στον Ν.Κ., ότι παραιτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι ο Ν.Κ. του είπε να πάρει πέντε (5) μέρες άδεια για να σκεφτεί αλλά αυτός αποφάσισε να φύγει. Ότι στις 31/10/2019 σε συγκέντρωση του προσωπικού του Τμήματος Κατασκευών ο Ν.Κ. τους ανέφερε την αποχώρηση του Αιτητή και την απόλυση της L.P.L. και της μητέρας της και αυτός μαζί με ένα άλλο συνάδελφό του ζήτησαν την άδεια του Ν.Κ. να επικοινωνήσουν με τον Αιτητή με σκοπό να τον μεταπείσουν να παραμείνει στην εργασία του. Ότι ο Ν.Κ. τους είπε εντάξει. Ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε με τον Αιτητή ο οποίος του είπε ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι θα μιλήσει ο ίδιος με τον Ν.Κ.. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του Γ.Γ. σε σχέση με τη συμφωνία του Αιτητή και του υπολοίπου προσωπικού αναφορικά με την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όλα τα προβλήματα στο Τμήμα Κατασκευών ξεκίνησαν με την πρόσληψη της L.P.L. και της μητέρας της. Ήταν η θέση του ότι στις 30/10/2019 άκουσε τον Αιτητή να λέει στον Γ.Γ. ότι έριξε την κάρτα πρόσβασής του στον Ν.Κ. και ότι «έφυε» από την Εργοδότρια Εταιρεία. Είπε ότι στις 30/10/2019 τον πήρε τηλέφωνο ο Αιτητής για να του πει τι έγινε επειδή είναι φίλοι. Ισχυρίστηκε ότι έγινε Γενική Συνέλευση του προσωπικού της Εργοδότριας Εταιρείας όπου ο Ν.Κ. τους ανέφερε ότι πρέπει να αλλάξουν οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ώστε να μπορεί να βγαίνει το πρόγραμμα εργασίας. Σε υποβολές ότι ο Αιτητής δεν συμφώνησε με την αλλαγή των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και ότι το εν λόγω θέμα το χειριζόταν η συντεχνία του Αιτητή απάντησε ότι δεν γνωρίζει.
Νομική Πτυχή
Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου.
Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου να τερματίσει την εργασιακή σχέση.
Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[2]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης.
Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτουμένου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[3]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις.
“Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, ‘Who really ended the contract of employment?”
Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει παραιτηθεί λόγω υπαιτιότητας του εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι ποιος στην πραγματικότητα τερμάτισε την εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Martin v. Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511 το Court of Appeal σημείωσε ότι το εν λόγω ζήτημα είναι πραγματικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Ο Sir John Donaldson MR στην εν λόγω απόφαση έθεσε το ζήτημα ως εξής:
“Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, ‘Who really ended the contract of employment?’”
Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης[4]. Δηλαδή κατά πόσον, τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του (είτε ξεκάθαρα είτε εξυπακουόμενα[5]) ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο.
Σημειώνουμε ότι έχει σημασία πάντα κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά την κατ’ ισχυρισμό δήλωση παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[6].
Όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά, αδιαμφισβήτητα και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ασαφής και διφορούμενη[7], (1) η πρόθεση του προσώπου που χρησιμοποίησε αυτή τη γλώσσα και το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος τις διφορούμενες εκφράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέματα υποκειμενικά και δεν θεωρούνται ως σχετικοί παράγοντες και (2) το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό και το ερώτημα είναι πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να αντιληφθεί τί σημαίνουν οι λέξεις και οι εκφράσεις αυτές.
Στις περιπτώσεις που η γλώσσα και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς το τι σημαίνουν τότε το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εν λόγω φράσεις είχαν τη συνήθη γραμματική έννοιά τους και καταλήγει στο ανάλογο εύρημα. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία πριν την απόφαση Omar v. Epping Forest District Citizens Advice [2024] IRLR 92 σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχει κάτι στις περιβάλλουσες συνθήκες, ή υπήρχε κάποια ειδική περίσταση (όπως π.χ. ανώριμος εργοδοτούμενος, απόφαση που πάρθηκε εν βρασμώ ψυχής ή κάτω από υπερβολική συναισθηματική ή άλλη πίεση) που δεικνύει ότι ήταν παράλογο για τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί τις φράσεις ως ειπώθηκαν, τότε ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι όντως ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος εννοούσε αυτά που έχει πει[8]. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση Αρ. 125/2019 Pop Life Electric Ltd v. Χριστοδούλου ημερ. 16/07/2025 όπου, αφού υιοθετήθηκαν οι πιο πάνω αρχές της αγγλικής νομολογίας, έγινε εκτενής αναφορά στην απόφαση Omar v. Epping Forest District Citizens Advice (πιο πάνω) στην οποία κρίθηκε ότι δεν υπάρχει ειδική εξαίρεση «ειδικών περιστάσεων» στο ζήτημα του κατά πόσον ή όχι παραιτήθηκε ένας εργοδοτούμενος. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα:
«Με το ζήτημα της αξιολόγησης μονομερών δηλώσεων απόλυσης ή παραίτησης ενός εργαζόμενου, ασχολήθηκε το αγγλικό Εφετείο Εργατικών Διαφορών (Employment Appeal Tribunal - EAT), στην πρόσφατη απόφαση του [2023] EAT 132, 2 Nov 2023. Στην εν λόγω υπόθεση, εργαζόμενος παραιτήθηκε εν θερμώ από την εργασία του, μετά από διαπληκτισμό με τον διευθυντή του. Σε δύο προηγούμενες περιπτώσεις, όταν είχε και πάλι παραιτηθεί εν θερμώ, επέστρεψε πίσω στην εργασία του, με την σύμφωνο γνώμη των εργοδοτών του. Μετά την τελευταία παραίτηση και αργότερα την ίδια ημέρα, αναγνωρίστηκε ότι ο εργοδοτούμενος επιθυμούσε να συνεχίσει την εργασία του. Οι εργοδότες αποδέχθηκαν την επιστροφή του, αλλά αυτή την φορά σε διαφορετική θέση από αυτή που εργαζόταν αρχικά. Ωστόσο, ο διευθυντής του δεν ήθελε πλέον να συνεργαστεί μαζί του και αποφάσισε ότι η παραίτησή του θα είχε ισχύ, αποσύροντας έτσι την προσφορά εναλλακτικής θέσης εργασίας.
Ο εργοδοτούμενος κίνησε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του αγγλικού Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Employment Tribunal) για καταχρηστική και παράνομη απόλυση, με το σκεπτικό ότι δεν είχε παραιτηθεί. Υποστήριξε ότι η περίπτωση ενέπιπτε στην «εξαίρεση ειδικών περιστάσεων» που δεν δικαιολογούσε αποδοχή της παραίτησης.
Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (The Employment Tribunal) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εργοδοτούμενος είχε τερματίσει μονομερώς την απασχόλησή του με την παραίτησή του, και απέρριψε τις αξιώσεις του για αποζημιώσεις. Ο εργοδοτούμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Εργατικών Διαφορών (Employment Appeal Tribunal - EAT).
Το EAT έκρινε ότι το ζήτημα της παραίτησης ενός εργαζομένου πρέπει να καθορίζεται αντικειμενικά από τη σκοπιά ενός λογικού παρευρισκόμενου που βλέπει το ζήτημα ως να ήταν ο εργοδότης. Λέχθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει «εξαίρεση ειδικών περιστάσεων» όπως καθορίζεται στο αγγλικό δίκαιο. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες η καταγγελία ή η παραίτηση, γίνεται στο πλαίσιο της απασχόλησης.
Το EAT κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει το πραγματικό ζήτημα, ήτοι κατά πόσον η δήλωση παραίτησης ήταν σκόπιμη, αφού δεν αξιολόγησε όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η έφεση ήταν επιτυχής και η υπόθεση επιστράφηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για πλήρη επανεκδίκαση.
Παραθέτουμε πιο κάτω τις βασικές αρχές που το EAT παραθέτει στην πιο πάνω υπόθεση , και τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον μια δήλωση αποσκοπούσε σε εκδήλωση πραγματικής πρόθεσης για απόλυση ή παραίτηση:
• Μια ειδοποίηση παραίτησης ή απόλυσης δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς. Ο κοινοποιών δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη εκτός εάν συμφωνήσει και το άλλο μέρος.
• Οι δηλώσεις που ενδεχομένως αποτελούν πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, πρέπει να ερμηνεύονται αντικειμενικά σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες συμβατικής ερμηνείας, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης.
• Οι σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης περιλαμβάνουν «απολύτως οτιδήποτε που ήταν ευλόγως διαθέσιμο στα μέρη» (absolutely anything that was reasonable available to the parties), δηλαδή ό,τι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, και το οποίο θα επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο η χρησιμοποιούμενη γλώσσα στην δήλωση απόλυσης ή παραίτησης, θα είχε γίνει κατανοητή στην άλλη πλευρά.
• Η οπτική γωνία από την οποία πρέπει να κριθούν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, είναι αυτή του μέσου λογικού παρατηρητή, ο οποίος τοποθετείται στη θέση του παραλήπτη της δήλωσης.
• Πρέπει να είναι αντικειμενικά προφανές σε ένα μέσο λογικό παρευρισκόμενο παρατηρητή ότι (i) το μέρος που προβαίνει στην δήλωση χρησιμοποίησε λέξεις που αποτελούσαν πραγματική πρόθεση άμεσης απόλυσης ή παραίτησης. Δεν αρκεί απλά να εκφράζεται μελλοντική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης·(ii) η απόλυση ή η παραίτηση πρέπει να είναι "σοβαρά εννοούμενη", "με σοβαρή πρόθεση" ή "συνειδητή και ορθολογιστική". Δεν αποτελεί, ωστόσο, μέρος των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη ότι η παραίτηση/απόλυση θα πρέπει να είναι «ορθολογιστική» με την έννοια ότι φαντάζει λογική. Μπορεί να είναι εντελώς παράλογο για τον εργαζόμενο να παραιτηθεί ή τον εργοδότη να απολύσει, αλλά αυτό είναι άσχετο εάν προκύπτει εύλογα από τα λεχθέντα ότι αυτή ήταν αντικειμενικά, η πραγματική πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στην δήλωση.
• Το κρίσιμο χρονικό σημείο για την αντικειμενική εκτίμηση ως προς το αν η δήλωση καταδεικνύει εύλογα ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, είναι το σημείο έκφρασης της δήλωσης. Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία από μεταγενέστερα γεγονότα είναι αποδεκτά στο βαθμό που είναι συναφή και φωτίζουν αντικειμενικά, το κατά πόσον η παραίτηση/απόλυση ήταν η πραγματική πρόθεση την συγκεκριμένη στιγμή. Δεν υπάρχει όριο στο κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την υποτιθέμενη παραίτηση/απόλυση που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο. Ωστόσο, η κοινή λογική προτείνει ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος που πέρασε, τόσο πιο πιθανό είναι, οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο να μην συνιστά απόδειξη της πρόθεσης του ατόμου εκείνη τη στιγμή, αλλά, μάλλον, μιας επακόλουθης ανεπίτρεπτης αλλαγής γνώμης.
• Οι περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι, αντικειμενικά, ο προβαίνων στην δήλωση δεν είχε την απαραίτητη πραγματική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, περιλαμβάνουν και το στοιχείο να ήταν θυμωμένος, βιαστικός ή να βρισκόταν υπό ακραία πίεση από το άλλο μέρος. Ωστόσο, αυτές οι περιστάσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι η δήλωση δεν καταδεικνύει την πραγματική πρόθεση και εναπόκειται πάντα στο δικαστήριο να κρίνει ως πραγματικό γεγονός την πρόθεση του δηλώσαντος, αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.
• Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για τις προφορικές και τις γραπτές ειδοποιήσεις παραίτησης ή απόλυσης. Εντούτοις, η γραπτή ειδοποίηση, καταδεικνύει έναν βαθμό σκέψης και επιμέλειας. Ως αποτέλεσμα, σε γραπτές δηλώσεις απόλυσης/παραίτησης όταν καθορίζεται σαφώς η πρόθεση του δηλώσαντος, καθίσταται λιγότερο πιθανό να υπάρχουν περιστάσεις οι οποίες, αντικειμενικά, θα οδηγούσαν τον μέσο λογικό παρατηρητή στο συμπέρασμα ότι η γραπτή ειδοποίηση δεν αποσκοπούσε πραγματικά στην απόλυση ή παραίτηση.»
Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, Αpril 2026, στην παράγραφο [248] συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα:
“To sum up, the preponderance of authority in relation to ambiguous statements is in favour of the objective view, ie that the issue is how a reasonable listener would have construed the words used in all the circumstances of the case. In relation, however, to unambiguous statements, we seem to have a combined test – one starts from the subjective position that the speaker has to take the consequences of clear words being taken at face value, even if a reasonable listener might not have done so, but this is subject to a power in an ET in certain atypical cases (short of a formal “exceptional circumstances” exception) to look further to see if the resignation/dismissal in question was really meant, taking into account the surrounding circumstances; however there is no obligation on an EAT to go this far off its own bat.”
Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι μια παραίτηση ή μια απόλυση από τη στιγμή που γίνουν δεν μπορούν μονομερώς να ανακληθούν καθότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται και η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συγκατάθεση και τη συμφωνία και των δύο μερών (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 703, Tanner v. Kean Ltd (1978) IRLR 110). Γι’ αυτό τον λόγο τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις αμφισβητούμενες πράξεις θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσον αποτελούν γεγονότα που επεξηγούν τις αμφισβητούμενες πράξεις ή κατά πόσον αντικατοπτρίζουν διαφοροποίηση και αλλαγή των προηγούμενων ενεργειών των εμπλεκομένων μερών.
Ανάλυση μαρτυρίας
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι η εκδοχή που παρουσίασε στην κυρίως εξέτασή του σχετικά με το τι έλαβε χώρα στις συναντήσεις που είχε με τον Ν.Κ. στις 31/10/2019 και στις 05/11/2019 δεν είναι σε πλήρη συμφωνία με αυτήν που ανέφερε κατά την αντεξέτασή του. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του είπε ότι στις 31/10/2019 ο Ν.Κ. τον κάλεσε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι αν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να διακόψει τον δεσμό του με την L.P.L. και να αποδεχτεί την αλλαγή στο ωράριο εργασίας ώστε να εργάζεται αντί 38 ώρες 40 ώρες την εβδομάδα και όταν αυτός του είπε όχι, ο Ν.Κ. του ζήτησε να παραδώσει την κάρτα πρόσβασής του στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας και να αποχωρήσει λέγοντας στην υπεύθυνη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας να «ετοιμάσει» τα ποσά των οφειλομένων δεδουλευμένων του ώστε να περάσει την επόμενη μέρα να τα παραλάβει, κατά την αντεξέτασή του (1) αρχικά είπε ότι εκείνη τη μέρα ο Ν.Κ. του ζήτησε «σχέση ή δουλειά», αυτός του απάντησε από τη στιγμή που του ζητά αυτό το πράγμα που αφορά τη ζωή του έχει και αυτός απαίτηση να δουλεύει όπως οι άλλοι υπαλλήλοι (σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν μας εξήγησε τι εννοούσε με αυτή του την αναφορά), ο Ν.Κ. δεν δέχτηκε και του είπε να αφήσει την κάρτα πρόσβασής του και να φύγει, αυτός τότε του ζήτησε να του δώσει αυτό «που τον σταματά/τον τερματίζει» και ο Ν.Κ. του είπε να περάσει την επόμενη μέρα να το πάρει και (2) ακολούθως, μετά από αρκετές υποβολές που του έγιναν, είπε ότι ο Ν.Κ. τον φώναξε στο γραφείο του για να του πει ότι για να μείνει θα πρέπει να εργάζεται τις ώρες που θέλει αυτός (ο Ν.Κ.) και όχι τις 38 ώρες που λέει το συμβόλαιο εργασίας. Στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι στις 05/11/2019 είπε στον Ν.Κ. ότι δεν αποδέχεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, του εξέφρασε εκ νέου τα παράπονά του για το θέμα του ωραρίου εργασίας του λέγοντας του ότι δεν μπορεί να του ζητά να εργάζεται τόσες ώρες, να έχει την ευθύνη ολόκληρου του Τμήματος Κατασκευών και να μην υπάρχει διαφοροποίηση στον μισθό του και ότι στην προσπάθειά του να τονίσει τη δυσαρέσκειά του του ανέφερε ότι θα προτιμούσε με αυτές τις συνθήκες να ήταν και αυτός ένας απλός εργάτης, να σχολνάει στην ώρα του και να μην έχει τόσες ευθύνες, ενώ κατά την αντεξέτασή του απέρριψε υποβολή ότι στις 05/11/2019 είπε στον Ν.Κ. ότι για να επιστρέψει πίσω στην εργασία του θέλει να δουλεύει 38 ώρες την εβδομάδα, να σχολνάει η ώρα 16:00 και να του δοθεί αύξηση μισθού και είπε ότι αυτό που ανέφερε στον Ν.Κ. ήταν ότι θέλει να δουλεύει όπως όλους τους άλλους υπαλλήλους και αν θέλει να του χαμηλώσει τον μισθό δεν υπάρχει πρόβλημα. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του επανέλαβε τη θέση του ότι αυτός ζήτησε μόνο να είναι «όπως όλους τους άλλους», δεν είναι ήθελε να είναι «ξεχωριστός» και «να βάλει ώρες παραπάνω» και ο Ν.Κ. δεν δέχτηκε. Σημειώνουμε ότι στους γενικούς λόγους της αίτησής του σε διάσταση με τα πιο πάνω, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 05/11/2019 δήλωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί τους όρους της και ότι επιθυμία του ήταν να συνεχίσει να εργάζεται με τους ίδιους όρους απασχόλησης και όταν του ειπώθηκε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό ζήτησε να του δοθεί επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του. Ενώ ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι στις 05/11/2019, όταν ο Ν.Κ. του είπε ότι εμμένει στις θέσεις που του ανέφερε στις 31/10/2019, ζήτησε να του δοθεί επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του, αντεξεταζόμενος είπε ότι στις 05/11/2019 ζήτησε «μόνο να είναι όπως τους άλλους και να μην βάλει ώρες παραπάνω» και ο Ν.Κ. δεν δέχτηκε και επειδή δεν έβγαζε άκρη πήγε στον Α.Θ. να τον ενημερώσει τι γίνεται και έστειλε το Τεκμήριο 3 για να βγάλει άκρη. Εφόσον αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ότι το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας αυξήθηκε από 38 ώρες σε 40 ώρες για όλους τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας, η θέση του Αιτητή (υπό το φως του ισχυρισμού του ότι ο Ν.Κ. στις δύο συναντήσεις που είχε μαζί του του ζήτησε να αποδεχτεί να εργάζεται 40 ώρες αντί 38 ώρες την εβδομάδα) ότι αυτό που ζητούσε από τον Ν.Κ. ήταν να δουλεύει όπως όλοι οι άλλοι υπαλλήλοι μας παραξενεύει. Σε υποβολή κατά την αντεξέτασή του ότι με την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας έλαβε αύξηση στον μισθό του λόγω των επιπρόσθετων δύο ωρών εργασίας απάντησε «Όχι δεν πήρα. Έβαλε την μισή ώρα. Έμεινε ο ίδιος ο μισθός.» χωρίς να μας εξηγήσει τι ήταν αυτή η μισή ώρα που ανέφερε. Στη συνέχεια σε υποβολή ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές του αυξήθηκαν με την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 38 σε 40 και σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσον μετά την εν λόγω αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας έπαιρνε παραπάνω μισθό, απάντησε «μισθό, τάχα αύξηση» και ακολούθως είπε ότι πήρε αύξηση. Σημειώνουμε ότι σε άλλα σημεία της αντεξέτασής του ο Αιτητής είπε ότι ο Ν.Κ. τον έκανε Υπεύθυνο του Τμήματος Κατασκευών «μόνο στα λόγια», ότι δεν ήταν ευχαριστημένος με τον μισθό που λάμβανε ως Υπεύθυνος του Τμήματος Κατασκευών και ότι κάθε εβδομάδα εργαζόταν πολύ περισσότερες ώρες από τις 38 ώρες που προέβλεπε η σύμβαση εργασίας του. Δεν μας εξήγησε ο Αιτητής, εφόσον ήδη εργαζόταν κάθε εβδομάδα πολύ περισσότερες ώρες από 38 ώρες για ποιο λόγο ήταν τόσο μεγάλο ζήτημα γι’ αυτόν η αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 38 ώρες σε 40. Παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 3 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στα παράπονα του Αιτητή σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του ως Υπεύθυνος του Τμήματος Κατασκευών και το αίτημά του να εργάζεται όπως τους άλλους υπαλλήλους, αλλά υπάρχει μόνο μια γενική και αόριστη αναφορά ότι αυτό που δεν αποδέχτηκε ήταν τη μονομερή «αλλοίωση» των όρων εργασίας του (π.χ. ωράριο εργασίας, Ταμείο Προνοίας, υπερωρία) «έξω από την Συλλογική Σύμβαση και χωρίς παραμικρή συνεννόηση με την Συντεχνία». Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του δεν αναφέρθηκε στο πότε ενημέρωσε τον Α.Θ. για το τι έλαβε χώρα από τις 31/10/2019 και μετά, ούτε πότε και πόσες φορές συναντήθηκε με τον Α.Θ.. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πήγε στον Α.Θ. να τον ενημερώσει τι συμβαίνει μετά τη συνάντηση στις 05/11/2019 και με τη βοήθειά του έστειλε το Τεκμήριο 3[9] (από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 προκύπτει ότι ο Αιτητής συναντήθηκε με τον Α.Θ. μεταξύ των ημερομηνιών 07/11/2019 (που του δόθηκε το Τεκμήριο 2) και 10/11/2019 (που συντάχθηκε το Τεκμήριο 3)). Δεν μας ανέφερε ότι συνάντησε τον Α.Θ. στις 31/10/2019, ότι ακολούθως ο Α.Θ. τον πληροφόρησε τι συζήτησε αυτός με τον Ν.Κ. και τον συμβούλεψε να ζητήσει γραπτώς επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του και ότι στη συνέχεια όταν του δόθηκε το Τεκμήριο 2 επισκέφτηκε ξανά τον Α.Θ. και απάντησε με το Τεκμήριο 3 στο Τεκμήριο 2, ως κατέθεσε ενώπιόν μας ο Α.Θ. κατά την κυρίως εξέτασή του, γεγονός που μας ξενίζει. Στο Τεκμήριο 3 δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά (α) στο τι έλαβε χώρα στις 31/10/2019 σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή και τον λόγο που δόθηκε η κάρτα πρόσβασης του Αιτητή στους χώρους εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας στον Ν.Κ. (υπάρχει μια αόριστη άρνηση ότι ουδέποτε υπέβαλε την παραίτησή του και δεν υπάρχει αναφορά σε απόλυση του Αιτητή από τον Ν.Κ.) και (β) στο ότι ο Αιτητής ζήτησε επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του (στις 31/10/2019 ως ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή του ή στις 05/11/2019 ως ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του) γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε το Τεκμήριο 4 το οποίο είναι η απάντηση της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τεκμήριο 3, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι περίμενε απάντηση από την Εργοδότρια Εταιρεία μετά που απέστειλε το Τεκμήριο 3 αλλά δεν πήρε την οποιαδήποτε απάντηση.
Η L.P.L. δεν ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της πότε ενημέρωσε τον Α.Θ. για το γεγονός της απόλυσης της μητέρας της και της ιδίας. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι αυτή και ο Αιτητής βρέθηκαν με τον Α.Θ., ο οποίος τους συμβούλεψε τι να κάνουν, χωρίς να δώσει άλλες λεπτομέρειες. Η L.P.L. κατέθεσε ότι έφυγε από την Εργοδότρια Εταιρεία πολύ ενοχλημένη και απογοητευμένη και κυρίως στενοχωρήθηκε για τη μητέρα της και το ανέφερε στον Α.Θ., ο οποίος επικοινώνησε με τον Ν.Κ. και προσπάθησε να επαναφέρει τη μητέρα της στην Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς αποτέλεσμα ενώ ο Α.Θ. κατέθεσε ότι ζήτησε από τον Ν.Κ. να επαναφέρει και τις δύο εργάτριες (την L.P.L. και τη μητέρα της) στα καθήκοντά τους.
Οι θέσεις του Α.Θ. κατά την αντεξέτασή του δεν ήταν τόσο σαφείς όσο κατά την κυρίως εξέτασή του. Ο Α.Θ. ερωτώμενος κατά την αντεξέτασή του πώς γίνεται ο Αιτητής να υποστηρίζει ότι ο Ν.Κ. στις 31/10/2019 του είπε ότι απολύεται και ότι τον κάλεσαν από την Εργοδότρια Εταιρεία να πάει την επόμενη να πληρωθεί τους μισθούς του από το λογιστήριο τη στιγμή που υπάρχει το Τεκμήριο 1 που φέρει ημερομηνία 31/10/2019 στο οποίο ο Ν.Κ του λέει να σκεφτεί τι θέλει να κάνει με την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία, απάντησε ότι δεν ήταν παρών στη συζήτηση του Ν.Κ. και του Αιτητή στις 31/10/2019 και σημείωσε ότι αυτός μίλησε μετά με τον Ν.Κ. ο οποίος του ανέφερε ότι απέλυσε τον Αιτητή λόγω της σχέσης του με την L.P.L.. Σε ερώτηση πότε ο Ν.Κ. του είπε ότι απέλυσε τον Αιτητή και ότι δεν τον θέλει πίσω στην εργασία του, απάντησε ότι από την ίδια μέρα που τον επισκέφθηκε ο Αιτητής στο γραφείο του μαζί με την L.P.L. και κρατούσε την επιστολή Τεκμήριο 1. Στη συνέχεια είπε ότι την εν λόγω επιστολή Τεκμήριο 1 την κρατούσε ο Αιτητής μια άλλη μέρα που ήρθε ο Αιτητής στο γραφείο του. Ακολούθως σε ερώτηση αν η θέση του είναι ότι στις 31/10/2019 ο Αιτητής μαζί με την L.P.L. τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του και του είπαν ότι ο Ν.Κ. απέλυσε τον Αιτητή, την L.P.L. και τη μητέρα της λόγω του ότι ο Αιτητής και η L.P.L. συνήψαν δεσμό απάντησε ότι έτσι έλεγε η επιστολή Τεκμήριο 1. Σε υποβολή ότι η αναφορά του ότι ο Ν.Κ. στις 31/10/2019 του είπε ότι απέλυσε τον Αιτητή και δεν τον θέλει πίσω δεν συμβαδίζει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, απάντησε ότι την ώρα που δημιουργείται μια εργατική διαφορά τα πάντα είναι «τεντωμένα» και δεν είναι το ίδιο αν περάσουν λίγες ώρες και ότι αυτός είπε σε Ν.Κ. να απευθυνθούν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για διαμεσολάβηση αλλά ο Ν.Κ. αρνήθηκε λέγοντας του ότι δεν θέλει τον Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ο Α.Θ. κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε μόνο σε μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ν.Κ. στις 31/10/2019 ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε ότι μετά μίλησε και αυτοπροσώπως με τον Ν.Κ. και ότι γενικά μιλούσε 2-3 μέρες με τον Ν.Κ.. Ο Α.Θ. σε ερώτηση κατά πόσον ο Αιτητής μετά τη συνάντηση που είχε μαζί του συναντήθηκε ξανά με τον Ν.Κ., απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι ο Αιτητής στις 05/11/2019 συναντήθηκε με τον Ν.Κ. για να επιστρέψει στην εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία, απάντησε (α) όταν του είπε ο Αιτητής τι έγινε, πιθανόν ήταν πριν πάει στον Ν.Κ., αυτός είχε ξεκαθαρίσει στον Αιτητή ότι οτιδήποτε άλλο εκτός από την απόλυση το συζητά αυτός ως συντεχνιακός για όλο το προσωπικό και (β) ότι δεν ξέρει αν πήγε ξανά ο Αιτητής στον Ν.Κ. αλλά αυτό που ξέρει είναι η άρνηση του Ν.Κ. να δεχτεί πίσω τον Αιτητή στην εργασία του. Στη συνέχεια σε υποβολή ότι ο Αιτητής στις 05/11/2019 έθεσε όρους στον Ν.Κ. για να επιστρέψει στην εργασία του απάντησε ότι δεν γνωρίζει.
Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία σημειώνουμε τα πιο κάτω:
(α) Μας ξενίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 1 δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή και ξεκάθαρη αναφορά στην κατ’ ισχυρισμό συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής στις 30/10/2019 (δηλαδή την προηγούμενη μέρα της σύνταξης του εν λόγω Τεκμηρίου) υπό το φως του ισχυρισμού ότι το εν λόγω Τεκμήριο δόθηκε στον Αιτητή σε συνέχεια της συνάντησης του Ν.Κ. με τον Αιτητή στις 30/10/2019 κατά την οποία ο Ν.Κ. έδωσε πέντε (5) μέρες ετήσια άδεια στον Αιτητή για να σκεφτεί πώς θα προχωρήσει μετά την υποβολή της παραίτησής του. Ο Ν.Κ. δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο στο εν λόγω Τεκμήριο δεν υπάρχει αναφορά σε παραίτηση του Αιτητή και γίνεται απλώς αναφορά σε προηγούμενη συνάντηση του Ν.Κ. με τον Αιτητή.
(β) Οι θέσεις των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας (1) ότι ο Ν.Κ. είχε συνάντηση με τον Αιτητή λίγες μέρες πριν τις 30/10/2019 κατά την οποία τον παρατήρησε για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Τμήμα Κατασκευών λόγω της συμπεριφοράς που επιδείκνυε μετά που συνήψε δεσμό με την L.P.L.[10], (2) ότι στις 21/09/2019 ο Αιτητής μέσω του Facebook ανακοίνωσε τον αρραβώνα του με την L.P.L. και ότι κάτω από την εν λόγω ανάρτηση υπήρχαν διάφορα σχόλια υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας και προσώπων που είχαν κάποια σχέση με την Εργοδότρια Εταιρεία[11], (3) ότι ο Γ.Γ. προέβηκε σε παρατηρήσεις και σε συστάσεις προς τον Αιτητή σχετικά με τη συμπεριφορά που επιδείκνυε μετά την πρόσληψη της L.P.L. στην Εργοδότρια Εταιρεία και τα προβλήματα που προέκυπταν από την εν λόγω συμπεριφορά του τόσο στο Τμήμα Κατασκευών όσο και στην επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας[12], (4) ότι ο Κ.Α. με ένα άλλο συνάδελφο ζήτησαν άδεια από τον Ν.Κ. να μιλήσουν με τον Αιτητή για να τον πείσουν να μην επιμένει στην παραίτησή του και ότι ο Κ.Α. μίλησε με τον Αιτητή μετά τις 31/10/2019 ώστε να τον μεταπείσει να μην επιμένει στην παραίτησή του και να επανέλθει στην εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία αλλά αυτός επέμενε στην απόφασή του και του είπε ότι θα μιλήσει ο ίδιος με τον Ν.Κ.[13] και (5) ότι ο Α.Θ. όταν επικοινώνησε με τον Ν.Κ. ήταν επιθετικός, δεν ήθελε να ακούσει τον Ν.Κ. αναφορικά με το τι έγινε με τον Αιτητή, την L.P.L. και τη μητέρα της και εξέφρασε μια θέση η οποία δεν ευσταθούσε[14], δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του Αιτητή και των μαρτύρων της πλευράς του και προβλήθηκαν πρώτη φορά με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας στερώντας την ευκαιρία στον Αιτητή και στους μάρτυρές του να απαντήσουν στους εν λόγω ισχυρισμούς. Καμία εξήγηση δόθηκε για την εν λόγω παράλειψη. Το εν λόγω γεγονός εκτός του ότι εξασθενεί τη βαρύτητα των εν λόγω θέσεων των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας (Fredericou Schools Co ltd v. Acuac Inc [2002] 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd [1987] 1 CLR 383) μας δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με το αξιόπιστο των εν λόγω θέσεών τους.
(γ) Ο ισχυρισμός του Ν.Κ. ότι στις 30/10/2019 όταν συναντήθηκε με τον Αιτητή στο γραφείο του «δεν έγιναν πολλά πράγματα», απλώς ρώτησε τον Αιτητή με φιλικό ύφος τι θα γίνει με τη δουλειά, ο Αιτητής με υπεροπτικό ύφος και φανερά θυμωμένος του είπε ότι θα φύγει ρίχνοντας στο γραφείο του (του Ν.Κ.) την κάρτα πρόσβασής του και μετά αυτός είπε στον Αιτητή να πάρει πέντε (5) μέρες ετήσια άδεια ώστε να ηρεμήσει και να σκεφτεί τι θα κάνει, είναι σε διάσταση με (i) τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας στους οποίους αναφέρεται ότι ο Ν.Κ. στις 30/10/2019 επεσήμανε στον Αιτητή τα δημιουργηθέντα προβλήματα στο Τμήμα Κατασκευών και του ζήτησε να λάβει όλα τα μέτρα για να επανέλθει η ομαλότητα στο Τμήμα Κατασκευών του οποίου ήταν προϊστάμενος ώστε να μην δημιουργούνται προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας και (ii) την υποβολή που έγινε στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του ότι στις 30/10/2019 στη συνάντηση ο Ν.Κ. του ανέφερε ότι δημιουργούνται προβλήματα στο Τμήμα Κατασκευών και ότι πρέπει να λάβει μέτρα για να επανέλθει η ομαλότητα στο Τμήμα Κατασκευών. Ενώ ο Ν.Κ. υποστήριξε ότι κατά τη συνάντηση στις 30/10/2019 ο Αιτητής ήδη γνώριζε ότι απολύθηκαν η L.P.L. και η μητέρα της και ήταν πολύ νευριασμένος και δεν το «δεχόταν» με τίποτα, δεν μας ανέφερε οποιαδήποτε γεγονότα που να δεικνύουν ότι κατά τη συνάντηση στις 30/10/2019 ο Αιτητής ανέφερε οτιδήποτε για την απόλυση της L.P.L. και της μητέρας της. Αντεξεταζόμενος ο Ν.Κ. είπε ότι αυτός δεν ανέφερε στον Αιτητή ότι απέλυσε την L.P.L. και τη μητέρα της και ότι η συνάντηση με τον Αιτητή έγινε αμέσως μετά την απόλυση της L.P.L. και της μητέρας της. Ενώ ο Ν.Κ. προέβαλε τη θέση ότι η συνάντηση με τον Αιτητή έγινε αμέσως μετά την απόλυση της L.P.L. και της μητέρας της, κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η L.P.L. και η μητέρα της απολύθηκαν η ώρα 14:00 και κατά την αντεξέτασή του ότι η συνάντηση με τον Αιτητή έγινε μετά τις 16:00. Ο Ν.Κ. κατά τη μαρτυρία του απέφυγε να αναφερθεί στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακοίνωσε στην L.P.L. και στη μητέρα της την απόλυσή τους.
(δ) Ο Ν.Κ. κατέθεσε ότι στις 05/11/2019 ο Αιτητής του είπε για να έρθει πίσω θέλει να μην είναι Υπεύθυνος, να παίρνει ως καθαρό εβδομαδιαίο μισθό €350,00 και να φεύγει από την εργασία του η ώρα 16:00 ενώ (1) στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας αναφέρεται ότι στις 05/11/2019 ο Αιτητής ζήτησε όπως απαλλαγεί από τα καθήκοντα του Υπευθύνου και να σχολνάει η ώρα 16:00 που σημαίνει ότι θα εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα (χωρίς να υπάρχει αναφορά σε όρο για τον μισθό) και (2) ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέταση του Αιτητή του υπέβαλε ότι στις 05/11/2019 για να επιστρέψει στην εργασία του θέλει να σχολνάει η ώρα 16:00, να εργάζεται 38 ώρες την εβδομάδα και να του δοθεί αύξηση μισθού (καμιά αναφορά ότι δεν θέλει πλέον να είναι Υπεύθυνος και ότι αν σχολνούσε η ώρα 16:00 σήμαινε ότι θα εργάζεται 40 ώρες την εβδομάδα ούτε οποιαδήποτε αναφορά στο ύψος του μισθού που ζητούσε).
(ε) Ο Ν.Κ. δεν ανέφερε πότε έγινε η Γενική Συνέλευση του προσωπικού της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την οποία ανακοινώθηκε η αύξηση του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας από 38 ώρες σε 40 ώρες ούτε από πότε εφαρμόστηκε η εν λόγω αλλαγή. Περαιτέρω δεν τέθηκε ενώπιόν μας συγκεκριμένη μαρτυρία που να δεικνύει ότι όντως με την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας δόθηκε στον Αιτητή η ανάλογη αύξηση, τη στιγμή που ο Ν.Κ. ισχυρίστηκε ότι έγινε η ανάλογη προσαρμογή των μισθών. Ενώ ο Γ.Γ. ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω Γενική Συνέλευση έγινε ψηφοφορία και όλο το προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας ομόφωνα αποδέχτηκε την εν λόγω αύξηση, ο Ν.Κ. και ο Κ.Α. δεν ανέφεραν κάτι τέτοιο. Ο Κ.Α ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι όλοι οι εργοδοτούμενοι ομόφωνα με τη σύμφωνη γνώμη του Αιτητή συμφώνησαν από τον Σεπτέμβριο του 2019 να εργάζονται 40 ώρες την εβδομάδα, στη συνέχεια σε υποβολές κατά την αντεξέτασή του ότι ο Αιτητής δεν συγκατατέθηκε στην αλλαγή των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και το θέμα το χειριζόταν η συντεχνία του απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο Ν.Κ. ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τον Αιτητή ή τη συντεχνία και ότι η συντεχνία είχε ενημερωθεί εφόσον το προσωπικό το αποδέχτηκε και πληρώθηκε, ενώ ο Γ.Γ. ισχυρίστηκε ότι η συντεχνία γνώριζε για τη Γενική Συνέλευση του προσωπικού και τη συμφωνία για την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας.
(στ) Και οι τρείς μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έθεσαν με τη μαρτυρία τους σαφείς λεπτομέρειες περιστατικών και συγκεκριμένα στοιχεία στα οποία στηρίζονταν οι ισχυρισμοί τους για τη διαγωγή του Αιτητή μετά που συνήψε δεσμό με την L.P.L. και τις αρνητικές συνέπειες που είχε αυτή η διαγωγή στο Τμήμα Κατασκευών και στην Εργοδότρια Εταιρεία. Οι εν λόγω ισχυρισμοί τους τέθηκαν με γενικότητα και αοριστία και απλώς περιέγραφαν καταστάσεις χωρίς να στηρίζονται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πραγματικό υπόβαθρο και/ή συγκεκριμένα απτά στοιχεία. Αντεξεταζόμενοι δεν ανέφεραν οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία και απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν με επιχειρήματα, γενικότητα και αοριστία. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία των Γ.Γ. και Κ.Α. μας δημιούργησαν οι απαντήσεις τους όταν τους ζητήθηκε να περιγράψουν με ποιο τρόπο ο Αιτητής συμπεριφερόταν με μεροληψία στους εργοδοτούμενους του Τμήματος Κατασκευών. Ο Γ.Γ. είπε ότι ήταν τα κουτσομπολιά και ο Κ.Α. απάντησε ότι ήταν αυτά που ανέφερε «πριν», ο μη ικανοποιητικός έλεγχος των εργοδοτουμένων και των εργασιών και η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να στηριχτούμε είτε στη μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιόν μας η πλευρά του Αιτητή είτε στη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία για εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθότι θεωρούμε τις αδυναμίες στη μαρτυρία της κάθε πλευράς ως τόσο ουσιαστικές που θέτουν σε αμφιβολία το αξιόπιστο της εκδοχής της κάθε πλευράς και τείνουν κατά τη γνώμη μας να δείξουν ότι καμία από τις δύο πλευρές έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο ζήτημα στην πραγματική τους διάσταση. Ως εκ τούτου τόσο η μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η πλευρά του Αιτητή όσο και η μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν γίνονται αποδεκτές ως αξιόπιστες.
Κατάληξη
Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας των δύο πλευρών το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε σαφή ευρήματα αναφορικά με τις πραγματικές περιστάσεις της υπόθεσης σε σχέση με το επίδικο ζήτημα οι οποίες περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το ποιος από τους διαδίκους ήταν το πρόσωπο που τερμάτισε τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση.
Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξή μας ότι ο Αιτητής ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του, απέτυχε να αποδείξει, λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης και αποτελεσματικής μαρτυρίας, ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεχτή δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης του Αιτητή (Kades v. Nicolaou & Another [1986] 1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστωρα Χ’’ Νέστωρος [1990] 1 C.L.R. 41, Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 03/07/2014).
Καταλήγουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι η απασχόλησή του τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής του και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται.
Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται.
Υπό τις περιστάσεις, ενόψει του ότι ούτε η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε σαφή, αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στην οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της με τον Αιτητή δεν επιδικάζουμε έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας[15].
(Υπ.) ………………………………………
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής
(Υπ.) ………………………………… (Υπ.) ………………………………...
Μ. Μενοίκου, Μέλος Ν. Καλαθάς, Μέλος
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Final
(Αναφορά: Παραίτηση ή Απόλυση)
[1] «7.(1) Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2) Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.»
[2] Στο σύγγραμμα D. Lockton, “Employment Law,” 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: “If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)” Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn’s Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ’ ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue……The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party».
[3] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη . Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou [1989] 1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία [1992] 1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp [1978] 2 ALL E.R. 713.
[4] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, paragraph [225] αναφέρονται τα πιο κάτω: “…… the situation not infrequently arises where the employer uses language which he did not intend to constitute a dismissal but which the employee interpreted as a dismissal. Similarly, the reverse can occur, i.e the employee being treated by the employer as having resigned even though he had not meant to do so. Sometimes the employer merely intends to rebuke the employee, or he may use words of abuse in a moment of irritation, and yet the employee might construe them as words of dismissal. If the employee acts on the words used and leaves, this will be a dismissal if the words did indeed constitute a termination by the employer, but a resignation by the employee if they did not….”
[5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn’s Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.405, αναφέρονται τ’ ακόλουθα: “…there may be circumstances of implied resignation or resignation by conduct. Thus, if an employee disappears, and does not respond to the employer’s communications, or if it is discovered that is working for another employer, it may not be difficult to infer that he has resigned his employment. The point was made by Sir John Donaldson in Harrison v George Wimpey & Co Ltd ‘Where an employee so conducts himself as to lead a reasonable employer to believe that the employee has terminated the contract, the contract is then terminated.’
[6] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: “..there are cases in which the employer’s actions in terminating the contract have been completely unambiguous…..Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract…… in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.… Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the ‘reasonable’ employer or employee might have understood the words to mean As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: ‘the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.’ Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd: ‘A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.’ Subject to this, the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation.”
[7] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraphs [229-230] αναφέρονται τα πιο κάτω: “ Where the language used is ambiguous, what are the principles to apply in determining how the words should be interpreted?................ It is submitted that the following propositions can be drawn from these cases: (1) The intention of the speaker is not the relevant test. ……As Arnold J commented in the case BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR 1149: “It is of course well – known that the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what tis true meaning is. That has to be decided from the language used and from the circumstances in which it was used.” …….. If the words used by the speaker are on their face ambiguous, then the test is how the words would have been understood by a reasonable listener. Provided the listener honestly and reasonably construed them as a dismissal or resignation, he or she should be permitted to rely upon that construction even if that was the intention of the speaker…..it is submitted that the genuine understanding of the listener is not the test here, for why should his possibly unreasonable construction of the words bind the speaker? In other words, the test is objective rather than subjective and the question of whether or not there has been a dismissal or resignation must be considered in the light of all the surrounding circumstances…………In [ J & J Stern v Simpson [1983] IRLR 52] the EAT preferred to state the test as being ‘to construe the words in all the circumstances of the case in order to decide whether or not there has been a dismissal’ rather than as being to apply an objective test to ambiguous words. But with respect, there would appear to be no distinction between these formulations: by focusing on the surrounding circumstances rather than seeking to discover the actual intention of the speaker or the honest understanding of the listener, an objective test is inevitably involved. This can be seen as confirmed in the East Kent Hospitals University NHS Foundation Trust v Levy, Appeal No. UKEAT/0232/17/LA where the EAT held that, although the claimant had given ‘notice’ to the employer had actually understood this to refer (as she had intended) to ending her work at department A before a mooted transfer to department B; In these rather unusual circumstances her wording was ambiguous and the tribunal had properly applied the objective test and held that this was what the employer has honestly and reasonably understood. Its belief was relevant evidence. But ultimately the test was objective.”
[8] Barclay v. City of Glasgow District Council [1983] IRLR 313, Sovereign House Security Services Ltd v. Savage [1989] IRLR 115, Kwit- Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR 156. Στην υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:”The “rule” is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent. The “special circumstances” exception as explained and illustrated in the authorities is I consider, not strictly a true exception to the rule. It is rather in the nature of a cautionary reminder to the recipient of the notice that before accepting or otherwise acting upon it, the circumstances in which it is given may require him first to satisfy himself that the giver of the notice did in fact really intend what he had apparently said by it.”
[9] Όπως σημειώσαμε πιο πάνω ο Αιτητής αντεξεταζόμενος είπε ότι στις 05/11/2019 ζήτησε μόνο να είναι όπως τους άλλους και να μην βάλει ώρες παραπάνω και ο Ν.Κ. δεν δέχτηκε και επειδή δεν έβγαζε άκρη πήγε στον Α.Θ. να τον ενημερώσει τι γίνεται και έστειλε το Τεκμήριο 3 για να βγάλει άκρη.
[10] Η εν λόγω θέση προβλήθηκε από τον Ν.Κ..
[11]Η εν λόγω θέση προβλήθηκε από τον Ν.Κ.. Στον Αιτητή και στην L.P.L. υποβλήθηκε μόνο ότι δημοσιοποίησαν τη σχέση τους στο Facebook.
[12]Ο Γ.Γ. προέβαλε τον λόγω ισχυρισμό.
[13]Ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε από τον Κ.Α. και αναφέρθηκε και από τους Γ.Γ. και Ν.Κ..
[14]Ο Ν.Κ. προέβαλε την εν λόγω θέση.
[15] Βλέπε Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014, ΛΥΔΙΑΣ ΣΟΥΡΑΪΛΙΔΟΥ v. 1. KIKIS A. DEMETRIOU PROPERTIES LIMITED, 2. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Πολιτική Αίτηση αρ. 84/23 (i-justice), Αναφορικά με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση υπ’ αρ. 407/2015 και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Mavropoulos Construction Developments Ltd για άδεια καταχώρισης έφεσης για το θέμα των εξόδων, (Εφετείο) ημερομηνίας 21/12/2023.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο