ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: 328/19 και 329/19, 13/10/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: 328/19 και 329/19, 13/10/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                   Β. Δημητριάδη )

                   Π. Παντελίδη    ) Μελών.

 

                                                             Αρ. Συνενωμένων Αιτήσεων: 328/19 και 329/19

 

Αρ. Αίτησης: 328/19

Μεταξύ: 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Αιτητή

 

και

 

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ’ ών η Αίτηση

 

Αρ. Αίτησης: 329/19

Μεταξύ: 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Αιτητή

 

και

 

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ’ ών η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου, 2026.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Αιτητές: Ο κ. Στ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Καθ’ ών η Αίτηση: Η κα Στ. Κοσιάρη για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Τόσο ο Αιτητής στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ. 328/19 («Κ.Χ.») όσο και ο Αιτητής στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ. 329/19 («Χ.Δ.»), με τις αιτήσεις που καταχώρισαν ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») στις 20/9/2019 (και οι οποίες συνενώθηκαν κατόπιν διατάγματος του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 17/1/2024) («Συνενωμένες Αιτήσεις»), αξιώνουν εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση («Ρ.Ι.Κ.»), κυρίως, τις ακόλουθες θεραπείες («Επίδικες Θεραπείες»):

 

«(Α) Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ’ ων η Αίτηση είναι και/ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ’ ων η Αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση του Αιτητή με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και/ή να μην αλλοιώσουν οιονδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους.

(Β) Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ του Αιτητή και των Καθ’ ων η Αίτηση είναι και/ή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

(Γ) Γενικές και/ή Επαυξημένες Αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και/ή έναντι προειδοποίησης και/ή άλλως πως.»

 

Σημειώνεται ότι και οι δύο Αιτητές στηρίζουν το, κατ’ ισχυρισμό, δικαίωμά τους στις Επίδικες Θεραπείες σε συγκεκριμένη θέση τους (όπως αυτή αναπτύσσεται στους σχεδόν πανομοιότυπους Γενικούς Λόγους των Συνενωμένων Αιτήσεων) ότι, στην περίπτωσή τους, προκύπτει απασχόλησή τους στις υπηρεσίες του Ρ.Ι.Κ., η οποία, λόγω της φύσης και της διάρκειάς της, ενεργοποιεί τις πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου («Ν.98(Ι)/2003»), με αποτέλεσμα η επιδίκαση προς όφελός τους των Επίδικων Θεραπειών να δικαιολογείται.

 

Ειδικότερα, αυτό που οι Αιτητές ισχυρίζονται είναι ότι, παρότι απασχολούνται ως Κινηματογραφιστές στο Ρ.Ι.Κ. στη βάση συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας και για χρονικό διάστημα που εκτείνεται πέραν των τριάντα (30) μηνών, εντούτοις το Ρ.Ι.Κ. αρνείται να αναγνωρίσει την απασχόλησή τους ως απασχόληση αορίστου διάρκειας στη βάση του Ν.98(Ι)/2003, υποχρεώνοντάς τους να υπογράφουν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες χαρακτηρίζει ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών και/ή συνεργασίας.

 

Αυτό, κατά τη θέση τους, έχει ως συνέπεια (α) να παραβιάζονται οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι του Ν.98(Ι)/2003, (β) να παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (εφόσον τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης σε σχέση με άλλους Κινηματογραφιστές του Ρ.Ι.Κ., οι οποίοι τελούν υπό τις ίδιες ή ουσιωδώς όμοιες συνθήκες) και (γ) να υφίστανται ζημία και να βρίσκονται σε διαρκή ανασφάλεια όσον αφορά τόσο τη συνέχιση της εργοδότησής τους όσο και τη φύση αυτής, με αποτέλεσμα τόσο η έκδοση των επίδικων αναγνωριστικών αποφάσεων από το Δ.Ε.Δ. όσο και η επιδίκαση των σχετικών αποζημιώσεων προς όφελός τους να δικαιολογούνται.

 

Απαντώντας στην πιο πάνω θέση, το Ρ.Ι.Κ., τόσο στο πλαίσιο της γενικότερης δικογραφίας του όσο και των συγκεκριμένων προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει στο πλαίσιο αυτής, ισχυρίζεται, κυρίως, ότι στην περίπτωση των Αιτητών δεν τίθεται ζήτημα ούτε παραβίασης των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 ή της αρχής της ισότητας ούτε και δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. να επιληφθεί των Επίδικων Αιτήσεων, με αποτέλεσμα αυτές να πρέπει να απορριφθούν εναντίον του, με έξοδα υπέρ του. Και τούτο διότι, κατά τη θέση του, οι Αιτητές δεν αποτελούν εργοδοτουμένους του «με την έννοια του Νόμου», αλλά πρόσωπα με τα οποία συνεργάζεται στο πλαίσιο συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, με τον Κ.Χ., μάλιστα, να μη συμβάλλεται, κατά διάφορες περιόδους, προσωπικά μαζί του, αλλά να το πράττει μέσω συγκεκριμένων εταιρειών, τις οποίες, κατά τις σχετικές περιόδους, εκπροσωπούσε.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

 

Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι κύρια νομική βάση των Επίδικων Θεραπειών αποτελεί ο Ν.98(Ι)/2003, ο οποίος, σε σχέση με τις θεραπείες αυτές, προβλέπει τα εξής:

 

«7.(1) Όπου:

(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως·

(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου,

 

η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.»

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δ.Ε.Δ. (ως το αρμόδιο Δικαστήριο επίλυσης διαφορών αστικής φύσεως που εγείρονται στη βάση του Ν.98(Ι)/2003[1]) δύναται να αποδώσει σε εργοδοτούμενο-αιτητή θεραπείες οι οποίες συνδέονται με την αναγνώριση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ως σύμβασης εργασίας αορίστου διάρκειας για σκοπούς του Ν.98(Ι)/2003. Η απόδοσή τους, ωστόσο, δεν γίνεται αυτόματα, με μόνη την προώθηση σχετικής Αίτησης Εργατικής Διαφοράς από τον εργοδοτούμενο-αιτητή ενώπιόν του, αλλά εξαρτάται από την τελική κρίση του αναφορικά με το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόδοσή τους κατάφερε, με τη μαρτυρία που προσέφερε κατά την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που αυτό απαιτείται.

 

Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των σχετικών κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του γενικού κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, κατ’ αρχάς, ο διάδικος που τις εξαιτείται (βλ. μεταξύ άλλων, Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση των Λούης Τούριστ Ειτσενσυ Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 315 και Κλεονίκη Μακρίδου Σιανιού ν. Lanitis Farm Ltd, Π.Ε. Αρ. 140/2015, ημερ. 3/4/2024).

 

Αυτό, στην επίδικη εδώ περίπτωση, πράγματι ισχύει σε σχέση με το αρχικό κριτήριο που θέτει ο Ν.98(Ι)/2003 για την ενεργοποίηση των προνοιών του Άρθρου 7, ήτοι την ύπαρξη σύμβασης εργασίας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου, με αποτέλεσμα, ως προς την προϋπόθεση αυτή, το βάρος απόδειξης να φέρει η πλευρά των Αιτητών. Ωστόσο, δεν ισχύει σε σχέση με την προβλεπόμενη από την ίδια διάταξη προϋπόθεση μη ύπαρξης αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού, σε σχέση με αυτήν, οι πρόνοιες του Άρθρου 7 ρητώς ορίζουν ότι το σχετικό βάρος απόδειξης φέρει ο εργοδότης που επικαλείται τη συνδρομή τέτοιου λόγου.

 

Ενόψει αυτού και με δεδομένο ότι αυτό που αποκλειστικά αμφισβητείται εδώ από το Ρ.Ι.Κ. είναι η συνδρομή του αρχικού πιο πάνω κριτηρίου, εναπόκειται στους Αιτητές να αποδείξουν, στον βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων)[2], τη συνδρομή του.

 

Ειδικότερα, αυτό που οι Αιτητές καλούνται στην επίδικη περίπτωση να πετύχουν είναι να αποδείξουν ότι η επίδικη σχέση-συνεργασία τους με το Ρ.Ι.Κ. συνιστούσε, στη βάση των περιστατικών που την περιέβαλλαν, σύμβαση εργασίας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003, με αποτέλεσμα οι σχετικές πρόνοιές του να ενεργοποιούνται. Εάν το πετύχουν, τότε η απόδοση προς όφελός τους των σχετικών θεραπειών, στον βαθμό που αυτές στηρίζονται στις πρόνοιες του Ν.98(Ι)/2003, θα δικαιολογείται. Εάν όχι, οι Συνενωμένες Αιτήσεις θα υπόκεινται σε απόρριψη εναντίον του Ρ.Ι.Κ., με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ του τελευταίου.

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι Αιτητές, κατά την Ακροαματική Διαδικασία που έλαβε χώρα στο πλαίσιο των Επίδικων Αιτήσεων, προχώρησαν πρώτοι με την παρουσίαση της μαρτυρίας τους, παρουσιάζοντας αρχικά τη μαρτυρία των ιδίων (με τον Κ.Χ. να καταθέτει πρώτος) και, ακολούθως, τη μαρτυρία της δημοσιογράφου του Ρ.Ι.Κ., κας Σωτηρούλας Χριστοφίδου («Σ.Χ.»).

 

Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής, η πλευρά του Ρ.Ι.Κ. προχώρησε με την παρουσίαση της δικής της μαρτυρίας, προσκομίζοντας συγκεκριμένα τη μαρτυρία του Διευθυντή του Τμήματος Προσωπικού και Διοίκησης του, κ. Κώστα Νικολαΐδη («Κ.Ν.»), και του Τμηματάρχη του Τμήματος Στήριξης του, κ. Σώτου Θεοδωρίδη («Σ.Θ.»).

 

Σημειώνεται ότι όλοι οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία τους να καταγράφεται στα πρακτικά που λήφθηκαν στο πλαίσιο της Ακροαματικής Διαδικασίας και να αποτελεί μέρος του φακέλου των Επίδικων Αιτήσεων.

 

Στη μαρτυρία αυτή, όπως και σε όλα τα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 1-23) και έγγραφα (Έγγραφα Α-Δ) που κατατέθηκαν ενώπιόν μας, καθώς και στις Γραπτές Αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1-Χ2), θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά και μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς παρουσίασης των συμπερασμάτων μας και διατύπωσης της τελικής μας κρίσης[3].

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Όπως συνάγεται από όλα τα πιο πάνω, κύριο έργο μας σε σχέση με τις Συνενωμένες Αιτήσεις είναι η διαμόρφωση τελικής κρίσης αναφορικά με το αν δικαιολογείται ή όχι η απόδοση των Επίδικων Θεραπειών στους Αιτητές, με καθοριστικό κριτήριο για την απάντηση στο ερώτημα αυτό να αποτελεί το κατά πόσον οι Αιτητές κατάφεραν, μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασαν ενώπιόν μας, να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί (όπως αυτό προσδιορίστηκε ανωτέρω).

 

Ως προς τούτο, και έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά όλους τους πιο πάνω μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μας στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση τις σχετικές επί του θέματος αρχές, έτσι ώστε να προβούμε στη συναγωγή σχετικών συμπερασμάτων/ευρημάτων, στα οποία θα στηριχθούμε στη συνέχεια για τη διατύπωση της τελικής μας κρίσης.

 

Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα/ευρήματα αυτά, σημειώνουμε τα εξής:

 

(I) Παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα.

 

Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης των όσων θα αναφερθούν πιο κάτω, προχωρούμε με την παρουσίαση των συμπερασμάτων/ευρημάτων μας επί των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία, σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και λοιπές δηλώσεις των διαδίκων, βρίσκουμε ότι είναι τα εξής:

 

(1) Το Ρ.Ι.Κ. αποτελεί, εν τη εννοία του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου (Κεφ. 300Α), «ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό», ο οποίος διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου αυτού[4].

 

(2) Στο πλαίσιο της λειτουργίας του ως «ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός», το Ρ.Ι.Κ. χρησιμοποιεί, για σκοπούς παραγωγής και μετάδοσης οπτικοακουστικού υλικού, τις υπηρεσίες προσώπων που κατέχουν τις απαραίτητες δεξιότητες και προσόντα κινηματογραφιστών (cameramen) («Κινηματογραφιστές»), για σκοπούς κινηματογραφικής κάλυψης διαφόρων γεγονότων και θεμάτων, όπως ειδήσεων, αθλητικών γεγονότων και άλλων εκδηλώσεων («Κινηματογραφικές Υπηρεσίες»).

 

(3) Κατά τον ουσιώδη για τις Συνενωμένες Αιτήσεις χρόνο, τόσο ο Κ.Χ. όσο και ο Χ.Δ. αποτελούσαν πρόσωπα που κατείχαν τις απαραίτητες δεξιότητες και προσόντα για την παροχή προς το Ρ.Ι.Κ. Κινηματογραφικών Υπηρεσιών ως Κινηματογραφιστές. Κατά τον χρόνο αυτό, ο Κ.Χ. αποτελούσε και έναν εκ των δύο διευθυντών της εταιρείας G.K.P. Trading Co Ltd (με αριθμό εγγραφής ΗΕ113144 και ημερομηνία εγγραφής την 18/7/2000) (Τεκμήριο 21), η οποία είχε στην ιδιοκτησία της την εμπορική επωνυμία «Fotografiko Studio En Face» (με αριθμό εγγραφής ΕΕ20384 και ημερομηνία εγγραφής την 31/7/2000) (Τεκμήριο 21Α).

 

(ΙΙ) Σύνοψη Μαρτυρίας.

 

Συνοψίζοντας τώρα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και την οποία βρίσκουμε σχετική με τα επίδικα θέματα που εγείρονται σε σχέση με τις Συνενωμένες Αιτήσεις, σημειώνουμε τα εξής:

 

Μαρτυρία Κ.Χ.

 

Καταθέτοντας, ο Κ.Χ. ανέφερε ότι απασχολείται ως Κινηματογραφιστής στο Ρ.Ι.Κ. από τον Νοέμβριο του 2000, εκτελώντας διαχρονικά τα ίδια καθήκοντα μέχρι και σήμερα, με τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές €2.200. Από το 2000 μέχρι το 2005 ήταν εργοδοτούμενος του Ρ.Ι.Κ. με τα σχετικά ωφελήματα, γεγονός προς υποστήριξη του οποίου αναγνώρισε Δήλωση Εργοδότη (Τεκμήριο 7), ανάλυση μισθού ή αμοιβής (Τεκμήριο 3Α), αποκόμματα μισθοδοσίας Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2005 (Τεκμήριο 3) και αναλυτικές καταστάσεις ασφαλιστέων αποδοχών για τα έτη 2000 έως 2020 (Τεκμήριο 2). Ισχυρίστηκε ότι, μολονότι η απασχόλησή του παρέμεινε συνεχής, με τα ίδια καθήκοντα και προς κάλυψη πάγιων αναγκών του Ρ.Ι.Κ., για χρονικό διάστημα πέραν των τριάντα (30) μηνών, μετά το 2005 υποχρεώθηκε, υπό τον φόβο απώλειας της εργασίας του, να αποδέχεται διαδοχικές συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Για ορισμένη περίοδο, στις σχετικές συμβάσεις παρουσιαζόταν ως συμβαλλόμενο μέρος εταιρεία την οποία εκπροσωπούσε, ενώ, κατά τα τελευταία περίπου πέντε (5) χρόνια πριν από τη γραπτή δήλωσή του, συμβαλλόταν προσωπικά, χωρίς, κατά τον ίδιο, να τίθεται θέμα «συνεργασίας ή παροχής υπηρεσιών από την εταιρεία», εφόσον αυτός ήταν και είναι ο εργοδοτούμενος και «απλά η εταιρεία τυπικά υπέγραφε τις εν λόγω συμβάσεις». Συναφώς, αναγνώρισε τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών της περιόδου 16/7/2007 έως 30/6/2009, στην οποία ως συμβαλλόμενος του Ρ.Ι.Κ. φαίνεται η G.K.P. Trading Co Ltd (Τεκμήριο 1Β), την επιστολή ημερομηνίας 22/10/2013 (Τεκμήριο 6), τις επιστολές ανανέωσης ημερομηνίας 1/6/2017 και 26/2/2019 (Τεκμήρια 1Α και 1), καθώς και κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2025 (Τεκμήριο 3Β). Ως στοιχεία της πραγματικής σχέσης επικαλέστηκε την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένου ωραρίου και προγράμματος εργασίας καθοριζόμενου από το Ρ.Ι.Κ., τις τακτικές μηνιαίες απολαβές, τις οδηγίες που λάμβανε από ιεραρχικά ανωτέρους του ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του και τις αναθέσεις, τον τόπο και τον χρόνο κάλυψης, τη χρήση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων του Ρ.Ι.Κ., καθώς και την αυτοπρόσωπη εκτέλεση των αναθέσεων. Κατά την αντίληψή του, η σχέση αυτή συνιστούσε σχέση εργασίας, η οποία είχε καταστεί αορίστου διάρκειας δυνάμει του Ν.98(Ι)/2003. Ανέφερε ότι είχε ζητήσει επανειλημμένα την αναγνώριση αυτή, παραπέμποντας σε μήνυμα ημερομηνίας 5/9/2016 (Τεκμήριο 5), επιστολή ημερομηνίας 1/3/2017 (Τεκμήριο 4) και επιστολή ημερομηνίας 25/4/2019 (Τεκμήριο 8) που απέστειλαν οι δικηγόροι του προς το Ρ.Ι.Κ. Προέβαλε, επίσης, ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, υποστηρίζοντας ότι άλλοι συνάδελφοί του στο Ρ.Ι.Κ., οι οποίοι εργοδοτούνταν υπό τους ίδιους όρους και το ίδιο καθεστώς, είχαν αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι εξαιτίας των ενεργειών του Ρ.Ι.Κ. είχε υποστεί ζημίες και βρισκόταν σε διαρκή ανασφάλεια ως προς τη συνέχιση της εργοδότησής του και τη φύση αυτής, αξιώνοντας συναφώς γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Αντεξεταζόμενος, επέμεινε ότι δεν είχε προηγηθεί ουσιαστική διαπραγμάτευση των συμβάσεων και ότι η μη υπογραφή τους θα συνεπαγόταν, κατά την αντίληψή του, απώλεια της εργασίας του, παραδέχθηκε όμως ότι δεν διέθετε σχετική έγγραφη επιβεβαίωση. Ανέφερε ότι εργαζόταν σε σύστημα διαθεσιμότητας διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, με τον Χ.Δ. να καλύπτει την άλλη δωδεκάωρη περίοδο, και ότι το Ρ.Ι.Κ. καθόριζε τα θέματα, τον τόπο και τον χρόνο της κάλυψης. Συμφώνησε ότι, ελλείψει θέματος, δεν όφειλε να βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του Ρ.Ι.Κ. και ότι, λόγω της επαγγελματικής του εμπειρίας, δεν λάμβανε συνήθως τεχνικές οδηγίες για τον χειρισμό της κάμερας, ενώ το Ρ.Ι.Κ. έλεγχε το παραδιδόμενο αποτέλεσμα. Για τις μετακινήσεις χρησιμοποιούσε το προσωπικό του όχημα. Επιβεβαίωσε ότι οι συμβάσεις προέβλεπαν έκδοση τιμολογίων (Τεκμήριο 1Β), ότι ο ίδιος ή η εταιρεία κατέβαλλε τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 2) και ότι, μετά το 2005, δεν λάμβανε από το Ρ.Ι.Κ. άδεια ή άλλα αντίστοιχα εργοδοτικά ωφελήματα. Παρά ταύτα, υποστήριξε ότι οι υπηρεσίες παρέχονταν υποχρεωτικά από τον ίδιο, χωρίς πραγματική δυνατότητα αντικατάστασής του από τρίτο πρόσωπο.

 

Κατά την επανεξέτασή του, εξήγησε ότι διατηρούσε την εταιρεία G.K.P. Trading Co Ltd «μαζί με φίλο του», για σκοπούς περιορισμού των εξόδων και για γενικότερους λογιστικούς λόγους. Ωστόσο, όπως ισχυρίστηκε, ήταν αυτός που παρείχε τις υπηρεσίες στο Ρ.Ι.Κ. και αυτός που είχε το συμβόλαιο μαζί του.

 

Μαρτυρία Χ.Δ.

 

Καταθέτοντας, ο Χ.Δ. ανέφερε ότι απασχολείται ως Κινηματογραφιστής του Ρ.Ι.Κ. από τον Νοέμβριο του 2009, με τα ίδια καθήκοντα και τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές €1.742. Υποστήριξε ότι, παρά τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμφωνιών ως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, παρείχε διαρκώς προσωπική εργασία προς κάλυψη πάγιων αναγκών του Ρ.Ι.Κ., για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα (30) μηνών, με αποτέλεσμα η απασχόλησή του να έχει καταστεί αορίστου διάρκειας. Ανέφερε ότι υπέγραφε τις συμβάσεις αυτές υπό τον φόβο απώλειας της εργασίας του, διευκρινίζοντας ότι στην περίπτωσή του υπέγραφε προσωπικά τις σχετικές συμβάσεις. Συναφώς, αναγνώρισε Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών για την περίοδο 1/9/2012 έως 31/8/2013 (Τεκμήριο 9), τις επιστολές ανανέωσης ημερομηνίας 28/12/2016 και 26/2/2019 (Τεκμήρια 9Α και 9Β), Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών για το 2021 (Τεκμήριο 9Γ) και κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2025 (Τεκμήριο 10). Ως στοιχεία της πραγματικής σχέσης επικαλέστηκε την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένου ωραρίου και προγράμματος εργασίας, τις τακτικές μηνιαίες απολαβές, τις οδηγίες του Ρ.Ι.Κ. ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του, τη χρήση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεών του και την αυτοπρόσωπη εκτέλεση των αναθέσεων. Ανέφερε ότι είχε θέσει επανειλημμένα ζήτημα αναγνώρισης του εργασιακού καθεστώτος του. Προέβαλε, επίσης, ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας, υποστηρίζοντας ότι άλλοι συνάδελφοί του, οι οποίοι εργοδοτούνταν υπό τους ίδιους όρους και το ίδιο καθεστώς, είχαν αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι εξαιτίας των ενεργειών του Ρ.Ι.Κ. είχε υποστεί ζημίες και βρισκόταν σε διαρκή ανασφάλεια ως προς τη συνέχιση της εργοδότησής του και τη φύση αυτής, αξιώνοντας συναφώς γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι υπέγραφε συμφωνίες παροχής υπηρεσιών, εξέδιδε τιμολόγια και ήταν δηλωμένος ως αυτοεργοδοτούμενος. Εξήγησε ότι λάμβανε οδηγίες από το Ρ.Ι.Κ. στη Λευκωσία ή στη Λεμεσό για τα θέματα που έπρεπε να καλύψει, όχι κατά κανόνα για τον τεχνικό τρόπο λήψης, αν και μπορούσαν να δίνονται ειδικότερες σκηνοθετικές οδηγίες. Επέμεινε ότι όφειλε να καλύπτει συγκεκριμένη περίοδο δώδεκα (12) ωρών ημερησίως, ενώ την άλλη κάλυπτε ο Κ.Χ., παραδέχθηκε όμως ότι, όταν δεν υπήρχε ανάθεση, δεν όφειλε να βρίσκεται στο Ρ.Ι.Κ. και παρέμενε σε επιφυλακή. Ερωτηθείς εάν πληρωνόταν για περιόδους κατά τις οποίες δεν υπήρχε θέμα προς κάλυψη, απάντησε αρνητικά. Επιβεβαίωσε ότι χρησιμοποιούσε εξοπλισμό του Ρ.Ι.Κ., ότι μπορούσε να αναλαμβάνει εργασίες και για άλλους πελάτες, μολονότι δεν εργαζόταν για άλλο τηλεοπτικό κανάλι, και ότι για εξωτερικά ρεπορτάζ μετακινείτο με το δικό του όχημα ή με όχημα δημοσιογράφου. Ως προς τις ανανεώσεις των συμβάσεων, επέμεινε ότι η άρνηση υπογραφής τους θα απέκλειε τη συνέχιση της συνεργασίας, ενώ υποστήριξε ότι άλλοι συνεργάτες με αντίστοιχο καθεστώς είχαν αναγνωριστεί ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου.

 

Κατά την επανεξέτασή του, διευκρίνισε ότι, σε ορισμένα εξωτερικά ρεπορτάζ, μεταφερόταν με το όχημα των δημοσιογράφων που τα κάλυπταν γιατί αυτοί «δικαιούνται οδοιπορικά».

 

Μαρτυρία Σ.Χ.

 

Καταθέτοντας, η Σ.Χ. ανέφερε ότι εργάζεται στο Ρ.Ι.Κ. ως δημοσιογράφος και γνωρίζει τους Αιτητές από την πολύχρονη συνεργασία τους. Εξήγησε ότι και η ίδια παρείχε προηγουμένως υπηρεσίες υπό διαφορετικό συμβατικό καθεστώς και ότι, ύστερα από διαβήματα, οι δημοσιογράφοι ανταποκριτές απέκτησαν από 1/7/2021 καθεστώς αορίστου χρόνου, χωρίς αντίστοιχη μεταβολή για τους Κινηματογραφιστές. Ανέφερε ότι η καθημερινή οργάνωση και παροχή των Κινηματογραφικών Υπηρεσιών εκ μέρους των Αιτητών παρέμεινε κατά τα ουσιώδη αμετάβλητη. Ειδικότερα, οι αναθέσεις για ειδησεογραφικά, αθλητικά και άλλα θέματα προέρχονταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ρ.Ι.Κ. και διαβιβάζονταν στους Κινηματογραφιστές απευθείας ή μέσω των δημοσιογράφων, με τους οποίους συνεργάζονταν για την κάλυψή τους. Επικαλέστηκε ακόμη διαβεβαιώσεις που, κατά τη μαρτυρία της, είχαν δοθεί για αντίστοιχη αναγνώριση του καθεστώτος των Κινηματογραφιστών, χωρίς αυτές να υλοποιηθούν.

 

Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι μέχρι το 2011 δεν υπέγραφε οποιαδήποτε σύμβαση με το Ρ.Ι.Κ. και αμειβόταν «με το κομμάτι», ανάλογα με τα θέματα που κάλυπτε, ενώ στη συνέχεια, μέχρι το τέλος του 2018, παρείχε τις υπηρεσίες της στη βάση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Από το 2019 εργάστηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου και, ακολούθως, το 2021, απέκτησε καθεστώς συνεργάτη αορίστου χρόνου. Ερωτηθείσα ως προς τις δικές της συμβάσεις σε σύγκριση με εκείνες των Αιτητών, αποδέχθηκε ότι επρόκειτο για διαφορετικές συμβάσεις και ότι δεν προσκόμισε τη δική της για σκοπούς σύγκρισης, διατήρησε, ωστόσο, τη θέση ότι «στη βάση τους» ήταν ίδιες και είχαν τον ίδιο «σκελετό», με διαφορά στην αμοιβή. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι οι όροι και ο τόπος εργασίας της δεν μεταβλήθηκαν παρά τη μεταβολή του συμβατικού της καθεστώτος, ότι εργαζόταν στα στούντιο του Ρ.Ι.Κ. στη Λεμεσό και χρησιμοποιούσε εξοπλισμό του τελευταίου. Εξήγησε ότι, κατά την κάλυψη εξωτερικών θεμάτων, ο δημοσιογράφος μετέβαινε μαζί με τον κινηματογραφιστή στον τόπο του ρεπορτάζ, ενώ η ίδια χρησιμοποιούσε το προσωπικό της όχημα, λαμβάνοντας από το 2019 οδοιπορικά για θέματα εκτός Λεμεσού. Αναφερόμενη ειδικότερα στην απασχόληση των Αιτητών, υποστήριξε ότι οι δύο Κινηματογραφιστές της Λεμεσού κάλυπταν τόσο έκτακτα περιστατικά όσο και τακτικά προγραμματισμένες εργασίες, περιλαμβανομένης της καθημερινής ζωντανής σύνδεσης για την εκπομπή «Πρώτη Ενημέρωση», καθώς και άλλων ειδησεογραφικών, αθλητικών και τηλεοπτικών θεμάτων, κατόπιν οδηγιών του Ρ.Ι.Κ. Διευκρίνισε ότι γνώριζε τα πιο πάνω λόγω της καθημερινής συνεργασίας και του συντονισμού της με τους Αιτητές. Ανέφερε, επίσης, ότι οι συζητήσεις με το Ρ.Ι.Κ. για τη μεταβολή του συμβατικού καθεστώτος των συνεργατών πραγματοποιήθηκαν κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας. Όταν της υποβλήθηκε ότι είχε προηγηθεί αξιολόγηση από το Υπουργείο Εργασίας, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Κινηματογραφιστές ήταν πάροχοι υπηρεσιών, αναφέρθηκε στη λεγόμενη «έκθεση Μαυρίδη», υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με αυτήν, όσοι εργάζονταν εκτός περιφραγμένου χώρου δεν δικαιούνταν καθεστώς εργοδοτουμένου. Ανέφερε, τέλος, ότι είχε δώσει κατάθεση σε λειτουργό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι, σύμφωνα με την ίδια, η έκθεση προέβλεπε τη δυνατότητα μετατροπής του καθεστώτος όσων αμείβονταν «με το κομμάτι» σε καθεστώς αορίστου χρόνου, κάτι που, όπως ισχυρίστηκε, συνέβη στην περίπτωσή της μόνο μεταγενέστερα.

 

Μαρτυρία Κ.Ν.

 

Καταθέτοντας, ο Κ.Ν. αναφέρθηκε στο ιστορικό και τη συμβατική μορφή της σχέσης-συνεργασίας του Ρ.Ι.Κ. με τους Αιτητές, υποστηρίζοντας, ειδικότερα:

 

(1) Ως προς τον Κ.Χ., ότι από 1/11/2000 αυτός παρείχε αρχικά υπηρεσίες ως εξωτερικός συνεργάτης σε δοκιμαστική βάση (Τεκμήρια 11 και 11Α). Από 1/4/2005 το Ρ.Ι.Κ. συμβλήθηκε με την G.K.P. Trading Co Ltd, εκπροσωπούμενη από τον Κ.Χ., για την περίοδο 1/4/2005 έως 31/3/2007 (Τεκμήριο 12), ενώ ακολούθησαν συμφωνίες για τις περιόδους 16/7/2007 έως 30/6/2009 (Τεκμήριο 13), 1/7/2009 έως 30/6/2010 (Τεκμήριο 14) και 1/7/2010 έως 30/6/2011 (Τεκμήριο 15). Στη συνέχεια, ακολούθησε συμφωνία με την En Face Studio – G.K.P. Trading Co Ltd για την περίοδο 1/2/2013 έως 31/1/2014 (Τεκμήριο 16), απευθείας συμφωνία με τον Κ.Χ. για την περίοδο 1/6/2017 έως 31/12/2017 (Τεκμήριο 17) και νέα συμφωνία με την Fotografiko Studio En Face – G.K.P. Trading Co Ltd για την περίοδο 1/1/2018 έως 31/12/2018 (Τεκμήρια 18 και 19), με σχετικές ανανεώσεις για τις περιόδους 1/1/2019 έως 31/12/2019 (Τεκμήριο 20) και 1/1/2020 έως 31/12/2020 (Τεκμήριο 20Β). Παρέπεμψε ακόμη στα στοιχεία εγγραφής της εταιρείας και της εμπορικής επωνυμίας (Τεκμήρια 21 και 21Α). Υποστήριξε ότι οι συμφωνίες με την εταιρεία συνάπτονταν με αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ότι οι υπηρεσίες δεν παρέχονταν υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας και ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών καθορίζονταν από τις σχετικές συμφωνίες παροχής υπηρεσιών. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η τελευταία σχετική μηνιαία αμοιβή του Κ.Χ. ανερχόταν σε €2.200, πλέον Φ.Π.Α.

 

(2) Ως προς τον Χ.Δ., ότι η σχέση – συνεργασία του με το Ρ.Ι.Κ. ξεκίνησε από 1/9/2010 (Τεκμήριο 22Β) και αφορούσε διαδοχικές συμφωνίες παροχής υπηρεσιών που συνάπτονταν απευθείας με τον ίδιο. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις συμφωνίες για τις περιόδους από 1/9/2010 μέχρι 31/8/2011 (Τεκμήριο 22), από 1/9/2011 μέχρι 31/8/2012 (Τεκμήριο 22Α) και από 1/9/2012 μέχρι 31/8/2013 (Τεκμήριο 22Γ). Η σχέση – συνεργασία παρατάθηκε ακολούθως μέχρι 31/7/2014 (Τεκμήριο 22Δ), 30/9/2014 (Τεκμήριο 22Ε) και 31/12/2014 (Τεκμήριο 22ΣΤ) και, στη συνέχεια, μέχρι 30/6/2015 (Τεκμήριο 22Ζ), 31/12/2015 (Τεκμήριο 22Η), 30/6/2016 (Τεκμήριο 22Θ) και 31/12/2016 (Τεκμήριο 22Ι). Ακολούθησαν περαιτέρω ανανεώσεις για τις περιόδους από 1/1/2017 μέχρι 31/12/2017 (Τεκμήριο 22Κ), από 1/1/2018 μέχρι 31/12/2018 (Τεκμήριο 22Λ), από 1/1/2019 μέχρι 31/12/2019 (Τεκμήριο 22Μ) και από 1/1/2020 μέχρι 31/12/2020 (Τεκμήριο 22Ν). Υποστήριξε ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν δημιουργούσαν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου μεταξύ του Χ.Δ. και του Ρ.Ι.Κ., αλλά αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών από τον ίδιο ως εξωτερικό συνεργάτη. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η τελευταία σχετική μηνιαία αμοιβή του Χ.Δ. ανερχόταν σε €1.375,28, πλέον Φ.Π.Α.

 

Αναφερόμενος γενικότερα στις αμοιβές των Αιτητών, εξήγησε ότι αυτές καταβάλλονταν έναντι τιμολογίων, με τις σχετικές φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις να βαρύνουν τους ίδιους ως παροχείς των υπηρεσιών. Ως προς τον τρόπο παροχής των Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, υποστήριξε ότι η εικοσιτετράωρη (24ωρη) κάλυψη επιτυγχανόταν με εναλλαγή των Αιτητών σε περιόδους δώδεκα (12) ωρών, χωρίς να ασκείται ιεραρχικός έλεγχος επί της τεχνικής εκτέλεσης των καθηκόντων τους, με το Ρ.Ι.Κ. να περιορίζεται στον έλεγχο του παραδοτέου αποτελέσματος. Τέλος, ανέφερε ότι η παραχώρηση εξοπλισμού και χώρου από το Ρ.Ι.Κ., κατά τη θέση του, αποτελεί απλώς τεχνική διευκόλυνση και όχι τεχνικό έλεγχο, και δεν μεταβάλει τον χαρακτήρα της σύμβασης η οποία παραμένει σύμβαση έργου/παροχής υπηρεσιών.

 

Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε τη μακρόχρονη παροχή Κινηματογραφικών Υπηρεσιών από τους Αιτητές, καθώς και τον διαχρονικό χαρακτήρα των αναγκών του Ρ.Ι.Κ. για Κινηματογραφιστές. Ενώ αρχικά είχε αρνηθεί ότι ο Κ.Χ. υπήρξε εργοδοτούμενος, σημειώνοντας ότι «ποτέ» δεν ίσχυσε κάτι τέτοιο, όταν του υποδείχθηκαν η Δήλωση Εργοδότη, τα αρχικά συμβατικά έγγραφα και τα αποκόμματα μισθοδοσίας (Τεκμήρια 7, 11 και 3), αποδέχθηκε ότι ο Κ.Χ. ήταν τότε μισθωτός και ότι η λέξη «ποτέ» ήταν λάθος. Δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό ότι οι Αιτητές εξαναγκάζονταν να υπογράφουν συμφωνίες, αναγνώρισε όμως ότι διεκδικούσαν διαχρονικά διαφορετικό εργασιακό καθεστώς. Παρέπεμψε στο πόρισμα των αρμόδιων υπηρεσιών (Τεκμήριο 23) ως υποστηρικτικό της θέσης του Ρ.Ι.Κ. και επανέλαβε ότι η μεταβολή του καθεστώτος των δημοσιογράφων έγινε μεταγενέστερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Συμφώνησε ότι οι Αιτητές λάμβαναν σταθερή αμοιβή ανεξάρτητα από τον αριθμό των θεμάτων, ότι η εναλλαγή τους ανά δώδεκα (12) ώρες λειτουργούσε «σαν βάρδιες», ότι το Ρ.Ι.Κ. γνώριζε εκ των προτέρων το σχετικό πρόγραμμα, έδινε οδηγίες για την επιλογή και κάλυψη των θεμάτων και παρείχε ολόκληρο τον τεχνικό εξοπλισμό. Δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει λεπτομέρειες της καθημερινής παροχής των υπηρεσιών, παραπέμποντας στο αρμόδιο Τμήμα. Ως προς την εμφάνιση εταιρείας ως συμβαλλομένου μέρους στην περίπτωση του Κ.Χ., ανέφερε ότι, κατά την αντίληψή του, η σχετική επιλογή είχε προέλθει από τον ίδιο τον Κ.Χ., χωρίς να γνωρίζει αν επηρεαζόταν η προσωπική εκτέλεση των αναθέσεων.

 

Μαρτυρία Σ.Θ.

 

Καταθέτοντας, ο Σ.Θ. ανέφερε ότι, λόγω της άμεσης συνεργασίας του με τους Αιτητές, ως Τμηματάρχης του Τμήματος Στήριξης και Υπηρεσίας, είχε προσωπική γνώση του τρόπου παροχής των υπηρεσιών τους. Εξήγησε ότι οι κινηματογραφικές καλύψεις αφορούσαν ειδήσεις, αθλητικά και λοιπές εκδηλώσεις ή παραγωγές του Ρ.Ι.Κ. και ότι, όταν προέκυπτε σχετική ανάγκη, καλούνταν ο Κινηματογραφιστής που είχε δηλωθεί διαθέσιμος (on call/stand-by). Υποστήριξε ότι οι Αιτητές ρύθμιζαν μεταξύ τους τις περιόδους διαθεσιμότητας, χωρίς το Ρ.Ι.Κ. να επιβάλλει συγκεκριμένο ημερήσιο ωράριο, και ότι, σε περίπτωση αδυναμίας ανταπόκρισης, μπορούσε να εξευρεθεί άλλος διαθέσιμος Κινηματογραφιστής. Ειδικότερα, εξήγησε ότι, λόγω της φύσης των αναγκών του Ρ.Ι.Κ. για καθημερινή κάλυψη γεγονότων, οι σχετικές αναθέσεις μπορούσαν να προκύπτουν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με διαφορετική συχνότητα, τόπο και διάρκεια κινηματογράφησης. Ενδεικτικά, ανέφερε ότι μια ημέρα μπορούσαν να προκύψουν τρία (3) ρεπορτάζ προς κάλυψη και την επόμενη δύο (2), σε διαφορετικές ώρες και τοποθεσίες και με διαφορετική διάρκεια κινηματογράφησης. Ανέφερε, επίσης, ότι οι Κινηματογραφιστές «εντέλλονταν να στελεχώνουν το στούντιο Λεμεσού» και να διενεργούν ζωντανές συνδέσεις σε προγράμματα του Ρ.Ι.Κ. Κατά τη θέση του, οι οδηγίες του Ρ.Ι.Κ. αφορούσαν κυρίως το θέμα και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ενώ οι τεχνικές επιλογές της λήψης ανήκαν στην επαγγελματική κρίση των Αιτητών. Επιβεβαίωσε ότι χρησιμοποιούσαν εξοπλισμό του Ρ.Ι.Κ., για λόγους συμβατότητας, και είχαν υποχρέωση παράδοσης του σχετικού οπτικοακουστικού υλικού, αλλά αρνήθηκε ότι τελούσαν υπό καθημερινή ιεραρχική εποπτεία ή είχαν υποχρέωση συνεχούς φυσικής παρουσίας στις εγκαταστάσεις του.

 

Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε τη μακρόχρονη και αυτοπρόσωπη παροχή υπηρεσιών των Αιτητών και την ύπαρξη διαρκών αναγκών του Ρ.Ι.Κ. για κινηματογραφική κάλυψη. Αποδέχθηκε ότι το Ρ.Ι.Κ. γνώριζε εκ των προτέρων ποιος Αιτητής βρισκόταν σε διαθεσιμότητα κάθε ημέρα και ότι οι αναθέσεις περιλάμβαναν και σταθερές εργασίες, όπως την πρωινή σύνδεση για την εκπομπή «Πρώτη Ενημέρωση». Συμφώνησε ότι ο εξοπλισμός ανήκε στο Ρ.Ι.Κ., το οποίο αναλάμβανε τη συντήρησή του, ότι οι Αιτητές λάμβαναν οδηγίες για την κάλυψη των θεμάτων και ότι το Ρ.Ι.Κ. έλεγχε την ποιότητα του παραδοτέου υλικού, ζητώντας, όπου χρειαζόταν, διόρθωση ή επανάληψη λήψεων. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι ο έλεγχος αφορούσε το αποτέλεσμα και όχι τις συνήθεις τεχνικές επιλογές. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «με τον ίδιο τρόπο εργάζονται τόσο οι μόνιμοι υπάλληλοι όσο και οι αορίστου χρόνου». Επιβεβαίωσε ότι οι Αιτητές λάμβαναν σταθερή αμοιβή ανεξαρτήτως του αριθμού των θεμάτων, με πρόσθετη πληρωμή για ορισμένες αναθέσεις σε ημέρα ανάπαυσης. Τέλος, ανέφερε ότι, εάν οι Αιτητές δεν υπέγραφαν τις σχετικές συμβάσεις, δεν θα συνέχιζαν να εργάζονται, χωρίς να γνωρίζει, όμως, αν είχαν πράγματι δυνατότητα διαφορετικής επιλογής.

 

 

 

 

(III) Ανάλυση Μαρτυρίας.

 

Αναλύοντας τώρα την ενώπιόν μας τεθείσα μαρτυρία, σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αυτή, το Ρ.Ι.Κ., για σκοπούς εξασφάλισης Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, διατηρεί ομάδες Κινηματογραφιστών σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου, οι οποίες καλούνται να παρέχουν τις εκάστοτε απαιτούμενες Κινηματογραφικές Υπηρεσίες, κυρίως εντός των γεωγραφικών ορίων της επαρχίας στην οποία η καθεμία δραστηριοποιείται.

 

Αυτό, σαφώς, ισχύει και σε σχέση με την επαρχία Λεμεσού, όπου το Ρ.Ι.Κ., επί σειρά ετών (και σε κάθε περίπτωση, από 1/11/2000 και εντεύθεν), διατηρεί, για σκοπούς εξασφάλισης Κινηματογραφικών Υπηρεσιών (κυρίως) εντός της επαρχίας αυτής και σε σχέση με τη λειτουργία του στούντιο που διατηρεί επί της οδού Νίκου Παττίχη 112, Λεμεσός (Τεκμήριο 11Α), συγκεκριμένη ομάδα Κινηματογραφιστών, αποτελούμενη από δύο (2) μέλη, τα οποία, ως προς την παροχή των σχετικών Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο, κυρίως υπό την έννοια ότι:

 

(α) Καλύπτουν μεταξύ τους το σύνολο των ημερήσιων αναγκών του Ρ.Ι.Κ. σε Κινηματογραφικές Υπηρεσίες στη Λεμεσό, λειτουργώντας στη βάση συστήματος εναλλασσόμενων περιόδων διαθεσιμότητας διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, με τον έναν Αιτητή να καλύπτει τη μία δωδεκάωρη περίοδο και τον άλλον την επόμενη,

 

(β) Το ένα καλύπτει το άλλο σε περίπτωση κατά την οποία κάποιο από αυτά αδυνατεί να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένη ανάγκη του Ρ.Ι.Κ. και

 

(γ) Μπορούν ακόμη και να καλύπτουν ταυτόχρονα δύο (2) διαφορετικές ανάγκες του Ρ.Ι.Κ. για παροχή Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, σε περίπτωση που αυτό καθίσταται αναγκαίο.

 

Από 1/9/2010 και εντεύθεν, τα δύο μέλη της εν λόγω ομάδας αποτελούν οι Αιτητές (με τον Κ.Χ. να αποτελεί το ένα από αυτά ήδη από 1/11/2000).

 

 

Αυτό, στην πράξη, σημαίνει τα εξής:

 

(1) Οι Αιτητές, από την ημερομηνία έναρξης της σχέσης-συνεργασίας τους με το Ρ.Ι.Κ. και εντεύθεν, βρίσκονται, στη βάση συγκεκριμένων συμβατικών ρυθμίσεων, όπως αυτές προκύπτουν κυρίως από σχετικά συμφωνητικά έγγραφα ή/και συμφωνίες που καταρτίζονται και υπογράφονται μεταξύ των μερών, σε καθεστώς διαθεσιμότητας (stand-by/on call), το οποίο διαρκεί δώδεκα (12) ώρες για έκαστο εξ αυτών, με τον έναν να καλύπτει τη μία δωδεκάωρη περίοδο και τον άλλον την επόμενη (με αποτέλεσμα να προκύπτει μεταξύ τους, όπως ο Κ.Ν. ανέφερε, ένα σύστημα «12ωρης βάρδιας»).

 

(2) Αυτό μεταβάλλεται όταν, ενόψει συγκεκριμένης ανάγκης του Ρ.Ι.Κ. για λήψη Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, είτε αυτή έχει έκτακτο-απρόβλεπτο χαρακτήρα (όπως, π.χ., σε περίπτωση έκτακτου γεγονότος ή συμβάντος που λαμβάνει χώρα στην επαρχία Λεμεσού) είτε τακτικό-προγραμματισμένο χαρακτήρα (όπως, π.χ., στην περίπτωση της καθημερινής πρωινής ζωντανής σύνδεσης από το στούντιο της Λεμεσού για την εκπομπή «Πρώτη Ενημέρωση»), το Ρ.Ι.Κ. καλεί τον Αιτητή που βρίσκεται κατά τον συγκεκριμένο χρόνο σε καθεστώς διαθεσιμότητας να εξέλθει από το καθεστώς αυτό (με τη σχετική κλήση-ενημέρωση να προκύπτει κυρίως είτε μέσω του δημοσιογράφου που έχει αναλάβει την κάλυψη του συγκεκριμένου θέματος είτε μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας του Ρ.Ι.Κ.) και να του παράσχει, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, τις σχετικές Κινηματογραφικές Υπηρεσίες.

 

(3) Με την ανάληψη συγκεκριμένης κάλυψης, ο Αιτητής που την έχει αναλάβει μεταβαίνει, κατά τον ενδεδειγμένο χρόνο, στον τόπο όπου αυτή λαμβάνει χώρα και προβαίνει στην απαιτούμενη κινηματογράφηση, χρησιμοποιώντας εξοπλισμό που του παρέχεται εξ ολοκλήρου από το Ρ.Ι.Κ., καθότι αυτός είναι συμβατός με τον εξοπλισμό και τα συστήματα που χρησιμοποιεί το Ρ.Ι.Κ. για την παραγωγή και μετάδοση του σχετικού οπτικοακουστικού υλικού. Όταν δε η κάλυψη αυτή ολοκληρωθεί, παραδίδει το σχετικό οπτικοακουστικό υλικό στο Ρ.Ι.Κ. και επιστρέφει σε καθεστώς διαθεσιμότητας, από το οποίο εξέρχεται εκ νέου είτε όταν του ανατεθεί νέα κινηματογραφική κάλυψη είτε όταν του ζητηθεί, σε σχέση με ήδη παραδοθέν υλικό, να προβεί σε εκ νέου λήψη συγκεκριμένων πλάνων ή σε άλλη αναγκαία συμπληρωματική κάλυψη.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι η σχέση-συνεργασία των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ., ως μελών της ομάδας Κινηματογραφιστών που το Ρ.Ι.Κ. διατηρεί σε σχέση με την επαρχία Λεμεσού, εξελίσσεται διαχρονικά εντός μιας συγκεκριμένης και, κατά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της, αμετάβλητης «εργασιακής πραγματικότητας», ως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω.

 

Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για το σύνολο των χαρακτηριστικών της εν λόγω σχέσης-συνεργασίας, εφόσον ως προς ορισμένα από αυτά, και ιδίως ως προς το συμβατικό πλαίσιο που την περιέβαλλε, καθώς και το ύψος και τον τρόπο καταβολής των απολαβών που κατέβαλλε το Ρ.Ι.Κ. για τις προσφερόμενες Κινηματογραφικές Υπηρεσίες, επέρχονταν διαχρονικά διαδοχικές μεταβολές.

 

Αυτό, άλλωστε, προκύπτει σαφώς από τη συνολική εικόνα που παρουσίαζε η σχέση-συνεργασία των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. ως προς τα χαρακτηριστικά αυτά κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, η οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας μαρτυρία, για έκαστο των Αιτητών ήταν η εξής:

 

Κ.Χ.

 

Η συνεργασία του Κ.Χ. με το Ρ.Ι.Κ. ξεκίνησε περί την 1/11/2000, όταν, κατόπιν «πρόσληψής» του από το τελευταίο, άρχισε να παρέχει προς αυτό Κινηματογραφικές Υπηρεσίες υπό καθεστώς μισθωτού προσώπου (Τεκμήρια 2, 3 και 7), λαμβάνοντας μηνιαίες απολαβές ύψους 600 Λ.Κ., πλέον ποσού 50 Λ.Κ. ως οδοιπορικά (Τεκμήρια 11 και 11Α). Αυτό μεταβλήθηκε την 1/4/2005, όταν τέθηκε σε ισχύ συμφωνητικό έγγραφο, στο οποίο παρουσιάζονταν ως συμβαλλόμενα μέρη, αφενός, το Ρ.Ι.Κ. και, αφετέρου, η G.K.P. Trading Co Ltd, ως ρητώς «αντιπροσωπευόμενη» από τον Κ.Χ., με ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους 12.600 Λ.Κ., καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 12).

 

Το έγγραφο αυτό ακολούθησε νέο «Συμφωνητικό Έγγραφο», το οποίο τέθηκε σε ισχύ από 16/7/2007 μέχρι 30/6/2009 και στο οποίο, και πάλι, παρουσιάζονταν ως συμβαλλόμενα μέρη, αφενός, το Ρ.Ι.Κ. και, αφετέρου, η G.K.P. Trading Co Ltd, ως «αντιπροσωπευόμενη» από τον Κ.Χ., με ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους 13.000 Λ.Κ., καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 13).

 

Σημειώνεται ότι, σε χρόνο μεταγενέστερο της έναρξης ισχύος του εν λόγω Συμφωνητικού Εγγράφου (11/2/2008), τέθηκε σε ισχύ δεύτερο κείμενο συμφωνίας (Τεκμήριο 14), το οποίο αφορούσε την ίδια περίοδο αλλά έφερε τον τίτλο «Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών» χαρακτηρίζοντας την G.K.P. Trading Co Ltd ως τον «ΠΑΡΟΧΕΑ» των σχετικών υπηρεσιών προς το Ρ.Ι.Κ., με ετήσια αμοιβή £13.000/ €22.211,82 και με όρους οι οποίοι προέβλεπαν, μεταξύ άλλων:

 

(1) Την υποχρέωση του Ρ.Ι.Κ. να παρέχει στον «Παροχέα» πρόσβαση στις πληροφορίες, στοιχεία και υλικό που εύλογα απαιτούνταν για την παροχή των συμφωνηθεισών υπηρεσιών, διατηρώντας, ωστόσο, τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την πρόσβαση σε συγκεκριμένα έγγραφα ή πληροφορίες·

 

(2) Τη συμφωνία των μερών ότι η παροχή από το Ρ.Ι.Κ. προς τον «Παροχέα» τεχνικών διευκολύνσεων για τη διεκπεραίωση του έργου, καθώς και η συνεργασία του τελευταίου με την ομάδα εκτέλεσης της παραγωγής, δεν μετέβαλλαν τον χαρακτήρα της συμφωνίας ως «σύμβασης έργου» και ότι αυτή δεν κάλυπτε «πάγιες ή διαρκείς ανάγκες του ΡΙΚ», δεν υπέκρυπτε «κατά κανένα τρόπο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας» και δεν ήταν δυνατή η μετατροπή της σε σύμβαση εργασίας·

 

(3) Το δικαίωμα του Ρ.Ι.Κ., σε περίπτωση μη έγκαιρης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του «Παροχέα» από υπαιτιότητά του, να τερματίσει αμέσως τη συμφωνία, χωρίς προειδοποίηση, και να αξιώσει αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας προέκυπτε από τη μη εκπλήρωση του συμφωνηθέντος έργου·

 

(4) Την αναγνώριση του Ρ.Ι.Κ. ως παραγωγού του οπτικοακουστικού υλικού και ως δικαιούχου όλων των σχετικών δικαιωμάτων επί του παραγόμενου έργου, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων αξιολόγησης, μετάδοσης και τροποποίησής του·

 

(5) Τη μεταβίβαση από τον «Παροχέα» προς το Ρ.Ι.Κ. του συνόλου των περιουσιακών, πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων επί του παραγόμενου έργου, για κάθε μορφή εκμετάλλευσής του και για απεριόριστο χρονικό διάστημα·

 

(6) Το δικαίωμα του Ρ.Ι.Κ. να επαναπρογραμματίζει τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες ανάλογα με τις ανάγκες του προγράμματός του·

 

(7) Το δικαίωμα του Ρ.Ι.Κ. να τερματίσει τη συμφωνία, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της από τον «Παροχέα» και

 

(8) Τον χαρακτηρισμό των πρώτων δύο (2) μηνών της συμφωνίας ως δοκιμαστικής περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας το Ρ.Ι.Κ. διατηρούσε το δικαίωμα να διακόψει τη συμφωνία οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.

 

Ακολούθως από 1/7/2010 μέχρι 30/6/2011, τέθηκε σε ισχύ νέα «Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών», η οποία περιείχε, κατά τα ουσιώδη, όρους αντίστοιχους με εκείνους της πιο πάνω «Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών» (Τεκμήριο 14), με ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους €23.711,82, πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 15).

 

Τη συμφωνία αυτή ακολούθησαν αντίστοιχες συμφωνίες ως ακολούθως:

 

(1) Για την περίοδο από 1/2/2013 μέχρι 31/1/2014, στην οποία ως συμβαλλόμενα μέρη παρουσιάζονταν το Ρ.Ι.Κ. και η En Face Studio – G.K.P. Trading Co Ltd, με την τελευταία να εκπροσωπείται από τον Κ.Χ., και με ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους €23.274, πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 16).

 

(2) Για την περίοδο από 1/6/2017 μέχρι 31/12/2017, στην οποία ως συμβαλλόμενα μέρη παρουσιάζονταν το Ρ.Ι.Κ. και ο Κ.Χ. προσωπικά, με συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα ύψους €1.751,60, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 17).

 

(3) Για την περίοδο από 1/1/2018 μέχρι 31/12/2018, στην οποία ως συμβαλλόμενα μέρη παρουσιάζονταν το Ρ.Ι.Κ. και η Fotografiko Studio En Face – G.K.P. Trading Co Ltd, με την τελευταία να εκπροσωπείται από τον Κ.Χ. και με συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα ύψους €1.751,60 (Τεκμήρια 18 και 19), με την τελευταία αυτή συμφωνία να ανανεώνεται για τις περιόδους από 1/1/2019 μέχρι 31/12/2019 (Τεκμήριο 20) και από 1/1/2020 μέχρι 31/12/2020 (Τεκμήριο 20Β), με το συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα να παραμένει στο ποσό των €1.751,60 και τους λοιπούς όρους των σχετικών συμφωνιών να διατηρούνται αμετάβλητοι.

 

Από την περίοδο αυτή και εντεύθεν, και για τα τελευταία πέντε (5) χρόνια πριν από την έναρξη της παρούσας Ακροαματικής Διαδικασίας, η σχέση-συνεργασία αυτή, όπως ρητώς ανέφερε ο Κ.Χ., χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από το Ρ.Ι.Κ., αφορούσε εκ νέου τον ίδιο τον Αιτητή και το Ρ.Ι.Κ., με τον πρώτο να αναλαμβάνει, στη βάση συμφωνιών παροχής υπηρεσιών που συνάπτονταν απευθείας μεταξύ τους, την υποχρέωση παροχής των σχετικών Κινηματογραφικών Υπηρεσιών προς το τελευταίο, σύμφωνα με το πιο πάνω πλαίσιο συνεργασίας.

 

Χ.Δ.

 

Σε σχέση με τον Χ.Δ., η επίδικη σχέση-συνεργασία του με το Ρ.Ι.Κ. ξεκίνησε από 1/9/2010, όταν τέθηκε σε ισχύ «Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών» που είχε συναφθεί απευθείας μεταξύ του ιδίου και του Ρ.Ι.Κ., διάρκειας μέχρι 31/8/2011 (και η οποία περιείχε όρους αντίστοιχους με εκείνους των πιο πάνω «Συμφωνιών Παροχής Υπηρεσιών» που είχαν συναφθεί σε σχέση με τον Κ.Χ.), με ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους €18.600, πλέον Φ.Π.Α. όπου εφαρμοζόταν, καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 22).

 

Η εν λόγω συμφωνία ανανεώθηκε ακολούθως για τις περιόδους από 1/9/2011 μέχρι 31/8/2012 (Τεκμήριο 22Α) και από 1/9/2012 μέχρι 31/8/2013 (Τεκμήριο 22Γ), με το ετήσιο συμφωνηθέν αντάλλαγμα να παραμένει στο ποσό των €18.600, πλέον Φ.Π.Α., καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, και τους λοιπούς όρους των σχετικών συμφωνιών να διατηρούνται, κατά τα ουσιώδη, αμετάβλητοι. Η παροχή Κινηματογραφικών Υπηρεσιών από τον Χ.Δ. προς το Ρ.Ι.Κ. από 1/9/2010 επιβεβαιώθηκε, επίσης, με σχετική βεβαίωση του τελευταίου, ημερομηνίας 20/9/2011 (Τεκμήριο 22Β).

 

Σε μεταγενέστερο στάδιο, η εν λόγω σχέση–συνεργασία εξακολούθησε να παρατείνεται με διαδοχικές επιστολές του Ρ.Ι.Κ., αρχικά μέχρι 31/7/2014 (Τεκμήριο 22Δ), ακολούθως μέχρι 30/9/2014 και 31/12/2014 (Τεκμήρια 22Ε και 22ΣΤ) και, στη συνέχεια, μέχρι 30/6/2015 (Τεκμήριο 22Ζ) και 31/12/2015 (Τεκμήριο 22Η). Κατά τις εν λόγω ανανεώσεις διατηρήθηκαν οι υφιστάμενοι συμβατικοί όροι, ενώ το συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα είχε καθοριστεί, από 1/12/2013, στο ποσό των €1.225,28.

 

Η σχέση-συνεργασία εξακολούθησε να ανανεώνεται μέχρι 30/6/2016 (Τεκμήριο 22Θ) και 31/12/2016 (Τεκμήριο 22Ι), καθώς και για την περίοδο από 1/1/2017 μέχρι 31/12/2017 (Τεκμήριο 22Κ), με το συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα να αυξάνεται, από 1/6/2017, από €1.225,28 σε €1.375,28. Ακολούθησαν περαιτέρω ανανεώσεις για τις περιόδους από 1/1/2018 μέχρι 31/12/2018 (Τεκμήριο 22Λ), από 1/1/2019 μέχρι 31/12/2019 (Τεκμήριο 22Μ) και από 1/1/2020 μέχρι 31/12/2020 (Τεκμήριο 22Ν), με τους λοιπούς όρους των σχετικών συμφωνιών να διατηρούνται αμετάβλητοι και το συμφωνηθέν μηνιαίο αντάλλαγμα να παραμένει στο ποσό των €1.375,28.

 

ΕΠΙΔΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

 

Έχοντας υπόψη μας τη σχετική μαρτυρία, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι από αυτή προκύπτει σαφώς πως η επίδικη σχέση-συνεργασία μεταξύ των Αιτητών και του Ρ.Ι.Κ. παρουσίαζε, στην πράξη, τέτοια χαρακτηριστικά και στοιχεία, ώστε να εγείρεται ευθέως ζήτημα ως προς το νομικό καθεστώς υπό το οποίο οι Αιτητές παρείχαν τις Κινηματογραφικές Υπηρεσίες τους προς το Ρ.Ι.Κ.

 

Άλλωστε, αυτό αποτελεί και τη βασική υπερασπιστική γραμμή του Ρ.Ι.Κ., το οποίο υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι το νομικό καθεστώς υπό το οποίο οι Αιτητές παρείχαν προς αυτό τις υπηρεσίες τους δεν ήταν τέτοιο που να ενεργοποιεί τις πρόνοιες του Ν.98(Ι)/2003, εφόσον οι ίδιοι δεν αποτελούσαν εργοδοτουμένους του «με την έννοια του Νόμου».

 

Ενόψει αυτού και με δεδομένο ότι, στην παρούσα περίπτωση, εκείνο που ουσιαστικά αμφισβητείται από την πλευρά του Ρ.Ι.Κ. (τόσο στο πλαίσιο της σχετικής δικογραφίας του όσο και της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από τους μάρτυρες που κλήθηκαν εκ μέρους του) είναι η συνδρομή της αρχικής προϋπόθεσης που θέτει ο Ν.98(Ι)/2003 για την ενεργοποίηση των σχετικών προνοιών του (όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω) καθίσταται σαφές ότι το βασικό επίδικο ερώτημα που καλούμαστε εδώ να απαντήσουμε είναι κατά πόσον η επίδικη σχέση-συνεργασία των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. αποτελούσε σύμβαση εργασίας για σκοπούς του Ν.98(Ι)/2003 ή όχι και, συνακόλουθα, κατά πόσον η απόδοση προς όφελός τους των Επίδικων Θεραπειών, στον βαθμό που αυτές στηρίζονται στις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, δικαιολογείται.

 

 

Απαντώντας το Επίδικο Ερώτημα, σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως καθίσταται σαφές, ο Ν.98(Ι)/2003 αποτελεί εναρμονιστική νομοθεσία, η οποία εισήχθη στην Κυπριακή έννομη τάξη για σκοπούς εναρμόνισής της με τις πρόνοιες της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 («Οδηγία») σχετικά με τη Συμφωνία-Πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP («Συμφωνία-Πλαίσιο»).

 

Έχοντας αυτό υπόψη, το εδώ ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί όχι μόνο υπό το πρίσμα των ίδιων των προνοιών του[5], αλλά και υπό το πρίσμα της Ρήτρας 3(1) της Συμφωνίας-Πλαισίου, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.»

 

Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δ.Ε.Ε.») και κυρίως στο πλαίσιο:

 

(1) Της σχετικής απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση Del Cerro Alonso[6] όπου καθορίστηκε ότι:

 

«28. … η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζονται στο σύνολο των εργαζομένων που παρέχουν αμειβόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου.»

 

(2) Των σχετικών αποφάσεων που επιβεβαίωσαν το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, περιλαμβανομένης και της απόφασής του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση Rosado Santana[7], στην οποία σημειώθηκαν σχετικά τα εξής[8]:

 

«39. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά τη ρήτρα 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου οι οποίοι έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.

 

40. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζονται στο σύνολο των εργαζομένων που παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου την οποία έχουν συνάψει με τον εργοδότη τους (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. I-7109, σκέψη 28).»

 

Σημειώνεται ότι παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49, όπου, αναφερόμενο στο εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο, σημείωσε ότι αυτό:

 

«...προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.»

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η προστασία που παρέχουν ο Ν.98(Ι)/2003 και η Οδηγία δεν εκτείνεται σε κάθε πρόσωπο που παρέχει εργασία (υπό την ευρεία έννοια που μπορεί να λάβει ο όρος αυτός) αλλά περιορίζεται στα πρόσωπα που παρέχουν εργασία υπό συγκεκριμένο νομικό καθεστώς, το οποίο συνιστά «σύμβαση εργασίας».

 

Το πότε, όμως, στοιχειοθετείται η ύπαρξη του εν λόγω νομικού καθεστώτος δεν προσδιορίζεται ρητώς ούτε στον Ν.98(Ι)/2003 ούτε στην Οδηγία, με τα σχετικά κείμενα να μην περιλαμβάνουν στo σώμα τους συγκεκριμένο εννοιολογικό προσδιορισμό του.

 

Αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ξενίζει ή να προκαλεί προβληματισμό, εφόσον βρίσκεται σε απόλυτη συμμόρφωση:

 

(1) τόσο με τη νομολογία του  Δ.Ε.Ε. ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό μιας σχέσης ως σύμβασης εργασίας για σκοπούς του Ενωσιακού Δικαίου γενικότερα (σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη τέτοιας σύμβασης διαπιστώνεται από τα αρμόδια εθνικά Δικαστήρια στη βάση συνολικής εκτίμησης των ιδιαίτερων περιστάσεων της εκάστοτε υπόθεσης)[9],

 

(2) όσο και με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τον αντίστοιχο νομικό χαρακτηρισμό για σκοπούς της Κυπριακής εργατικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω σχέση δεν μπορεί να καθοριστεί κατά τρόπο εξαντλητικό σε νομοθετικό επίπεδο, αλλά η διαπίστωση της ύπαρξής της εξαρτάται από τη συνολική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εκάστοτε σχέσης – σύμβασης (βλ. μεταξύ άλλων, Cleanthis Christofides Ltd v. The Fund for Redundant Employees & Another (1978) 1 C.L.R. 208 και Avraam K. Prousi v. Redundant Employees Fund (1988) 1 C.L.R. 363).

 

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναπτύχθηκε κυρίως, όχι σε σχέση με τον Ν.98(Ι)/2003, αλλά σε σχέση με τη βασική εργατική νομοθεσία που αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης, ήτοι τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο του 1967 («Ν.24/1967») ο οποίος, όπως καθίσταται σαφές, θέτει ως βασική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των σχετικών προνοιών του την ύπαρξη σύμβασης-σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου.

 

Παρά ταύτα, με δεδομένο ότι σχεδόν όλοι οι κυπριακοί εργατικοί Νόμοι, περιλαμβανομένου και του Ν.98(Ι)/2003, εμπεριέχουν ορισμούς αντίστοιχους με εκείνον του Ν.24/1967 (υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν, για την ενεργοποίηση των σχετικών προνοιών τους, επίσης τη διαπίστωση της ύπαρξης σύμβασης-σχέσης εργασίας) γίνεται δεκτό ότι ο πιο πάνω ορισμός μπορεί να λειτουργήσει ως γενικός ορισμός της έννοιας του «εργοδοτουμένου» που προστατεύεται από τις πρόνοιες των Νόμων αυτών (και η νομολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με αυτόν ως ένα γενικότερο καθοδηγητικό πλαίσιο για τη διάγνωση της ύπαρξης σχέσης εργασίας στο πλαίσιο της κυπριακής εργατικής νομοθεσίας γενικότερα)[10].

 

Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω, για σκοπούς απάντησης στο Επίδικο Ερώτημα, εξετάσαμε ενδελεχώς το σύνολο των σχετικών επί του θέματος αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταλήγοντας, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι αυτό:

 

(1) Στο πλαίσιο των αρχικών σχετικών αποφάσεών του (βλ. κυρίως αποφάσεις Christofides και Prousi (πιο πάνω)), καθόρισε τις βασικές αρχές που διέπουν τη διάκριση μεταξύ σύμβασης εργασίας και σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, αποσαφηνίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι:

 

(α) Καθοριστικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σύμβασης ή σχέσης εργασίας είναι το κριτήριο του «εργοδοτικού ελέγχου», δηλαδή το κατά πόσον ο εργοδότης ασκεί, στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος, εξουσία επί της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, καθορίζοντας και ελέγχοντας την παρεχόμενη εργασία.

 

(β) Παρά την καθοριστική σημασία του πιο πάνω κριτηρίου, αυτό δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια για τη διάγνωση της ύπαρξης τέτοιας σύμβασης ή σχέσης, αλλά, τουναντίον, πρέπει να συνεκτιμάται με το σύνολο των λοιπών πραγματικών στοιχείων και περιστάσεων που περιβάλλουν την επίμαχη σύμβαση ή σχέση.

 

(γ) Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συνεκτιμώνται για σκοπούς διαπίστωσης της ύπαρξης τέτοιας σύμβασης ή σχέσης περιλαμβάνονται και τα λεγόμενα «τυπικά στοιχεία» αυτής, όπως ο χαρακτηρισμός που της αποδίδουν τα μέρη, η καταβολή ή μη εισφορών προς όφελος του εργοδοτουμένου στα διάφορα κρατικά ταμεία, καθώς και οι σχετικές δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν τα μέρη προς τις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν, από μόνα τους, να έχουν αποφασιστική σημασία ούτε να δεσμεύουν το Δικαστήριο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της επίμαχης σύμβασης ή σχέσης, εφόσον ο χαρακτηρισμός αυτός, ως ζήτημα νομικό, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου.

 

(2) Στο πλαίσιο των μεταγενέστερων σχετικών αποφάσεών του (βλ. μεταξύ άλλων, Προική Πάρις και Άλλη ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2002) 1 Α.Α.Δ. 736, Tsapaco Catering Ltd ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 796 και Lounic Confectionery Ltd ν. Θεοδώρου Θεοδώρου (Αρ. 2) (2015) 1 Α.Α.Δ. 2247):

 

(α) αφενός, επιβεβαίωσε την πιο πάνω προσέγγιση, ότι δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το κριτήριο του εργοδοτικού ελέγχου, αλλά προϋποθέτει τη συνολική αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εκάστοτε περίπτωσης και

 

(β) αφετέρου, καθόρισε, στη βάση της προσέγγισης αυτής, σειρά κριτηρίων που πρέπει να συνεκτιμώνται από τα Δικαστήρια για τη διάγνωση της ύπαρξης σύμβασης ή σχέσης εργασίας, μεταξύ των οποίων είναι και: (i) η υποχρέωση του εργοδοτουμένου να διαθέτει τον χρόνο του για την προώθηση των εργασιών του εργοδότη, (ii) η παροχή από τον εργοδότη γραφειακού χώρου ή/και των αναγκαίων μέσων για την εκτέλεση της εργασίας, (iii) η υποχρέωση του εργοδοτουμένου να συμμορφώνεται με τους όρους και τις οδηγίες του εργοδότη, (iv) η μη συμμετοχή του εργοδοτουμένου στους κινδύνους της επιχείρησης, (v) το δικαίωμα του εργοδότη να επιλέγει το πρόσωπο του εργοδοτουμένου, (vi) η καταβολή μισθού ή/και άλλων απολαβών, (vii) η απασχόληση σε συγκεκριμένες ώρες και σε συγκεκριμένο χώρο, (viii) η διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και της καταβολής μισθού ή/και άλλων απολαβών, (ix) η αυτοπρόσωπη παροχή των υπηρεσιών, (x) η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας για απουσία από την εργασία, (xi) ο καθορισμός ή/και ο έλεγχος από τον εργοδότη του τρόπου, της μεθόδου και του είδους παροχής της εργασίας και (xii) το δικαίωμα του εργοδότη να τερματίζει την απασχόληση του εργοδοτουμένου.

 

(3) Στηρίχθηκε, για σκοπούς διαμόρφωσης της πιο πάνω νομολογιακής του προσέγγισης επί του θέματος, σε σημαντικό βαθμό, στις αρχές που καθιερώθηκαν σχετικά από τη νομολογία των Αγγλικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης πρέπει να γίνεται στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το κριτήριο της «αμοιβαιότητας των υποχρεώσεων» (mutuality of obligation), δηλαδή της ύπαρξης επαρκών αμοιβαίων συμβατικών δεσμεύσεων μεταξύ των μερών, ικανών να θεμελιώσουν σχέση εργασίας, όπως, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση του ενός μέρους να παρέχει την εργασία του και η αντίστοιχη υποχρέωση του άλλου να αποδέχεται την παροχή της και να καταβάλλει το συμφωνηθέν αντάλλαγμα (βλ. κυρίως, Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v Minister of Pensions and National Insurance [1968] 2 QB 497, Market Investigations Ltd v Minister of Social Security [1969] 2 QB 173 και Carmichael and Another v National Power Plc [1999] UKHL 47 [1999] ICR 1226).

 

Συγκεκριμένα, το κριτήριο της αμοιβαιότητας των υποχρεώσεων αναδείχθηκε ως κρίσιμο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σχέσης – σύμβασης εργασίας, πιο σημαντικά, στην απόφαση Carmichael (πιο πάνω), στην οποία το εκδικάζον Δικαστήριο εξέτασε υπόθεση προσώπων που απασχολούνταν ως ξεναγοί σε εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (power station), στη βάση συμφωνίας για περιστασιακή παροχή υπηρεσιών, ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης, με το επίδικο ερώτημα να είναι κατά πόσον η μεταξύ τους συμφωνία δημιουργούσε συνεχή σχέση εργασίας, η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται και κατά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία οι ενδιαφερόμενες δεν παρείχαν πραγματικά τις υπηρεσίες τους. Απαντώντας αρνητικά στο ερώτημα αυτό το Δικαστήριο τόνισε ότι, υπό τις περιστάσεις, απουσίαζε «εκείνο το αναγκαίο ελάχιστο στοιχείο αμοιβαιότητας υποχρεώσεων για τη δημιουργία σύμβασης εργασίας» (that irreducible minimum of mutual obligation necessary to create a contract of service) με αποτέλεσμα να μην υφίσταται συνεχής σύμβαση εργασίας κατά τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν παρεχόταν πράγματι εργασία.

 

Λαμβάνοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, προχωρήσαμε, εν τέλει, στη συνολική αξιολόγηση της ενώπιόν μας μαρτυρίας, υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών νομολογιακών αρχών, προκειμένου να καταλήξουμε σε τελική κρίση επί του Επίδικου Ερωτήματος.

 

Ολοκληρώνοντας, δε, την αξιολόγηση αυτή, καταλήξαμε σε τελική κρίση ότι η επίδικη σχέση-συνεργασία των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. συνιστά, κατά την πραγματική της φύση, «σύμβαση εργασίας» κατά την έννοια του Ν.98(Ι)/2003, με αποτέλεσμα το Επίδικο Ερώτημα να απαντηθεί καταφατικά και η ενεργοποίηση των σχετικών προνοιών του εν λόγω Νόμου να δικαιολογείται.

 

Αναλύοντας τα επιμέρους στάδια της εν λόγω αξιολόγησης που μας οδήγησαν στην κρίση αυτή, σημειώνουμε τα εξής:

 

Αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία, κατ’ αρχάς, διαπιστώσαμε ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν τις Συνενωμένες Αιτήσεις παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες με εκείνα που εξετάστηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση Carmichael (πιο πάνω), υπό την έννοια ότι οι Αιτητές, όπως και τα πρόσωπα στα οποία αφορούσε η υπόθεση εκείνη, παρείχαν τις υπηρεσίες τους προς το Ρ.Ι.Κ. (κυρίως) όχι στη βάση σταθερά και εκ των προτέρων καθορισμένων επιμέρους αναθέσεων, αλλά ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και αναθέσεις του Ρ.Ι.Κ., κατόπιν σχετικών κλήσεων που το τελευταίο απηύθυνε σε αυτούς σχεδόν σε καθημερινή βάση.

 

Αυτό μας οδήγησε να εξετάσουμε, σε πρώτο στάδιο, κατά πόσον στην περίπτωση των Αιτητών συντρέχει το αναγκαίο στοιχείο της αμοιβαιότητας των υποχρεώσεων (mutuality of obligation), όπως αυτό αναλύθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, και, ειδικότερα, κατά πόσον η επίδικη σχέση – συνεργασία περιλάμβανε επαρκείς και αμοιβαίες υποχρεώσεις τέτοιας φύσης ώστε να δύναται να χαρακτηριστεί ως σχέση εργασίας.

 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση αυτή, διαπιστώσαμε ότι, παρά την πιο πάνω ομοιότητα, η περίπτωση των Αιτητών διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνη που εξετάστηκε στην υπόθεση Carmichael (πιο πάνω), εφόσον η σχέση-συνεργασία τους με το Ρ.Ι.Κ. χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συγκεκριμένων και διαρκών αμοιβαίων υποχρεώσεων εργασιακού χαρακτήρα και, κυρίως, από την υποχρέωση των Αιτητών να παραμένουν διαθέσιμοι στο πλαίσιο συστήματος εναλλασσόμενων καθημερινών δωδεκάωρων περιόδων διαθεσιμότητας και να ανταποκρίνονται στις σχετικές κλήσεις του Ρ.Ι.Κ., παρέχοντας αυτοπροσώπως τις απαιτούμενες Κινηματογραφικές Υπηρεσίες (χωρίς να έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται ή να απορρίπτουν, κατά την κρίση τους, τις επιμέρους αναθέσεις) και, αντιστοίχως, από την υποχρέωση του Ρ.Ι.Κ. να τους καλεί για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και να τους καταβάλλει το συμφωνηθέν αντάλλαγμα σε τακτική και συνεχή βάση.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, καταλήξαμε στην κρίση ότι το στοιχείο της αμοιβαιότητας των υποχρεώσεων συντρέχει στην περίπτωση των Αιτητών κατά τρόπο σαφή και διαρκή, γεγονός που αδιαμφισβήτητα τείνει να καταδείξει ότι η επίδικη σχέση-συνεργασία συνιστά, κατά την πραγματική της φύση, σύμβαση εργασίας, κατά την έννοια του Ν.98(Ι)/2003, με αποτέλεσμα οι σχετικές πρόνοιες του προς όφελος των Αιτητών να ενεργοποιούνται.

 

Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κρίση μας, προχωρήσαμε, στη συνέχεια, σε περαιτέρω εξέταση της ενώπιόν μας μαρτυρίας, προκειμένου να διαπιστώσουμε κατά πόσον στην επίδικη σχέση-συνεργασία προκύπτουν και άλλα στοιχεία και χαρακτηριστικά, τα οποία επίσης τείνουν να καταδείξουν ότι αυτή συνιστά, κατά την πραγματική της φύση, σύμβαση εργασίας, κατά την έννοια του Ν.98(Ι)/2003, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι πράγματι τέτοια στοιχεία εντοπίζονται και ότι αυτά είναι, κυρίως, τα στοιχεία (1) του εργοδοτικού ελέγχου (2) της οργανωτικής ένταξης (3) της παροχής του αναγκαίου εξοπλισμού – απουσίας ουσιαστικού επιχειρηματικού κινδύνου, καθώς και (4) της αυτοπρόσωπης παροχής των υπηρεσιών.

 

Αναλύοντας περαιτέρω τα πιο πάνω στοιχεία, σημειώνουμε τα εξής:

 

(1) Εργοδοτικός Έλεγχος.

 

Εξετάζοντας την ενώπιόν μας μαρτυρία, διαπιστώσαμε, κατ’ αρχάς, ότι το Ρ.Ι.Κ., στο πλαίσιο της επίδικης σχέσης-συνεργασίας, ασκεί συγκεκριμένης μορφής εργοδοτικό έλεγχο επί της εκτέλεσης των Κινηματογραφικών Υπηρεσιών από τους Αιτητές, υπό την έννοια ότι:

 

(α) Καθορίζει το αντικείμενο των εκάστοτε αναθέσεων, αποφασίζοντας ποια θέματα ή γεγονότα καλούνται να καλύψουν οι Αιτητές και παρέχοντάς τους τις αντίστοιχες οδηγίες.

 

(β) Καθορίζει τον τόπο και τον χρόνο εκτέλεσης των σχετικών εργασιών, προσδιορίζοντας πού και πότε πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκάστοτε κινηματογραφική κάλυψη.

 

(γ) Ασκεί έλεγχο και επί του τρόπου εκτέλεσης των εργασιών, εφόσον οι Αιτητές οφείλουν να συμμορφώνονται με τις τεχνικές απαιτήσεις και τις σχετικές οδηγίες του κατά τη λήψη του υλικού, ενώ το Ρ.Ι.Κ. διατηρεί τη δυνατότητα να αξιολογεί το παραγόμενο υλικό και να ζητά, εφόσον αυτό δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, την επανάληψη ή τη συμπλήρωση συγκεκριμένων λήψεων.

 

(2) Οργανωτική ένταξη.

 

Επίσης, διαπιστώσαμε ότι η παροχή των σχετικών Κινηματογραφικών Υπηρεσιών δεν πραγματοποιείται ανεξάρτητα από την οργανωτική λειτουργία του Ρ.Ι.Κ., αλλά, τουναντίον, εντός συγκεκριμένης οργανωτικής δομής, η οποία έχει διαμορφωθεί από το ίδιο το Ρ.Ι.Κ. (χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή των Αιτητών στη διαμόρφωση ή στη λήψη αποφάσεων ως προς τη λειτουργία της) και η οποία είναι δομικά και λειτουργικά ενταγμένη σε συγκεκριμένο τμήμα του Ρ.Ι.Κ., ήτοι στο Τμήμα Στήριξης.

 

(3) Παροχή εξοπλισμού - Απουσία επιχειρηματικού κινδύνου.

 

Παράλληλα, διαπιστώσαμε και ότι, κατά την παροχή των Κινηματογραφικών Υπηρεσιών, οι Αιτητές δεν χρησιμοποιούν δικό τους τεχνικό εξοπλισμό, αλλά τον εξοπλισμό που τους παρέχει το ίδιο το Ρ.Ι.Κ., περιλαμβανομένης της κάμερας και του συναφούς εξοπλισμού, ο οποίος ανταποκρίνεται στις τεχνικές απαιτήσεις του τελευταίου και διασφαλίζει τη συμβατότητα του παραγόμενου υλικού με τα συστήματά του.

 

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ως προς το στοιχείο της απουσίας ουσιαστικού επιχειρηματικού κινδύνου από πλευράς των Αιτητών, εφόσον, όπως προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία, ο εν λόγω εξοπλισμός όχι μόνο ανήκει στο Ρ.Ι.Κ., αλλά ασφαλίζεται και από αυτό, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην απαιτείται να προβαίνουν σε ουσιώδη επένδυση κεφαλαίου για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών ούτε να αναλαμβάνουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο που θα συνεπαγόταν η εξασφάλιση, συντήρηση και διατήρηση του αναγκαίου τεχνικού εξοπλισμού.

 

(4) Αυτοπρόσωπη παροχή των υπηρεσιών.

 

Τέλος, διαπιστώσαμε και ότι οι Αιτητές παρέχουν αυτοπροσώπως τις Κινηματογραφικές Υπηρεσίες προς το Ρ.Ι.Κ., χωρίς να διαθέτουν πραγματική δυνατότητα να αναθέτουν, κατά την κρίση τους, την εκτέλεση των σχετικών εργασιών σε τρίτα πρόσωπα.

 

Επεξηγώντας αυτό σημειώνουμε ότι από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτει ότι οι Αιτητές ανταποκρίνονται αυτοπροσώπως στις αναθέσεις του Ρ.Ι.Κ., χωρίς να έχουν την ευχέρεια να υποκαθίστανται από άλλα πρόσωπα της επιλογής τους, με τη σχετική υποχρέωση να αποτελεί, σε κάθε σχετικό χρόνο, σταθερό χαρακτηριστικό της επίδικης σχέσης-συνεργασίας.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνουμε σκόπιμο, ειδικότερα σε σχέση με την περίπτωση του Κ.Χ., να υπογραμμίσουμε ότι η πιο πάνω διαπίστωση δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί από το γεγονός ότι, κατά ορισμένες περιόδους της επίδικης σχέσης-συνεργασίας, στις συμφωνίες που διείπαν τη σχέση του με το Ρ.Ι.Κ., ως συμβαλλόμενο μέρος παρουσιαζόταν η G.K.P. Trading Co Ltd.

 

Προτού επεξηγήσουμε την κρίση μας αυτή, διευκρινίζουμε ότι, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες από τις σχετικές συμφωνίες παρουσιάζονταν ως συμβαλλόμενα μέρη πρόσωπα υπό τις επωνυμίες «En Face Studio – G.K.P. Trading Co Ltd» και «Fotografiko Studio En Face – G.K.P. Trading Co Ltd» (Τεκμήρια 16 και 18) και τη σχετική θέση του Ρ.Ι.Κ. ότι κατά τις περιόδους αυτές η σχέση-συνεργασία προέκυπτε με τα εν λόγω πρόσωπα, από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτει ότι το μόνο διακριτό νομικό πρόσωπο που σχετιζόταν με τον Κ.Χ. και εμφανιζόταν ως συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο της σχέσης-συνεργασίας του με το Ρ.Ι.Κ. ήταν η G.K.P. Trading Co Ltd, με τις πιο πάνω επωνυμίες να μην αφορούν άλλα αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αλλά να αποτελούν, στην ουσία, συνδυαστικές αναφορές στην εν λόγω εταιρεία και στην εμπορική επωνυμία που είχε στην ιδιοκτησία της κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τη «Fotografiko Studio En Face» (Τεκμήριο 21Α).

 

Επεξηγώντας, τώρα, την πιο πάνω κρίση μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στην απόφαση Catamaran Cruisers Ltd v Williams & Ors [1994] IRLR 386, όπου το εκεί Δικαστήριο, απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσον η παρεμβολή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στο συμβατικό πλαίσιο μιας σχέσης αποκλείει, αφ’ εαυτής, τη συνέχιση ή αναγνώριση σύμβασης εργασίας, σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«There is no rule of law that the importation of a limited company into a relationship such as existed in this case prevents the continuation of a contract of employment. If the true relationship is that of employer and employee, it cannot be changed by putting a different label upon it.»

 

Συνεπακόλουθα, υπό το πρίσμα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, με την οποία συμφωνούμε, και λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουμε ήδη διαπιστώσει ως προς τις πραγματικές συνθήκες παροχής των Κινηματογραφικών Υπηρεσιών από τον Κ.Χ., η κρίση μας δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το ότι το γεγονός πως η G.K.P. Trading Co Ltd εμφανίζεται ως συμβαλλόμενο μέρος σε ορισμένες από τις σχετικές συμφωνίες δεν αναιρεί το ουσιώδες πραγματικό δεδομένο ότι οι σχετικές υπηρεσίες παρέχονταν αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον Κ.Χ., με αποτέλεσμα το στοιχείο της αυτοπρόσωπης παροχής των υπηρεσιών να συντρέχει και στην περίπτωσή του.

 

Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω, καθώς και την ιδιαίτερη βαρύτητα που αποδίδει η νομολογία στα στοιχεία που εντοπίσαμε για σκοπούς διάγνωσης της ύπαρξης σχέσης εργασίας, καταλήξαμε στην πιο πάνω κρίση, ότι δηλαδή η επίδικη σχέση-συνεργασία των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. συνιστά, κατά την πραγματική της φύση, σύμβαση εργασίας κατά την έννοια του Ν.98(Ι)/2003, με αποτέλεσμα το Επίδικο Ερώτημα να απαντάται καταφατικά και οι σχετικές πρόνοιες του εν λόγω Νόμου να ενεργοποιούνται.

 

Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζουμε ότι, για την κατάληξή μας στην κρίση αυτή, λάβαμε υπόψη μας και το γεγονός ότι η σχέση των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. παρουσιάζει, κυρίως ως προς τα τυπικά χαρακτηριστικά της, εικόνα η οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν συνάδει με την ύπαρξη σχέσης εργασίας, υπό την έννοια ότι οι Αιτητές παρείχαν τις Κινηματογραφικές Υπηρεσίες στη βάση συμφωνιών που έφεραν τον τίτλο «Συμφωνίες Παροχής Υπηρεσιών», αντιμετωπίζονταν, για σκοπούς Κοινωνικών Ασφαλίσεων και φορολογίας, ως αυτοτελώς εργαζόμενοι και εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια για την καταβολή του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, ενώ, ειδικότερα στην περίπτωση του Κ.Χ., σε ορισμένες από τις σχετικές συμφωνίες εμφανιζόταν ως συμβαλλόμενο μέρος η G.K.P. Trading Co Ltd. Εντούτοις, με δεδομένες τις σχετικές αρχές που αναλύσαμε ανωτέρω και, ειδικότερα, την αρχή ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον τύπο που αυτή περιβάλλεται ή από τον χαρακτηρισμό που της αποδίδουν τα μέρη, αλλά από την πραγματική της φύση, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των ουσιαστικών χαρακτηριστικών της, κρίναμε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι ικανά, από μόνα τους, να ανατρέψουν την πιο πάνω κρίση μας ως προς την ύπαρξη σύμβασης ή σχέσης εργασίας μεταξύ των Αιτητών και του Ρ.Ι.Κ. (βλ. κυρίως τις αποφάσεις Christofides, Prousi και Catamaran (πιο πάνω)).

 

ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Έχοντας καταλήξει στην πιο πάνω κρίση και με δεδομένο ότι το Ρ.Ι.Κ. ουδέποτε αμφισβήτησε ότι οι Αιτητές παρείχαν τις Κινηματογραφικές Υπηρεσίες στη βάση διαδοχικών συμφωνιών ορισμένου χρόνου, η συνολική διάρκεια των οποίων υπερέβαινε τους 30 μήνες, κρίνουμε ότι η αναγνώριση της συμβάσης εργασίας των Αιτητών με το Ρ.Ι.Κ. ως σύμβαση εργασίας αορίστου διάρκειας, για σκοπούς του Ν.98(I)/2003, δικαιολογείται.

 

Ως προς τον χρόνο έναρξη της αναγνώρισης αυτής σημειώνουμε τα εξής:

 

Το Άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου («Ν.8/1967») προβλέπει ότι:

 

«Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό.»

 

Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι οι αξιώσεις που προωθούνται ενώπιον του Δ.Ε.Δ. υπόκεινται σε δωδεκάμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από τον χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι αμφότεροι οι Αιτητές είχαν, με τη συμπλήρωση τριάντα (30) μηνών από την έναρξη της σχέσης-συνεργασίας τους με το Ρ.Ι.Κ., αποκτήσει το δικαίωμα να προσφύγουν στο Δ.Ε.Δ., διεκδικώντας την αναγνώριση της απασχόλησής τους ως αορίστου διάρκειας. Εντούτοις, οι Επίδικες Αιτήσεις καταχωρίστηκαν στις 20/9/2019, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οι Αιτητές συνέχισαν να απασχολούνται στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

 

Συνεπακόλουθα, αποτελεί κρίση μας ότι, υπό το φως της πιο πάνω δωδεκάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η αναγνώριση της απασχόλησης των Αιτητών ως αορίστου διάρκειας δεν μπορεί να ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο των δώδεκα (12) μηνών πριν από την καταχώριση των Επίδικων Αιτήσεων, με αποτέλεσμα η αναγνώριση της απασχόλησής τους στο Ρ.Ι.Κ. ως αορίστου διάρκειας να πρέπει να ισχύει από τις 20/9/2018.

 

Ως προς το Αιτητικό Γ, σημειώνουμε τα εξής:

 

Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της εν λόγω αξίωσης, σε συνάρτηση με τις εφαρμοστέες νομοθετικές πρόνοιες και τη σχετική νομολογία, καταλήγουμε στην κρίση ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και, συνεπακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί.

 

Επεξηγώντας την κρίση μας αυτή, σημειώνουμε ότι ο Ν.98(Ι)/2003 για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπει ως έννομη συνέπεια τη μετατροπή της σύμβασης σε σύμβαση αορίστου διάρκειας, χωρίς να καθιερώνει, παράλληλα, αυτοτελές δικαίωμα αποζημίωσης λόγω και μόνο της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών.

 

Η προσέγγιση αυτή είναι, άλλωστε, συμβατή τόσο με την Οδηγία όσο και με τη Συμφωνία-Πλαίσιο, εφόσον, όπως το Δ.Ε.Ε. έχει σχετικά διευκρινίσει στο πλαίσιο της νομολογίας του, το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν, επιπρόσθετα της μετατροπής μιας σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αυτοτελές δικαίωμα αποζημίωσης λόγω της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου[11].

 

Έχοντας αυτό υπόψη, όπως και το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των ενώπιόν μας στοιχείων και δεδομένων, δεν τέθηκε οποιαδήποτε άλλη αυτοτελής νομική βάση επί της οποίας να μπορεί να θεμελιωθεί η αξίωση που προωθούν οι Αιτητές στο πλαίσιο του Αιτητικού Γ ούτε οποιαδήποτε θετική, σαφής και πειστική μαρτυρία που να επιμαρτυρεί τις λεπτομέρειες της ζημίας που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, αποτελεί κρίση μας ότι η αξίωσή τους που εγείρεται στη βάση του Αιτητικού Γ δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται δίκαιο και ορθό όπως, στο πλαίσιο των Συνενωμένων Αιτήσεων, εκδοθούν αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση των Αιτητών στους Καθ’ ών η Αίτηση, συνιστά, κατά την έννοια των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003, σύμβαση εργασίας η οποία κατέστη ως αορίστου διάρκειας από 20/9/2018.

 

Επίσης, κρίνεται δίκαιο και ορθό όπως εκδοθούν αποφάσεις υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση ως προς τα δικηγορικά έξοδα, τα οποία, λαμβάνοντας υπόψη (α) τη συνεκδίκαση των υποθέσεων σε αρχικό στάδιο της επίδικης διαδικασίας, (β) το γεγονός ότι οι Αιτητές εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους και, καθ’ όλη τη διάρκεια της ενώπιόν μας διαδικασίας, ακολούθησαν κοινή δικονομική πορεία και (γ) την αποτυχία της πλευράς των Αιτητών ως προς το Αιτητικό Γ, καθορίζονται στο ποσό των €1.500 για έκαστο Αιτητή.

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι Συνενωμένες Αιτήσεις αποσυνδέονται για σκοπούς έκδοσης χωριστής απόφασης σε κάθε Αίτηση ως ακολούθως:

 

 

 

 

Αίτηση με αρ. 328/19

 

Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση του Αιτητή στους Καθ’ ων η Αίτηση συνιστά, κατά την έννοια των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003, σύμβαση εργασίας η οποία κατέστη ως αορίστου διάρκειας από 20/9/2018.

 

Ως προς τα έξοδα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση για το ποσό των €1.500 ως δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και νόμιμου τόκου.

 

Αίτηση με αρ. 329/19

 

Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η απασχόληση του Αιτητή στους Καθ’ ων η Αίτηση συνιστά, κατά την έννοια των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003, σύμβαση εργασίας η οποία κατέστη ως αορίστου διάρκειας από 20/9/2018.

 

Ως προς τα έξοδα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση για το ποσό των €1.500 ως δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και νόμιμου τόκου.

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

                                                            Ν. Παναγιώτου, Δικαστής.

 

 

(Υπ.) ……………………………………                    (Υπ.) ……………………………………

               Β. Δημητριάδης, Μέλος.                                            Π. Παντελίδης, Μέλος.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Αναγνώριση απασχόλησης ως αορίστου διαρκείας (Ν.98(Ι)/2003)).



[1] Βλ. σχετικά άρθρο 10 του Ν.98(Ι)/2003 όπου σημειώνονται τα εξής:

«Αρμόδιο Δικαστήριο προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών».

[2] Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».

[3] Εφόσον, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Καννάουρου κ.α. v. Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

[4] Βλ. Άρθρο 2 του Κεφ. 300Α, στο οποίο προβλέπεται ότι «“Ίδρυμα” σημαίνει το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου το οποίο αποτελεί ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό» και ότι «“ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός” σημαίνει το νομικό πρόσωπο που έχει τη συντακτική ευθύνη για τη σύνθεση των προγραμμάτων ραδιοφωνικών ή/και τηλεοπτικών μεταδόσεων, τα οποία προγράμματα είτε μεταδίδει το ίδιο είτε αναθέτει τη μετάδοση τους σε τρίτους, και περιλαμβάνει ραδιοφωνικό ή/και τηλεοπτικό σταθμό·».

 

[5] Οι οποίες προβλέπουν τα εξής: «"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·» (Άρθρο 2, Ν.98(Ι)/2003).

[6] Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Yolanda Del Cerro Alonso κατά Osakidetza-Servicio Vasco de Salud, C-307/05, Συλλογή 2007, σ. I-7109, ECLI:EU:C:2007:509, σκέψη 28.

[7] Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Francisco Javier Rosado Santana κατά Consejería de Justicia y Administración Pública de la Junta de Andalucía, C-177/10, Συλλογή 2011, σ. I-7907, ECLI:EU:C:2011:557, σκέψεις 39–40.

[8] Βλ., επίσης, και τις αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. στις υποθέσεις Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13, ημερομηνίας 26/11/2014, σκέψεις 67–68· Sánchez Ruiz κ.λπ., C-103/18 και C-429/18, ημερομηνίας 19/03/2020, σκέψεις 108–109· και UX, C-658/18, ημερομηνίας 16/07/2020, σκέψεις 115–117.

[9] Βλ. κυρίως την απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση Ninni-Orasche κατά Bundesminister für Wissenschaft, Verkehr und Kunst, C-413/01, στη σκέψη 24 της οποίας σημειώνονται τα εξής:

«24, Επιπλέον, η ανωτέρω έννοια πρέπει να προσδιορίζεται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία χαρακτηρίζουν τη σχέση εργασίας ενόψει των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ενδιαφερομένων προσώπων. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της σχέσεως εργασίας έγκειται στο ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς έτερο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Lawrie-Blum, σκέψη 17, καθώς και απόφαση της 31ης Μαΐου 1989, 344/87, Bettray, Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψη 12, και προαναφερθείσα απόφαση Meeusen, σκέψη 13).»

[10] Bλ. Σύγγραμμα Ioannou C. and Emilianides C. A., Labour Law in Cyprus, The Hague: Kluwer, 2016, σελ.31.

[11] Βλ., μεταξύ άλλων, Ministero dell’Istruzione, dell’Università e della Ricerca – MIUR v Fabio Rossato and Conservatorio di Musica F.A. Bonporti, C-494/17, EU:C:2019:387, απόφαση ημερομηνίας 8/5/2019, σκέψη 45.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο