ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. SWISSPORT CYPRUS LTD, Αρ. Αίτησης: 101/20, 7/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. SWISSPORT CYPRUS LTD, Αρ. Αίτησης: 101/20, 7/7/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

Μ. Σμίλα            )

Α. Αντωνίου     )  Μελών

                                                                                           Αρ. Αίτησης: 101/20

Μεταξύ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Αιτητής          

και

 

SWISSPORT CYPRUS LTD

                                                                                               Καθ’ ων η αίτηση       

 

 

Ημερομηνία: 07/07/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή: κα Έλενα Νικολάου

Για Καθ’ ων η αίτηση: κος Αλέξανδρος Παναγή

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λάρνακα και ασχολούνται με την εξυπηρέτηση αεροπορικών εταιρειών στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου.

 

Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Cyprus Airways Public Ltd («η Cyprus Airways»).

 

Την 01/01/2006 τέθηκε σε ισχύ σχέδιο αναδιάρθρωσης της Cyprus Airways («το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης») με βάση το οποίο επιβλήθηκαν μειώσεις και/ή αποκοπές στις απολαβές και στα ωφελήματα των εργοδοτουμένων της Cyprus Airways.

 

Τον Μάιο του 2008 μεταβιβάστηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία, μεταξύ άλλων, οι εργασίες εδάφους που διεκπεραίωνε η Cyprus Airways στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου («η Μεταβίβαση»). Η Μεταβίβαση αποτελούσε μεταβίβαση εντός της έννοιας των διατάξεων του Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου του 2000, Ν.104(Ι)/2000 («o Ν.104(Ι)/2000»).

 

Το 2008, προτού λάβει χώρα η Μεταβίβαση, η Cyprus Airways σύναψε συμφωνία με τις συντεχνίες του προσωπικού της, ΣΕΚ και ΠΕΟ («το Μνημόνιο Συμφωνίας») το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε ότι οποιοσδήποτε όρος εργοδότησης ο οποίος περιέχετο στο Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και έχει ανασταλεί, εάν και εφόσον επανέλθει στη Cyprus Airways κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της Εργοδότριας Εταιρείας θα εφαρμοστεί αυτόματα στους υπαλλήλους που θα έχουν μεταφερθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία.

 

Ο Αιτητής ήταν μέλος συντεχνίας και το 2008 ήταν ανάμεσα στους υπαλλήλους της Cyprus Airways που μεταφέρθηκαν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και σε αυτούς που καλύπτονταν από τις πρόνοιες του Μνημονίου Συμφωνίας.

 

Τον Ιανουάριο του 2015 η Cyprus Airways τέθηκε υπό εκκαθάριση.

 

Κατά ή περί τις 02/04/2019 οι εκκαθαριστές της Cyprus Airways γνωστοποίησαν τον διακανονισμό όλων των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων και αφορούσαν αξιώσεις εργοδοτουμένων της Cyprus Airways για τις αποκοπές και/ή μειώσεις των μισθών και των ωφελημάτων που είχαν γίνει με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης. Με βάση τον εν λόγω διακανονισμό οι εκκαθαριστές της Cyprus Airways κατέβαλαν στους εργοδοτουμένους της Cyprus Airways συγκεκριμένα ποσά χρημάτων.

 

Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αξιώνει (α) ποσό €43.747 ως οφειλόμενα δεδουλευμένα ημερομίσθια (μισθοί, επίδομα βάρδιας, επίδομα φαγητού και ετήσια άδεια (λόγω μείωσης των ημερών της ετήσιας άδειας) από 01/01/2006 μέχρι 01/01/2019), (β) ποσό €18.290 ως τόκους, (γ) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, (δ) νόμιμους τόκους και (ε) έξοδα και Φ.Π.Α.. Στους γενικούς λόγους της αίτησής του προβάλλει τη θέση ότι η ενέργεια των εκκαθαριστών της Cyprus Airways να καταβάλουν πληρωμή στους εργοδοτούμενους της Cyprus Airways το 2019 στα πλαίσια διακανονισμού όλων των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων και αφορούσαν αξιώσεις εργοδοτουμένων της Cyprus Airways για τις αποκοπές και/ή μειώσεις μισθών και ωφελημάτων που είχαν γίνει με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης συνιστά αποδοχή ότι οι αποκοπές των μισθών και των ωφελημάτων του που έγιναν με βάση το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης ήταν παράνομες και «ως συνέπεια αυτού ήταν να επανέλθουν στην Cyprus Airways οι όροι εργοδότησης που ίσχυαν πριν την εφαρμογή του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης». Ότι η εν λόγω επαναφορά των όρων εργοδότησης που ίσχυαν πριν την εφαρμογή του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης «δημιουργεί αυτόματη υποχρέωση» της Εργοδότριας Εταιρείας δυνάμει του Μνημονίου Συμφωνίας «για πληρωμή των μισθών και των άλλων ωφελημάτων που απώλεσε λόγω της αναστολής των όρων εργοδότησης του». Ισχυρίζεται ότι προσωπικά και/ή μέσω της συντεχνίας του απέστειλε επιστολή στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά ή περί τις αρχές του 2020 με την οποία αξίωνε «την επαναφορά των όρων εργοδότησής του που αναστάλθηκαν με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης  ……… δυνάμει» του Μνημονίου Συμφωνίας «και την πληρωμή   των μισθών και των άλλων ωφελημάτων που απώλεσε λόγω της αναστολής αυτής, πλην όμως έλαβε αρνητική απάντηση» από αυτήν η οποία «αρνείται και/ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις συμβατικές» της «υποχρεώσεις».

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της  απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, (α) ότι ουδέποτε ήρθη η αναστολή των όρων εργοδότησης των εργοδοτουμένων της Cyprus Airways που περιλαμβάνονταν στο Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και επομένως ουδέποτε ενεργοποιήθηκε ο όρος του Μνημονίου Συμφωνίας «για αποκατάσταση των όρων εργοδότησης» των εργοδοτουμένων που μεταφέρθηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι η πληρωμή στους εργοδοτούμενους της Cyprus Airways το 2019 από τους εκκαθαριστές στα πλαίσια διακανονισμού όλων των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον των Δικαστηρίων και αφορούσαν αξιώσεις εργοδοτουμένων της Cyprus Airways για τις αποκοπές και/ή τις μειώσεις μισθών και ωφελημάτων που είχαν γίνει με το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εργοδότρια Εταιρεία ως εργοδότης κατά τη Μεταβίβαση και/ή ότι δεν παράγει τις έννομες συνέπειες που ισχυρίζεται ο Αιτητής (ειδικότερα αρνείται ότι οι ενέργειες των εκκαθαριστών συνιστούν παραδοχή και/ή αναγνώριση ότι οι αποκοπές των μισθών και των ωφελημάτων των εργοδοτουμένων που μεταφέρθηκαν σε αυτήν ήταν παράνομες) και (β) ότι με βάση το Μνημόνιο Συμφωνίας αυτό που συμφωνήθηκε ήταν ότι όταν ο οποιοσδήποτε όρος εργοδότησης, ο οποίος περιλαμβανόταν στο Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και τελούσε υπό αναστολή, επανερχόταν στην Cyprus Airways κατά τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας της Εργοδότριας Εταιρείας θα εφαρμοζόταν αυτόματα στους υπαλλήλους που είχαν μεταφερθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι οι εργαζόμενοι θα λάμβαναν αναδρομικά οποιαδήποτε ποσά και/ή ωφελήματα είχαν αποκοπεί.

 

Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 08/05/2026. Στις 29/04/2026 οι δικηγόροι με ηλεκτρονικά μηνύματά τους προς το Δικαστήριο έθεσαν ζήτημα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και ζήτησαν όπως το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. εκδικαστεί προδικαστικά. Το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε το αίτημα όπως τέθηκε ενώπιόν του και με ηλεκτρονικό μήνυμά του προς τους δικηγόρους ζήτησε όπως του υποδειχτεί με σαφήνεια στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της αίτησης κατά πόσον υπάρχει το υπόβαθρο ώστε το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. να μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά. Οι δικηγόροι με ηλεκτρονικά μηνύματά τους προς το Δικαστήριο ημερ. 08/05/2026 δήλωσαν ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών (παράγραφοι 6, 7, 9, 11, 12, 13 και 14 των γενικών λόγων της αίτησης και από τις παραγράφους 6 (γ), (ε), (στ), 7, 8, 9 και 10 της έγγραφης εμφάνισης) καθώς και από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που κατατέθηκαν στις 29/04/2024 και ότι υπάρχει κοινό υπόβαθρο γεγονότων σχετικά με την αξίωση του Αιτητή στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να εξετάσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ.. Στις 08/05/2026 το Δικαστήριο έκρινε ότι (α) υπήρχε κοινό υπόβαθρο γεγονότων στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των μερών σχετικά με την αξίωση του Αιτητή και (β) προέκυπτε από τους γενικούς λόγους της αίτησης η βάση της αξιώσης του Αιτητή και πιο συγκεκριμένα ότι η βάση αξίωσης του Αιτητή στηρίζεται σε κατ’ ισχυρισμό συμφωνία για καταβολή ωφελημάτων και/ή μισθών που αποκόπηκαν κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις («το Μνημόνιο Συμφωνίας»). Συνακόλουθα αποφάσισε ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορούσε να εκδικαστεί προδικαστικά. Ως εκ τούτου εξέδωσε διάταγμα προδικαστικής εκδίκασης του εν λόγω ζητήματος και όρισε την υπόθεση για γραπτές αγορεύσεις στις 22/05/2026.

 

            Στις 22/05/2026 οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν ενώπιόν μας γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεών τους.

 

            Η κα Νικολάου στην αγόρευσή της υποστήριξε ότι η αξίωση του Αιτητή βασίζεται όχι στη σύμβαση εργασίας του αλλά σε συμφωνίες ανεξάρτητες από τη συμφωνία εργασίας του και/ή εκτός αυτής. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση της ότι η αξίωση του Αιτητή προέκυψε βάσει των όρων του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και του Μνημονίου Συμφωνίας και όχι από τη σύμβαση εργασίας του. Περαιτέρω, προέβαλε τη θέση ότι οι ενέργειες των εκκαθαριστών της Cyprus Airways, οι οποίες αποτέλεσαν το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, επηρέασαν την εφαρμογή των όρων του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και του Μνημονίου Συμφωνίας. Εισηγήθηκε ότι «εφόσον η αξίωση του Αιτητή απορρέει και/ή φαίνεται να έχει δημιουργηθεί και/ή στηρίζεται» στο Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και στο Μνημόνιο Συμφωνίας, «τα επίδικα θέματα δεν αφορούν στην εργασιακή σχέση των διαδίκων και είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας με αποτέλεσμα να εμπίπτουν στη δικαιοδοσία» του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ζήτησε την παραπομπή της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου.

 

            Ο κ. Παναγή στην αγόρευσή του σημειώνει ότι το Δ.Ε.Δ. για να μπορεί να αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης θα πρέπει να προχωρήσει στην ερμηνεία των όρων του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και του Μνημονίου Συμφωνίας σε συνάρτηση με τον διακανονισμό στον οποίο προέβηκαν οι εκκαθαριστές της Cyprus Airways έτσι ώστε να αποφασίσει κατά πόσον τα πιο πάνω δεσμεύουν την Εργοδότρια Εταιρεία (η οποία ουδεμία ανάμειξη είχε στα πιο πάνω) και κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει να καταβάλει αναδρομικώς τα ποσά που αξιώνει ο Αιτητής. Θεωρεί ότι τα εν λόγω ζητήματα δεν εμπίπτουν εντός της έννοιας της αυτοτελής αξίωσης που προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας αλλά αντιθέτως από τη στιγμή που «άπτονται ζητήματα ερμηνείας συμφωνιών, εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο είναι και το κατ’ εξοχήν αρμόδιο σώμα να αποφασίσει ζητήματα που αναφύονται από τις επίδικες συμβάσεις».

 

            Σύμφωνα με τη νομολογία, «… θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα (1991) 1 Α.Α.Δ. 225). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ’ έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ’’ Κυριάκου (1991) 1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου v. Γεωργίου (2001) 1 (1) Α.Α.Δ. 1592). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.α. (1988) 1 Α.Α.Δ. 88, ΘΟΚ ν. Ορέστης Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 513/12 ημερ.18/01/2016, Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες ν. Χριστοφόρου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε37/21 ημερ. 22/06/2021). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/09 ημερομ.10/10/2014 τονίστηκαν τα πιο κάτω:  

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ορθό στη σκέψη του ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας αποτελεί καταλυτικής σημασίας θέμα εφόσον οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή επιδίωξη θεραπείας, όπως η τροποποίηση των δικογράφων, ήταν δυνατή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι είχε γενική δικαιοδοσία να εξετάσει τα ενώπιον του θέματα στη βάση της υπάρχουσας δικογραφίας. Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited (2005) 1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou nGregoriou (1968) 1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει.

 

 Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας.  Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο,  πρόβαλλε επιτακτική.  Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ.113:

 

«Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given.»»

 

 

            Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 618, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και στην υπόθεση Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718:

 

 «Στην R.C.K. Sports Ltd (Αρ. 4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 618, 623, έχει επιχειρηθεί ερμηνεία του όρου "δικαιοδοσία":

 

"Η λέξη 'δικαιοδοσία' έχει πολλές αποχρώσεις ερμηνείας. Μερικοί τείνουν να πουν ότι, οποτεδήποτε δικαστήριο αποφασίσει εσφαλμένα, υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του. Η δήλωση αυτή είναι πολύ ευρεία και αποτελεί υπερβολή. Το δικαστήριο ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο.

 

Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο.  Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης."

(Βλ. και Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135, Δημητρίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 256, 261).»

 

            Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.8/67»). Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ.. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο:

 

«12.-(1) Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών:

 

(α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος·

 

(β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων·

 

(γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας·

 

(δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου.

 

(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.

 

(στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.»

 

            Σημειώνουμε ότι ο όρος «εργατική διαφορά» που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της παραγράφους (1) του άρθρου 12 του Ν.8/67 καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής:

 

«εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·»

 

Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή (1993) 1 Α.Α.Δ. 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others (1989) 1 B A.A.Δ. 729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1446, Interamerican Insurance Co. Limited ν. Άντρης Μακρίδου (2000) 1 Α.Α.Δ.1529).

 

 Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (γ), (δ) και (στ) του άρθρου 12(1) του Ν.8/67 δεν είναι σχετικές.

 

Η παράγραφος (α) του άρθρου 12(1) του Ν.8/67 εντάσσει στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. τις διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.8/67. Ο Ν.8/67 προβλέπει για τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου και τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε ό,τι αφορά τις ετήσιες άδειες

 

H παράγραφος (β) του άρθρου 12(1) του Ν.8/67 εντάσσει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ’ αυτό δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών. Ο Περί Προστασίας των Μισθών Νόμος του 2007, Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.35(Ι)/2007») προβλέπει για τον τρόπο, τον χρόνο και τη συχνότητα πληρωμής μισθών. Επίσης προβλέπει ότι δεν επιτρέπονται αποκοπές από τους μισθούς εκτός όπου τέτοιες αποκοπές προνοούνται από νόμο ή κανονισμό ή δυνάμει δικαστικής απόφασης ή γίνονται σύμφωνα με κανονισμούς επαγγελματικών ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή γίνονται μετά από συγκατάθεση του εργοδοτουμένου ή γίνονται για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση ή οποία προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτουμένου. Ο Ν.35(1)/2007 προβλέπει ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσης που προκύπτει στη βάση των προνοιών του είναι το Δ.Ε.Δ..

 

Η παράγραφος (ε) προστέθηκε στο άρθρο 12(1) του Ν.8/67 με τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1996 (Ν.79(Ι)/96) αφού προηγήθηκαν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χρ. Κυριακού ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό (1993) 1 Α.Α.Δ. 1020 και στη Τ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, στις οποίες κρίθηκε ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργοδότησης βρίσκονται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δ.Ε.Δ.. Αξιώσεις (α) για δεδουλευμένους μισθούς, (β) για άλλα ωφελήματα δυνάμει της σύμβασης εργασίας (τα οποία δεν σχετίζονταν με τον τερματισμό της απασχόλησης) και (γ) για ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της εργοδότησης, κρίθηκαν ότι ήταν εκτός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ., καθ’ ότι δεν συνιστούσαν εργατική διαφορά που προέκυψε συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67. (Βλέπε επίσης Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 991). Συνεπεία της τροποποίησης του Ν.8/67 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.79(Ι)/1996 η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας, εντάχθηκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Elbee Ltd, Αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari και Prohibition, (1999) 1A A.A.Δ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εν λόγω αυτοτελών αξιώσεων. Στην Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουποιείον Λτδ (2002) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1381 λέχθηκαν στα εξής σχετικά με την εμβέλεια του 12(1)(ε) του Ν.8/67:  

 

«Το δικαιοδοτικό πεδίο στο οποίο εντάσσεται η κρινόμενη θα είναι πλήρες αν αναφερθούμε και στο άρθρ.12(ε) του Ν.8/67 μετά την τροποποίησή του από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο αρ.79(1)/96, το οποίο έχει διευρύνει τα δικαιοδοτικά όρια του Δ.Ε.Δ. για να συμπεριλάβει:

«(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.»

Όμως πρέπει να λεχθεί ότι η παραπάνω νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στις 18.10.96, ενώ ο τερματισμός της απασχόλησης του εφεσείοντα έγινε προγενέστερα στις 18.5.96. Έτσι ο τροποποιημένος νόμος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σ' αυτή την υπόθεση. Πριν από την τροποποίηση, η υλική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. ήταν περιορισμένη στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Αλλά διαφορές χωρίς το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της εμβέλειας του Δ.Ε.Δ. Όπως το έθεσε ο Κωνσταντινίδης, Δ. στην Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού (1993) 1 Α.Α.Δ. 1020, 1022:

«(β) Το κεντρικό χαρακτηριστικό των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων είναι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου, και όχι ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της.»»

 

 

Η πρόνοια του άρθρου 12(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου (2008) 1 Α.Α.Δ. 496, όπου σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:

 

«Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ….» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ’ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση

           

(οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)

 

Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσείοντες αξίωναν από τον εφεσίβλητο ποσό ύψους Λ.Κ.2.000,00 που στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας θα επωμίζονταν οι πρώτοι ως δίδακτρα εκπαίδευσης από τη μαθήτευση του δεύτερου στο κομμωτήριο τους ως τεχνικού κομμωτηρίου νοουμένου ότι ο δεύτερος θα εργαζόταν και θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εφεσίβλητος θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος στους εφεσείοντες. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων, ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη της περιόδου του ενός έτους από την ημερομηνία της σύμβασης και αυτό συνιστούσε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεπεία της οποίας οι εφεσείοντες υπέστησαν ζημιά ύψους Λ.Κ.2.000,00 ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το κατ’ ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πήγαζε από την κατ’ ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασιζόταν ούτε και εγειρόταν από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορούσε στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά ήταν καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας με αποτέλεσμα να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου.

 

Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», 2018, στη σελ.734 αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

«… Από τότε και συγκεκριμένα το 1996, προστέθηκε στον περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμο πρόνοια που διαλαμβάνει ότι «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας» εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του νόμου, χωρίς να διασαφηνίζεται πλήρως εάν η νέα πρόνοια καλύπτει όχι μόνο αξιώσεις του εργοδοτούμενου αλλά και του εργοδότη. Ούτε είναι απόλυτα σαφές ποια είναι η έννοια της φράσης «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας». Φαίνεται να υπάρχει διάκριση στη νομολογία μεταξύ αξιώσεων που εγείρονται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης (που εμπίπτουν στον όρο «αυτοτελής αξίωση»), από τη μια, και αξιώσεων που προκύπτουν από τον τερματισμό της σύμβασης έστω και αν προβλέπονται από αυτήν (και οι οποίες δεν θεωρούνται ότι εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, από την άλλη (Toni & Guy Limassol Ltd v. Κυριάκου Θεοδώρου (2008) 1 ΑΑΔ 496).»

 

 

Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ.751 αναφέρονται τ’ ακόλουθα:

 

«Φαίνεται ότι στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd v. Κυριάκου Θεοδώρου (2008) 1 ΑΑΔ 496 το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρεί ότι μια απαίτηση η οποία προβλέπεται από τη συμφωνία μεταξύ των μερών αλλά ενεργοποιείται μόνο «στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας» δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια απαίτηση δεν αφορά «στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας».

 

Σημειώνουμε ότι στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις του εργοδοτουμένου για δεδουλευμένα ωφελήματα και μισθούς που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της απασχόλησης και προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας (οι οποίες θεωρούνται ως αξιώσεις που εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ δυνάμει του άρθρου 12 (1)(ε) Ν.8/67) μετατράπηκαν σε αξιώσεις που βασίζονται σε συμφωνία αποπληρωμής χρέους και συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού τότε αρμόδιο για την εκδίκαση των αξιώσεων είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην Αντωνίου ν. E.R.E. Electrical & Refrigeration Engineering Co Ltd (2007) 1 Α.Α.Δ. 1391 το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας την έφεση κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο εκδικάσει αγωγή με την οποία ο ενάγοντας αξίωνε ποσό ύψους Λ.Κ.60.480,00 με βάση συμφωνία την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνήψε με τον εργοδότη του για την πληρωμή υπερωριακής απασχόλησής του από το 1990 μέχρι το 2005 σημείωσε τ’ ακόλουθα:

 

 «Με την έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης στο θέμα της αρμοδιότητας. Υποστηρίζεται, με παραπομπή στην Κοζάκη ν. Κοζάκη (2003) 1 Α.Α.Δ 1047, ότι από τη στιγμή που η εργατική διαφορά, για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο ήταν πια το Επαρχιακό Δικαστήριο. Συμφωνούμε και δεν έχουμε ο,τιδήποτε να προσθέσουμε.» 

 

Εξετάζοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Αιτητή, υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων, διαπιστώνουμε ότι οι αξιώσεις του Αιτητής αφορούν ωφελήματα και/ή μισθούς και/ή ετήσιες άδειες που δεν του καταβλήθηκαν και/ή δεν του δόθηκαν και/ή του αποκόπηκαν από τους εργοδότες του (την Cyprus Airways μέχρι τον Μάιο του 2008 και από τον Μάιο του 2008 και μετά την Εργοδότρια Εταιρεία) κατά την απασχόλησή του σε αυτούς την περίοδο 01/01/2006 μέχρι 01/01/2019 λόγω εφαρμογής του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης στους όρους εργοδότησής του. Προκύπτει ότι (1) οι αξιώσεις του Αιτητή στηρίζονται στα δικαιώματα που είχε με βάση με τη σύμβαση εργασίας που είχε με τους εργοδότες του, πριν την εφαρμογή του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης στους όρους εργασίας του και (2) τα δικαιώματα (ποσά) τα οποία αξιώνει αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια της απασχόλησής του στους εργοδότες του ενόσω εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης στους όρους εργασίας του. Οι εν λόγω αξιώσεις από μόνες τους, χωρίς άλλες περιβάλλουσες συνθήκες, εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. (αναλόγως της περίπτωσης της αξίωσης και του χρόνου που αναφύηκε το δικαίωμα για την κάθε αξίωση ξεχωριστά) είτε ως αυτοτελείς αξιώσεις βάσει της παραγράφου 12(1)(ε) του Ν.8/67 είτε ως παράβαση του Ν.35(Ι)/2007 είτε ως παράβαση του Ν.8/67) καθότι τα ζητήματα του (α) κατά πόσον ή όχι οι αποκοπές και/ή η μη καταβολή των εν λόγω δεδουλευμένων ωφελημάτων του από τους εργοδότες ήταν παράνομες (κατά παράβαση είτε του Ν.8/67 είτε του Ν.35(Ι)/2007 και/ή κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή) και/ή (β) κατά πόσον δικαιούται ή όχι το συνολικό ποσό που αξιώνει ως οφειλόμενα δεδουλευμένα ημερομίσθια, είναι ζητήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. με βάση τις παραγράφους (α), (β) και (ε) του άρθρου 12(1) του Ν.8/67. Περαιτέρω ο όρος του Μνημονίου Συμφωνίας, στον οποίο στηρίζει ο Αιτητής τις αξιώσεις του, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αποτελούσε μέρος των όρων εργασίας του οι οποίοι συνήφθηκαν μεταξύ της συντεχνίας που τον εκπροσωπούσε και τότε εργοδότη του (την Cyprus Airways). Το κατά πόσον ή όχι ο εν λόγω όρος, λόγω και συνεπεία της Μεταβίβασης, δεσμεύει την Εργοδότρια Εταιρεία είναι πάλι ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. με βάση τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω όρος του Μνημονίου Συμφωνίας συνιστά όρο της σύμβασης εργασίας του με την Εργοδότρια Εταιρεία που αφορά τα δικαιώματά του σε μισθούς και ωφελήματα. Η αξίωση του Αιτητή όπως αυτή δικογραφείται στους γενικούς λόγους της αίτησης βασίζεται σε μια, κατ’ ισχυρισμό του Αιτητή, «αυτόματη υποχρέωση» της Εργοδότριας Εταιρείας, να του καταβάλει μισθούς και άλλα ωφελήματα που δεν του καταβλήθηκαν από τους εργοδότες του κατά την απασχόλησή του σε αυτούς, βάσει ενός όρου του Μνημονίου Συμφωνίας που αποτελεί μέρος των όρων εργασίας του σε συνάρτηση με τις ενέργειες των εκκαθαριστών της Cyprus Airways να συμβιβάσουν υποθέσεις που καταχώρησαν εργοδοτούμενοι της Cyprus Airways σχετικά με την εφαρμογή του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης στους όρους εργασίας τους τις οποίες ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι συνιστούν παραδοχή ότι οι αποκοπές των μισθών και των ωφελημάτων του βάσει του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης ήταν παράνομες. Κρίνουμε ότι οι εν λόγω δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Αιτητή (οι οποίοι στηρίζουν τη βάση της αίτησης) δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ως ισχυρισμοί για συμφωνία μεταξύ του Αιτητή και της Εργοδότριας Εταιρείας για συγκεκριμένο χρέος της Εργοδότριας Εταιρείας προς τον Αιτητή και/ή για συγκεκριμένη οφειλή της Εργοδότριας Εταιρείας προς τον Αιτητή και/ή συμφωνία ξεκάθαρης αναγνώρισης συγκεκριμένου χρέους από την Εργοδότρια Εταιρεία προς αυτόν και υποχρέωσης αποπληρωμής του στον Αιτητή καθότι υπάρχει ακόμα εκκρεμότητα με το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται ή όχι τα αξιούμενα ποσά ως δεδουλευμένα ημερομίσθια στη βάση των όρων εργασίας του και η εν λόγω διαφορά του Αιτητή με την Εργοδότρια Εταιρεία δεν φαίνεται (η οποία είναι αυτοτελής αξίωση στη βάση της σύμβασης εργασίας)[1] να υποκαταστάθηκε με άλλη σύμβαση εκτός της σύμβασης εργασίας του, της οποίας η ερμηνεία και η εφαρμογή να ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι στο Δ.Ε.Δ..

 

Στη βάση των πιο πάνω δεν συμφωνούμε με τη δικηγόρο του Αιτητή ότι οι αξιώσεις του Αιτητή στηρίζονται σε συμφωνίες ανεξάρτητες της συμφωνίας εργασίας του και/ή εκτός της συμφωνίας εργασίας και ότι τα επίδικα θέματα «δεν αφορούν στην εργασιακή σχέση των διαδίκων». Επίσης η θέση του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι τα ζητήματα της ερμηνείας του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και του Μνημονίου Συμφωνίας σε συνάρτηση με τον διακανονισμό στον οποίο προέβησαν οι εκκαθαριστές της Cyprus Airways, τα οποία είναι απαραίτητα να αποφασιστούν ώστε το Δ.Ε.Δ. να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και των αξιώσεων του Αιτητή δεν εμπίπτουν στην έννοια της αυτοτελής αξίωσης που προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας καθότι από τη στιγμή που απτόνται ζητήματα ερμηνείας συμφωνιών εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο είναι το αρμόδιο σώμα να αποφασίσει ζητήματα που αναφύονται από τις επίδικες συμβάσεις κρίνεται αβάσιμη καθότι (α) δεν στηρίζεται σε σαφές νομικό υπόβαθρο για ποιο λόγο η ερμηνεία των όρων του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και του Μνημονίου Συμφωνίας (τα οποία έγγραφα, όπως δικογραφείται, αφορούν τους όρους εργοδότησης του Αιτητή) σε συνάρτηση με τον διακανονισμό στον οποίο προέβησαν οι εκκαθαριστές της Cyprus Airways (το οποίο γεγονός, όπως δικογραφείται, αφορά δικαιώματα του Αιτητή τα οποία προκύπτουν από τους όρους εργοδότησής του κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία) δεν εμπίπτουν στην έννοια της αυτοτελής αξίωσης που προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας και (β) το Δ.Ε.Δ. είναι δικαστικό όργανο το οποίο (1) λειτουργεί δυνάμει νόμου που το σύστησε και του δίνει καθ’ ύλην δικαιοδοσία να εκδικάζει συγκεκριμένες διαφορές και (2) εμπίπτει στην έννοια του Δικαστηρίου ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 και ως τέτοιο μπορεί να αποφανθεί επί οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ζητήματος χρειάζεται ώστε να επιλύσει τη διαφορά που τίθεται ενώπιόν του και έχει καθ’ ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει. Στην Αντωνία Μικρού ν. Meridian Hotels Ltd [2003] 1 Α.Α.Δ. 1320 (στην απόφαση της πλειοψηφίας) λέχθηκαν τα πιο κάτω:     

 

«Ο Πρόεδρος και οι Δικαστές του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας (βλ. άρθρο 12(3)(γ) και (ε) του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 12(11) του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών «χωρεί μετά πάσης λογικής ταχύτητος εις την επίλυσιν της διαφοράς συνοπτικώς, χωρίς να δεσμεύεται υφ' οιωνδήποτε κανόνων περί αποδείξεως και εκδίδει ητιολογημένην απόφασιν». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 12(11Α) του Νόμου «οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου υπόκειται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει οποιουδήποτε λόγου που συνεπάγεται νομικό σημείο μόνο».

Ενόψει όλων των ανωτέρω έχουμε την άποψη πως ο σχετικός Νόμος δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στα νομικά ζητήματα τα οποία μπορεί να επιλύσει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αν για την επίλυση οποιουδήποτε επίδικου θέματος χρειάζεται να διατυπώσει την κρίση του επί πολύπλοκων και δύσκολων ζητημάτων δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε περιορισμό. Μπορεί να προχωρήσει στη διατύπωση της κρίσης του με τον ίδιο τρόπο που ενεργεί οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο στη Δημοκρατία. Η φύση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και η διαδικασία που ακολουθεί δεν το εμποδίζουν από του να ασχοληθεί με θέματα όπως ο λίβελλος. Εφόσον το κατά πόσο υπάρχει λίβελλος ή όχι αποτελεί επίδικο θέμα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει εξουσία να αποφανθεί επί του θέματος.»

Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει καθ’ υλην δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και να επιληφθεί του επίδικου ζητήματος οπως αυτό τίθεται στους γενικούς λόγους της αίτησης και ως εκ τούτου το κοινό αίτημα για παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απορρίπτεται.

 

Δεν επιδικάζουμε οποιαδήποτε έξοδα υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σχετικά με τη διαδικασία που αφορούσε το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. καθότι το εν λόγω ζήτημα τέθηκε και από τις δυο πλευρές.

 

 Η αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 10/09/2026 η ώρα 09.00 π.μ..

 

 (Υπ.) ………………………………………

                                          Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

(Υπ.) …………………………………                     (Υπ.) ………………….……………

                 Μ. Σμίλας, Μέλος                                          Α. Αντωνίου, Μέλος

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

Subject: Industrial/Interim

(Αναφορά: Προδικαστική Εκδίκαση για δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ.).



[1] Σημειώνουμε ότι  ο Αιτητής αξιώνει οφειλόμενα δεδουλευμένα ημερομίσθια και όχι ποσό οφειλόμενο στη βάση συμφωνίας πληρωμής συγκεκριμένου καθορισμένου χρέους και περαιτέρω δεν θέτει στους γενικούς λόγους της αίτησής του οποιοδήποτε ισχυρισμό στον οποίο να βασίζεται η αξίωσή του για πληρωμή του ποσού €18.290 ως τόκους


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο