ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. COMPUTER SOS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 101/25, 4/11/2026
print
Τίτλος:
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. COMPUTER SOS LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 101/25, 4/11/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:     Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                          Στ. Δελίτσικου         )

                          Μ. Στεφάνου             )           Μελών

Αρ. Αίτησης: 101/25

 

Μεταξύ:

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

     Αιτητής

και

 

1.      COMPUTER SOS LTD

2.      Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

                                                                                                              Καθ’ ων η αίτηση     

----------------

 

Ημερομηνία: 04/11/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή: κα Ε. Πόγιαννου

Για Καθ’ ων η αίτηση 1:  Καμία Εμφάνιση

Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ο Αιτητής εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες:

 

«i. Πληρωμή αντί πλεονασμού.

            ii. Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση.

iii. Αποζημιώσεις για παράλειψη και/ή άκυρη και/ή αντικανονική προειδοποίηση της.

iv. Αναλογία αδειών και αργιών.

v. Αποζημιώσεις για δυσμενή επηρεασμό σταδιοδρομίας και/ή απώλεια εισοδήματος και/ή για διαφυγόντα   κέρδη.

vi. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη σύμφωνα με τις περιστάσεις. 

            vii.  Νόμιμο τόκο.

            viii. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Εγγραφής 10223315W)»      

Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η αίτηση επιδόθηκε στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 με ιδιώτη επιδότη στις 19/06/2025. Η εν λόγω επίδοση επιβεβαιώνεται με ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 23/06/2025 η οποία είναι κατατεθειμένη στον φάκελο της υπόθεσης. Έκτοτε οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 κατά παράβαση του διαδικαστικού κανονισμού 5(1) του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Κανονισμός») παρέλειψαν να καταχωρήσουν έγγραφο εμφάνιση.

 

Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») καταχώρησε στις 15/09/2025 έγγραφο εμφάνισης στο οποίο ισχυριζόταν ότι ο Αιτητής υπέβαλε στις 10/07/2024 αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού η οποία απορρίφθηκε στις 25/04/2025 καθότι η απόλυση του Αιτητή  δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού.

 

Το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει ο Κανονισμός 9(4) του Κανονισμού προχώρησε στην ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των Καθ’ ων η Αίτηση 1.

 

Ο Αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, κατέθεσε ενώπιόν μας ένορκη δήλωσή του ημερ. 30/10/2025 προς απόδειξη των θεραπειών που αξιώνει με την παρούσα αίτηση. Ο δικηγόρος του Ταμείου δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην κατάθεση της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ούτε ζήτησε να αντεξετάσει τον Αιτητή. Το Ταμείο δεν προσκόμισε ενώπιόν μας την οποιαδήποτε μαρτυρία.

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Αιτητή και τα Τεκμήρια Α-Η που επισυνάπτονται σε αυτήν οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασκούν, μεταξύ άλλων, εργασίες πωλήσεων και επισκευών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση 1 ως τεχνικός υπολογιστών στις 03/12/2012. Στις 30/05/2024 οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 παρέδωσαν στον Αιτητή επιστολή με την οποία του έδιναν ένα μήνα προειδοποίηση απόλυσης λόγω του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 έχουν πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Τον Ιούλιο του 2024 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Στις 24/04/2025 το Ταμείο απέρριψε την αίτηση του Αιτητή με τη δικαιολογία ότι η πώληση/μεταβίβαση επιχείρησης δεν συνιστά λόγο πλεονασμού. Οι απολαβές του ανέρχονταν «περί τα €1.808 – μηνιαίως ακάθαρτο μισθό και υπερωρίες και επίδομα αργιών».  Γεννήθηκε το 1982. Συνάντησε αρκετές δυσκολίες στο να εξεύρει νέα εργασία και μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει απασχόληση ως μισθωτός. Από τις 04/06/2025 δραστηριοποιείται ως αυτοτελώς εργαζόμενος προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών.   

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή όπως αυτή τέθηκε ενώπιόν μας παρατηρούμε ότι δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία (α) στη μαρτυρία του σε ό,τι αφορούσε τις θέσεις του σχετικά με την περίοδο απασχόλησής του στους Καθ’ ων η Αίτηση 1, τον τρόπο και τον λόγο τερματισμού της απασχόλησής του από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, τη θέση εργασίας που είχε στους Καθ’ ων η Αίτηση 1, την ηλικία του, την αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο και την απόρριψή της από το Ταμείο και (β) στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσε ενώπιόν μας ως Τεκμήρια.

 

 Συνακόλουθα η εν λόγω μαρτυρία γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα.

 

Παρά το ότι η μαρτυρία του Αιτητή παρέμεινε αναντίλεκτη δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ως αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ύψος των απολαβών του ως αυτοί τίθενται στην ένορκη δήλωσή του. Και εξηγούμε. Από τις Αναλυτικές Καταστάσεις Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη για το πρόσωπό του (Τεκμήριο Β) φαίνεται ότι από τα μέσα του 2020 μέχρι και τον Απρίλιο του 2024 λάμβανε ως μισθό τους πλείστους μήνες του κάθε χρόνου το ποσό των €1.360 και τους υπόλοιπους μήνες ποσά μικρότερα από το ποσό των €1.360 και ότι ο μόνος μήνας που έλαβε €1.808 ήταν ο Μάιος του 2024. Τον Ιούνιο του 2024 φαίνεται να έλαβε το ποσό των €1.354. Στην ένορκη δήλωσή του ο Αιτητής περιορίστηκε μόνο στο να αναφέρει ότι λάμβανε «περί τα €1.808 – μηνιαίως ακάθαρτο μισθό και υπερωρίες και επίδομα αργιών» χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις αναφορικά με το τι εννοούσε με τη λέξη «περί» και χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με τα ποσά των υπερωριών και του επιδόματος αργιών. Λόγω της απουσίας οποιασδήποτε εξήγησης για το ύψος του ποσού που έλαβε ως μηνιαίες απολαβές τον Μάιο του 2024 το οποίο ποσό διαφοροποιείτο ουσιαστικά από τα ποσά που λάμβανε ως μηνιαίες απολαβές για τέσσερα (4) χρόνια, κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να αποδεχτούμε τη θέση του Αιτητή ότι λάμβανε €1.808 μηνιαίως. Στηριζόμενοι στις Αναλυτικές Καταστάσεις Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη για τον Αιτητή για τα έτη 2020-2024 κρίνουμε ότι ως μηνιαίος μισθός του Αιτητή μπορεί να θεωρηθεί το ποσό των €1.360[1] και συνακόλουθα προβαίνουμε στο ανάλογο εύρημα.

 

 Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του Αιτητή για απώλεια σταδιοδρομίας και τις συνέπειες που είχε στην επαγγελματική του ζωή και τα οικονομικά του η απόλυσή του από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 παρατηρούμε ότι αυτή τέθηκε ενώπιόν μας με γενικότητα και χωρίς πληρότητα αφού ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας συγκεκριμένη και σαφή μαρτυρία σχετικά με τις πραγματικές προσπάθειες που έκανε να βρει άλλη απασχόληση με απολαβές στο ύψος αυτών που λάμβανε από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 με σκοπό τον όσο μεγαλύτερο περιορισμό της ζημιάς που υπέστηκε από την απόλυσή του και τους λόγους που δεν κατέστη δυνατό να βρει άλλη κατάλληλη εργασία. Ούτε έθεσε ενώπιόν μας με λεπτομέρεια ποια ήταν συγκεκριμένα τα προσόντα του. Ακόμη δεν μας ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και τυχόν μελλοντικές προοπτικές ανέλιξής του στους Καθ’ ων η Αίτηση 1. Περαιτέρω ενώ στην ένορκη δήλωσή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος, ενώπιόν μας κατατέθηκε ως Τεκμήριο η Αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών Ασφαλισμένου κατά Εργοδότη για το πρόσωπό του για το 2026 στο οποίο φαίνεται ότι εργάζεται και σε μια άλλη εταιρεία. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη σχετική μαρτυρία του Αιτητή κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστούμε σε αυτήν για την εξαγωγή ολοκληρωμένων συμπερασμάτων αναφορικά με τις πραγματικές συνέπειες που είχε στην επαγγελματική ζωή και/ή στη σταδιοδρομία του και τα οικονομικά του η απόλυσή του από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεχτή όπως αυτή τέθηκε ενώπιόν μας.

 

Το άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6(1) του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 6(1) του Νόμου δημιουργεί τεκμήριο ότι ο τερματισμός της απασχόλησης δεν γίνεται λόγω πλεονασμού.

 

Ο Αιτητής κατά την ακρόαση της υπόθεσης περιορίστηκε στο να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησής του και δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης ότι η απόλυσή του οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού ως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 18 του Νόμου. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η απόλυσή του οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για αντίκρουση του νόμιμου τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 6 του Νόμου με το οποίο ο τερματισμός των υπηρεσιών ενός εργοδοτουμένου τεκμαίρεται ότι δεν έγινε νόμιμα για κάποιο από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (στην προκειμένη περίπτωση για λόγους πλεονασμού) μέχρι αποδείξεως του εναντίου από την πλευρά του εργοδότη, κρίνουμε ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 ήταν αδικαιολόγητος και παράνομος. Κατά συνέπεια ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 3(1) του Νόμου, οι οποίες αποζημιώσεις καθορίζονται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου (βλ. άρθρο 3 του Νόμου και Πρώτο Πίνακα του Νόμου). Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:

 

(α)       τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,

(β)       την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,

(γ)        την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,

(δ)        τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,

(ε)        την ηλικία του εργοδοτούμενου.

 

 

Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829).

 

Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Επίσης η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.

 

Στην Πολ. Έφεση 131/2012 Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, ημερ. 22/09/2017 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.

…………………………………………………………………………

 

Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το κριτήριο (γ) του άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τις συνέπειες που είχε η απόλυση του στη σταδιοδρομία του δεν συνάδει και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτά. Η βάση της εισήγησης ερείδεται στο εύρημα ότι ο εφεσείων ενεγράφη άνεργος και λάμβανε ανεργιακό επίδομα, το οποίο, κατά τον εφεσείοντα, «ερμηνεύεται ότι αναζητούσε εργασία», ενώ είναι αποδεκτό πως δεν μπορούσε να εκτελέσει χειρονακτική εργασία. Όλα αυτά, υποστηρίζει, καταδεικνύουν ότι προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για μείωση της ζημιάς του.

 

Η θέση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί. Η λήψη ανεργιακού επιδόματος από μόνη της, ουδόλως τεκμηριώνει αναζήτηση εργασίας, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ευρήματα του Δικαστηρίου που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία. Η αναζήτηση εργασίας πρέπει να αποδειχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του εφεσείοντα κατέδειξε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν προσπάθησε να εξεύρει άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Πρόκειται δε για εύρημα επί πραγματικού γεγονότος το οποίο δεν ελέγχεται από το Εφετείο. Ο εφεσείων ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το αποσείσει για τους λόγους που με λεπτομέρεια καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.»

 

 

Στην υπόθεση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12, ημερ. 13/02/2019 λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων το γεγονός ότι οι εργοδότες με τον λόγο που προέβαλαν για την απόλυση της εργοδοτουμένης στιγμάτιζαν την εργοδοτούμενη με αποτέλεσμα να επηρεάζονται αρνητικά οι προοπτικές της για μελλοντική εργοδότησή της.

 

 Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για 12 συναπτά έτη και ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του ανέρχονταν σε €313,85 [(12 Χ €1.360) ÷ 52].

 

Λαμβάνοντας υπόψη (1) ότι ο Αιτητής: (α) απολύθηκε για λόγους που δεν αποδείχτηκαν ενώπιόν μας ότι ήταν νόμιμοι χωρίς να αποδειχτεί ότι η απόλυσή του ήταν κακόπιστη, (β) εργάστηκε για 12 χρόνια στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση 1, (γ) ήταν 42 χρονών όταν απολύθηκε (ηλικία που δεν είναι δύσκολο να βρεις άλλη εργασία) και (δ) ελάμβανε πριν την απόλυσή του για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €313,85 εβδομαδιαίως, (2) ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν στιγμάτισαν με οποιοδήποτε τρόπο τον Αιτητή απολύοντας τον (αφού ο λόγος απόλυσης που αναφέρθηκε στην επιστολή απόλυσής του αφορούσε τους εργοδότες του και όχι τη δική του εργασιακή συμπεριφορά ή απόδοση) ώστε η απόλυσή του να έχει αρνητικές συνέπειες στις πιθανότητες για μελλοντική εργοδότησή του και (3) ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας αξιόπιστη και πλήρης μαρτυρία σχετικά με τις επιπτώσεις που είχε η απόλυση του Αιτητή από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 29 εβδομάδων, ήτοι €9.101,65[2] (ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που θα ελάμβανε από το Ταμείο στην περίπτωση που κρινόταν ότι απολύθηκε για λόγους πλεονασμού).

   

Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 5 του Νόμου, στις περιπτώσεις που ένας εργοδοτούμενος απολύεται λόγω πλεονασμού και/ή παράνομα, ο εργοδότης οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Ο εργοδότης οφείλει να δώσει ανάλογα με τη διάρκεια της απασχόλησης του εργοδοτουμένου την ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης που προβλέπεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 9 του Νόμου. Δυνάμει των προνοιών του εδαφίου 1 του άρθρου 11 του Νόμου ο εργοδότης έχει το δικαίωμα αντί να δώσει στον εργοδοτούμενο τη νενομισμένη προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του να καταβάλει σε αυτόν πληρωμή αντί προειδοποίησης η οποία καθορίζεται σε συνάρτηση με τα ημερομίσθια του εργοδοτουμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα του Νόμου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής με βάση την περίοδο απασχόλησής του στους Καθ’ ων η Αίτηση 1 δικαιούται σε προειδοποίηση οκτώ (8) εβδομάδων. Στον Αιτητή δόθηκε προειδοποίηση μόνο τεσσάρων (4) εβδομάδων και ως εκ τούτου δικαιούται ως πληρωμή αντί προειδοποίηση το υπόλοιπο της περιόδου που καθορίζεται από τον Νόμο, δηλαδή πληρωμή ημερομισθιών τεσσάρων (4) εβδομάδων ήτοι ποσό €1.255,40 (4 Χ €313,85).

 

Ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζει την αξίωση του για αναλογία αδειών και αργιών και ως εκ τούτου η εν λόγω αξίωσή του απορρίπτεται.

 

Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €10.357,05 με νόμιμο τόκο.

 

Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 €1.100 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α.

 

Η αίτηση του Αιτητή εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………….

       Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

 

(Υπ.) ………………………………….                       (Υπ.) ………………………………….

         Στ. Δελίτσικου, Μέλος                                                              Μ. Στεφάνου, Μέλος

 

 

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 



[1] Σημειώνουμε ότι το Ταμείο στους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισής του αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν λάμβανε 13ο μισθό και ότι ο εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανερχόταν στο ποσό των €313,85. Παρατηρούμε ότι το εν λόγω ποσό προκύπτει από τη μαθηματική πράξη [(12Χ1.360)÷52] γεγονός που τείνει να δείξει ότι το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων θεωρούσε το ποσό των €1.360 ως τον μηνιαίο μισθό του Αιτητή.       

[2] 29Χ€313,85.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο