ANDREAS G. TTOFINIS ESTATES LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 790/2018, 7/10/2024
print
Τίτλος:
ANDREAS G. TTOFINIS ESTATES LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 790/2018, 7/10/2024

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

ΑρΑγωγής:  790/2018

Μεταξύ:

ANDREAS G. TTOFINIS ESTATES LTD

Εναγόντων

και

 

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ

Εναγομένων

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Oκτωβρίου 2024

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Χατζηκωσταντή

Για τους Εναγόμενους: κα Γ. Στυλιανού

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Μη αμφισβητούμενα γεγονότα

 

Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα ασχολούνταν με την ανάπτυξη ακινήτων και/ή τη διαχείριση ξενοδοχείων και άλλες συναφείς εργασίες. 

 

Κύριος μέτοχος και διευθυντής των Εναγόντων ήταν και είναι ο Α.Τ. που είναι και το πρόσωπο το οποίο αντιπροσώπευε τους Ενάγοντες στις επίδικες συναλλαγές τους με τους Εναγόμενους.

 

Οι Εναγόμενοι είναι αδειοδοτημένο τραπεζικό ίδρυμα, με υποκαταστήματα σε ολόκληρη την Κύπρο.

 

Οι Ενάγοντες ήταν πελάτες των Εναγομένων επί σειρά ετών και διατηρούσαν σε αυτούς διάφορους λογαριασμούς.

 

Μέσα στο πλαίσιο συνεργασίας των διαδίκων οι Ενάγοντες εξασφάλισαν κατά καιρούς δάνεια και/ή πιστώσεις από τους Εναγόμενους. 

 

Περί το 2011 οι Ενάγοντες αποτάθηκαν σε αρχιτεκτονικό γραφείο με σκοπό την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για  την αλλαγή χρήσης του τουριστικού καταλύματος τους με την ονομασία EVALENA HOTEL APPARTMENTS που αποτελείτο από 74 αδειούχα διαμερίσματα ώστε να μετατραπεί σε ξενοδοχειακή μονάδα 133 δωματίων.  Τα σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια και οι αιτήσεις στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως υποβλήθηκαν περί τον Απρίλιο του 2013 και η σχετική πολεοδομική άδεια εκδόθηκε περί το 2014.  Ακολούθως, οι Ενάγοντες υπέβαλαν σχετική αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής η οποία εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2016 (η άδεια οικοδομής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). 

 

Για την υλοποίηση αλλαγής χρήσης και ανακαίνισης του καταλύματος, οι Ενάγοντες επρόκειτο να προβούν σε οικοδομικές εργασίες οι οποίες έπρεπε να αρχίσουν το αργότερο περί τον Σεπτέμβριο του 2016 έτσι ώστε να ολοκληρωθούν μέχρι τον Μάρτιο του 2017 ενόψει του ότι είχαν συνομολογήσει συμφωνία με τουριστικό πράκτορα για την καλοκαιρινή τουριστική περίοδο του 2017 και βρίσκονταν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για υπογραφή έτερης συμφωνίας με δεύτερο τουριστικό πράκτορα, με τρόπο ώστε να όφειλαν να είναι έτοιμοι να λειτουργήσουν το ξενοδοχείο τους από 1.4.2017.

 

Για την πραγματοποίηση του έργου ήταν αναγκαία η εξασφάλιση δανειοδότησης σε σχέση με την οποία  αποτάθηκαν στους Εναγόμενους.  Σε σχέση, μάλιστα, με το θέμα αυτό είχε συναντήσεις και συζητήσεις με διάφορους εκπροσώπους των Εναγομένων.

           

Μέχρι και τον Ιούλιο του 2016 οι Εναγόμενοι δεν κοινοποίησαν στους Ενάγοντες απόφαση περί έγκρισης του δανείου που είχε ζητηθεί από αυτούς.

 

Λόγω του ότι οι Ενάγοντες χρειάζονταν άμεσα τη δανειοδότηση προκειμένου να αρχίσουν τις εργασίες, αποτάθηκαν μέσω του χρηματοοικονομικού τους συμβούλου σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και εξασφάλισαν δάνειο από αυτό.  Για τη χορήγηση του εν λόγω δανείου, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η εξόφληση των υφιστάμενων δανείων των Εναγόντων προκειμένου να εξαλειφθούν οι υποθήκες και τα ακίνητα των Εναγόντων να επιβαρυνθούν με νέες υποθήκες προς εξασφάλιση της νέας δανειοδότησης. 

 

Κατά το Σεπτέμβριο του 2016 οι Ενάγοντες διατηρούσαν στους Εναγόμενους τους ακόλουθους λογαριασμούς:

 

1.    Τον λογαριασμό δανείου με αριθμό [ ]

2.    Τον λογαριασμό δανείου με αριθμό [ ]

3.    Τον λογαριασμό παρατραβήγματος με αριθμό [ ]

4.    Τον λογαριασμό κάρτας με αριθμό [ ]

 

Με επιστολή τους ημερ. 19.9.2016 (Τεκμήριο 3) οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι των Εναγόντων ενημέρωσαν τους Εναγόμενους πως μετά από έρευνα των στοιχείων που τους είχαν προσκομιστεί, διαπίστωσαν ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν €1.400.000 περίπου.  Ζήτησαν δε να πληροφορηθούν αναφορικά με το ακριβές ποσό της οφειλής αναφέροντας πως η επιστολή αποστελλόταν «με πλήρη επιφύλαξη οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων που μπορούν να προκύψουν ή ενδεχομένως προέκυψαν από οποιεσδήποτε άλλες αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή πρακτικές της τράπεζας».

 

Με ηλεκτρονικό μήνυμά της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 4), λειτουργός των Εναγομένων ενημέρωσε τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους των Εναγόντων ότι το υπόλοιπο προς εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγόντων ανέρχεται σε €1.850.000.

 

Οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγόμενους το ποσό των €1.850.000 στις 22.9.2016 προκειμένου να εξαλειφθούν οι υποθήκες που ήταν εγγεγραμμένες προς όφελος των Εναγομένων και να εγγραφούν νέες υποθήκες υπέρ του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που παραχώρησε τη νέα δανειοδότηση στους Ενάγοντες. 

 

Τα πιο πάνω αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως αυτά προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης.  Ως τέτοια, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Η απαίτηση των Εναγόντων

 

Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €550.697,29 ως παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις στους λογαριασμούς τους καθώς επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις στους λογαριασμούς τους κατά την περίοδο από το 2003 μέχρι το τέλος του 2016.

 

Στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι περί το 2016 είχαν διαπιστώσει ότι οι Εναγόμενοι τους υπερχρέωσαν αντικανονικά και παράνομα με ποσά πέραν των €550.697,29.  Το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μέχρι και την ημερομηνία έγερσης της αγωγής, πλην, όμως, τα μέρη δεν κατέληξαν σε οποιαδήποτε συμφωνία.  Προβάλλεται, επίσης, ότι στο πλαίσιο των διάφορων συναλλαγών που οι Ενάγοντες είχαν κατά καιρούς με τους Εναγόμενους, είχε υπογραφεί μεγάλος αριθμός εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων ήταν δύσκολο να γίνει αντιληπτό και πως η υπογραφή από τους εκπροσώπους των Εναγόντων σε αυτά τέθηκε στη βάση της σχέσης εμπιστοσύνης που είχαν με τους Εναγόμενους.  Οι δε Εναγόμενοι κατά κανόνα δεν παραχωρούσαν αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραφαν οι Ενάγοντες σε αυτούς. 

 

 

 

 

Η Υπεράσπιση των Εναγομένων

 

Με την υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι εγείρουν κατ’ αρχάς προδικαστική ένσταση επί τω ότι οι Ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος να εγείρουν την παρούσα αγωγή καθότι υπέγραψαν έγκυρες και δεσμευτικές συμφωνίες με τρόπο ώστε να κωλύονται λόγω καταχωρήσεων (estopped by deed) και λόγω παραστάσεων (estopped by conduct) από το να προβάλλουν τους υπό κρίση ισχυρισμούς τους. Περαιτέρω, προβάλλουν πως η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθότι οι εν λόγω δανειοδοτήσεις αφορούν παραχωρήσεις δανείων που δόθηκαν κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων περί το 2007 και εντεύθεν και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες έχουν απεμπολήσει τα δικαιώματα τους λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος.

 

Αναφορικά με την απαίτηση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι ουδεμία υπερχρέωση έχει γίνει στους λογαριασμούς των Εναγόντων, οι δε Ενάγοντες ουδέποτε παραπονέθηκαν ή εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς την τιμολόγηση των διευκολύνσεων.   Οι λογαριασμοί των Εναγόντων χρεώθηκαν σύμφωνα με τα εκάστοτε σε ισχύ επιτόκια και τραπεζικές πρακτικές, ενώ οι Ενάγοντες ήταν πάντοτε ενήμεροι για τις μεταβολές του επιτοκίου μέσω επιστολών ενημέρωσης, ανακοινώσεων και δημοσιεύσεων στον τύπο καθώς επίσης από τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες κοινοποιούνταν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση τους.  Σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι είναι καθόλα έγκυρα και νομότυπα, οι δε Ενάγοντες είχαν τον χρόνο να μελετήσουν τα έγγραφα και να λάβουν νομική συμβουλή, πράγματα το οποίο δεν έπραξαν.   

 

Απάντηση στην Υπεράσπιση

 

Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις των Εναγομένων ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης και απορρίπτουν όλες τις προδικαστικές ενστάσεις ως αόριστες, αβάσιμες και ενοχλητικές.  Επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και την αξίωση τους.

 

Τα επίδικα θέματα

 

Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών, τη μαρτυρία που τέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και τις θέσεις που προωθήθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων διαπιστώνεται ότι τα επίδικα θέματα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, είναι τα ακόλουθα:

 

Πρώτον, κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν απεμπολήσει το δικαίωμά τους να αξιώνουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό ως παράνομες χρεώσεις ενόψει της εξόφλησης των επίδικων λογαριασμών και την υπογραφή του εγγράφου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8.  Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, σημειώνεται πως πρόκειται για έγγραφο που ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες με σκοπό την ακύρωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού κάρτας, την εξόφληση των λογαριασμών δανείου και την ακύρωση των εξασφαλίσεων.  Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8, με την παράδοση τραπεζικής επιταγής προς όφελος των Εναγόντων για το ποσό των €1.850.000, θα γίνει πλήρης εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγόντων και οι υποθήκες θα εξαλειφθούν.  Το Τεκμήριο 8 υπογράφθηκε από τον Α.Τ., ως εκπρόσωπο των Εναγόντων.

 

Δεύτερον, σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, κατά πόσο υπήρχαν παράνομες χρεώσεις στους υπό αναφορά 1-3 πιο πάνω λογαριασμούς των Εναγόντων και εάν ναι, το ύψος αυτών (σημ. αναφορικά με τον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για επιβολή παράνομων χρεώσεων).

 

Η προσκομισθείσα μαρτυρία

 

Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη.  Από την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ενώ οι Εναγόμενοι κάλεσαν ένα μάρτυρα για την υπεράσπισή τους.  

Συνοψίζοντας τη μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο σημειώνονται τα εξής:

 

Ως Μ.Ε. 1 κατέθεσε ο Α.Τ., διευθυντής και κύριος μέτοχος των Εναγόντων.  Για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) στην οποία έκανε αναφορά στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, στα γεγονότα που αφορούσαν την ανακαίνιση του καταλύματος και την ανάγκη δανειοδότησης, καθώς επίσης τις συζητήσεις που είχε προς το σκοπό αυτό με τους Εναγόμενους.  Ως ανέφερε, σε σχέση με την εξασφάλιση της νέας δανειοδότησης οι Ενάγοντες είχαν διορίσει τον Γ.Π. (ο οποίος κατέθεσε αργότερα ως Μ.Ε. 2) ως χρηματοοικονομικό τους σύμβουλο.  Σύμφωνα με τον μάρτυρα, παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις που ο ίδιος λάμβανε κατά καιρούς από τους εκπροσώπους των Εναγομένων ως προς την έγκριση του δανείου, δεν του δόθηκε ποτέ κάποια γραπτή επιβεβαίωση, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να βρεθούν σε αδιέξοδο και να υποχρεωθούν να αποταθούν σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα για χρηματοδότηση. Ως εξήγησε, λόγω της πίεσης χρόνου για έναρξη των οικοδομικών εργασιών και αποπεράτωση τους μέχρι τον Μάρτιο του 2017, οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν τον Ιούλιο του 2016 να αποταθούν σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα για δανειοδότηση και τελικώς στις 29.7.2016 έλαβαν γραπτή έγκριση δανείου από άλλο τραπεζικό ίδρυμα υπό τον όρο εξόφλησης όλων των υποχρεώσεων των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους έτσι ώστε οι υποθήκες προς όφελος των Εναγομένων να εξαλειφθούν και να κατατεθούν νέες προς εξασφάλιση της νέας  δανειοδότησης. 

Αποτέλεσε θέση του Μ.Ε.1 ότι λόγω της στάσης και συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι Ενάγοντες βρέθηκαν σε αδιέξοδο με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να εξοφλήσουν όλα τα ποσά που ζητούσαν οι Εναγόμενοι προκειμένου να καταστεί εφικτή η εξάλειψη των υποθηκών.  Τόνισε, ωστόσο, ότι η πληρωμή του ποσού των €1.850.000 έγινε με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων για οποιεσδήποτε παράνομες χρεώσεις και χωρίς αποδοχή των ισχυρισμών των Εναγομένων, ως το είχαν διατυπώσει ρητά στην επιστολή του συμβούλου τους ημερ. 19.9.2016  και ως ανέφεραν στους εκπροσώπους των Εναγομένων που εμφανίστηκαν στο Κτηματολόγιο για την εξάλειψη των υποθηκών. 

Έτσι, μετά την πληρωμή του ποσού αυτού, ζητήθηκαν εξηγήσεις από τους Εναγόμενους αναφορικά με το ζήτημα των αδικαιολόγητων χρεώσεων και διεκδικήθηκαν τα ποσά αυτά τόσο από τον ίδιο όσο και από τον Μ.Ε. 2.  Μέσω του Μ.Ε. 2 έγιναν διάφορες διαπραγματεύσεις πριν από την έγερση της αγωγής, χωρίς, όμως, οποιαδήποτε κατάληξη. 

Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε. 1 ανέδειξε την πολύ καλή συνεργασία που υπήρχε μέχρι το 2016 με τους Εναγόμενους και υπέδειξε πως είχε αναπτυχθεί σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους των Εναγομένων.  Λόγω δε αυτής της σχέσης, οι Ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν ενωρίτερα την επιβολή παράνομων και αδικαιολόγητων χρεώσεων στους λογαριασμούς τους.  

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δέχθηκε ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών, κλήθηκε και υπέγραψε διάφορες τροποποιητικές συμφωνίες προς το σκοπό αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρηθεί από τους Ενάγοντες, πλην, όμως, διευκρίνισε πως ουδέποτε του δόθηκε χρόνος να μελετήσει τα έγγραφα αυτά.  Λόγω δε της σχέσης εμπιστοσύνης που ανέπτυξε με τους λειτουργούς των Εναγομένων, έθετε την υπογραφή του επί διαφόρων εγγράφων που του παρουσιάζονταν.  Συμφώνησε, επίσης, με την συνήγορο των Εναγομένων πως λάμβανε καταστάσεις σε σχέση με τους διάφορους λογαριασμούς, τα οποία στη συνέχεια παρέδιδε στο λογιστή των Εναγόντων για σκοπούς αρχειοθέτησης και μόνο και όχι ελέγχου.  Ερωτηθείς εάν παραπονέθηκε ποτέ σε σχέση με τις συναλλαγές που εμφαίνονταν στις καταστάσεις, απάντησε αρνητικά.

Σε σχέση με το αίτημα για δανειοδότηση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επανειλημμένα του είχε λεχθεί από τους λειτουργούς των Εναγομένων πως είχε εγκριθεί δάνειο ύψους €5.000.000, πλην, όμως, λόγω της άρνησης τους να του δώσουν γραπτή έγκριση, υποχρεώθηκε, υπό τις περιστάσεις, να αποταθεί σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.  Οι διαβεβαιώσεις αναφορικά με την έγκριση του δανείου δεν είχαν δοθεί μόνο στον ίδιο, αλλά και στον Μ.Ε. 2, ο οποίος διορίστηκε από τους Ενάγοντες περί τον Μάρτιο του 2016 (σχετική εξουσιοδότηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7) και τους εκπροσωπούσε στο πλαίσιο των συζητήσεων που γίνονταν για την εξασφάλιση του δανείου από τους Εναγόμενους.

 

Ερωτηθείς αναφορικά με το Τεκμήριο 8, ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτό, τονίζοντας, ωστόσο, πως δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου ή οτιδήποτε σε σχέση με την ημερομηνία αυτού.  Ήταν η θέση του πως το ποσό των €1.845.000 καταβλήθηκε εξ ανάγκης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων αναφορικά με το θέμα των υπερχρεώσεων και χωρίς σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες να αποδέχονται ότι οφείλουν το συγκεκριμένο ποσό.  Πρόσθεσε πως έθεσε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 8 λόγω φιλίας με τους λειτουργούς των Εναγομένων και προκειμένου να μπορέσει να εξασφαλίσει την χρηματοδότηση και να μην καταστραφεί οικονομικά.  Δεν γνώριζε το περιεχόμενο του εγγράφου και ούτε του δόθηκε η ευκαιρία να το ελέγξει είτε ο ίδιος είτε κάποιος νομικός σύμβουλος.  Τέλος, σημείωσε πως η διαφωνία των Εναγόντων με το ποσό και το γεγονός της επιφύλαξης των δικαιωμάτων των Εναγόντων αναφέρθηκε προφορικά και στους λειτουργούς των Εναγομένων κατά την παρουσία τους στο Κτηματολόγιο.   

Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε ο Γ.Π. ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου στη διοίκηση επιχειρήσεων με ειδικότητα στη Λογιστική και Χρηματοοικονομία.  Διετέλεσε διευθυντικό στέλεχος σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για 20 χρόνια και από το 2008-2013 ήταν διευθυντής δανείων διεθνών αγορών.  Ως ανέφερε, γνωρίζει πολύ καλά τα τραπεζικά θέματα και την τραπεζική πρακτική, ως επίσης τη λειτουργία και διαχείριση χρεωστικών και πιστωτικών λογαριασμών.  Στο παρόν στάδιο εξασκεί το επάγγελμα του χρηματοοικονομικού συμβούλου μέσω της εταιρείας P & A Business and Financial Consultants Ltd.   

 

Ως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), διορίστηκε ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος των Εναγόντων περί το 2016 για τη μελέτη της νέας χρηματοδότησης που θα λάμβαναν από τους Εναγόμενους καθώς επίσης για την παροχή συμβουλών αναφορικά με τα υφιστάμενα δάνεια των Εναγόντων στους Εναγόμενους.  Ήταν η θέση του ότι στο πλαίσιο του αιτήματος των Εναγόντων για δανειοδότηση, αν και οι εκπρόσωποι των Εναγομένων διαβεβαίωναν τους Ενάγοντες ως προς την έγκριση της δανειοδότησης τους, εντούτοις δεν τους είχαν αποστείλει οποιαδήποτε έγκριση σε σχέση με αυτή.  Λόγω της πίεσης χρόνου για εξασφάλιση χρηματοδότησης οι Ενάγοντες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αποταθούν σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα για σκοπούς χρηματοδότησης, θέμα για το οποίο έδωσαν οδηγίες στο μάρτυρα.  Έτσι, ο ίδιος  αποτάθηκε εκ μέρους των Εναγόντων για σκοπούς νέας χρηματοδότησης και στις 29.7.2016 έλαβε γραπτή έγκριση δανείου από άλλο τραπεζικό ίδρυμα υπό τον όρο εξάλειψης των υποθηκών που ήταν εγγεγραμμένες προς όφελος των Εναγομένων, προϋπόθεση για την οποία ήταν η εξόφληση όλων των λογαριασμών που διατηρούσαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους. 

 

Στο πλαίσιο αυτό άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τους Εναγόμενους για την εξόφληση των λογαριασμών των Εναγόντων.  Με βάση τα στοιχεία που του είχαν κοινοποιηθεί το καλοκαίρι του 2016, ο μάρτυρας υπολόγισε το συνολικό οφειλόμενο ποσό περί το €1.400.000.  Λόγω δε του ότι είχε διευθετηθεί ραντεβού στο Κτηματολόγιο για εξάλειψη των υποθηκών και εξασφάλιση των δανειοδοτήσεων,  απέστειλε στους Εναγόμενους την επιστολή ημερ. 19.9.2016 (Τεκμήριο 9) στην οποία αφενός κατέγραφε τη θέση του ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού εκ €1.400.000 περίπου, αφετέρου ζητούσε το ακριβές ποσό των υπολοίπων για σκοπούς εξάλειψης των υποθηκών. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 20.9.2016 ότι ως η θέση τους το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €1.850.000, το οποίο οι Ενάγοντες κατέβαλαν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους και τούτο γιατί ήταν υποχρεωμένοι να ενεργήσουν με αυτό τον τρόπο προκειμένου να εξαλειφθούν οι υποθήκες και να προχωρήσουν με τα περαιτέρω.  Μετά την πληρωμή του εν λόγω ποσού ο ίδιος συνέχισε τις διαβουλεύσεις με τους Εναγόμενους χωρίς, όμως, να καταλήξουν σε οποιοδήποτε ποσό. 

Όσον αφορά τους τρεις λογαριασμούς σε σχέση με τους οποίους ο μάρτυρας κατέληξε ότι έχουν γίνει παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις από μέρους των Εναγόντων, υποστήριξε τα εξής: 

 

Ο λογαριασμός δανείου με αρ. [ ] αφορούσε δάνειο ύψους £950,000 που παραχωρήθηκε τον Ιούλιο του 2007 (αντίγραφο της επιστολής έγκρισης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10).  Σύμφωνα με τους όρους του δανείου, αυτό θα χρεωνόταν με το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, το οποίο ήταν το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που κατά τον Ιούνιο του 2007 ανερχόταν σε 4,5% πλέον 3% προσαύξηση.  Ως ανέφερε, με απόφαση της ημερομηνίας 21.12.2007, η Κεντρική Τράπεζα καθόρισε ως βασικό επιτόκιο των τραπεζών από την 21.12.2007, το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (στο εξής το «CBC»), το οποίο την 21.12.2007 ήταν 4%, ενώ από 1.1.2008 το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής το «ECB» - η σχετική εγκύκλιος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11).

 

Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι στη βάση της πιο πάνω εγκυκλίου ο λογαριασμός θα έπρεπε να τοκίζεται με 4% βασικό επιτόκιο από 21.12.2007 και με το ECB από 1.1.2008 (η κατάσταση με τις διακυμάνσεις των δυο επιτοκίων αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 11, ενώ κατάσταση με το συνολικό επιτόκιο από το άνοιγμα του λογαριασμού δανείου μέχρι την εξόφληση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12).  Στη βάση των όσων παρουσίασε στο Δικαστήριο, ο Μ.Ε. 2 υποστήριξε πως οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγόμενους ποσό €419.236 αδικαιολόγητα και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν και τούτο έχοντας υπόψη ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με αυθαίρετα επιτόκια (οι σχετικές συμφωνίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14-16, οι καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήριο 17, η έκθεση που ετοίμασε ο μάρτυρας ως Τεκμήριο 18 και η αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε με τις πληρωμές και τους τόκους που έπρεπε να είχαν επιβληθεί ως Τεκμήριο 19). 

 

Ο λογαριασμός δανείου με αρ.[ ] αφορά δάνειο ύψους €330,000 που παραχωρήθηκε για εξόφληση υφιστάμενων δανείων των Εναγόντων περί τον Μάρτιο του 2011 (η επιστολή έγκρισης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 21). Σύμφωνα με τον Μ.Ε. 2, επρόκειτο για δάνειο αναδιάρθρωσης και όχι επιχειρηματικό, ως αναφέρεται.  Σε αυτή τη βάση, ήταν η θέση του Μ.Ε. 2 πως το βασικό επιτόκιο που όφειλαν οι Εναγόμενοι να προσφέρουν στους Ενάγοντες ήταν το ECB, το οποίο κατά τον Φεβρουάριο του 2011 ήταν 1% και όχι το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων το οποίο καθορίστηκε σε 4,25%.  Η εφαρμογή του εν λόγω επιτοκίου παραβιάζει σύμφωνα με τον Μ.Ε. 2, την πρακτική που ίσχυε για τις αναδιαρθρώσεις σύμφωνα με την οποία τα δάνεια που γίνονταν στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης και κάλυψη καθυστερημένων οφειλών δεν έπρεπε να χρεώνονται με επιτόκιο που υπερβαίνει το επιτόκιο της κύριας χρηματοδότησης που παρουσίαζε καθυστερήσεις. 

 

Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα πως οι Ενάγοντες κατέβαλαν αδικαιολόγητα το ποσό των €66.757,98 και τούτο γιατί οι Εναγόμενοι τόκιζαν τον λογαριασμό με επιτόκια που ήταν αντίθετα με την τραπεζική πρακτική η οποία υιοθετήθηκε με σχετική οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. σχετικά το Τεκμήριο 22) και ενσωματώθηκε στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, και επέβαλαν παράνομες και αδικαιολόγητες χρεώσεις  (οι σχετικές συμφωνίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 23-25, οι καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήριο 28, η έκθεση που ετοίμασε ο μάρτυρας ως Τεκμήριο 26 και η αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε με τις πληρωμές και τους τόκους που έπρεπε να είχαν επιβληθεί ως Τεκμήριο 27). 

 

Τέλος, σε σχέση με το λογαριασμό παρατραβήγματος, ο οποίος εγκρίθηκε από τους Εναγόμενους τον Νοέμβριο του 2003, με βάση τους όρους της συμφωνίας (βλέπε Τεκμήρια 31 και 32) το βασικό επιτόκιο ήταν το εκάστοτε καθοριζόμενο βασικό επιτόκιο της τράπεζας το οποίο κατά τον Νοέμβριο του 2003 ήταν 4,5% πλέον 3% προσαύξηση.  Σύμφωνα δε με την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 21.12.2007, ο λογαριασμός θα έπρεπε να τοκίζεται με βασικό επιτόκιο 4% από 21.12.2007 και ακολούθως με το ECB από 1.1.2008.  Ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρά τις εκκλήσεις του προς τους Εναγόμενους, δεν του είχαν παραδοθεί οι καταστάσεις λογαριασμού του εν λόγω λογαριασμού από το 2003 μέχρι την ημέρα παρουσίασής του στο Δικαστήριο.  Παρόλα αυτά, λαμβάνοντας σαν μέσο όρο υπολοίπου το ανώτατο όριο, ήτοι τις €170,000, και αντιπαραβάλλοντας τις χρεώσεις τόκου με το επιτόκιο που χρησιμοποιούσαν οι Ενάγοντες με τις χρεώσεις τόκου με βάση το ECB, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι χρέωσαν παράνομα το λογαριασμό με το ποσό των €51.814, το οποίο αδικαιολόγητα κατέβαλαν στους Εναγόμενους (η κατάσταση που ετοίμασε ο μάρτυρας με βάση τα, κατά  τον ίδιο, λανθασμένα επιτόκια και τις χρεώσεις που έχουν επιβληθεί στο λογαριασμό, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 38 και η έκθεση που ετοίμασε ως Τεκμήριο 37). 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, ήταν η θέση του Μ.Ε. 2 πως οι Ενάγοντες κατέβαλαν αχρεωστήτως στους Εναγόμενους το συνολικό ποσό των €537.807,98.

Ως Μ.Υ. κατέθεσε η Μ.Α., υπάλληλος των Εναγομένων από το 1987, η οποία από το 2009 μέχρι σήμερα είναι Senior Relationship Officer στο Banking Centre στο Παραλίμνι.  Υπό αυτή της την ιδιότητα έχει υπό τη φύλαξη και κατοχή της όλα τα έγγραφα που αφορούν τους λογαριασμούς των Εναγόντων.

Στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Γ), η μάρτυρας αναφέρθηκε αρχικά στους τέσσερις λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Ενάγοντες κατά το 2014 οπότε και της ανατέθηκε η παρακολούθηση τους και στους όρους που διέπουν τη λειτουργία τους σε διάφορα διαστήματα.

Σε σχέση με το δάνειο με αρ. λογαριασμού [ ] η μάρτυρας αναφέρθηκε στην  απόφαση/έγκριση ημερ. 14.6.2007, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 27.6.2007, με τη συμφωνία δανείου ημερ. 29.6.2007 (βλ. Τεκμήριο 39), στη βάση της οποίας συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι παραχωρήσουν στους Ενάγοντες δάνειο για ποσό εκ Λ.Κ.950,000 πλέον τόκους προς 4,50% πλέον προσαύξηση προς 3%, ήτοι συνολικό τόκο 7,50%.

Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο μέχρι την 30.11.2022 ως ακολούθως:

 

-      Κατά το έτος 2007 με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.10.000 έκαστη από 30.6.2007 -31.12.2007.

-      Κατά το έτος 2008 με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.10.000 έκαστη από 31.5.2008 - 30.11.2008.

-      Κατά τα έτη 2009-2010 με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.12.000 έκαστη από 31.5. -30.11 έκαστου έτους.

-     Κατά τη έτη 2011-2012 με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.14.000 έκαστη από 31.5 -30.11 έκαστου έτους.

-     Από το έτος 2013 μέχρι τη λήξη του δανείου με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.17.110 έκαστη από 31.5-30.11 έκαστου έτους.

Λόγω των καθυστερήσεων που παρατηρούνταν στην καταβολή των δόσεων που είχαν συμφωνηθεί, δυνάμει απόφασης έγκρισης ημερ. 14.12.2012 (βλ. Τεκμήριο 14), η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 21.12.2012, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής του δανείου και η διαγραφή των καθυστερήσεων. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε όπως  το δάνειο αποπληρωθεί ως ακολούθως:

 

(α) με μία δόση στις 30.1.2013 η οποία ενδεικτικά θα ανέλθει στις €45.000.

(β) με μία δόση στις 30.4.2013 η οποία ενδεικτικά θα ανέλθει στις €77.000.

(γ) με 7 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μαΐου-Νοεμβρίου οι οποίες ενδεικτικά θα ανέρχονταν σε €20.550 η κάθε μία, η πρώτη πληρωτέα την 30.5.2013.

(δ) και ακολούθως με 63 μηνιαίες δόσεις μέχρι εξοφλήσεως εκ €29.226 η κάθε μία, η πρώτη πληρωτέα την 30.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Στη συνέχεια, δυνάμει έτερης απόφασης/έγκρισης ημερ. 11.12.2013, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 17.12.2013 (βλ. Τεκμήριο 15), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως παραταθεί η λήξη του επίδικου δανείου ώστε να αποπληρωθεί ως ακολούθως:

(α) με 63 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μαίου-Νοεμβρίου εκάστου έτους, οι οποίες ενδεικτικά θα ανέρχονται σε €29.226 έκαστη, η πρώτη δόση πληρωτέα την 30.5.2014 μέχρι 30.11.2022, και

(β) με 2 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μαΐου-Ιουνίου 2023 οι οποίες ενδεικτικά Θα ανέρχονται σε €20.750,97 έκαστη, η πρώτη δόση πληρωτέα την 30.5.2023.

Επίσης, συμφωνήθηκε να διαγραφούν οι παρουσιαζόμενες καθυστερήσεις στο εν λόγω δάνειο.

Δυνάμει άλλης απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.4.2015 (Τεκμήριο 6), η οποία έγινε αποδεκτή την 30.4.2015 και τροποποιητικής συμφωνίας 21.5.2015 (Τεκμήριο 40), συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων όπως:

(α) τροποποιηθεί το επιτόκιο το οποίο κατά την εκτύπωση της απόφασης/έγκρισης ανερχόταν σε 0,05%, προσαυξημένο κατά 6% το οποίο τροποποιήθηκε σε 0,5% με προσαύξηση προς 5,5%.

(β) παραταθεί ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου από 30.6.2023 σε 30.10.2029 με 89 μηνιαίες δόσεις εκ €25.000 η κάθε μία για την περίοδο Μάϊου - Οκτωβρίου εκάστου έτους, αρχής γενομένης την 30.5.2015 και ακολούθως με μία δόση την 30.10.2029 η οποία θα ανέρχεται ενδεικτικά στο ποσό των €11.930,35.

 

Σε σχέση με το δάνειο με αρ. λοναριασμού [ ], δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 21.2.2011 (Τεκμήριο 21), η οποία έγινε αποδεκτή την 2.3.2011 συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι παραχωρήσουν δάνειο στους Ενάγοντες για το ποσό των €330.000 (βλ. Τεκμήριο 41) πλέον τόκους, μεταξύ άλλων,  με τους ακόλουθους όρους:

 

(α) Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση το δάνειο θα αποπληρωθεί ως ακολούθως:

(i)  Από τον Μάϊο μέχρι Οκτώβριο 2011 με 7 μηνιαίες δόσεις εκ €5.500 η κάθε μία, αρχής γενομένης από 28.5.2011.

(ii) Από τον Μάϊο μέχρι τον Οκτώβριο 2012 με 7 μηνιαίες δόσεις εκ €5.500 η κάθε μία, αρχής γενομένης την 28.5.2012.

(iii) με εφάπαξ κατάθεση την 28.2.2013 για το ποσό των €298.371,81.

β) Το δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το βασικό, προσαυξημένο κατά 2,75%. Κατά την ετοιμασία της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων ανερχόταν σε 4,250% ετησίως με προσαύξηση προς 2,75% ετησίως δηλαδή σύνολο εκ 7%, ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες την 30.6 και 31.12 έκαστου έτους.

 

Ακολούθως, δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 14.12.2012, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 21.12.2012 (βλ. Τεκμήριο 23), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράταση του δανείου μέχρι την 28.2.2015 και η αποπληρωμή του ως ακολούθως:

(α) Εκτός αν οι Εναγόμενοι ζητήσουν άμεση εξόφληση, το δάνειο θα εξοφληθεί την 28.2.2015 και στο μεταξύ θα καταβληθούν 12 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μάιου - Οκτωβρίου εκάστου έτους, οι οποίες ενδεικτικά θα ανέρχονται σε €5.500 η κάθε μία, αρχής γενομένης 28.5.2013.

(β) Επίσης, συμφωνήθηκε η διαγραφή παρουσιαζόμενων καθυστερήσεων.

 

Με περαιτέρω απόφαση/έγκριση ημερ. 11.12.2013, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 17.12.2013 (Τεκμήριο 24), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η παράταση εξόφλησης του δανείου και ότι η αποπληρωμή του θα γίνει ως ακολούθως:

(α) Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το υπόλοιπο του δανείου θα αποπληρωθεί ως ακολούθως:

(i)    Με 9 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μαΐου -  Οκτωβρίου εκάστου έτους οι οποίες ενδεικτικά θα ανέρχονται σε €5.500 η κάθε μία, αρχής γενομένης 31.5.2014 μέχρι τις 31.7.2015.       

(ii)   Με μια εφάπαξ δόση στις 31.8.2015 η οποία θα ανέρχεται ενδεικτικά στο ποσό των €313.021,71.

 

Δυνάμει έτερης απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.4.2015 (Τεκμήρια 25 και 36), η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 30.4.2015 και τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 21.5.2015 (Τεκμήριο 42) συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

(α) η αναστολή καταβολής 3 δόσεων δηλαδή από 31 .8.2014 μέχρι 31.10.2014.

(β) η παράταση αποπληρωμής του δανείου κατά 24 μήνες με ημερομηνία

εξόφλησης την 31.8.2017.

 

(γ) H αποπληρωμή του δανείου θα γίνει με 15 μηνιαίες δόσεις για την περίοδο Μαίου -Οκτωβρίου έκαστου έτους η οποία θα ανέρχεται σε ποσό εκ €3.365 έκαστη αρχής γενομένης την 31.5.2015.

(δ) η τροποποίηση του επιτοκίου σε βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προς 3,00% με προσαύξηση προς 2,50%, ήτοι σύνολο 5,50% ετησίως.

Τέλος, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 048-11001041, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην απόφαση/έγκριση ημερ. 26.11.2003 (βλ. Τεκμήριο 31), την οποία αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες την 24.12.2003, στη βάση της οποίας  συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως επανεγκριθεί το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού σε Λ.Κ.100.000.  Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο και θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 4,50% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 7,50% ετησίως.

Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 14.6.2007, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 27.6.2007 (Τεκμήρια 10 και 32) συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου σε Λ.Κ.100.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 4,50% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 7,50% ετησίως.

Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 25.11.2009 (Τεκμήριο 33), την οποία αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες την 22.12.2009 συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε €170.860. O λογαριασμός συμφωνήθηκε να χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5,25% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 8,25% ετησίως.

Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 21.2.2011, την οποία αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες την 2.3.2011 (Τεκμήριο 21) συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, επανέγκριση του ορίου και ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5,25% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 8,25% ετησίως.

 

Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 12.3.2012 που αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες την 21.3.2012 (Τεκμήριο 34) συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού σε €170.806 και πως ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5,75% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 8,75% ετησίως.

 

Με περαιτέρω απόφαση/έγκριση ημερ. 11.12.2013, η οποία έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 17.12.2013 (Τεκμήριο 35), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου σε €170.860, καθώς επίσης πως ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3,00%. Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5,25% με προσαύξηση προς 3,00%, δηλαδή σε 8,25% ετησίως.

 

Δυνάμει άλλης απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.4.2015 που έγινε αποδεκτή την 30.4.2015 (Τεκμήριο 36), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου και ταυτόχρονη τροποποίηση του επιτοκίου σε βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων προσαυξημένο κατά 3,5%.  Κατά την ετοιμασία της απόφασης/έγκρισης το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 3%, δηλαδή 6,5% ετησίως.

Αποτέλεσε θέση της Μ.Υ. πως οι χρεώσεις που επιβλήθηκαν και στους τρεις λογαριασμούς είναι ορθές και προκύπτουν από τους όρους των επίδικων συμφωνιών, ως αυτές, κατά καιρούς, τροποποιήθηκαν.  Στο πλαίσιο αυτό παρουσίασε στο Δικαστήριο καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση και με τους τρείς λογαριασμούς (βλ. Τεκμήρια 48-50), μαζί με σχετικό Πιστοποιητικό με βάση  το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου (βλ. Τεκμήριο 47).

 

Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, η μάρτυρας ανέφερε πως κατά το 2016 ο Μ.Ε. 1, ως διευθυντής των Εναγόντων, ενημέρωσε τους Εναγόμενους αναφορικά με την πρόθεση του να αλλάξει την χρήση του ξενοδοχειακού καταλύματος από δωμάτια σε ξενοδοχειακή μονάδα. Προκειμένου να αντεπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις τέτοιου εγχειρήματος υπέβαλε αίτημα για χορήγηση δανείου ύψους €4.400.000, σε σχέση με το οποίο ζητήθηκαν, και ακολούθως παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες, μελέτη βιωσιμότητας (Τεκμήριο 43), κόστος έργου (Τεκμήριο 44), αρχιτεκτονικά σχέδια (Τεκμήριο 45), άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έρευνας Κτηματολογίου (Τεκμήριο 46), καθώς επίσης τα συμβόλαια με τους τουριστικούς πράκτορες.

Λόγω του ότι το ποσό που είχε ζητηθεί ήταν ψηλό, της πολυπλοκότητας της δανειοδότησης εξαιτίας της φύσης του αντικειμένου του δανεισμού και του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί των Εναγόντων παρουσίαζαν κατά διάφορα χρονικά διαστήματα καθυστερήσεις, χρειάστηκε πολύ περισσότερος χρόνος για να ετοιμαστεί το αίτημα προς την αρμόδια επιτροπή και να παρουσιαστεί με τρόπο ώστε να εγκριθεί το αίτημα των Εναγόντων. Επιπλέον, οι λειτουργοί των Εναγομένων ανέμεναν από τον Μ.Ε. 1 να τους εφοδιάσει με την υπογραφή συμφωνίας με τουριστικό πράκτορα η οποία υπογράφηκε στις 30.5.2016, με αποτέλεσμα το αίτημα για παραχώρηση δανείου να υποβληθεί στις 19.7.2016. Το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε με θετικές συστάσεις και πρόθεση των λειτουργών ήταν να βοηθήσουν τους Ενάγοντες. Παρόλα αυτά, ήταν η θέση της Μ.Υ, πως η ίδια ουδέποτε διαβεβαίωσε τον Μ.Ε. 1 ότι το δάνειο είχε εγκριθεί, ως υποστήριξε ο τελευταίος.

 

Το αίτημα δεν εξετάστηκε τελικά από την επιτροπή αφού την 8.8.2016 λήφθηκε επιστολή από άλλο τραπεζικό ίδρυμα με την οποία οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν ότι ενέκριναν δάνειο στους Ενάγοντες, μέρος του οποίου θα εξοφλούσε πλήρως τις οφειλές τους προς τους Εναγόμενους, ούτως ώστε να απαλειφθούν τα εμπράγματα βάρη των ακινήτων.

 

Ενόψει αυτής της εξέλιξης ετοιμάστηκε η κοινοποίηση ημερ. 1.9.2016 (Τεκμήριο 8), αντίγραφο της οποίας στάληκε στον Μ.Ε. 2 για μελέτη και τυχόν σχόλια. Αφού συμφωνήθηκε το περιεχόμενο της, στις 19.9.2016 της προωθήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η επιστολή ημερ. 19.9.2016 (Τεκμήριο 7), στην οποία η ίδια απάντησε ότι το τελικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €1.850.000, ποσό το οποίο καταβλήθηκε τελικώς στις 22.9.2016 στον λειτουργό των Εναγόμενων που είχε μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Με την καταβολή του ποσού των €1.850.000 εξοφλήθηκαν όλες οι οφειλές των Εναγόντων και έκλεισαν οι λογαριασμοί που διατηρούσαν στους Εναγόμενους.  Ήταν η θέση της Μ.Υ. ότι οι Ενάγοντες δεν επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου ποσού και επεσήμανε πως στο Τεκμήριο 8 δεν αναγράφεται οτιδήποτε σχετικό.

 

Αξιολόγηση της Μαρτυρίας και Ευρήματα του Δικαστηρίου

 

Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα γίνει με κριτήρια, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές, τη λογικοφάνεια και πειστικότητα της εκδοχής που παρουσιάζεται, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κλπ (βλέπε μεταξύ άλλων C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273 και Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 1447).  Στο πλαίσιο της αξιολόγησης λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).  

 

Είναι δε καλά γνωστό ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (βλέπε Ε.Γ. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2017, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428 και  Παρλάτα ν. Δημητρίου (2014) 1 Α.Α.Δ. 994), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλέπε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 135).

 

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι σημαντικό να λεχθεί εξ΄ αρχής πως τα όσα επικαλέστηκαν οι δυο πλευρές αναφορικά με το αίτημα των Εναγόντων για εξασφάλιση δανείου από τους Εναγόμενους δεν αποτελεί επίδικο θέμα.   Συνακόλουθα, το κατά πόσον οι λειτουργοί των Εναγομένων ανέφεραν ή όχι στους εκπροσώπους των Εναγόντων ότι το δάνειο τους είχε εγκριθεί δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στην παρούσα υπόθεση.  Η μόνη σχετικότητα του ζητήματος αυτού αφορά στην ουσία το ότι πράγματι υπήρχαν συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων για παραχώρηση δανειοδότησης από τους Εναγόμενους και πως μέχρι τον Ιούλιο του 2016, δεν υπήρξε γραπτή έγκριση στο αίτημα, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να αποταθούν σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα για δανειοδότηση. 

 

Το γεγονός αυτό αποτελεί κοινό έδαφος, όπως επίσης το ότι οι Ενάγοντες χρειάζονταν άμεσα το δάνειο έτσι ώστε να ξεκινήσουν τις οικοδομικές εργασίες για να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις.

 

Επομένως, η ενασχόληση του Δικαστηρίου με ζητήματα που εκφεύγουν του πλαισίου αυτού δεν κρίνεται σκόπιμη.  Είναι δε στο στάδιο αυτό αναγκαίο να λεχθεί και τούτο εις απάντηση των όσων εισηγείται η κα Χατζηκωνσταντή στην αγόρευση της, πως η αξιοπιστία των μαρτύρων κρίνεται στο πλαίσιο των επίδικων θεμάτων και όχι έξω από αυτό.

Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνεται πως από την πλευρά των Εναγόντων δεν δικογραφήθηκε η θέση που προωθήθηκε, κυρίως, από τον Μ.Ε. 1 περί «εξαναγκασμού» του για υπογραφή  του Τεκμηρίου 8 και πληρωμής του ποσού των €1.850.000 υπό τον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης των Εναγόντων.  Αν και το ζήτημα του κωλύματος εγείρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, οι Ενάγοντες περιορίστηκαν να απορρίψουν αυτή τη θέση χωρίς να αντιτάξουν οτιδήποτε συγκεκριμένο.  

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 παρατηρώ ότι μεγάλο μέρος της αναλώθηκε στην παράθεση των γεγονότων που δεν αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά και συνοψίζονται πιο πάνω.  Ο μάρτυρας έκανε επίσης αναφορά σε συζητήσεις που είχε με τους λειτουργούς των Εναγομένων αναφορικά με την εξασφάλιση δανειοδότησης, θέμα το οποίο, για τους λόγους που επεξηγούνται αμέσως πιο πάνω δεν χρίζει αξιολόγησης.

 

Ερχόμενο το Δικαστήριο να εξετάσει την εκδοχή του Μ.Ε. 1 ως προς τους λόγους  υπογραφής του Τεκμηρίου 8 και της καταβολής του  ποσού των €1.850.000 και κάτω από ποιες συνθήκες έγιναν  αυτά  σημειώνονται τα εξής:

 

Υπενθυμίζεται πως ο Μ.Ε. 1 ισχυρίστηκε ότι τόσο με την επιστολή των χρηματοοικονομικών τους συμβούλων ημερομηνίας 19.9.2016, όσο και προφορικά κατά την μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο για σκοπούς εξάλειψης των υποθηκών, τονίστηκε στους λειτουργούς των Εναγομένων ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού γινόταν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων αναφορικά με τη νομιμότητα των χρεώσεων στους επίδικους λογαριασμούς.

 

Είναι γεγονός ότι με την επιστολή τους ημερομηνίας 19.9.2016 (Τεκμήριο 9), οι εξουσιοδοτημένοι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι των Εναγόντων ενημέρωσαν τους Εναγόμενους πως στη βάση των στοιχείων που τους είχαν δοθεί, το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €1.400.000 περίπου και επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους αναφορικά με τυχόν αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή πρακτικές της τράπεζας.

 

Παρόλα αυτά, την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι στις 20.9.2016  ο Μ.Ε. 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των Εναγόντων, έθεσε την υπογραφή του επί της επιστολής έγκρισης των Εναγομένων ημερομηνίας 1.9.2016 (Τεκμήριο 8), στην οποία γινόταν, μεταξύ άλλων, αναφορά σε παράδοση τραπεζικής επιταγής ύψους €1.845.000 περίπου (σημ: το ακριβές ποσό θα κοινοποιείτο κατά την εκτέλεση της) προς όφελος των Εναγομένων η οποία «θα χρησιμοποιηθεί για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας».  Ο Μ.Ε. 1 αναγνώρισε την υπογραφή του επί του συγκεκριμένου εγγράφου και αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο του και ακολούθως ότι το υπέγραψε λόγω φιλίας που τον συνέδεε με τους λειτουργούς των Εναγόντων και προκειμένου να μην καταστραφεί οικονομικά.  Σε σχέση δε με την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 8, ο μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε, μη αμφισβητώντας, στην ουσία, ότι έθεσε την υπογραφή του στις 20.9.2016, ως προκύπτει από το  έγγραφο.

 

Είναι, επομένως, φανερό πως από την πλευρά του Μ.Ε. 1 προβλήθηκαν διάφοροι αντικρουόμενοι λόγοι ως προς την υπογραφή του Τεκμηρίου 8, ενώ οι όποιες τοποθετήσεις του δεν κρίνονται πειστικές. 

 

Και τούτο γιατί ο ίδιος ο Μ.Ε. 1 ανέφερε πως κατά τις συζητήσεις που γίνονταν μεταξύ του Μ.Ε. 2 και των εκπροσώπων των Εναγομένων για τη χορήγηση του δανείου και αφού έλαβε τα διάφορα στοιχεία σε σχέση με τους λογαριασμούς, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του Σεπτεμβρίου 2016, ο Μ.Ε. 2 είχε ανακαλύψει πως «η Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν φίλοι του αλλά εχθροί του και το ανακάλυψε από το μεγάλο ύψος υπερχρεώσεων και του το ανέφερε.  Δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου τον έκλεβε και ο ίδιος δεν το έπαιρνε πρέφα γιατί έλεγε ότι ήταν φίλοι του».  

 

Πως είναι δυνατόν να υπέγραψε το Τεκμήριο 8  χωρίς να το διαβάζει ενώ γνώριζε (ως ο ίδιος υποστηρίζει) ότι οι Εναγόμενοι είχαν υπερχρεώσει τους λογαριασμούς των Εναγόντων με ποσά περί τις €400.000;

 

Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την αμφισβήτηση του οφειλόμενου ποσού από μέρους των Εναγόντων ενόψει και της επιστολής ημερομηνίας 19.9.2016, ουδεμία λογική ή πειστική εξήγηση δόθηκε ως προς τους λόγους για τους οποίους ο Μ.Ε. 1 έθεσε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 8.  Η όποια φιλία επικαλέστηκε είχε πλέον κλονιστεί, ενώ έχοντας υπόψη τα λεγόμενα του Μ.Ε. 2 αναμενόταν να επεδείκνυε περισσότερη προσοχή στις συναλλαγές του.

 

Ούτε, βεβαίως, μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του περί προφορικής ενημέρωσης των λειτουργών των Εναγομένων που ήταν παρόντες στο Κτηματολόγιο, ιδιαίτερα όταν ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το όνομα του προσώπου/προσώπων αυτών και την ιδιότητα του/τους.  Εάν αυτή ήταν η πρόθεση των Εναγόντων, θα αναμενόταν να αντιδρούσαν με πιο επίσημο τρόπο.

 

Σε γενικότερο πλαίσιο, παρατηρείται πως η εμπλοκή χρηματοοικονομικού συμβούλου και οι συζητήσεις που έγιναν μεταξύ των διαδίκων επί του θέματος ουδόλως συνάδει με τη στάση του Μ.Ε. 1 σε σχέση με τους λόγους που επικαλείται για την υπογραφή του Τεκμηρίου 8.  Στο ίδιο πλαίσιο εκτιμάται και η στάση των Εναγόντων μετά την πληρωμή του ποσού και ειδικότερα η απουσία κάποιας αντίδρασης, όπως για παράδειγμα με την αποστολή επιστολής διαμαρτυρίας αναφορικά με το ζήτημα, κάτι το οποίο θα ήταν αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις.  Η δε αναφορά του Μ.Ε.1 σε συζητήσεις που έγιναν μεταγενέστερα της πληρωμής του ποσού τέθηκαν με ένα γενικό τρόπο και παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας.  Ουδεμία επιστολή ή κάποιο έγγραφο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο αυτό που να επιβεβαιώνει τη θέση του.

  

Επομένως, οι θέσεις του Μ.Ε. 1 ως προς τους λόγους υπογραφής του Τεκμηρίου 8 και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η πληρωμή του ποσού των €1.850.000 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.

 

Ο Μ.Ε. 2 κλήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων προκειμένου να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας αναφορικά με το ύψος των κατ’ ισχυρισμό παράνομων χρεώσεων. 

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586).

 

Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.  Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 110). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα (2002) 1 Α.Α.Δ 825). 

 

Είναι στο στάδιο αυτό ορθό να λεχθεί πως ο Μ.Ε. 2 έχει πείσει το Δικαστήριο πως διαθέτει τις γνώσεις και την εμπειρία ώστε να καταθέσει υπό την ιδιότητα του ειδικού ως προς το ζήτημα των χρεώσεων που επιβλήθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς.  Κρίνεται δε σκόπιμο να σημειωθεί πως από την πλευρά της υπεράσπισης δεν υπήρξε αμφισβήτηση ούτε των προσόντων και εμπειρίας του μάρτυρα, ούτε της εμπειρογνωμοσύνης του.

 

Ερχόμενη να εξετάσω τις θέσεις του Μ.Ε 2 σημειώνονται τα εξής:

 

Σε σχέση με τον λογαριασμό με αρ. [ ], αποτέλεσε κοινό έδαφος πως μέχρι την 20.12.2007 ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο ήταν τότε 4,5%, ενώ από 21.12.2007, με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς που καθορίστηκε σε 4% δυνάμει εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 11).  Ακολούθως, από 1.1.2008 το επιτόκιο θα καθοριζόταν στη βάση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.  Σε όλους αυτούς τους χρόνους, ο λογαριασμός θα χρεωνόταν και με προσαύξηση, η οποία αρχικά καθορίστηκε σε 3%.

 

Σύμφωνα με τον Μ.Ε. 2, οι Εναγόμενοι χρέωναν τον λογαριασμό με το ορθό βασικό επιτόκιο.  Η διαφωνία του έγκειται στο ζήτημα της προσαύξησης αφού σύμφωνα με τον ίδιο, οι Εναγόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν το περιθώριο του λογαριασμού χωρίς να προηγηθεί σχετική συμφωνία.  Είναι σε αυτή τη βάση που υποστηρίζει την ύπαρξη υπερχρεώσεων στον εν λόγω λογαριασμό.

 

Η υπό κρίση θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη.  Με βάση τον όρο 4 της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14.6.2007 (Τεκμήριο 39), η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της, μεταξύ άλλων, την προσαύξηση και η αλλαγή αυτή είναι δεσμευτική για τον πελάτη, ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο τρόπο.

 

Σε σχέση με το θέμα αυτό υποδείχθηκε στον Μ.Ε. 2 δέσμη ειδοποιήσεων προς τους Ενάγοντες (η οποία κατατέθηκε αρχικά ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και ακολούθως ως Τεκμήριο 54 στο πλαίσιο της μαρτυρίας της Μ.Υ.), με τις οποίες ειδοποιούνται οι Ενάγοντες για την μεταβολή της προσαύξησης.  Αν και ο Μ.Ε. 2 ανέφερε ότι δεν είχε υπόψη του τις εν λόγω επιστολές, επέμεινε στη θέση ότι δεν δικαιολογείτο αύξηση του περιθωρίου για τον συγκεκριμένο πελάτη και πως η αύξηση έγινε αυθαίρετα με την αιτιολογία της αύξησης του κόστους χρήματος που, κατά τον ίδιο, δεν ίσχυε.

 

Αν και το ζήτημα είναι εκ της φύσεως του νομικό, παρατηρώ, σε κάθε περίπτωση, πως η θέση του Μ.Ε. 2 παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας και δεν συγκεκριμενοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Ερωτηθείς σε σχέση με το θέμα αυτό προέβαλλε κατ’ επανάληψη πως για τον συγκεκριμένο πελάτη δεν δικαιολογείτο αύξηση του περιθωρίου/προσαύξηση, χωρίς, όμως, να τεκμηριώσει επαρκώς την υπό κρίση θέση του, αφού περιορίστηκε να επαναλάβει πως το περιθώριο δεν αυξάνεται χωρίς αύξηση του χρήματος. Ως προέκυψε, στην όλη συλλογιστική του αναφορικά με τον εν λόγω λογαριασμό δεν λήφθηκαν υπόψη οι όροι της επίδικης συμφωνίας αφού ουδεμία αναφορά έκανε σε αυτούς, καθώς επίσης πως ο μάρτυρας στηρίχθηκε σε ελλειπή δεδομένα αφού κατά την ετοιμασία της έκθεσης του δεν είχε ενώπιον του όλα τα απαραίτητα στοιχεία (βλ. Τεκμήριο 54).  Ως εκ τούτου, για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο αδυνατεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του για να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με το υπό κρίση ζήτημα.

 

Αναφορικά με τον λογαριασμό 0475-13-007821, η θέση του Μ.Ε. 2 περί υπερχρεώσεων στηρίζεται στο ότι το εν λόγω δάνειο δεν ήταν επιχειρηματικό, ως αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία, αλλά δάνειο αναδιάρθρωσης με τρόπο ώστε να έπρεπε να χρεώνεται με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι με το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που ίσχυε για τα επιχειρηματικά δάνεια.   Ο από μέρος του υπολογισμός των υπερχρεώσεων γίνεται σε αυτή τη βάση.

 

  Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπό κρίση θέση δεν είναι δικογραφημένη.  Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι ο σκοπός για τον οποίο δόθηκε το δάνειο ήταν άλλος από αυτόν που καταγράφεται στη σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 21).  Πέραν τούτου και ανεξαρτήτως αυτού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας, το δάνειο δεν δόθηκε αποκλειστικά για κάλυψη/εξόφληση άλλων λογαριασμών αλλά και για σκοπούς ανακαίνισης, με τρόπο ώστε το υπό κρίση επιχείρημα να μην ευσταθεί.  Σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες της συμφωνίας είναι σαφέσταστες ως προς την χρέωση τόκου και δεν επιδέχονται οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. 

 

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η βάση υπολογισμού των χρεώσεων στο λογαριασμό των Εναγόντων είναι λανθασμένη και δεν βρίσκει έρεισμα στους όρους της συμφωνίας. Σε ό,τι δε αφορά στις θέσεις του μάρτυρα σε σχέση με την εγκύκλιο/οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, παρατηρώ πως ακόμα και εάν διαπιστωνόταν μη συμμόρφωση από μέρους των Εναγομένων αυτό δεν θα καθιστούσε τυχόν χρέωση κατά παράβαση της Οδηγίας παράνομη.  Ως είναι γνωστό, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους.  Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της, θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παράβαση της εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των εγκυκλίων (βλ. άρθρα 41 - 42Δ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/1997.  Αν το περιεχόμενο της εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση (βλ. Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd  (2013) 1 Α.Α.Δ. 688).

 

Οι θέσεις του Μ.Ε. 2 αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ώστε το Δικαστήριο να εξάξει ανάλογα συμπεράσματα.  Και τούτο γιατί η όλη συλλογιστική του στηρίχθηκε στην, κατά τον ίδιο, υποχρέωση των Εναγομένων να χρησιμοποιούν το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για σκοπούς υπολογισμού του τόκου. Στο πλαίσιο αυτό ο Μ.Ε. 2 επικαλέστηκε το Τεκμήριο 11, από το οποίο, όμως, ρητά προκύπτει πως το εν λόγω επιτόκιο θα εφαρμόζεται στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, στις οποίες και δεν εμπίπτει, κατά την κρίση μου, ο τρεχούμενος λογαριασμός.  Επιπροσθέτως και ανεξαρτήτως τούτου, ο μάρτυρας κατέληξε στο ποσό των €51.814 ως παράνομων υπερχρεώσεων χρησιμοποιώντας σαν μέσο όρο υπολοίπου το ανώτατο όριο λογαριασμού, με τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να μην είναι ακριβες, ως θα έπρεπε, έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για ζημιά που πρέπει να αποδεικνύεται αυστηρά (βλ. ενδεικτικά Κουνούνα κ.ά. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.ά., (2001) 1 ΑΑΔ 2126).  Ο υπολογισμός έγινε σε εντελώς υποθετική βάση, η οποία, ως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 50) δεν είναι ορθή εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού άλλλοτε ήταν πέραν και άλλοτε ήταν κάτω από €170.000. Το δε επιχείρημα του περί αδυναμίας του να υπολογίσει το ακριβές ποσό ενόψει του ότι δεν είχε στη διάθεση του τις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού, αφενός δεν μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα,  αφετέρου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ενόψει της παραδοχής του Μ.Ε. 1 πως οι Ενάγοντες λάμβαναν κανονικά τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες παρέδιδαν στο λογιστη της εταιρείας.

 

Σε ό,τι τέλος αφορά στη θέση του Μ.Ε. 2 αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου με διαίρετη τις 360 ημέρες αντί 365, περιορίζομαι να σημειώσω ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε στο Δικαστήριο την διαφορά που θα προέκυπτε σε κάθε λογαριασμό εάν χρησιμοποιείτο διαιρέτης 365 ημερών, με τρόπο ώστε να μην προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασης του υπο κρίση ζητήματος αφού ως είναι γνωστό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει ζητήματα σε υποθετική βάση.  Η μοναδική αναφορά του μάρτυρα στο πλαίσιο αυτό αφορούσε το ότι στην περίπτωση που για το δάνειο με αριθμό [ ] υπολογιζόταν ο τόκος με διαιρέτη 365 ημερών, η διαφορά θα ήταν περί τα €1,000 ανά έτος (σημ: για τους άλλους λογαριασμούς δεν λέχθηκε οτιδήποτε), χωρίς, όμως, να επεξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο ποσό αυτό και κατ’ επέκταση η υπό κρίση θέση του να παραμένει ατεκμηρίωτη.

 

Σε γενικότερο πλαίσιο, θα πρέπει να λεχθεί πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε. 2 στηρίχθηκε  στην, κατά τον ίδιο, υποχρέωσης των Εναγομένων να τιμολογούν όλους τους λογαριασμούς  με τον ίδιο τρόπο, θέση που επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.  Πέραν του ότι ο μάρτυρας δεν επεξήγησε σε ποια βάση καταλήγει στην υπό κρίση θέση, αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή δεδομένου ότι επρόκειτο για τρεις διαφορετικές συμφωνίες, που συνάφθηκαν για διαφορετικό σκοπό, οι οποίες περιλαμβάνουν συγκεκριμένους όρους και τις οποίες σε κάθε περίπτωση υπέγραψαν τα μέρη με την ελεύθερη συναίνεση τους και υποχρεούνται να εφαρμόσουν.  

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο αδυνατεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

 

Ερχόμενη στη μαρτυρία της Μ.Υ., παρατηρώ ότι γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.  Η μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο για τη σαφήνεια των θέσεων της και τη σταθερότητα με την οποία κατέθεσε.  Παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά έγγραφα και με παραπομπή σε αυτά εξήγησε και τεκμηρίωσε τις θέσεις της ως προς τους όρους στη βάση των οποίων έγιναν οι σχετικές χρεώσεις.    Σημειώνεται περαιτέρω πως η μάρτυρας παρέθεσε όλο το ιστορικό σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 και παρέμεινε σταθερή στη θέση της περί υπογραφής του από τον Μ.Ε. 1 ως εκπρόσωπο των Εναγόντων την 20.9.2016, την οποία και αποδέχομαι.  Η δε προσπάθεια της συνηγόρου των Εναγόντων να υποστηρίξει πως το εν λόγω έγγραφο είχε υπογραφθεί πριν την 20.9.2016 δεν ήταν επιτυχής αφού η επί του προκειμένου τοποθέτηση της Μ.Υ. ήταν ξεκάθαρη, ενώ  αξίζει να επισημανθεί πως στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Μ.Ε. 1, δεν προώθησε τέτοια θέση σε σχέση με την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 8.

 

Συνακόλουθα, στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή εξάγονται ανάλογα ευρήματα, τα οποία ενόψει της λεπτομερούς καταγραφής της μαρτυρίας της Μ.Υ. δεν χρήζουν επανάληψης.

 

 

 

Συμπεράσματα του Δικαστηρίου

 

Όπως είναι καλά γνωστό, το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του (βλέπε Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v. Αντώνης Αντωνίου κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 775) και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665 και  Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:A71 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196).

 

Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο αφορά το κατά πόσον οι Ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €1.850.000 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους.

 

Για τους λόγους που επεξηγούνται αμέσως πιο κάτω κρίνεται ότι η πληρωμή του ποσού των €1.850.000 έγινε ανεπιφύλακτα με τρόπο ώστε οι Ενάγοντες να κωλύονται να εγείρουν την παρούσα απαίτηση.

 

Στο πλαίσιο αυτό καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα της ημερομηνίας υπογραφών του Τεκμηρίου 8, η οποία στη βάση της μαρτυρίας της Μ.Υ. προκύπτει να είναι η 20.9.2016, ως, άλλωστε, προκύπτει από το έγγραφο.  Επαναλαμβάνεται πως ο Μ.Ε. 1 δεν ανάφερε οτιδήποτε σε σχέση με την ημερομηνία υπογραφής. 

 

Προκύπτει, συνεπώς, πως αν και πράγματι με την επιστολή των χρηματοοικονομικών τους συμβούλων ημερομηνίας 19.9.2016 (Τεκμήριο 9) οι Ενάγοντες, μέσω των τελευταίων, ανέφεραν πως σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους το οφειλόμενο υπόλοιπό ήταν περί το  €1.400.000, και σημείωσαν πως επιφύλασσαν τα δικαιώματα τους σε σχέση με τυχόν αντισυμβατικές χρεώσεις, με το έγγραφο που υπογράφθηκε στις 20.9.2016 (Τεκμήριο 8), συμφώνησαν για την καταβολή του ποσού των €1.845.000 με αντάλλαγμα την εξόφληση των υποχρεώσεων τους και την εξάλειψη των υποθηκών, χωρίς να υπάρχει αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού, ούτε επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους σε σχέση με αυτό.

 

Ως αποτέλεσμα τούτου, οι Ενάγοντες κωλύονται να αμφισβητούν τις υπό κρίση χρεώσεις αφού καταβάλλοντας το πιο πάνω ποσό, αποδέχτηκαν την οφειλή τους.

 

Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές, το περιεχόμενο μιας σύμβασης δεσμεύει τόσο συμβατικά όσο και ως κώλυμα, υπό την έννοια ότι το περιεχόμενο της σύμβασης μπορεί να τύχει επίκλησης από το μέρος που βασίζεται σε αυτό προκειμένου η αντίθετη θέση, την οποία υποστηρίζει το άλλο μέρος, να μην μπορεί να υποστηριχθεί και να υπερισχύσει.   Εξαίρεση ενδεχομένως αποτελεί η περίπτωση όπου προβάλλεται ισχυρισμός επί τω ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε υπό το καθεστώς πλάνης ή εξαναγκασμού με τρόπο ώστε το περιεχόμενο της να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια, κάτι που, βεβαίως, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.

 

Στην υπόθεση Peekay Intermark Ltd v. Australia and New Zealand Banking Group (2006) E.W.C.A. Civ. 386, λέχθηκαν τα πιο κάτω

«There is no reason in principle why parties  to a contract should not agree that a certain state of affairs should form the basis for the transaction, whether it be the case or not.  For example, it may be desirable to settle a disagreement as to an existing state of affairs in order to establish a clear basis for the contract itself and its subsequent performance.  Where parties express an agreement of that kind in a contractual document neither can subsequently deny the existence of the facts and matters upon which they have agreed, at least so far as concerns those aspects of their relationship to which the agreement was directed.  The contract itself gives rise to an estoppel.»

 

Στην υπόθεση Raiffeisen Zentralbank Osterreich AG v. Royal Bank of Scotland plc (2011) 1 Lloyd’s Rep. 123, υποδείχθηκαν τα εξής

 

«Parties to a contract may agree that a particular state of affairs is to be the basis upon which they are contracting, regardless of whether or not that state of affairs is true.  A line of authority establishes that such an agreement may give rise to a contractual estoppel, precluding the assertion of facts inconsistent with those that have been agreed to form the basis of the contract».

 

Ανάλογες αρχές διατυπώθηκαν και στην υπόθεση Springwell Navigation Corpn v. Jp Morgan Chase Bank  (2010) 2 C.L.C. 705, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: 

 

«There is no legal principle that states that parties cannot agree to assume that a certain state of affairs is the case at the time the contract is concluded or has been so in the past, even if that is not the case, so that the contract is made upon the basis that the present or past facts are as stated and agreed by the parties».

 

Επομένως, με δεδομένη την συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 20.9.2016 (Τεκμήριο 8) και τη συνακόλουθη πληρωμή του ποσού των €1.850.000, χωρίς να γίνει ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων, αυτοί κωλύονται να προβάλλουν την απαίτηση τους για παράνομες χρεώσεις.  Από μόνη της η αναφορά στο Τεκμήριο 9, η οποία σε κάθε περίπτωση προηγήθηκε της επίδικης σύμβασης, δεν μπορεί να αλλοιώσει τα δεδομένα. Στο ίδιο πλαίσιο αξιολογείται και το ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €1.850.000 χωρίς κάποια  έγγραφη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, όπως και το ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με ενέργειες διαμαρτυρίας των Εναγόντων αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα.

 

Παρατηρείται, συναφώς, πως οι νομικές αρχές και αυθεντίες που επικαλούνται οι Ενάγοντες επί του προκειμένου ώστε να απορρίψουν την εισήγηση περί κωλύματος δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και/ή δεν κρίνονται βοηθητικές για την υπόθεση τους.

 

Σε σχέση με την υπόθεση Amar Nath Chand Prakash v. Bharat Heavy Electricals Limited του Δικαστηρίου της Ινδίας στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η κα Χατζηκωνσταντή, παρατηρείται ότι τα γεγονότα της διαφέρουν ουσιωδώς από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης ο ενάγων είχε μεν υπογράψει έγγραφο στο οποίο αποδεχόταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη αξίωση, αλλά κατά τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής στην οποία ο ενάγων κατέγραψε ότι η πληρωμή ήταν υπό διαμαρτυρία.  Στην υπό εξέταση περίπτωση αν και οι Ενάγοντες δήλωσαν με την επιστολή του εκπροσώπου τους πως επιφύλασσαν τα δικαιώματα τους για τυχόν υπερχρεώσεις, εντούτοις την επόμενη ημέρα υπέγραψαν συμφωνία εξόφλησης των χρεών τους, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, η δε θέση του Μ.Ε. 1 περί σχετικής προφορικής δήλωσης του στο Κτηματολόγιο κατά την πληρωμή του ποσού δεν έγινε αποδεκτή.

Παρομοίως, η υπόθεση United India Insurance v. Ajmer Singh Cotton & General Mills & Ors δεν κρίνεται βοηθητική αφού στο απόσπασμα στο οποίο παρέπεμψε η συνήγορος των Εναγόντων ακριβώς επισημαίνεται πως δεν τίθεται θέμα κωλύματος στην περίπτωση που το έγγραφο υπογράφεται κάτω από συνθήκες δόλου, ψευδών παραστάσεων, αθέμιτης επιρροής ή διαπραγματεύσεων κάτω από εξαναγκασμό.  Κανένα τέτοιο στοιχείο δεν εντοπίζεται στην υπό εξέταση περίπτωση, ενώ σε σχέση με το θέμα του εξαναγκασμού που επικαλούνται οι Ενάγοντες στην γραπτή τους αγόρευση, υπό την έννοια της διενέργειας της πληρωμής προκειμένου να μην καταρρεύσουν οικονομικά, σημειώνονται τα εξής:

 

Εν πρώτοις, ως έχω ήδη επισημάνει, το ζήτημα αυτό δεν δικογραφείται.  Ούτε στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνεται τέτοιος ισχυρισμός και τούτο παρόλο που στην Έκθεση Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν το θέμα του κωλύματος ως προδικαστική ένσταση.  Πέραν τούτου,  ως έχει ήδη σημειωθεί, η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε το Τεκμήριο 8 και κατέβαλε το ποσό των €1.850.000 δεν κρίθηκε πειστική, με τρόπο ώστε να μην υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία επί τούτου.  Υπενθυμίζεται ότι ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 8 χωρίς να το διαβάσει και/ή λόγω φιλίας και/ή προκειμένου να μην καταστραφεί οικονομικά, θέσεις οι οποίες δεν έπεισαν το Δικαστήριο.  Σε κάθε περίπτωση, όμως, η θέση περί κινδύνου οικονομικής κατάρρευσης δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς.  Από μόνη της η ύπαρξη συμβατικών υποχρεώσεων που όφειλαν να τιμήσουν οι Ενάγοντες δεν οδηγεί στο συμπέρασμα αυτό.  Ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 πως σε περίπτωση που δεν υπογραφόταν το Τεκμήριο 8 στις 20.9.2016 και δεν μετέβαιναν στο κτηματολόγιο στις 22.9.2016, η συμφωνία με το έτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα θα κατέρρεε.  Ο Μ.Ε. 1 δεν υποστήριξε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ότι δεν παρεχόταν χρόνος, έστω κάποιων ημερών, για να διαπραγματευτούν το όλο ζήτημα του ύψους του οφειλόμενου ποσού.  Επομένως, οι συνθήκες εξαναγκασμού που επικαλούνται οι Ενάγοντες, πέραν του ότι δεν δικογραφούνται, δεν έχουν τεκμηριωθεί με οποιοδήποτε τρόπο.  Για το λόγο αυτό, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά στην Maskell v. Horner [1915] 3 K.B. 106, όπου η πληρωμή έγινε υπό διαμαρτυρία και υπό την απειλή κατάσχεσης εμπορευμάτων σε περίπτωση που δεν καταβάλλονταν οι απαιτούμενες χρεώσεις.

 

Κρίνω δε σκόπιμο να σημειώσω πως θέμα κωλύματος από  μέρους των Εναγόντων προκύπτει και από την όλη στάση των Εναγόντων να απαιτήσουν τα αξιούμενα ποσά τον Δεκέμβριο του 2018, ήτοι δυο χρόνια μετά την καταβολή του ποσού των €1.850.000.  Στην υπόθεση Μουλαζίμης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 168,  υποδείχθηκε πως δεν ήταν δυνατό να επιτραπεί  στην εφεσείουσα να επανέρχεται, 5 ολόκληρα χρόνια μετά από την εξόφληση στην οποία προέβη, και να απαιτεί την επιστροφή ποσών ήδη χρεωθέντων και πληρωθέντων.  Στην εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται αναφορά στην απόφαση από τη Σκωτία, Connochie v. British Linen Bank [1943] S.L.T. (Sh.Ct.) 27 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Dickson v. The Clydesdale Bank Ltd όπου λέχθηκε ότι:

 

«Οn behalf of the bank it was contended that as the pursuer had examined and approved of the bank´s statement of her account and granted a document under her hand to that effect, she was not entitled to reopen the matter by questioning the validity of the cheques in question. In sustaining the bank's contention, Lord Carmont gave the following decision:

 

"In my opining the pursuer is not entitled to go back on her formal approval of the defenders debiting her account with the £10 cheque even on the assumption that it contains a forgery of the pursuer's signature. The amount of the account was approved at a figure £10 less than she now says it should have been, but she has only herself to blame for not checking the figures properly before she signed the letter of acknowledgment of the amount."»

 

Περαιτέρω αναφορά έγινε στην υπόθεση Wilson's Trs. v. Bank of England (House of Lords, 6th July, 1926) όπου λέχθηκε ότι:

 

«Obviously a customer who grants a written acknowledgment of the correctness of his bank account is equally bound, or, in other words, is barred from disputing its accuracy.».

 

Αν και η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει την τύχη της αγωγής, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπήρξαν υπερχρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς.

 

Σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά αφού ενόψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Ε. 2, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης υπερχρεώσεων στους επίδικους λογαριασμούς.  Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί, η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 δεν κρίθηκε ικανοποιητική και/ή βοηθητική προς το Δικαστήριο, το οποίο ενώπιον του έχει τη μαρτυρία της Μ.Υ., η οποία έγινε αποδεκτή και από την οποία προκύπτει πως όλες οι χρεώσεις έγιναν νόμιμα και εντός των πλαισίων των επίδικων συμφωνιών.

 

Πιο συγκεκριμένα, από τη μαρτυρία της Μ.Υ. η οποία έγινε αποδεκτή προκύπτουν τα εξής:

 

Αναφορικά με τον λογαριασμό δανείου με αρ. [ ] επαναλαμβάνεται πως οι δυο πλευρές συμφωνούν ότι αυτός χρεωνόταν από το άνοιγμα μέχρι και την 20.12.2007 με το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο ανερχόταν σε 4,50% πλέον προσαύξηση 3%, ενώ από την 21.12.2007 με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς το οποίο καθορίστηκε στο 4% δυνάμει εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 11). Από 1.1.2008 και έπειτα αυτό καθοριζόταν βάσει του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

Σύμφωνα με την απόφαση/ έγκριση ημερ. 14.6.2007 (βλ. Τεκμήριο 10) και με βάση τον όρο 4 της συμφωνίας δανείου επίσης ημερ. 14.6.2007 (βλ. Τεκμήριο 39), η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, το Βασικό Επιτόκιο, τις Προσαυξήσεις, το Μεταβαλλόμενο Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις Προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.

 

Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 4,50% και το περιθώριο σε 3%. Το βασικό επιτόκιο παρέμεινε το ίδιο μέχρι και την 26.12.2007, αφού στις 27.12.2007 μειώθηκε από 4,50% σε 4% δυνάμει της εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 21.12.2007 (Τεκμήριο 11). Από 1.1.2008 το επιτόκιο υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθότι το δάνειο αυτό αποτελούσε δάνειο αναχρηματοδότησης και επομένως, τυγχάνει εφαρμογής η εγκύκλιος ημερ. 21.12.2007 (βλ. Τεκμήριο 11). Έκτοτε, το βασικό επιτόκιο του εν λόγω λογαριασμού διαφοροποιήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες, ως φαίνεται  στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήριο 48 και στις ανακοινώσεις στον Τύπο, Τεκμήριο 51.

 

Σύμφωνα με τις επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 54 από 27.10.2008, ο εν λόγω λογαριασμός θα χρεώνεται με προσαύξηση 4%, από 9.2.2009 με συνολική τιμολόγηση 7% (αύξηση της προσαύξησης κατά 1%) και από 24.4.2009 η προσαύξηση αυξήθηκε κατά ακόμη 1%.  

 

Σε σχέση με το Τεκμήριο 54, η πλευρά των Εναγόντων προβάλλει δυο ζητήματα.  Αφενός ότι τα έγγραφα αυτά δεν τέθηκαν στον Μ.Ε. 1 ώστε να τοποθετηθεί σχετικά, αφετέρου πως δεν δόθηκε μαρτυρία πως αυτά παραλήφθηκαν από τους Ενάγοντες.

 

Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της εισήγησης, είναι γεγονός πως το Τεκμήριο 54 δεν τέθηκε υπόψη του Μ.Ε. 1.  Δεδομένου, όμως, ότι ο ίδιος δήλωνε αναρμόδιος να τοποθετηθεί στα θέματα που αφορούσαν υπερχρεώσεις, κρίνεται πως η μη υπόδειξη των εγγράφων στον Μ.Ε. 1 δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο.  Και τούτο γιατί το Τεκμήριο 54 υποδείχθηκε στο πλέον αρμόδιο πρόσωπο, ήτοι τον Μ.Ε. 2, ο οποίος και έθεσε τη θέση του ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων, με τρόπο ώστε οι αρχές στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο η κα Χατζηκωνσταντή να μην βρίσκουν εφαρμογή.

 

Σε ό,τι, τώρα, αφορά το ζήτημα της παραλαβής των επιστολών από τους Ενάγοντες, σημειώνεται πως αυτές φαίνεται να απευθύνονται στους Ενάγοντες με αναγραφόμενη διεύθυνση αυτήν η οποία αναγράφεται στις καταστάσεις λογαριασμού που αποστάληκαν στους Ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 48) και οι οποίες παραλήφθηκαν από αυτούς, ως η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 (σχετικός και ο όρος 10 του Τεκμηρίου 39).

 

Ακολούθως, μετά την αποστολή των εν λόγω επιστολών τα μέρη, συμφώνησαν δυνάμει της απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.4.2015, η οποία έγινε δεκτή από τους Ενάγοντες  την 30.4.2015 (βλ. Τεκμήριο 16), να διαφοροποιήσουν το περιθώριο του επιτοκίου και συγκεκριμένα συμφώνησαν να μειωθεί από 6% σε 5,50%.

 

Η δε τροποποίηση της προσαύξησης εμπίπτει εντός των δικαιωμάτων της Τράπεζας δυνάμει των συμφωνιών και αποφάσεων/εγκρίσεων.   Σχετική είναι η απόφαση στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η κα Στυλιανού, που εκδόθηκε στην Πολ. Έφεση με αρ. 386/20, Ξιούρουππάς κ.α. ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ,  απόφαση ημερομηνίας 15.11.2016, στην οποία ο Ναθαναήλ Δ. ανέφερε τα εξής:

 

«Με βάση το πιο πάνω πλαίσιο, ορθά το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ίδιες οι συμφωνίες των διαδίκων έδιδαν δικαίωμα στην τράπεζα να αυξήσει το επιτόκιο ανάλογα με την υφιστάμενη εκάστοτε νομοθετική πρόνοια.  Και οι τρεις συμφωνίες περιείχαν πρόνοια ότι το επιτόκιο δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις.  Η τράπεζα επομένως δικαιούτο μετά τον τερματισμό των συμφωνιών και όταν πλέον τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος, να επιβάλει επιτόκιο στα οφειλόμενα ποσά πέραν του 8% που ήταν ο αρχικός συμφωνηθείς τόκος.  Λέγουν οι εφεσείοντες  ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε η τράπεζα να χρεώσει οποιοδήποτε επιτόκιο πέραν του 8%, διότι ο Νόμος δεν καθόριζε συγκεκριμένο επιτρεπόμενο ή ανώτατο όριο επιτοκίου και άρα ο Νόμος δεν ισχύει στην περίπτωση.  Και σε αυτό συντείνουν οι πρόνοιες του άρθρου 33(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60.  Αυτή η θέση είναι ορθή, πλην όμως αφενός ο Νόμος μη καθορίζοντας ανώτατο επιτόκιο άφησε το θέμα να καθορίζεται ελευθέρως και αφετέρου  παραγνωρίζει ότι η ίδια η  μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περιελάμβανε και τη δυνατότητα η τράπεζα να αυξομειώνει το επιτόκιο εκτός από το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες, και, διαζευκτικά, ανάλογα με τις εκάστοτε κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την τραπεζική πρακτική. Οι συμφωνίες δεν αμφισβητήθηκαν ότι υπογράφησαν και ότι οφείλονταν ποσά, εξ ου και νομίμως τερματίστηκαν.  Η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο έδειξε ότι στη βάση της τραπεζικής πρακτικής, χρεωνόταν αρχικά επιτόκιο 9% και μετά 11.75%, μετά τον τερματισμό των συμφωνιών.  Έπεται ότι δεν είναι ο Νόμος που θεωρήθηκε ως έχων αναδρομική ισχύ, αλλά οι ίδιες οι συμφωνίες που περιείχαν συμβατικές μελλοντικές ρυθμίσεις.  Οι συμφωνίες υπεγράφησαν ελευθέρα βουλήσει και δεν υπήρξε αντιδικία επ΄ αυτού.  Το Δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει τις συμφωνίες και προς αυτή την κατεύθυνση ορθά τις ερμήνευσε στη βάση της απλής γραμματικής έννοιας και σημασίας του λεκτικού τους».

 

Με δεδομένο, λοιπόν,  το δικαίωμα των Εναγομένων, με βάση τους όρους  των σχετικών συμφωνιών (βλ. Τεκμήρια 39, 6, 14 και 15)  να τροποποιούν κατά την κρίση τους τα επιτόκια και την προσαύξηση, δεν ήταν απαραίτητο να τεκμηριωθούν οι  λόγοι που κατέστησαν αναγκαία αυτή την τροποποίηση, ούτε, βεβαίως, ήταν αναγκαία η συνομολόγηση νέας συμφωνίας.  Η δε παράγραφος 841 στο σύγγραμμα Το Τραπεζικό Δίκαιο (βλ. σελίδα 39 της γραπτής αγόρευσης των Εναγόντων) επιβεβαιώνει πως οι Εναγόμενοι έπραξαν νόμιμα και ορθά αναφορικά με την αύξηση του περιθωρίου εφόσον στη σχετική συμφωνία υπήρχε ρήτρα αναπροσαρμογής, οι δε Ενάγοντες ενημερώθηκαν σχετικά.

 

Σε σχέση με τον λογαριασμό δανείου με αρ. [ ], επαναλαμβάνεται πως σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε ο Μ.Ε. 2, το δάνειο είναι επιχειρηματικό, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα χρέωσης με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ο σκοπός παραχώρησης του δανείου αυτού με βάση την απόφαση/έγκριση ημερ. 21.2.2011 η οποία ενυπόγραφα έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 2.3.2011(βλ. Τεκμήριο 21) ήταν η εξόφληση άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων και τακτοποίηση καθυστερήσεων και ποσό εκ €20.000 να χρησιμοποιηθεί για ανακαινίσεις/αγορές που αναμένεται να γίνουν στο ξενοδοχειακό συγκρότημα. 

 

Με βάση την απόφαση έγκριση ημερ. 21.2.2011 η οποία ενυπόγραφα έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες την 2.3.2011 (βλ. Τεκμήριο 21) και στη συμφωνία δανείου ημερ. 3.3.2011 (βλ. Τεκμήριο 41), το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το επίδικο δάνειο ήταν κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ανερχόταν σε 4,25% το βασικό και 2,75% η προσαύξηση, ήτοι συνολικά σε 7%.  Παράλληλα, με βάση τον όρο 4 της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι διατηρούν το δικαίωμα να μεταβάλλουν το επιτόκιο στη βάση πανομοιότυπης πρόνοιας ως το δάνειο με αρ.  [ ].

 

Οι αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου δημοσιεύονταν στον τύπο μέσω των ανακοινώσεων των Εναγόμενων (βλ. Τεκμήριο 52). Ακολούθως, δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.4.2015 η οποία υπογράφηκε την 30.4.2015 από τους Ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 25), συμφωνήθηκε όπως η προσαύξηση μειωθεί από 3% σε 2,5%. Οι αναφερόμενες τροποποιήσεις του επιτοκίου αποτυπώνονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήριο 49.

 

Τέλος, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, γίνεται και πάλι παραπομπή στους όρους των επίδικων συμφωνιών και ειδικότερα στην απόφαση/έγκριση ημερ. 26.11.2003 (βλ. Τεκμήριο 31), με βάση το οποίο συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου του σε Λ.Κ.100.000 καθώς επίσης, ότι το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο, αποτελούμενο από το βασικό με προσαύξηση 3%. Κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 31 το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 4,50% με προσαύξηση 3% δηλαδή το συνολικό επιτόκιο που θα χρεωνόταν ήταν €7,50% ετησίως.  Από το 2003 μέχρι και το 2015, υπήρξαν αυξομειώσεις στο βασικό επιτόκιο το οποίο δημοσιευόταν μέσω των ανακοινώσεων των Εναγόμενων στον Τύπο (βλ. Τεκμήριο 53). Επίσης, συμφωνείτο μεταξύ των μερών το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο με αποφάσεις/εγκρίσεις των Εναγόμενων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10, 15, 21, 32, 33, 34 και 35.  Δυνάμει της απόφασης/ έγκρισης ημερ. 9.4.2015 (βλ. Τεκμήριο 36), συμφωνήθηκε όπως το βασικό μειωθεί σε 3% με προσαύξηση 3,5%, ήτοι συνολικό ποσοστό προς 6,5% το οποίο ίσχυε μέχρι και την εξόφληση του τον Σεπτέμβριο 2016. Όλα τα πιο πάνω αποτυπώνονται και στις καταστάσεις λογαριασμών, Τεκμήριο 50.

 

Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη παράνομων χρεώσεων στους επίδικους λογαριασμούς και ως εκ τούτου η αγωγή δεν θα μπορούσε να επιτύχει.

 

Συνακόλουθα, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                                                (Υπ. )……………………………………………

                                                                                                            Γ.  Πετάση-Κορφιώτη,  Π.Ε.Δ.



 

`fl'


 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο