ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 102/2025
Μεταξύ:
Themis Portofolio Management Holdings Ltd
ενάγουσας
-και-
1. Παντελή Πάτσαλου
2. Ευαγγελίας Παρπόττα Πάτσαλου
εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας, 8.7.2025, για έκδοση συνοπτικής απόφασης
Ημερομηνία : 23.1.2026
Εμφανίσεις :
Για ενάγουσα - αιτήτρια : κα Δανιήλ Αντώνης Κ. Καρράς ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους – καθ’ ων η αίτηση: κ. Μπολώτος, για Νικόλας Μπολώτος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας, είναι η αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 8.7.2025, με την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Mε την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση τόσο διαταγμάτων ανάκτησης της κατοχής όσο και αποζημιώσεων, αναφορικά με την κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. --/2-290-380, Τμήμα 5, Τεμάχιο [ ], το οποίο ευρίσκεται στην Επαρχία Αμμόχωστου, στον Δήμο Παραλίμνι - Δερύνεια, Τοποθεσία Κοτσιηνόγια στην οδό [ ], 22, Μερίδιο Όλο (εφεξής «το Ακίνητο»).
H αίτηση βασίζεται στο Μέρος 17, 22, 23, 24 και 25 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στο άρθρο 30(2) και (3) του Συντάγματος.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νικόλαου Τουμπούρη, υπαλλήλου της ενάγουσας. Ο ομνύων, μεταξύ άλλων κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 2. Επίσης, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων. Εξέφρασε τέλος τη θέση ότι δεν υπάρχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ούτε οποιοδήποτε ζήτημα που να επιβάλλει τη διεξαγωγή ακρόασης.
Οι εναγόμενοι, καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση υπόθεση προβάλλοντας 11 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, μη γνήσια και οι αιτητές έχουν αλλότρια κίνητρα. Επιπλέον, προβάλλεται η θέση ότι δεν παρουσιάζονται επαρκή στοιχεία για την επιτυχία της αίτησης και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ανεπαρκής.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2. Η ομνύουσα στην ένορκή της δήλωση επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της ιδίας και του εναγόμενου 1 αναφορικά με χρέος στην Ελληνική Τράπεζα. Η εν λόγω δικαστική απόφαση περιελάβανε και πρόνοια για την εκποίηση της επίδικής περιουσίας. Περαιτέρω επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 την επιστολή ημερομηνίας 19.7.2024 που απέστειλε η ενάγουσα και δια της οποίας ζητούσε την παράδοση του επίδικου ακινήτου. Επισύναψε, επίσης, ως Τεκμήριο 4, την απάντηση του δικηγόρου τους με την οποία δήλωναν ότι το επίδικο ακίνητο είναι ιδιοκτησίας τους.
Διαδικασία γεγονότα
Σύμφωνα με τους κανονισμούς 24.4 και 24.5 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα είναι γραπτή. Παράλληλα προβλέπεται και δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής γραπτής μαρτυρίας. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνοντα στο φάκελο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα βασιστεί στη γραπτή μαρτυρία που καταχωρήθηκε από τους διαδίκους.
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ’ ονόματι της ενάγουσας, κατόπιν διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε δικαστικά. Ο τίτλος ιδιοκτησίας ενεγράφη επ’ ονόματι της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου υποστατικού και ισχυρίστηκαν ότι αποτελεί την κατοικία τους. Τέλος, οι ισχυρισμοί που άπτονται της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί.
Νομική πτυχή
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα στον κανονισμό 24.2:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Από το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής διάταξης προκύπτει ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο στοιχεία ήτοι ότι, (α) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β), δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Επίσης, είναι σαφές από το λεκτικό του σχετικού κανονισμού ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση επί συγκειμένου ζητήματος και μόνο. Άλλωστε, διαχρονικά γινόταν δεκτό ότι μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης και μόνο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Καμένος κ.ά. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1812.
Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης ο κανονισμός 24.3 αυτό που προσδιορίζει με επιτακτικό τρόπο είναι το πότε δεν μπορεί ο ενάγων να καταχωρίσει σχετική αίτηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Επομένως, το στάδιο που έχει καταχωρηθεί η παρούσα δεν μπορεί να θεωρηθεί απαγορευτικό. Εν πάση περιπτώσει, το στάδιο στο οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα δεν είναι τέτοιο που να συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας που να απαγορεύει την έκδοση συνοπτικής απόφασης μετά την καταχώρηση υπεράσπισης.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:
«(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.»
Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει νομολογία του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του εξεταζόμενου θέματος. Συνεπώς ως προς το ειδικότερο θέμα των προϋποθέσεων έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθοδήγηση θα αναζητηθεί στα κρατούντα στην Αγγλία και στην ερμηνεία του πανομοιότυπου Rule 24.2, CPR.
Επί του προκειμένου διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Amersi v. Leslie [2023] EWHC 1368 (KB), παράγραφος 142, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία. Χρήσιμα για σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:
«(1) The court must consider whether the claimant has a " realistic " as opposed to a " fanciful " prospect of success: Swain -v- Hillman [2001] 1 All ER 91 . The criterion is not one of probability; it is absence of reality: Three Rivers DC -v- Bank of England (No.3) [2003] 2 AC 1 [158] per Lord Hobhouse.
(2) A " realistic " claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products -v- Patel [2003] EWCA Civ 472 [8]
(3) In reaching its conclusion the court must not conduct a " mini-trial ": Swain -v- Hillman . This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products -v- Patel [10]; Optaglio -v- Tethal [2015] EWCA Civ 1002 [31] per Floyd LJ.
(4) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust -v- Hammond (No.5) [2001] EWCA Civ 550 ; Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd -v- Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63 .
(5) Nevertheless, to satisfy the requirement that further evidence " can reasonably be expected " to be available at trial, there needs to be some reason for expecting that evidence in support of the relevant case will, or at least reasonably might, be available at trial. It is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may " turn up ". A party resisting an application for summary judgment must put forward sufficient evidence to satisfy the court that s/he has a real prospect of succeeding at trial (especially if that evidence is, or can be expected to be, already within his/her possession). If the party wishes to rely on the likelihood that further evidence will be available at that stage, s/he must substantiate that assertion by describing, at least in general terms, the nature of the evidence, its source and its relevance to the issues before the court. The court may then be able to see that there is some substance in the point and that the party in question is not simply playing for time in the hope that something will turn up: ICI Chemicals & Polymers Ltd -v- TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725 [14] per Moore-Bick LJ; Korea National Insurance Corporation -v- Allianz Global Corporate & Speciality AG [2008] Lloyd's Rep IR 413 [14] per Moore-Bick LJ; and Ashraf -v- Lester Dominic Solicitors & Ors [2023] EWCA Civ 4 [40] per Nugee LJ. Fundamentally, the question is whether there are reasonable grounds for believing that disclosure may materially add to or alter the evidence relevant to whether the claim has a real prospect of success: Okpabi -v- Royal Dutch Shell Plc [2021] 1 WLR 1294 [128] per Lord Hamblen….
(6)…………………………………………………………………………………….
(7) The Court may, after taking into account the possibility of further evidence being available at trial, and without conducting a 'mini-trial', still evaluate the evidence before it and, in an appropriate case, conclude that it should " draw a line " and bring an end to the action: King -v- Stiefel [2021] EWHC 1045 (Comm) [21] per Cockerill J.»
Οι ίδιες αρχές αποτυπώνονται και στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.2.
Από τις πιο πάνω αυθεντίες εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο όρος πραγματική προοπτική επιτυχίας σημαίνει κάτι περισσότερο από την προβολή συζητήσιμης υπόθεσης και πρέπει να παρουσιάζονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να εγείρεται μια πραγματική προοπτική αντίθετης από του ενάγοντα υπόθεσης. Το πιο πάνω στοιχείο εξετάζεται με αναφορά τόσο στα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο ακρόασης και όσο και στο αν υπάρχει πραγματική προοπτική να προκύψει κάποια πρόσθετη υποστήριξη για την υπόθεση του ενιστάμενου μέρους, εάν η υπόθεση ακολουθήσει την κανονική διαδικαστική οδό. Μόνο όταν το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι το διάδικο μέρος δεν έχει πραγματικές προοπτικές και ως προς τα δύο αυτά ζητήματα, η χρήση της κανονικής διαδικασίας θεωρείται ότι θα ήταν σπατάλη.
Ως προς την ερμηνεία του όρου «επιτακτικός λόγος» και τον σκοπό (ratio) που επιτελεί, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Commerz Real Investmentgesellschaft MBH v. TFS Stores Ltd [2021] EWHC 863, para 17, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«I have doubts about whether the authorities dealing with RSC Order 14 are a reliable guide to the proper approach to the application of the second limb of CPR rule 24.2 , bearing in mind the significant difference between the two rules and the requirements of the Overriding Objective. It seems to me that adding the word "compelling" was clearly intended to limit the very wide discretion under the RSC.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι ανάγκη για κατάδειξη επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σκοπό έχει να περιορίσει τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που είχε το Δικαστήριο υπό τους προηγούμενους θεσμούς.
Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του βάρους απόδειξης παραπέμπω στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.3, όπου καταγράφεται ότι το βάρος απόδειξης βαρύνει τον αιτητή να καταδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης.
Περαιτέρω καταγράφονται τα εξής σημαντικά:
«If an applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of the application, the respondent then comes under an evidential burden to prove some real prospect of success or other reason for having a trial: Sainsbury’s Supermarkets Ltd v Condek Holdings Ltd (formerly Condek Ltd) [2014] EWHC 2016 (TCC) at [13]. A respondent to a summary judgment application who claims that further evidence will be available at trial must serve evidence substantiating that claim. »
Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι στις περιπτώσεις που ο αιτητής καταφέρνει να αποδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης, το βάρος μετατίθεται στον καθ’ ου η αίτηση να δείξει ότι διατηρεί πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.
Στην υπό κρίση υπόθεση η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση. Μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταγράφεται με παραπομπή στον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας ότι η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Επιπλέον, στην ένορκη του δήλωση ο ομνύων εκφράζει την εκτίμησή του ότι o εναγόμενοι δεν έχουν προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Επιπλέον, αξιώνονται αποζημιώσεις για την κατοχή του ακινήτου και μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης της κατοχής του επίδικου ακινήτου.
Όπως έχει συνοψιστεί στην πρόσφατη απόφαση Έπαρχος Πάφου ν. Αντώνη Σιβιτανίδη Πολιτική Έφεση 54/19, ημερομηνία 9.7.2025, ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου μπορεί να ενάγει για το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, όταν η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα. Περαιτέρω ως προς την δυνατότητα του νόμιμου ιδιοκτήτη να εναγάγει για παράνομη επέμβαση διαφωτιστική είναι η απόφαση Adamou v. Christofi (1974) 1 CLR 100, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner».
Προκύπτει, συνεπών, ότι ο νόμιμος ιδιοκτήτης μπορεί να εναγάγει για παράνομη επέμβαση ακόμα και εάν δεν έχει την de facto κατοχή, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα.
Σημειώνω, επίσης, πως σύμφωνα με τη νομολογία ο μοναδικός τρόπος έγκυρης αμφισβήτησης της διαδικασίας εκποίησης είναι η υποβολή αίτησης έφεσης. Ειδικότερα, ως έχει κριθεί στην υπόθεση Πασιουρτίδη ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε95/2021, ημερομηνίας 8.2.2024:
«ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965.»
Επομένως, εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί η διαδικασία εκποίησης που κατέληξε στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια αυτού. Επιπλέον η εγκυρότητα του τίτλου που προσκόμισε η ενάγουσα ουδόλως έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα που να χρήζει εκδίκασης ως προς την ιδιοκτησία του ακινήτου.
Στα γεγονότα της παρούσας η ενάγουσα έχει παρουσιάσει μαρτυρία ότι είναι ιδιοκτήτρια του ακίνητου και ότι η επέμβαση είναι μόνιμη, αφού οι εναγόμενοι παρά την αλληλογραφία μεταξύ των μερών δεν έχουν παραδώσει την κατοχή του ακινήτους. Αντιθέτως οι εναγόμενοι στην επιστολή τους Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκαν, κατά αόριστο τρόπο, ότι είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες. Επομένως, η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα, αφού δεν αναμένεται κάποιο πρόσωπο να αποχωριστεί οικειοθελώς ιδιοκτησία που θεωρεί ότι αποτελεί ιδιοκτησία του. Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα ως η εκ του νόμου αδιαμφισβήτητη νόμιμη ιδιοκτήτρια έχει κάθε δικαίωμα να εναγάγει τον de facto κάτοχο.
Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι, η ενάγουσα έχει καταδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης, ως προς το σκέλος της παράνομη επέμβασης. Επιπλέον, με τις αναφορές του ομνύοντος, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα οι καθ’ ων η αίτηση να προβάλουν υπεράσπιση ή οποιοδήποτε δικάσιμο θέμα που να χρειάζεται η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, η ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του κανονισμού 24.4.(2).
Προκύπτει, συνεπώς, ότι ως προς το ζήτημα της ανάκτησης κατοχής έχουν παρουσιαστεί όσα απαιτούνται για τη μετάθεση του βάρους απόδειξης στους εναγόμενους.
Προχωρώ να εξετάσω το εάν ισχύει το ίδιο και για το σκέλος της αξίωσης των αποζημιώσεων που ζητούνται.
Ως προς την αξίωση διατάγματος έξωσης και διαφυγόντων κερδών διαφωτιστική είναι η απόφαση Mukhtar Mohamed Al Nwil v. Maremonte Investements Ltd, Πολιτική Έφεση Ε205/2017, ημερομηνίας 9.1.2024. Η εν λόγω υπόθεση αν και κρίθηκε στο πλαίσιο των παλαιών θεσμών, εντούτοις παρέχει το στίγμα του χειρισμού υποθέσεων που αφορούν αξίωση για αποζημιώσεις μέχρι παραδόσεως της κατοχής και τη φύση των εν λόγω αποζημιώσεων. Ειδικότερα τέθηκαν τα ακόλουθα:
«Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης.»
Κατ’ αναλογία των πιο πάνω κρίνω ότι και στην παρούσα το ζήτημα της απόδοσης αποζημιώσεων μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης της κατοχής είναι ζήτημα στο οποίο υφίσταται επιτακτικός λόγος για διεξαγωγή ακρόασης.
Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτουν οι κανονισμοί και έχει αποσείσει το αποδεικτικό που την βαρύνει ως προς έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Αντιθέτως, έχει αποτύχει να το πράξει σε σχέση με την αξίωση που σχετίζεται με την απόδοση αποζημιώσεων ως προς την κατοχή του ακινήτου και μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης της κατοχής.
Επομένως, το βάρος έχει μετατεθεί στους εναγόμενους να δείξουν ότι διατηρούν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή ότι υφίσταται επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση σε σχέση με το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος έξωσης. Στρέφομαι λοιπόν να εξετάσω τις θέσεις των εναγόμενων.
Οι εναγόμενοι στην έντασή τους αυτό που προώθησαν είναι το ότι γίνονται διαβουλεύσεις για φιλική διευθέτηση. Η προσπάθεια για εξεύρεση φιλικής διευθέτησης δεν συνιστά ζήτημα ή ισχυρισμό που δίδει έρεισμα σε ισχυρισμό περί ύπαρξης προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης ή λόγο που να δικαιολογεί εκδίκαση.
Επιπλέον και ο ισχυρισμός απόκρυψης του πιο πάνω γεγονότος δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη, εφαρμόζονται σε όλη τους στην έκταση στις μονομερείς διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 1895, Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης (2011) 1 ΑΑΔ 816 και Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023.
Επίσης στις διαδικασίες που πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας εφαρμόζεται η ευρύτερη αρχή ότι ο αιτητής οφείλει να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και χωρίς πρόθεση παραπλάνησης. ( Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη ( ανωτέρω)). Η δεύτερη περίπτωση συνδέεται με την πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Investar Spc Ltd v. Investar Investements Ltd Πολιτική Έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024.
Η υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί διαδικασία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, ώστε να εφαρμόζεται η πιο πάνω αρχή. Επιπλέον, η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβασμού δεν συνιστά ουσιαστικό γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, ώστε να δίδεται λαβή για εξέταση του ζητήματος της απόκρυψης και του ότι υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Συνεπώς, οι λόγοι ένστασης που σχετίζονται με το ζήτημα της προσπάθειας εξεύρεσης διευθέτησης δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη.
Τέλος, ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη παρέμεινε παντελώς αόριστος χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση. Τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να εξεταστεί αόριστα χωρίς οτιδήποτε που να το εξειδικεύει ή να τον υποστυλώνει.
Συνολικά ουδέν έχει τεθεί στην ένσταση ή αναπτυχθεί στη αγόρευση του συνηγόρου των εναγόμενων που να καταδεικνύει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή που να συνιστά επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Επομένως, έχουν καταδειχθεί οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επίσης, με την μη έκδοση απόφασης επί του ζητήματος της ανάκτησης κατοχής το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να διαιωνίζεται το εν λόγω ζήτημα χωρίς λόγο. Έτσι, όμως, η συνέχιση της διαδικασίας ως προς το εν λόγω ζήτημα καθίσταται μη αναλογικό μέτρο και ως εκ τούτου δεν εξυπηρετείται ούτε ος πρωταρχικό σκοπός των νεών κανονισμών πολιτικής δικονομίας.
Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι μπορεί να εκδοθεί μερικώς απόφαση ως η αίτηση. Η δε ενάγουσα ως ο επιτυχών πλέον διάδικος δικαιούται στα έξοδα της διαδικασίας μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Τέλος, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ της παρούσας αίτησης πλέον έξοδα ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά το ήμισυ.
……………………………
Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο