ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ
Αρ. Αγωγής: 230/25
Μεταξύ:
1. Νίκης Μίτα (Α.Δ.Τ. [] ), οδός [ ] αρ. 7, [ ], [ ], Αμμόχωστος
2. Αντώνη Λεοντίδης (Α.Δ.Τ. [ ]), [ ], αρ.243, [ ], [ ], Αμμόχωστος
3. Μ & Ν Μίτα και Συνεργάτες ΕΠΕ (ΗΕ242252) Νίσσι, 37, BLOCK B, Διαμ/Γραφείο 2, Αγία Νάπα, 5330, Αμμόχωστος
εναγόντων
-και-
1. MGE VASILIOU SUNSET HOTEL LIMITED (HE 371070), Άρη Βελουχιώτη, 6, Αγία Νάπα, 5330, Αμμόχωστος
2. Βασιλείου Εύα (Α.Δ.Τ. [ ]), [ ] 23, [ ], [ ], Αμμόχωστος
3. Βασιλείου Μάριος (Α.Δ.Τ. [ ]), [ ] 6, [ ], Αμμόχωστος
4. Βασιλείου Γεώργιος (Α.Δ.Τ. [ ]), [ ] 6, [ ], [ ], Αμμόχωστος
5. Βασιλείου Ειρήνη (Α.Δ.Τ. [ ]), [ ] 6, [ ], [ ], Αμμόχωστος
εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας 7.11.2025 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων
Ημερομηνία: 29.1.2026
Εμφανίσεις:
Για ενάγοντες – αιτητές: κ. Α. Βασιλείου μαζί με κα Ν. Ιωάννου για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους - καθ’ ων η αίτηση: κα Β. Χριστοδουλίδου μαζί με κ. Σ. Μαυρομάτη για Μαυρομάτης & Χριστοδουλίδου ΔΕΠΕ
ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση των εναγόντων, ημερομηνίας 7.11.2025, για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Με την αίτησή τους οι ενάγοντες ζητούσαν την έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης συγκεκριμένου ακινήτου των εναγομένων, την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των εναγομένων και επικουρικά την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση και αποφάσισε όπως εκδώσει μονομερώς το διάταγμα μη αποξένωσης του ακινήτου των εναγομένων και να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτητικά.
Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 22, 29, 30, 31, 32 και 42, 48 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 στο Μέρος στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 άρθρα 2, 3, 4, 6, 7, 16, 22, 23, 25, 32, 39 στα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στα άρθρα 3 και 22 στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, όπως αυτός τροποποιήθηκε, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις αρχές του κοινοδικαίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1. H ομνύουσα αναφέρεται στο ιστορικό της επαγγελματικής σχέσης που διατηρούν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους και στις εργασίες που αυτοί παρείχαν προς τους τελευταίους, καταθέτοντας σειρά σχετικών Τεκμηρίων. Ανέφερε επίσης ότι μετά τη σύσταση της Ενάγουσας 3, υπογράφηκε από τους εναγόμενους εξουσιοδότηση εντολέα. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 18, αντίγραφο της εν λόγω εξουσιοδότησης. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις κατά τη θέση της προσπάθειες αποξένωσης του ακινήτου από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 το έντυπο Ν50 που αφορούσε αίτηση για έρευνα στο Κτηματολόγιο αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία των εναγομένων / καθ’ ων η αίτηση. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 τα αποτελέσματα της έρευνας που προέβη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 28 το ακίνητο που επιδιώκεται η δέσμευση είναι το μοναδικό ακίνητων των εναγόμενων.
Η πλευρά των εναγομένων / καθ’ ων η αίτηση κατέθεσε ένσταση στη διαδικασία. Η ένσταση αφορούσε τόσο το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, όσο και τα αιτητικά για τα οποία διατάχθηκε επίδοση. Η ένσταση περιέχει 31 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση ή οριστικοποίηση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ότι οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης, με σειρά λόγων ένστασης, προβάλλεται η θέση ότι οι αιτητές έχουν παραβιάσει το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Επιπλέον, εισηγούνται ότι δεν έχει καταδειχθεί το επείγον, ότι υπάρχει καθυστέρηση στην αναζήτηση θεραπείας και ότι το ισοζύγιο της ευχέρεια γέρνει προς την απόρριψη της αίτησης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις της εναγομένης 2 και του συζύγου της Βάσου Πασχάλη. Οι ισχυρισμοί των καθ΄ων η αίτηση προβάλλονται δια μέσου της ένορκης δήλωσης Πασχάλη, ο οποίος είναι σύζυγος της εναγόμενης 2 και είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους εναγόμενους, ώστε να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο Ομνύων συμφώνησε ότι το αρχιτεκτονικό γραφείο θα ετοίμαζε τα σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια για ανέγερση ξενοδοχείου. Αρνήθηκε όμως ότι συμφωνήθηκε η αμοιβή που επικαλούνται οι ενάγοντες. Κατά τη θέση του, ουδέποτε συμφωνήθηκε αμοιβή για την παροχή οποιοδήποτε υπηρεσιών και η πρώτη φορά που ενημερώθηκαν σχετικά με την απαίτηση των εναγόντων, ήταν όταν έλαβαν την επιστολής, ημερομηνίας 29.10.25. Δέχτηκε το γεγονός της υπογραφής εξουσιοδότησης, Τεκμήριο 18 επί της αίτησης των εναγόντων, πλην όμως προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς περί της δεσμευτικότητας της και περί του κατά πόσο αυτή θεμελιώνει την απαίτηση των εναγόντων. Ανέπτυξε επίσης διάφορους ισχυρισμούς σχετικά με την παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων και σε σχέση με το ότι η παρούσα διαφορά έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ιδιαίτερα αναφέρθηκε στην ακίνητη περιουσία που κατέχουν οι εναγόμενοι. Επισύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 10 τα αποτελέσματα έρευνας από το Τμήμα Κτηματολογίου με βάση τα οποία οι εναγόμενοι 2 – 5 κατέχουν ακίνητη περιουσία, άλλη από αυτή που δεσμεύθηκε, η οποία υπερκαλύπτει το ύψος του κατ’ ισχυρισμόν χρέους. Προέβαλε, τέλος, τη θέση ότι η παρούσα αίτηση προωθήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί συνολικά.
Διαδικασία Γεγονότα
Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και ούτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.
Ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί, για σκοπούς της παρούσας, είναι το γεγονός ότι οι αναφορές του ομνύοντος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ως προς την ακίνητη περιουσία που κατέχουν οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα, ως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι εναγόμενοι κατέχουν την ακόλουθη ακίνητη περιουσία:
«Εναγόμενη 2
{ }
Εναγόμενος 3
{ }
Εναγόμενος 4
{ }
Εναγόμενη 5
{ }
Νομική πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.
Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 14η έκδοση, Swet & Maxwell, 2022 σελ.3 παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα (injunction) :
«An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).»
Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά., (2007) 1 A.A.Δ. 162, η εμβέλεια του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 είναι πολύ ευρεία και τα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνουν ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Τα δε Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων εξελίξεων και μεταβολών στους τρόπους συναλλαγών.( Βλ. ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2) (1994) 1 ΑΑΔ 694).
Σε σχέση με το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς η αίτηση βασιζόταν πέραν του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
Προτού προχωρήσω με την εξέταση των προνοιών του άρθρου 32 κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα τα ζήτημα της συνδρομής του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος και της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, καθότι η κρίση επί των εν λόγω ζητημάτων επηρεάζει καταλυτικά την τύχη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
Ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος
Στην υπό κρίση υπόθεση εκδόθηκε μονομερώς ένα εκ των τριών αιτούμενων διαταγμάτων. Η πλευρά των εναγομένων ήγειρε ως λόγο ένστασης ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος. Ειδικότερα, οι καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι δεν αποκαλύφθηκε στο στάδιο της μονομερούς αίτησης το γεγονός ότι οι ίδιοι κατέχουν και άλλη ακίνητη περιουσία πέραν της δεσμευθείσας. Συνέδεσαν την σχετική απόκρυψη με τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος, εγείροντας το επιχείρημα πως εάν παρουσιαζόταν η πλήρης εικόνα το Δικαστήριο θα έκρινε το ζήτημα του κατεπείγοντος διαφορετικά.
Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co (1997) 1(Γ) ΑΑΔ, 1791, 1797 «σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(A) AΑΔ 386, κρίθηκε ότι:
«Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς.»
Ως επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Euroenergy Investments Ltd κ.α. ν. Primafagio Ltd, Πολιτική Έφεση Ε150/2022, ημερομηνίας 16.10.2023, υφίσταται άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη, η οποία αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου.
Συνεπώς, το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο μπορεί και οφείλει να εξετάσει το ζήτημα του κατά πόσο συνέτρεχε ο δικαιοδοτικό όρος σε συνάρτηση και με το εάν παρουσιάσθηκαν τα ουσιώδη γεγονότα που το συγκροτούν.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.
Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για επίκληση της δικαιοδοσίας υπό το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Θεμελιακές επί του προκειμένου, είναι οι αποφάσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598, Έλενα Αμβροσιάδου ν. MartinCoward, Πολιτική Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013 και η πιο πρόσφατη Μυλωνάς ν. Τράπεζας Κύπρου Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019.
Ασφαλώς, το ζήτημα του κατεπείγοντος κρίνεται, σε κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της περιστατικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Eπίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd. (1998) 1 ΑΑΔ 1653.
Επιπρόσθετα, το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι άμεσα συνυφασμένο με το πότε πληροφορήθηκε ο αιτών τα κρίσιμα γεγονότα και το πότε καταχώρησε την αίτησή του. Χατζηβασιλείου Χριστόδουλος ν. White Knight Holdings Ltd, (2004) 1 Α.Α.Δ. 203.
Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι ενάγοντες κατέβαλλαν προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης και απέστειλαν σχετική επιστολή, ημερομηνίας 29.10.2025, η οποία επιδόθηκε στις 30.10.2025. Στις 4.11.2025 διαπίστωσαν ότι υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που επιτεύχθηκε η δέσμευση της. Τέλος στις 7.11.2025 καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση.
Ταυτόχρονα, όμως, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάφθηκε πιστοποιητικό έρευνας από το κτηματολόγιο, ως τεκμήριο 28. Στο εν λόγω τεκμήριο καταγραφόταν ως μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το δεσμευθέν ακίνητο. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το τεκμήριο 27 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι αιτητές προχώρησαν σε έρευνα αναφορικά με τυχόν περιουσία που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ’ ονόματι των εναγόμενων στην Αγία Νάπα. Ακολούθως, προσκομίστηκε το τεκμήριο 28 το οποίο παρουσιάζει ως μοναδική περιουσία των καθ’ ων η αίτηση το ακίνητο που δεσμεύθηκε.
Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην υπό κρίση υπόθεση η περιουσία που δεσμεύθηκε δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε τη βάση του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν στο μέλλον εάν εξασφαλίσουν απόφαση.
Είναι προφανές ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος το κατεπείγον στην έκδοση του συνδέθηκε με την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην μελλοντική ικανοποίηση των εναγόντων, αφου εάν αποξενωνόταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων το ζήτημα αποκτούσε επείγουσα υφή.
Όμως, όπως προκύπτει από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ομνύοντος την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι εναγόμενοι κατέχουν και άλλη ακίνητη ιδιαίτερα υψηλής αξίας.
Είναι προφανές πως διαφορετικής αντιμετώπισης τυγχάνει η περίπτωση που επίκειται αποξένωση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου των εναγόμενων και διαφορετικά η επικειμένη αποξένωση ενός εκ των πολλών ακινήτων των εναγόμενων τα οποία υπερκαλύπτουν την αξίωση. Στην πρώτη περίπτωση το ζήτημα αποκτά επείγουσα υφή στη δεύτερη όχι.
Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν παρουσιάστηκε η πλήρης εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μη έχοντας ενώπιόν του την πλήρη εικόνα αποδέχθηκε να εξετάσει την αίτηση μονομερώς.
Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστήριο ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί.
Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου θα προχωρήσω να εξετάσω το εάν η διαπιστωθείσα μη αποκάλυψη θα είχε οποιαδήποτε επίπτωση αυτόνομα στη μη οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων
Η καθ’ ης η αίτηση προβάλλει ως αυτοτελή λόγο ένστασης την κατ’ ισχυρισμό απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η οποία έγκειται στο ότι δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη άλλης ακίνητης περιούσιας πέραν από αυτή που δεσμεύθηκε και στο ότι δεν αποκαλύφθηκε η ρήτρα διαιτησίας που περιελάβανε το τεκμήριο 18.
Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem», επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 ΑΑΔ 583. Περαιτέρω, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στην νομολογία, ο διάδικος που αποτείνεται στο δικαστήριο, μονομερώς, για εξασφάλιση θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1 ΑΑΔ 734.
Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πόλ. Έφεση Ε 177/2018, ημερομηνίας 21.5.2019, όπου επαναδιατυπώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά στη σχετική πάγια νομολογία επί του θέματος. Όμως, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Χριστοφόρου v. Γρηγορίου (1995) 1 ΑΑΔ 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος.
Περαιτέρω, στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd (ανωτέρω), λέχθηκε ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίνουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Τονίστηκε, επίσης, ότι ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης δεν πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.
Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδίδεται ο χαρακτηρισμός «ουσιώδες γεγονός» θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως ουσιώδες είναι κάθε γεγονός, το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Περαιτέρω, το κριτήριο με το οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και συναρτάται με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179.
Ως προς το εύρος της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με αυτή, διαφωτιστική είναι η Αγγλική απόφαση στην απόφαση Siporex Trade SA v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd’s Rep. 428, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
« He must disclose all facts which reasonably could or would be taken into account by the judge in deciding whether to grant the application. It is no excuse for an applicant to say that he was not aware of the importance of matters he has omitted to state. If the duty of full and fair disclosure is not observed the court may discharge the injunction even if after full inquiry the view is taken that the order made was just and convenient and would probably have been made even if there had been full disclosure. »
( υπογράμμιση δική μου)
Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί, εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ακόμα και στην περίπτωση που φαίνεται ότι το Διάταγμα εκδόθηκε ορθά και δίκαια και το ίδιο Διάταγμα θα διδόταν, εάν γινόταν η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη.
Οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη, εφαρμόζονται σε όλη τους στην έκταση στις μονομερείς διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 1895, Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης (2011) 1 ΑΑΔ 816 και Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023.
Σαφώς, όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, (ανωτέρω) η υποχρέωση αιτητή, να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και χωρίς πρόθεση παραπλάνησης παραμένει ακόμα και εάν η διαδικασία προχωρήσει inter parties.
H διαφορά των δυο περιπτώσεων όμως, έγκειται στο ότι, ενώ στην περίπτωση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη το κριτήριο είναι αντικειμενικό, στην περίπτωση της κρίσης του κατά πόσο ο αιτητής προσήλθε με καθαρά χέρια το ζήτημα συνδέεται με την πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Investar Spc Ltd v. Investar Investements Ltd Πολιτική Έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024.
Στην υπό κρίση υπόθεση ένα εκ των αιτούμενων διαταγμάτων εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα εκδόθηκε το διάταγμα παγοποίησης της ακίνητης περιουσίας που επιδιώχθηκε η μη αποξένωση. Για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση οι αρχές της πλήρους και ειλικρινής αποκάλυψης
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα. Πρώτα θα εξετάσω το ζήτημα το ζήτημα της μη αποκάλυψης της ύπαρξης άλλης περιουσίας πέραν από αυτή που δεσμεύθηκε και ακολούθως το ζήτημα της μη αποκάλυψης της ρήτρας διαιτησίας.
Ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε στη βάση του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν στο μέλλον εάν εξασφαλίσουν απόφαση.
Όπως έχει συνοψισθεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Grady Properties Corporation S.A κ.ά ν. Peter Gravitz, Πολιτική Έφεση Ε113/2020, ημερομηνίας 31.5.2024, για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσίας κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί ότι υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Σχετικό, επίσης, είναι το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Διατάγματα Injunctions» σελ. 214
Επίσης ως προς την έκδοση διατάγματος που να παγοποιείται περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής υπό το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, θεμελιακή είναι η απόφαση Lakatamitis v. Theodorou (1993) 1B CLR 520, όπου υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5, δηλαδή το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην εκτέλεση της απόφασής του. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευρυπίδης Φ. Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδη (1992) 1 ΑΑΔ 54.
Στην υπό κρίση υπόθεση το όλο ζήτημα τέθηκε στη βάση του ότι σε περίπτωση που αποξενωνόταν το επίδικο ακίνητο δεν θα υπήρχε η δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης. Επομένως, η ύπαρξη άλλης ακίνητης περιουσίας ήταν αντικειμενικά ουσιαστικό στοιχείο στην κρίση του Δικαστηρίου.
Η μη παρουσίαση της πλήρους εικόνας ως προς την ακίνητη περιουσία των καθ’ ων η αίτηση είτε ηθελημένη είτε όχι έχει ως αποτέλεσμα το ότι το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιόν του την πλήρη εικόνα ως προς ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.
Αναπόδραστα λοιπόν η πιο πάνω παράλειψη επιφέρει την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
Πέραν των ανωτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, επειδή δεν αποκαλύφθηκε η ρήτρα διαιτησίας που καταγράφεται στο συμφωνητικό ημερομηνίας 30.9.2021, Τεκμήριο 18. Για την εξέταση του πιο πάνω ζητήματος κρίσιμο είναι να επισημανθεί ότι η εξουσιοδότηση Τεκμήριο 18 ήταν σύμφωνα με του ενάγοντες η βάση επί της οποίας συνεχίστηκε, μέσω της ενάγουσας 3, από το 2021 η παροχή των υπηρεσιών των εναγόντων 1 και 2 προς του εναγόμενους. Σύμφωνα δε με την Ε/Δ της ενάγουσας 1 με τη σύσταση της ενάγουσας 3 οι παρεχόμενες υπηρεσίες των εναγόντων 1 και 2 συνεχίστηκαν από την ενάγουσα 3. Επιπλέον, στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσής της προβάλλεται η θέση ότι με την εν λόγω εξουσιοδότηση γίνεται παραπομπή στην αρχική συμφωνία ως προς την συμφωνηθείσα αμοιβή. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση καταγράφεται ρητά ότι η οποιαδήποτε διαφορά αναφορικά με την αμοιβή της ενάγουσας 3 η οποία πλέον συνέχιζε την παροχή υπηρεσιών θα επιλυόταν σε διαιτησία.
Ως προς τη σημασία παράλειψης αναφοράς σε ρήτρα διαιτησίας διαφωτιστική είναι η απόφαση Interpartemental Concern "Uralmetrom" v Besuno Ltd (2004) 1(Α) AAΔ 557, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«η ύπαρξη όρου σε σύμβαση για παραπομπή σε διαιτησία των διαφορών που προκύπτουν από αυτή, είναι ουσιαστικό στοιχείο το οποίο πρέπει να αναφέρεται σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, γιατί η ύπαρξη αυτού του όρου ενδεχομένως να επηρεάσει το Δικαστήριο στην απόφαση του, εφόσον θα προκύψει στην υπόθεση θέμα κατά πόσο το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τον όρο, θα αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία επί της ουσίας της αγωγής.»
Στην εν λόγω υπόθεση η σύμβαση που περιείχε τον όρο παραπομπής σε διαιτησία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην αίτηση και υιοθετήθηκε από τον ομνύοντα. Όμως δεν έγινε αναφορά στην ένορκη περί της ύπαρξής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά:
«Το καθήκον τους ήταν να αναφερθούν ρητά στην ένορκη δήλωση στην ύπαρξη του όρου για διαιτησία ή να παραπέμψουν ειδικά στον όρο στην επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση σύμβαση. Και μάλιστα να εξηγήσουν γιατί δεν έγιναν διαβήματα για την υλοποίηση της διαιτησίας, στοιχείο που οπωσδήποτε θα λαμβανόταν υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα εξέδιδε το ενδιάμεσο διάταγμα.»
Συνάγεται από τα ανωτέρω, ότι ως θέμα αρχής η αποκάλυψη της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας είναι ουσιαστικό στοιχείο που πρέπει να αποκαλύπτεται. Επίσης, πρέπει ο ομνύων να παραπέμπει ρητά στον συγκεκριμένο όρο στην ένορκη του δήλωση και δεν αρκεί η επισύναψη της σύμβασης που τον περιλαμβάνει χωρίς ειδική αναφορά σε αυτόν.
Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση αφορά και σειρά εργασιών και κατ’ ισχυρισμον συμφωνίας αμοιβής που έλαβαν χώρα σε προηγούμενο χρόνο. Η κατάληξη επί της σημασίας του εν λόγω τεκμήριου δεν είναι σαφής στο παρόν στάδιο χωρίς να ακουστεί σχετική μαρτυρία. Επομένως κατ’ αναλογία των όσων έχουν αποφασιστεί στην υπόθεση CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.α. v. CONTENT UNION S.A., Πολιτική Έφεση Ε34/2018,Ε35/2018, ημερομηνίας 8.4.2021, δεν θα ακύρωνα το διάταγμα για το συγκεκριμένο λόγο και μόνο ιδιαίτερα έχοντας υπόψη την αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα τα οποία επηρεάζουν την ουσία της υπόθεσης.
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κρίνω ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί, αλλά αντίθετα θα πρέπει να ακυρωθεί για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω.
Η δυνατότητα έκδοσης των υπόλοιπων διαταγμάτων
Προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος που να παγοποιεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγόμενων και των διαταγμάτων αποκάλυψης.
Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι :
α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
β) ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία
γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ (557) και Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263.
Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:
1. Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.»
Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ 152.
Ως προς την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, υπό το άρθρο 32, θεμελιακή είναι η απόφαση Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 126, όπου κρίθηκε πως παρά το γεγονός ότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων.
Τα δε διατάγματα της φύσης Norwich Pharmacal αποτελούν μια εύκαμπτη θεραπεία, αναγκαία για τον αποτελεσματικό χειρισμό υποθέσεων και ζητημάτων που ανακύπτουν από τον σύγχρονο τρόπο συναλλαγών. Παράλληλα, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία τα διατάγματα της φύσης Norwich Pharmacal, καθώς και το διάταγμα φίμωσης, εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 32. Σχετική είναι η απόφαση στην Πολιτική Αίτηση Page Directors Ltd κ.ά (2015) 1 ΑΑΔ 2145.
Στην απόφαση Aldi Marine Ltd κ.ά ν. Rual Trade Ltd κ.ά (2016) 1 ΑΑΔ 70, επεξηγήθηκε ότι διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.
Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω, πρώτα, το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση τoυ διατάγματος παγοποίησης και ακολούθως θα εξετάσω το κατά ποσό συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων της φύσης Norwich Pharmacal.
Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα.
1η προϋπόθεση - σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση
Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολ. Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι :
«με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.»
Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598.
Στην υπό κρίση υπόθεση όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η απαίτηση ερείδεται επί αξίωσης για εύλογη και ή συμφωνηθείσα αμοιβή για παροχή υπηρεσιών.
Είναι δε προφανές ότι το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι αναγνωρισμένο από τον Νόμο. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
2η προϋπόθεση - ορατή Πιθανότητα επιτυχίας
Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή.
Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά, (2004) 1 Α.Α.Δ.818.
Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, (ανωτέρω) σελ. 127-128.
Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1 ΑΑΔ 1980.
Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου (ανωτέρω).
Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
Στην υπό κρίση υπόθεση βάση του επικαλούμενο δικαιώματος είναι η κατ’ ισχυρισμόν συμφωνία για παροχή υπηρεσιών. Μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρουσιάζονται στοιχεία ως προς την κατ’ ισχυρισμόν εργασία στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες. Η συμφωνία αρχικά έγινε μεταξύ των εναγόντων 1 και 2 και των εναγομένων και παρασχέθηκαν συγκεκριμένες εργασίες που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η σύμβαση κατά την ομνύουσα συνεχίστηκε μεταξύ της ενάγουσας 3 και των εναγόμενων. Όμως το συνολικό ποσό που αξιώνεται αφορά και εργασίας που έλαβαν χώρα πριν τη σύσταση της ενάγουσας 3 και τη συμφωνητικό ημερομηνίας, το οποίο περιέχει ρήτρα διαιτησίας. Έτσι, στο παρόν στάδιο η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν επαρκεί για την κατάληξη στο ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Επίσης, η ύπαρξη συμφωνίας ή η υπογραφή της εξουσιοδότησης και η παροχή υπηρεσιών δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η ύπαρξη της συμφωνίας ως προς την αμοιβή το εάν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και το εάν έχει παραγραφεί.
Από τα πιο πάνω αναδύονται επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος.
Είναι προφανές ότι το εάν τελικά οφείλεται οποιοδήποτε ποσό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Στην υπό κρίση διαδικασία το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες προς τους εναγομένους, για τις οποίες δικαιούνται σε αμοιβή. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν θα κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα των τεκμηρίων που κατατέθηκαν και εάν τελικά αποδεικνύουν την αξίωση των εναγόντων, αλλά θα περιοριστεί στο να εξετάσει το κατά πόσο αυτά παρέχουν επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος.
Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, κρίνω ότι αναδύονται οι απαιτούμενες ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου αγώγιμου δικαιώματος και ως εκ τούτου αναδύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής.
Η 3η προϋπόθεση
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου, (2011) 1 ΑΑΔ 1066. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η έννοια της ζημίας δεν συναρτάται με την υλική ζημία αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία.
Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co (1997) 1 AAΔ 1791 και Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη (2001) 1Β ΑΑΔ 1245.
Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί, αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2), (2008) 1 ΑΑΔ 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης.
Ως προς την ειδικότερη κατηγορία των διαταγμάτων παγοποίησης τύπου Mareva και την αξιολόγηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 διαφωτιστική είναι η απόφαση Shishkarev v. Lanuria, Πολιτική Έφεση Ε385/16 ημερομηνίας 7.6.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«η λογική της έκδοσης προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστού και ως διάταγμα Mareva, είναι προς το σκοπό διασφάλισης της ικανοποίησης τελικής απόφασης εναντίον εναγομένου, όταν, εύλογα, μπορεί να υποτεθεί ότι η εκτέλεσή της πιθανόν να καταστεί δύσκολη ή αδύνατη, λόγω επαπειλούμενης εξαφάνισης, από τον ίδιο, περιουσιακών του στοιχείων, επί των οποίων η απόφαση να μπορεί να εκτελεστεί, (βλ. Sunoil Bunkering v. Jaouhar Maritime (1987)1 C.L.R. 627 και Παντελίδη ν. Πιερή (1998) 1 Α.Α.Δ. 2111). Η λογική αυτή συμπίπτει, ακριβώς, με την προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση. Για την ικανοποίησή της, όπως έχει λεχθεί από τον Κωνσταντινίδη, Δ., στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυρ. "Λεωνίκ" Λτδ. (2001) 1 Α.Α.Δ. 785, στις σελίδες 789 έως 790: «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Ως προς το βαθμό ικανοποίησής της, είναι αρκετό να διαπιστωθεί ότι υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.», (βλ. Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, απόφαση Πική, Δ., ως ήταν τότε, στη σελίδα 785).»
Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Grady Properties Corporation S.A κ.ά ν. Peter Gravitz (ανωτέρω).
Επομένως, ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα κρίσιμη είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση του περιουσιακού στοιχείου στην ικανοποίηση της τυχόν τελικής απόφασης που θα εκδοθεί. Για σκοπούς ικανοποίησης της 3ης είναι αρκετό να διαπιστωθεί ότι υπάρχει πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.
Στην υπό κρίση υπόθεση, έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι οι εναγόμενοι κατέχουν ακίνητη περιουσία αξίας πολύ μεγαλύτερης από αυτή που αξιώνεται με την αγωγή. Συνεπώς, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν αναμένεται να έχει επίδραση στην τυχόν ικανοποίηση της απόφασης στο μέλλον.
Επίσης δεν προκύπτει το με ποιο τρόπο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούν οι ενάγοντες ανεπανόρθωτη βλάβη.
Συνακολούθα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, κρίνω ότι δεν πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης
Παρά την κατάληξη μου στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας και το ισοζύγιο της δικαιοσύνης σε περίπτωση που η κρίση μου περί μη συνδρομής της 3ης προϋπόθεσης κριθεί εσφαλμένη.
Επαναλαμβάνω τη βασική αρχή ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει το κατά πόσο η οριστικοποίηση του διατάγματος ή έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη.
Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στην πρόσφατη απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο ν. Σουλή, Πολ. ΄Έφεση Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :
«Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη».
Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευστρατίου ν. Ouzounian and Company Ltd, Εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, Πολιτική Έφεση Αρ. 292/2010, 20.1.2014, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
«Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).»
Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στη θεμελιακή απόφαση Bacardi & co v. Vinco Ltd 1996 1 ΑΑΔ 788, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.
Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 στη στάθμιση των πιο πάνω κρίσιμοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.
Περαιτέρω, στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, (2002) 1 ΑΑΔ 1759, κρίθηκε ότι η σχετική εξουσία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους.
Τέλος, όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Διατάγματα Injunctions» σελ. 214, διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες.
Είναι προφανές πως το αιτούμενο διάταγμα συνιστά σοβαρή επέμβαση στο δικαίωμα στην περιουσία των εναγόμενων, αφού ζητείται η παγοποίηση των τραπεζικών τους λογαριασμών. Παρά ταύτα, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο ότι οι εναγόμενοι σκοπεύουν ή χρησιμοποιούν τους λογαριασμούς για μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό ή με τρόπο που η μη έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερο κίνδυνο αδικίας στους ενάγοντες. Άλλωστε, οι εναγόμενοι κατέχουν ακίνητη ιδιοκτησία μεγάλης αξίας και σε περίπτωση που οι ενάγοντες επιτύχουν στην απαίτησή τους θα μπορούν ευχερώς αν εισπράξουν το λαβείν τους. Αντίθετα, η έκδοση των αιτούμενου διατάγματος έστω και υπό τος όρους που εισηγούνται οι ενάγοντες ενέχει κίνδυνο μεγαλύτερης πρόκλησης αδικίας προς του εναγόμενους παρά το αντίθετο.
Συνεπώς, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την απόρριψη του αιτήματος.
Τα διατάγματα αποκάλυψης.
Στην υπό κρίση υπόθεση το διάταγμα αποκάλυψης ζητείται εναντίον των εναγόμενων επικουρικά για σκοπούς αστυνόμευσης του διατάγματος παγοποίησης, αφού ουδεμία νύξη γίνεται για οποιαδήποτε αδικοπραξία εναντίον των εναγόντων ούτε και τίθεται ζήτημα εκούσιας ή ακουσίας συμμετοχής των εναγόμενων ή τρίτων σε αδικοπραξία εναντίον των εναγόντων. Η βάση της όλης απαίτησης είναι η κατ’ ισχυρισμόν μη πληρωμή του ποσού που αντιστοιχεί στις κατ’ ισχυρισμόν προσφερόμενες υπηρεσίες. Άλλωστε, στην παράγραφο 78 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ρητά δηλώνεται πως τα διατάγματα αποκάλυψης ζητούνται για σκοπούς προς υποβοήθησης έκδοσης των διαταγμάτων τύπου Mareva.
Συνεπώς, με την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και την απόρριψη του αιτητικού για παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών των εναγόμενων αναπόφευκτα απορρίπτεται και το αίτημα για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξης μου το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερομηνίας 11.11.2025, ακυρώνεται. Επίσης η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Ως προς τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπερ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, αλληλέγγυα ή ξεχωριστά. Τέλος, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.
…………………………
Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο