THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1195/2011, 28/1/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1195/2011, 28/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ 

Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Κλίμακα: €50.000 - €100.000

                                                                                   Αριθμός Αγωγής: 1195/2011

Μεταξύ:

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσα

και

 

1.          ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ

2.          ΟΛΓΑ ΖΑΙΤΣΕΒΑ

3.          ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ

Εναγομένων

 

Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κ. Ζ. Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο 3: κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Δια της παρούσας αγωγής της η Ενάγουσα αξιοί την έκδοση απόφασης για κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό, το οποίο προέκυψε συνεπεία της κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας ενοικιαγοράς από πλευράς Εναγομένων, πλέον τόκους, πλέον επιστροφή και/ή παράδοση των οχημάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο της εν λόγω συμφωνίας ενοικιαγοράς.

 

Δικογραφία

 

Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η Ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι η ιδιοκτήτρια τεσσάρων οχημάτων μάρκας και/ή τύπου (α) MITSUBISHI PAJERO 1998, (β) MERCEDES C230 SALOON 1993, (γ) HONDA CIVIC SALOON 1992 και (δ) MITSUBISHI LANCER SALOON τα οποία βρίσκονται στην κατοχή και/ή τον έλεγχο του Εναγομένου 1 και/ή των Εναγομένων 2 και 3 (στο εξής τα «επίδικα οχήματα»).

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 24.11.2008, η Ενάγουσα ενοικίασε στον Εναγόμενο 1 με την αλληλέγγυα εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ή κάλυψη (indemnity) των Εναγομένων 2 και 3 τα εν λόγω οχήματα και οι Εναγόμενοι έλαβαν την κατοχή τους έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς €66.606,76 συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς εκ €16.526,49, €80,27 χαρτόσημα πλέον €25,60 ως δικαίωμα αγοράς.

 

Ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να πληρώσει το πιο πάνω ποσό με 72 μηνιαίες δόσεις εκ €925,10 εκάστης, ήταν δε ρητοί όροι της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, η Ενάγουσα δύνατο να τερματίσει άμεσα τη συμφωνία ενοικιαγοράς χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση και δικαιούτο σε άμεση επιστροφή των οχημάτων, οι δε Εναγόμενοι υποχρεούντο να πληρώσουν στην Ενάγουσα όλα τα καθυστερημένα ενοίκια, τους αναλογούντες τόκους, καθώς επίσης και τα έξοδα των επιδιορθώσεων και αντικαταστάσεων των αναγκαίων για την επαναφορά των οχημάτων σε καλή και εργάσιμη κατάσταση.

 

Ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πληρώσουν στην Ενάγουσα τις δόσεις που ήταν πληρωτέες κατά τη λήξη τους, πέραν των δόσεων που αντιστοιχούσαν στην περίοδο από 15.1.2009 – 15.11.2009, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 15.2.2011 τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως παραδώσει άμεσα σε αυτήν τα επίδικα οχήματα και όλους τους Εναγομένους όπως εξοφλήσουν αμέσως ολόκληρο το ποσό των €58.174,74 το οποίο κατέστη άμεσα πληρωτέο και/ή απαιτητό, πλέον τόκους.

 

Οι Εναγόμενοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν και μέχρι σήμερα κατακρατούν και/ή οικειοποιούνται παράνομα και αντισυμβατικά τα οχήματα.

 

Δια της Υπεράσπισής του, ως έχει τροποποιηθεί, ο Εναγόμενος 3 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική και/ή παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη, διότι η κατάρτισή της προωθήθηκε από την Ενάγουσα με σκοπό τη συγκάλυψη παραχώρησης δανείου στον Εναγόμενο 1 εν αγνοία του Εναγομένου 3, διότι τα φερόμενα ως επίδικα οχήματα ουδέποτε ήσαν ιδιοκτησία του Εναγομένου 3 και ουδέποτε κατέστησαν ιδιοκτησία της Ενάγουσας, διότι ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε μεταβίβασε ή ενέγραψε τα επίδικα οχήματα στην Ενάγουσα, διότι η αξία των εν λόγω οχημάτων υπερτιμήθηκε από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 1, με σκοπό να καταρτίσουν τη συμφωνία ενοικιαγοράς εν αγνοία του Εναγομένου 3 και το ποσό της χρηματοδότησης καθορίστηκε από την Ενάγουσα σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1 και όχι με βάση την πραγματική αξία των οχημάτων, διότι η Ενάγουσα μαζί με τον Εναγόμενο 1 επινόησαν και/ή κατήρτισαν τη συμφωνία ενοικιαγοράς με σκοπό να χρεώνουν τον Εναγόμενο με υπερβολικούς ή και παράνομους τόκους, αντίθετα με τον Περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο, καθώς επίσης και λόγω του ότι ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο ως εγγυητής, ενώ τούτο ήταν κατά μεγάλο μέρος του μη συμπληρωμένο ή και ατελώς συμπληρωμένο και κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή/και δηλώσεων της Ενάγουσας, ότι το ποσό της χρηματοδότησης θα ήταν ύψους €20.000.

 

Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι δεν είχε πρόθεση να υπογράψει συμφωνία αποζημίωσης ή και κάλυψης και εν πάση περιπτώσει δεν γνώριζε, ούτε και είχε την εντύπωση ότι υπέγραψε οποιανδήποτε συμφωνία, πέραν της εγγύησης του Εναγομένου 1, ως του είχαν παραστήσει ο Εναγόμενος 1 και η Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε την προηγούμενη της 26.11.2008, στα γραφεία του εμπόρου αυτοκινήτων Λιμνιώτη και όχι στην παρουσία του Ανδρέα Σάββα, υπαλλήλου της Ενάγουσας, αποτελεί δε ισχυρισμό του ότι η εν λόγω συμφωνία δεν είναι εν πάση περιπτώσει νόμιμη και/ή έγκυρη, ότι ο ίδιος έχει απαλλαγεί ή/και δέον όπως απαλλαγεί από οποιανδήποτε εξ εγγυήσεως ή και άλλως πως ευθύνη, ένεκα του ότι η Ενάγουσα εν αγνοία του απάλλαξε ή και εξαίρεσε εν αγνοία του, δύο εκ των φερόμενων οχημάτων, την τύχη των οποίων ο Εναγόμενος 3 αγνοεί.

 

Ο Εναγόμενος 3 αρνείται ότι παρέλαβε επιστολή τερματισμού και ανταπαιτητικώς αξιοί δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης ή και συμφωνία για αποζημίωση ή/και κάλυψη, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη και/ή δέον όπως ακυρωθεί. Εναλλακτικά, ο Εναγόμενος 3 αξιοί δήλωση του Δικαστηρίου ότι εν πάση περιπτώσει, έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε εξ εγγυήσεως ευθύνη.

 

Δια της Απάντησης και Υπεράσπισής της στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 3 και επαναλαμβάνει, επί της ουσίας, τους ισχυρισμούς της ως η έκθεση απαίτησης της, επικαλούμενη περαιτέρω, ότι ο Εναγόμενος κωλύεται από το να προβάλλει σήμερα τέτοιους ισχυρισμούς λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct or estoppel in pais) και λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), ενώ δεν αρνείται ότι η επίδικη συμφωνία υπεγράφη στην παρουσία της Χ.Λ., πλην όμως εμμένει στην θέση ότι υπεγράφη την 26.11.2008.

 

Αναφορικά με την απαλλαγή δύο εκ των επίδικων οχημάτων, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή έγινε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος των Εναγομένων, το οποίο υπέγραψε και ο Εναγόμενος 3, στον οποίο η επιστολή τερματισμού αποστάλθηκε στην τελευταία γνωστή στην Ενάγουσα διεύθυνσή του μέσω ταχυδρομείου και παραλήφθηκε από αυτόν και/ή δεν επιστράφηκε.

 

Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

Μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τέσσερις μάρτυρες, εκ των οποίων οι τρεις προσέφεραν μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας και έναν μάρτυρα ο οποίος προσέφερε μαρτυρία εκ μέρους του Εναγομένου 3.

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]

 

Πρώτος ενώπιόν μου κατέθεσε ο Μ.Σ. (στο εξής ο «ΜΕ1»). Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας κατέθεσε και υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.

 

Σε αυτήν, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Themis Ρortfolio Μanagement Limited (στο εξής η «Themis»), η οποία είναι θυγατρική της Ενάγουσας, η οποία αντικατέστησε και/ή υποκατέστησε την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου») αναφορικά με τα δικαιώματά της σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις/εξασφαλίσεις των Εναγομένων που αφορά η παρούσα αγωγή.

 

Αφού ο μάρτυρας αναφέρεται στο ιστορικό που αφορά στην εν λόγω αντικατάσταση, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια, αναφέρει ότι από 1.10.2021 παρέχει υπηρεσίες προς την Ενάγουσα δυνάμει σχετικής συμφωνίας που υπογράφτηκε μεταξύ της Themis και της Ενάγουσας και ως εκ της θέσης του, έχει στην κατοχή του έγγραφα τα οποία αφορούν στα επίδικα ζητήματα, γνωρίζει δε τα γεγονότα της υπόθεσης είτε προσωπικά, είτε από τα όσα προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του και τα όσα πληροφορήθηκε από τους υπόλοιπους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση.

 

Ακολούθως, ο μάρτυρας επαναλαμβάνει επί της ουσίας τα όσα δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας και αναφέρει ότι εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εκδόθηκε απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης την 8.12.2011, ο δε Εναγόμενος 1 απεβίωσε την 2.11.2020 και τα μέτρα που λήφθηκαν για σκοπούς είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους, δεν απέφεραν καρπούς.

 

Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 κατέθεσε πιστοποιητικό με βάση το άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, με συνημμένες καταστάσεις σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, οι οποίες, ως εξήγησε, αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας από 26.11.2008 μέχρι 31.12.2024. Στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, συνεχίζει ο μάρτυρας, μέχρι την 4.6.2021, αναγράφεται το όνομα της Τράπεζας Κύπρου, διότι λόγω της υποκατάστασης της Marfin Popular Bank Public Co Limited (στο εξής η «Marfin») την 6.6.2014, ο λογαριασμός μεταφέρθηκε από τα ηλεκτρονικά συστήματα της πρώην Marfin, στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου. Από 4.6.2021, λόγω της υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου από την Themis, στην κατάσταση λογαριασμού αναγράφεται νέος αριθμός λογαριασμού.

 

Ως ο μάρτυρας περαιτέρω εξηγεί, σύμφωνα με την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, το αρχικό υπόλοιπο ήταν €66.66,76, το οποίο αναλύεται σε €50.000 που ήταν το σύνολο της τιμής, πλέον €80,27 ως χαρτόσημα και €16,526,49 που αποτελεί τα δικαιώματα ενοικοιαγοράς, παραθέτοντας τις τιμές αγοράς και τα αντίστοιχα δικαιώματα ενοικοιαγοράς, τα οποία αναλογούν σε έκαστο αυτοκίνητο.

 

Την 21.1.2009, πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €7.000,00 κατόπιν έγκρισης αιτήματος των Εναγομένων, για απαλλαγή του οχήματος με αριθμό εγγραφής [ ] με την καταβολή του πιο πάνω ποσού και την 3.12.2009 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €1.432,02 κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος των Εναγομένων, για απαλλαγή του οχήματος [ x ]163 για το ποσό των €1.500,00 ευρώ. Μετά την καταβολή των πιο πάνω ποσών, το υπόλοιπο ανήλθε στις €58.174,74 και παρέμεινε το ίδιο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 15.2.2011.

 

Ο ΜΕ1 περαιτέρω διευκρινίζει ότι η Ενάγουσα δεν διεκδικεί τόκους υπερημερίας επί των οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων από την ημερομηνία τερματισμού, ούτε το ποσό των €1.341,72 ως υπολογισμένο τόκο υπερημερίας, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού. Σχετικά κατέθεσε ως τεκμήριο αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, την οποία, ως εξήγησε, ετοίμασε αφού εξασφάλισε πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα της Ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, αφού αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών και άλλα έξοδα. Με βάση την εν λόγω αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το οφειλόμενο υπόλοιπο σήμερα ανέρχεται σε €102.864,09 πλέον τόκους 5,50% επί του ποσού των  €58.174,74 από  4.2.2025 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η κατάσταση λογαριασμού αποτελεί στην ουσία αντίγραφο καταχώρησης στο ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, καθώς η εκτύπωση έγινε αυτόματα και χωρίς οποιανδήποτε αντιγραφή και ενόψει του ότι έκανε έλεγχο των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού και στο ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, επομένως ο μάρτυρας με βεβαιότητα δηλώνει ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή των αρχικών καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ΜΕ1 κατέθεσε τα Τεκμήρια υπ’ αρ. 1 – 12, αναφορά στα οποία θα γίνει από το Δικαστήριο όπου τούτο κρίνει σκόπιμο.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε τις θέσεις εργασίας που κατείχε και διευκρίνισε ότι δεν εργάζεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας σήμερα, πλην όμως έχει πληρεξούσιο για να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο εκ μέρους της. Ως ο μάρτυρας ανέφερε, δεν εργάστηκε στο κατάστημα της Marfin στο Παραλίμνι, ούτε και γνώρισε ποτέ τους Εναγομένους, ούτε και ήταν παρών κατά την κατάρτιση των επίδικων εγγράφων, η δε μαρτυρία του βασίζεται στα Τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο και στη συνομιλία που είχε με τον Μ.Ν., ο οποίος εργοδοτείται στην υπηρεσία της Ενάγουσας.

 

Ως εκ τούτου, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε σχέση με ισχυρισμούς περί εικονικότητας, ενώ σε σχέση με την αποστολή των Τεκμηρίων 1 – 3 προς τον Εναγόμενο 3, ήτοι των επιστολών αναφορικά με την αγοραπωλησία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου από την Themis, στην οποία περιλαμβάνονταν και οι επίδικες, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στάλθηκαν βάσει αυτοματοποιημένου συστήματος με συστημένο ταχυδρομείο και σε περίπτωση που δεν παραλαμβάνονταν, θα επιστρέφονταν στον φάκελο της υπόθεσης. Η δε αναγραφόμενη σε αυτές διεύθυνση, είναι η διεύθυνση που δόθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς και αν γινόταν αλλαγή διεύθυνσης με ενημέρωση πελάτη, τότε η διεύθυνση θα άλλαζε στο σύστημα. Ήταν συνεπακόλουθα η θέση του ΜΕ1, ότι ο Εναγόμενος 3 έλαβε τις αναφερόμενες επιστολές, ενόψει του ότι δεν επιστράφηκαν στον φάκελο.

 

Ερωτηθείς τι απέγιναν τα οχήματα που αφορούσε η ενοικιαγορά, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αλλά ένα από αυτά νομίζει ότι είναι ακινητοποιημένο, ενώ δύο από αυτά, δεν έχουν απαλλαγεί. Σε σχέση με τα ποσά τα οποία αναφέρει στη δήλωση του, ο μάρτυρας προέβη σε λεπτομερή εξήγηση κατά την αντεξέτασή του, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των δικαιωμάτων, καταλήγοντας ότι έξι χρόνια αντιστοιχούν σε €16.500,00 έναντι τόκων/δικαιωμάτων, το οποίο προστίθεται στο αρχικό ποσό κεφαλαίου και διαιρείται δια 72 για τη μηνιαία δόση. Στον ίδιο αριθμό, υπέδειξε ο μάρτυρας, καταλήγει και μεμονωμένος υπολογισμός για κάθε αντικείμενο.

 

Ερωτηθείς τι διεκδικείται σήμερα, ο ΜΕ1 απάντησε ότι διεκδικείται το ποσό που ίσχυε κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, με τοκοφόρο υπόλοιπο, δηλ. το ποσό ως είχε αρχικώς υπολογιστεί με δικαιώματα, ενώ υπέδειξε ότι από τον τερματισμό του 2011 διεκδικείται επιτόκιο 5,5% επί του ποσού, επιπροσθέτως. Το δε ποσό της απαλλαγής αφαιρέθηκε και πλέον το επιτόκιο υπολογίζετο σε μικρότερο ποσό, τα δε δικαιώματα, ως υπέδειξε, προστίθενται εξαρχής.

 

Ακολούθως μαρτυρία προσέφερε ο Ν.Μ. (στο εξής ο «ΜΕ2»), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Β.

 

Σε αυτήν, ο μάρτυρας αναφέρει ότι από το 1990 μέχρι την 28.3.2013 βρισκόταν στην υπηρεσία της Cyprus Popular Bank Co Limited και από την 29.3.2013 μέχρι την αφυπηρέτησή του βρισκόταν στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου, όπου μεταφέρθηκε δυνάμει του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 και εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Παραλίμνι, κατέχοντας θέση λειτουργού στο Τμήμα Χορήγησης Χρηματοδοτήσεων.

 

Ανάμεσα στα καθήκοντά του, ήταν η ετοιμασία και συμπλήρωση συμβολαίων ενοικιαγοράς, οι συναντήσεις με τους πελάτες για τη λήψη πληροφοριών και την ετοιμασία συμβολαίων και η παρακολούθηση της πορείας των συμβολαίων αυτών. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά, λόγω της άμεσης εμπλοκής του στην υπόθεση και από μελέτη των διαφόρων εγγράφων τα οποία αφορούν στην παρούσα αγωγή.

 

Ο ΜΕ2 γνώριζε αρκετά καλά τους Εναγομένους 1 και 3, καθώς ήταν πελάτες της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2008, ο Εναγόμενος 1 προσήλθε στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Ενάγουσας και ζήτησε χρηματοδότηση για €50.000, ζητώντας όπως η Τράπεζα προβεί σε ενοικιαγορά τεσσάρων αυτοκινήτων και προτείνοντας ως εγγυητές, τους Εναγομένους 2 και 3.

 

Ο ΜΕ2 περαιτέρω αναφέρει ότι δεν είδε τα επίδικα οχήματα, αλλά υπέβαλε στον Εναγόμενο 1 διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με αυτά και τα κοστολόγησε στη βάση των εμπειριών και της γνώσης που είχε από παρόμοιες ενοικιαγορές αυτοκινήτων.

 

Σε σχέση με το όχημα με αριθμό σκελετού V [ xxx ], ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε βεβαίωση ότι ήταν της απόλυτης ιδιοκτησίας του, αφού το όχημα δεν ήταν εγγεγραμμένο.

 

Στη βάση των ανωτέρω, ο ΜΕ2 έκρινε την αξία των οχημάτων και ετοίμασε τέσσερα τιμολόγια, καθορίζοντας ως πωλητή τον Εναγόμενο 1 και ως αγοραστή την Ενάγουσα. Περαιτέρω, συμπλήρωσε ιδιοχείρως όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 26.11.2008, με βάση τα όσα του ανέφερε ο Εναγόμενος 1, ενώ γνώριζε τα στοιχεία του Εναγομένου 3, καθότι ήταν πελάτης της τράπεζας.

 

Αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του συμβολαίου ενοικιαγοράς, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι όταν τα έγγραφα ετοιμάστηκαν, ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Εναγόμενο 1, ώστε να παρουσιαστεί μαζί με τους εγγυητές για υπογραφή. Ο Εναγόμενος 1, προσήλθε στο Τμήμα και του ζήτησε όπως του προσκομίσει τη συμφωνία ενοικιαγοράς για να την πάρει στον Εναγόμενο 3, ώστε ο τελευταίος να υπογράψει στο κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων «Παναγιώτης Λιμνιώτης», όπου βρισκόταν για κάποια δική του δουλειά.

 

Αφού ο ΜΕ2 επικοινώνησε με την κα Χ.Λ., που αναγράφεται ως μάρτυρας υπογραφής στη συμφωνία εγγύησης και η οποία είναι υπάλληλος του Παναγιώτη Λιμνιώτη, με την οποία συνεργαζόταν, συμπλήρωσε το ονοματεπώνυμό της στη θέση του μάρτυρα για τον πρώτο εγγυητή και έδωσε το συμβόλαιο στον Εναγόμενο 1 για να το πάρει στον Εναγόμενο 3 για να το υπογράψει. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε τη συμφωνία η οποία ήταν δεόντως συμπληρωμένη, στο κατάστημα αυτοκινήτων «Παναγιώτης Λιμνιώτης», στην παρουσία της Χ.Λ., η οποία υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφής. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Τράπεζας μαζί με την Εναγομένη 2 και υπέγραψε τη συμφωνία ως μισθωτής. Η δε Εναγόμενη 2 υπέγραψε ως εγγυητής. Ως ο μάρτυρας αναφέρει, αρκετές φορές συνέβη να μην παρουσιαστούν ταυτόχρονα στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Τράπεζας για υπογραφές ο πρωτοφειλέτης και οι εγγυητές.

 

Ακολούθως, ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε το ποσό των €50,000. Ένεκα ωστόσο της μη καταβολής των μηνιαίων δόσεων, σύμφωνα με το πρόγραμμα αποπληρωμής της επίδικης συμφωνίας, στάλθηκε στον Εναγόμενο 1 σχετική επιστολή με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3, ενόψει δε τη μη ανταπόκρισής τους στην εν λόγω επιστολή, την 15.2.2011 απέστειλε εκ μέρους της Ενάγουσας επιστολή τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς στον Εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 13 – 18, ενώ κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε επίσης το Τεκμήριο 19, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι θυμόταν τον Εναγόμενο 3 να επισκέπτεται συχνά το κατάστημα, καθότι είχε και άλλες χρηματοδοτήσεις εκεί, ενώ δραστηριοποιείτο μέσω εταιρείας ενοικιάσεως μοτοσυκλετών υπό μορφή ενοικιαγοράς. Ανέφερε επίσης, ότι ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε στον ίδιο για την υποβολή αίτησης χρηματοδότησης και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις ενοικιαγορών, επισημαίνοντας, ότι εν προκειμένω, δεν είδε ποτέ τα τέσσερα αυτοκίνητα, πλην όμως διέθετε μεγάλη εμπειρία λόγω της ενασχόλησής του με ενοικιαγορές αυτοκινήτων και μπορούσε να αξιολογήσει την αξία ορισμένων αυτοκινήτων χωρίς να τα δει. Ως περαιτέρω ανέφερε, είχε εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 1 επειδή ήταν πελάτης του οποίου γνώριζαν το παρελθόν και την αξιοπιστία.

 

Ως επίσης ο μάρτυρας ανέφερε, στην προκειμένη περίπτωση, η πώληση στην Τράπεζα έγινε την 26.11.2008, ωστόσο οι μεταβιβάσεις των αυτοκινήτων έγιναν την 25.11.2008, πράγμα το οποίο συνιστά πάγια τακτική της Τράπεζας, ώστε να βεβαιώνεται ότι όλα είναι εντάξει με το όχημα. Στην υποβολή ότι την ημέρα καταρτισμού του τιμολογίου τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της Τράπεζας και συνεπώς δεν μπορούσαν να γίνουν οι δηλώσεις εμπόρου, ο ΜΕ2 απάντησε ότι αν η χρηματοδότηση δεν γινόταν την 26.11.2008, η Τράπεζα θα υπέγραφε νέα έγγραφα, ώστε τα αντικείμενα να επανέλθουν στην απόλυτη ιδιοκτησία του πελάτη.

 

Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με το τι απέγινε το MITSUBISHI PAJERO, ο μάρτυρας δεν γνώριζε να απαντήσει, ως ωστόσο ανέφερε, ο Εναγόμενος 1 δεν προχώρησε άμεσα σε εγγραφή του εν λόγω οχήματος, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρξε μεγάλη πίεση στον Εναγόμενο 1 από την Τράπεζα, λόγω της συνεργασίας που είχαν.

 

Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με την αξία που προσέδωσε στα αυτοκίνητα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι για σκοπούς κοστολόγησης λάμβανε υπόψη του τον τίτλο ιδιοκτησίας, τη χρονολογία κατασκευής, την μάρκα, το μοντέλο και τα κυβικά, η δε τιμή ήταν πάντα χαμηλότερη από την αξία. Ανέφερε περαιτέρω, ότι στο Τμήμα Χορήγησης Χρηματοδοτήσεων δεν υπήρχε ειδικός εκτιμητής αυτοκινήτων, ούτε εξωτερικός συνεργάτης.

 

Ο μάρτυρας δεν θυμόταν εάν μίλησε με τον Εναγόμενο 3, ούτε κατά πόσο ζήτησε «ΚΠΟΣ», ή αν ρώτησε τον Εναγόμενο 1 αν διέθετε άλλη περιουσία, διευκρινίζοντας, ότι ο ίδιος ήταν γραφέας, όχι τραπεζίτης. Αναφορικά με το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία στάλθηκε στον Εναγόμενο 3 για να την υπογράψει στο μέρος όπου βρισκόταν, δηλ. εκτός Τράπεζας, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτό έγινε για να εξυπηρετηθεί ο Εναγόμενος 3 και δεν συμφώνησε με την υποβολή ότι το έγγραφο πήγε ασυμπλήρωτο στον Εναγόμενο 3, δίδοντάς του την εντύπωση ότι υπέγραφε για άλλο ποσό.

 

Σε σχέση με την απαλλαγή του ποσού των €7.000, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δέχτηκαν απαλλαγή για χαμηλότερη τιμή, διότι υπήρχαν και άλλα τρία οχήματα χρηματοδοτημένα με αξία υψηλότερη από το ποσό της χρηματοδότησης και με τη σύμφωνη γνώμη των εγγυητών προχώρησαν, ενώ σε σχέση με την απαλλαγή του ποσού των €8.500, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επρόκειτο για παλιό πελάτη με τον οποίο υπήρχε καλή συνεργασία και προσπαθούσαν να του δώσουν χρόνο για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

 

Ως προς την αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 26.1.2010, στην οποία αναφέρεται στη γραπτή του δήλωση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν προέβη σε ταχυδρόμησή της, ενώ αναφέρθηκε στη διαδικασία ταχυδρόμησης επιστολών, αφού αυτές προωθούνταν στη Λευκωσία, στο αρμόδιο Τμήμα της Τράπεζας.

 

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ2, τα Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α – Γ που κατατέθηκαν κατά την αντεξέτασή του, με κοινή δήλωση των συνηγόρων, κατέστησαν Τεκμήρια 20 – 22.

 

Τέλος, από πλευράς Ενάγουσας μαρτυρία προσέφερε η κα Φ.Λ. (στο εξής η «ΜΕ3»), η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ.

 

Σε αυτήν, η μάρτυρας αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Themis, η οποία είναι θυγατρική της Ενάγουσας και έχει πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα, όπου φυλάσσονται όλα τα στοιχεία που αφορούν στους λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας, το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο από την πρώην Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου και είναι σε ηλεκτρονική μορφή, χρησιμοποιείται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή διεργασιών της Ενάγουσας και βρίσκεται υπό την αποκλειστική φύλαξη και έλεγχο της Ενάγουσας.

 

Σύμφωνα με την ΜΕ3, η Τράπεζα Κύπρου με επιστολές της ημερ. 16.10.2020 προς τους Εναγομένους, τους ενημέρωσε για την πρόθεσή της να πωλήσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 με βάση τον Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015, περιγράφοντας τον τρόπο αποστολής των συγκεκριμένων επιστολών, οι οποίες εν τέλει ταχυδρομήθηκαν από την ίδια προς τους Εναγoμένους, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή τους. Οι εν λόγω επιστολές, παραλήφθηκαν και δεν επιστράφηκαν.

 

Επιπρόσθετα, η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού, καθότι, ως εξήγησε, η πρώτη αναδομημένη κατάσταση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ξεκινούσε από τον τερματισμό, εξηγώντας τα διαβήματα τα οποία έλαβε προς τον σκοπό αυτό.

Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 23 – 31, αναφορά στα οποία θα γίνει από το Δικαστήριο, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.

 

Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον χρόνο πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορά η παρούσα στην Themis, εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου και ασχολείτο με την υπόθεση, απάντησε δε σε σωρεία ερωτήσεων αναφορικά με τις εξασφαλίσεις και τα παραρτήματα που αναγράφονται επί της επιστολής ημερ. 16.10.2020, ήτοι της επιστολής αναφορικά με την πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων του Εναγομένου 1 στην Ενάγουσα.

 

Επιπρόσθετα, η ΜΕ3 κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε εμπλοκή κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ούτε εργάστηκε στο Παραλίμνι, ερωτηθείσα δε ποιες εγγυήσεις του Εναγομένου 3 μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα, βάσει του Τεκμηρίου 1, ήτοι της επιστολής ημερ. 16.10.2020, η μάρτυρας απάντησε ότι οι επιστολές δεν μεταβιβάζουν εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις και ότι εν προκειμένω, ο Εναγόμενος 3 έλαβε τη συγκεκριμένη επιστολή διότι είναι εγγυητής, πλην όμως η εγγύηση δεν αναφέρεται ξεχωριστά στο συνημμένο παράρτημα επί της εν λόγω επιστολής, λόγω του ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός αφορά σε χρηματοδότηση και η εγγύηση δόθηκε στο έγγραφο της αρχικής συμφωνίας και δεν υπήρχε ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης, όπως γίνεται με εγγυήσεις άλλων λογαριασμών. Τούτο, ως η μάρτυρας εξήγησε, έχει να κάνει με τον τρόπο καταγραφής των στοιχείων από το σύστημα.

 

Υποβλήθηκε περαιτέρω στη μάρτυρα ότι καμία επιστολή δεν συντάχθηκε και δεν στάλθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και την Ενάγουσα, αναφορικά με την επίδικη εγγύηση ημερ. 26.11.2008 και συνεπώς η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να ενάγει τον Εναγόμενο 3 για τη συγκεκριμένη εγγύηση, με τη μάρτυρα να διαφωνεί, απαντώντας ότι  όλες οι επιστολές αναφέρουν ξεκάθαρα τον επίδικο αριθμό λογαριασμού, σε σχέση με τον οποίο ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε εγγύηση.

 

Ως προς την παραλαβή της επιστολής ημερ. 14.6.2021 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26, ήτοι επιστολής της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με την μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων που τον αφορούν προς αυτήν, η ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, επισήμανε δε, ότι η Τράπεζα ήταν ενήμερη ότι ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε, εξ ου και αυτό αναγράφεται στην επιστολή ημερ. 14.6.2021. Ήταν επιπρόσθετα η θέση της, ότι ήταν πάγια τακτική της Τράπεζας όπως οι επιστολές αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του παραλήπτη, και εν προκειμένω, δεν επιστράφηκαν.

 

Τέλος, η ΜΕ3 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για να καταλήξει στο ποσό των €66.606,76 για 6 χρόνια χρήσης, εξηγώντας ότι τα δικαιώματα χρήσης δίδονται σαν «flat rate» από την αρχή για τη συμφωνία ενοικιαγοράς και σε περίπτωση που η συμφωνία δεν τηρηθεί, η Τράπεζα έχει δικαίωμα επιβολής τόκου, τον οποίο στην προκειμένη υπέβαλε από την ημερομηνία τερματισμού και ενημέρωσε σχετικά τους Εναγομένους. Επομένως, σύμφωνα με τη μάρτυρα, το 5,5% που χρεώθηκε μετά τον τερματισμό είναι το νόμιμο επιτόκιο κατά την περίοδο τερματισμού και συνάδει με το ποσοστό των δικαιωμάτων. Ως επίσης ανέφερε, το ποσό των €26,49 αποτελεί μέρος των δικαιωμάτων χρήσης για το όχημα με αρ. εγγραφής [ ].

 

Από πλευράς Εναγομένου 3, μαρτυρία προσέφερε ο ίδιος (στο εξής ο «ΜΥ1»). Ο ΜΥ1 υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ.

 

Σε αυτήν, ο μάρτυρας αρχικά αναφέρει ότι ουδέποτε παρέλαβε τις επιστολές ημερ. 16.10.2020 και 14.6.2021, που σύμφωνα με τη σημερινή Ενάγουσα του απέστειλε η Τράπεζα Κύπρου, ούτε και την επιστολή ημερ. 14.6.2021 που η σημερινή Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι του απέστειλε. Η δε διεύθυνση που οι εν λόγω επιστολές φαίνεται να ταχυδρομήθηκαν, δεν δόθηκε από τον ίδιο στη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, την οποία υπέγραψε ασυμπλήρωτη και κενή, ούτε έγινε οποιαδήποτε επικαιροποίηση των στοιχείων του. Στις εν λόγω επιστολές, συνεχίζει ο μάρτυρας, δεν αναφέρεται καμία προσωπική του εγγύηση ημερ. 26.11.2008 σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, πλην όμως αναφέρονται άλλες εγγυήσεις που υπέγραψε. Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται και δεν απέδειξε ότι νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον του και ουδέν δικαίωμα έχει εναντίον του.

Ακολούθως, ο ΜΥ1 αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι γνώριζε τον Εναγόμενο 1 προτού υπογράψει την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, διότι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και εργαζόταν ως υπάλληλος του σε πλυντήριο αυτοκινήτων που διατηρούσε, ίδρυσαν μαζί περί το 2007 την εταιρεία ΜΕΠΕ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ και την ΜΕΠΕ ΛΤΔ και ήταν συνεταίροι. Γνώριζε επίσης τους υπαλλήλους της Λαϊκής Τράπεζας στο κατάστημά της στο Παραλίμνι και συγκεκριμένα τους Ν.Μ. και Α.Σ., ένεκα της πολύ στενής σχέσης που είχαν με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τους σύστησε.

 

Περί τον Νοέμβριο του 2008, ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε ότι εξασφάλισε χρηματοδότηση ύψους €20.000 από τη Λαϊκή Τράπεζα και τον παρακάλεσε να υπογράψει ως εγγυητής του, πράγμα το οποίο αποδέχθηκε, ενόψει του ότι εμπιστευόταν τον Εναγόμενο 1 και την εν λόγω Τράπεζα.

 

Όπως ωστόσο προκύπτει από την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, δεν αποσκοπούσε σε μία γνήσια, έγκυρη και νόμιμη συμφωνία ενοικιαγοράς, αλλά καταρτίστηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα και τους υπαλλήλους της σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1, με σκοπό να συγκαλυφθεί δάνειο προς τον Εναγόμενο 1. Τούτο, προκύπτει, κατά τον μάρτυρα, από τη μαρτυρία του Ν.Μ., ο οποίος ανέφερε ότι για την αξία των επίδικων οχημάτων βασίστηκε στα όσα του ανέφερε ο Εναγόμενος 1 και στις δικές του γνώσεις και εμπειρίες. Είναι δε φανερό, συνεχίζει ο ΜΥ1, ότι τα επίδικα οχήματα υπερτιμήθηκαν, ώστε να συμποσούται το ποσό των €50.000 που είχε ζητήσει ο Εναγόμενος 1 εν αγνοία του, ενώ δεν ζητήθηκε η άποψη κάποιου ανεξάρτητου ειδικού εκτιμητή αυτοκινήτων, αφήνοντας τον ίδιο εκτεθειμένο. Περεταίρω, ο ΜΥ1 εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις των επίδικων οχημάτων ήταν λανθασμένες και αυθαίρετες.

 

Ως επίσης αναφέρει ο ΜΥ1, σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε καμία δόση με βάση το πρόγραμμα αποπληρωμής και η Λαϊκή Τράπεζα απάλλαξε την 20.1.2009 το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] με αντάλλαγμα €7.000, δηλ. κατά €3.000 χαμηλότερη τιμή από αυτήν την οποία αποδέχθηκε να αγοραστεί το εν λόγω όχημα. Επιπρόσθετα, την 22.6.2009, ενώ ο Εναγόμενος 1 εξακολουθούσε να μην πληρώνει καμία δόση, η Λαϊκή Τράπεζα απάλλαξε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] με αντάλλαγμα €1.500, δηλαδή κατά €500,00 χαμηλότερη τιμή από αυτήν την οποία αποδέχθηκε να αγοραστεί το εν λόγω όχημα.

 

Αποτελεί δε θέση του ΜΥ1, ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και τα επίδικα τιμολόγια, είναι παράνομα και άκυρα, διότι τα επίδικα οχήματα, κατά την 26.11.2008, δεν ήταν ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1 και δεν ανήκαν σε αυτόν, αλλά ήταν ήδη μεταβιβασμένα επ’ ονόματι της Λαϊκής Τράπεζας από 25.11.2008 πλην του MITSUBISHI PAJERO με αρ. πλαισίου [ ], το οποίο εγγράφτηκε και μεταβιβάστηκε την 9.2.2011 επ’ ονόματι του Εναγομένου 1 και εν συνεχεία επ’ ονόματι τρίτου προσώπου, με την ανοχή της Λαϊκής Τράπεζας και χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα, παρόλο που είχε συμφωνηθεί ότι το συγκεκριμένο όχημα, θα μεταβιβαζόταν επ’ ονόματι της Λαϊκής Τράπεζας εντός 10 ημερών σύμφωνα με το Τεκμήριο 13 που η Ενάγουσα κατέθεσε. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ΜΥ1 παρέπεμψε στο πιστοποιητικό από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20.

 

Πέραν των ανωτέρω, συνεχίζει ο μάρτυρας, το MITSUBISHI PAJERO με αρ. πλαισίου [ ], υπερεκτιμήθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα για ποσό €28.000 χωρίς να το έχουν ελέγξει, ούτε και εξασφάλισαν με οποιοδήποτε τρόπο ότι το εν λόγω όχημα δεν θα μπορούσε να μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο. Αυτό από μόνο του καθιστά την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς άκυρη και ως μη γενόμενη, καθότι είχε ως αντικείμενο ενοικιαγοράς ένα όχημα του οποίου η Τράπεζα ουδέποτε είχε και θα μπορούσε να έχει την κυριότητα, ένεκα του ότι αυτό βρέθηκε εγγεγραμμένο επ’ ονόματι τρίτου προσώπου.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, το εν λόγω όχημα ουδέποτε μεταβιβάσθηκε επ’ ονόματι της Λαϊκής Τράπεζας, ως ανέλαβε να πράξει ο Εναγόμενος 1, με βάση το Τεκμήριο 13. Η αθέτηση αυτή της υποχρέωσης του Εναγομένου 1, αφενός μεν έπρεπε να του είχε αποκαλυφθεί από την Τράπεζα, αφετέρου δε, όφειλαν να προβούν σε ενέργειες για εγγραφή και μεταβίβαση του συγκεκριμένου οχήματος επ’ ονόματί της. Εν τέλει το εν λόγω όχημα εγγράφηκε επ’ ονόματι του Εναγομένου 1, έξι ημέρες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και έπειτα σε τρίτο πρόσωπο και απολέσθηκε εξ υπαιτιότητας των πράξεων και παραλείψεων της Λαϊκής Τράπεζας, συνεπώς ο ΜΥ1 θα πρέπει να απαλλαγεί εξ ολοκλήρου της ευθύνης του, είτε κατ’ ελάχιστον για το ποσό των €28.000.

Έπειτα, ο μάρτυρας αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, υποδεικνύοντας, ότι αφού τον προσέγγισε ο Εναγόμενος 1, συναντήθηκαν στο κατάστημα του Λιμνιώτη στο Παραλίμνι για άλλη δουλειά, όπου ο Εναγόμενος 1 είχε μαζί του ένα έγγραφο συμφωνίας ενοικιαγοράς, το οποίο ήταν εντελώς ασυμπλήρωτο και κενό όταν το υπέγραψε ως εγγυητής. Το εν λόγω έγγραφο συμπληρώθηκε μεταγενέστερα της υπογραφής του, από τη Λαϊκή Τράπεζα και τους υπαλλήλους της, οι οποίοι προσέθεσαν τόσο τα επίδικα οχήματα, όσο και το ποσό της χρηματοδότησης και τα όσα φαίνονται χειρόγραφα. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, όφειλαν να τον είχαν καλέσει στο κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας και να θέσουν ενώπιόν του τη συμφωνία συμπληρωμένη και μόνο εάν συμφωνούσε να υπογράψει.

 

Τέλος, ο μάρτυρας αναφέρει ότι ενώ ο επίδικος λογαριασμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς παρουσίαζε μεγάλες καθυστερήσεις, η Λαϊκή Τράπεζα καθυστέρησε εντελώς αδικαιολόγητα να τερματίσει την επίδικη συμφωνία, πράγμα το οποίο επηρέασε αρνητικά την αξία των επίδικων οχημάτων, ενώ δύο από αυτά χάθηκαν και αγνοούνται, ήτοι τα οχήματα με αρ. εγγραφής [ ] και το MITSUBISHI PAJERO με αρ. πλαισίου [ ], το οποίο εν τέλει ενεγράφη επ’ ονόματι τρίτου προσώπου, ως αναφέρεται πιο πάνω.

 

Όλες οι πράξεις και οι παραλείψεις της Λαϊκής Τράπεζας, κατά τον ΜΥ1, έχουν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντά του, έχει δε εξαπατηθεί από την εν λόγω Τράπεζα και τον Εναγόμενο 1 στο να υπογράψει την επίδικη συμφωνία εγγυήσεως και συνεπώς θα πρέπει να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη και η αγωγή να απορριφθεί εναντίον του.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μετακόμισε από τη Λευκωσία περί το 2009 πλην όμως δεν ενημέρωσε την Τράπεζα αναφορικά με τη νέα του διεύθυνση. Σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 του είπε ότι θα υπογράψει εγγύηση για ποσό €20.000 και ότι κακώς υπέγραψε ασυμπλήρωτη τη συμφωνία, παρόλο που υπέγραψε κενές συμφωνίες και άλλες φορές. Ένεκα δε του γεγονότος ότι ο Ν.Μ. δεν είδε καν τα επίδικα οχήματα, τα οποία παρά ταύτα υπερτίμησε και τα οποία με την πάροδο του χρόνου χάθηκαν ή πωλήθηκαν πολύ χαμηλότερα, ήταν η θέση του μάρτυρα ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγομένου 1.

Η αξία των αντικειμένων, ανέφερε ο μάρτυρας, πρέπει να αντικατοπτρίζει το ποσό του δανείου και παρόλο που ο ίδιος δεν είναι εκτιμητής, συμβουλεύτηκε εκτιμητή για το θέμα. Καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 10(α), ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του, πλην όμως ανέφερε ότι δεν θυμόταν τα όσα αναγράφονται σε αυτό, ενώ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, «βλακωδώς» μπορεί να μην τα είδε, ή να δακτυλογραφήθηκαν μετά.

 

Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι δεν τον πίεσε κάποιος από την Τράπεζα για να υπογράψει, αλλά ούτε και τον προστάτευσε, ενώ δεν γνώριζε να απαντήσει ποιος έκανε τις μεταβιβάσεις των επίδικων οχημάτων στην Τράπεζα. Ανέφερε επίσης, ότι η Τράπεζα έβγαλε τιμολόγια που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ερωτηθείς δε από που γνωρίζει ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγομένου 1, ο ΜΥ1 απάντησε ότι το 2015 είδε ένα έντυπο συμπληρωμένο με άλλα ποσά από αυτά που του είχε πει ο Εναγόμενος 1, ήταν δε η θέση του, ότι έμαθε για το ποσό των €66.000 περί το 2015.

 

Ως προς το ότι η επίδικη συμφωνία υπεγράφη στο κατάστημα «Λιμνιώτης», ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν επιλογή του Εναγομένου 1 ο οποίος ήταν πάντα βιαστικός και του ζήτησε να συναντηθούν εκεί, αναφέροντάς του ότι θα είχε μαζί του τη συμφωνία.

 

Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα

 

Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνω πιο κάτω τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, ως προκύπτει εκ της δικογραφίας και της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου:

 

-                 Την 26.11.2008 υπεγράφη συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Marfin για τέσσερα οχήματα.

 

-                 Τα εν λόγω οχήματα κοστολογήθηκαν ως εξής: (α) MITSUBISHI PAJERO 1998 με αρ. πλαισίου [ ] έναντι ποσού €28.000 (β) MERCEDES C230 SALOON 1993 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €10.000 (γ) HONDA CIVIC SALOON 1992 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €2.000 και (δ) MITSUBISHI LANCER SALOON 1993 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €10.000.

 

-                 Την ίδια ημέρα, υπεγράφη Εγγύηση και Αποζημίωση από τους Εναγομένους 2 και 3, η οποία είναι ενσωματωμένη στη συμφωνία ενοικιαγοράς. Η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη από πλευράς Εναγομένου 3 στο κατάστημα αυτοκινήτων «Λιμνιώτης».

 

-                 Την 21.1.2009, πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €7.000,00 κατόπιν απαλλαγής του οχήματος με αριθμό εγγραφής [ ].

 

-                 Την 3.12.2009 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €1.432,02 κατόπιν απαλλαγής του οχήματος [ ] για το ποσό των €1.500,00 ευρώ.

 

-                 Πέραν των δόσεων που αντιστοιχούσαν στην περίοδο από 15.1.2009 – 15.11.2009, καμία δόση δεν πληρώθηκε, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να τερματίσει τη συμφωνία ενοικιαγοράς με επιστολή της ημερ. 15.2.2011.

 

-                 Μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής, εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, την 8.12.2011, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης.

 

-                 Η απόφαση ημερ. 8.12.2011 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και εγγράφηκε επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1 την 13.2.2011.

 

-                 Εναντίον του Εναγομένου 1 εκδόθηκε ένταλμα παράδοσης των επίδικων οχημάτων το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο.

 

-                 Ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε την 2.11.2020.

 

Επιπρόσθετα των ανωτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το Τεκμήριο 22.

 

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου όλες τις ανωτέρω αρχές, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης.

 

Αρχίζοντας από τον ΜΕ1, ο συγκεκριμένος μάρτυρας μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς μου έδωσε την εντύπωση ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του. Ο ΜΕ1 απάντησε με ηρεμία, φυσικότητα και σταθερότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν κατά την μακρά αντεξέτασή του, χωρίς υπεκφυγές, τα όσα δε κατέθεσε ως Τεκμήρια συνάδουν με τη μαρτυρία του. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν απάντησε σε σχέση με γεγονότα τα οποία δεν ανήκαν στη σφαίρα γνώσης του ενίσχυσε την ειλικρίνειά του, ενώ εξήγησε με επάρκεια και λεπτομέρεια τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη μέσα στο πλαίσιο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, για να καταλήξει στο υπόλοιπο που η Ενάγουσα σήμερα διεκδικεί. Συνεπακόλουθα, θεωρώ τη μαρτυρία του ποιοτική και καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτή, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Ο ΜΕ2 μου έκανε επίσης θετική εντύπωση, καθότι απάντησε με ηρεμία, φυσικότητα και αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά τη μακρά αντεξέτασή του, από την οποία θεωρώ ότι εξήλθε αλώβητος, χωρίς να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ενώ δεν εντόπισα να αποφύγει να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Η μαρτυρία του ήταν ποιοτική και δεόντως επεξηγηματική, είχε δε είχε λογική και συνέπεια και ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Το δε γεγονός ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι έστειλε ένα συμβόλαιο προς υπογραφή εκείνη την ημέρα, πλην όμως κατατέθηκε και άλλο συμβόλαιο, που αφορά σε άλλη, διαφορετική συμφωνία (Τεκμήριο 19), δεν θεωρώ ότι πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Άλλωστε, ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι ήταν πρακτική που έγινε και ξανά στο παρελθόν, το να υπογράψει εκτός Τράπεζας κάποιο πρόσωπο, ενώ ανέφερε αρκετές φορές ότι προσπαθούσαν να εξυπηρετήσουν τον Εναγόμενο 1, που ήταν καλός πελάτης της Τράπεζας.

 

Ως εκ των άνω, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία του ΜΕ2.

 

Η ΜΕ3 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η μάρτυρας απάντησε με ηρεμία, φυσικότητα και αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της,  με τη δέουσα επεξηγηματικότητα, δίδοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι είναι πολύ καλή γνώστης του αντικειμένου της και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, ενώ δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οιεσδήποτε ανακολουθίες. Συνεπώς, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της ΜΕ3 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Στρεφόμενη σε αξιολόγηση του ΜΥ1, σημειώνω ότι ο μάρτυρας δεν με έπεισε για το αληθές των ισχυρισμών του, η δε μαρτυρία του δεν κρίνεται ποιοτική, ούτε και στηρίζεται στη λογική, καθότι βρίθει από εικασίες και συμπεράσματα του ιδίου, δίχως την παραμικρή τεκμηρίωση, στερείται δε πειστικότητας.

 

Παρόλο που ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι εκτιμητής αυτοκινήτων και δεν κατέχει τέτοιες γνώσεις, ήταν η θέση του ότι τα επίδικα οχήματα υπερεκτιμήθηκαν. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του επί του θέματος αυτού, επικαλέστηκε ότι συμβουλεύτηκε κάποιο τρίτο πρόσωπο επί του θέματος. Πέραν της γενικής και αόριστης αυτής θέσης του μάρτυρα, η οποία μόνο πειστική δεν είναι, αποτελεί εν πάση περιπτώσει εξ ακοής μαρτυρία.

 

Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[9]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, καμία εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί δεν κλητεύθηκε το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται αυτή η άποψη, ώστε να αντεξετασθεί και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθεί για να καταθέσει, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της βαρύτητας που δόθηκε στο ζήτημα της εκτίμησης από την πλευρά του Εναγομένου 3.

 

Ως εκ των άνω, δεν δίδεται καμία βαρύτητα σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Εναγομένου 3.

 

Πέραν των ανωτέρω, ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποφύγει την ευθύνη του, επικαλούμενος συμπαιγνία μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγομένου 1, δίχως την παραμικρή τεκμηρίωση του ισχυρισμού του αυτού. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο μάρτυρας αυτοαναιρέθηκε, αναφέροντας ότι αποτελούσε συνήθη πρακτική του, να υπογράφει μη συμπληρωμένες συμφωνίες και ότι έτρεφε εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του Εναγομένου 1, ενώ δεν αμφισβήτησε την υπογραφή του επί των αιτήσεων απαλλαγής αντικειμένου συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερ. 20.1.2009 και 22.6.2009 (Τεκμήρια 10(α) και 10(β)).

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, εξαιρουμένων των όσων δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση.

 

Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:

Την 26.11.2008 υπεγράφη μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Marfin συμφωνία ενοικιαγοράς, με την οποία η Ενάγουσα ενοικίασε στον Εναγόμενο 1 τα εξής τέσσερα οχήματα: (α) MITSUBISHI PAJERO 1998, (β) MERCEDES C230 SALOON 1993, (γ) HONDA CIVIC SALOON 1992 και (δ) MITSUBISHI LANCER SALOON, έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς €66.606,76 συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων ενοικιαγοράς εκ €16.526,49, €80,27 χαρτόσημα, πλέον €25,60 ως δικαίωμα αγοράς.

 

Τα εν λόγω οχήματα κοστολογήθηκαν ως εξής: (α) MITSUBISHI PAJERO 1998 με αρ. πλαισίου [ ] έναντι ποσού €28.000 και με αναλογούντα δικαιώματα ενοικιαγοράς €9.240.- (β) MERCEDES C230 SALOON 1993 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €10.000 και με αναλογούντα δικαιώματα ενοικιαγοράς €3.300.- (γ) HONDA CIVIC SALOON 1992 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €2.000 και με αναλογούντα δικαιώματα ενοικιαγοράς €660.- (γ) και (δ) MITSUBISHI LANCER SALOON 1993 με αρ. εγγραφής [ ] έναντι ποσού €10.000 και με αναλογούντα δικαιώματα ενοικιαγοράς €3.300.-

 

Η εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς υπογράφτηκε αφότου ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Marfin στο Παραλίμνι και ζήτησε χρηματοδότηση για ποσό €50.000 και συμφωνήθηκε η σύναψη συμφωνίας ενοικιαγοράς μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Marfin, για τέσσερα οχήματα ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1, ενώ σε σχέση με ένα από αυτά, υπέγραψε βεβαίωση ότι ήταν της απόλυτης ιδιοκτησίας του, καθώς δεν ήταν εγγεγραμμένο.

 

Η συμφωνία ενοικιαγοράς συμπληρώθηκε ιδιοχείρως από τον ΜΕ2, για το συνολικό ποσό των €50.000 και ο Εναγόμενος 1 μετέβη στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Marfin ζητώντας να του δοθεί η συμφωνία για να την πάρει στον Εναγόμενο 3 να υπογράψει ως εγγυητής, καθώς βρισκόταν στο κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων «Παναγιώτης Λιμνιώτης». Ο ΜΕ2 έδωσε τη συμφωνία ενοικιαγοράς στον Εναγόμενο 1, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τη Χ.Λ. με την οποία είχαν συνεργασία, ότι θα υπογράψει ως μάρτυρας υπογραφής στη συμφωνία ενοικιαγοράς σε σχέση με τον Εναγόμενο 3. Έτσι, η Εγγύηση και Αποζημίωση η οποία είναι ενσωματωμένη στη συμφωνία ενοικιαγοράς, υπογράφτηκε την 26.11.2008 από τον Εναγόμενο 3 στο κατάστημα «Παναγιώτης Λιμνιώτης», όπου υπέγραψε και η Χ.Λ., ως μάρτυρας υπογραφής.

Ακολούθως, τη συμφωνία ενοικιαγοράς υπέγραψαν η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια και ο ΜΕ2 εκ μέρους της Marfin, και ο Εναγόμενος 1 έλαβε το ποσό των €50.000.

 

Με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς, ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να πληρώσει το συμφωνηθέν ποσό με 72 μηνιαίες δόσεις εκ €925,10 εκάστη, ήταν δε ρητοί όροι της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, η Ενάγουσα δύνατο να τερματίσει άμεσα τη συμφωνία ενοικιαγοράς χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση και δικαιούτο σε άμεση επιστροφή των οχημάτων, οι δε Εναγόμενοι υποχρεούντο να πληρώσουν στην Ενάγουσα όλα τα καθυστερημένα ενοίκια, τους αναλογούντες τόκους, καθώς επίσης και τα έξοδα των επιδιορθώσεων και αντικαταστάσεων των αναγκαίων για την επαναφορά των οχημάτων σε καλή και εργάσιμη κατάσταση.

 

Την 21.1.2009 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €7.000 κατόπιν έγκρισης αιτήματος όλων των Εναγομένων για απαλλαγή του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] με την καταβολή του εν λόγω ποσού. Την 3.12.2009 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό ποσό €1.432,02 κατόπιν έγκρισης αιτήματος όλων των Εναγομένων για απαλλαγή του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] με την καταβολή του ποσού των €1.500. Ένεκα των πιστώσεων αυτών, την 3.12.2009 το υπόλοιπο ανήλθε σε ποσό €58.174,74 και παρέμεινε ίδιο μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 15.2.2011.

 

Ένεκα του ότι ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε την πληρωμή των δόσεων, σύμφωνα με το πρόγραμμα αποπληρωμής, την 26.1.2010 ο ΜΕ2 του απέστειλε εκ μέρους της Τράπεζας προειδοποιητική επιστολή με κοινοποίηση προς τους Εναγομένους 2 και 3. Ένεκα ωστόσο του ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν τις δόσεις που ήταν πληρωτέες κατά τη λήξη τους, πέραν των δόσεων που αντιστοιχούσαν στην περίοδο από 15.1.2009 – 15.11.2009, με επιστολή της ημερ. 15.2.2011 η Marfin τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως παραδώσει άμεσα σε αυτήν τα οχήματα και όλους τους Εναγομένους όπως εξοφλήσουν αμέσως ολόκληρο το ποσό των €58.174,74 πλέον τόκους.

 

Οι επιστολές ημερ. 26.1.2010 και 15.2.2011 στάλθηκαν προς τους Εναγομένους με απλό ταχυδρομείο, στην τελευταία γνωστή προς την Τράπεζα διεύθυνσή τους. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3, στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναγράφεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και δεν επιστράφηκαν.

 

Την 14.10.2011 καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή και την 8.12.2011 εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης.

 

Η απόφαση ημερ. 8.12.2011 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 13.2.2012 και εγγράφηκαν επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1 τρία ΜΕΜΟ.

 

Περαιτέρω, εναντίον του Εναγομένου 1 εκδόθηκε την 29.3.2012 ένταλμα παράδοσης των επίδικων οχημάτων, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο την 8.8.2012, διότι δεν είχε τα οχήματα στην κατοχή του κατά τον χρόνο εκείνο. Ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε την 2.11.2020.

 

Νομική Πτυχή

 

Στην πολιτική δίκη, το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[10]

 

Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας προς υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ισχυρισμού, που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά, για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[11]

 

Παρεμβάλλω, ότι έχω διέλθει των τελικών γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[12]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ σε εξέταση των ζητημάτων που έχουν εγερθεί μέσα στο πλαίσιο της παρούσας και τα οποία προωθούνται μέσω των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων.

 

Ισχυρισμός περί μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας να προωθεί την παρούσα αγωγή

 

Στρέφομαι αρχικά σε εξέταση του κατά πόσο η Ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγομένου 3, λαμβανομένων υπόψη των νομολογηθέντων στην Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της D K Intercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 388/2011, ECLI:CY:AD:2017:A256 ημερ. 7.7.2017.

 

Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου 3, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε πώληση και εκχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένης της επίδικης, στην Ενάγουσα, πέραν των ειδοποιήσεων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία ότι το διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 4.6.2021 που επικυρώνει σχέδιο διακανονισμού, αφορά την επίδικη διευκόλυνση.

 

Υποστηρικτικά του επιχειρήματός του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 3 παρέπεμψε στο αρ. 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν.169(Ι)/2015, ενώ επισήμανε, ότι στην περίπτωση της υποκατάστασης της Marfin από την Τράπεζα Κύπρου, ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), προβλέπει ότι η εν λόγω υποκατάσταση, πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης στον Δικαστηριακό φάκελο, ενώ παραπέμπει στις Διαταγές 12 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και σε σχετική νομολογία.

 

Σχετικές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του αρ. 18 του Ν. 169(Ι)/2015:

 

«…(4) Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία ή στο αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

 

…(6) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τον χρόνο μεταβίβασης, καταχωρισθεί ή εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, γνωστοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος και στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης στο εδάφιο (5) του άρθρου 19 γνωστοποίησης και η εν λόγω ειδοποίηση, γίνεται δεκτή σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης της υπό αναφορά πιστωτικής διευκόλυνσης και συναφών εξασφαλίσεων».

 

(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω εν πρώτοις, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι την 29.3.2013, με βάση το διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η Bank of Cyprus Public Company Limited, ως το αποκτών πρόσωπο, υποκατέστησε την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (η οποία μέχρι την 4.4.2012 ονομαζόταν Marfin) αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Bank of Cyprus Public Company Limited, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και τα σχετικά δικαιώματα.

 

Διερχόμενη του φακέλου του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι την 13.12.2024, καταχωρίστηκε σε αυτόν ειδοποίηση, στην οποία αναφέρεται ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που αφορά η παρούσα αγωγή, έχουν μεταβιβασθεί από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα, κατ’ εφαρμογή των προνοιών του αρ. 18 του Ν. 169(Ι)/2015 και/ή δυνάμει Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 4.6.2021 από το Ε.Δ. Λευκωσίας με βάση τα αρ. 198 – 200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 8.6.2021. Αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω ειδοποίηση, ότι η Ενάγουσα αυτόματα υποκατέστησε και/ή αντικατέστησε την Τράπεζα Κύπρου και ότι όλα τα μελλοντικά δικόγραφα, αιτήσεις κ.λ.π., καθώς και διατάγματα ή οι αποφάσεις που εκδόθηκαν και/ή θα εκδοθούν, αναγνωρίζουν την Ενάγουσα ως τέτοια και όχι την Τράπεζα Κύπρου.

 

Επιπρόσθετα, στην ειδοποίηση ημερ. 13.12.2024, επισυνάπτεται το διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 4.6.2021, το οποίο επικυρώνει το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Ενάγουσας. Σύμφωνα δε με το εν λόγω διάταγμα, διατάζεται, όπως, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση ή έγκριση οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ή άλλως πως, κάθε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοκολλητή κάθε δικαστηρίου της κυπριακής δημοκρατίας που είναι υπεύθυνο για μητρώο, είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό και είτε δημόσια προσβάσιμο, είτε όχι, σε σχέση με οτιδήποτε θα καταστεί αντικείμενο μεταβίβασης / αντικατάστασης/ υποκατάστασης / συνέχισης / προσθήκης δυνάμει του σχεδίου, καταχωρίσει και εγγράψει την κάθε σχετική μεταβίβαση /  αντικατάσταση / υποκατάσταση / συνέχιση/ προσθήκη του κάθε σχετικού αντικειμένου της μεταβίβασης, στο κάθε σχετικό μητρώο για το οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι υπεύθυνο, αμέσως μετά την παράδοση στο εν λόγω πρόσωπο, σχετικής γραπτής ειδοποίησης προς το σκοπό αυτό.

 

Επί της ισχύος του διατάγματος ημερ. 4.6.2021, αρκούμαι να σημειώσω, ότι αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας, ότι Δικαστήριο δεν δύναται να αναθεωρεί αποφάσεις ισόβαθμου Δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική.[13]

 

Παρεμβάλλω, ότι στην προκειμένη περίπτωση, είχε εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση την 12.4.2016 η οποία εφεσιβλήθηκε και με βάση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 31.10.2024, διατάχθηκε επανεκδίκαση, η δε ειδοποίηση, καταχωρίστηκε την 13.12.2024.

 

Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι ο ΜΕ1, ο οποίος έχει κριθεί αξιόπιστος μάρτυρας από το Δικαστήριο, όπως και όλοι οι μάρτυρες που προσέφεραν μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας, λεπτομερώς κατέθεσε σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης και τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων στην Ενάγουσα, ήτοι από τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, μέχρι την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την Ενάγουσα.

 

Η δε ΜΕ3, εξήγησε ότι οι ειδοποιήσεις που στάλθηκαν για σκοπούς ενημέρωσης, δεν μεταβιβάζουν εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις και ότι εν προκειμένω, ο Εναγόμενος 3 έλαβε την επιστολή ημερ. 16.10.2020 διότι είναι εγγυητής, πλην όμως η εγγύηση δεν αναφέρεται ξεχωριστά στο συνημμένο παράρτημα επί της εν λόγω επιστολής, λόγω του ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός αφορά σε χρηματοδότηση. Η εγγύηση, δόθηκε στο έγγραφο της αρχικής συμφωνίας και δεν υπήρχε ξεχωριστό έγγραφο εγγύησης, όπως γίνεται με εγγυήσεις άλλων λογαριασμών. Τούτο, ως η μάρτυρας εξήγησε, έχει να κάνει με τον τρόπο καταγραφής των στοιχείων από το σύστημα. Διερχόμενη των αναφερόμενων επιστολών, διαπιστώνω ότι πράγματι, σε αυτές αναφέρεται ο αριθμός του επίδικου λογαριασμού.

 

Αναφορικά με το θέμα της αποστολής των διαφόρων επιστολών και ειδοποιήσεων προς τους Εναγομένους, το οποίο η πλευρά του Εναγομένου 3 θέτει υπό αμφισβήτηση, σχετικός είναι ο όρος 11 της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«11. Με τη συμφωνία αυτή συμφωνείται και διακηρύσσεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση, επιστολή ή άλλο έγγραφο από τους ιδιοκτήτες προς το μισθωτή ή τον εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε αν στάληκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο και η ειδοποίηση αυτή, επιστολή ή άλλο έγγραφο θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε κατά το χρόνο που αυτή θα έπρεπε να είχε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων παραδοθεί σε αυτόν στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του. Νοείται ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ενημερώνει τους ιδιοκτήτες για τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης του».

 

Σχετικά παραπέμπω στην Ιωαννίδης κ.ά. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491, όπου με παραπομπή σε όρο της συμφωνίας, κατά τον οποίο επίδοση δυνατό να διενεργηθεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμούς περί μη επίδοσης.

 

Στις Theodorou v Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, νομολογήθηκε ότι αφ’ ης στιγμής μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν και το βάρος αποδείξεως του εναντίου, μετατίθεται στους ώμους εκείνου που επικαλείται το αντίθετο.

 

Ως προς την ορθότητα των διευθύνσεων, σχετική είναι η Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, στην οποία λέχθηκε ότι καθόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της σύμβασης, συνιστά νόμιμο τερματισμό της.

 

Στην Lombard Natwest Ltd v Παναγιώτη Λαζαρίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1465,  αποφασίστηκε ότι εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους, καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Ως επίσης λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρότι τα συμβαλλόμενα μέρη δυνατό να καταστήσουν μέρος της συμφωνίας την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος για την ανάκτησή του, έστω και υπό αυτές τις περιστάσεις, η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους.

 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία όλων όσοι προσέφεραν μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία όλες οι ειδοποιήσεις ταχυδρομήθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων και δεν επιστράφηκαν, αναφορικά δε με τον Εναγόμενο 1, στάλθηκαν στους διαχειριστές της περιουσίας του. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι όλες οι ειδοποιήσεις ταχυδρομήθηκαν δεόντως.

 

Ως εκ των άνω, δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου επί του θέματος της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν διαλανθάνει δε την προσοχή μου, ότι ουδέποτε υποστηρίχθηκε από πλευράς Ενάγουσας, ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε μέσω των ειδοποιήσεων.

 

Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα, παρέχει σε αυτήν το απαιτούμενο locus standi να διεκδικεί τις επίδικες παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συναφείς εξασφαλίσεις τους, ως το αποκτών πρόσωπο.

 

Τούτων λεχθέντων και έχοντας υπόψη ότι επί του θέματος υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση, δεν θεωρώ ότι απαιτείτο, υπό τις περιστάσεις, η λήψη άδειας από το Δικαστήριο, για σκοπούς συνέχισης της διαδικασίας, κατά τα διαλαμβανόμενα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Όμοια ήταν η προσέγγιση της Έντιμης Δημητριάδου Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην αγωγή υπ’ αρ. 6402/2012 ημερ. 14.9.2020, όπου το Δικαστήριο εξέτασε παρόμοιο ζήτημα, σε σχέση με τραπεζικά ιδρύματα, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη η οποία υποδείχθηκε στη σχετική νομολογία για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Διαταγής 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παραπέμποντας στις πρόνοιες του Άρθρου 18(4) του εν λόγω νομοθετήματος.

 

Ισχυρισμοί ότι ο εγγυητής θα πρέπει να απαλλαγεί

 

Αποτελεί θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου 3, ότι ο τελευταίος θα πρέπει να απαλλαγεί από την εγγύηση που έχει υπογράψει για τους ακόλουθους λόγους:

 

Α. Απώλεια ασφάλειας εις όφελος εγγυητή, αρ. 99 του Περί Συμβάσεων Νόμου

 

Β. Απαλλαγή του εγγυητή λόγω των πράξεων και παραλείψεων της Τράπεζας

 

Με παραπομπή στο αρ. 99 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 3 επιχειρηματολογεί ότι ο τελευταίος θα πρέπει να απαλλαγεί της συμφωνίας εγγύησης – και όχι κάλυψης – που υπέγραψε, καθώς το όχημα με αρ. πλαισίου [ ] έχει απολεσθεί και ουδέποτε εγγράφηκε επ’ ονόματι της Τράπεζας ως είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο 1, ενώ ως προκύπτει από το πιστοποιητικό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (Τεκμήριο 19), το συγκεκριμένο όχημα εγγράφηκε επ’ ονόματι του Εναγομένου 1 έξι ημέρες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Η απώλεια του οχήματος αυτού οφείλεται κατά τον Εναγόμενο 3 σε υπαιτιότητα της Τράπεζας, επομένως θα πρέπει να απαλλαγεί τουλάχιστον σε ότι αφορά στην έκταση της απολεσθείσας ασφάλειας, ήτοι του ποσού των €28.000 για το οποίο εκτιμήθηκε το συγκεκριμένο όχημα, πλέον τα δικαιώματα ενοικιαγοράς.

 

Αρχικά σημειώνω, ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, φέρει ενσωματωμένη τη συμφωνία «Εγγύησης και Αποζημιώσης» την οποία ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε. Στην εν λόγω συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ που υπογράφω/φουμε παρακάτω με το έγγραφο αυτό από κοινού και χωριστά εγγυούμαι/μαστε και ευθύνομαι/μαστε την πρέπουσα και επακριβή πληρωμή από το μισθωτή όλων των ποσών, τα οποία δυνατό να καταστούν οφειλόμενα σε σας σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς.

 

Εγγυούμαι/μαστε επίσης την πρέπουσα εκτέλεση και τήρηση από το μισθωτή όλων των όρων και υποχρεώσεων της Συμφωνίας αυτής, οι οποίοι όροι και υποχρεώσεις βαρύνουν, σύμφωνα με Συμφωνία αυτή το μισθωτή. […]

 

ΚΑΙ ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ συμφωνώ/ούμε η ευθύνη όλων των εγγυητών θα είναι αλληλέγγυες και και χωρισμένες εάν δε υπάρχει οποιοδήποτε νομικό κώλυμα, ακυρότητα ή αδυναμία για οποιοδήποτε λόγο σε σχέση με την ευθύνη ενός ή περισσοτέρων εγγυητών, η ευθύνη των υπολοίπων εγγυητών ή εγγυητή δεν θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο.

 

Και ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ αναλαμβάνω/ουμε από κοινού και χωριστά να σας αποζημιώσω/ουμε και να σας κρατώ/ούμε καλυμμένους ανεξάρτητα από την πιο πάνω εγγύηση μου/μας για οποιαδήποτε ζημιά που απορρέει από τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς και μόλις τελειώσει η Συμφωνία αυτή η μίσθωση που δημιουργείται σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ θα σας πληρώσω/ουμε σε σας το ποσό της ζημιάς αυτής, ανεξάρτητα από το αν το μισθωτής θα έχει υποχρέωση να πληρώσει ή όχι οποιοδήποτε ποσό ανεξάρτητα από την ακυρότητα ή εγκυρότητα της Συμφωνίας και ανεξάρτητα από το αν έχετε ενασκήσει οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε δικαίωμα/τα σας εναντίον του μισθωτή ή σχετικά με τα αγαθά.

 

Το ποσό της ζημιάς αυτής θα είναι το ποσό του τιμήματος της Ενοικιαγοράς, το οποίο αναφέρεται στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς, επιπλέον όλα τα λογικά έξοδα που έχουν διενεργηθεί από σας για την ενάσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων σας σύμφωνα με τη Συμφωνία ή για την κατάσχεση, επιδιόρθωση, ασφάλεια, αποθήκευση ή πώληση των αγαθών ή για την ανεύρεση του μισθωτή ή των αγαθών ή για την απόπειρα διενέργειας οποιασδήποτε από τις παραπάνω πράξεις, μείον όλα όσα έχουν πληρωθεί από το μισθωτή σε σας, σύμφωνα με τη Συμφωνία ποσά και μείον όσα ποσά έχουν εισπραχθεί από την πώληση των αγαθών. Εννοείται ότι σε περίπτωση πλήρους πληρωμής σε σας της ζημιάς αυτής και εφόσον δεν έχετε πουλήσει τα αγαθά ως τη μέρα της πληρωμής αυτής ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ θα δικαιούμαι/μαστε να αποκτήσω/ουμε όλα τα υφιστάμενα τότε πάνω στα αγαθά δικαιώματά σας οπουδήποτε και σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρίσκονται αυτά».

 

Ως έχει νομολογηθεί, η Τράπεζα, φέρει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Όταν ωστόσο προβάλλονται ισχυρισμοί περί εικονικότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς, το βάρος αποδείξεως του εν λόγω ισχυρισμού φέρει το πρόσωπο που επικαλείται τον ισχυρισμό αυτό.[14]

 

Ως έχει επίσης νομολογηθεί, με τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως για όση ζημιά υφίσταται.[15] 

 

Στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Νίκου Τσαρτελλή (2003) 1 Α.Α.Δ. 246, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η παράλειψη καταβολής των προβλεπομένων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιές της. Επί τούτου, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τμήματος της διάθεσής του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων».

 

(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Το αρ. 99 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«99.-(1) Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι~ και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας».

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω εν πρώτοις, ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται αβίαστα από το κείμενο της Σύμβασης Εγγύησης και Αποζημίωσης. Ο Εναγόμενος 3, από κοινού και χωριστά με την Εναγόμενη 2, ανέλαβαν να πληρώσουν στην Τράπεζα το ποσό οποιασδήποτε ζημιάς υποστεί, απορρέουσας εκ της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ανεξάρτητα από το κατά πόσο η Τράπεζα άσκησε οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου 1 ή σχετικά με τα αγαθά, το δε ποσό της ζημιάς αυτής συμφωνήθηκε ότι θα είναι το ποσό του τιμήματος της ενοικιαγοράς.

 

Δοθείσας δε της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, ικανοποιούμαι ότι η έγκυρη κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνω, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 3 περί εσφαλμένης εκτίμησης των οχημάτων που ήταν αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, αλλά ούτε και σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί συμπαιγνίας μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Τράπεζας.

 

Επί του θέματος της κυριότητας των αγαθών, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρ.) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.α. (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1432, όπου εξηγούνται τα χαρακτηριστικά μίας σύμβασης ενοικιαγοράς και περαιτέρω αναφέρεται ότι ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου της ενοικιαγοράς από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς.

 

Ως επίσης λέχθηκε στην Μελισσάς ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 386/2016 ημερ. 5.6.2025, όπου τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς επίσης μεταβιβάστηκαν επ’ ονόματι της Τράπεζας πριν την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς, σημασία είχε ότι κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιαγοράς, τα αντικείμενα ήταν ιδιοκτησίας της Τράπεζας, ώστε να μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενα μιας έγκυρης σύμβασης ενοικιαγοράς και δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ήθελε χρηματοδότηση και όχι να αποκτήσει τα οχήματα που αποτέλεσαν αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, η οποία, ως έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο, εμπεριείχε όλα τα στοιχεία μιας  έγκυρης σύμβασης ενοικιαγοράς και δεν ήταν εικονική

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίθηκε αξιόπιστη, η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είχε ως αντικείμενα τέσσερα οχήματα ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1. Τρία εξ αυτών, ενεγράφησαν επ’ ονόματι της Τράπεζας την 25.11.2008, ενώ το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] ενεγράφη επ’ ονόματι του Εναγομένου 1 την 9.2.2011. Ερωτηθείς επί τούτου, ο ΜΕ2 απάντησε ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε η Τράπεζα, ο Εναγόμενος 1 δεν ενέγραψε το συγκεκριμένο όχημα επ’ ονόματί της και ότι την ευθύνη για την μη εγγραφή του εν λόγω οχήματος, φέρουν και ο Εναγόμενος 1 και η Τράπεζα.

 

Ως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 6, η Τράπεζα εξέδωσε ένταλμα παράδοσης όλων των οχημάτων που ήταν αντικείμενο της ενοικιαγοράς την 8.8.2012, πλην όμως αυτό επιστράφηκε ανεκτέλεστο, με την αιτιολογία ότι τα οχήματα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του Εναγομένου 1.

 

Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, δίχως να μου διαφεύγει η ολιγωρία της Τράπεζας να διεκδικήσει εγγραφή του εν λόγω οχήματος επ’ ονόματί της, δεν δύναμαι να καταλήξω, στη βάση της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και της νομολογίας που αφορά στο ζήτημα της κυριότητας του αντικειμένου ενοικιαγοράς, ότι η Ενάγουσα έχασε ή αποξενώθηκε από το συγκεκριμένο όχημα και ότι τούτο θα πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή του εγγυητή από τις υποχρεώσεις του, ως αυτές απορρέουν από τη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης την οποία υπέγραψε.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 3 επιχειρηματολογεί περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαγεί, επικαλούμενος το αρ. 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται».

 

Προς υποστήριξη της θέσης του, επιχειρηματολογεί ότι η Τράπεζα χρηματοδότησε, χωρίς να έχει πρόθεση να προβεί σε αγορά των τεσσάρων οχημάτων και να διασφαλιστεί ως ιδιοκτήτης τους, τα δε τιμολόγια και η ιδιοκτησία των οχημάτων ήταν ήδη εγγεγραμμένα επ’ ονόματί της από 25.11.2008 και τα πούλησε στον εαυτό της την 26.11.2008, ενώ ένα από αυτά, απολέσθηκε στην πορεία και ουδέποτε εγγράφηκε επ’ ονόματί της.

 

Βασίστηκε περαιτέρω, για σκοπούς κοστολόγησης των τεσσάρων οχημάτων, σε εκτιμήσεις του ΜΕ2, ο οποίος δεν προέβη σε κανένα διάβημα για να εξακριβώσει την αξία τους, ενώ δεν κάλεσε τον Εναγόμενο 3 στο κατάστημα της Τράπεζας για να υπογράψει, το δε «x» που σημειώθηκε χειρόγραφα επί της εν λόγω συμφωνίας, καταδεικνύει ότι η συμφωνία ήταν ασυμπλήρωτη και ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγομένου 1 για να ξεγελάσουν τον Εναγόμενο 3. Αποδέχθηκε δε, να απαλλάξει δύο από τα τέσσερα οχήματα, για ποσά χαμηλότερα από την αξία για την οποία τα αγόρασε, καθυστέρησε να λάβει μέτρα, ενώ έξι ημέρες μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε το όχημα επ’ ονόματί του.

 

Έχω αποτιμήσει τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου επί του θέματος. Θεωρώ ότι τα ανωτέρω ζητήματα έχουν ήδη απαντηθεί στις πιο πάνω ενότητες της παρούσας απόφασης, με αναφορά στη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και περαιτέρω σχολιασμός, αποτελεί επανάληψη.

 

Ως εκ τούτου, περιορίζομαι, να σημειώσω, επιπρόσθετα των ανωτέρω, ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τις αιτήσεις απαλλαγής αντικειμένου συμβολαίου ενοικιαγοράς και οι υπογραφές του δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση (Τεκμήρια 10(α) και 10(β)), το δε θέμα της υπογραφής εκτός καταστήματος Τράπεζας, δεν επηρεάζει την δέσμευση που αναλαμβάνει το πρόσωπο που υπογράφει μία σύμβαση.[16]

 

Διαφωτιστικά, επί όλων των εγειρόμενων ζητημάτων, είναι τα αποφασισθέντα στην Μελισσάς ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 386/2016 ημερ. 5.6.2025 και στην Μελισσάς ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 212/2015 ημερ. 10.4.2025, από την οποία παραθέτω τις ακόλουθες περικοπές, οι οποίες θεωρώ ότι επισφραγίζουν τα εγειρόμενα ζητήματα:

 

«…το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στις υποθέσεις Αττεσλή κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2222 και Thomas Liobay Developments Ltd κ.ά. vMarfin Popular Bank Co Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1749, στις οποίες λέχθηκε ότι η ύπαρξη των εμπορευμάτων απέκλεισε την εφαρμογή νομολογίας κατά την οποία αποφασίστηκε εικονικότητα λόγω ανυπαρξίας εμπορευμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά τις νομικές αρχές αναφορικά με το βάρος απόδειξης, ήτοι ότι η Εφεσίβλητη είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς και ότι αυτή αφορούσε σε υπαρκτό όχημα το οποίο παρελήφθη από την ίδια, ενώ ο Εφεσείων έφερε το βάρος απόδειξης της εικονικότητας της εν λόγω συμφωνίας. Σχετικά παρέπεμψε στις υποθέσεις Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 781T.J.SEnterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(A) Α.Α.Δ. 108 και Barclays Bank Plc vJ.G.L. (ConstructionsLtd κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1726. Σχετική είναι και η υπόθεση Ιωάννου κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 91 στην οποία παρέπεμψε η Εφεσίβλητη.

 

[…]

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η συμφωνία ενοικιαγοράς δεν ήταν άκυρη λόγω παρανομίας στη βάση του ότι το επίδικο όχημα ουδέποτε ενεγράφη σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρατήρησε πως ουσιώδες στοιχείο μιας συμφωνίας ενοικιαγοράς είναι το να περιέλθει το αντικείμενο αυτής στην κυριότητα του χρηματοδότη, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Barclays Bank Plc vJ.G.L. (ConstructionsLtd κ.ά. (ανωτέρω). Σημείωσε επίσης πως ήταν κοινώς αποδεκτό ότι το επίδικο όχημα ουδέποτε ενεγράφη στο όνομα της Εφεσίβλητης. Συμφωνούμε με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η κυριότητα ενός οχήματος δεν ταυτίζεται με την εγγραφή του. Εξού και εύλογα κατέληξε ότι με βάση τα τεκμήρια 17, 18 (δήλωση στη συμφωνία ενοικιαγοράς ότι ο εναγόμενος 1 είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης του οχήματος) και 19 (τιμολόγιο αγοράς) διεφάνη ότι η κυριότητα του οχήματος μεταβιβάστηκε στην Εφεσίβλητη, χωρίς την ανάγκη εγγραφής αυτού στο όνομα της.

 

Αυτή είναι και η ερμηνεία που προκύπτει από τις υποθέσεις στις οποίες ο ίδιος ο Εφεσείων μας παρέπεμψε, αναφορικά με τη φύση της σύμβασης ενοικιαγοράς και την έννοια της ιδιοκτησίας ή κυριότητας του αντικειμένου αυτής από τον χρηματοδότη. Πρόκειται για τις υποθέσεις Σολωμού κ.ά. vMarfin Popular Bank Public Co Ltd (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 36 και Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1432Σαφώς στην υπό κρίση περίπτωση, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η κυριότητα του οχήματος από την Εφεσίβλητη, ανεξαρτήτως της μη εγγραφής του στο όνομα της.

 

[...]

 

Ο εκτός λόγος έφεσης αφορά στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εγγύηση του Εφεσείοντα δεν κατέστη ακυρώσιμη λόγω μη αποκάλυψης της μη εγγραφής του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρέπεμψε στην υπόθεση Παναγιώτου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1518, στην οποία εξετάστηκε το άρθρο 101 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη. Σε εκείνη την υπόθεση λέχθηκε ότι μια σύμβαση εγγύησης δεν είναι σύμβαση υψίστης πίστεως και ότι ο πιστωτής δεν έχει γενικό καθήκον αποκάλυψης στον προτιθέμενο εγγυητή όλων των ουσιαστικών στοιχείων που γνωρίζει για τον πρωτοφειλέτη, όμως υπάρχει περιορισμένο καθήκον αποκάλυψης, το εύρος του οποίου εξαρτάται από τον συγκεκριμένο τύπο της εγγύησης.

 

Αποτέλεσε θέση του Εφεσείοντα πως η Εφεσίβλητη όφειλε να του είχε αποκαλύψει ότι το όχημα, αντικείμενο της ενοικιαγοράς, δεν ήταν εγγεγραμμένο καθότι δεν ήταν εύλογα αναμενόμενο από τον ίδιο να γνωρίζει ή υποθέσει πως αυτό δεν ήταν εγγεγραμμένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αυτή την εισήγηση, δίδοντας επαρκείς εξηγήσεις ως προς τούτο, ήτοι πως οι δύο εναγόμενοι, σύμφωνα με τον Εφεσείοντα και τον ΜΕ2, είχαν εμπορική συνεργασία με την Εφεσίβλητη στο πλαίσιο της οποίας ο Εφεσείων είχε εγγυηθεί και άλλες παρόμοιες συναλλαγές του εναγόμενου 1. Επιπλέον, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι το γεγονός της μη εγγραφής του οχήματος δεν επηρέαζε την κυριότητα αυτού, που είναι και το ουσιαστικό στοιχείο της ενοικιαγοράς.

 

[...]

 

Ο Εφεσείων προέβαλε ουσιαστικά δύο υπερασπίσεις, η πρώτη αφορά στην παραβίαση των άρθρων 97 και 99 του Κεφ. 149 και η δεύτερη στην παραβίαση των άρθρων 5 και 12 του περί Προστασίας (Ορισμένες Κατηγορίες) Εγγυητών του 2003, Ν. 197(Ι)/2003.

 

Παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε αυτές με ρητή αναφορά στους αντίστοιχους νόμους, εντούτοις η κατάληξη του πως ο Εφεσείων, δια της υπογραφής της εγγύησης, κατέστη υπόχρεος προς την Εφεσίβλητη, τόσο σε σχέση με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 όσο και σε σχέση με την παροχή εξασφάλισης και κάλυψης της Εφεσίβλητης έναντι κάθε ζημιάς που υπέστη από τις πράξεις ή παραλείψεις του εναγόμενου 1, ουσιαστικά απέληγε στην απόρριψη αυτών των υπερασπίσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 530 ως προς την ανωτέρω περιγραφόμενη φύση της συμφωνίας εγγύησης την οποία ο Εφεσείων υπέγραψε. Το άρθρο 97 του Κεφ. 149 προνοεί για την απαλλαγή του εγγυητή αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου, εξού και δεν υπήρξε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κατ'  ισχυρισμό παράλειψη προστασίας του οχήματος για σκοπούς εγγραφής ουδόλως εξυπηρετεί τη σύμβαση ενοικιαγοράς, εφόσον η εγγραφή δεν σχετίζεται με την κυριότητα, όπως επεξηγείται ανωτέρω».

 

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Ως εκ των άνω, δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, ότι ο Εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαγεί της Εγγύησης που υπέγραψε, λόγω εφαρμογής του αρ. 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου.

 

Ισχυρισμός περί παρανομίας και ψεύτικων τιμολογίων

 

Αποτελεί περαιτέρω θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου 3, ότι με το Τεκμήριο 22, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, καταδεικνύεται ότι τα τρία από τα τέσσερα οχήματα της συμφωνίας ενοικιαγοράς εγγράφηκαν επ’ ονόματι της Τράπεζας την 25.11.2008, επομένως την 26.11.2008 που το υπεγράφησαν και καταρτίστηκαν τα επίδικα τιμολόγια, η Τράπεζα πουλούσε τα οχήματα στον εαυτό της, πράγμα το οποίο καθιστά τόσο τα τιμολόγια, όσο και τη συμφωνία ενοικιαγοράς, εικονικά.

 

Ως έχει νομολογηθεί, το ουσιώδες στοιχείο μιας συμφωνίας ενοικιαγοράς, είναι η κυριότητα των αγαθών. Επί του θέματος της προγενέστερης μεταβίβασης, ο ΜΕ2 έδωσε στο Δικαστήριο επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις. Παραμένει δε γεγονός, ότι τα τέσσερα οχήματα ήταν υπαρκτά και ότι πέρασαν στην κυριότητα της Τράπεζας, ενώ σε σχέση με ένα από αυτά, υπογράφτηκε δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο ιδιοκτήτης του (Τεκμήριο 13).

 

Ως εκ των άνω, έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα κατόπιν αξιολόγησής της, δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και τα σχετικά τιμολόγια, είναι εικονικά.

 

Ισχυρισμός ότι δεν έχει αποδειχθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο

 

Επιχειρηματολογείται από πλευράς Εναγομένου 3, ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις των αρ. 22 και 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ούτε και έχει αποδειχθεί το δικαίωμα της Ενάγουσας να χρεώνει τόκους, πέραν των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, συν του δικαιώματος αγοράς.

 

Σημειώνεται εν πρώτοις, ότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του από πλευράς Ενάγουσας. Ο μεν ΜΕ1, αναφέρθηκε με πλήρη λεπτομέρεια στον τρόπο υπολογισμού του ποσού που η Ενάγουσα διεκδικεί, αναφερόμενος στους όρους της επίδικης σύμβασης, ενώ εξήγησε ότι έχει πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα όπου φυλάσσονται όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν τους λογαριασμούς των διαφόρων πελατών της Ενάγουσας, σύστημα το οποίο είναι σε ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιείται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας και βρίσκεται υπό την αποκλειστική φύλαξη και τον αποκλειστικό έλεγχό της, ενώ κατέθεσε πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο με βάση το άρθρο 35(3) του Περί Αποδείξεως Νόμου, στο οποίο είναι συνημμένες οι καταστάσεις σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, εξηγώντας ότι αυτές αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας από την 26.11.2008 μέχρι την 31.12.2024, όπου φαίνονται οι σχετικές πιστώσεις και χρεώσεις ανά έτος.

 

Εξήγησε περαιτέρω, τις αλλαγές στα ονόματα, ενόψει των αντικαταστάσεων που έλαβαν χώρα με την πάροδο των χρόνων και των μεταφορών του λογαριασμού από το ηλεκτρονικό σύστημα της Μarfin στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας Κύπρου, με συνέπεια την αλλαγή του αριθμού του επίδικου λογαριασμού. Ως επίσης εξήγησε, από 4.6.2021, λόγω της υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου από την Ενάγουσα, αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού νέος αριθμός λογαριασμού.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω από τον ΜΕ1, ότι η Τράπεζα Κύπρου διατηρούσε καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο, ηλεκτρονικό βιβλίο, αρχεία τα οποία μεταφέρθηκαν στην Ενάγουσα και ότι λόγω της υπηρεσίας του, είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το ηλεκτρονικό αρχείο όπου φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν στους λογαριασμούς πελατών της Ενάγουσας, περιλαμβανομένου του επίδικου, τηρείται με ακρίβεια και συνέπεια.

 

Ως προς την δε κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, ο μάρτυρας εξήγησε ότι παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ίδιο μέσω του προσωπικού του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας και αποτελεί αντίγραφο των καταχωρήσεων στο εν λόγω αρχείο, ενώ ελέγχθηκε και συγκρίθηκε από αυτόν, με την αρχική καταχώριση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπιστώθηκε η ορθότητά τους.

 

Ως περαιτέρω ο μάρτυρας υπέδειξε, η Ενάγουσα δεν διεκδικεί τόκους υπερημερίας και κατέθεσε αναδομημένη η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία ετοίμασε ο ίδιος, αφού εξασφάλισε πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα της Ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη του όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και αφού αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών και άλλα έξοδα.

 

Επιπρόσθετα, η ΜΕ3 ανέφερε ότι έχει επίσης πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα της Ενάγουσας, όπου φυλάσσονται όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που αφορούν τους λογαριασμούς των διαφόρων πελατών της, το οποίο έχει μεταφερθεί αυτούσιο από την πρώην Λαϊκή τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και είναι σε ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιείται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας, βρίσκεται δε υπό την αποκλειστική φύλαξη και τον αποκλειστικό έλεγχό της.

 

Ως περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε, αφού εξασφάλισε πρόσβαση στο κεντρικό σύστημα της Ενάγουσας, ετοίμασε νέα αναδομημένη η κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού, καθώς εκ παραδρομής η πρώτη αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 11), ξεκινούσε από τον τερματισμό. Έπειτα η μάρτυρας διευκρινίζει ότι αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών και άλλα έξοδα όπως και το ποσό των €67,98 που αποτελούσε τόκο υπερημερίας πριν τον τερματισμό και ότι με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το υπόλοιπο οφειλόμενο σήμερα ποσό ανέρχεται σε €102.743,87 πλέον τόκους προς 5,5% επί του ποσού των €58.106,76 από 4.2.2025 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Η ανωτέρω μαρτυρία δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης των εν λόγω μαρτύρων, συνάδει δε με λελογισμένη αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, ενώ επισημαίνεται, ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένου 3 περί του αντιθέτου.

 

Συνεπώς η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 σε σχέση και με αυτό το ζήτημα κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και ικανοποιούμαι ότι πληροί τα όσα διαλαμβάνουν τα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού αποδεκτή μαρτυρία.

 

Σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από τη στιγμή που αυτή ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το αρχείο της Marfin και της Τράπεζας Κύπρου, γίνεται αποδεκτή δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του Κεφ. 9.[17]

 

Σχετικά παραπέμπω στην Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491, όπου κατ’ έφεση αμφισβητήθηκε η αποδοχή των καταστάσεων λογαριασμού από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, αποφαινόμενο, μεταξύ άλλων, ότι η μάρτυρας που προσέφερε μαρτυρία εκ μέρους της Τράπεζας, έπεισε το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την ορθή τήρηση του τραπεζικού βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του τραπεζικού βιβλίου.

 

Υπενθυμίζεται δε, ότι σύμφωνα με την παγίως καθιερωμένη νομολογία, δεν αναμένεται το Δικαστήριο να προβαίνει σε λογιστικές και μαθηματικές πράξεις με σκοπό να ελέγξει λεπτομερώς την ορθότητα του οφειλόμενου υπόλοιπου, ενώ η αποδοχή του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως την υπόθεση των εναγόντων, εκτός εάν η πλευρά των εναγομένων προσκομίσει ανατρεπτική μαρτυρία, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων.[18] Εν προκειμένω, τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τον Εναγόμενο 3.

 

Ως εκ των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα απέδειξε την ύπαρξη του οφειλόμενου χρέους στον απαιτούμενο βαθμό.

 

Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον του Εναγομένου 3 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.

 

Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3 για το ποσό των €102.743,87 πλέον τόκους προς 5,5% επί του ποσού των €58.106,76 από 4.2.2025 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 3, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α.

 

Αναφορικά με την ανταπαίτηση, δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα, ενόψει του ότι εκδικάσθηκε μαζί με την απαίτηση.

 

 

 

(Υπ.) …….…….................                                                                                                                       

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita DixitΠολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.

 

[10] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665, Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ 1858.

 

[11] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος (1998) 1 ΑΑΔ 652, Σοφοκλέους ν. Καλογήρου (1997) 1 Α.Α.Δ. 369.

 

[12] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.

 

[13] Νικόλα Σιδέρη κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 286.

[14] T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108.

[15] Οργανισμός Χρηματοδοτήσεων Τραπέζης Κύπρου ν. Παντελή κ.α. (2004) 1 ΑΑΔ 854.

[16] L' Estrange v. F. Grancob Ltd (1934) 2 KB 394 & Ζαχαριάδη ν.Universal Life Insurance Co Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 144/2013 ημερ. 16.4.2019.

 

[17] Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. αρ. 274/09 ημερ. 27.4.2016 & Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 1238.

 

 

[18] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου (2014) 1 ΑΑΔ 2287.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο