Ε.(Λ).Ν.Γ. ν. L’ HERITAGE HOTEL PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 996/2015, 11/3/2026
print
Τίτλος:
Ε.(Λ).Ν.Γ. ν. L’ HERITAGE HOTEL PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 996/2015, 11/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ

   Κλίμακα εξόδων: €50.000 - €100.000

Αρ. Αγωγής: 996/2015

Μεταξύ:

Ε.(Λ).Ν.Γ.

Ενάγουσα

και

 

L’ HERITAGE HOTEL PROPERTIES LIMITED

Εναγόμενοι

 

Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κ. Αλ. Παπαθεοδώρου για ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη: κ. Γ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

[I] Εισαγωγή

 

Δια της παρούσας αγωγής της η Ενάγουσα αξιοί την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, σε σχέση με κατ’ ισχυρισμό σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη συνεπεία ατυχήματος που έλαβε χώρα ενώ εργαζόταν στην υπηρεσία της Eναγομένης.

 

[II] Δικογραφημένες Θέσεις των Διάδικων Μερών

 

Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, κατά ή περί την 30.7.2014, ενώ εργαζόταν ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο που διαχειρίζεται και/ή του οποίου έχει την ευθύνη και/ή την ιδιοκτησία η Εναγόμενη, εισήλθε καθηκόντως σε δωμάτιο του εν λόγω ξενοδοχείου για να καθαρίσει και να συγυρίσει και βγήκε στο ακάλυπτο μπαλκόνι του δωματίου αυτού για να το καθαρίσει και αυτό, πλην όμως, λόγω ύπαρξης λαδιών και/ή άλλων γλιστερών υγρών και/ή αντικειμένων που αφέθηκαν στο δάπεδο, ίσως από τους πελάτες του ξενοδοχείου, τα οποία δεν ήταν εμφανή, γλίστρησε και έπεσε στο δάπεδο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί.

 

Για τον ανωτέρω τραυματισμό της, η Ενάγουσα αποδίδει στην Eναγομένη την ευθύνη, καθότι η τελευταία, δεν επέδειξε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, την επιβαλλόμενη επιμέλεια, παρέχοντάς της ασφαλές σύστημα εργασίας, ασφαλή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας της και κατάλληλα εργαλεία και εξοπλισμό, καθώς επίσης και την παρουσία και βοήθεια συνεργοδοτούμενής της, επικαλείται δε την εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur και παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας της Εναγομένης.

 

Δια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της, η Eναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και την καλεί σε απόδειξή τους, εξαιρουμένου του ότι η Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως καμαριέρα στο επίδικο ξενοδοχείο.

 

Η Εναγόμενη ισχυρίζεται επίσης ότι η Ενάγουσα έπασχε από διάφορα προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας, τα οποία δεν αποδίδονται στο επίδικο ατύχημα και τα οποία απέκρυψε από τον Δρ. Γ., τον οποίο διόρισε η ασφαλιστική εταιρεία που καλύπτει την Εναγόμενη για να την εξετάσει και σύμφωνα με τον οποίο, όλα τα ακτινολογικά ευρήματα τα οποία παρουσιάζονται σε εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας αυχένα, οσφύος και δεξιού ώμου, αποτελούν εκφυλιστικά ευρήματα χρονιότητας, μη τραυματικής αιτιολογίας, άσχετα με το ατύχημα. Συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, την ευθύνη αναφορικά με το οποίο η Εναγόμενη δεν αποδέχεται, η Ενάγουσα υπέστη μόνον τραυματισμό μαλακών μορίων, που αποκαθίσταται πλήρως και με ικανοποιητικό τρόπο σε περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 2 ‑ 3 εβδομάδες.  

 

Περαιτέρω, η Eναγόμενη ισχυρίζεται ότι ήταν μέσα στα συνήθη και καθημερινά καθήκοντα της Ενάγουσας ως καμαριέρα, για τα οποία τύγχανε συνεχούς εκπαίδευσης, να καθαρίζει τα δωμάτια του ξενοδοχείου, περιλαμβανομένων και των μπαλκονιών, και είχε καθήκον και υποχρέωση να επιδεικνύει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή.

Έστω δε και αν υπήρχαν λάδια ή άλλα γλιστερά υγρά, η Ενάγουσα όφειλε, προτού τα καθαρίσει, να ελέγξει το δάπεδο και να αποφύγει να τα πατήσει, καθώς η Eναγόμενη την εκπαίδευσε προς τούτο και την προμήθευσε με όλα τα απαραίτητα υλικά, διαθέτει δε εγχειρίδιο οδηγιών ασφάλειας και υγείας για την ατομική προστασία των υπαλλήλων της, το οποίο είναι αναρτημένο στο ξενοδοχείο και για το οποίο η Ενάγουσα πληροφορήθηκε και εκπαιδεύτηκε, πλην όμως δεν το ακολούθησε, επομένως η ίδια ευθύνεται για την ατυχία της, καθώς ενήργησε αμελώς και εξέθεσε τον εαυτό της σε εμφανή κίνδυνο, τον οποίο όφειλε να παρατηρήσει και να αποφύγει, τυγχάνει δε εφαρμογής το δόγμα volenti non fit injuria.

 

Επιπρόσθετα, η Eναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur, ότι η ίδια η Ενάγουσα εκ των καθηκόντων της είχε υποχρέωση και καθήκον να προστατεύσει τον εαυτό της, εφαρμόζοντας τις οδηγίες του εγχειριδίου ασφάλειας και υγείας του ξενοδοχείου αναφορικά με τη χρήση προστατευτικού ρουχισμού και εξοπλισμού, περιλαμβανομένων ειδικών παπουτσιών, ενώ αρνείται ότι όφειλε να προσφέρει και δεύτερο πρόσωπο για να καθαρίζουν μαζί τα δωμάτια, ισχυρίζεται δε, ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και των Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες.

 

Με επιφύλαξη των ανωτέρω ισχυρισμών της, η Eναγόμενη ισχυρίζεται ότι η πτώση και ο τραυματισμός της Ενάγουσας, οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια της ιδίας, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες.

 

Ανταπαιτητικώς, η Εναγόμενη αξιοί από την Ενάγουσα το ποσό των €5.678,33 ως υπόλοιπο το οποίο καταβλήθηκε αχρεωστήτως σε αυτήν και/ή ως ποσό το οποίο αδικαιολόγητα η Ενάγουσα καρπούται και/ή ως αποζημιώσεις, καθότι η Ενάγουσα εισέπραξε από την Εναγομένη ποσό €2.892,42 για σκοπούς φαρμακευτικής περίθαλψης, αγοράς φαρμάκων, επισκέψεις σε γιατρούς, φυσιοθεραπείες, μαγνητικές τομογραφίες, νοσηλεία, πλέον μισθολόγιο για 3 μήνες, δηλαδή εισέπραξε από την Εναγομένη συνολικά ποσό €7.389,93 μείον επιστροφή του επιδόματος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύψους €1.711,60 ήτοι €5.678,33.

 

Δια της Απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και εμμένει στους ισχυρισμούς της ως η Έκθεση Απαίτησης της, αρνείται δε, ότι αντιμετώπιζε προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αρνείται ότι έλαβε εκπαίδευση από την Εναγόμενη, ενώ ισχυρίζεται ότι ουδέποτε της δόθηκε σχετική στολή ή παπούτσια αδιάβροχα ή ασφαλείας.

 

[III] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω εννέα μάρτυρες, εκ των οποίων οι πέντε προσέφεραν μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας και οι τέσσερις εκ μέρους της Εναγομένης.

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]

 

Πρώτη ενώπιόν μου κατέθεσε η Ενάγουσα (στο εξής η «ΜΕ1»). Κατά την κυρίως εξέτασή της, η μάρτυρας κατέθεσε και υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.

 

Σε αυτήν, η μάρτυρας αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 53 χρονών, πλήρως υγιής, δραστήρια και αρτιμελής και εργαζόταν ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο με την ονομασία «Melissi» στην Αγία Νάπα (στο εξής το «ξενοδοχείο»), το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ιδιοκτησία της Εναγομένης, η οποία το είχε υπό την ευθύνη της.

 

Ακολούθως, η ΜΕ1 εξιστορεί το πως επισυνέβη το κατ’ ισχυρισμό ατύχημά της, όταν πήγε να καθαρίσει δωμάτιο του ξενοδοχείου την 30.7.2014. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μόλις άνοιξε τη μπαλκονόπορτα του εν λόγω δωματίου για να βγει στη βεράντα και να καθαρίσει, πάτησε πάνω σε διάφανο γλιστερό υγρό, που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει από το πάτωμα, το οποίο αφέθηκε στο πάτωμα, ίσως από τους πελάτες του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα και να τραυματιστεί.

 

Η ΜΕ1 επαναλαμβάνει επί της ουσίας τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και αποδίδει το ατύχημα και τον τραυματισμό της στην Εναγόμενη, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες επί τούτου. Σημειώνει δε, ότι παρόλο που η εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας ήταν μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων της και ενεργούσε βάσει των μόνιμων οδηγιών των εργοδοτών και της προϊσταμένης της, δεν της είχαν δοθεί από την Εναγόμενη κατάλληλα παπούτσια για να μην γλιστρούν, ούτε κατάλληλος και ασφαλής εξοπλισμός. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος να γλιστρήσει και να τραυματιστεί ήταν αναμενόμενος και ορατός, με τα συνήθη παπούτσια που φορούσε. Αναφέρει περαιτέρω, ότι αν υπήρχε δεύτερη καμαριέρα μαζί της και βοηθούσαν η μία την άλλη, κατά μεγάλο ποσοστό το ατύχημα θα αποφεύγετο.

 

Μετά το συμβάν, συνεχίζει η ΜΕ1, ο σύζυγός της την μετέφερε στην πολυκλινική Santa Marina, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε οίδημα στον δεξί αγκώνα, εκχυμώσεις στο δεξί γόνατο και την πλάτη, δυσκαμψία δεξιού άνω και κάτω άκρου, καθώς και σπονδυλικής στήλης και της συνέστησε δεκαπενθήμερη ανάπαυση και φαρμακευτική αγωγή. Έπειτα, η μάρτυρας αναφέρεται στις ιατρικές εξετάσεις και επισκέψεις που έκανε και στις άδειες ασθενείας που έλαβε, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες και καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια.

 

Σύμφωνα με την ΜΕ1, κατέβαλε συνολικά ποσό €2.494,23 έναντι ιατρικών εξόδων, φαρμάκων και φυσιοθεραπειών, ενώ απώλεσε εισοδήματα για 14 μήνες από την ημερομηνία του ατυχήματος, μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής, ήτοι €14.700,00. Έλαβε περαιτέρω επίδομα ασθενείας και σωματικής βλάβης από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το ποσό που έλαβε σε σχέση με το επίδομα ασθενείας, το παρέδωσε στην Εναγόμενη.

Πριν το ατύχημα, συνεχίζει η ΜΕ1, ήταν καθ’ όλη υγιής και δυναμική, με τακτική εργασία και γεμάτη ζωή και ενέργεια. Ωστόσο, συνεπεία του ατυχήματος, της προκλήθηκε ψυχική βλάβη, καθώς πάσχει από καταθλιπτική και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, έχει καταστεί ανίκανη για εργασία, έχει μόνιμους, συνεχείς και έντονους πόνους, λαμβάνει συνεχή φαρμακευτική αγωγή και δεν μπορεί να επιτελέσει καθόλου τις οικιακές της εργασίες.

 

Πέραν των όσων αναφέρει στη γραπτή της δήλωση, η ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή της, ανέφερε ότι δεν έβλεπε από τον ήλιο κατά τον επίδικο χρόνο και ότι προσπαθούσε να σηκωθεί αλλά έπεφτε, ενώ ανέφερε ότι ζήτησε από την Εναγόμενη μεταφορά στο νοσοκομείο και της το αρνήθηκαν.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η ΜΕ1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 – 30, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν εποχιακή υπάλληλος και από την 1/11 μέχρι το τέλος Μαρτίου του επόμενου έτους έπαιρνε ανεργιακό επίδομα και αναλάμβανε εργασία περί το τέλος Απριλίου, ήταν δε η θέση της ότι έλαβε τους μισθούς που της αναλογούσαν από την Εναγόμενη και ότι έδωσε πίσω σε αυτήν τα χρήματα που πήρε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφορικά με το ποσό των €1.170,00 που σύμφωνα με τη δήλωσή της αναλογεί σε φυσιοθεραπείες που έκανε, η μάρτυρας συμφώνησε, ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε από την Εναγόμενη.

 

Σε διάφορες υποβολές που έγιναν στην ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή της, αναφορικά με τα διάφορα ποσά που πληρώθηκαν από την Εναγόμενη, έναντι ιατρικών εξόδων, ήταν η θέση της ότι δεν θυμόταν και ότι έδωσε όλες τις σχετικές αποδείξεις στον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε. Η μάρτυρας επίσης συμφώνησε, ότι η Εναγόμενη πλήρωσε τη διανυκτέρευσή της σε κλινική, λόγω ενόχλησης που ένιωσε από τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

 

Ως περαιτέρω αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, εργάστηκε συνολικά στον ξενοδοχειακό τομέα για 23 χρόνια και ήταν εκπαιδευμένη και έμπειρη καμαριέρα.

Αναφορικά με το περιστατικό της 30.7.2014, η μάρτυρας ανέφερε ότι αμέσως μετά, τηλεφώνησε στην προϊσταμένη της, κα Γ.Ζ., και αφού της ανέφερε ότι γλίστρησε, η προϊσταμένη της πήγε και την βρήκε και της τοποθέτησε πάγο στο πόδι της, ενώ την έβαλε να ξαπλώσει και της είπε ότι θα ειδοποιήσει ασθενοφόρο, πράγμα το οποίο δεν έγινε τελικά λόγω της πολλής δουλειάς που είχαν στο ξενοδοχείο, επομένως της είπαν να ειδοποιήσει τους δικούς της, όπως και έκανε, αρνούμενη ότι ήταν δική της επιθυμία να την παραλάβει ο σύζυγός της. Στην υποβολή δε ότι δεν υπήρχε γδάρσιμο και αίμα, απάντησε ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο έπεσε.

 

Η ΜΕ1 ανέφερε περαιτέρω, ότι εξετάστηκε από ιατροσυμβούλιο και ότι εγκρίθηκε για τη λήψη επιδόματος, ενώ αρνήθηκε ότι είχε πρόθεση να μην συνεχίσει να εργάζεται και ότι ενήργησε προμελετημένα, λόγω προϋπαρχόντων ιατρικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, αναφέροντας ότι υπέβαλε την αίτηση της όπως της υποδείχθηκε.

 

Υποβλήθηκε περαιτέρω στην ΜΕ1, ότι την 9.10.2014 που εξετάστηκε από τον Δρ. Η.Γ., προκαλούσε ενσυνείδητη σύσπαση των ωμικών μυών και των μυών των άνω άκρων και δεν άφηνε τον γιατρό να κάνει τη δουλειά του, με την Ενάγουσα να απαντά ότι ο συγκεκριμένος γιατρός δεν είδε τα όσα του προσκόμισε, πλην όμως της είπε «φύε που μπροστά μου να μην σε βλέπω και εν ουλλα ψεμματα σου», ενώ αρνήθηκε ότι τα όσα αντιμετώπιζε ήταν ευρήματα χρονιότητας εκφυλιστικής αλλοίωσης, εμμένοντας, ότι στα 53 της χρόνια δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα.

 

Στην υποβολή ότι η οδηγία που είχαν ήταν να φορούν αθλητικά αντιολισθητικά παπούτσια, η μάρτυρας απάντησε ότι φορούσαν συνηθισμένα παπούτσια, τα οποία φορούσε επί 23 χρόνια, ήταν δε η θέση της, ότι στο ξενοδοχείο δεν τους είχαν πει τίποτα, ούτε τους έδωσαν στολή, πέραν μίας φανέλας.

 

Ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, η μάρτυρας ανέφερε ότι έπαιρνε λίστα με τα δωμάτια που θα καθάριζε από την προϊσταμένη της, στην δε υποβολή ότι οι οδηγίες της προϊσταμένης ήταν όπως οι καθαρίστριες πρώτα ανοίγουν την πόρτα του δωματίου για να αερίζεται ο χώρος και όπως επιβλέπουν αν υπήρχαν ακαθαρσίες, η ΜΕ1 απάντησε ότι το έπρατταν, όταν ωστόσο υπήρχε ζέστη  άφηναν κλειστή την πόρτα.

 

Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι γνώριζε τον χώρο και καθάριζε το δωμάτιο αυτό, αλλά δεν γνώριζε ότι υπήρχαν λάδια τη συγκεκριμένη μέρα, ανέφερε δε ότι της ασκήθηκε πίεση να καθαρίσει το δωμάτιο και λόγω του ότι το μπαλκόνι δεν είχε στέγη, από τον ήλιο δεν μπορούσε να δει. Η ΜΕ1 αρνήθηκε ότι της παρασχέθηκε οποιαδήποτε εκπαίδευση στο ξενοδοχείο και ότι είδε ποτέ ξανά τα εγχειρίδια που της παρουσιάστηκαν από τον συνήγορο της Εναγομένης.

 

Δεύτερος κατέθεσε για την πλευρά της Ενάγουσας ο Δρ. Ι.Κ. (στο εξής ο «ΜΕ2») ο οποίος παρακολουθεί την Ενάγουσα από το 2015 μέχρι πρόσφατα.

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, αφού αναφέρθηκε στα επαγγελματικά του προσόντα, ο ΜΕ2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 6, ήτοι δέσμη αποτελούμενη από αποδείξεις και έγγραφα του ιατρείου του, αναφορικά με το πρόσωπο της Ενάγουσας, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με έκαστο έγγραφο.

 

Αναγνώρισε περαιτέρω το Τεκμήριο 10, ήτοι άδεια ασθενείας που συνέστησε στην Ενάγουσα, από 1.11.2014 μέχρι 30.11.2014, τα Τεκμήρια 13 και 14, τα οποία αποτελούν άδεια ασθενείας που συνέστησε στην Ενάγουσα για την περίοδο από 1.12.2015 μέχρι 30.1.2015 και απόδειξη εξέτασης ημερ. 10.12.2014, τα Τεκμήρια 16 - 18,  ήτοι δύο άδειες ασθενείας για τις περιόδους 1.3.2015 – 31.3.2015 και 1.4.2015 – 30.4.2015 που συνέστησε στην Ενάγουσα και απόδειξη ιατρικής επίσκεψης, καθώς επίσης και ένα έγγραφο από το Τεκμήριο 24, ήτοι απόδειξη πληρωμής από το ιατρείο του ημερ. 10.11.2024.

 

Καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 25(β), ο ΜΕ2 ανέφερε ότι πρόκειται για συνταγές φαρμάκων, ενώ αναγνώρισε το Τεκμήριο 22, ήτοι το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 5.10.2015 που εκδόθηκε από το ιατρείο του μαζί με σχετική απόδειξη είσπραξής του. Ακολούθως, ο μάρτυρας εξήγησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού ημερ. 5.10.2015 που ετοίμασε αναφορικά με την Ενάγουσα, αναφέροντας ότι η τελευταία υπέστη πτώση, όπου υπέστη κάκωση δεξιού ώμου, αυχένα και οσφύος και παρότι επισκέφθηκε αρκετούς γιατρούς και έγιναν διαγνωστικές εξετάσεις και φαρμακευτικές θεραπείες και φυσιοθεραπείες, πέρασε δύσκολα μετά το ατύχημά, διότι δεν υπήρχε κάτι να την ανακουφίσει και να επιστρέψει στο επίπεδο ικανότητας που είχε προ του ατυχήματος.

 

Ανέφερε περαιτέρω ότι στην παρούσα φάση η ασθενής δεν αναφέρει παθολογία στον δεξί ώμο, ωστόσο παρουσιάζει άλγος αυχένα και οσφύος με αυξομειώσεις διαμέσω του χρόνου.

 

Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι εξέτασε την Ενάγουσα τρεις μήνες μετά το επίδικο ατύχημα και προτού την εξετάσει, ζήτησε το ιστορικό της, εξηγώντας ότι λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του ασθενούς και άλλες χειρονακτικές εργασίες, όπως η οικιακή εργασία. Ανέφερε επίσης, ότι η Ενάγουσα υπήρξε ασθενής του και πρωτύτερα, καθώς της είχε χειρουργήσει το χέρι για αρθρίτιδα στη βασική άρθρωση του αντίχειρα, εντούτοις στην προκειμένη περίπτωση εξέτασε μόνο το μέλος που ο ασθενής του ανέφερε ότι πονάει και όχι όλα, επομένως δεν εξέτασε αν η ασθενής είχε αρθρίτιδα σε άλλα μέρη του σώματος της ή αν έπασχε από γενικευμένη αρθρίτιδα.

 

Ως περαιτέρω ο μάρτυρας υπέδειξε κατά την αντεξέτασή του, στο ανθρώπινο σώμα προκαλούνται φθορές και βλάβες με την πάροδο του χρόνου, αλλά το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι προκαλούν προκαλούν προβλήματα.

 

Ο ΜΕ2 εξήγησε περαιτέρω, ότι η κάκωση είναι μηχανισμός και όχι ιατρική διάγνωση, στη δε περίπτωση της Ενάγουσας, δεν υπήρχαν οστικές κακώσεις, δηλαδή κάταγμα. Εν προκειμένω, πρόκειται, ως υπέδειξε, για κάκωση αυχένα, που έχει δίσκους και μύες, όχι μόνο οστά, ως φαίνεται στις ακτινογραφίες.

 

Ο μάρτυρας συμφώνησε με την υποβολή ότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε και προϋπάρχοντα προβλήματα, όπως το σύνδρομο πρόσκρουσης στον δεξί ώμο, η κήλη και η στένωση, διαφωνώντας ωστόσο με την θέση ότι δεν καταδείχθηκε πίεση της οσφυϊκής μοίρας, ενώ υπέδειξε ότι στο ιατρικό του πιστοποιητικό δεν καταγράφει διαπιστώσεις άλλων συναδέλφων του, το δε θέμα σύστασης άδειας ασθενείας, είναι θέμα άποψης, βάσει της κλινικής εικόνας του ασθενή.

 

Ως περαιτέρω ο μάρτυρας εξήγησε, μια κάκωση, μικρή ή μεγάλη, μπορεί να προκαλέσει την έναρξη ενοχλημάτων και προβλημάτων τα οποία μπορεί να μεταφραστούν σε πόνο από τον ασθενή. Άλλοι ανακάμπτουν εύκολα, άλλοι δύσκολα, άλλοι καθόλου. Προϋπόθεση για να ανακάμψει κάποιος από μια κάκωση είναι να είναι υγιής, νέος και όχι ιδιαίτερα ταλαιπωρημένος. Επομένως η Ενάγουσα είχε προβλήματα και λόγω της σοβαρότητας των προβλημάτων αυτών, της ηλικίας και της δουλειάς, δεν ανέκαμψε από το ατύχημα.

 

Τέλος, ο ΜΕ2 συμφώνησε ότι συνεπεία του ατυχήματος, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση μαλακών μορίων χωρίς σοβαρότητα, κάταγμα και νευρολογική σημειολογία, ενώ εξήγησε, ότι η νευρολογική σημειολογία στο αριστερό κάτω άκρο οφείλεται σε προϋπάρχοντα προβλήματα.

 

Ο επόμενος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν Δρ. Σ.Κ., ακτινολόγος (στο εξής ο «ΜΕ3»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 8, ήτοι δική του διάγνωση και περιέγραψε τα ευρήματά του μετά από μαγνητική τομογραφία στον δεξί ώμο της Ενάγουσας.

 

Ειδικότερα, ως ο μάρτυρας ανέφερε, υπάρχει στένωση του υπακρωμιακού χώρου η οποία προκαλεί σύνδρομο πρόσκρουσης στον υπερακάνθιο τένοντα. Η στένωση αυτή είναι εκ γενετής και δεν οφείλεται σε τραυματισμό, το δε οστεόφυτο που υπάρχει στην άρθρωση οφείλεται σε οστεοαρθρίτιδα. Παρατηρείται επίσης ήπια φλεγμονή και θυλακίτιδα υπακρωμιακού θύλακα, ενώ οι τένοντες του ώμου είναι φυσιολογικοί και δεν παρατηρείται ρήξη, ούτε του επιχείλιου χόνδρου.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ3 συμφώνησε με την υποβολή του συνηγόρου της Εναγομένης, ότι τα προβλήματα που περιέγραψε είναι προϋπάρχοντα και δεν οφείλονται στο επίδικο ατύχημα, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε προβλήματα χρονιότητας, τα οποία υπήρχαν την 30.7.2014, ειδικά το σύνδρομο πρόσκρουσης που είναι εκ γενετής πάθηση, όπως και η μικρή αρθροπάθεια της άρθρωσης. Σε σχέση με την οστεοαρθρίτιδα, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι είναι πάθηση που εξελίσσεται στον άνθρωπο, η δε στένωση του υπακρωαμιακού χώρου της Ενάγουσας, είναι προϊόν χρόνιων προβλημάτων.

 

Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΕ2, ότι λόγω των προβλημάτων αυτών δεν υπήρχε πρόοδος στην περίπτωση της Ενάγουσας και ότι ακόμα και αν είχε επιδεινωθεί, τούτο οφείλεται στα προϋπάρχοντα προβλήματα που είχε. Ερωτηθείς εάν το ότι η Ενάγουσα είχε αυτά τα προβλήματα στον ώμο, αυτό σημαίνει ότι έχει τα προβλήματα αυτά και αλλού, όπως στην σπονδυλική στήλη, ο ΜΕ3 απάντησε ότι είναι πιθανό.

 

Η τέταρτη μάρτυρας η οποία προσέφερε μαρτυρία για την πλευρά της Ενάγουσας, ήταν η Δρ. Β.Χ’Μ., ακτινολόγος (στο εξής η «ΜΕ4»).

 

Αφού η μάρτυρας αναφέρθηκε στα επαγγελματικά της προσόντα, αναγνώρισε το Τεκμήριο 5, ήτοι τη διάγνωση της κατόπιν διενέργειας MRI στην Ενάγουσα, αναφέροντας ότι στην οσφυϊκή μοίρα της Εναγουσας εντοπίστηκαν αλλοιώσεις, αφυδατώσεις στον μεσοσπονδύλιο δίσκο με ευρείες και πιο εστιακές προβολές σε αρκετούς από αυτούς, κυρίως στον δίσκο Ο5, υπετροφική αρθροπάθεια κ πάχυνση συνδέσμων κυρίως αριστερά, που μπορεί να προκαλούν ερεθισμό της αριστερής Ι1 ρίζας.

 

Επιπρόσθετα, η ΜΕ4 εξήγησε τα ευρήματά της επί της αυχενική μοίρας, σημειώνοντας, ότι πρόκειται για ευρήματα εκφυλιστικής αιτιολογίας σε πολλαπλά επίπεδα, με αφυδάτωση δίσκων και υπερτροφικές αρθροπάθειες που προκαλούν στένωση κυρίως στο Α4-Α5 επίπεδο.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ4 ανέφερε ότι τα περισσότερα ευρήματα στην περίπτωση της Ενάγουσας είναι εκφυλιστικής αιτιολογίας, τα οποία οφείλονται στην ηλικία και την εργασία της, η δε συριγγομυελία συναντάται συχνά και σαν τυχαίο εύρημα και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο στην περίπτωση της Ενάγουσας, η συριγγομυελία είναι μετατραυματική ή όχι. Αναφορικά δε με την κήλη, φαίνεται να είναι παλιά και όχι οξεία, ενώ δεν υπάρχει εικόνα πρόσφατου τραυματισμού με οιδήματα. Τέλος, η μάρτυρας συμφώνησε με την υποβολή ότι

τα ευρήματα δεν οφείλονται στο ατύχημα, ενώ δεν γνώριζε να απαντήσει ποια θεραπεία ακολούθησε η Ενάγουσα, ούτε αν παρουσίαζε συμπτώματα προηγουμένως.

 

Ο τελευταίος μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Δρ. Χ.Κ. (στο εξής ο «ΜΕ5»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, αφού αναφέρθηκε στα επαγγελματικά του προσόντα, ο μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 2 και 3, αναφέροντας ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί Ιατρική Έκθεση την οποία υπέγραψε ο ίδιος, ενώ το Τεκμήριο 3 είναι αναρρωτική άδεια που εκδόθηκε από άλλο συνάδελφο, για την περίοδο 30.7.2014 – 4.8.2014, ο οποίος ήταν Διευθυντής στην κλινική Santa Marina και απεβίωσε. Ο ίδιος, είχε συστήσει δεκαπενθήμερη άδεια, ως επισήμανε.

 

Ο ΜΕ5 εξήγησε τα ευρήματά του, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα παραπονείτο για πόνους και ότι έφερε οίδημα στον δεξί αγκώνα δηλ. ήταν φουσκωμένος. Ως εξήγησε, οι εκχυμώσεις είναι το φρέσκο αιμάτωμα στο γόνατο και στην πλάτη, ενώ ανέφερε ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε και δυσκαμψία στο άνω άκρο και τη σπονδυλική στήλη, δηλ. δεν μπορούσε να τα διπλώσει επειδή ήταν δύσκαμπτη.

 

Οι ακτινογραφίες, ως ο ΜΕ5 ανέφερε, δεν έδειξαν κάκωση, δηλ. σπάσιμο, επρόκειτο δε για απλές ακτινογραφίες και όχι αξονικό, για να φανούν νεύρα και δίσκοι.

 

Ο ΜΕ5 αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 19, ήτοι ιατρική έκθεση ημερ. 16.4.2015, την οποία συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, σημειώνοντας ότι φαίνεται ότι η ασθενής του ζήτησε ξανά έκθεση, διότι το περιεχόμενό της συνάδει με το χειρόγραφο, ενώ δεν θυμόταν να την εξέτασε ξανά.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ5 ανέφερε ότι σε εργατικά ατυχήματα συνήθως το προσωπικό ζητά αναρρωτική άδεια, ωστόσο για άδεια πέραν των τριών ημερών δίδεται σχετική έκθεση, ώστε να δοθεί στον προϊστάμενο και στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Αν δεν του ζητηθεί τέτοια έκθεση, δίνει απλή άδεια. Στην προκειμένη, η έκθεση ετοιμάστηκε επειδή του το ζήτησε η Ενάγουσα.

 

Ως επίσης ανέφερε, έδωσε διπλή αγωγή νουροφέν, άρα ήταν πολλής ο πόνος που αισθανόταν η ασθενής, ενώ δεν γνώριζε να απαντήσει για προϋπάρχοντα προβλήματα καθώς δεν παρακολουθούσε προηγουμένως την ασθενή, ούτε μπορεί να το αποκλείσει, σημειώνοντας, ότι όταν είδε την Ενάγουσα, είχε φρέσκα χτυπήματα.

 

Ως περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε, αν τα τραύματα ήταν εντελώς επιπόλαια δεν θα ζητούσε ακτινογραφία, που ήταν το μόνο διαγνωστικό όπλο που είχε στην διάθεση του και αφού έδωσε αναλγητική αγωγή στην Ενάγουσα, της είπε να επισκεφθεί ξανά γιατρό αν δεν της περάσει και δεν έμεινε στην κλινική. Ήταν η θέση του ΜΕ5, ότι για να δώσει αυτές τις οδηγίες στην Ενάγουσα, σημαίνει ότι κάποιο φόβο πρέπει να είχε, ότι τα τραύματα ήταν πιο σοβαρά.

 

Ο ΜΕ5 ανέφερε επίσης ότι τα οιδήματα και οι εκχυμώσεις οφείλοντο στο ατύχημα, ενώ το κατά πόσο ο πόνος και η δυσκαμψία οφείλοντο στο τραύμα εκείνο, δεν μπορεί ούτε να το αποκλείσει, ούτε να το επιβεβαιώσει. Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι όταν τον επισκέφθηκε η Ενάγουσα, οι ενοχλήσεις της σχετίζονταν άμεσα με τη πτώση και δεν γνώριζε αν αυτές οι ενοχλήσεις διήρκησαν πέραν των 20 ημερών.

 

Στην υποβολή ότι τα τραύματα της Ενάγουσας ήταν στα μαλακά μόρια και αποκαθίστανται, ο μάρτυρας απάντησε ότι η ασθενής είχε κάκωση μαλακών μορίων και όχι κάταγμα, όμως δεν μπορεί να γνωρίζει αν είχε κάτι άλλο που δεν φάνηκε στις εξετάσεις που αυτός έκανε.

 

Από πλευράς Εναγομένης, πρώτη ενώπιον μου κατέθεσε η Ε.Θ., η οποία εργάζεται στο Λογιστήριο της Εναγομένης ως Υπεύθυνη Λογιστηρίου (στο εξής η «ΜΥ1»).

 

Η ΜΥ1 υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτήν, η μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στο Λογιστήριο του ξενοδοχείου της Εναγομένης τηρείται αρχείο, ταμείο, λογιστικά βιβλία και έγγραφα, χρησιμοποιούμενα κατά τις συνήθεις εργασίες του λογιστηρίου, τόσο σε γραπτή, όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και αποτελούν μέρος του βιβλίου καταχωρήσεων του ξενοδοχείου. Αναφέρει επίσης, ότι από την έναρξη της λειτουργίας του ξενοδοχείου μέχρι σήμερα, τηρείται ηλεκτρονικό αρχείο και τα έγγραφα τα οποία καταθέτει αποτελούν αντίγραφα τα οποία εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ξενοδοχείου, αφού τα έλεγξε και συνέκρινε η ίδια με τα αρχικά έγγραφα.

 

Ακολούθως η ΜΥ1 αναφέρει ότι η Ενάγουσα προσλήφθηκε από την Εναγομένη τον Ιούνιο του 2010 με καθήκοντα καμαριέρας και απασχολείτο από τα μέσα Απριλίου που άρχιζε η τουριστική περίοδος μέχρι το τέλος Οκτωβρίου που έληγε. Το καλοκαίρι του 2014, ο βασικός μισθός της ανέρχετο σε €495,95 συν €157,81 ΑΤΑ, συν €337,50 μονάδα, δηλ. σύνολο €991,26 μηνιαίως πλέον επίδομα Κυριακής ή δημόσιας αργίας.

 

Ακολούθως, η μάρτυρας αναφέρεται λεπτομερώς στους μισθούς που έλαβε η Ενάγουσα από τον Απρίλιο του 2014 έως τον Οκτώβριο του 2014, καταθέτοντας σχετική μηνιαία κατάσταση πληρωμών της, ως Τεκμήριο 31. Συνολικά, για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, η Ενάγουσα έλαβε σύμφωνα με τη ΜΥ1, το συνολικό ποσό των €3.676,08 σε μηνιαίους μισθούς πλέον αναλογία 13ου μισθού και αδειών, ήτοι ποσό €548,77 και ποσό €127,73 έναντι εισφορών σε ταμεία. Το συνολικό κόστος για την Εναγομένη ήταν το ποσό των €4.352,58 ενώ η Ενάγουσα δεν εργάστηκε την περίοδο από 1.8.2014 – 31.10.2014, καθώς απουσίαζε με άδειες ασθενείας.

 

Επομένως, για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτεμβριο και Οκτώβριο, η Ενάγουσα έλαβε το ποσό των €4.352,58 μείον την επιστροφή του επιδόματος που έλαβε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο επέστρεψε την 7.4.2015, ήτοι €1.711,60 δηλ. υπόλοιπο ποσό €2.640,98 το οποίο η Ενάγουσα καρπώθηκε αδικαιολόγητα, καθώς απέκρυψε από την Εναγόμενη τα προβλήματα υγείας της και τα απέδιδε στο ατύχημα της 30.7.2014.

 

Έπειτα, η ΜΥ1 αναφέρεται αναλυτικά στα ποσά που καταβλήθηκαν για τις ιατρικές εξετάσεις, φυσιοθεραπείες και φάρμακα της Ενάγουσας, ήτοι συνολικό ποσό €2.892,42 καταθέτοντας σχετικά Τεκμήρια υπ’ αρ. 33 – 41.

 

Η Ενάγουσα ευθύνεται για τον μικρό τραυματισμό της, συνεχίζει η μάρτυρας, καθώς ήταν απρόσεχτη και αμελής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η δε Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη φέρει για τα έξοδα και τις ζημιές της Ενάγουσας, της οποίας τα όποια προβλήματα ήταν προϋπάρχοντα και συνεπώς αξιοί ανταπαιτητικώς το συνολικό ποσό των €5.533,40.

 

Από το ατύχημά της, η Ενάγουσα υπέστη τραυματισμό μαλακών μορίων, που σύμφωνα με γνωμάτευση των γιατρών της, μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, χωρίς οποιοδήποτε λειτουργικό κατάλοιπο. Εντούτοις, η Ενάγουσα προσπάθησε να συνδέσει τα προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας της με τον τραυματισμό της και παρόλο που κλήθηκε με επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης να επιστρέψει στην εργασία της, δεν το έπραξε.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγομένης από το 2024 και λαμβάνει πληροφόρηση από το αρχείο που τηρείται στην Εναγομένη, ενώ δεν γνώριζε να απαντήσει ποιος έδωσε οδηγίες για να γίνουν οι πληρωμές που έγιναν στην Ενάγουσα.

 

Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, η μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε πληροφορίες από συναδέλφους της που εργάζονται στο Λογιστήριο της Εναγομένης και την Τμηματάρχη, η οποία εργαζόταν το χρονικό εκείνο διάστημα στο επίδικο ξενοδοχείο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της για τα προϋπάρχοντα προβλήματα της Ενάγουσας, ως ανέφερε, ενημερώθηκε από ιατρικά πιστοποιητικά που υπάρχουν και από άτομα που εργάζονται στο ξενοδοχείο. Σύμφωνα με το αρχείο της Ενάγουσας, υπάρχουν σε αυτό άδειες ασθενείας οι οποίες ωστόσο από ένα σημείο και έπειτα αναγράφουν ότι μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία της, αλλά δεν ήθελε η ίδια, στο δε μισθολόγιο φαίνεται ότι δεν δούλεψε καθόλου μετά το ατύχημα για διάστημα τριών μηνών, ενώ με το πέρας της καλοκαιρινής σεζόν το ξενοδοχείο έκλεισε.

Ερωτηθείσα, κατά πόσο η Ενάγουσα έπρεπε να πληρωθεί, δεδομένου του ότι χορηγήθηκαν άδειες ασθενείας σε αυτήν, τις οποίες αποδέχθηκε η Εναγόμενη, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να πάρει επίδομα κοινωνικών ασφαλίσεων εφόσον δεν εργαζόταν. Ερωτηθείσα εάν υπήρχε συμφωνία ότι ο εργοδότης θα πληρώνει τις ημέρες αναφορικά με τις οποίες υπάρχει άδεια ασθενείας, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν πληρώνονται αν υπάρχει καταχωρημένη αίτηση στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για επίδομα σωματικής βλάβης ή ασθενείας. Ως επίσης ανέφερε η μάρτυρας, για τα έτη 2024 - 2025  ο εργοδότης δεν πρέπει να πληρώνει ολόκληρο το ποσό των απολαβών, αλλά να συμπληρώνει το ποσό που πληρώνει το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πράγμα το οποίο ισχύει και για την αναλογία του 13ου μισθού και για τις άδειες.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω από τη ΜΥ1, ότι στην αίτηση που υποβάλλεται για επίδομα σωματικής βλάβης, ο εργοδότης οφείλει να συμπληρώσει το μέρος που αφορά στις συνθήκες ατυχήματος και να ενημερώσει για το ατύχημα, πλην όμως τούτο, δεν σημαίνει ότι ο εργοδότης αποδέχεται την ευθύνη ενός ατυχήματος.

 

Ο δεύτερος μάρτυρας ο οποίος πρσέφερε μαρτυρία για την πλευρά της Εναγομένης ήταν ο Δρ. Π.Α. (στο εξής ο «ΜΥ2»).

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στα επαγγελματικά του προσόντα, αναφέροντας ότι ειδικεύτηκε στην ειδική χειρουργική και ορθοπεδική τραυματιολογία. Ο μάρτυρας αυτός εξέτασε δύο φορές την Ενάγουσα και ετοίμασε σχετική ιατρική έκθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και κατέθεσε ως Τεκμήριο 42.

 

Ήταν η γνώμη του μάρτυρα, ότι τα ευρήματα που παρουσιάζονται στις ακτινολογικές εκθέσεις της Ενάγουσας είναι προϋπάρχοντα του τραυματισμού της και είναι αποτέλεσμα του χρόνου και της χρόνιας εργασίας της και όχι του επίδικου ατυχήματος. Από το επίδικο ατύχημα, κατά τον ΜΥ2, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση μαλακών μορίων, δηλ. ένα απλό τραυματισμό ο οποίος επουλώνεται σε τέσσερις εβδομάδες και λογικά η ασθενής επιστρέφει στα καθημερινά της καθήκοντα.

Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, ο τελευταίος συμφώνησε ότι έλαβε οδηγίες από την ασφάλεια που καλύπτει την Εναγομένη να εξετάσει την Ενάγουσα, ανέφερε δε, ότι στην κατοχή του είχε μόνο γνωματεύσεις, αποδείξεις και συνταγές, όχι όμως απεικονιστικά ευρήματα ακτινογραφιών και τομογραφιών, καθότι, παρόλο που ζήτησε να του σταλούν τα συγκεκριμένα έγγραφα, δεν τα έλαβε ποτέ. Ως επίσης ανέφερε, παρόλο που η Ενάγουσα του είπε ότι αποτάθηκε σε πολλούς γιατρούς, δεν του προσκόμισε τίποτα, ούτε καν την 1η ακτινογραφία που έκανε στο νοσοκομείο Santa Marina. Αυτός, ήταν και ο λόγος που καθυστέρησε να συντάξει την ιατρική του γνωμάτευση, την οποία τελικά συνέταξε με βάση τα όσα του δόθηκαν.

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, ότι ο τελευταίος εξέτασε την Ενάγουσα δέκα χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα και ότι κατέληξε στα ευρήματά του βάσει της ημερομηνίας που την εξέτασε. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι συμμετείχε πολλές φορές σε ιατροσυμβούλια, εξηγώντας τις διαδικασίες που εκεί ακολουθούνται, πλην όμως δεν γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο συγκεκριμένο ιατροσυμβούλιο, εξέτασε την Ενάγουσα. Ανέφερε περαιτέρω ότι το ιατροσυμβούλιο έκρινε ικανή την Ενάγουσα για εργασία τον 2/2015 και ότι δεν φαίνεται να υπέβαλε ένσταση η Ενάγουσα στην εν λόγω απόφαση.

 

Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2 εξήγησε ότι ο ακτινολόγος στην έκθεσή του αναφέρεται σε εκφυλιστικού και όχι μετατραυματικού τύπου αλλοιώσεις, υποδεικνύοντας ότι θεωρητικά ο εκφυλισμός μπορεί να είναι και αποτέλεσμα τραυματισμού (post traumatic arthritis), πλην όμως χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό και την εμφάνιση της αρθριτιδας. Εν προκειμένω, οι εκθέσεις που υπήρχαν αναφορικά με την Ενάγουσα έγιναν ένα μήνα μετά το ατύχημα, επομένως δεν δικαιολογείται η ανάπτυξη μετατραυματικής αρθριτιδας μετά από τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, επομένως είναι προϋπάρχουσα. Με τη διευκρίνιση ότι δεν είναι η ειδικότητά του, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ούτε η συριγγομυελία που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 5, είναι δυνατό να αναπτύχθηκε τόσο σύντομα. Τα ευρήματα αυτά, εξήγησε ο ΜΥ2, συνάδουν ηλικιακά και εργασιακά με την Ενάγουσα.

 

Υποβλήθηκε περαιτέρω στον μάρτυρα, ότι η υπακρωμιακή θυλακίτιδα και η πρόσκρουση υπερακάνθιου τένοντα στο ακρώμιο, τα οποία καταγράφονται στο Τεκμήριο 8, οφείλοντο στο ατύχημα, με τον ΜΥ2 να απαντά αφενός μεν ότι πρόκειται για θέμα κληρονομικότητας, αφετέρου δε, ότι πρόκειται για το αποτέλεσμα οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων λόγω φθοράς του χρόνου, όπως και η αρθροπάθεια στην ωμοκλειδική άρθρωση, προβλήματα τα οποία, ως εξήγησε, οφείλονται στην κούραση και στη χρήση.

 

Ερωτηθείς εάν ο τραυματισμός/πτώση μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση της Ενάγουσας ως είχε, ο ΜΥ2 απάντησε ότι η θεωρεί ήπια τη πτώση και συνεπώς ήπια και την προκληθείσα κάκωση. Λαμβάνοντας δε υπόψη και τα ακτινολογικά ευρήματα των μαγνητικών τομογραφιών, ως τα περιγράφουν οι ακτινολόγοι, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι αν σήμερα υπάρχει επιδείνωση στην υγεία της Ενάγουσας, αυτή οφείλεται στη φθορά του χρόνου και στην εργασία της και όχι στον τραυματισμό της, σημειώνοντας, ότι η Ενάγουσα δεν είχε άμεση πτώση πάνω στην οσφύ ή στον αυχένα από μεγάλο ύψος.

 

Ακολούθως, ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε η Π.Ζ. (στο εξής η «ΜΥ3»), η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή της δήλωση, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ.

 

Σε αυτήν, η ΜΥ3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι Τμηματάρχης στο Τμήμα Οροφοκομίας του επίδικου ξενοδοχείου από το 2006 μέχρι σήμερα και γνωρίζει την Ενάγουσα προσωπικά. Ως περαιτέρω αναφέρει στη δήλωσή της, η Ενάγουσα ήταν έμπειρη και εκπαιδευμένη καμαριέρα και πριν την εργοδότησή της στο επίδικο ξενοδοχείο, εργαζόταν ως καμαριέρα και σε άλλα ξενοδοχεία.

 

Την 30.7.2014 της τηλεφώνησε η προϊσταμένη της και της ανέφερε ότι η Ενάγουσα γλίστρησε και ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο, όπου τη βρήκε να κάθεται στο κρεβάτι. Μετά από συνομιλία μαζί με την Ενάγουσα, και αφού η τελευταία της ανέφερε ότι χτύπησε το πόδι της, της τοποθέτησε πάγο πάνω στο γόνατό της. Στη συνέχεια της είπε ότι χτύπησε και το χέρι της, πλην όμως δεν υπήρχαν γδαρσίματα ή αίμα. Η Ενάγουσα αρνήθηκε, συνεχίζει η μάρτυρας, να καλέσουν ασθενοφόρο από το ξενοδοχείο και ήθελε να καλέσει τον σύζυγό της να έρθει να την πάρει, όπως και έγινε.

 

Η ΜΥ3 αναφέρει επιπρόσθετα ότι είχε δώσει οδηγίες στις καμαριέρες, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας, όπως φοράνε αθλητικά αντιολισθητικά παπούτσια, ήτοι να φοράνε είτε παπούτσια ecco είτε scholl είτε αθλητικά.

 

Επίσης η Ενάγουσα λάμβανε καθημερινά οδηγίες από τη ΜΥ3 και λίστα αναφορικά με το πως να καθαρίζει τα δωμάτια, αναρτημένη στο τρόλεϊ της. Η Ενάγουσα, παράκουσε τις οδηγίες της, συνεχίζει η μάρτυρας, καθώς δεν έκλεισε το κλιματιστικό του δωματίου, δεν άνοιξε την πόρτα του μπαλκονιού ώστε να αερίζεται το δωμάτιο μέχρι να καθαρίσει και δεν εφάρμοσε τις σχετικές οδηγίες καθαρισμού. Αντί τούτου, καθάρισε το δωμάτιο και ακολούθως άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και προσπάθησε να βγει στο μπαλκόνι για να το καθαρίσει χωρίς να το ελέγξει προτού βγει.

 

Η Ενάγουσα, συνεχίζει η ΜΥ3, έτυχε εκπαίδευσης από το ξενοδοχείο, από την ίδια και από τους συμβούλους Argonauts Business ConsultantsEducators, καταθέτοντας ως Τεκμήρια 43 – 45, σχετικά εγχειρίδια.

 

Επιπρόσθετα, η ΜΥ3 στη δήλωσή της αναφέρει ότι η Ενάγουσα καθάριζε το συγκεκριμένο δωμάτιο και τις προηγούμενες μέρες και γνώριζε τον χώρο, είχε δε μαζί της τον αναγκαίο εξοπλισμό και τις απαραίτητες προμήθειες και ήταν ντυμένη με τη στολή του ξενοδοχείου, ενώ γνώριζε ότι ήταν μέσα στα καθήκοντά της πρωταρχικά να παρατηρήσει προσεκτικά το δωμάτιο και το μπαλκόνι, ώστε να αποφύγει τυχόν ακαθαρσίες ή λάδια στο πάτωμα και να τα μαζέψει ή σκουπίσει. Φαίνεται, ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή και δεν μερίμνησε να ελέγξει το πάτωμα του μπαλκονιού προτού βγει σε αυτό, επομένως εξέθεσε από μόνη της τον εαυτό της σε κίνδυνο, ο οποίος ήταν ορατός, αναμενόμενος και προβλεπτός.

 

Ούτε και όφειλε η Εναγόμενη ή το ξενοδοχείο, να προσφέρουν και 2η καμαριέρα ώστε να καθαρίσει το δωμάτιο μαζί με την Ενάγουσα. Το ξενοδοχείο, συνεχίζει η μάρτυρας, διαθέτει εγχειρίδιο ασφάλειας και υγείας για ατομική προστασία των υπαλλήλων του, το οποίο είναι αναρτημένο σε κάθε τμήμα του ξενοδοχείου, περιλαμβανομένου του τμήματος οροφοκομίας και αναφέρεται συγκεκριμένα στον καθαρισμό λεκέδων και υγρών από το δάπεδο, καθώς επίσης και σε συμβουλές προς αποφυγή πτώσεων και στη χρήση προστατευτικού ρουχισμού και εξοπλισμού. Η δε Ενάγουσα, είχε οδηγίες να φορά ειδικά αδιάβροχα παπούτσια με χαμηλά τακούνια, να δένει σφιχτά  τα κορδόνια των παπουτσιών της και να μην φοράει φαρδιά παντελόνια που μπορεί να προκαλέσουν πτώση και να χρησιμοποιεί αντιολισθητικά χαλιά σε περιοχές με νερό στο δάπεδο.

 

Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία καθαρισμού και ειδικά ενός δωματίου αναχώρησης, διευκρινίζοντας ότι το δωμάτιο όπου έλαβε χώρα ο επίδικος τραυματισμός, ήταν δωμάτιο αναχώρησης. Η ΜΥ3 επίσης ανέφερε ότι το μπαλκόνι καθαριζόταν τελευταίο και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, το πάτωμα ήταν καλυμμένο με χαλί και το μπαλκόνι με κεραμικό, ενώ οι οδηγίες καθαρισμού τοποθετούντο σε κάθε τρόλεϊ. Κάθε πρωί, ως εξήγησε, οι καθαρίστριες έχουν αναρτημένο ημερήσιο πρόγραμμα για τα δωμάτια που έχουν να καθαρίσουν και η Ενάγουσα γνώριζε ότι το συγκεκριμένο δωμάτιο ήταν δωμάτιο αναχώρησης. Ως επίσης ανέφερε, κάθε ξενοδοχείο διαθέτει μία καθαρίστρια ανά δωμάτιο και μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης χρησιμοποιείται 2η καμαριέρα.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ3 ανέφερε ότι οι οδηγίες για αντιολισθητικά παπούτσια πηγάζουν από το εγχειρίδιο και διευκρίνισε, ότι οι μάρκες scholl και ecco στις οποίες αναφέρθηκε στη δήλωσή της, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αντιολισθητικά παπούτσια. Παρόλο που στο εγχειρίδιο δεν αναγράφεται ότι οι καμαριέρες πρέπει να φοράνε αντιολισθητικά παπούτσια, συνέχισε η μάρτυρας, η οδηγία αυτή δινόταν για την ασφάλειά τους, υποδεικνύοντας ότι ορισμένα πράγματα λέγονταν για προστασία του υπαλλήλου και δεν περιορίζονταν στα όσα αναγράφονται στο εγχειρίδιο.

 

Αναφορικά με τα χαμηλά τακούνια στα οποία γίνεται αναφορά στο εγχειρίδιο, η ΜΥ3 ανέφερε ότι η συγκεκριμένη αναφορά γράφτηκε γενικά από τους συμβούλους, καθώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν τακούνια στη δική τους δουλειά, ενέμεινε δε στη θέση ότι η Ενάγουσα δεν ακολούθησε τη σωστή διαδικασία καθαρισμού του δωματίου, καθώς, αν το έπραττε, θα άνοιγε εξαρχής το μπαλκόνι, το οποίο τότε ήταν μερικώς καλυμμένο, και θα έβλεπε τα λάδια στο πάτωμα.

 

Στην υποβολή ότι η αναφορά στο εγχειρίδιο για χρήση αντιολισθητικών / ορθοπεδικών παπουτσιών, αφορά την κουζίνα, η ΜΥ3 απάντησε ότι τα εγχειρίδια είναι γενικά και ότι όλα τα τμήματα έχουν να κάνουν με αντιολισθητικά παπούτσια, ενώ επικαλέστηκε την εμπειρία της και την ανάγκη χρήσης τέτοιων παπουτσιών, έστω και αν αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στο εγχειρίδιο.

 

Ως επίσης ανέφερε η μάρτυρας, από το φως γυαλίζει το λάδι και αν άνοιγε την πόρτα θα έπρεπε να το δει, ενώ ενέμεινε στη θέση της ότι δόθηκαν στην Ενάγουσα, που ήταν έμπειρη και εκπαιδευμένη καμαριέρα, οδηγίες για να φοράει αντιολισθητικά παπούτσια. Στην δε υποβολή ότι η Ενάγουσα φορούσε αδιάβροχα παπούτσια, ως το εγχειρίδιο, τα οποία δεν την προστάτευαν, η ΜΥ3 απάντησε ότι η Ενάγουσα όφειλε να αγοράσει κατάλληλα παπούτσια.

 

Ακολούθως, για την πλευρά της Εναγομένης κατέθεσε ο Κ.Γ. (στο εξής ο «ΜΥ4»), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε και κατέθεσε τη γραπτή του δήλωση, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ.

 

Σε αυτήν, ο μάρτυρας αναφέρει ότι είναι ένας εκ των τριών διευθυντών της Εναγομένης και ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση λόγω της θέσης του, λαμβάνει δε πληροφόρηση από τα στοιχεία του αρχείου της Εναγομένης, τα οποία έχει στην κατοχή και φύλαξή του, καθώς επίσης και από πληροφόρηση που έλαβε από το Λογιστήριο της Εναγομένης, το Τμήμα Οροφοκομίας και τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του από την Εναγομένη.

 

Αφού ο μάρτυρας αναφέρεται στο καθεστώς εργοδότησης της Ενάγουσας, αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι αυτή υπέστη κάποιο τραυματισμό στο ξενοδοχείο την 30.7.2014, όταν γλίστρησε στο πάτωμα σε μπαλκόνι δωματίου, ενώ εκτελούσε τα καθήκοντά της και έκτοτε έπαυσε να εργάζεται στην Εναγομένη, η οποία βασιζόμενη στις διάφορες άδειες ασθενείας και στα ιατρικά πιστοποιητικά που η Ενάγουσα προσκόμιζε στο ξενοδοχείο, κατέβαλε εκ λάθους προς αυτήν, για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2014, απολαβές και παρεμφερή επιδόματα, χωρίς να εργάζεται, ήτοι το συνολικό ποσό των €4.352,58 μείον την επιστροφή του επιδόματος από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, το οποίο η Ενάγουσα επέστρεψε την 7.4.2015, ήτοι ποσό €1.711,60 δηλαδή υπόλοιπο ποσό €2.640,98. Πρόσθετα, η Εναγόμενη κάλυψε εκ λάθους τα ιατρικά έξοδα της Ενάγουσας, καθώς επίσης και φάρμακα, φυσιοθεραπείες κ.α., για το συνολικό ποσό των €2.892,42.

 

Όπως προέκυψε από ιατρική μαρτυρία των Δρ. Η.Γ. και Δρ. Π.Α., που εξέτασαν την Ενάγουσα, τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και για τα οποία παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά και άδειες ασθενείας και απουσίας από την εργασία της, προέρχονταν και οφείλονταν αποκλειστικά σε προϋπάρχοντα ιατρικά προβλήματα υγείας της, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με το επίδικο ατύχημα και τα οποία απέκρυψε από τον εργοδότη της.

 

Η Εναγομένη, συνεχίζει ο μάρτυρας, δεν υπήρξε με οποιονδήποτε τρόπο αμελής, ούτε παρέβη οποιαδήποτε εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντά της ως εργοδότης, η δε Ενάγουσα τύγχανε συνεχούς εκπαίδευσης και είχε καθήκον και υποχρέωση να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα, επιμέλεια και προσοχή, αφενός μεν για προστασία της ιδίας, αφετέρου δε, ώστε να εκτελεί την εργασία της χωρίς να εκθέτει τον εαυτό της σε οποιοδήποτε κίνδυνο.

 

Εν προκειμένω, ακόμα και αν υπήρχαν λάδια ή άλλα γλιστερά υγρά στο δάπεδο, η Ενάγουσα όφειλε και είχε καθήκον και υποχρέωση, προτού τα καθαρίσει, να ελέγξει το δάπεδο του μπαλκονιού, να τα προσέξει και να αποφύγει να τα πατήσει. Είχε δε εκπαιδευτεί προς τούτο από την Εναγομένη, η οποία παρείχε σε αυτήν ασφαλές σύστημα ασφάλειας και υγείας και συνεργάζεται προς τούτο με τους συμβούλους Argonauts Business Consultants Educators, ενώ είχε προμηθευτεί με όλα τα απαραίτητα εφόδια για να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία και είχε καθήκον να τηρεί και να εφαρμόζει το εγχειρίδιο οδηγιών ασφάλειας και υγείας του ξενοδοχείου, καθώς επίσης και τις οδηγίες της προϊσταμένης της και τη σχετική λίστα οδηγιών.

 

Συνεπακόλουθα, η Ενάγουσα ευθύνεται η ίδια για την ατυχία της, καθώς εξέθεσε τον εαυτό της σε εμφανή κίνδυνο τον οποίο όφειλε να παρατηρήσει και να αποφύγει και η Εναγομένη δεν υπέχει καμία ευθύνη έναντι της Ενάγουσας.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ4, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τη διεύθυνση του ξενοδοχείου ασκεί ο εκάστοτε διευθυντής και ότι αυτός είναι  διευθυντής της εταιρείας και δεν εργοδοτείτο από την εταιρεία. Ήταν η θέση του, ότι οι πληρωμές έγιναν από λάθος προς την Ενάγουσα, βάσει των πιστοποιητικών που αυτή παρουσίαζε, ωστόσο από την έκθεση του Δρ. Η.Γ. διαπιστώθηκε ότι κακώς πληρώθηκαν τα ποσά αυτά, διότι τα προβλήματά της δεν οφείλονταν στο ατύχημα της 30.7.2014.

 

Ανέφερε περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του, ότι οι εν λόγω πληρωμές έγιναν εκ παραδρομής από το Λογιστήριο, υπέδειξε δε ότι επρόκειτο για μικρό ατύχημα το οποίο δεν απασχόλησε όλη τη διεύθυνση. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις οδηγίες που οι καμαριέρες λαμβάνουν από την προϊσταμένη τους, ενώ ανέφερε επίσης ότι  το προσωπικό παρακολουθεί σεμινάρια για τον τρόπο διεκπεραίωσης της εργασίας του, αλλά και σε σχέση με το πως να ντύνεται, τι παπούτσια να φορά και τι προφυλάξεις να παίρνει. Σε σχέση με την ενδυμασία των καμαριέρων, ο ΜΥ4 ανέφερε ότι υπάρχει συγκεκριμένη στολή και ότι έχουν οδηγίες να φορούν αθλητικά ή αντιολισθητικά παπούτσια, διευκρίνισε δε, ότι τα όσα κατέθεσε ήταν από ενημέρωση που έλαβε.

 

Αναφορικά με τα εγχειρίδια ασφάλειας και υγείας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αναθεωρούνται κάθε τρία χρόνια, εξηγώντας ότι η πιστοποίηση ακολουθεί την υιοθέτηση συστήματος.

 

[IV] Παραδεκτά και Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα

 

Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνω πιο κάτω τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, ως προκύπτει εκ της δικογραφίας και της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και τα παραδεκτά γεγονότα βάσει των δηλώσεων των συνηγόρων των μερών:

-       Η Ενάγουσα, κατά το 2014, εργαζόταν ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο με την ονομασία «Melissi», ιδιοκτησίας της Εναγομένης. Ήταν έμπειρη καμαριέρα καθότι εργάστηκε στον ξενοδοχειακό τομέα για περίπου 23 χρόνια. 

 

-       Την 30.7.2014, ενώ η Ενάγουσα βρισκόταν στην εργασία της, γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα δωματίου αναχώρησης το οποίο πήγε να καθαρίσει, βάσει οδηγιών της προϊσταμένης της.

 

-       Μετά  το ατύχημα της 30.7.2014, η Ενάγουσα δεν επανήλθε στην εργασία της.

 

-       Η Ενάγουσα έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ποσό €1.711,60 το οποίο κατέβαλε στην Εναγομένη την 7.4.2015.

 

-       Κατόπιν δήλωσης των συνηγόρων, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι τα όσα ανταπαιτητικώς αξιούνται, πληρώθηκαν από την Εναγόμενη.

 

-       Κατά την επανεξέταση του ΜΥ4, κατατέθηκε από κοινού, ως Τεκμήριο 46, για την αλήθεια του περιεχομένου του, πιστοποιητικό ημερ. 31.12.2014, με το οποίο πιστοποιείται ότι το επίδικο ξενοδοχείο εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης OHSAS 18001:2007 για τη διαχείριση της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία.

 

[V] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Όσον αφορά στην μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και στην αξιολόγησή τους, αυτή δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εξαιρουμένου του ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που αποτελεί ένα από τα στοιχεία κρίσεως της αξίας της γνώμης του. Το Δικαστήριο, πρέπει πρωτίστως να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και ακολούθως να εξετάσει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του.[9]

 

Οι εμπειρογνώμονες, οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματά τους, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του, ανεξάρτητη άποψη, δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης.[10]

 

Το κατά πόσο ένας μάρτυρας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα ώστε να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου,[11] το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει.[12] Έτσι, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του.[13]

 

Έχοντας κατά νου όλες τις ανωτέρω αρχές, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης.

 

Αρχίζοντας από την ΜΕ1, σημειώνω ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, πλην όμως η μαρτυρία της, γίνεται μερικώς αποδεκτή, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως.

Η μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που της υπεβλήθησαν κατά τη μακρά αντεξέτασή της και δεν έχω εντοπίσει ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία της. Ερωτηθείσα αναφορικά με τους μισθούς που λάμβανε, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να θυμάται ακριβώς τα ποσά, ανέφερε δε, ότι η Εναγόμενη της απέστελλε ότι της αναλογούσε σε μισθούς και ότι το ποσό που έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, το επέστρεψε.

 

Λαμβάνοντας υπόψη μου τον τρόπο πληρωμής της ΜΚ1, ως επεξηγήθηκε και δεν τέθηκε από αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τον διαρρεύσαντα χρόνο, δεν θεωρώ ότι η μάρτυρας μετέφερε αναλήθειες στο Δικαστήριο επί του θέματος ή ότι έχει πληγεί η αξιοπιστία της.

 

Όπως μάλιστα προέκυψε από την αντεξέταση της Ενάγουσας, η τελευταία δεν δίστασε να αναφέρει ότι η προϊσταμένη της, της έδιδε λίστα με οδηγίες καθαρισμού των δωματίων, ότι η ίδια ήταν έμπειρη καμαριέρα και ότι την ημέρα του ατυχήματος, λόγω της ζέστης, δεν άνοιξε από την αρχή τη μπαλκονόπορτα του δωματίου που πήγε να καθαρίσει, ενώ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν έβαλε με το νου της ότι μπορεί να υπήρχαν λάδια στο πάτωμα.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διευκρινίζω, ότι το μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας το οποίο δεν γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, αντιπαραβαλλόμενο με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, και ιδιαίτερα τη σύγκλιση στις απόψεις των εμπειρογνωμόνων, στις οποίες αναφορά θα γίνει κατωτέρω, είναι το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά στις σωματικές βλάβες της και στα κατ’ ισχυρισμό κατάλοιπα που της άφησε ο τραυματισμός της από τη πτώση της την 30.7.2014, καθώς επί του θέματος αυτού, η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι υπερέβαλλε.

 

Δεν διαλανθάνει μάλιστα την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, καθ’ υπόδειξη της ιατρικής έκθεσης ημερ. 30.7.2014 από την πολυκλινική Santa Marina, την οποία η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, στην υποβολή ότι οι ακτινογραφίες δεν κατέδειξαν οστική κάκωση και ότι της δόθηκαν παυσίπονα και πήγε στο σπίτι της, απάντησε χαρακτηριστικά «ότι θέλει γράφει ο καθένας». Και ενώ ενέμεινε στη θέση ότι ήταν απολύτως υγιής μέχρι τα 53 της χρόνια, διεφάνη ότι είχε υποβληθεί σε κάποια επέμβαση προ του επίδικου ατυχήματος, σε μία προφανή της προσπάθεια να παρουσιάσει ότι οι τραυματισμοί της ήταν πολύ μεγαλύτεροι από το πως περιγράφονται στις ιατρικές αναφορές και καταβάλλοντας υπερβάλλοντα ζήλο ώστε να πείσει το Δικαστήριο για τις συνέπειες του τραυματισμού της.

 

Τέλος, σε ότι αφορά στη στιχομυθία που αποδόθηκε στον Δρ. Η.Γ., πρόκειται για λόγια που αποδίδονται σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή για εξ ακοής μαρτυρία. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου.[14]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν κλητεύθηκε για να καταθέσει και να αντεξετασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να τύχει αξιολόγησης, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθεί για να καταθέσει κατά το ακροαματικό στάδιο. Πρόκειται δε για μεταφορά θέσεων οι οποίες συγκρούονται με τις θέσεις της Ενάγουσας και συνεπώς θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να αποδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ΜΚ1.

 

Για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο δεν αποδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 15, ήτοι την ιατρική βεβαίωση του Δρ. Ζ. ημερ. 6.2.2015, που σχετίζεται με τη ψυχική υγεία της Ενάγουσας, καθότι το πρόσωπο που συνέταξε την εν λόγω βεβαίωση δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήτευσή του, δοθέντος μάλιστα του ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία. Σε κάθε όμως περίπτωση, επισημαίνω ότι στη συγκεκριμένη βεβαίωση, δεν καταγράφεται ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας της Ενάγουσας, οφείλονται ή συνδέονται με το επίδικο ατύχημα.

Ομοίως, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στις ιατρικές βεβαιώσεις που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, οι οποίες έχουν αμφισβητηθεί και οι συντάκτες των οποίων δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Αναφορικά με τον ΜΕ2, σημειώνεται αρχικά ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Έχοντας δε αξιολογήσει αυτά, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.

 

Έχοντας λοιπόν κατά νου τη συνολική παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρα και το σύνολο της μαρτυρίας του, απεκόμισα θετική εντύπωση, καθώς ο ΜΕ2 ήταν πλήρως και δεόντως κατατοπιστικός αναφορικά με τα ιατρικά ζητήματα αναφορικά με τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, ενώ δεν διαπίστωσα οιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία ήταν ποιοτική, ο δε μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα και επεξηγηματικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του.

 

Σε ότι αφορά στη μη καταγραφή ορισμένων ζητημάτων στο ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ2, γεγονός αναφορικά με το οποίο αντεξετάσθηκε από τον συνήγορο της άλλης πλευράς, ο μάρτυρας εξήγησε ότι στο ιατρικό του πιστοποιητικό κατέγραψε τα όσα αφορούσαν στο επίδικο περιστατικό, ενώ δεν αρνήθηκε, ότι τα πλείστα εκ των προβλημάτων που ενδεχομένως να αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα, ήταν προϋπάρχοντα. Τούτων λεχθέντων, δεν θεωρώ ότι ο ΜΕ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο έχοντας οιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή ότι μετέφερε αναλήθειες ή ανακρίβειες στο Δικαστήριο.

 

Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι μέσω αυτής κατέστη δυνατός ο σχηματισμός της ανεξάρτητης κρίσης του Δικαστηρίου.

 

Αναφορικά με τον ΜΕ3, σημειώνω ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν έτυχαν αμφισβήτησης, κατόπιν δε αξιολόγησής τους, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.

 

Έχοντας κατά νου τη συνολική παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρα και το σύνολο της μαρτυρίας του, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του, εφόσον ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ηρεμία, φυσικότητα και πλήρη επεξηγηματικότητα των ευρημάτων του, δίχως να εντοπίζεται στη μαρτυρία του οποιαδήποτε αντίφαση ή να αναδύεται από αυτήν οποιοδήποτε κίνητρο ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Αναφορικά με την ΜΕ4, τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία της δεν έτυχαν αμφισβήτησης, κατόπιν δε αξιολόγησής τους, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.

 

Διατηρώντας κατά νου τη συνολική παρουσία της και το σύνολο της μαρτυρίας της, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΕ4, καθώς η μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ηρεμία, φυσικότητα και επαρκή επεξηγηματικότητα, δίχως να εντοπίζεται στη μαρτυρία της η οποιαδήποτε αντίφαση ή να αναδύεται από αυτήν οποιοδήποτε κίνητρο ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία της ΜΕ4 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Σε σχέση με τον ΜΕ5, τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν έτυχαν αμφισβήτησης, κατόπιν δε αξιολόγησής τους, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.

 

Έχοντας κατά νου τη συνολική παρουσία του μάρτυρα και το σύνολο της μαρτυρίας του, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του, εφόσον ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με ηρεμία, φυσικότητα, σταθερότητα ως προς τις θέσεις του και επαρκή επεξηγηματικότητα, ενώ δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του, ούτε να αναδύεται από αυτήν οποιοδήποτε κίνητρο ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία του ΜΕ5 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Η ΜΥ1 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς κατέθεσε με ηρεμία και σταθερότητα ενώπιον του Δικαστηρίου, δίχως να υποπέσει σε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή της ή να υπεκφύγει να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλοντο, ενώ μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι γνώστης του αντικειμένου της.

 

Ωστόσο, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ1 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και γνώμη τρίτων προσώπων, καθώς επίσης και συμπεράσματα στα οποία η ίδια κατέληξε με βάση τα έγγραφα και τις πληροφορίες που είχε στην κατοχή της, ως άλλωστε ανέφερε και η ίδια.

 

Ως εκ τούτου, αποδέχομαι μερικώς τη μαρτυρία της ΜΥ1. Ειδικότερα, η μαρτυρία της σε ότι αφορά στον τραυματισμό της Ενάγουσας και τις σωματικές βλάβες της δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, καθώς η μάρτυρας δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας επί του θέματος αυτού. Ούτε και ήταν εργοδοτούμενη της Εναγομένης κατά τον χρόνο που επισυνέβη το ατύχημα, επομένως δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές της ως προς το πως επισυνέβη το ατύχημα, οι οποίες βασίζονται στα λεγόμενα τρίτων προσώπων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα της αποδοχής και απόδοσης βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω, εξαιρουμένων των όσων δεν αμφισβητούνται.  

 

Ούτε και κατέθεσε η συγκεκριμένη μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας αναφορικά με θέματα εργασιακών δικαιωμάτων ή διαφορών, επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη γνώμη που εξέφρασε σε σχέση με τέτοιας φύσεως ζητήματα και δει σε σχέση με το κατά πόσο ορθά η Ενάγουσα πληρώθηκε από τον εργοδότη της.

Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ1 σε ότι αφορά στα όσα κατέθεσε για τους μισθούς της Ενάγουσας, τα οποία επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της, αλλά και στα όσα επεξήγησε αναφορικά με την πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού και την πληρωμή συμπληρωματικού ποσού σε σχέση με αυτό που λαμβάνεται από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις.

 

Αναφορικά με τον ΜΥ2, σημειώνεται εν πρώτοις ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρία του δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Έχοντας δε αξιολογήσει αυτά, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο αντικείμενο αναφορικά με το οποίο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο.

 

Αξιολογώντας τη συνολική παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρα και το σύνολο της μαρτυρίας του, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, καθώς ο ΜΥ2 ήταν πλήρως και δεόντως κατατοπιστικός αναφορικά με τα ιατρικά ζητήματα αναφορικά με τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, ενώ δεν διαπίστωσα οιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία ήταν ποιοτική, ο δε μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα και επεξηγηματικότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, χωρίς υπεκφυγές.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι ο ΜΥ2 εξέτασε την Ενάγουσα εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας που καλύπτει την Εναγομένη. Τούτο ωστόσο, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα, λαμβανομένης υπόψη της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί, ως καταγράφεται πιο πάνω, λαμβανομένων παράλληλα υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και του ρόλου τους.

 

Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2, λαμβανομένου υπόψη του ότι μέσω αυτής κατέστη δυνατός ο σχηματισμός της ανεξάρτητης κρίσης του Δικαστηρίου.

 

Η ΜΥ3 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας επεξήγησε με τη δέουσα λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τα καθήκοντα μιας καμαριέρας κατά το καθάρισμα ενός δωματίου ξενοδοχείου, καθώς επίσης και τις οδηγίες που δίδονται στις καμαριέρες για τον σκοπό αυτό και γενικότερα τις διαδικασίες που τηρούνται στο ξενοδοχείο.

 

Η μάρτυρας εξήλθε αλώβητη από την αντεξέτασή της, χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση, ενέμεινε δε στη θέση ότι, πέραν των όσων καταγράφονται στα εγχειρίδια ασφάλειας και υγείας, δίδονταν οδηγίες στις καμαριέρες για τα παπούτσια που θα έπρεπε να φοράνε για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας τους, αναφερόμενη σε συγκεκριμένες μάρκες της τότε εποχής. Στη δε υποβολή ότι το εν λόγω εγχειρίδιο κάνει αναφορά σε χαμηλά τακούνια, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι λογικό το να φοράει κανείς τέτοια παπούτσια για να κάνει αυτή τη δουλειά και ότι η συγκεκριμένη οδηγία δόθηκε από τους συμβούλους του ξενοδοχείου γενικά και δεν αφορά στις καμαριέρες.

 

Σε ότι αφορά στη θέση της ΜΥ3, ότι η Ενάγουσα δεν ακολούθησε τη σωστή διαδικασία, ήτοι να ανοίξει πρώτα το μπαλκόνι, αρκούμαι να σημειώσω ότι η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν το έπραξε λόγω της ζέστης. Τα νομικά συμπεράσματα επί του σημείου αυτού, αποτελούν έργο του Δικαστηρίου.

 

Τέλος, ο ΜΥ4 μου έκανε θετική εντύπωση, καθώς κατέθεσε με ηρεμία και σταθερότητα και δεν εντόπισα οιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία του. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στις γενικές οδηγίες και διαδικασίες που τηρούνται στο ξενοδοχείο, καθώς επίσης και στα πιστοποιητικά που λαμβάνει το ξενοδοχείο αναλόγως εφαρμογής ορισμένων συστημάτων, ένεκα της ιδιότητάς του ως διευθυντής της Εναγομένης.

 

Επισημαίνω ωστόσο, ότι η όλη μαρτυρία του, σε ότι αφορά στο επίδικο ατύχημα, ήταν εξ ακοής μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία βασίστηκε στα λεγόμενα τρίτων προσώπων, τόσο αναφορικά με το πως επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, όσο και αναφορικά με τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας, όπως για παράδειγμα το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Η.Γ., βάσει του οποίου ο μάρτυρας διαμόρφωσε την άποψή του. Αναφορικά δε με τις πληρωμές που έγιναν από το Λογιστήριο, ήταν η θέση του μάρτυρα, κατά την αντεξέτασή του, ότι έγιναν εκ παραδρομής από το Λογιστήριο, παραπέμποντας στη μαρτυρία που έδωσε η Λογίστρια του ξενοδοχείου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος, τα όσα κατέθεσε είναι από ενημέρωση που έλαβε.

 

Ως εκ των άνω, αποδέχομαι μερικώς τη μαρτυρία του ΜΥ4, ήτοι σε ότι αφορά στα όσα αποτελούν προσωπική του γνώση, ενώ δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που προσέφερε στο Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, σε ότι αφορά στο θέμα της αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας. Κοντολογίς, αποδεκτή γίνεται μόνο η μαρτυρία του ΜΥ4 σε ότι αφορά στις γενικές οδηγίες και διαδικασίες που τηρούνται στο ξενοδοχείο, καθώς επίσης και στα πιστοποιητικά που λαμβάνει το ξενοδοχείο αναλόγως εφαρμογής ορισμένων συστημάτων, καθώς επίσης και τα όσα δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης.

 

[VI] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, των μη αμφισβητούμενων γεγονότων και της δικογραφίας, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ευρήματα:

 

Περί το 2014, η Ενάγουσα εργαζόταν ως εποχιακή καμαριέρα στο ξενοδοχείο με την ονομασία «Melissi», ιδιοκτησίας της Εναγομένης, με βασικές μηνιαίες απολαβές ύψους €991,91 πλέον επιδόματα, όπου εφαρμόζονταν. Το εν λόγω ξενοδοχείο λειτουργούσε από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο κάθε έτους και για τους υπόλοιπους μήνες η Ενάγουσα λάμβανε επίδομα ανεργίας.

 

Την 30.7.2014, ενώ η Ενάγουσα εργαζόταν στο ξενοδοχείο, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από την προϊσταμένη της, πήγε να καθαρίσει ένα δωμάτιο αναχώρησης. Αφού εισήλθε στο εν λόγω δωμάτιο και καθάρισε τον εσωτερικό χώρο, άνοιξε το μπαλκόνι για να βγει έξω και να το καθαρίσει και αυτό. Τότε, γλίστρησε και έπεσε πάνω στον οδηγό της πόρτας του δωματίου, καθώς υπήρχαν στο πάτωμα κάποια υγρά τα οποία δεν είδε.

 

Μετά το ατύχημα, κάλεσε την προϊστάμενή της και η ΜΥ3 τοποθέτησε πάγο πάνω στο πόδι. Ακολούθως, μετέβη στην κλινική Santa Marina με τον σύζυγό της. Έκτοτε, δεν επανήλθε στην εργασία της, παρουσιάζοντας άδειες ασθενείας.

 

Συνεπεία του τραυματισμού της, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση μαλακών μορίων στη σπονδυλική στήλη, στον δεξί ώμο και στον αυχένα και συγκεκριμένα οίδημα στον δεξί αγκώνα, εκχυμώσεις στο δεξί γόνατο και την πλάτη, δυσκαμψία δεξιού άνω και κάτω άκρου, καθώς και σπονδυλικής στήλη. Της συνεστήθη αποχή από την εργασία της για 15 ημέρες και λήψη φαρμακευτικής αγωγής, η οποία επεκτάθηκε με σχετικές άδειες ασθενείας από ιδιώτες ιατρούς. Την 30.10.2014, η Ενάγουσα διεγνώσθη με οξεία γαστρίτιδα, η οποία προκλήθηκε από τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε.  

 

Κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η  Ενάγουσα έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις επίδομα σωματικής βλάβης για την περίοδο από 2.8.2014 μέχρι 11.8.2014 για ποσό €175.56, ενώ με επιστολή του αρμοδίου τμήματος ημερ. 24.3.2015, της κοινοποιήθηκε ότι το αίτημά της για λήψη επιδόματος σωματικής βλάβης έγινε δεκτό μέχρι 25.2.2015, καθώς ύστερα από ιατρική εξέταση, κρίθηκε ικανή για εργασία. Περαιτέρω, έλαβε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις το ποσό των €1,711.60 το οποίο κατέβαλε στην Εναγομένη την 7.4.2015.

 

Η Εναγόμενη κάλυψε πολλά από τα ιατρικά έξοδα της Ενάγουσας, περιλαμβανομένων φυσιοθεραπειών, ενώ της πλήρωσε τους μισθούς της μέχρι και τον Οκτώβριο. Συγκεκριμένα, πλήρωσε ποσό €2,892.42 έναντι ιατρικών εξόδων και φαρμάκων και ποσό €2,640.98 έναντι μισθών της Ενάγουσας, μετά την αφαίρεση του ποσού των €1,711.60.

 

[VII] Νομική πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[15] 

 

Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[16]

 

Η υπόθεση της Ενάγουσας αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας και συγκεκριμένα στο καθήκον επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του,  το οποίο κωδικοποιείται στο αρ. 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου.

 

Ως έχει νομολογηθεί, για να αποδειχθεί ευθύνη για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος, καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος απόδειξης των δύο αυτών στοιχείων, βαρύνει τον ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.[17]

 

Αναφορικά με την ευθύνη του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του για παροχή ασφαλούς συστήματος και χώρου εργασίας, διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν Χριστοφόρου, Πολ. Εφ. υπ’ αρ. 82/2010 και 82Α/2010, ημερ. 5.2.2015:

 

«Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας, οι συσχετισμοί τους με τα εργατικά ατυχήματα, η ευθύνη εργοδότη προς τους εργοδοτούμενούς του, το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας που υπέχει ο εργοδότης, η υποχρέωσή του να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττό κίνδυνο» και να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας, το καθήκον του για παροχή ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής εργασίας και η υποχρέωση του να καθοδηγεί τους εργοδοτούμενούς του ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν για αποφυγή ατυχημάτων, έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 423, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 453, Metalco Heaters Ltd v. Νεοφύτου κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 211, Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 506, Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1661, Σκυροποϊία Λεωνίκ Λτδ ν. Παπαδόπουλου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1855, Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited (2001) 1 Α.Α.Δ. 219, Ευαγγελίδης ν. Aegeas Navigation Ltd κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 709, Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 918, Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά (2003) 1 Α.Α.Δ. 447, Λαμπής ν. Shiptrans Ship. and Trad. Agency Ltd (2004) 1 Α. 370, Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd (2005) 1 Α. 556, L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά(2009) 1 Α.Α.Δ. 304Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Μιχαήλ (2009) 1 Α.Α.Δ. 113, Ευθυμίου ν. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 206 ).

 

Αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση Κυριάκου (ανωτέρω):

 

«Ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση της νομολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, Δ., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου (1992) 1 Α.Α.Δ. 123:

 

"Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του."

 

Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc [1993] ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ημερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο.»

 

Είναι καθήκον του εργοδότη να επινοήσει και να υποδείξει ένα κατάλληλο και ασφαλές σύστημα εργασίας. Η έννοια του όρου «σύστημα εργασίας» δίδεται στην απόφαση Αλέξάνδρου (ανωτέρω), στη σελίδα 512. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή οδηγιών, την οργάνωση της εργασίας, την λήψη προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και άλλα. Παρατίθεται ακολούθως το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρa. 10-59 και 10-60:

 

«Meaning of system of work. A system of work is the term used to describe: (i) the organization of the work; (ii) the way in which it is intended the work shall be carried out; (iii) the sequence of instructions (especially to inexperienced workers); (iv) the sequence of events; (v) the taking of precautions for the safety of the workers and at what stages; (vi) the number of such persons required to do the job; (vii) the part to be taken by each of the various persons employed; and (viii) the moment at which they shall perform their respective tasks.

 

Duty to prescribe a safe system of work. It is a question of fact whether or not there is need for a system of work to be prescribed in any given circumstances. In deciding it, regard ought to be had to the nature of the work, i.e. whether properly it requires careful organization and supervision, in the interests of safety of all those persons carrying it out, or it can be left by a prudent employer confidently to the care of the particular man on the spot to do it reasonably safely. It follows that an employer is under a duty to prescribe a system of work, even where the operation is a single one, if it is necessary in the interests of safety.»

 

Σε ελληνική μετάφραση:

 

«Έννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (i) της οργάνωσης της εργασίας, (ii) του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (iv) της σειράς των γεγονότων, (v) της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (vi) του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους.

 

Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας, κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.»

 

Το καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συμπεριλαμβάνει, λοιπόν, και τη λήψη εύλογων μέτρων προς διασφάλιση της επιτήρησης εφαρμογής του όλου συστήματος, μεταξύ των οποίων της επιτήρησης του χώρου και της εποπτείας του όλου συστήματος εργασίας. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκε ότι η παράλειψη του εργοδότη για επιτήρηση του χώρου στον οποίο ο εργοδοτούμενος έθεσε σε λειτουργία μηχανή χωρίς οδηγίες συνιστούσε παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους του. Ανάλογα λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Transbeton (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 313:

 

«Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592.

 

Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180).

 

Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας».

 

Στην υποχρέωση του εργοδότη για επίδειξη εύλογης φροντίδας περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για διασφάλιση ασφαλούς τόπου εργασίας και ασφαλούς πρόσβασης σε αυτόν. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση του χώρου. Περαιτέρω, παρόλο που ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση προς τους εργοδοτούμενούς του ως προς την ασφάλεια υποστατικών που  κατέχονται από άλλον, δεν παύει να είναι υπόχρεος να παραχωρήσει ένα σύστημα εργασίας κατάλληλο για τα υποστατικά αυτά».[18]

 

(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Ως λέχθηκε στην Παναγιώτη Ανάγνου ν Alco Filters (Cyprus) Ltd (2002) 1 AAΔ 918, το πρωταρχικό κριτήριο, το οποίο διαπερνά κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη συμπεριφοράς προς το συμπολίτη με ανθρωπισμό, το δε κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας, δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου, αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Στην εν λόγω υπόθεση, η οποία αφορούσε σε εργατικό ατύχημα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εργοδότης παραβίασε το καθήκον επιμέλειας του έναντι του εργοδοτουμένου, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Αποτελεί, όντως, καθήκον του εργοδότη, όπως σημειώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, καθώς εξηγείται στην Tziellas v. The Ship 'Nadalena H' (1982) 1 C.L.R. 807, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός  και, αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων.  Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωσή τους. 

 

Στην προκείμενη υπόθεση, ο κίνδυνος ήταν απομακρυσμένος μεν αλλά υπαρκτός.  Εγειρόταν, επομένως, καθήκον του εργοδότη προς αποτροπή του, που, ως η μαρτυρία απoκάλυψε, ήταν εύκολο εγχείρημα, με τον εφοδιασμό του χειριστή της πρέσας με χειρολαβές, η απόκτηση των οποίων ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ευχερής.  Οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να πάρουν το προστατευτικό αυτό μέτρο και, ως εκ τούτου, εξέθεσαν τον εργοδοτούμενό τους, τον εφεσείοντα, σε αχρείαστο κίνδυνο (unnecessary risk), γεγονός που στοιχειοθετεί και την ευθύνη τους για το δυστύχημα».

 

(Η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι η φροντίδα που ο εργοδότης οφείλει προς τον εργοδοτούμενό του κινείται στο πλαίσιο της λογικής και αποτελεί πραγματικό ζήτημα και ότι ο εργοδότης υπέχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους τους υπαλλήλους του, ενώ η κάθε υπόθεση, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα περιστατικά της.[19]

 

Χρήσιμα είναι και τα όσα λέχθηκαν στην Μενελάου ν Remedica Holdings Public Company Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 200/2018 ημερ. 25.4.2024:

 

«Ένας εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια των υπαλλήλων του. Στα πλαίσια του γενικού του καθήκοντος οφείλει μεταξύ άλλων να διατηρεί ασφαλές σύστημα και τόπο εργασίας και να παρέχει κατάλληλα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας. Το καθήκον του εργοδότη δεν επεκτείνεται σε βαθμό που να δημιουργεί υποχρέωση για τη λήψη μέτρων αντιμετώπισης όλων των κινδύνων. Η υποχρέωση του είναι να μην εκθέτει τους εργοδοτουμένους του σε αχρείαστους κινδύνους. Δηλαδή κινδύνους οι οποίοι να είναι προβλεπτοί και να μπορούν να αποφευχθούν με τη λήψη κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. […]

 

(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).

 

Σχετικές είναι επίσης οι πρόνοιες του Περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ν.89(Ι)/96, ο οποίος, ως προκύπτει από τις διατάξεις των αρ. 2 και 3, τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Ειδικότερα, παραπέμπω στο αρ. 13 του εν λόγω νομοθετήματος, το οποίο επιβάλλει στον εργοδότη τη γενική υποχρέωση να διασφαλίζει την ασφάλεια, υγεία και ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων του. Μεταξύ λοιπόν των υποχρεώσεων που το αρ. 13 του Ν.89(Ι)/96 εναποθέτει στον εργοδότη, περιλαμβάνονται και οι εξής:

 

(α)       Η παροχή και διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων και μεθόδων εργασίας τα οποία να είναι ασφαλή και χωρίς κινδύνους για την υγεία.

 

(β)         Η παροχή, τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών, εκπαίδευσης και επιτήρησης για την διασφάλιση, της ασφάλειας και υγείας των εργοδοτουμένων του.

             

(γ)         Η λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων του, περιλαμβανομένων ενεργειών για την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, την ενημέρωση, εκπαίδευση και κατάρτιση, καθώς και τη δημιουργία της απαραίτητης οργάνωσης και της διασφάλισης των αναγκαίων μέσων.      

 

(δ)         Η επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων του ή και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή από τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του.

 

Σύμφωνα δε με το εδάφιο 3 του αρ. 13 του Ν.86(Ι)/96, ο εργoδότης εφαρμόζει τα μέτρα πoυ πρoβλέπovται στον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ακoλoυθώvτας τις πιo κάτω γεvικές αρχές πρόληψης:

 

(α) απoφυγή τωv κιvδύvωv,

 

(β) εκτίμηση τωv κιvδύvωv πoυ δεv μπoρoύv vα απoφευχθoύv,

 

(γ) καταπoλέμηση τωv κιvδύvωv στηv πηγή τoυς.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω αρχικά, ότι η Εναγόμενη δεν παρείχε στις καμαρίερες υποδήματα τα οποία θα έπρεπε να φοράνε κατά την εκτέλεση των εργασιών τους, γεγονός το οποίο δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από τα μέρη. Έχω επίσης αποδεχθεί τη μαρτυρία της ΜΥ3, ότι δηλαδή έδωσε στις καμαριέρες προφορικές οδηγίες να φοράνε αντιολισθητικά παπούτσια για την εκτέλεση της εργασίας τους, καθώς επίσης και οδηγίες σε σχέση με τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους, όπως η σειρά με την οποία έπρεπε να καθαριστεί ένα δωμάτιο και τα βήματα που θα έπρεπε να ακολουθηθούν.

 

Διερχόμενη του Εγχειριδίου Οδηγιών Ασφάλειας και Υγείας ημερ. 15.7.2011 (Τεκμήριο 43), το οποίο ετοιμάστηκε από τους συμβούλους της Εναγομένης, διαπιστώνω ότι σε αυτό, στα μέτρα ατομικής προστασίας, υπάρχει η ακόλουθη αναφορά (σελ. 4):

 

«Φοράτε όταν απαιτείται παπούτσια ασφάλειας (ΕΝ 345) για ν’ αποφύγετε:

-       Τραυματισμούς

-       Συνθλίψεις

-       Ολισθήσεις

Ρωτήστε τον Υπεύθυνο Ασφάλειας και Υγείας για τον κατάλληλο τύπο υποδήματος για την εργασία που εκτελείτε».

Στο ίδιο Εγχειρίδιο, στην Ενότητα «Τακτοποίηση των χώρων», σελ. 6, στις οδηγίες για την τακτοποίηση των χώρων, υπάρχει η εξής αναφορά:

 

«καθαρίζετε τους λεκέδες λαδιού και τα υγρά από το δάπεδο».

 

Επιπρόσθετα, στη σελ. 7 του αναφερόμενου Εγχειριδίου, υπάρχει η Ενότητα «Χρήσιμες Συμβουλές για αποφυγή πτώσεων -  γλιστρημάτων», όπου αναγράφονται τα ακόλουθα:

 

«Χρήση προστατευτικού ρουχισμού και εξοπλισμού

·         Χρησιμοποιείτε ειδικά αδιάβροχα παπούτσια με χαμηλά τακούνια.

·         Δένετε σφικτά τα κορδόνια των παπουτσιών σας.

·         Μην φοράτε μεγάλου μεγέθους ή φαρδιά παντελόνια που μπορεί να προκαλέσουν πτώση.

[…]

Ακολουθείτε ασφαλείς πρακτικές εργασίας

·         Καθαρίζετε οτιδήποτε έχει χυθεί αμέσως

·         Καθαρίζετε το πάτωμα συχνά έτσι ώστε να μην συσσωρεύετε λίπος.

·         Χρησιμοποιείτε καθαρή σφουγγαρίστρα και εγκεκριμένα καθαριστικά πατώματος.

·         Χρησιμοποιείτε προειδοποιητικές πινακίδες για να κρατάτε τον κόσμο μακριά από βρεγμένα πατώματα».

 

Στην Ενότητα 30 «Οδηγίες ασφάλειας για εργασίες οροφοκομίας και καθαρισμού», σελ. 49 του εν λόγω Εγχειριδίου, αναφέρεται ότι θα πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιείται στολή η οποία να μην μεταφέρεται στο σπίτι. Δεν υπάρχει κάποια αναφορά σε παπούτσια.

 

Τα ανωτέρω, σημειώνω, συνάδουν με τη μαρτυρία της ΜΥ3, η οποία αντεξεταζόμενη αποδέχθηκε ότι υπάρχουν γενικές οδηγίες στο Εγχειρίδιο, πλην όμως ενέμεινε στη θέση της ότι δίδονταν και προφορικές οδηγίες στους υπαλλήλους και ειδικότερα στις καμαριέρες, σχετικά με το θέμα. Ήταν συγκεκριμένα η θέση της, ότι έδιδε οδηγίες στις καμαριέρες, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας, να φοράνε αθλητικά, αντιολισθητικά παπούτσια, για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας τους.

 

Προκύπτει επίσης, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, η Ενάγουσα δεν φορούσε αντιολισθητικά παπούτσια, αλλά συνήθη, δικά της παπούτσια. Μαρτυρία περί του αντιθέτου δεν τέθηκε. Ούτε και τέθηκε υπό αμφισβήτηση, το γεγονός ότι φορούσε δικά της, συνήθη υποδήματα.

 

Το ερώτημα επομένως που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσον η Εναγόμενη όφειλε, ως εργοδότρια της Ενάγουσας, να παρέχει σε αυτήν τα κατάλληλα υποδήματα για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας της, έστω και αν οι σχετικές οδηγίες δόθηκαν στην υπάλληλο από την προϊσταμένη της.

 

Διερχόμενη του Εγχειριδίου Διαχείρισης Ασφάλειας και Υγείας (Τεκμήριο 45) διαπιστώνω ότι σε αυτό αναφέρεται ότι η εκτίμηση κινδύνων, αποτελεί μια συστηματική εξέταση όλων των πλευρών της εργασίας και πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:

 

1.    Τον καθορισμό των επικίνδυνων χώρων και των εργαζομένων που εκτίθενται.

2.    Προσδιορισμό του σχετικού κινδύνου, ποσοτικό ή ποιοτικό.

3.    Πρόληψη των κινδύνων, εξάλειψη και έλεγχο τους.

4.    Αναθεώρηση των μέτρων λόγω νέων γνώσεων.

5.    Προσδιορισμό των πηγών κινδύνου και των επηρεαζόμενων.

6.    Εκτίμηση των κινδύνων.

7.    Διαπίστωση κατά πόσον τα εφαρμοζόμενα μέτρα είναι κατάλληλη η λήψη νέων μέτρων.

8.    Ιεράρχηση των ενεργειών.

9.    Απόδειξη ότι ελήφθησαν υπόψη όλοι οι παράγοντες με τεκμηριωμένη έκθεση.

10. Εξασφάλιση ότι τα προληπτικά μέτρα και οι μέθοδοι εργασίας οδηγούν σε βελτιώσεις.

11. Επανεκτίμηση μετά από κάθε αλλαγή ή τροποποίηση.

 

Επιπρόσθετα, στο εν λόγω Εγχειρίδιο, καταγράφονται ορισμένα παραδείγματα πιθανών πηγών κινδύνου (σελ. 36) και σε αυτά περιλαμβάνεται η ελεύθερη κίνηση μερών ή υλικού (πτώση, κύλιση, ολίσθηση, ανατροπή, εκτίναξη, ταλάντευση, σύνθλιψη) που μπορεί να κάνει ένα άτομο να χτυπήσει, ενώ κάτω από την επικεφαλίδα «Τρόποι εργασίας και διαμόρφωση των χώρων», αναγράφεται, μεταξύ άλλων, το παραπάτημα και γλίστρημα (υγρές ή άλλες ολισθηρές επιφάνειες κ.λ.π.).

 

Παράλληλα, κάτω από την επικεφαλίδα «Αλληλεπίδραση χώρου εργασίας και ανθρώπινων παραγόντων», στη σελ. 37 του Τεκμηρίου 45, αναγράφονται, ως πιθανές πηγές κινδύνου, η εξάρτηση από τις γνώσεις και ικανότητες του προσωπικού, από την καλή επικοινωνία και τις κατάλληλες οδηγίες για την αντιμετώπιση των μεταβαλλόμενων συνθηκών, καθώς επίσης και η καταλληλότητα του εξοπλισμού ατομικής προστασίας.

 

Τέλος, κάτω από την επικεφαλίδα «Διάφοροι παράγοντες», στη σελ. 38 του Τεκμηρίου 45, καταγράφονται, ως πιθανές πηγές κινδύνου, η εργασία σε ατμόσφαιρες υπό πίεση, καθώς επίσης και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

 

Όλα τα ανωτέρω στοιχεία, περιλαμβανομένου του ότι δόθηκαν προφορικές οδηγίες στις καμαριέρες ότι θα έπρεπε να φοράνε αντιολισθητικά υποδήματα για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας τους, καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος δεν ήταν απλώς ορατός και προβλεπτός, αλλά προβλέφθηκε.

 

Κατόπιν λοιπόν αξιολόγησης όλων των ανωτέρω, σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα, τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, είναι η κατάληξή μου ότι η Εναγόμενη όφειλε να παρέχει στην Ενάγουσα τα κατάλληλα υποδήματα, ως μέρος του κατάλληλου εξοπλισμού που θα έπρεπε να παρέχεται σε αυτήν, για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας της.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η Εναγόμενη παρείχε ασφαλές κατά τα λοιπά σύστημα εργασίας στην Ενάγουσα, η οποία ήταν έμπειρη καμαριέρα, παρέχοντάς της σχετικές οδηγίες και εξοπλισμό. Θεωρώ ωστόσο, ότι η χρήση των κατάλληλων υποδημάτων για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της και των κινδύνων που υπάρχουν σε αυτή, ως μάλιστα καταγράφηκαν στο Εγχειρίδιο (Τεκμήριο 45), αποτελεί μέρος του καθήκοντος επιμέλειας που ο εργοδότης φέρει απέναντι στον εργοδοτούμενο.

 

Επρόκειτο δηλαδή για περίπτωση όπου συνέτρεχαν οι πιθανές αιτίες κινδύνου, οι οποίες καταγράφονται πιο πάνω, περιλαμβανομένου του ενδεχομένου γλιστρήματος, επομένως η Εναγόμενη μπορούσε να προβλέψει τον κίνδυνο και να λάβει εύλογα μέτρα, ώστε να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της εργασίας μιας καμαριέρας.

 

Κατ’ αναλογία παραπέμπω στην Haddow v Glasgow City Council [2005] CSOH 157 (Outer House, Court of Session), η οποία εντοπίστηκε από έρευνα του Δικαστηρίου, όπου μια καθαρίστρια γλίστρησε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σε βρεγμένο δάπεδο και τραυματίστηκε. Δια της αγωγής της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο εργοδότης της απέτυχε να την εφοδιάσει με αντιολισθητικά υποδήματα ή έστω και αν της τα παρείχε, απέτυχε να λάβει μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι τα φορούσε. Ο εργοδότης, ισχυρίστηκε ότι παρείχε κατάλληλα υποδήματα στην ενάγουσα, η οποία αρνήθηκε να τα δεχθεί, ενώ σε κάθε περίπτωση, το ρίσκο πτώσης ήταν επαρκώς ελεγχόμενο από άλλα μέσα τα οποία ήταν αρκούντως αποτελεσματικά, όπως το ότι η εργοδοτούμενη φορούσε κατάλληλα υποδήματα από μόνη της.

 

Κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιόν του τιθέμενης μαρτυρίας, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρείχαν στην ενάγουσα σχετικά υποδήματα, τα οποία εκείνη αρνήθηκε να φορέσει και ότι ζήτησε άλλα υποδήματα, τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο εκείνο. Kατέληξε επίσης, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του, ότι η Ενάγουσα φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο, υποδήματα με αντιολισθητικές σόλες, απορρίπτοντας την απαίτηση της Ενάγουσας.

 

Εν προκειμένω, τα δεδομένα διαφέρουν ουσιωδώς, αφενός μεν διότι δεν προβλήθηκε η θέση και συναφώς μαρτυρία ότι η Εναγόμενη παρείχε στην Ενάγουσα κατάλληλα υποδήματα, τα οποία η τελευταία να αρνήθηκε να φορέσει, αφετέρου δε, διότι η θέση της Ενάγουσας ότι φορούσε δικά της, συνήθη αθλητικά παπούτσια, χωρίς σόλα που να αποτρέπει το γλίστρημα, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά.

 

Ούτε και τέθηκε μαρτυρία ενώπιόν μου, ότι πέραν των προφορικών οδηγιών της προϊσταμένης, γινόταν οποιοσδήποτε έλεγχος σε σχέση με το θέμα αυτό, αφ’ ης στιγμής δεν προσφέρονταν τα κατάλληλα υποδήματα στην Ενάγουσα για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι σύμφωνα με το Εγχειρίδιο (Τεκμήριο 45), ο ανθρώπινος παράγων δυνατό να αποτελέσει πηγή κινδύνου, καθώς επίσης και η πίεση που μπορεί να υπάρχει στον χώρο εργασίας.

 

Ως προς τη θέση της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη όφειλε να παρέχει και δεύτερη καμαριέρα ώστε να καθαρίζονται τα δωμάτια, αυτή δεν μπορεί να γίνει λογικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως μέτρο μείωσης του κινδύνου πτώσης, ούτε και προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία. Το δε γεγονός ότι η ΜΥ3 κάλεσε δύο καμαριέρες για να ετοιμάσουν το δωμάτιο, που ως αναφέρθηκε ήταν δωμάτιο αναχώρησης, αποτέλεσε πράξη διαχείρισης της κατάστασης, μετά το περιστατικό του επίδικου ατυχήματος, και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος.

 

Τούτων λεχθέντων, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσο προκύπτει συντρέχουσα αμέλεια από πλευράς Ενάγουσας, βάσει του αρ. 57 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

 

Επί τούτου, η νομολογία προστάζει ότι σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα της απόδοσης αμέλειας, αποφασίζεται το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων και αναλόγως μειώνεται το ποσό των αποζημιώσεων.[20]

 

 

 

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. Αρ. 189/2011, ECLI:CY:AD:2017:A177, ημερ. 15.5.2017:

 

«Η συντρέχουσα αμέλεια που έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό της ευθύνης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται στη  βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης.  Η εναπόθεση συντρέχουσας αμέλειας αποτιμάται στο σύνολο των γεγονότων, ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας.  Έχει σημασία η γενεσιουργός αιτία ενός ατυχήματος, η αιτιώδης συνάφεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας και του συμβάντος και ο βαθμός φροντίδας και προσοχής που θα πρέπει να επιδειχθεί και από το άλλο εμπλεκόμενο μέρος.  (Παναγή ν. Παναγιώτου (2008) 1 ΑΑΔ 1267 και Σαμαρά ν. Πιπονίδου (2013) 1 ΑΑΔ 629).  Το Εφετείο δύναται να επέμβει στον καταμερισμό ευθύνης όπου διαφαίνεται ότι ο καταμερισμός ήταν εμφανώς λανθασμένος.  Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος, (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147,  παρ. 3-11 και Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif (2012) 1 ΑΑΔ 28)».

 

Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας, φέρει ο εναγόμενος που την επικαλείται και ο ενάγων δεν φέρει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης.[21] Τούτο βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να αποδώσει συντρέχουσα αμέλεια, όταν αυτή συμπεραίνεται από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, ως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο.[22]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ήτο έμπειρη καμαριέρα και γνώριζε τόσο το δωμάτιο που της δόθηκαν οδηγίες να καθαρίσει, όσο και τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθείται κατά τον καθαρισμό και την παράδοση ενός δωματίου αναχώρησης. Εντούτοις, κατά τα λεγόμενα της ιδίας, δεν ακολούθησε τη διαδικασία καθαρισμού του δωματίου, λόγω της ζέστης.

 

Το δε ενδεχόμενο να υπάρχουν ακαθαρσίες σε ένα δωμάτιο αναχώρησης ξενοδοχείου, δεν θεωρώ ότι συνιστά απρόβλεπτο ή απομακρυσμένο κίνδυνο, ούτε και θεωρώ ότι η Εναγόμενη είχε καθήκον να ενημερώσει πρωτύτερα την Ενάγουσα ότι υπήρχαν ακαθαρσίες στο δωμάτιο, εφόσον αυτή ήταν η εργασία της και ήταν λογικώς αναμενόμενο να υπάρχουν ακαθαρσίες σε ένα δωμάτιο αναχώρησης.

 

Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι η Ενάγουσα όφειλε να ήταν προσεκτικότερη και να παρατηρήσει, έστω, προτού επιχειρήσει να καθαρίσει το μπαλκόνι του δωματίου, κατά πόσο υπήρχαν ακαθαρσίες στο πάτωμα.

 

Τούτων λεχθέντων, έχω την άποψη ότι η Ενάγουσα φέρει συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα κατά 20%.

 

Αναφορικά με την εφαρμογή του δόγματος res ipsa loquitur, η οποία δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, παρόλο που στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας δεν προωθείται σχετική επιχειρηματολογία, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω επιγραμματικά τα ακόλουθα.

 

H αρχή του res ipsa loquitur (το πράγμα ομιλεί από μόνο του), κωδικοποιείται στο αρ. 55 του Κεφ. 148 και τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων αδυνατεί να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με τις πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου, ώστε να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου, επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου.

 

Στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται, αναμένεται από τον ενάγοντα να αποδείξει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται να δώσει μία λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής.[23]

 

Εν προκειμένω, αφενός μεν δικογραφήθηκαν στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες της αμέλειας της Εναγομένης, αφετέρου δε, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Σχετικά παραπέμπω στην Φιλίππου και άλλος v. Τσολάκη (2006) 1 Α.Α.Δ. 1188, όπου λέχθηκε ότι η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας από τον ενάγοντα για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, προχωρώ και σε εξέταση του ισχυρισμού της υπεράσπισης, ότι η Ενάγουσα εξέθεσε εθελούσια τον εαυτό της σε κίνδυνο και ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα volenti non fit injuria.[24] Σχετικό είναι το άρθρο 59 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

 

Η αρχή volenti non fit injuria συνιστά υπεράσπιση η οποία απαλλάσσει τον προκαλέσαντα τη ζημία από κάθε ευθύνη. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο ενάγων αναλαμβάνει τον κίνδυνο από τον οποίο προέκυψε η ζημιά, αποποιούμενος, συγχρόνως, κάθε δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή για λόγο μετριασμού των αποζημιώσεων, όπως στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας.[25]

 

Η ειδική αυτή υπεράσπιση έχει πολύ περιορισμένη εμβέλεια και εφαρμογή σε ότι αφορά στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, διότι πρέπει να προκύψει πρώτον, ότι ο ενάγων εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο και δεύτερον, ότι είχε ουσιαστικά αναλάβει τις επιπτώσεις της ενδεχόμενης αμέλειας του εναγομένου και απεμπόλησε το όποιο δικαίωμα ενδεχομένως να είχε σε περίπτωση αμέλειας του εναγομένου.[26]

 

Ως προς το στοιχείο της «εκούσιας» έκθεσης στον κίνδυνο, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Bowater v Rowley Regis [1944] KB 476:

 

«With regard to the doctinevolenti non fit injuria’ I would add one reflection of a general kind. That general maxim has to be applied with specially careful regard to the varying facts of human affairs and Human nature in any particular case just because it is concerned with the intangible factors of mind and will.

 

For the purpose of the rule, if it be a rule, a man cannot be said to be truly ‘willing’ unless he is in a position to choose freely, and freedom of choice predicates, not only full knowledge of the circumstances on which the exercise of choice is conditioned, so that he may be able to choose wisely, but the absence from his mind of any feeling of constraint so that nothing shall interfere with the freedom οf his will».

 

Στην Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου (1993) 1 Α.Α.Δ. 864 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ετίθετο ζήτημα ανάληψης κινδύνου από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν θεατής σε αγώνες ράλλυ και τραυματίστηκε. Κατέληξε ωστόσο σε επιμερισμό της ευθύνης στη βάση συντρέχουσας αμέλειας, καθώς ο ενάγων στεκόταν πολύ κοντά στον δρόμο και δεν έλαβε τις αναγκαίες προφυλάξεις.

 

Στην Dandan v. C. & A. Toumazis Co. Ltd (2004) 1(B) Α.Α.Δ. 1346 το ατύχημα έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντα, ο οποίος ακολούθησε έναν τρόπο εργασίας που δεν είχαν προβλέψει οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν λάβει πέραν του δέοντος προστατευτικά μέτρα.

 

Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου ότι η Ενάγουσα εκτελούσε τα εργασιακά της καθήκοντα κατά την ημέρα του ατυχήματος, καταλήγω ότι δεν προκύπτει με βάση την ενώπιόν μου τιθέμενη μαρτυρία ότι η Ενάγουσα είχε οικειοθελώς αναλάβει το ρίσκο του κινδύνου και εθελούσια εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο, αποποιούμενη το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημιώσεις.

 

[VIII] Γενικές Αποζημιώσεις

 

Δια της επιδίκασης αποζημιώσεων σκοπείται η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος, στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν και όχι η τιμωρία του εναγομένου.

 

Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων συνοψίζονται στην Paraskevaides (Overseas)  Ltd v. Christofi (1982) 1 C.L.R. 789 μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκε ότι στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε, χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγήσαντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και το ποσό που θα επιδικασθεί να είναι δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, παρατηρείται σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση η οποία αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη λόγω της περιθωριοποίησης από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Παραμένει βεβαίως ακλόνητη η αρχή ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές και να στοχεύουν στην αποκατάσταση και όχι στην τιμωρία.[27]

 

Παράλληλα, έχει επίσης νομολογηθεί ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση και ότι η απόδοση αποζημιώσεων, πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστον χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς.[28]

 

Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων  καθίσταται περισσότερο άσκηση διακριτικής ευχέρειας παρά συνηθισμένη πράξη λήψης απόφασης και οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με την επιδίκαση αποζημιώσεων έχουν μόνο ενδεικτική σημασία, καθώς κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της.[29]

 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες όπως μπορούν να εξακριβωθούν με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων, ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό, ανατρέχοντας σε υποθέσεις του παρελθόντος, στον βαθμό που αυτές, σε περιπτώσεις αυτής της φύσης, θα μπορούσαν να είναι βοηθητικές.[30]

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, τον τραυματισμό, την έκταση, τη φύση και τις συνέπειές του, τον πόνο,  την ταλαιπωρία που η Ενάγουσα υπέστη στα 53 της χρόνια, αλλά και τη νομολογία που διέπει παρόμοιας φύσεως τραύματα,[31] κρίνω ότι η επιδίκαση του ποσού των  €2,000.00 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιη και εύλογη.

 

Επισημαίνω, ότι σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα δεν παρέμεινε κλινήρης σε νοσοκομείο και δεν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία ότι αναμένεται ή ενδέχεται να χειρουργηθεί μελλοντικά εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος. Απεναντίας, με βάση την μαρτυρία όλων των εμπειρογνωμόνων, τα πλείστα ευρήματα στις ακτινογραφίες της Ενάγουσας, ήταν προϋπάρχοντα του ατυχήματος.

 

Ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων, αντλώντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία, το αρ. 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148) και το αρ. 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επιδικασθεί από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, εφόσον η αγωγή καταχωρίστηκε περί τους 17 μήνες μετά το επίδικο ατύχημα.[32]

 

[ΙΧ] Ειδικές Αποζημιώσεις

 

Οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα.[33] Διερχόμενη της Έκθεσης Απαίτησης, ικανοποιούμαι ότι τα ποσά που η Ενάγουσα αξιοί ως ειδικές αποζημιώσεις, δικογραφούνται επαρκώς.

 

Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας, η διεκδίκηση ειδικών ζημιών περιορίζεται στο ποσό των €360,00 έναντι φυσιοθεραπειών και στο ποσό των €1,324.23 έναντι ιατρικών εξόδων και φαρμάκων. Η Ενάγουσα διεκδικεί επίσης, ως ειδικές αποζημιώσεις, απώλεια εισοδημάτων συνεπεία του ατυχήματος για 14 μήνες, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2014 μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής.

 

Ως έχει νομολογηθεί, σε ό,τι αφορά στην απώλεια μελλοντικών μισθών ή εισοδημάτων, το ποσό το οποίο θεωρεί ορθό το Δικαστήριο να επιδικάσει αποτελεί μέρος των γενικών αποζημιώσεων, σε αντιδιαστολή με απώλειες μισθών ή εισοδημάτων που οφείλονται από την ημέρα της αδικοπραξίας μέχρι την έκδοση της απόφασης, οι οποίες αποτελούν μέρος των ειδικών αποζημιώσεων.[34]

 

Επί τούτου, αρκούμαι να σημειώσω ότι η Ενάγουσα κρίθηκε ικανή για εργασία από 25.2.2015 και πληρώθηκε από την Εναγομένη μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014, με βασικές μηνιαίες απολαβές €991.26 πλέον αναλογία 13ου μισθού, πλην όμως δεν επανήλθε στην εργασία της. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου και του γεγονότος ότι η Ενάγουσα πληρώθηκε μέχρι και τον Οκτώβριο που λειτουργούσε το ξενοδοχείο, καθώς εργαζόταν σε εποχιακή βάση, δεν επιδικάζεται προς όφελός της οποιοδήποτε ποσό ως απώλεια μισθού.

 

Σε σχέση με τις υπόλοιπες ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικούνται, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου και των σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων, επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας έναντι ιατρικών εξόδων ποσό €610.00 καθότι το ποσό των €50.00 έναντι ιατρικής επίσκεψης το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4(β) από την Ενάγουσα, πληρώθηκε από την Εναγομένη.

 

Περαιτέρω, επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας ποσό €360.00 έναντι φυσιοθεραπειών, καθότι από το συνολικό ποσό των €1,170.00 η Εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των €810,00. Τέλος, επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας ποσό €664,23 έναντι φαρμάκων (Τεκμήριο 25(α)).

 

Το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων, θα φέρει νόμιμο τόκο από 3.7.2014 κατά το ½ μέχρι εξοφλήσεως.[35]

 

 

 

[Χ] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ως εκ των άνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για τα ακόλουθα ποσά, τα οποία να μειωθούν βάσει του ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας που έχει επιμερισθεί:

 

(α)       €1,634.23 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού μειωμένο κατά το ½ από 3.7.2014 μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης μέχρι εξοφλήσεως.

 

(γ)       €2,000.00 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

 

Αναφορικά με την ανταπαίτηση της Εναγομένης, κατ’ επέκταση των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας για το 20% επί του ποσού που πληρώθηκε από την Εναγομένη έναντι ιατρικών εξόδων, δηλ. επιδικάζεται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των €578.48 πλέον νόμιμο τόκο, μειωμένο κατά το ½ από 3.7.2014 μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης μέχρι εξοφλήσεως.

 

Ως προς το ποσό των μισθών που διεκδικούνται από την Εναγόμενη, περιορίζομαι στο να σημειώσω ότι η Ενάγουσα κρίθηκε ικανή για εργασία από την 25.2.2025 και έπειτα.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού.

 

 

 

 

Ενόψει του ότι η ανταπαίτηση εκδικάσθηκε μαζί με την απαίτηση, δεν επιδικάζεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση.

 

 

 

………………………

Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1441.

 

[10] Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (2016), Β’ Έκδοση, σελ. 580 – 584.

 

[11] Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984.

 

[12] Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, (2013) 2 Α.Α.Δ 110).

 

[13] Κυριάκου ν. Γρίβα (2002) 1 Α.Α.Δ 825.

[14] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.2015 & Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.

 

[15] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ 1858.

 

[16] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος (1998) 1 ΑΑΔ 652.

 

[17] Μενελάου ν Remedica Holdings Public Company Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 200/2018 ημερ. 25.4.2024.

[18] Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α(2002) 1 Α.Α.Δ. 1718.

[19] Andreas VVrondis & Sons (ConstructionsLtd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2011, ημερ. 15.5.2019.

[20] Μακρίδης ν. Dharaghii κ.ά(1990) 1 ΑΑΔ 1013.

 

[21] Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif (2012) 1 Α.Α.Δ. 28.

 

[22] Μιχαήλ ν. Ι. & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1494.

 

[23] Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ v. Φιλίππου (2004) 1Β Α.Α.Δ. 1330, Παπαλλής και άλλος v. Κυριακίδη (2008) 1 Α.Α.Δ. 83, Ιωαννίδης v. Καλλία ως παραλήπτη και διαχειριστή της Intercosmetics Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1522.

 

[24] Γεωργιου Σοφοκλέους Οικοδομικές Κατασκευές Λτδ ν xxx Πουγιούκκα Πολ. Εφ. αρ. 16/14 ημερ. 17.2.2021.

 

[25] Μιχαλάκης Ευαγγέλου ν. Ναυτιλιακής Εταιρείας Αμαθούς Λτδ κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 187 & Χριστοδούλου ν. Περικλέους (1998) 1Β Α.Α.Δ. 1122.

 

[26] Vasiliko Cement Works Ltd v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389. Βλ. επίσης Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Η Αμέλεια στο Κυπριακό Δίκαιο (2019), Λευκωσία, Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, σελ. 470 – 478.

[27] Κώστας Ιακώβου ν. Αλέξανδρος Παπαδάκη (2000) 1 Α.Α.Δ. 2079.

 

[28] Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v. Πολίτη (2003) 1 Α.Α.Δ. 590, Lankuttis v. Νικόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 1128.

 

[29] Ανδρέου v. Οικονομίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 1501, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. ΚαραολήΠολ. Εφ. αρ. 9342 & 9333, ημερ. 9.3.1998 & Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 457.

 

[30] Fysko v. Γεωργίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1014.

 

[31] Χ¨Θεοδοσίου ν. Κ. Στ. Διονυσίου (2007) 1 ΑΑΔ 1121, Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου (2012) 1Γ Α.Α.Δ. 2812, Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους κ.α. (2007) 1Β Α.Α.Δ 733, Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1373, Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη (2003) 1Γ Α.Α.Δ. 1709, Γιαννάκης Ερωτοκρίτου 2. Alouminex LTD ν. Μιχάλη Καραολή (1998) 1Α  Α.Α.Δ 445, Χατζηθεοδοσίου Χρήστος ν. Κώστα Στυλιανού Διονυσίου (2007) 1 ΑΑΔ 1121, Novichkova Daria v. Θέμη Βλάμη (2012) 1 Α.Α.Δ. 1111 & ΧΧΧΧ Πατουνά ν. Home Art Trading Ltd, Αρ. αγωγής 3418/11 ημερ. 5.10.2018.

 

[32] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475.

 

[33] Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (1996) 1 ΑΑΔ 1157, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά (1992) 1 ΑΑΔ 498, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited (2011) 1 ΑΑΔ 1490.

 

[34] Novichkova Daria v. Θέμη Βλάμη (2012) 1 Α.Α.Δ. 1111.

 

[35] Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο