ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 195/25
Μεταξύ:
ALAMBRA FRESH MILK LTD, HE421850
Ενάγουσα
v.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΑΧΝΑΓΑΛ) ΛΙΜΙΤΕΔ
Εναγόμενη
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 02/10/2025
για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Μαρτίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα – Αιτήτρια : κ. Α. Αρτεμίου για ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΠΙΕΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη - Καθ’ ης η αίτηση: κα Θεοδούλου για Δρ. Χρίστος Α. Θεοδούλου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την Απαίτησή της η Ενάγουσα Εταιρεία (εφεξής η Αιτήτρια) ζητά την έκδοση διαφόρων απαγορευτικών διαταγμάτων και την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας (εφεξής η Καθ΄ης η αίτηση) σε σχέση με την παραβίαση των εμπορικών της σημάτων «ΤΟ ΓΑΛΑ ΜΟΟ» με αρ.94932, 94933, 95244 και 95245.
Μαζί με την Απαίτηση η Αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Καθ΄ης η αίτηση, καθώς και σε οποιονδήποτε έλκει εξουσία από αυτήν από το να κατασκευάζει, εμπορεύεται, πωλεί, διανέμει ή προωθεί γάλα ή/και ροφήματα γάλακτος ή/και γαλακτοκομικά προϊόντα ή/και συσκευασίες αυτών με τη χρήση των εγγεγραμμένων εμπορικών της σημάτων και συγκεκριμένα του σήματος «ΤΟ ΓΑΛΑ ΜΟΟ» ή/και «το γάλα μου» ή/και «το ΜΟΟ». Επιπρόσθετα αιτήθηκε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η παύση ή/και η αποχή από κάθε πράξη κατασκευής ή/και προσβολής ή/και παραβίασης των εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων της καθώς και τον τερματισμό οποιασδήποτε προωθητικής ενέργειας ή/και διαφήμισης γάλακτος με τη χρήση των εμπορικών της σημάτων.
Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν τα Μέρη 1, 2, 7, 22 , 23, 25, 32 και 47 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 29 – 33, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 1 – 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, τα άρθρα 1 – 18, 26, 33, 34 και 39 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί, τα άρθρα 34 – 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, οι διατάξεις του περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμου, οι διατάξεις του Νόμου που επικυρώνει την Σύμβαση των Παρισίων για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, ο Νόμος που επικυρώνει την Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των φιλολογικών και καλλιτεχνικών έργων, το Κοινοδίκαιο, οι αρχές της Επιείκειας καθώς και η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης τέθηκαν σε δύο ένορκες δηλώσεις, την αρχική και την συμπληρωματική, του Μιχάλη Πέτρου, γραμματέα της Αιτήτριας. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια είναι ιδιωτική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με ενασχόληση την εμπορία, πώληση, διανομή και προώθηση γάλακτος, ροφημάτων γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων με την ονομασία «ALAMBRA». Η Καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΑΧΝΑΓΑΛ) ΛΙΜΙΤΕΔ, ασχολείται επίσης με την εμπορία, πώληση, διανομή και προώθηση γάλακτος, ροφημάτων γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων με την ονομασία «ΑΧΝΑΓΑΛ». Καταγράφει ότι η Αιτήτρια ενέγραψε τα εμπορικά σήματα με αρ. εγγραφής 94932, 94933, 95244 και 95245 τα οποία δημοσιεύτηκαν, τα δύο από αυτά, στις 15/11/2024 και τα άλλα δύο στις 13/02/2025. Στις 15/11/2024 προώθησε στην Κυπριακή αγορά το γάλα «ΜΟΟ» με γεύση σοκολάτας τόσο σε ατομική συσκευασία καθώς και σε οικονομική συσκευασία του ενός λίτρου. Κατά τον ίδιο χρόνο έθεσε σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο και δαπανηρό πρόγραμμα ολοκληρωμένης προώθησης των προϊόντων, το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα. Έγιναν επί πληρωμή προωθητικές ενέργειες στο You Tube, στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης Facebook και Instagram, ενώ έγιναν και προωθητικές ενέργειες σε υπεραγορές, εξωτερικές δραστηριότητες και επαγγελματικές/επιχειρηματικές ιστοσελίδες και το ΤΙΚ ΤΟΚ. Οι συγκεκριμένες προωθητικές ενέργειες στοίχησαν στην Αιτήτρια, μέχρι σήμερα, €300.000. Υποστηρίζει ότι η ποιότητα του προϊόντος, η έξυπνη επωνυμία του, τα χαρακτηριστικά της συσκευασίας του και η αποτελεσματικότητα των προωθητικών ενεργειών συνέτειναν καταλυτικά στην επιτυχία της κυκλοφορίας των προϊόντων και μέσα σε πολύ λίγους μήνες ανάκτησε ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς, με αποτέλεσμα να κατέχει, το 2025, 25,3% της αγοράς. Προωθεί τη θέση ότι η επωνυμία «Το Γάλα ΜΟΟ» διαθέτει εγγενή διακριτική ικανότητα γιατί δημιουργεί άμεση και προσωπική σύνδεση με τον καταναλωτή λόγω της χρήσης της αντωνυμίας «μου». Η γλωσσική επιλογή προσδίδει στο προϊόν μία αίσθηση οικειότητας και αποκλειστικότητας και ενισχύει την εμπορική αποκλειστικότητα του. Η απλότητα και καθαρότητα του ονόματος διευκολύνουν την αναγνωρισιμότητα του στην αγορά ενώ ο συνδυασμός των λέξεων προσδίδει στο προϊόν συναισθηματικό και οικείο χαρακτήρα με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται η επωνυμία από άλλες απρόσωπες ή γενικές εμπορικές ονομασίες. Ισχυρίζεται ότι η επιλογή της επωνυμίας «Το Γάλα ΜΟΟ» προσφέρει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα γιατί διαφοροποιείται μέσω της προσωπικής διάτασης που ενσωματώνει και της επικοινωνιακής δυναμικής που διαθέτει. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη επικοινωνιακή αξία συνέβαλε στην εμπέδωση της εικόνας του προϊόντος στην καταναλωτική συνείδηση και ότι η συνολική συνάφεια της διακριτικότητας, της αναγνωρισιμότητας, του συναισθηματικού χαρακτήρα καθώς και η διαφοροποίηση και επικοινωνιακή αξία κατέστησαν την συγκεκριμένη επωνυμία καθοριστικό παράγοντα για την εμπορική επιτυχία του προϊόντος και την απόκτηση σημαντικού μεριδίου της αγοράς με αποτέλεσμα η χρήση της φράσης «Το Γάλα ΜΟΟ» και η λέξη «ΜΟΟ» επί αυτών να συνδεθεί με την Αιτήτρια και τα προϊόντα της.
Προωθεί την άποψη ότι κατά την πρώτη κυκλοφορία των συγκεκριμένων προϊόντων είχε διαπιστωθεί ότι καμία εκ των υπόλοιπων γαλακτοβιομηχανιών δεν χρησιμοποιούσε το σήμα ή το όνομα «Το Γάλα ΜΟΟ». Προέκυψε ότι στις 23/06/2019 είχε καταχωριστεί το απεικονιστικό με αριθμό 83749 συνδυασμένο με το λεκτικό στοιχείο «ΖΟΟΜΟΟ φάρμα αχναγάλ EST 1977» και ότι παράλληλα, η Καθ΄ ης η αίτηση, σε μία προωθητική ενέργεια της στο Facebook, ζήτησε από τους καταναλωτές να βαφτίσουν τις αγελάδες της φάρμας της. Διαπιστώθηκε ότι τον Μάρτιο 2021 η Καθ΄ης η αίτηση κυκλοφόρησε φρέσκο σοκολατούχο γάλα με την ονομασία το «γαλατούι». Όμως στις 25/09/2025 πλασιέ της Αιτήτριας είδε σε υπεραγορά μία νέα συσκευασία για το «γαλατούι» της Καθ΄ης η αίτηση. Τα συγκεκριμένα κουτιά γάλακτος ήταν κλειστά σε συσκευασία στη οποία προβαλλόταν ιδιαίτερα το «MOU» προκαλώντας σύγχυση. Λόγω της συγκεκριμένης διαπίστωσης επισκέφθηκε ο ίδιος συνοικιακή υπεραγορά όπου εντόπισε τις συγκεκριμένες συσκευασίες. Εξακρίβωσε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση κυκλοφορεί το σοκολατούχο γάλα της σε δύο συσκευασίες μία με το «ΜΟU» και μία χωρίς το «MOU». Μετά από την συγκεκριμένη διαπίστωση, λόγω των καλών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο εταιρειών, αποστάλθηκε, στην Καθ΄ης η αίτηση, προειδοποιητική επιστολή ημ. 29/09/2025. Την ίδια μέρα, ήτοι 29/09/2025, το δικηγορικό γραφείο του Δρ. Θεοδούλου αναγνώρισε λήψη της επιστολής αλλά παρακάλεσε όπως του δοθεί χρόνος, μέχρι τις 6/10/2025, για να μελετηθεί το περιεχόμενο της επιστολής και να απαντηθεί. Περαιτέρω κατέγραψε ότι το διάστημα των 48 ωρών που είχε δοθεί είναι εναντίον της καθορισμένης πρακτικής. Οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η αίτηση απάντησαν, στις 02/10/2025, καταγράφοντας ότι τα εμπορικά σήματα με αριθμούς 94932 και 94933 κατοχυρώθηκαν ως συνδυαστικά σήματα τα οποία παρέχουν προστασία μόνο ως προς τον συνολικό τους συνδυασμό και όχι ως προς τα μεμονωμένα στοιχεία όπως η λεκτική ένδειξη «ΜΟΟ». Επιπλέον προβλήθηκε ότι ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, όπως το πρόσωπο της αγελάδας και οι σταγόνες, προϋπήρχαν στις ετικέτες της Καθ΄ ης η αίτηση πριν την καταχώριση των σημάτων της Αιτήτριας. Προωθήθηκε η θέση ότι τα σήματα της Αιτήτριας δεν χρησιμοποιούνται ως έχουν καταχωρηθεί αφού παρατηρούνται διαφοροποιήσεις σε γραμματοσειρά, χρώματα, διάταξη και μέγεθος των λεκτικών στοιχείων. Επεσήμαναν ότι οι ίδιοι χρησιμοποιούν την λέξη «MOU» από το 2015 σε διαφημιστικά σλόγκαν. Όσον αφορά την φράση «Φρέσκο Γαλατούι MOU» υποστήριξαν ότι δεν χρησιμοποιείται ως εμπορικό σήμα αλλά ως περιγραφική ή διαφημιστική ένδειξη ενώ το διακριτικό τους σήμα παραμένει πάντοτε το εγγεγραμμένο «ΑΧΝΑΓΑΛ». Ισχυρίστηκαν ότι δεν προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή αφού η συνολική εικόνα των προϊόντων είναι διαφοροποιημένη και προώθησαν περαιτέρω ότι δεν πληρούνται, κατά την δική τους άποψη, οι νομικές προϋποθέσεις εξασφάλισης απαγορευτικού διατάγματος.
Σύμφωνα με τον Ομνύοντα τα σήματα της Αιτήτριας της παρέχουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης τόσο στο σύνολο όσο και στα κυρίαρχα διακριτικά τους στοιχεία και ο λεκτικός συνδυασμός «ΤΟ ΓΑΛΑ ΜΟΟ» έχει καταστεί το αναγνωρίσιμο στοιχείο τους και συνδέεται άρρηκτα με τα προϊόντα ALAMBRA. Η χρήση της φράσης «Φρέσκο Γαλατούι MOU», από την Καθ΄ης η αίτηση, με έντονη έμφαση στο «MOU/MOO» δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σύγχυσης τόσο οπτικά όσο και φωνητικά και ο μέσος καταναλωτής επηρεάζεται αφού, λόγω της καθημερινής κατανάλωσης των προϊόντων, δεν προβαίνει σε αναλυτική εξέταση.
Υποστηρίζει ότι τοποθέτηση της λέξης «MOU» σε περίοπτη θέση, από την Καθ΄ης η αίτηση, δεν αποτελεί «περιγραφικό σλόκαν» αλλά χρήση του ως διακριτικού γνωρίσματος και αυτό συνιστά παράσιτο μάρκετινγκ σε βάρος της φήμης των σημάτων της Αιτήτριας. Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια χρησιμοποιεί τα σήματά της όπως καταχωρίστηκαν και ότι οι οποιεσδήποτε μικροαλλαγές στην γραμματοσειρά, μέγεθος ή χρώματα δεν αλλοιώνουν τον διακριτικό χαρακτήρα τους. Ισχυρίζεται ότι σκόπιμη χρήση της λέξης «MOU» από την Καθ΄ης η αίτηση σε συνδυασμό με το ότι προωθούν τα προϊόντα τους παράλληλα με την παλαιά τους συσκευασία αποδεικνύει κακοπιστία και πρόθεση εκμετάλλευσης της φήμης της Αιτήτριας. Υποστηρίζει ότι το σήμα «ΖΟΟΜΟΟ φάρμα ΑΧΝΑΓΑΛ EST1977» τέθηκε σε αχρησία από το 2016. Προωθεί τη θέση ότι η φύση του προϊόντος, ήτοι γάλα με μικρή διάρκεια ζωής, καθιστά την ανάγκη δικαστικής προστασίας επιτακτική αφού προκαλείται έντονη σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη στην φήμη και την διακριτική της δύναμη. Υπάρχει, κατά την δική του άποψη, οπτική ομοιότητα, ηχητική ομοιότητα, εννοιολογική ομοιότητα και κίνδυνος σύγχυσης και παραπλάνησης στο καταναλωτικό κοινό. Είναι η θέση του ότι η Καθ΄ ης αίτηση σκόπιμα προσπαθεί να επωφεληθεί από τις προωθητικές ενέργειες της Αιτήτριας και σκόπιμα εκμεταλλεύεται την φήμη της και τις επενδύσεις της προωθώντας ίδια προϊόντα με την ονομασία «Το Γαλατούι Μου». Η συγκεκριμένη πρακτική συνιστά παράλληλο μάρκετινγκ, δηλαδή αθέμιτη εκμετάλλευση ξένων εμπορικών επενδύσεων. Επιπρόσθετα είναι η θέση του ότι η συμπεριφορά της Καθ΄ ης η αίτηση καταδεικνύει κακοπιστία αφού ενώ από το έτος 2020 – 2021 προωθούσε τα προϊόντα της με διαφορετική συσκευασία, η οποία δεν περιείχε οποιαδήποτε αναφορά ή ομοιότητα με το στοιχείο «ΜΟΟ» και μετά που η Αιτήτρια προέβηκε σε διαφημιστική επένδυση και καθιέρωσε το σήμα «Το Γάλα ΜΟΟ» η Καθ΄ ης η αίτηση προχώρησε σε παράλληλη προώθηση της συσκευασίας της με την ενσωμάτωση της λέξης «MOU», υιοθετώντας το σήμα «Το Γαλατούιν Mου», το οποίο παρουσιάζει προφανή οπτική και ηχητική ομοιότητα με το σήμα της Αιτήτριας. Κατά τη δική του άποψη η πιθανότητα το καταναλωτικό κοινό να αγοράσει τα προϊόντα της Καθ΄ης η αίτηση αντί της Αιτήτριας είναι εξαιρετικά αυξημένη. Η χρονική συγκυρία καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν συνιστά γνήσια επιχειρηματική πρωτοβουλία αλλά πρόθεση εκμετάλλευσης και κακοπιστίας.
Όσον αφορά τη ζημιά που προκαλείται στην Αιτήτρια υποστηρίζει ότι είναι πολυεπίπεδη και σοβαρή λόγω της έντονης ομοιότητας των σημείων αλλά και της τοποθέτησης των προϊόντων, δίπλα – δίπλα, στα ψυγεία των υπεραγορών. Επιπρόσθετα η Καθ΄ ης η αίτηση, χωρίς να επενδύσει χρήματα ή επενδύοντάς τα σε άλλες ανταγωνιστικές ενέργειες, καρπώνεται αδικαιολόγητα την πολυετή, δαπανηρή και στοχευμένη επένδυση της Αιτήτριας, υπονομεύει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα και πλήττει την εμπορική της εικόνα και αξιοπιστία. Υποστηρίζει ότι η ζημιά δεν περιορίζεται σε απλή απώλεια πωλήσεων αλλά επεκτείνεται στην αποδυνάμωση του διακριτικού χαρακτήρα και της φήμης του σήματος, στοιχεία τα οποία αποτελούν κεφάλαιο άυλης αλλά θεμελιώδους αξίας για την Αιτήτρια γι΄ αυτό και η ανάγκη έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων είναι κατεπείγουσα.
Εισηγείται ότι η Kαθ΄ ης η αίτηση δεν θα υποστεί ουσιαστική ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει στην αγορά τα προϊόντα της με την προγενέστερη συσκευασία.
Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, η οποία καταχωρίστηκε προς απάντηση της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση, υποστηρίζει ότι η Καθ΄ης η αίτηση επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο όταν προωθεί τη θέση ότι ενέγραψε το εμπορικό σήμα 83749 ως «ΖΟΟ ΜΟU» ενώ στην πραγματικότητα το εμπορικό σήμα που ενέγραψε είναι «ΖΟΟΜΟU φάρμα αχναγάλ EST1977». Δηλώνει, ότι ο ίδιος αγνοούσε ότι η Καθ΄ης η αίτηση είχε προωθήσει το «ΖΟΟΜΟU» και ότι το 2020 είχε ζητήσει από τους καταναλωτές, μέσω facebook, να βαφτίσουν τις αγελάδες της φάρμας και το συγκεκριμένο γεγονός το είχε φέρει σε γνώση του ο δικηγόρος της Αιτήτριας.
Προωθεί τη θέση ότι το «ΜΟΟ» επιλέγηκε από την Αιτήτρια ως η ηχητική απόδοση του ήχου της αγελάδας και όχι ως η κτητική αντωνυμία «μου». Υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι πρόσφατα ξεκίνησε η Καθ΄ης η αίτηση να αναγράφει το «MOU» σε μερικές εκ των συσκευασιών της με παρόμοια γραμματοσειρά, διάταξη και χρωματική αντίθεση όπως εκείνη που χρησιμοποιεί η Αιτήτρια δημιουργεί έντονα την εντύπωση απομίμησης και δημιουργεί πιθανότητα σύγχυσης. Κατά τη δική του άποψη η επιλογή δεν είναι τυχαία αφού ακολούθησε χρονικά την κυκλοφορία του προϊόντος της Αιτήτριας. Δεν πρόκειται περί αντωνυμίας αλλά αποσκοπεί στην δημιουργία παιχνιδιάρικης ηχητικής ταύτισης με τον ήχο που έχει καθιερώσει στην αγορά η Αιτήτρια με την χρήση του σήματος «Το Γάλα ΜΟΟ».
Είναι η θέση του ότι τα δύο σήματα παρουσιάζουν έντονη ηχητική ομοιότητα η οποία από μόνη της είναι ικανή να συγχύσει το καταναλωτικό κοινό. Ο μέσος καταναλωτής δεν διακρίνει φωνητικά τη διαφορά μεταξύ των δύο γιατί οι δύο ήχοι προφέρονται με την ίδια χροιά, τονικότητα και ένταση. Το γεγονός ότι τα προϊόντα απευθύνονται στο ίδιο κοινό και κυκλοφορούν στα ίδια σημεία πώλησης καθιστά υπαρκτή την δημιουργία κινδύνου σύγχυσης. Υποστηρίζει ότι η επιλογή του χρόνου κυκλοφορίας του προϊόντος με την ένδειξη «ΜΟU» από την Καθ΄ης η αίτηση αποδεικνύει γνώση εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση της επιτυχίας του προϊόντος της Αιτήτριας και πρόθεση να επωφεληθεί παρασιτικά από τη φήμη και την αποδοχή που είχε αποκτήσει στην αγορά το σήμα «Το Γάλα ΜΟΟ».
Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στην Καθ΄ης η αίτηση και οποιονδήποτε έλκει εξουσία από αυτήν από το να κατασκευάζει, εμπορεύεται, πωλεί, διανέμει, προωθεί γάλα ή/και ροφήματα γάλακτος ή/και γαλακτοκομικά προϊόντα ή/και συσκευασίες αυτών ή/και ετικέτες αυτών με την χρήση των εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων της Αιτήτριας ή/και άλλων σημάτων ή/και ονομάτων ή/και λέξεων ταυτόσημων ή παρόμοιων καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η παραβίαση με οποιονδήποτε τρόπο των εμπορικών σημάτων της Αιτήτριας.
Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση ένστασης στην οποία καταγράφηκαν δέκα λόγοι ενστάσεως οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν την υπόθεση και ότι η Αιτήτρια δεν προσέφυγε με καθαρά χέρια, ότι με την αίτηση διεκδικούνται οι ίδιες θεραπείες που διεκδικούνται με την αγωγή, ότι η Αιτήτρια καθυστέρησε στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, ότι δεν ανέλυσε επαρκώς την βάση του αιτήματος της ή/και το σύνολο των ζημιών της, ότι τα γεγονότα που παρατίθενται δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος, ότι η ένορκη δήλωση του Μιχάλη Πέτρου πάσχει, ότι στην περίπτωση που εκδοθούν τα διατάγματα θα είναι επί ματαίω γιατί η αίτηση είναι επιπόλαια και ενοχλητική και ότι είναι καταφανώς νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
Καταγράφηκε η ίδια νομική βάση που παρατέθηκε και στην αίτηση και το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η ένσταση περιγράφονται σε ένορκη δήλωση του Άγγελου Ελευθερίου, ενός εκ των διευθυντών της Καθ΄ ης η αίτηση ο οποίος τα γνωρίζει προσωπικά. Καταγράφει ότι η Καθ΄ ης η αίτηση ξεκίνησε τις εργασίες πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων στις αρχές του 1977. Παρασκευάζει όλα τα προϊόντα γάλακτος ενώ εμφιαλώνει όλων των ειδών τα γάλατα και συσκευάζει και πωλεί γαλατάκια για μικρά παιδιά με γεύση σοκολάτας, φράουλας και μπανάνας. Στις 17/06/2015 ενέγραψε στο Μητρώο Εμπορικών Σημάτων το σήμα με αριθμό 83749 «ΖΟΟ ΜΟU φάρμα ΑΧΝΑΓΑΛ EST1977» το οποίο ισχύει μέχρι τις 17/06/2032. Στις 16/07/2020 ανέβασε στο Facebook προωθητική ενέργεια ζητώντας από τους καταναλωτές να βαφτίσουν τις αγελάδες της φάρμας της. Παρουσίαζε μία αγελάδα που έλεγε «Βρες ΜΟΟ όνομα». Η όλη διαφημιστική εκστρατεία της Καθ΄ ης η αίτηση χαρακτηρίζεται από την χρήση των κτητικών αντωνυμιών μου, σου, του, της και μας, οι οποίες προσδίδουν χαρακτήρα οικογενειακής επιχείρησης στα προϊόντα. Προωθεί τη θέση ότι σκόπιμα η Αιτήτρια αγνόησε την εγγραφή του συγκεκριμένου εμπορικού σήματος ή/και την χρήση των κτητικών αντωνυμιών. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια το 2024 και το 2025 επιχείρησε να εγγράψει τα δικά της εμπορικά σήματα και η Καθ΄ ης η αίτηση ενσυνείδητα αποφάσισε να μην φέρει ένσταση λόγω συναδελφικής αλληλεγγύης. Όμως αντέγραψε την ιδέα του «ΜΟΟ». Κατά την δική του άποψη δεν μπορεί να υπάρξει καμία σύγχυση ανάμεσα στις συσκευασίες γάλακτος της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η αίτηση γιατί δεν έχουν οτιδήποτε κοινό. Βλέποντας τις δύο ετικέτες το κυρίαρχο στοιχείο στο «γαλατούι» της Καθ΄ ης η αίτηση είναι το εμπορικό της σήμα «ΑΧΝΑΓΑΛ» στο πάνω μέρος του μπουκαλιού ενώ στο γάλα της Αιτήτριας αναγράφεται το δικό της σήμα «ΑΛΑΜΠΡΑ» καθώς και «Το Γάλα ΜΟΟ» με συγκεκριμένη γραμματοσειρά, άλλα χρώματα και σχέδιο προσώπου αγελαδίτσας. Υποστηρίζει ότι τα εμπορικά σήματα της Αιτήτριας δεν μπορούν να εμποδίσουν, νομικά, τρίτους να χρησιμοποιούν αυθαίρετα επιλεγόμενα, αποσπασματικά στοιχεία τους. Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να εμποδίσουν την Καθ΄ ης η αίτηση να χρησιμοποιεί την κτητική αντωνυμία «μου». Κατά τη δική του άποψη η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του αποσπασματικού στοιχείου «ΜΟΟ» ή επί οποιουδήποτε άλλου αποσπασματικού στοιχείου των σημάτων της. Όσον αφορά το σχέδιο της αγελάδας στις ετικέτες δηλώνει ότι προϋπήρχε στην ετικέτα της Καθ΄ ης η αίτηση, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι η Αιτήτρια που πήρε την ιδέα από την Καθ΄ ης η αίτηση να συνδυάσει την αγελάδα με τον ήχο «μου». Είναι η θέση του ότι οι δύο σταγόνες που υπάρχουν στα σήματα της Αιτήτριας παραπέμπουν στις διακριτικές σταγόνες που προϋπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν στα εμπορικά σήματα της ΑΧΝΑΓΑΛ. Ισχυρίζεται ότι δεν τίθεται θέμα σύγχυσης στον μέσο καταναλωτή αφού τόσο στα προϊόντα της Αιτήτριας όσο και στα προϊόντα της Καθ΄ ης η αίτηση αναγράφεται, στο πάνω μέρος της συσκευασίας τους, το εγγεγραμμένο σήμα της κάθε μίας «ALAMBRA» και «Φάρμα ΑΧΝΑΓΑΛ».
Υποστηρίζει ότι η προειδοποιητική επιστολή που είχε απευθυνθεί από την Αιτήτρια στην Καθ΄ης η αίτηση δεν τηρούσε τα βασικά κριτήρια μιας προειδοποιητικής επιστολής στον τομέα του δικαίου των εμπορικών σημάτων. Περαιτέρω προωθεί τη θέση ότι η Καθ΄ ης η αίτηση υφίσταται καθημερινά μεγάλη ζημιά λόγω του διατάγματος τόσο από τις απώλειες στις πωλήσεις αλλά και μεγαλύτερη ζημιά λόγω του ότι πλήττεται η αξιοπιστία και η φήμη της στην αγορά, γεγονός που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Εισηγείται δε προς το Δικαστήριο την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.
Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Άγγελο Ελευθερίου στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θέσεις που παρέθεσε στην πρώτη ένορκη δήλωσή του και επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι όταν τα γαλατάκια τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο φαίνονται οι μεγάλες διαφορές που υπάρχουν στις δύο συσκευασίες. Στο πάνω μέρος της συσκευασίας της Καθ΄ης η αίτηση αναγράφεται «Ελευθερίου ΑΧΝΑΓΑΛ ΦΑΡΜΑ EST 1977» με μεγάλα γράμματα και με τις σταγόνες πάνω από το «-γαλ» ενώ στο γαλατάκι της Αιτήτριας, στο πάνω μέρος της συσκευασίας, καταγράφεται το σήμα «ALAMBRA». Κατά την δική του άποψη δεν τίθεται θέμα σύγχυσης στο κοινό αφού τα ονόματα των ιδιοκτητών είναι γραμμένα με μεγάλα γράμματα στις συσκευασίες.
Όσον αφορά την προωθητική ενέργεια της Καθ΄ης η αίτηση εξηγεί ότι είχε ζητηθεί, στις 16/07/2020, από τους καταναλωτές με την χρήση της αγελάδας, δηλαδή ζητούσε η αγελάδα να της βρουν όνομα οι καταναλωτές και έλεγε «ΒΡΕΣ ΜΟΟ όνομα». Το «ΜΟΟ» ήταν γραμμένο όπως το «ΜΟΟ» που χρησιμοποιεί τώρα η Αιτήτρια και ισχυρίζεται ότι είναι δική της έμπνευση. Κατά τη δική του άποψη η Αιτήτρια αντέγραψε το εμπορικό σήμα της Καθ΄ης η αίτηση «ΖΟΟ ΜΟU» οικειοποιούμενη τη λέξη «MOΟ» και ενέγραψε εμπορικό σήμα στις 11/10/2024. Προωθεί την θέση ότι λόγω της έκδοσης του διατάγματος η Καθ΄ης η αίτηση έχει υποστεί σημαντική ζημιά. Για την περίοδο 24/09/2025 μέχρι 12/10/2025 είχαν πωληθεί 1967 τεμάχια περισσότερα από το 2024. Από τις 13/10/2025 μέχρι τις 22/10/2025 υπήρχαν επιστροφές 529 τεμάχια ενώ το ίδιο διάστημα το 2024 οι πωλήσεις ανέρχονταν στις 2029 τεμάχια. Καταλήγει, ότι το «φρέσκο γαλατούι ΜΟU» της Καθ΄ης η αίτηση, όπως είναι γραμμένο, δεν έχει καμία σχέση με το «ΓΑΛΑ ΜΟΟ» της Αιτήτριας ιδιαίτερα λόγω του ότι και τα δύο γράφουν με μεγάλα γράμματα τους κατασκευαστές.
Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους τόσο με την διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων όσο και την δια ζώσης παράθεση των σημαντικών γεγονότων που, κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο τόσο των γραπτών καθώς και των προφορικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στην λήψη της απόφασής του, δεν θα λάβει υπόψη ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν μέσα από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Έχει νομολογηθεί ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων είναι το μέσω προώθησης των ισχυρισμών και όχι το μέσω στοιχειοθέτησής τους και ότι δεν αποτελούν παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας βλ. El Faith Co. For International SAE v. EDT Shipping Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η εγγραφή ενός εμπορικού σήματος που διέπεται από τον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο Κεφ. 268, έχει ως στόχο να προστατεύσει τη χρήση του σήματος σε προϊόντα συγκεκριμένης κλάσης, δηλαδή αναφορικά με εξειδικευμένη κατηγορία προϊόντων για την οποία εγγράφεται το εμπορικό σήμα. Το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας θεμελιώνεται στον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο, Κεφ. 268. Σύμφωνα με το άρθρο 6(2) του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ. 268, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν.76(Ι)/2000: «Ο ιδιοκτήτης εμπορικού σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του, χωρίς τη συγκατάθεση του: (α) σημείο πανομοιότυπο με το εμπορικό σήμα, για εμπορεύματα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί.». Η πνευματική ιδιοκτησία και το δικαίωμα προστασίας εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων είναι δικαιώματα απόλυτα προστατευόμενα και είναι δυνατόν να αποτελέσουν και κατά το δίκαιο της επιείκειας το αντικείμενο προσωρινού διατάγματος όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Bean on Injunctions, 8η εκδ., σελ. 9-10.
Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Επαναλήφθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lexiflora Holdings Ltd κ.α. v. Κώστας Ζεβού κ.α. Πολ. Εφ. Ε38/21 και 42/21 ημερ. 12/02/2024.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:
«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».
Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :
«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».
Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».
Στην απόφαση Lexiflora Holdings Ltd κ.α. v. Κώστας Ζεβού κ.α. (ανωτέρω) σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Να υπενθυμίσουμε μόνον ότι για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η εκδ., παρ.620, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:
"..... An interlocutory injunction is thus a temporary, discretionary and exceptional remedy. It is available before the rights of the parties have been finally determined and, in the case of an ex parte injunction, even before the court has been appraised of the nature of the defendant's case. It is no part of the court´s function at this early stage in the litigation to try to resolve conflicts of evidence on affidavit as to the facts on which the claims of either party may ultimately depend. The evidence is incomplete because it is not until the trial that it is tested by oral cross-examination.
Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information. It is not, therefore, appropriate for the court to decide conflicting questions of fact or difficult questions of law which call for detailed argument and mature consideration. These are matters to be dealt with at the trial. In brief, at the interlocutory stage the court has to make a decision when the existence of the right or the violation of it or both is uncertain and will remain uncertain until final judgment is given in the action.
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Ενάγουσας – Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας.
Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια, στηρίζει την αξίωση της σε δύο ξέχωρες και διακριτές βάσεις αγωγής. Η πρώτη, που προβάλλεται ως η κύρια και προεξάρχουσα, είναι η παραβίαση των εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων. Η δεύτερη είναι ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Εξετάζοντας, στον βαθμό που επιτρέπεται σ’ αυτό το στάδιο στο Δικαστήριο, κατά πόσο υπάρχει παραβίαση των εμπορικών σημάτων της Αιτήτριας. Το άρθρο 37Α του Κεφ. 268 ερμηνεύει τον όρο εμπορικό σήμα και διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«(1) Πιστοποιούν εμπορικό σήμα είναι το εμπορικό σήμα που υποδηλοί ότι τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες σε σχέση με τα οποία χρησιμοποιείται είναι πιστοποιημένα από τον ιδιοκτήτη του εν λόγω σήματος ως προς την ποιότητα, την ακρίβεια ή άλλο χαρακτηριστικό τους, συμπεριλαμβανομένων της προέλευσης, των συστατικών ή, για τα εμπορεύματα, του τρόπου κατασκευής τους και, για τις υπηρεσίες, του τρόπου εκτέλεσής τους.
(2) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στα πιστοποιούντα εμπορικά σήματα τηρουμένων των διατάξεων του Πρώτου Πίνακα.» .
Οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου σε συνάρτηση με τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 6 του Κεφ. 268, κατά πόσο δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας χρησιμοποιείται πανομοιότυπο εμπορικό σήμα για πανομοιότυπα εμπορεύματα είναι καθοριστικά για την απόφανση κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Φαίνεται από τα γεγονότα, ως παρατέθηκαν και από τις δύο πλευρές, ότι τα εμπορεύματα είναι τα ίδια, ήτοι γαλατάκια με γεύση και το εμπορικό σήμα στο απλό μάτι φαίνεται να καταγράφει τη λέξη «μου» με διαφορετική ορθογραφία.
Γίνεται επίκληση από την Αιτήτρια για παραβίαση των εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων της. Προκύπτει, από το άρθρο 6(2) του περί Εμπορικών Σημάτων Nόμου, Κεφ.268 ότι:
«(2) ο ιδιοκτήτης εμπορικού σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του, χωρίς τη συγκατάθεσή του
(α) σημείο πανομοιότυπο με το εμπορικό σήμα, για εμπορεύματα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί,
(β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το εμπορικό σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των εμπορευμάτων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το εμπορικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το εμπορικό σήμα,
(γ) σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο σήμα για εμπορεύματα ή υπηρεσίες μη παρόμοιες με εκείνες για τις οποίες το εμπορικό σήμα έχει εγγραφεί, εάν το εμπορικό σήμα χαίρει φήμης στη Δημοκρατία και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς εύλογη αιτία θα επέφερε, χωρίς οποιοδήποτε κόστος όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του εμπορικού σήματος ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.».
Στο συγκεκριμένο άρθρο αναγνωρίζονται τρεις διακριτές περιπτώσεις που παρέχουν αυθύπαρκτο αγώγιμο δικαίωμα για παραβίαση εμπορικού σήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια, ως η ίδια αποσαφήνισε, στηρίζει την αγωγή της στο άρθρο 6(2), το οποίο, αποτελεί πιστή αντιγραφή του άρθρου 5(1) της Κοινοτικής Οδηγίας για Εμπορικά Σήματα 89/104.
Για στοιχειοθέτηση αγωγής δυνάμει του άρθρου 6(2) θα πρέπει να καταδειχθεί ότι:
(1) το σημείο είναι ταυτόσημο ή όμοιο με το εμπορικό σήμα που έχει εγγραφεί,
(2) τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα είναι ταυτόσημες ή όμοιες με τις υπηρεσίες ή τα εμπορεύματα που καλύπτονται από το σημείο και
(3) υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το εμπορικό σήμα.
Η δεύτερη προϋπόθεση εξετάζεται από το Δικαστήριο υπό το πρίσμα μιας πραγματικής θεώρησης των χαρακτηριστικών, της χρήσης και των καναλιών προς την αγορά του εμπορικού σήματος και του σημείου, στον βαθμό πάντοτε που απαιτείται σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Αναμφίβολα ικανοποιείται. Η ταύτιση ή τουλάχιστον η ομοιότητα προκύπτει από το γεγονός ότι τόσο το εμπορικό σήμα όσο και το σημείο, αφορούν σε γαλακτοκομικά προϊόντα και γαλατάκια με γεύση. Αμφότερα απευθύνονται προς την ίδια ομάδα ανθρώπων και φέρουν την λέξη «Μου» διαφορετικά γραμμένη.
Η πρώτη και τρίτη προϋπόθεση σε μεγάλο βαθμό συναρτώνται και ως εκ τούτου είναι προσφορότερο να εξετάζονται μαζί. Στην υπόθεση ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΘΝΟΣ Γ.Α. ΚΕΡΑΝΗΣ Α.Ε v. ΕΦΟΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΗΜΑΤΩΝ (1991) 3 Α.Α.Δ. 1110, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του Εφόρου Εμπορικών Σημάτων να απορρίψει την ένσταση των ιδιοκτητών του σήματος Pallas κατά της εγγραφής του σήματος Dallas, τόνισε στη σελ. 1111 τα εξής:
« (2)Το θέμα της ομοιότητας κρίνεται και αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους μάρτυρες· αλλά, αν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσο υπήρξε ή δεν υπήρξε σύγχυση, πρέπει να ληφθεί υπόψη, πράγμα που αποτελεί και νομολογιακό πόρισμα. Με βάση το συγκεκριμένο περιεχόμενο των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων των μερών, ο Έφορος, που είναι ο κριτής της ύπαρξης ομοιότητας σε σημείο που να εξαπατά, και αυτό είναι θέμα πραγματικό, ορθά ζύγισε τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του και αποφάσισε ότι η συνύπαρξη των σημάτων δεν προκαλεί πραγματικό κίνδυνο σύγχυσης "a real tangible danger of confusion".
(3) Στην υπό κρίση απόφαση, ο Έφορος αποφάσισε πρώτα ότι τα αγαθά ήταν της ίδιας περιγραφής και μετά σύγκρινε τα δύο σήματα για να δει κατά πόσο λόγω της ομοιότητας τους υπήρξε πραγματική πιθανότητα να προκληθεί εξαπάτηση ή σύγχυση: "actual probability of deception or confusion". Σύμφωνα με αρχές τις νομολογίας και θεωρίας, καταδεικνύεται ότι η απόφαση του Εφόρου ήταν ορθή γιατί ο Έφορος όφειλε να εξετάσει το κάθε σήμα σαν σύνολο - και όχι ξεχωριστά τα γράμματα - να λάβει υπόψη τη φωνητική και κατά συνέπεια τον τονισμό, το νόημα, την οπτική, για να δώσει σημασία στις διαφορές και να λάβει υπόψη τους πιθανούς αγοραστές.».
Στο σύγγραμμά Kerly's Law of Trade Marks and Trade Names, 14η έκδ., στην παράγραφο 9-033 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«The likelihood of confusion is to be assessed globally, taking into account all factors relevant to the marks and goods and services in issue, and this will include any reputation attaching to the earlier trade mark. This has been made clear by the ECJ in Sabel v Puma:
".Article 4(1)(b) does not apply where there is no likelihood of confusion on the part of the public. In that respect it is clear from the tenth recital in the preamble to the Directive that the appreciation of the likelihood of confusion 'depends on numerous elements and, in particular, on the recognition of the trade mark on the market, of the association which can be made with the used or registered sign, of the degree of similarity between the trade mark and the sign and between the goods or services identified'. The likelihood of confusion must therefore be appreciated globally, taking into account all factors relevant to the circumstances of the case.
That global appreciation of the visual, aural or conceptual similarity of the marks in question, must be based on the overall impression given by the marks, bearing in mind, in particular, their distinctive and dominant components. The wording of Article 4(1)(b) of the Directive - '.there exists a likelihood of confusion on the part of the public.' - shows that the perception of marks in the mind of the average consumer of the type of goods or services in question plays a decisive role in the global appreciation of the likelihood of confusion. The average consumer normally perceives a mark as a whole and does not proceed to analyse its various details.».
Στην παράγραφο 9-040 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται και τα εξής σχετικά:
«Account is to be taken of the fact that the average consumer only rarely has the chance to make a direct comparison between the different marks but must place his trust in the imperfect recollection of them he has kept in his mind. It should also be born in mind that the average consumer's level of attention is likely to vary according to the category of goods or services in question.».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Στην προκειμένη περίπτωση, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, αφήνοντας δηλαδή εντελώς ανοικτό για τελική κρίση τόσο το νομικό όσο και το πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης, θεωρώ, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, ότι οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις 1, 2 και 3 πληρούνται. Όσον αφορά τον ακριβή προσδιορισμό του υπό σύγκριση σημείου έγινε πολύς λόγος για αυτό το θέμα, με τις δύο πλευρές να επικεντρώνονται στην λέξη «ΜΟΟ» με την πλευρά της Αιτήτριας να υποστηρίζει ότι το σημείο «ΜΟΟ» συνιστά τον ήχο της αγελάδας και την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να υποστηρίζει ότι το «ΜΟU» είναι κτητική αντωνυμία. Από τη στιγμή που λαμβάνεται υπόψη και η οπτική ομοιότητα, κρίνω, σε αντιδιαστολή της θέσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση, ότι η διάκριση της φράσης «γαλατούι ΜΟU» και «Το Γάλα ΜΟΟ» για ένα καταναλωτή που τα βλέπει στο ίδιο ράφι απαιτεί βαθμό δυσκολίας.
Εξετάζοντας το θέμα του αθέμιτου ανταγωνισμού στην απόφαση CTO Public Company Ltd κ.α. ν. Bat (Cyprus) Ltd και άλλων (2012) 1 Α.Α.Δ. 178, αναλύθηκαν με πληρότητα οι καθιερωμένες νομολογικές αρχές που άπτονται της στοιχειοθέτησης του αθέμιτου ανταγωνισμού και εντοπίζονται στο εξής απόσπασμα της απόφασης:
«Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου.
Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση (Δέστε: Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927 (Υπόθεση Advocaat)).
.... Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι οι ίδιες αρχές με εκείνες που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και στους άλλους τομείς του δικαίου (Δέστε: Hadjikyriacos, ανωτέρω). Σε τέτοιες υποθέσεις είναι απαραίτητο ο ενάγων-αιτητής να αποδείξει τη φήμη του, δηλαδή ότι εξαιτίας της χρήσης των προϊόντων του με συγκεκριμένη εμφάνιση, η συγκεκριμένη εμφάνιση έχει καταστεί διακριτικό στοιχείο των προϊόντων του, στη χώρα όπου ζητείται το προσωρινό διάταγμα, και στο κοινό γενικά ή σε συγκεκριμένη τάξη του κοινού (Δέστε: Spalding v. Gamage [1915] 32 R.P.C. 273 και Υπόθεση Advocaat (ανωτέρω)).
Συνάγεται από τα πιο πάνω πως η στοιχειοθέτηση εμπορικής εύνοιας συνδεδεμένης με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρει στο αγοραστικό κοινό, αποτελεί την αφετηρία για τον ενάγοντα σε αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η απόφαση Star Industrial Co Ltd v Yap Kwee Kor [1976] F.S.R. 256.
Η εμπορική εύνοια, δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή φήμη του ενάγοντα και θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι υφίσταται εντός της δικαιοδοσίας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό απομίμηση - αντιποίηση. Στην απόφαση Demades Overseas v Studio MA.ST Ltd (1996)1 Α.Α.Δ. 799, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας το σκεπτικό Αγγλικό αποφάσεων, αναφέρθηκε εκτενώς στην έννοια της εμπορικής εύνοιας και τον τοπικό της χαρακτήρα:
«Εκείνο για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι στοχευμένη και γίνεται με σκοπό να παρουσιάσει τα δικά του προϊόντα ως προϊόντα του ενάγοντα-αιτητή ή τουλάχιστον να προκαλέσει σύγχυση σε πιθανούς πελάτες ή αγοραστές ότι τα προϊόντα του έχουν κάποια σχέση με τα προϊόντα του ενάγοντα. Η απομίμηση δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτη (Δέστε: Mitsingas, ανωτέρω). Το ίδιο το δικαστήριο είναι ο καλύτερος κριτής αυτών των στοιχείων. Η σύγκριση όμως γίνεται με αναφορά στο μέσο καταναλωτή, που γνωρίζει απλά την εμφάνιση των προϊόντων του ενάγοντα, και όχι στον ειδικό και έμπειρο καταναλωτή (Δέστε: Spalding v. Gamage, ανωτέρω).».
Είναι δεδομένο ότι η Αιτήτρια ξεκίνησε την εμπορία του συγκεκριμένου προϊόντος στις 15/11/2024 και η Καθ΄ης η αίτηση τον Σεπτέμβριο του 2025 συμπεριέλαβε τη λέξη «MOU» στην συγκεκριμένη μορφή στις συσκευασίες της μετά και από την εκτενή προώθηση του προϊόντος της Αιτήτριας. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο καταλήγει ότι υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση.
Κατά πόσο τα δύο προϊόντα προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό που πράγματι να συγχύζουν το καταναλωτικό κοινό σαφώς θα απαντηθεί κατά την κυρίως δίκη και όχι σε αυτό το στάδιο.
Τα πιο πάνω κατά την άποψη του Δικαστηρίου θεμελιώνουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις εφόσον, αφενός μεν η αξίωση της Αιτήτριας προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα και η προσφερόμενη μαρτυρία μέσω της ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει την αίτηση και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν στοιχειοθετούν το σοβαρό ζήτημα για την εκδίκαση και αφετέρου στη βάση της ίδιας αυτής μαρτυρίας κατά την άποψη του Δικαστηρίου υπάρχει και πιθανότητα (probability) επιτυχίας όπως αυτή έχει επεξηγηθεί μεταξύ άλλων και στην Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) στη σελ. 569:
«A probability, in the context of the provision to s. 32(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success. ».
Για σκοπούς του παρόντος σταδίου, αναφέρω μόνο ότι η πλευρά της Αιτήτριας έχει στοιχειοθετήσει ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τις αναγνωριστικές αποφάσεις που επιζητεί με βάση τα πιο πάνω παρατεθέντα. Συνεπώς τόσο η πρώτη αλλά και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, πληρούνται.
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο όμως δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η επιτακτική ανάγκη προστασίας των ευρύτερων δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία έχει ιδιαιτέρως αναγνωρισθεί στο πεδίο του αθέμιτου ανταγωνισμού και κατ' αναλογία για παραβάσεις εμπορικών σημάτων, βλ. M & CH MITSINGAS TRADING LTD κ.α v. THE TIMBERLAND CO (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791 και THE TIMBERLAND CO OF USA v. EVANS AND SONS LTD κ.α (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179.
Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.α. ν SCFB Ltd, Πολ. Έφ. Ε6/2022, ημερομηνίας 04/03/2025:
«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.
…………………………………………………………………………
Πέραν της Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1245, στην οποία κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Διατάγματα, Injunctions (ανωτέρω), σελ. 131-141, όπου αναφέρεται ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.».
Η παρούσα υπόθεση αφορά παραβίαση εγγεγραμμένων εμπορικών σημάτων ως έχει προλεχθεί. Ο κ. Μιχάλης Πέτρου στην ένορκο δήλωση του, στην παράγραφο 65, αλλά και σε άλλες, αναλύει τους λόγους για τους οποίους αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκληθεί ανυπολόγιστη ζημιά στην Αιτήτρια και ως εκ τούτου η κλίμακα της αγωγής δεν είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Κατά κανόνα σε υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, η ζημιά που προκαλείται για αυτούς που επικαλούνται το δικαίωμα δεν είναι καθαρά χρηματική εφόσον εκείνο που επιδιώκεται είναι η έκδοση των διαταγμάτων. Σε υποθέσεις δε παράβασης σημάτων, η ζημιά που προκαλείται είναι κατά κανόνα ανυπολόγιστη. Ανοίγω μια παρένθεση για να σημειώσω ότι η Καθ΄ης η αίτηση μέχρι και το καλοκαίρι του 2025 φαίνεται να εμπορευόταν το «γαλατούι» χωρίς το «ΜΟU» και να είχε σεβαστές πωλήσεις ως καταγράφει ο κος Άγγελος Ελευθερίου στην παράγραφο 10 της αρχικής ένορκης δήλωσής του. Συνακόλουθα για τους λόγους που έχω καταγράψει πιο πάνω κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960.
Ανασκόπηση της νομολογίας οδηγεί στην κατάληξη ότι σε υποθέσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εκδίδονται προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα που συχνά έχουν το ίδιο περιεχόμενο όπως και το παρακλητικό της αγωγής, συχνότερα από άλλες περιπτώσεις. Εν πάση περιπτώσει η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι «Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται.». Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κούνουνα v. Adidas (1984) CLR 263, Κοσμά v. X" Κυπρή (2000) 1 Α.Α.Δ. 169.
Σε σχέση με υποθέσεις παραβίασης πνευματικής ιδιοκτησίας η παροχή προσωρινού διατάγματος που να διατηρεί το status quo ante είναι αναγνωρισμένη διαδικασία που τυγχάνει συχνής εφαρμογής. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Cornish & Llewelyn, Intellectual Property: Patents, Copyright, Trade, Marks and Allied Rights, 5η εκδ., σελ. 68 - 69, η σημασία των ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων έγκειται και στο γεγονός ότι εν πολλοίς στον επιχειρηματικό κόσμο το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης διαδικασίας τείνει συχνά να διευθετήσει και την ουσία της αγωγής και κατά συνέπεια τα δικαστήρια δεν θα πρέπει να αρνούνται θεραπεία σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι υπάρχει παράβαση.
Εξετάζοντας με πολύ προσοχή τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το Δικαστήριο καταλήγει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Πληρούνται τα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία και είναι αναγκαίο να διατηρηθεί το status quo ante με σκοπό να διατηρηθούν τα δεδομένα όπως αυτά είχαν πριν η Καθ΄ης η αίτηση αρχίσει τη δραστηριότητα την οποία η Αιτήτρια επιδίωξε να αναχαιτίσει με την παρούσα αίτηση. Στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers (1984) WLR 892 σελ. 892 ειπώθηκαν τα ακόλουθα:
« I stress once again that we are not at this stage concerned to determine the final rights of the parties. Our duty is to make such orders, if any, as are appropriate pending the trial of the action. It is sometimes said that this involves a weighing of the balance of convenience. This is an unfortunate expression. Our business is justice, not convenience. We must contemplate the possibility that either party may succeed and we must do our best to ensure that nothing occurs pending the trial which will prejudice his rights. Since the parties are usually asserting wholly inconsistent claims, this is difficult, but we have to do our best. In so doing we are seeking a balance of justice, not convenience.».
Υπό τις περιστάσεις με δεδομένο ότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί από την Αιτήτρια ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και οι αρχές που προκύπτουν από τη συναφή νομολογία ως προς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ενώ έχει καταλήξει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας και υιοθετώντας τέτοια πορεία η οποία να ενέχει τους λιγότερο δυνατούς κινδύνους πρόκλησης αδικίας καταλήγει ότι τα εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα και θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Όσον αφορά το υπό παράγραφο Β διάταγμα συνιστά πλεονασμό αφού τα δικαιώματα της Αιτήτριας προστατεύονται με τα εκδοθέντα διατάγματα. Διευκρινίζεται βέβαια ότι η Καθ΄ης η αίτηση μπορεί να εμπορεύεται γαλατάκια χωρίς όμως την χρήση της λέξης «ΜΟU» στις συσκευασίες, ήτοι ως έπραττε πριν τον Σεπτέμβριο 2025, μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της αγωγής.
Δεν έχουν αναρτηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €4.500, πλέον Φ.Π.Α. και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
Υπ)……………….………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο