ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 168/24
Μεταξύ:
Konstantin Anatolievich Ponomarev
Ενάγοντας
v.
1. Pavel Kazarez,
2. Sedentric Ltd
3. Dramneel Ltd
4. Kieron Ltd
5. Truwiser Services Ltd
6. Βασίλης Καζάκος
7. C.C.L Services Ltd
Εναγόμενοι
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 25/11/2024
για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Μαρτίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα – Αιτητή: κ. Νεοφύτου για Αγαθοκλέους, Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ’ ων η αίτηση1, 2 και 3: κ. Ποσνακίδης για Γ. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει, στην καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησης, μεταξύ άλλων αποζημιώσεις πέραν των €27 εκατομμυρίων, αναγνωριστικές αποφάσεις ή/και δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 – 7 παράνομα ή/και αδικαιολόγητα κατακρατούν ή/και οικειοποιούνται περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανήκουν στον ίδιο, διατάγματα αποκάλυψης με τα οποία οι Καθ΄ων η αίτηση 1 – 7 – Εναγόμενοι 1 – 7 να αποκαλύπτουν κατά πόσο υπέγραψαν συμβόλαια με συγκεκριμένες ρωσικές εταιρείες καθώς επίσης και αποζημιώσεις για τις ζημιές που ο ίδιος υπέστη λόγω των πράξεων και παραλήψεων των Εναγομένων.
Ο Ενάγοντας προώθησε στο Δικαστήριο, μονομερώς, αίτηση μέσω της οποίας αξιώνει την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, δεκαοκτώ (18) στο σύνολο. Συγκεκριμένα, ζήτησε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 - Καθ΄ ων η Αίτηση ή/και στους υπαλλήλους τους ή/και στους αντιπροσώπους τους από του να αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και μεταφέρουν ή/και διαθέσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο τους ανήκει είτε στην Κύπρο ή στο εξωτερικό μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Διάταγμα που να δεσμεύει τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 – Καθ΄ ων η αίτηση ή/και θυγατρικών εταιρειών τους από του να επιβαρύνουν ή/και να μεταφέρουν ή/και να διαθέσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο το οποίο τους ανήκει στην Κύπρο ή στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €27.253.346 μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Διάταγμα που να διατηρεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων μεταξύ των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 ή/και που να τους εξαναγκάζει να διατηρήσουν την εταιρική δομή των Εναγομένων – Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 ως έχει μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους – Καθ΄ ων η αίτηση 1, 5 και 6 ή/και στους αντιπροσώπους τους ή/και στους υπηρέτες τους από του να προβούν άμεσα ή/και έμμεσα σε οποιαδήποτε αλλαγή ή/και μεταβολή στην εταιρική δομή των Εναγόμενων – Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 και από του να ασκούν είτε από κοινού είτε ξεχωριστά οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή/και εξουσία ως διοικητικοί σύμβουλοι ή/και αξιωματούχοι των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση 2 ή/και 3 ή/και 4 χωρίς τη δική του έγκριση. Διατάγματα που να απαγορεύουν ή και να εμποδίζουν τους Εναγόμενους – Καθ΄ων η αίτηση 1, 5 και 6 από του να χρησιμοποιούν με οποιονδήποτε τρόπο τις μετοχές που κατέχουν στις Εναγόμενες – Καθ΄ων η αίτηση 2 ή/και 3 ή/και 4 έτσι ώστε να λάβουν αποφάσεις χωρίς την έγκριση του Ενάγοντα – Αιτητή ή/και να εκχωρήσουν, μεταβιβάσουν, πωλήσουν ή/και με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα ακίνητα ή/και τις μετοχές των Εναγομένων – Καθ΄ων η αίτηση 2 ή/και 3 ή/και 4. Επιπρόσθετα αιτήθηκε διάταγμα με το οποίο να διατάζεται ο Εναγόμενος – Καθ΄ ου η αίτηση 1 ή/και η Εναγόμενη – Καθ΄ ης η αίτηση 7 όπως αποκαλύψουν ή/και παρουσιάσουν τους λόγους που οδήγησαν σε εκκαθάριση την εταιρεία Vestcom Enterprises Ltd.
Επικουρικά ζητήθηκαν διατάγματα χρήσης των οποιονδήποτε ληφθέντων εγγράφων, διάταγμα φίμωσης των Εναγόμενων 1 – 7 – Καθ΄ων η αίτηση, διάταγμα Norwich Pharmacal σε σχέση με τις Εναγόμενες 1 ή/και 5 ή/και 6 ή/και 7 καθώς και διατάγματα διατήρησης των οποιονδήποτε εγγράφων ανεξάρτητα από την μορφή τους. Παράλληλα ζητήθηκε και ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή στην Καθ΄ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4.
Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφηκαν τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα Μέρη 7, 20, 23, 25, 32 και 53 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, τα άρθρα 126 και 202 του περί Εταιρειών Νόμου, ο Πίνακας Α του Παραρτήματος του Κεφ.113, η Νομολογία, οι αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Mareva, Quia Timet και Norwich Pharmacal, οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων, οι αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση της Άντρης Παύλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή - Ενάγοντα, δεόντως εξουσιοδοτημένης στην κατάρτισή της. Δηλώνει ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είναι επιχειρηματίας με μεγάλη περιουσία στη Ρωσία, η οποία ξεπερνά το $1 δις πλην όμως εκτίει ποινή φυλάκισης. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 -Εναγόμενος 1 κατάγεται από τη Ρωσία αλλά από το 2017 διαμένει μόνιμα στο Παραλίμνι. Διατέλεσε δικηγόρος του Αιτητή - Ενάγοντα την περίοδο 2008 μέχρι 2023 και γνώριζε όλες τις επαγγελματικές πληροφορίες που αφορούσαν τόσο τον ίδιο τον Αιτητή - Ενάγοντα όσο και την οικογένεια του ενώ είχε στην κατοχή του έγγραφα που σχετίζονταν με προσωπικά, επαγγελματικά και οικονομικά του θέματα καθώς και των εταιρειών του. Διατηρούσε το γραφείο του σε ακίνητα ιδιοκτησίας της συζύγου του Αιτητή – Ενάγοντα. Ήταν το άτομο στο οποίο ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε πλήρη και τυφλή εμπιστοσύνη. Είχαν και φιλική σχέση αφού του είχε βαφτίσει και τη θυγατέρα του. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1, ενώ διευθυντής και γραμματέας της είναι η Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5, η οποία ελέγχεται αποκλειστικά από τον Καθ΄ου η αίτηση 6 - Εναγόμενο 6. Η Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με μοναδικό διευθυντή και γραμματέα την Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5, η οποία ελέγχεται από τον Καθ΄ου η αίτηση 6 - Εναγόμενο 6. Ασχολείται με γενικό εμπόριο. Η Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγόμενη 4 είναι κυπριακή εταιρεία, της οποίας μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας ήταν η Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5 αρχικά, στη συνέχεια οι μετοχές της μεταβιβάστηκαν επ΄ ονομάτι κάποιου Αντώνη Αντωνίου και αυτός κατέστη ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας της. Ακολούθως οι μετοχές της μεταβιβάστηκαν στον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1 και διορίστηκε, ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1, ως διευθυντής και γραμματέας της μετά την παραίτηση του Αντώνη Αντωνίου. Η Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5 είναι κυπριακή εταιρεία και είναι η διευθύντρια των Εναγομένων Εταιρειών 2 και 3. Ο Καθ΄ου η αίτηση 6 - Εναγόμενος 6 είναι ο μοναδικός μέτοχος και ο μοναδικός αξιωματούχος της Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενης 5 και η Καθ΄ης η αίτηση 7 - Εναγόμενη 7 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με ασχολία την παροχή υπηρεσιών και παρείχε προς τους Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 - Εναγόμενους 1, 2 και 3 διοικητικές υπηρεσίες μέχρι το 2020 και ακολούθως αντικαταστάθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5. Οι δύο εταιρείες έχουν την ίδια διεύθυνση ενώ όλοι οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση φαίνεται να διαμένουν και να ασκούν τις υπηρεσίες τους από το Παραλίμνι.
Σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει ότι το 2014 είχαν μεταφερθεί από τη Ρωσική κυβέρνηση στην χερσόνησο της Κριμαίας γεννήτριες πετρελαίου μεγάλης ισχύος για να καλυφθούν οι ανάγκες ηλεκτροδότησης της περιοχής. Το 20% της ισχύος της ηλεκτροδότησης εξασφαλιζόταν από γεννήτριες που ανήκαν στον Αιτητή - Ενάγοντα. Παρά το γεγονός αυτό ο Αιτητής - Ενάγοντας ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό από το Ρωσικό κράτος είτε ως ενοίκιο, είτε ως δικαιώματα χρήσης ή οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση. Το 2016 ήγειρε δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία για να του επιστραφούν οι γεννήτριες και να λάβει αποζημίωση για τη χρήση τους. Ακολούθησε η σύλληψή του τον Ιούνιο του 2017 και επακολούθησε η φυλάκισή του, παρόλο που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων έκρινε την κράτηση του ως παράνομη και του επιδίκασε αποζημιώσεις. Καταδικάστηκε, στις 09/12/2020, σε ποινή φυλάκισης 10 ετών λόγω του ότι κρίθηκε ένοχος για φοροδιαφυγή, για απάτη με τις γεννήτριες και για ψευδείς δηλώσεις και οι γεννήτριες του κατασχέθηκαν από το κράτος ως εργαλεία του εγκλήματος. Μετά τη σύλληψη του η οικογένεια του αποφάσισε να μετακομίσει στην Κύπρο, γεγονός το οποίο έπραξε το 2018. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 προσφέρθηκε να βοηθήσει την οικογένεια του Αιτητή - Ενάγοντα στην εγκατάσταση τους στην Κύπρο. Ήταν ο δικηγόρος και ο προσωπικός φίλος του Αιτητή – Ενάγοντα για 15 χρόνια και ως εκ τούτου άτομο εμπιστοσύνης της συζύγου του. Όμως ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του είχε ο Αιτητής - Ενάγοντας και η σύζυγος του με αποτέλεσμα να τους εξαπατήσει αποσπώντας και κλέβοντας πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ανάμεσα σε αυτά ήταν οι Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 - Εναγόμενες 2 και 3 και οι ρωσικές εταιρείες που οι συγκεκριμένες έλεγχαν. Η Καθ΄ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4 χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για να μεταβιβαστούν σ’ αυτήν, από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1, περιουσιακά στοιχεία και εταιρείες στη Ρωσία.
Στις 26/01/2010 ο Αιτητής - Ενάγοντας παραχώρησε δάνειο ύψους 650 εκατομμύρια ρούβλια, το οποίο αντιστοιχούσε σε €15.210.000,00 στον Grigoriev Yurevich (εφεξής Grigoriev) από τη Ρωσία. Η συγκεκριμένη συμφωνία δεν προέβλεπε την καταβολή τόκου αλλά την καταβολή προστίμου σε περίπτωση παραβίασης των όρων της ύψους 0,05% για κάθε μέρα υπερημερίας. Στις 11/12/2012 ο Αιτητής - Ενάγοντας συνήψε με τον Grigoriev μια πρόσθετη συμφωνία στην αρχική συμφωνία δανείου, η οποία προέβλεπε την καταβολή τόκων ύψους 14% ετησίως από 1/01/2012 ενώ καθόριζε, ως ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου, την 31/12/2013. Στις 26/01/2010 το χρέος του Grigoriev ανερχόταν στο ποσό του 1.105.785.175 ρούβλια ήτοι €17.714.678,00. Στις 29/11/2012 συνάφθηκε νέα συμφωνία με τον Grigoriev για το ποσό των 350.000.000 ρουβλιών, το ισότιμο €8.736.000,00. Κατά την 31/03/2015 το χρέος του Grigoriev προς τον Αιτητή - Ενάγοντα ανερχόταν σε 595.422.476,00 ρούβλια, τα οποία αντιστοιχούσαν σε €9.538.668,00. Ο Αιτητής - Ενάγοντας είχε παραχωρήσει στον Grigoriev δάνεια ύψους 1 δισεκατομμυρίου ρούβλια που ισοδυναμεί σε €23.946.000,00. Στις 31/03/2015 το χρέος του Grigoriev προς τον Αιτητή – Ενάγοντα ανερχόταν στο 1.701.207.650 ρούβλια ήτοι €27.253.346,00. Προς διευθέτηση των χρεών ο Grigoriev συνήψε νέα συμφωνία, στις 31/03/2015, για την εξόφληση της οφειλής με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom Enterprises Ltd, της οποίας ήταν ο δικαιούχος. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας η Vestcom εκπροσωπήθηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1 ο οποίος ενεργούσε ως διευθυντής ή/και νόμιμος αντιπρόσωπος δυνάμει πληρεξουσίου. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ήταν διευθυντής της Vestcom και γνώριζε πληροφορίες για τα περιουσιακά της στοιχεία. Σύμφωνα με τις συμφωνίες που συνέταξε ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1, ο Grigoriev μεταβίβασε τα περιουσιακά στοιχεία της Vestcom στον Αιτητή – Ενάγοντα ως αποζημίωση σε αντάλλαγμα για την εξόφληση του χρέους και μεταβίβασε στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 τη διαχείριση και το δικαίωμα πραγματικής ιδιοκτησίας της εταιρείας για την πώληση περιουσιακών στοιχείων και εξόφληση του χρέους. Ο Grigoriev παρέδωσε στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 τον Απρίλιο 2015 πρωτότυπα έγγραφα που επιβεβαίωναν την ιδιοκτησία σε ακίνητα που αφορούσε η συμφωνία. Οι ρωσικές εταιρείες Naro – Fominskaya PMK Limited Liability Company (εφεξής PMK), TekhEvroStroy Limited Liability Company (εφεξής TES) και η εταιρεία Biteks Limited Liability Company (εφεξής Bitex) ανήκαν κατά 100% στην Vestcom. Οι συγκεκριμένες Εταιρείες διέθεταν σημαντικά και τεράστια περιουσιακά στοιχεία στις 31/03/2015, τα οποία μεταβιβάστηκαν από τον Grigoriev στον Αιτητή – Eνάγοντα ως αποζημίωση και θα έπρεπε να είχαν πωληθεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 για να εξοφληθεί το χρέος του Grigoriev προς τον Αιτητή - Ενάγοντα. Στις 17/10/2015 το χρέος μεταβιβάστηκε στην Vestcom και ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1, ως διευθυντής και πραγματικός δικαιούχος της Vestocom, δεσμεύθηκε να εξυπηρετήσει το χρέος προς το συμφέρον του Αιτητή – Ενάγοντα. Ωστόσο αντί να πωληθούν οι συγκεκριμένες Εταιρείες και να μεταβιβαστούν στον Αιτητή – Ενάγοντα τα έσοδα από την πώληση ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 τα έκλεψε. Όμως όποια μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Vestcom προς τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1 είχε γίνει προς όφελος του Αιτητή – Ενάγοντα. Περί τα τέλη του 2022 ο Καθ΄ου η αίτηση 1- Εναγόμενος 1 συμφώνησε να μεταβιβάσει τις εταιρείες TES και PMK με τα περιουσιακά τους στοιχεία στην κυριότητα του Αιτητή - Ενάγοντα και γι΄ αυτό το σκοπό η Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγόμενη 4 εξέδωσε πληρεξούσια στον δικηγόρο του Αιτητή - Ενάγοντα στη Ρωσία (Roman) για να υποβάλει ενστάσεις στην Ομοσπονδιακή Φορολογική Υπηρεσία σχετικά με τη διαγραφή των εταιρειών από το μητρώο νομικών προσώπων στη Ρωσία σε σχέση με την υποβολή δηλώσεων από τον διευθυντή των εταιρειών, τον Levtonov. Ο Levtonov όφειλε να παραχωρήσει τα έγγραφα και τις σφραγίδες των εταιρειών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση των εξουσιών που καθορίζονταν στα πληρεξούσια προς τον Roman. Όμως λόγω του ότι δεν υπήρχαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και σφραγίδες ο δικηγόρος του Αιτητή – Ενάγοντα δεν έλαβε ενεργά μέτρα για το διορισμό ενός νέου διευθυντή. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 είχε θέσει ως προϋπόθεση στα έγγραφα, για την επανεγγραφή των εταιρειών, την προσκόμιση εγγράφων χωρίς ο ίδιος να επιβεβαιώσει την παρουσία περιουσιακών στοιχείων.
Την άνοιξη του 2023 ξεκίνησαν δικαστικές διαδικασίες από τη σύζυγο του Αιτητή – Ενάγοντα εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 κατά τις οποίες ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 έθετε διάφορους όρους στις διαπραγματεύσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2023 ο Αιτητής - Ενάγοντας απέστειλε επιστολή απαίτησης προς τον Καθ΄ου η αίτηση - Εναγόμενο 1 για μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων και την επιστροφή των εγγράφων του από το αρχείο του. Λόγω του ότι δεν έλαβε απάντηση ξεκίνησε έρευνα σε διάφορες εταιρείες και δικαιοδοσίες, σε μία προσπάθεια συλλογής στοιχείων για τα περιουσιακά στοιχεία των συγκεκριμένων εταιρειών αλλά και γενικότερα για την απάτη που έστησε και εκτέλεσε σε βάρος του ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1. Σε σχέση με την Vestcom αποκαλύφθηκε ότι είχε διαλυθεί στις 17/12/2019 και πριν τη διάλυση της διαφάνηκε ότι οι ρωσικές εταιρείες PMK και TES ανήκαν στην Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενη 2, η οποία ανήκει στον Καθ΄ου η αίτηση - Εναγόμενο 1. Διαπιστώθηκε, από τις οικονομικές καταστάσεις των συγκεκριμένων Εταιρειών, ότι κατείχαν στα περιουσιακά τους στοιχεία ακίνητη περιουσία στη Ρωσία στην οποία συμπεριλαμβανόταν ένα εργοστάσιο το οποίο ασχολείται, μέχρι και σήμερα, με την κατασκευή πλακακιών πεζοδρομίου και ως εκ τούτου η αξία τους είναι μεγάλη. Οι συγκεκριμένες δύο Εταιρείες μεταβιβάστηκαν από την Vestcom στην Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενη 2, της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι ο Καθ΄ου η αίτηση - Εναγόμενος 1. Όμως, στις οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εναγόμενης 2, που αφορούν τα έτη 2020 και 2021, οι εταιρείες PMK και TES δεν φαίνονται ως υπαρκτές. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αποξενώθηκαν ή/και ότι μεταβιβάστηκαν αλλού. Από περαιτέρω έρευνα που διενεργήθηκε προέκυψε ότι μέτοχος των ρωσικών εταιρειών PMK και TES είναι η Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγομένη 4, η οποία ανήκει στον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1. Προκύπτει ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1, πέντε μέρες μετά το διορισμό του ως διευθυντής και γραμματέας της Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγομένης 4, παραιτήθηκε και την άφησε χωρίς αξιωματούχους παρά το γεγονός ότι του ανήκει 100%. Η συγκεκριμένη εταιρεία έλεγχε περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία αξίας εκατομμυρίων. Η Καθ΄ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4 φαίνεται να συστάθηκε από τις Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 – Εναγόμενες 5 και 6 τον Αύγουστο 2020, να μεταβιβάστηκε σε κάποιον Αντώνη Αντωνίου και στην συνέχεια στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1, τον Μάρτιο 2023. Η Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγόμενη 4 ουδέποτε κατέθεσε οποιεσδήποτε οικονομικές καταστάσεις προφανώς για να μην φανεί ότι είχαν μεταβιβαστεί οι εταιρείες PMK και TES, ήτοι περιουσιακά της στοιχεία. Κατά τη δική της άποψη είναι αδιανόητο μία εταιρεία με τόσο σημαντικά περιουσιακά στοιχεία να παραλείπει να υποβάλει οικονομικές καταστάσεις από το 2020 μέχρι το 2023 και ξαφνικά να μένει ακέφαλη από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη της. Κατά το χρόνο που η Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγόμενη 4 είχε λάβει την κατοχή των εταιρειών PMK και TES τα ακίνητα των συγκεκριμένων εταιρειών στην Ρωσία μεταβιβάστηκαν στη ρωσική εταιρεία NOBETEK Limited Liability χωρίς τη γνώση ή την συγκατάθεση του Αιτητή - Ενάγοντα. Το πρώτο ακίνητο μεταβιβάστηκε στις 23/10/2020, το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ακίνητο μεταβιβάστηκαν στις 03/12/2020 ακριβώς την ίδια ώρα ενώ το πέμπτο και έκτο ακίνητο είναι οικόπεδα. Οι ρωσικές εταιρείες PMK και TES είχαν ως διευθυντή τον Levtonov, ο οποίος είναι και ο μοναδικός ιδρυτής και διευθυντής της Nobetek. Από δημοσιεύματα αποκαλύφθηκε ότι το εργοστάσιο που ανήκει στην Nobetek ασχολείται με την κατασκευή πλακακιών πεζοδρομίου και προηγουμένως ανήκε στην TES. Το συγκεκριμένο εργοστάσιο λειτουργούσε προηγουμένως με την ονομασία της TES.
Όσον αφορά τις Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 - Εναγόμενες 2 και 3 υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία έλαβαν ή/και παραχώρησαν καθώς και οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες ή έγγραφα υπόγραψαν αυτά διενεργήθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενους 5, 6 και 7, ως οι μοναδικοί αξιωματούχοι κατά τον επίδικο χρόνο. Εκτός από τις εταιρείες PMK και TES, οι οποίες μαζί με τα περιουσιακά τους στοιχεία κατέληξαν στην ιδιοκτησία και υπό τον έλεγχο του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1, υπήρχαν και άλλα ακίνητα τα οποία ανήκαν στην Bitex, η οποία επίσης ανήκε στην Vestcom. Και αυτή μεταβιβάστηκε στην Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εναγόμενη 3, της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 και διευθυντής και γραμματέας είναι οι Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 - Εναγόμενες 5 και 6. Ως προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εναγομένης 3 για το έτος 2020 η Bitex φαίνεται να ανήκει στα περιουσιακά της στοιχεία. Όμως στις οικονομικές της καταστάσεις, που αφορούν το έτος 2019, δεν φαίνεται η ύπαρξη της εταιρείας Bitex. Επίσης δεν φαίνεται να μπορεί να δικαιολογηθεί από τις οικονομικές καταστάσεις του 2019 η απόκτηση τέτοιας μεγάλης περιουσίας. Από έρευνα που διενεργήθηκε διαφάνηκε ότι η εταιρεία Bitex κατέχεται κατά 90% από την Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εναγόμενη 3 και κατά 10% από την Vladimirovna Kharchenko, μητέρα του Εναγόμενου 1. Η εταιρεία PNN φαίνεται να είχε έσοδα περί τα 1.632.664.000,00 ρούβλια για την περίοδο 2018 μέχρι 2023. Η συγκεκριμένη εταιρεία στις οικονομικές της καταστάσεις παρουσίασε έσοδα 610.868,000 ρούβλια μόνο, δηλαδή απέκρυψε 1 δισεκατομμύριο ρούβλια. Επίσης φαίνεται να υπάρχει απώλεια μεγάλων χρηματικών ποσών αφού αυτά τα ποσά δεν υπάρχουν λόγω του ότι έχουν αποξενωθεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1. Για τη συγκεκριμένη εταιρεία υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις οικονομικές καταστάσεις μεταξύ των ετών 2017 και 2019, σε σχέση με ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε τράπεζα. Διαφάνηκε ότι το χρέος προς τον Αιτητή – Ενάγοντα θα μπορούσε να εξοφληθεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 από την PNN. Η Bitex κατείχε μέσω της PNN πολλά ακίνητα για τα οποία μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα αφού κάποια έχουν πωληθεί, κάποια έχουν μεταβιβαστεί και κάποια παραμένουν στην ιδιοκτησία της.
Είναι η θέση της ότι μόλις συνελήφθη ο Αιτητής - Ενάγοντας ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 έθεσε σε εφαρμογή το ύπουλο και δόλιο σχέδιο του για να υφαρπάξει την περιουσία του και ειδικότερα την περιουσία που κατείχε ή έλεγχε ο ίδιος για λογαριασμό του Αιτητή - Ενάγοντα, συγκεκριμένα τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονταν στην Vestcom. Με τη βοήθεια των Καθ΄ων η αίτηση 5, 6 και 7 - Εναγόμενων 5, 6 και 7 δημιουργήθηκε μία νέα δομή κυπριακών εταιρειών, ήτοι οι Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 - Εναγόμενες 2, 3 και 4, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ως οχήματα μεταφοράς διαφόρων ακινήτων αλλά και μετοχών ρωσικών εταιρειών υπό τον πλήρη έλεγχο και κυριότητα του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1. Οι οικονομικές καταστάσεις φαίνεται να υπογράφτηκαν από την Καθ΄ης η αίτηση 5 - Εναγόμενη 5 και τον διευθυντή της, Καθ΄ου η αίτηση 6 - Εναγόμενο 6, ο οποίος τις επιβεβαίωσε ως ορθές και ως τούτου πρέπει να γνωρίζει ότι οι μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία των ρωσικών εταιρειών που υπήρχαν το 2019 εξαφανίστηκαν το 2020. Κατά τη δική της άποψη οι Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 - Εναγόμενοι 5 και 6 οφείλουν να εξηγήσουν κάθε μεταφορά, πράξη, απόκτηση και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων αφού ως μοναδικοί αξιωματούχοι οφείλουν να τα γνωρίζουν για σκοπούς ελέγχου από την αρμόδια αρχή. Η ίδια θεωρεί ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 - Εναγόμενοι 5 και 6 έχουν στην κατοχή τους τις οδηγίες που τους δόθηκαν από τον μέτοχο πριν προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για λογαριασμό του. Στην περίπτωση που δεν έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή ή/και δεν έπραξαν οτιδήποτε μεμπτό θα πρέπει επίσης να αποκαλύψουν τις πράξεις του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Επιπρόσθετα, οι Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 – Εναγόμενοι 5 και 6 ως γραμματείς των Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 - Εναγόμενων 2 και 3 έχουν καθήκον να κρατούν αρχείο με τις αλλαγές στη δομή, με τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου αλλά και διάφορα έγγραφα που τις αφορούν όπως όφειλε να διατηρεί και η Καθ΄ης η αίτηση 7 - Εναγόμενη 7, ως προηγούμενη αξιωματούχος τους. Υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 5, 6 και 7 - Εναγόμενοι 5, 6 και 7 ενεργώντας ως μοναδικοί αξιωματούχοι των Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 - Εναγομένων 2 και 3 ήταν τα μοναδικά πρόσωπα που υπέγραφαν όλα τα έντυπα τόσο για απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από τις συγκεκριμένες όσο και για την αποξένωση τους. Είναι η θέση της ότι ως πάροχοι υπηρεσιών όφειλαν να προβαίνουν σε συγκεκριμένες διαδικασίες, να τηρούν αρχείο, να προβαίνουν σε υποχρεωτική διαδικασία ταυτοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη, ήτοι του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 καθώς και της προέλευσης του πλούτου του. Ισχυρίζεται ότι είναι σημαντικό να αποκαλυφθούν τα έγγραφα που κατείχαν και κατέχουν στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1.
Εισηγείται ότι προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 εξαπάτησε τον Αιτητή - Ενάγοντα προβαίνοντας σε δόλιες μεταβιβάσεις αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία ενώ εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που του έτρεφε και καταχράστηκε την προσωπική αλλά και πελατειακή σχέση που διατηρούσαν. Λόγω των πληροφοριών που κατείχε υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος του Αιτητή - Ενάγοντα υφάρπαξε με δόλο τα περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία μέχρι και σήμερα προσπαθεί ν΄ αποκρύψει χρησιμοποιώντας τρίτα πρόσωπα. Δηλώνει ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων που ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 απέκτησε με δόλο από τον Αιτητή – Ενάγοντα ανερχόταν με την ισοτιμία του ευρώ το 2015 στα €27.253.346,00. Το ποσό της απαίτησης του Αιτητή – Ενάγοντα εναντίον της Vestocom, κατά τον χρόνο της εκκαθάρισής της, ανερχόταν στα €110.754.661,00.
Σύμφωνα με την Ομνύουσα προκύπτει από τη συμπεριφορά του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1, ο οποίος μεταφέρει και αποξενώνει τα περιουσιακά στοιχεία μεταξύ των κυπριακών και των ρωσικών εταιρειών με σκοπό να καταστεί αδύνατος ο εντοπισμός τους και η επανάκτηση τους, ορατός ο κίνδυνος αποξένωσης. Εισηγείται, ότι είναι πολύ εύκολο να αποξενωθούν ακίνητα και περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 - Εναγόμενων 2, 3 και 4 αφού συνήθως η μεταφορά από μία εταιρεία σε άλλη εξαρτάται από την υπογραφή ή την συγκατάθεση ενός και μόνο προσώπου. Τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία μεταβίβαζε ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 με ευκολία, κατά τη δική της άποψη, μπορούν να μεταβιβαστούν με απλές διαδικασίες, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση τρίτων προσώπων και είναι πολύ εύκολο να αποξενωθούν. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εμποδίσει τις όποιες ενέργειες του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1 οι οποίες θα είναι καταστροφικές για τον Αιτητή - Ενάγοντα.
Δηλώνει ότι ο Αιτητής - Ενάγοντας προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχοντας αποκαλύψει πλήρως οποιαδήποτε έγγραφα και στοιχεία έχει στην κατοχή του. Υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι δεν υπάρχουν συμφωνίες μεταξύ του Αιτητή - Ενάγοντα και του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1, στις οποίες να φαίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία αγοράστηκαν νόμιμα από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1, αποδεικνύει ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την απόκτησή τους και ότι ο Αιτητής - Ενάγοντας εξαπατήθηκε. Δεν υπάρχει καμία εξήγηση που να δικαιολογεί το πώς όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία κατέληξαν στον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1 ενώ θα έπρεπε να είχαν μεταβιβαστεί στον Αιτητή - Ενάγοντα ή να είχαν πωληθεί προς όφελος του.
Εισηγείται ότι υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής αφού προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εταιρεία Vestcom και τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία έπρεπε να μεταβιβαστούν στον Αιτητή- Ενάγοντα ή να πωληθούν προς όφελος του έχουν λεηλατηθεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1. Κατά τη δική της άποψη δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση έχοντας υπόψη ότι ο Αιτητής - Ενάγοντας είναι στη φυλακή με περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες και με πρόσβαση στους δικηγόρους του μια φορά την εβδομάδα. Επιπρόσθετα, μόλις αυτός ενημερώθηκε για τη συμπεριφορά του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1 και τις δόλιες ενέργειες του εναντίον της συζύγου του ξεκίνησε να ερευνά και να προσπαθεί να μαζέψει στοιχεία σε σχέση με την υπόθεση. Είναι η θέση της ότι η έκδοση των διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στους Καθ΄ων η αίτηση 1 – 7 - Εναγόμενους 1 – 7 ή/και τους αντιπροσώπους τους. Όσον αφορά τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1 δεν θα βρεθεί σε δυσμενή θέση αφού απλώς θα του απαγορευτεί να αλλάξει ή αντικαταστήσει την εμπορική δομή των Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 - Εναγόμενων 2 και 3. Όσον αφορά τους Καθ΄ων η αίτηση 5, 6 και 7 - Εναγόμενους 5, 6 και 7 υποστηρίζει ότι δεν θα προκληθεί σε αυτούς οποιαδήποτε ζημιά και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν οποιοδήποτε λόγο να αρνηθούν την παραχώρηση των εγγράφων και των συμφωνιών τα οποία ζητούνται από τον Αιτητή - Ενάγοντα.
Σημειώνεται ότι παρόλο που η αίτηση είχε μονομερή χαρακτήρα δόθηκαν οδηγίες για επίδοσή της. Με την επίδοση εκδόθηκαν εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση 5 και 6 – Εναγόμενων 5 και 6, στις 30/01/2025, διατάγματα εκ συμφώνου ως οι παράγραφοι 3, 5, 6, 7, 8, 12, 14 και 15 της αίτησης και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 7 – Εναγόμενης 7 διατάγματα ως οι παράγραφοι 12, 14 και 15 της αίτησης. Η Καθ΄ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4 δεν καταχώρησε εμφάνιση παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση.
Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση από τους Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 – Εναγόμενους 1, 2 και 3 στην οποία σημειώθηκαν εικοσιένα (21) λόγοι ενστάσεως, κατά το πλείστο επαναλαμβανόμενοι. Μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και κακόβουλη ή/και ενοχλητική. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ότι ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή/και έχει αποκρύψει ουσιώδη και βασικά γεγονότα. Ότι κωλύεται λόγω συμπεριφοράς στην προώθηση της αίτησης. Ότι εμποδίζεται λόγω κωλύματος συμπεριφοράς ή/και παραστάσεων ή/και καθυστέρησης ή/και λόγω του ότι απεμπόλησε οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό δικαιώματά του. Ότι απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 – Εναγόμενων 1, 2 και 3. Ότι παρέβηκε το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης δεδικασμένου και συγκεκριμένα απόφασης ρωσικού δικαστηρίου. Ότι τα κυπριακά δικαστήρια στερούνται της δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης αφού το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ρωσικό. Ότι αρμόδιο δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ότι τα πλείστα έγγραφα που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι παράτυπα και/ή μη αποδεκτά. Ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλείνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Ότι ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει ή/και δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή/και ότι θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ότι η αίτηση καταχωρίστηκε παράτυπα και αντικανονικά αφού δεν επεξηγείται πώς δόθηκε η εξουσιοδότηση από τον Αιτητή - Ενάγοντα στην Ομνύουσα. Ότι η Ομνύουσα δεν είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ή/και δεν είναι πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ότι η Ομνύουσα επισυνάπτει έγγραφα τα οποία δεν έχουν συνταχθεί από την ίδια και συνιστούν εξ΄ ακοής μαρτυρία και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση αφού δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή/και είναι επιπόλαιη ή/και σκανδαλώδης ή/και ενοχλητική.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης παρατέθηκαν σ’ ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1, ο οποίος τα γνωρίζει από προσωπική του εμπλοκή στην υπόθεση. Όσον αφορά την έκφραση γνώμης σε σχέση με το ρωσικό δίκαιο επεξηγεί ότι την εκφράζει ως νομικός και δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα στη Ρωσία αλλά και ως γνώστης του ρωσικού δικαίου. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης από τις Καθ΄ ης η αίτηση 2 και 3 – Εναγόμενες 2 και 3. Προωθεί την άποψη ότι η αίτηση δεν στηρίζεται πάνω σε γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι, αντικανονικοί και νομικά και πραγματικά αστήρικτοι. Υποστηρίζει ότι τα όσα καταγράφονται από την Ομνύουσα στην αίτηση είναι παραπλανητικά, ψευδή και παραποιούν την πραγματικότητα με σκοπό να δημιουργήσουν εντυπώσεις στο Δικαστήριο.
Είναι η δική του θέση ότι οι αξιώσεις για αναγνώριση δικαιωμάτων κατά εκκαθαρισμένης αγγλικής εταιρείας, ακίνητης περιουσίας στη Ρωσία καθώς και μετοχές σε ρωσικές εταιρείες δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, αλλά στην αποκλειστική δικαιοδοσία των ρωσικών δικαστηρίων. Υποστηρίζει ότι τα αιτήματα του Αιτητή – Ενάγοντα βασίζονται σε έγγραφα στα οποία υπάρχει εσκεμμένη ψευδής μετάφραση από τα ρωσικά στα αγγλικά σε μία προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Προωθεί τη θέση ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας ποτέ δεν ήταν και ούτε ήθελε να είναι ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων τα οποία απαιτεί με την υπό κρίση διαδικασία. Αναφορικά με τις δανειακές συμφωνίες και τις συμπληρωματικές συμβάσεις αποδέχεται ότι το ποσό του δανείου δεν έχει επιστραφεί στον Αιτητή – Ενάγοντα και δηλώνει ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας δεν προσέφυγε στα ρωσικά δικαστήρια για να το ανακτήσει, ως η σχετική ρήτρα δικαιοδοσίας η οποία είναι ενσωματωμένη στις δανειακές συμφωνίες και συμβάσεις. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας, με αποφάσεις Δικαστηρίου, εκτίει ποινές φυλάκισης 10 και 14 ετών αφού καταδικάστηκε για απάτη σε σχέση με γραμμάτια στην ρωσική τράπεζα Lesbank για το ποσό του 1 δις ρουβλιών, το ισότιμο σε ευρώ €10.500.000,00 και τη νομιμοποίηση εσόδων από άλλες δραστηριότητες.
Αναφέρεται στο ρωσικό δίκαιο και στα δικαιώματα που έχει ο Αιτητής – Ενάγοντας ως κατάδικος για επικοινωνία με τον οποιοδήποτε δικηγόρο. Προωθεί τη θέση ότι η Ομνύουσα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν έχει εξουσιοδοτηθεί στην κατάρτιση της και από έρευνες που διενήργησε ο ίδιος, επικοινωνώντας με τον δικηγόρο του Αιτητή - Ενάγοντα στη Ρωσία, ενημερώθηκε ότι ουδέποτε είχε δώσει συγκατάθεση ή οδηγίες για την καταχώρηση της Απαίτησης εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενων. Αρνείται ότι προσφέρθηκε να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο τη σύζυγο του Αιτητή στην εγκατάσταση της στην Κύπρο και ότι υπήρξε πρόσωπο εμπιστοσύνης του Αιτητή – Ενάγοντα αφού δεν εμπιστευόταν κανένα πλην του Levtonov. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι η σύζυγος του Αιτητή - Ενάγοντα βρισκόταν προσωρινά στην Κύπρο με πρόθεση να αγοράσει ακίνητα και η μόνη βοήθεια που της παρείχε ήταν στις συνομιλίες της με κύπριους λόγω του ότι η ίδια δεν γνώριζε ούτε την ελληνική αλλά ούτε και την αγγλική γλώσσα.
Υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής των προσώπων που υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου ημερ. 26/01/2010, τη συμφωνία δανείου ημερ. 29/11/2012 και τις δύο συμπληρωματικές συμφωνίες ημερ. 11/12/2012 γιατί δεν φέρουν τη σφραγίδα επισημείωσης σύμφωνα με το άρθρο 1(γ) του περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση Αλλοδαπών Δημόσιων Εγγράφων. Είναι η θέση του ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες υπάγονται στους Νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σύμφωνα με τον όρο 8.6 της συμφωνίας ημερ. 26/01/2010 και τον όρο 7.6 της συμφωνίας ημερ. 29/11/2012. Ισχυρίζεται, ότι δεν είναι ο ίδιος σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο πράγματι ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε μεταφέρει τα ποσά του δανείου στον Grigoriev. Παραπέμπει στο άρθρο 812 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας το οποίο προβλέπει ότι ο δανειολήπτης, ήτοι ο Grigoriev, έχει το δικαίωμα να αποδείξει ότι το αντικείμενο της σύμβασης δεν του παραδόθηκε. Δηλώνει ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας καταχώρησε αγωγή εναντίον του Grigoriev σε ρωσικό Δικαστήριο σε σχέση με τις συγκεκριμένες συμβάσεις, την οποία στη συνέχεια απέσυρε. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη ενέργεια δημιουργεί δεδικασμένο και υποδεικνύει ότι αναγνωρίζει τις παράνομες αξιώσεις του και ότι δεν επιθυμεί να εξεταστεί η συγκεκριμένη διαφορά από Ρωσικό Δικαστήριο.
Είναι η δική του θέση ότι η μετατροπή των ποσών του δανείου από ρούβλια σε ευρώ είναι παράτυπη, παράνομη και δεν έχει οποιαδήποτε νομική βάση και παραπέμπει στο άρθρο 807(1) του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ισχυρίζεται ότι κανένας από τους Καθ΄ ων η αίτηση – Εναγόμενους δεν είναι μέρος των συμβάσεων δανείου και των υπόλοιπων συμφωνιών που επικαλείται ο Αιτητής – Ενάγοντας και ως εκ τούτου δεν ανέλαβαν οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του. Παραπέμπει προς υποστήριξη της θέσης του στο άρθρο 308(3) του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επικαλείται επίσης το άρθρο 196 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για να προωθήσει τη θέση ότι εφαρμόζεται η παραγραφή, η οποία επέρχεται στα τρία έτη από την ημέρα που το πρόσωπο έλαβε γνώση ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβίασης του δικαιώματος του. Όσον αφορά τη συμφωνία ημερομηνίας 31/03/2015 προωθεί τη θέση ότι η μετάφραση από τη ρωσική στην αγγλική, η οποία έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της κας Παύλου, είναι λανθασμένη και παράτυπη για τους λόγους που καταγράφει ο ίδιος. Παραπέμπει δε σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ρωσίας ημερ. 11/06/2020, η οποία τιτλοφορείται «Σε Ορισμένα Θέματα Εφαρμογής των Διατάξεων του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας Περί Τερματισμού των Υποχρεώσεων» καθώς και στην Ενημερωτική Εγκύκλιο του Προεδρείου του Ανωτάτου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας με αριθμό 102, ημερ. 22/12/2005. Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την ρωσική νομολογία και τα όσα εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση ο Αιτητής – Ενάγοντας δεν απέκτησε το δικαίωμα να απαιτήσει τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στη συμφωνία ημερ. 31/03/2015. Ο Grigoriev δεν θα μπορούσε να του μεταβιβάσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom, λόγω των απαιτήσεων της ρωσικής νομοθεσίας σχετικά με τη μεταβίβαση δικαιωμάτων κυριότητας σε ακίνητη περιουσία και μετοχές σε ρωσικές εταιρείες. Υποστηρίζει ότι η συμφωνία ημερ. 31/03/2015 δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη του δικαιώματος της μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου στον Αιτητή – Ενάγοντα γιατί δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει η συγκεκριμένη συμφωνία δεν έγινε με συμβολαιογραφική πράξη και ως εκ τούτου σύμφωνα με το άρθρο 409 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας οι όροι της συγκεκριμένης συμφωνίας, οι οποίοι αφορούν μερίδια σε ρωσικές εταιρείες, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν ήταν μέρος της συμφωνίας ημερ. 31/03/2015 και η μετάφραση της συμφωνίας στα αγγλικά είναι λανθασμένη αφού τον παρουσιάζει ως σαν να είναι μέρος και να υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 5 της συγκεκριμένης συμφωνίας ο ίδιος είχε εξουσιοδοτηθεί να ασκεί έλεγχο στην εταιρεία Vestcom αρχικά ως εκπρόσωπος της, σύμφωνα με το πληρεξούσιο ημερ. 21/10/2014 και στη συνέχεια ως διευθυντής της, από τις 15/12/2014 όμως δεν ήταν ο κάτοχος της ακίνητης περιουσίας ή ο μέτοχος - δικαιούχος της εταιρείας Vestcom. Ως προκύπτει από την ίδια την συμφωνία οι υποχρεώσεις δυνάμει των συμβάσεων δανείου δεν τερματίστηκαν και ο Grigoriev παρέμεινε ως ο μοναδικός οφειλέτης. Ο ίδιος δεν θα μπορούσε να διοριστεί υπεύθυνος για οτιδήποτε λόγω του ότι δεν ήταν μέρος της συμφωνίας, λόγω του ότι η συμφωνία δεν περιέχει όρους για αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημιά και γιατί ο Grigoriev δεν ήταν υποχρεωμένος να μεταβιβάσει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στον Αιτητή – Ενάγοντα δυνάμει μιας άκυρης συμφωνίας.
Όσον αφορά τη συμφωνία ημερ. 02/04/2015 είναι η δική του θέση ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα της υπογραφής και το αξίωμα των προσώπων που υπέγραψαν τα έγγραφα, δεν φέρουν την σφραγίδα επιβεβαίωσης - Αpostile και αυτό τα καθιστά άκυρα και μη δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν σε κυπριακό Δικαστήριο. Το ίδιο ισχυρίζεται σε σχέση με τη συμφωνία ημερ. 23/09/2015, η οποία συμφωνία, εν πάση περιπτώσει καταρτίστηκε μεταξύ του Αιτητή - Ενάγοντα, του Grigoriev και της Vestcom. Η ακίνητη περιουσία που προσδιορίζεται στον όρο 9 της συμφωνίας ημερ. 31/03/2015 πωλήθηκε από τον Grigoriev, με τη δική του μεσολάβηση, σε τρίτο πρόσωπο που είχε προταθεί από τον ίδιο τον Αιτητή - Ενάγοντα. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τη σχέση του Αιτητή - Ενάγοντα με αυτό το τρίτο πρόσωπο. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι ο Αιτητής έλαβε τα χρήματα σε μετρητά. Ισχυρίζεται ότι ο όρος 1 της συμφωνίας 23/09/2015 απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι η ακίνητη περιουσία που καθορίζεται στην συμφωνία 31/03/2015 θα μεταβιβαζόταν στον Αιτητή - Ενάγοντα. Επιπρόσθετα προωθεί τη θέση ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν έγινε με συμβολαιογραφική πράξη και ως εκ τούτου είναι άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφο 11 του Ομοσπονδιακού περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης Νόμου. Κατά τη δική του άποψη ο Αιτητής – Ενάγοντας απέκτησε, σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας, μόνο το δικαίωμα να απαιτήσει εκτέλεση των συμβάσεων δανείου από την εταιρεία Vestcom.
Σε σχέση με τη συμφωνία ημερ. 17/10/2015 υποστηρίζει ότι είχε συναφθεί μεταξύ του Αιτητή, του Grigoriev και της Vestcom και περιέχει ολόκληρο το εύρος των υπολοίπων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Μερών. Τα περιουσιακά στοιχεία που καταγράφονται στην συμφωνία καθορίζονται ως εγγύηση και δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν στον Αιτητή - Ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι ο Levtonov ήταν αναπληρωτής του Αιτητή- Ενάγοντα, έμπιστό του πρόσωπο, βοηθός του σε προσωπικά θέματα και στενός φίλος της οικογένειας. Ο ίδιος, εκ μέρους της Vestcom, στις 30/05/2016 μετά από προφορική συμφωνία με τον Αιτητή – Ενάγοντα διόρισε τον Levtonov ως διευθυντή των ρωσικών εταιρειών TES και PMK με σκοπό τη χρήση των εσόδων και των περιουσιακών στοιχείων των συγκεκριμένων δύο εταιρειών για την πλήρη αποπληρωμή των συμβάσεων δανείου και των οποιονδήποτε υποχρεώσεων της Vestcom έναντι στον Αιτητή- Ενάγοντα. Στη συνέχεια ότι αφορά τις εταιρείες TES και PMK γινόταν απευθείας μεταξύ του Levtonov και του Αιτητή- Ενάγοντα. Ο ίδιος ο Levtonov του είχε ζητήσει να διατηρήσει την εταιρική δομή του εργοστασίου για να ολοκληρωθεί η εγγραφή των δικαιωμάτων του ακινήτου πάνω στο οποίο ανεγέρθηκε το εργοστάσιο. Ο Αιτητής – Ενάγοντας δεν είχε σκοπό να αποκτήσει μετοχές στις συγκεκριμένες δύο εταιρείες αλλά έλαβε μετρητά από τον Levtonov. Στη συνέχεια όμως ο δικηγόρος του Αιτητή – Ενάγοντα τον είχε ενημερώσει ότι ο Levtonov είχε καταχραστεί περιουσιακά στοιχεία του εργοστασίου και κατηγόρησε τον ίδιο ότι τον είχε βοηθήσει. Ο ίδιος είχε προτείνει στην σύζυγο του Αιτητή - Ενάγοντα να αποδεχθεί την Καθ΄ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4, η οποία κατείχε τις μετοχές των εταιρειών TES και PMK αλλά η ίδια αρνήθηκε.
Με αναφορά στα Τεκμήρια 25(Α) και 25(Β) προωθεί τη θέση ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο γιατί είναι πλαστογραφημένα και δεν φέρουν τις απαραίτητες σφραγίδες. Αναφέρεται εν εκτάσει στη διαδικασία που αφορά τη διαγραφή των εταιρειών PMK και TES από το Ενοποιημένο Κρατικό Μητρώο Νομικών Συμβούλων. Υποστηρίζει ότι γίνεται προσπάθεια να αναγνωριστεί η κυριότητα του Αιτητή - Ενάγοντα σε ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Ρωσία κρυφά από τους κατόχους της παρακάμπτοντας, με αυτό τον τρόπο, την αποκλειστική δικαιοδοσία των ρωσικών δικαστηρίων, με βάση πλαστογραφημένα αποδεικτικά έγγραφα.
Δηλώνει ότι εσκεμμένα αποκρύφτηκε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Grigoriev και της Vestcom με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνει τον Grigoriev και την Vestcom να του μεταβιβάσουν το 100% των μετοχών της PNN. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Κρασνίνσκι απέρριψε την συγκεκριμένη αγωγή.
Υποστηρίζει ότι δεν έχουν παραβιαστεί οι απαιτήσεις της ρωσικής νομοθεσίας σχετικά με τη δικηγορική δραστηριότητα του ίδιου έναντι του Αιτητή - Ενάγοντα αφού δεν καταρτίστηκε ή συνάφθηκε οποτεδήποτε συμφωνία για παροχή νομικών υπηρεσιών από τον ίδιο προς τον Αιτητή - Ενάγοντα και συνακόλουθα ουδέποτε διατέλεσε δικηγόρος του. Αναφέρεται στις συνθήκες που ο ίδιος είχε υπογράψει την συνοδευτική επιστολή ημερ. 25/11/2022, μετά από αίτημα των δικηγόρων του Αιτητή - Ενάγοντα κατά την εκπροσώπηση του στο ΕΔΑΔ. Επομένως, η συγκεκριμένη συνοδευτική επιστολή από μόνη της δεν μαρτυρεί ότι ήταν δικηγόρος του Αιτητή - Ενάγοντα για τα προσωπικά του θέματα.
Προωθεί τη θέση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή για αδικαιολόγητο πλουτισμό, απάτη, κλοπή χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων είναι αβάσιμοι. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο Αιτητής τον είχε καλέσει να συμμετάσχει στο συγκεκριμένο έργο, δηλαδή τη μεταβίβαση όλων των νομικών κινδύνων που απορρέουν από τη κατοχή των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο. Είχαν καταλήξει ότι η εταιρεία Vestcom μαζί με τα περιουσιακά της στοιχεία θα περιερχόταν στην κυριότητα του ενώ ταυτόχρονα η εταιρεία θα αναλάμβανε να εξοφλήσει το δάνειο του Grigoriev στον Αιτητή. Κατά την δική του άποψη ο σκοπός και το συμφέρον του Αιτητή περιοριζόταν αποκλειστικά στην εξόφληση του δανείου. Μετά την εξόφληση όλα τα περιουσιακά στοιχεία θα παρέμεναν στην κυριότητα της δικής του εταιρείας, η οποία θα τα διαχειριζόταν ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση. Υποστηρίζει ότι αποκρύφθηκε από το Δικαστήριο η ρήτρα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Krasninski της περιφέρειας Smolnesk.
Υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις εναντίον του καθώς και εναντίον των άλλων Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενων βασίζονται σε λανθασμένη μετάφραση της συμφωνίας ημερ. 31/03/2015 από τα ρωσικά στα αγγλικά. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν κατέχει κανένα από τα περιουσιακά στοιχεία που καταγράφονται στη συμφωνία ημερ. 31/03/2015, ότι δεν εργάζεται στην Κύπρο και δεν ασκεί οποιαδήποτε επιχείρηση. Ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2 – Εναγόμενη 2 δεν έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και δεν διεξάγει οποιαδήποτε επιχείρηση στην Κύπρο. Ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 3 – Εναγόμενη 3 κατέχει μια (1) μετοχή στην εταιρεία Bitex αξίας 18,000 ρουβλιών, δεν έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και δεν διεξάγει οποιαδήποτε εργασία. Ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 4 – Εναγόμενη 4 κατέχει μια (1) μετοχή στην εταιρεία PMK αξίας 10,000 ρουβλιών, δεν έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και δεν διεξάγει οποιαδήποτε εργασία. Ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 5, 6 και 7 - Εναγόμενοι 5, 6 και 7 δεν κατείχαν ποτέ τα περιουσιακά στοιχεία που καταγράφονται στην συμφωνία ημερ. 31/03/2015. Ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καθορίζονται στη συμφωνία ημερ. 31/03/2015, για τα οποία ο Αιτητής – Ενάγοντας, ζητά αναγνώριση της κυριότητας είτε δεν υφίστανται πλέον είτε ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν εμπλέκονται στην υπό κρίση υπόθεση.
Αρνείται ότι υπήρξε εμπιστευματοδόχος του Αιτητή - Ενάγοντα και προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε συνήψε σύμβαση διαχείρισης περιουσίας εμπιστεύματος του Αιτητή – Ενάγοντα και δεν θα μπορούσε να το πράξει σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου 53 του Αστικού Κώδικα της Ρωσίας γιατί ουδέποτε ο Αιτητής – Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης των επίδικων περιουσιακών στοιχείων, γιατί διαχειριστής εμπιστεύματος μπορεί να είναι μόνο ατομικός επιχειρηματίας ή εμπορική οργάνωση και γιατί η μη τήρηση του τύπου της σύμβασης εμπιστευτικής διαχείρισης συνεπάγεται με ακυρότητα της σύμβασης. Ουδέποτε ήταν εκπρόσωπος ή ενεργούσε εκ μέρους του Αιτητή – Ενάγοντα ούτε και προέβηκε σε νομικές ενέργειες εξ’ ονόματος του αλλά ούτε και του έχει χορηγηθεί οποιοδήποτε επικυρωμένο πληρεξούσιο από τον Αιτητή – Ενάγοντα με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων ή την πραγματοποίηση άλλων νομικών ενεργειών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην συμφωνία ημερ. 31/03/2015.
Υποστηρίζει ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό κρίση αγωγή γιατί η εταιρεία Vestcom είχε ιδρυθεί σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο που εφαρμόζεται στην Αγγλία και Ουαλία, ότι ουδέποτε διεξήγαγε επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα στην Κύπρο και ότι τέθηκε σε εκκαθάριση το 2019. Επιπρόσθετα τα περιουσιακά στοιχεία που αφορούν την συμφωνία 31/03/2015 συνιστούν ακίνητα που βρίσκονται στη Ρωσία και μερίδια σε εταιρείες με έδρα τη Ρωσία. Κανένας από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 – Εναγόμενους 1, 2 και 3 δεν είναι ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στη συγκεκριμένη συμφωνία πλην της Καθ΄ ης η αίτηση 3, η οποία κατέχει μετοχές της εταιρείας Bitex και της Καθ΄ ης η αίτηση 4, η οποία κατέχει μετοχές στην PMK. Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κώδικα Διαιτητικής Δικονομίας της Ρωσίας διαφορές σε σχέση με τα μερίδια κεφαλαίου εταιρειών υπάγονται στον αρμόδιο δικαστήριο βάσει της έδρας των εταιρειών αυτών και αγωγές που αφορούν δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας καταχωρούνται στο δικαστήριο του τόπου που βρίσκεται η ακίνητη περιουσία. Επιπρόσθετα, σχολιάζει την αποδεικτική αξία των Τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
Καταλήγει, ότι δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπερ της απόρριψης της αίτησης.
Καταχωρίστηκαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές. Το Δικαστήριο έχει αναγνώσει με πολύ προσοχή και τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και έχει υπόψη του το περιεχόμενό τους το οποίο δεν προτίθεται να επαναλάβει.
Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις για να προωθήσουν τις θέσεις τους. Παράλληλα προέβησαν και σε δια ζώσης διευκρινήσεις σε σχέση με τα θέματα στα οποία επιθυμούσαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου. Ο κ. Νεοφύτου με αναφορά στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1, που συνοδεύει την ένσταση, υπέδειξε ότι υπάρχει παραδοχή ότι η εταιρεία Vestcom ουδέποτε του ανήκε και ότι τα περιουσιακά της στοιχεία έχουν μεταφερθεί στις Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 2, 3 και 4, οι οποίες ανήκουν στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1. Υποστηρίζει ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωσή του προβαίνει σε γενικές και αόριστες αναφορές σε σχέση με τα τρίτα πρόσωπα στα οποία μεταβιβάστηκαν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τρίτα πρόσωπα τα κατέχουν μέχρι σήμερα. Τονίζει ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά παραβίαση σύμβασης αλλά εξαπάτηση και υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων τα οποία μεταβιβάστηκαν από τον μοναδικό διευθυντή της Vestcom, τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1, σε κυπριακές εταιρείες ήτοι τις Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 2, 3 και 4. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η αίτηση 1- Εναγόμενου 1 που αφορούν πλαστογραφημένα έγγραφα κάλεσε την πλευρά του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 να προβεί σε καταγγελία. Ανοίγεται μια παρένθεση για να τονιστεί, με όλο το σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή – Ενάγοντα στις σελίδες 5 μέχρι 8 της γραπτής του αγόρευσης, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει κατά πόσο ένας διάδικος ψεύδεται.
Ο κ. Ποσνακίδης υιοθέτησε την γραπτή του αγόρευση και επιπρόσθετα αναφέρθηκε στο γεγονός ότι είχαν δοθεί πληρεξούσια στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 σε σχέση με τις εταιρείες TES και PMK με τα οποία του δόθηκε το δικαίωμα να αλλάξει διευθυντές, μετόχους καθώς και να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εμμένει στην θέση του ότι λόγω της ακυρότητας των συμφωνιών ο Αιτητής – Ενάγοντας δεν είχε ποτέ δικαίωμα στην μεταβίβαση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων τα οποία αφορούν την εταιρεία Vestcom. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν έφεραν την ειδική σφραγίδα που απαιτείται – apostille και ότι συνιστούν δημόσια έγγραφα. Επέμενε στην θέση ότι η υπόθεση έπρεπε να καταχωριστεί στην Ρωσία αφού πρώτον, οι συμφωνίες είχαν καταρτιστεί εκεί και δεύτερον, όλα τα μέρη βρίσκονται εκεί. Επιπρόσθετα προώθησε τη θέση ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε αποταθεί και στα Ρωσικά Δικαστήρια υποβάλλοντας αξίωση η οποία εδραζόταν σε όλες τις επίδικες συμφωνίες που επικαλείται στην παρούσα υπόθεση και ότι το Ρωσικό Δικαστήριο απέρριψε την συγκεκριμένη αγωγή. Εισηγήθηκε ότι η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου σε σχέση με την εταιρεία Bitex συνιστά δεδικασμένο.
Το Δικαστήριο έχει κατά νου τόσο τα όσα καταγράφηκαν στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων καθώς και τα όσα λέχθηκαν στις προφορικές τους διευκρινήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορά στο περιεχόμενο τόσο των γραπτών αλλά και των προφορικών αγορεύσεων θα γίνει από το Δικαστήριο όπου τούτο κριθεί απαραίτητο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Είναι αποδεκτό από όλους τους εμπλεκόμενους ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε δανείσει στον Grigoriev, την περίοδο 2010 – 2015, δυνάμει συμφωνιών δανεισμού περίπου το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου ρουβλιών. Για να διευθετήσει το συγκεκριμένο χρέος ο Grigoriev είχε συμφωνήσει με τον Αιτητή – Ενάγοντα όπως του παραχωρήσει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom Enterprises Ltd. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 είχε καθοριστεί ως το άτομο το οποίο θα ενεργούσε έτσι ώστε να εισπραχθεί το ποσό του χρέους του Grigoriev προς τον Αιτητή – Ενάγοντα. Τα καθήκοντα του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 είχαν καθοριστεί στην σύμβαση ημερ. 31/03/2015, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Τα περιουσιακά στοιχεία της Vestcom Enterprises Ltd μεταφέρθηκαν στην συνέχεια σε κυπριακές εταιρείες συμφερόντων του Καθ’ ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1, η Vestcom Enterprises Ltd διαλύθηκε χωρίς ο Αιτητής – Ενάγοντας να εξοφληθεί.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Για σκοπούς τάξης θα πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της δικαιοδοσίας είχε εγερθεί στην αίτηση ημερομηνίας 28/01/2025, η οποία αφορούσε τον παραμερισμό ή/και την ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος, στην οποία εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στις 08/07/2025. Η συγκεκριμένη απόφαση εφεσιβλήθηκε. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση η οποιαδήποτε έκφραση γνώμης ή διαφορετικής άποψης σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου αφού το Δικαστήριο δεσμεύεται με την απόφαση ημερ. 08/07/2025. Συνακόλουθα, με πλήρη σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 – Εναγόμενων 1, 2 και 3, στις σελίδες 7 μέχρι 10 της γραπτής του αγόρευσης που αφορούν το θέμα της δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δεν θα το πραγματευτεί βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2012) Α.Α.Δ. 115 και Τράπεζα Κύπρου Ltd v. Κρίνου Μακρίδη κ. α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1918.
Διαπιστώνεται ότι στην ένορκη δηλώση του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε θέματα που άπτονται της αξιοπιστίας του Αιτητή – Ενάγοντα και επισυνάπτεται όγκος εγγράφων. Έχει νομολογηθεί ότι θα πρέπει να αποφεύγεται ο κατακλυσμός του Δικαστηρίου με όγκο εγγράφων τα οποία συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν το Δικαστήριο σε σχέση με την υπό εξέταση διαδικασία βλ. Commerzbank Auslandbanken Holdings A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Ltd (2015) 1 Α.Α.Δ. 386.
Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης βλ., μεταξύ άλλων, Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και πιο πρόσφατα στην Morea Investments Limited v. VTB DC LLC κ.α. Πολ. Εφ. Ε19/2019 ημερ. 23/03/2026. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:
«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».
Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :
«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και της διακρίβωσης κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής τους. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα καθώς και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις με δεδομένη πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από το Μέρος 23.11.1(γ) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.
Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».
Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Αιτητή - Ενάγοντα ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή – Εναγόμενου.
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της Έκθεσης Απαίτησης, της ένορκης δήλωσης καθώς και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας επικαλείται απάτη και οικειοποίηση δικών του περιουσιακών στοιχείων από τους Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4. Διαφαίνεται ότι η αξίωση του Αιτητή – Ενάγοντα στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στην παράβαση καθήκοντος του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 η οποία οδήγησε στην υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκαν σε εταιρεία η οποία τα είχε παραχωρήσει στον Αιτητή – Ενάγοντα προς εξόφληση του χρέους της προς τον ίδιο.
Αυτό που μπορεί να εξαχθεί, στο σημείο που επιτρέπεται σε μια αίτηση του συγκεκριμένου είδους, από τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 φαίνεται να χρησιμοποίησε την θέση του, όπως αυτή καθορίζεται στην παράγραφο 5 της συμφωνίας ημερομηνίας 31/03/2015, Τεκμήριο 13, σε σχέση με την εταιρεία Vestcom Enterprises Ltd προς ιδίων όφελος και να μετέφερε περιουσιακά της στοιχεία στις Καθ’ ων η αίτηση 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 2, 3 και 4 οι οποίες ελέγχονται από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 και στην συνέχεια να προχώρησε στην εκκαθάριση της συγκεκριμένης εταιρείας. Η εταιρεία Vestcom Enterprises Ltd ανήκε στον Grigoriev ο οποίος είχε συνάψει αριθμό συμφωνιών με τον Αιτητή – Ενάγοντα για τον δανεισμό τεράστιων ποσών από αυτόν. Όταν η αποπληρωμή των δανείων κατέστη ανέφικτη σύμφωνα και με τον όρο 5 της συμφωνίας 31/03/2015, Τεκμήριο 13, ο Αιτητής – Ενάγοντας αποδέχθηκε περιουσιακά στοιχεία της συγκεκριμένης εταιρείας προς εξόφληση του χρέους. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1- Εναγόμενος 1 ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή – Ενάγοντα στις συγκεκριμένες συμφωνίες, ως παραδέχεται και ο ίδιος στην δική του ένορκη δήλωση. Αντί ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 να πωλήσει τα περιουσιακά στοιχεία της Vestcom και να εξοφλήσει το χρέος του Grigoriev στον Αιτητή – Ενάγοντα τα περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάστηκαν, στις Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4, οι οποίες φαίνεται ν’ ανήκουν στον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 και έχουν την έδρα τους στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό σημειώνεται ενόψει της παραδοχής του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 ότι το χρέος του Grigoriev προς τον Αιτητή – Ενάγοντα δεν έχει εξοφληθεί.
Ως έχει νομολογηθεί κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ανοίγεται εδώ μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση – Εναγόμενος 1και αφορούν την εγκυρότητα των συμφωνιών μεταξύ του Grigoriev και του Αιτητή – Ενάγοντα δεν μπορούν να εξεταστούν και να αποφασιστούν από το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
Με βάση τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το Κλητήριο Ένταλμα περιέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι είναι αρκετό ο ενάγων να το πείσει ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, λέχθηκε συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.».
Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παραδέχεται κάποια γεγονότα όπως τον διορισμό του από τον Αιτητή – Ενάγοντα ως αντιπροσώπου του. Συγκεκριμένα καταγράφει στην ένορκη δήλωσή του ότι «…ο ίδιος ο Αιτητής με προσκάλεσε να συμμετάσχω στο συγκεκριμένο έργο. Ο σκοπός ήταν η μεταβίβαση σε εμένα όλων των νομικών κινδύνων που απορρέουν από την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων.», παράγραφος 43 της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1. Επίσης παραδέχεται ότι ο ίδιος είχε εξουσιοδοτηθεί να ασκεί έλεγχο στην εταιρεία Vestcom αρχικά ως εκπρόσωπος και στη συνέχεια σύμφωνα με το πληρεξούσιο ημερ. 21/10/2014 ως διευθυντής της και ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καταγράφονται στην συμφωνία συνιστούν εγγύηση του χρέους του Grigoriev στον Αιτητή – Ενάγοντα. Είναι σημαντικό να καταγραφεί ότι οι συμφωνίες δανεισμού καταρτίστηκαν μεταξύ του Αιτητή – Ενάγοντα και του Grigoriev. Οπόταν, γεννάται η απορία πως βρέθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom σε εταιρείες συμφερόντων του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 αφού η Vestcom χρωστούσε στον Αιτητή - Ενάγοντα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, με τα όσα ο Αιτητής – Ενάγοντας έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που να μην είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».
Από τη μαρτυρία που ο Αιτητής – Ενάγοντας έχει προσκομίσει αναφορικά με τα γεγονότα το Δικαστήριο μπορεί να πειστεί ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας.
Σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στην Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others (1976) 3 All E.R. 417, στη σελ. 430, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:
«Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.».
Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάγει οποιοδήποτε θετικό ή/και δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Είναι αρκετό δε ο ενάγων - αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά του Αιτητή – Ενάγοντα στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε μέρος των γεγονότων, ήτοι ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας τον είχε καλέσει να αποδεχθεί την μεταβίβαση επ ονόματί του των περιουσιακών στοιχείων της Vestcom, ότι η Vestcom είχε αναλάβει να ξοφλήσει το δάνειο του Grigoriev στον Αιτητή – Ενάγοντα και ότι το δάνειο δεν έχει εξοφληθεί. Βεβαίως πρόβαλλε τους δικούς του ισχυρισμούς προς επεξήγηση των γεγονότων ενώ επέμενε εμφαντικά ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο δεν απέκτησε δικαίωμα να απαιτήσει την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στην συμφωνία ημερ. 31/03/2015.
Το Δικαστήριο νοιώθει την ανάγκη, εκ του περισσού ίσως, να υπογραμμίσει το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Και οι δύο πλευρές ανάλωσαν μεγάλο μέρος των ενόρκων δηλώσεων τους να πραγματεύονται αντικρουόμενους ισχυρισμούς, τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση A. J. Georgiades v. N. Haddad Ltd Πολ. Εφ. Ε100/21 ημερ. 23/10/2023 καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την έκταση της ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τις αντικρουόμενες θέσεις που προβάλλονται από τις δύο πλευρές:
«Στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως τονίστηκε στην Jonitexo v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., (1999) 1 ΑΑΔ 225). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.».
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα ο Αιτητής – Ενάγοντας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Σύμφωνα και με πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η συγκεκριμένη προϋπόθεση περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ ν. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Εφ. Ε202/2016 ημερ. 17/10/2023). Οι νομολογιακές αρχές διαβάζονται και στην πιο παλαιά απόφαση την Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του.
Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1848.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.».
Θα εξεταστεί στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη.
Αυτό που επιζητεί ο Αιτητής – Ενάγοντας είναι να εμποδιστούν οι Καθ΄ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 - Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 από το να προχωρήσουν στην αποξένωση οποιονδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της Απαίτησης. Οι παράγραφοι 119 και 120 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι σχετικές. Εκείνο που εξετάζεται σε αυτό το πλαίσιο είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση της περιουσίας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν αποξενωθεί η περιουσία. Εκεί βεβαίως που αποδεικνύεται πρόθεση αποξένωσης αυτό συνιστά άλλον έναν παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχουν ενδείξεις για πρόθεση αλλαγής της δομής των συγκεκριμένων εταιρειών συμφερόντων του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία της Vestcom. Χαρακτηριστική είναι η αποδοχή από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 ότι ο σκοπός και το συμφέρον του Αιτητή – Ενάγοντα περιορίζονται αποκλειστικά στην εξόφληση του δανείου και ότι στην συνέχεια τα περιουσιακά στοιχειά θα παρέμεναν στην κυριότητα της δικής του εταιρείας, η οποία θα τα διαχειρίζεται ελεύθερα. Αυτά τα δεδομένα, τα οποία επαναλαμβάνει το Δικαστήριο ότι προήλθαν από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1, οφείλει, το Δικαστήριο, να τα συνεκτιμήσει στην απόφασή του. Τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ενισχύουν την θέση του Αιτητή - Ενάγοντα ή/και υποδηλώνουν ότι η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 2, 3 και 4 – Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 είναι πολύ πιθανή. Στη βάση όλων των παρατεθέντων είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρείται εν προκειμένω και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει τα διατάγματα. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο προχωρεί στην την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, balance of convenience. Βλ. Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue), τόμος 24, παράγραφος 856 και American Cynamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 στην οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Limited 2. Muskita Aluminium Industries Ltd. (2002) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 2015).
Όπως συνοψίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/2019:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».».
Υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς επουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ του Αιτητή – Ενάγοντα. Η διατήρηση του status quo σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο και την δομή των συγκεκριμένων εταιρειών, οι οποίες δεν φαίνεται να ασχολούνται με οτιδήποτε, δεν θα τις επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο. Ούτε και έχει προσκομιστεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 οποιαδήποτε μαρτυρία ότι θα επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο αν παραμείνουν ως έχουν τα πράγματα στις εταιρείες Καθ΄ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 1, 2, 3 και 4. Ως εκ των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ του Αιτητή – Ενάγοντα.
Ζητήθηκαν και διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων. Τα συγκεκριμένα διατάγματα έλαβαν την ονομασία τους από την απόφαση στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice (1973) 2 All E.R.943. Εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Στην συγκεκριμένη απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer».
Έχει αναγνωριστεί από την Κυπριακή νομολογία ότι η πιο πάνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως επισημαίνεται στις σχετικές αποφάσεις, το καθήκον αυτών των προσώπων έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, η οποία εκδηλώνεται μέσω της αποκάλυψης των πληροφοριών που κατέχουν και που σχετίζονται με την αδικοπραξία.
Όπως υποδείχθηκε στην Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403:
«Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου».
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal παρατέθηκαν με ευκρίνεια στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd (2005) 3 All E.R. 511 και υιοθετήθηκαν κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Στην σελίδα 518 της απόφασης διαβάζονται τα ακόλουθα:
«(21) The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Στην υπόθεση Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanec κ.α. (ανωτέρω), αφού καταγράφηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι το Δικαστήριο:
«.. δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA ν. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.»
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο Αιτητής – Ενάγοντας φαίνεται να ήταν με την εντύπωση ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 ενεργούσε εκ μέρους του έτσι ώστε να προχωρήσει και να πωλήσει τα περιουσιακά στοιχεία για να εισπράξει ο ίδιος το ποσό που του οφειλόταν από τον Grigoriev. Αντί αυτού τα περιουσιακά στοιχεία της Vestcom, των οποίων η αξία είναι τεράστια, βρέθηκαν σε εταιρείες ιδιοκτησίας του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 χωρίς ο Αιτητής – Ενάγοντας να έχει εξοφληθεί παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 11, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, τη συμφωνία δανεισμού προβλεπόταν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Vestcom θα συνιστούσαν την εγγύηση αποπληρωμής. Χαρακτηριστικά διαβάζεται στην παράγραφο 5 του Τεκμηρίου 12Α:
«…….The Parties have agreed that cash proceeds from the sale of assets (including in particular property complexes) of the Borrower’s controlled companies TekhEuroStroi LLC, Naro – Fominskaya PMK LLC, countryside real estate owned by the Borrower and located in Moscow Region, the non-residential building located in Korolev, Moscow Region and the brick and lightweight expanded clay aggregate production facility located in Nizhny Novgorod shall be used to fulfil the Borrower’s obligations to the Lender under the forgoing Loan Agreement.».
Στο Τεκμήριο 13, την συμφωνία ημερ. 31/03/2015 που συνοδεύει την αίτηση, στην παράγραφο 5, καταγράφεται ότι:
«In order to secure the hand over to K.A. Ponomarev of the assets stated in clauses 6.1 to 6.4 hereof, in order to control such assets, S.Y. Grigoriev has transferred control over VESTCOM to Pavel Aleksandrovich Kazarez, acting in the interest of K.A. Ponomarev, by issuing on 21 October 2014 of a general power of attorney in his name and appointing him on 15 December 2014 the Director of VESTCOM…».
Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση φαίνεται να δικαιολογείται, στη βάση των αρχών που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα, η έκδοση κάποιων εκ των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται να αποκαλύπτουν ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται να είναι αναγκαίες για να ενισχύσουν τα όσα προωθεί ο Αιτητής – Ενάγοντας εναντίον εκείνων που ο ίδιος θεωρεί ότι έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος του ή έστω έχουν παραβιάσει το καθήκον επιμέλειάς τους προς τον ίδιο. Η προσπάθεια, όπως αυτή εκδηλώθηκε από την πλευρά του Αιτητή - Ενάγοντα δεν φαίνεται να αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» από την πλευρά του αλλά επαλήθευση των όσων είναι σε γνώση του. Βέβαια στο μέτρο που είναι επιτρεπτό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Όπως έχει υποδειχτεί στην υπόθεση Avila (ανωτέρω) «το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη».
Τέλος εξετάζοντας το αίτημα που προβάλλεται στις παραγράφους 16 και 17 της αίτησης για τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή στις Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 2, 3 και 4 σύμφωνα με το άρθρο 202 του Κεφ.113 αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ως καθορίζεται από το ίδιο το άρθρο 202 του Κεφ. 113 για να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιές του θα πρέπει να υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας αφού το συγκεκριμένο άρθρο σκοπεί στην προστασία των μετόχων της μειοψηφίας μιας εταιρείας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Πιρίλλης κ.α. ν. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136:
«Το άρθρο 202 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας. Δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις, όπως η επίδικη, όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία, τα δικαιώματα της οποίας κατ' ισχυρισμό καταπιέζονται από την εταιρεία, αλλά αυτή τούτη η εταιρεία η οποία, κατ' ισχυρισμό, αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Είναι γι' αυτό, άλλωστε, το λόγο που η διαδικασία του άρθρου 202 στρέφεται εναντίον της εταιρείας, εφόσον είναι αυτή η οποία, μέσω της πλειοψηφίας, καταπιέζει τη μειοψηφία, και όχι υπέρ αυτής, με σκοπό να προστατευθεί από τις, κατ' ισχυρισμό, παράνομες σε βάρος της πράξεις εκείνων οι οποίοι ασκούν τον έλεγχό της. Εξάλλου, σε αίτηση βάσει του άρθρου 202, αλλά και του άρθρου 211, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί, ως καθ' ου η αίτηση, τρίτο πρόσωπο, ήτοι η εφεσείουσα 2, ως όχημα απάτης (fraud vehicle).».
Τα πρόσωπα που μπορούν να αιτηθούν την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ. 113 καθορίζονται από το ίδιο το άρθρο και ο Αιτητής – Ενάγοντας στην παρούσα δεν συμπεριλαμβάνεται σ΄αυτά. Δεν έχει τεκμηριωθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ.113.
Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει αποτελεί κατάληξη του ότι συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που επιτρέπουν την έκδοση των διαταγμάτων υπό παράγραφο 1, 2, 3,4, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 14(i), (ii), (iii), (iv) και 15 στην έκταση που αφορούν τους Καθ΄ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου. Ο χρόνος συμμόρφωσης του Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενου 1 σε σχέση με τα διατάγματα υπό παραγράφους 8, 10 και 14(i), (ii), (iii), (iv) καθορίζεται στις 15 ημέρες από την επίδοση του παρόντος διατάγματος.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €4.500, πλέον ΦΠΑ πλέον €345 πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή – Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση. Θα είναι άμεσα καταβλητέα.
(Υπ.) ………………….…………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο