Επί τοις αφορώσι την Μαρία Εγγλέζου, Αρ. Αιτ: 1/25, 2/3/2026
print
Τίτλος:
Επί τοις αφορώσι την Μαρία Εγγλέζου, Αρ. Αιτ: 1/25, 2/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων

Ενώπιον:  Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

                                                           

Αρ. Αιτ: 1/25

 

Σε ότι αφορά τον περί Πτωχεύσεως Νόμο.

 

Επί τοις αφορώσι την Μαρία Εγγλέζου από το Παραλίμνι

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 16/09/2025

για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 02 Μαρτίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτήτρια: κ. Χρ. Κουλίας για Κουλίας, Σκορδής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.  

Για Καθ΄ων η αίτηση: κ. Θ. Ιωαννίδης για Θ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.  

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την επίδοση της αίτησης για έκδοση Πτωχευτικής Ειδοποίησης καταχωρίστηκε αρχικά από την Οφειλέτιδα - Καθ΄ης η αίτηση στην Πτωχευτική Ειδοποίηση – ένορκη δήλωση για ακύρωσή της. Η ένορκη δήλωση στη συνέχεια αποσύρθηκε για να καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση. Με την υπό κρίση αίτηση ζητά την ακύρωση ή/και παραμερισμό της εκδοθείσας Ειδοποίησης Πτώχευσης ως πρόωρης ή/και παράνομης ή/και καταχρηστικής. 

 

Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2 – 6, 9, 87 – 90, 93, 94, 97, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους Κανονισμούς 2, 4, 7, 16 – 19, 38 – 43, 50, 126 και 188 των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών  Κανονισμών, στη Δ.48 θ.1 - 4, 7 και 8 και την Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 14 του Κεφ.6, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης καταγράφονται σε ένορκη δήλωση της Χρεώστιδας, Μαρίας Εγγλέζου. Καταγράφει ότι στις 13/02/2025 της επιδόθηκε η συγκεκριμένη Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία κατά τη δική της άποψη δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί είναι πρόωρη ή/και παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και καταχρηστική. Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή/και εσκεμμένα παρέλειψαν ουσιώδεις πληροφορίες. Αμφισβητεί το αξιωμένο ποσό και προωθεί τη θέση ότι αποτελεί μία καταχρηστική προσπάθεια από τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, έτσι ώστε να αποκομίσουν περαιτέρω όφελος από τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Υποστηρίζει ότι το οφειλόμενο από τον αποβιώσαντα χρέος στην Αγωγή Αρ.674/98, ύψους Λ.Κ. 165.000, πλέον τόκοι και έξοδα, θα μπορούσε να συμψηφιστεί με το αξιωμένο ποσό της Ειδοποίησης Πτώχευσης λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα.

 

Είναι η θέση της ότι πράγματι στις 24/01/2013 είχε εκδοθεί απόφαση, η οποία αφορά την Ειδοποίηση Πτώχευσης, την οποία η πλευρά των Εναγόμενων προσπάθησε κατ΄ επανάληψη να ικανοποιήσει όμως, λόγω διαφορών που υπήρχαν μεταξύ των κληρονόμων του αποβιώσαντος, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος δεν της είχαν διαβιβάσει αριθμό λογαριασμού διαχείρισης προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Η προσπάθεια αποπληρωμής περιλάμβανε την αποστολή σωρείας επιστολών έτσι ώστε να αποκαλυφθεί, από τους διαχειριστές του αποβιώσαντος, ο λογαριασμός διαχείρισης στον οποίο το συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να κατατεθεί. Οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ουδέποτε αποκάλυψαν οποιοδήποτε αριθμό λογαριασμού διαχείρισης και εκ των πραγμάτων δημιούργησαν αδιέξοδο, με το οποίο οι ίδιοι επωφελούνται με τόκους επί του ποσού της απόφασης. Υποστηρίζει ότι η  συμπεριφορά των διαχειριστών του αποβιώσαντα αποτέλεσε και εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 20/10/2019, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης 279/2019 Επ. Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επιπρόσθετα, η ύπαρξη εμπράγματων βαρών που δημιούργησε η συγκεκριμένη απόφαση, η αδράνεια των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά και η έλλειψη συνεργασίας έχει δημιουργήσει ζημιές αφού δεν υπήρχε επικοινωνία για να καταστεί εφικτή η πώληση των ακινήτων έτσι ώστε να καταβληθεί το ποσό της απόφασης ή μέρος του. 

 

Προωθεί τη θέση ότι υπάρχει ανταξίωση εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα ή/και των προηγούμενων διαχειριστών της για το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ.674/98 καθώς και τόκους ή/και οποιαδήποτε ποσά αξιώνονται λόγω της καταχρηστικής ή/και παράνομης συμπεριφοράς που φαίνεται να διαπράχθηκε στα πλαίσια της διαχείρισης του αποβιώσαντα. Ο λόγος που δεν ηγέρθηκε οποιαδήποτε ανταξίωση μέχρι και σήμερα ήταν γιατί αναμενόταν η επικοινωνία από τους νέους διαχειριστές έτσι ώστε να γίνει μία προσπάθεια για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης και αποφυγής περαιτέρω εξόδων, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατή.

 

Ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι εκδικητική, καταχρηστική και σκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας και  βλάβης έτσι ώστε να εξοφληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, το οποίο έχει διπλασιαστεί συνεπεία καταχρηστικών ή/και παράνομων ενεργειών και δεν αντανακλά την απόφαση ημ. 24/01/2013. Τυχόν έκδοση διατάγματος παραλαβής ή/και πτώχευσης θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την ίδια αφού θα αποστερηθεί του δικαιώματος να πραγματοποιεί οικονομικές συναλλαγές ως ξενοδόχος, ενώ οι Αιτητές δεν θα ωφεληθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Εισηγείται ότι οι Αιτητές ενεργοποίησαν τη συγκεκριμένη διαδικασία ως μέτρο εκτέλεσης της απόφασης πράγμα ανεπίτρεπτο και ως εκ τούτου η διαδικασία θεωρείται περιττή και καταχρηστική αφού το σημερινό οφειλόμενο ποσό προκύπτει από τις παραλήψεις και/ή παρατυπίες των διαχειριστών.

 

Καταλήγει, ότι πρόθεση των διαχειριστών είναι να την εξαναγκάσουν να πληρώσει το χρέος χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι το πρόβλημα προήλθε από τους διαχειριστές και τονίζει ότι το χρέος υπερκαλύπτεται από την ακίνητη περιουσία της, η αξία της οποίας ξεπερνά τα €25 εκατομμύρια. Εισηγείται ότι οι Πιστωτές δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης.         

 

Η συγκεκριμένη αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση ένστασης, από τους δύο διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, στην οποία καταγράφονται δεκατέσσερεις (14) λόγοι ενστάσεως. Μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν είναι πρόωρη, ούτε παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και καταχρηστική. Ότι η αίτηση είναι λανθασμένη και δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη που να την επιτρέπει. Ότι δεν παρελήφθησαν οποιεσδήποτε ουσιώδεις ή/και άλλες λεπτομέρειες ή/και άλλες πληροφορίες. Ότι οι κληρονόμοι αποσκοπούν στο να εισπράξουν το ποσό το οποίο είναι παραδεκτό από τους οφειλέτες. Ότι το ποσό των Λ.Κ.165.000 το οποίο προέρχεται από την Αγωγή Αρ.674/1998 δεν οφείλεται από τους δανειστές προς τους οφειλέτες και ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση προβάλλει ψευδώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Ότι οι οφειλέτες μπορούσαν πάντοτε να ξοφλήσουν το ποσό με διάφορους τρόπους. Ότι η απόφαση που επικαλείται η Οφειλέτιδα εξεδόθη το 2019, πέντε χρόνια πριν την καταχώριση της Πτωχευτικής Ειδοποίησης. Ότι προβάλλεται ισχυρισμός για ζημιές χωρίς να παραχωρείται οποιαδήποτε λεπτομέρεια. Ότι το ποσό που παρέμενε απλήρωτο τοκίζεται σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Ότι εμποδίζεται να προχωρήσει με οποιονδήποτε τρόπο αφού έχει εκδοθεί απόφαση και οποιοδήποτε αίτημα για ανταξίωση έχει παραγραφεί ενώ η ανταξίωση θα μπορούσε να προβληθεί μόνο με ένορκη δήλωση σύμφωνα με τους Κ.40 και 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Ότι οι οφειλέτες επωφελήθηκαν από την μη καταβολή του συγκεκριμένου ποσού αφού το χρησιμοποιούσαν ενώ απολάμβαναν και τα έσοδα από την ξενοδοχειακή μονάδα. Ότι η Αίτηση Πτώχευσης δεν χρησιμοποιείται μόνο όταν εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα για τη διασφάλιση της απαίτησης αλλά και για την προστασία της περιουσίας του οφειλέτη. Ότι οι ισχυρισμοί της Οφειλέτιδας για  δήθεν καταστροφή της είναι εντελώς αβάσιμοι αφού προωθεί τη θέση ότι η ακίνητη περιουσία της ανέρχεται στα €25 εκατομμύρια.

 

Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 2 – 6, 9, 87 – 90, 93, 94, 97, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, στους Κανονισμούς 2, 4, 7, 16 – 19, 38 – 43, 50, 126 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, στη Δ.48 θ.1 - 4, 7 και 8 και την Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 14 του Κεφ.6, στο άρθρο 10 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/2012 στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

  Τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση της κας Θεοδότου, γραμματειακής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου ο οποίος προωθεί την Ειδοποίηση Πτώχευσης, η οποία γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από πληροφόρηση καθώς και από το περιεχόμενο του φακέλου. Καταγράφει ότι η Πτωχευτική Ειδοποίηση δεν είναι πρόωρη ή/και αντικανονική ή/και καταχρηστική όπως ισχυρίζεται η Οφειλέτιδα και υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι λανθασμένη διότι δεν βασίζεται σε οποιανδήποτε νομική διάταξη που να την επιτρέπει αφού ουδεμία από τις διατάξεις που επικαλείται επιτρέπει την καταχώρισή της. Προωθεί τη θέση ότι οι κληρονόμοι αποσκοπούν στο να εισπράξουν το ποσό της απόφασης του Ε. Δ. Αμμοχώστου στην Αγ. Αρ.878/2005, το οποίο με κανένα τρόπο δεν αρνούνται οι ίδιοι οι οφειλέτες. Διευκρινίζει ότι το ποσό των Λ.Κ.165.000, το οποίο προέρχεται από την Αγωγή Αρ.674/98, δεν οφείλεται από τους δανειστές προς τους οφειλέτες, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση. Το συγκεκριμένο ποσό λήφθηκε υπόψιν στην Αγωγή Αρ.878/05 για να καταλήξουν οι διάδικοι στο οφειλόμενο ποσό του €1.250.000 πλέον τόκους 5,5% από 24/01/2013, πλέον έξοδα όπως καταγράφεται στην εκδοθείσα απόφαση. 

 

Προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση – Οφειλέτιδα θα μπορούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό με την κατάθεσή του στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.22 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών ή να το καταβάλει στον δικηγόρο του αποβιώσαντα όπως είχε υποδειχθεί με την επιστολή των διαχειριστών ημερομηνίας 26/05/2016 ή/και να αποστείλει τραπεζική επιταγή είτε στο όνομα του δικηγόρου των διαχειριστών είτε στους διαχειριστές. Όμως από το 2016 η Οφειλέτιδα δεν έχει πράξει οτιδήποτε. Είναι η θέση της ότι η Οφειλέτιδα μπορούσε πάντοτε να καταβάλει το ποσό, το οποίο και μέχρι σήμερα μπορεί να καταβάλει στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί στην Τράπεζα Κύπρου από τους διαχειριστές. 

 

Ισχυρίζεται ότι το ποσό της απόφασης παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο και είναι τοκοφόρο. Η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση – Οφειλέτιδα εμποδίζεται να προχωρήσει λόγω της εκδοθείσας απόφασης, γιατί οποιοδήποτε αίτημα της έχει παραγραφεί και γιατί η απαίτηση για ανταξίωση προωθείται μόνο με ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τους Κανονισμούς 40 και 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Καταλήγει, ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν χρησιμοποιείται μόνο όταν εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα αλλά για προστασία της περιουσίας του οφειλέτη. Η περιουσία την οποία έχει λάβει η Οφειλέτιδα από τον δανειστή ξεπερνά, ως η ίδια παραδέχεται, τα €25 εκατομμύρια.

 

Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων. Το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

Νομική πτυχή

 

Έγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας ότι η ένορκη δήλωση της Ομνύουσας στην Ένσταση παρέχει εξ’ ακοής μαρτυρία αφού δεν συγκεκριμενοποιεί την πηγή των γνώσεων της και ως εκ τούτου, προβλήθηκε η θέση ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση και η Ένσταση θα πρέπει να αγνοηθούν.  Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Όπως η Ομνύουσα, κα Θεοδότου, αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγγραφα στο φάκελο της υπόθεσης και από όσα της έχει αναφέρει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση. Επομένως, είναι σαφές ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της για τα επίδικα θέματα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το βάρος απόδειξης ότι συντρέχει λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης βαρύνει την Αιτήτρια και όχι τους Καθ' ων η Αίτηση, βλ. Re Ντίνος Ασπρής (1988) 1 J.S.C. 93 και Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd (2010) 1Α ΑΑΔ 475).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών, από την επίδοση σε αυτόν, δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά χρέος, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση για οποιοδήποτε ποσό, της οποίας απόφασης η εκτέλεση δεν έχει ανασταλεί ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση.

 

Το άρθρο 3(3) του Κεφ. 5 προβλέπει ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο καθώς και το τι πρέπει να αναφέρει. Περαιτέρω η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης και το περιεχόμενο αυτής ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Ως δε προκύπτει από τον Κ.39 η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν απευθύνεται στον χρεώστη αλλά στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου από τον οποίο και εξαιτείται την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα δε με τον Κ.38 η έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης γίνεται από τον Πρωτοκολλητή.

 

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημητρίου (2008)1Α Α.Α.Δ. 425, στην οποία γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 3(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όσο και στις πρόνοιες των Κ.40(2) και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά και στη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, προκύπτει ότι άλλοι λόγοι ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης, πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κ.40(2) δηλ. ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ’ αποφάσεως χρέους, μπορούν να προβληθούν με καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40(2). Επομένως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση λόγων, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κ.40(2), αλλά μόνον εφόσον υποβληθεί προς το σκοπό αυτό η απαιτούμενη αίτηση. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40(2) (βλ. μεταξύ άλλων Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd (ανωτέρω)).

 

Αποτελεί θέση της Αιτήτριας – Οφειλέτιδας στην υπό κρίση αίτηση ότι η ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση - Πιστωτών να προχωρήσουν στην έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον της είναι εκδικητική, καταπιεστική και καταχρηστική. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση παραδέχεται ότι οφείλει το συγκεκριμένο ποσό. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η πτωχευτική διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση ειδοποίηση πτώχευσης, δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο πιστωτή αλλά στην «προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών». Σχετικές είναι οι αποφάσεις London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου (2002) 1 Α.Α.Δ. 1699 και Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (2002) 1 Α.Α.Δ. 1258. Για αυτό, τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση πτώχευσης, δεν περιλαμβάνονται στις μεθόδους εκτέλεσης, οι οποίες προβλέπονται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 (βλ. Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 1255). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι πιστωτές δεν κωλύονται να προβούν σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον ενός εξ' αποφάσεως χρεώστη, έστω και αν δεν έχουν προβεί προηγουμένως σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης υπέρ τους, εναντίον του πρωτοφειλέτη και άλλων εξ' αποφάσεως χρεωστών. Η διαδικασία Πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης με βάση το άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, αλλά αποτελεί μια suis generis διαδικασία οιωνοί ποινικού χαρακτήρα. 

 

     Με βάση τις νομικές αρχές όπως εξελίχθηκαν και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση δεν ενήργησαν με οποιοδήποτε τρόπο που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι σκόπευαν να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους  οποιοδήποτε αθέμιτο πλεονέκτημα ή ότι χρησιμοποίησαν την παρούσα διαδικασία με σκοπό άλλο από εκείνο που προβλέπεται και κατά τρόπο καταπιεστικό για την Αιτήτρια- Οφειλέτιδα. Από μόνη της η Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε και να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική εφόσον πρόκειται για διαδικασία που προβλέπεται από τον ίδιο το Νόμο.

 

Σημειώνεται ότι το άρθρο 3(3)(β) του Κεφ. 5 προνοεί ότι Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν θα ακυρώνεται «εξαιτίας μόνο ότι το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά όφειλε, εκτός αν ο οφειλέτης μέσα στην προθεσμία που δόθηκε δώσει Ειδοποίηση ότι αμφισβητεί την εγκυρότητά της με βάση την ανακρίβεια αυτή». Τέτοια ειδοποίηση δεν δόθηκε από την Αιτήτρια - Οφειλέτιδα προς τους Πιστωτές στην παρούσα υπόθεση. 

 

Ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα του OGriffiths: «Τhe Law Relating to Bankruptcy», 8η έκδ., σελ. 14-15) και Williams and Muir on Bankruptcy, 18η έκδ. σελ. 44 ο χρεώστης έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, δηλαδή εάν εγείρεται υπό το φως της μαρτυρίας στην ολότητα της γνήσιο θέμα προς εκδίκαση. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια - Οφειλέτιδα  αμφισβήτησε το αξιωμένο ποσό πλην όμως υπάρχει η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24/01/2013, που αφορά την Αγ. Αρ. 878/2005, παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσής της. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια - Οφειλέτιδα παραδέχεται ότι το συγκεκριμένο ποσό οφείλεται. Αυτό που προωθεί είναι ότι υπάρχει ανταξίωση η οποία θα εγερθεί. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι έχουν παρέλθει πέραν των 10 χρόνων από την έκδοση της απόφασης χωρίς να έχει εγερθεί οποιαδήποτε αξίωση εκ μέρους της. Δέον να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια - Οφειλέτιδα εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την έκδοση της απόφασης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της ότι η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι πρόωρη δεν υφίσταται. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την εισήγηση ότι είναι καταχρηστική. Η Αιτήτρια – Οφειλέτιδα μπορούσε, τουλάχιστον μετά το 2019 που αντικαταστάθηκαν οι διαχειριστές, να προσπαθήσει να ξοφλήσει την υποχρέωσή της. Δεν το έπραξε. Οι αιτιάσεις που προβάλλει και αφορούν το γεγονός ότι δεν γνώριζε που να καταθέσει το ποσό της απόφασης δεν ευσταθούν αφού θα μπορούσε να ζητήσει οδηγίες από το Δικαστήριο, αν επιθυμούσε την αποπληρωμή του. Ούτε η θέση που προβάλλεται και αφορά το ποσό των Λ.Κ.165.000, το οποίο αφορά σε άλλη αγωγή, μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού το λεκτικό της απόφασης ημερομηνίας 24/01/2013 είναι σαφέστατο σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό.

 

Έχοντας υπόψη τα όσα τίθενται από την Αιτήτρια - Οφειλέτιδα είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι απέτυχε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο που θα δικαιολογούσε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

          Ως εκ των πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει ότι κανένας από τους λόγους που επικαλέστηκε η Αιτήτρια - Οφειλέτιδα ευσταθεί και περαιτέρω ότι κανένας λόγος διαπιστώνεται για ακύρωση και παραμερισμό της επίδικης Ειδοποίησης Πτώχευσης. Συνακόλουθα, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Πιστωτών και εναντίον της Αιτήτριας - Οφειλέτιδας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η πράξη πτώχευσης θεωρείται συντελεσθείσα από σήμερα.

 

 

(Υπ.)……………………………..

                                       Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο