ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 45/24
Μεταξύ:
Σύνθια Λαρτίδη
Ενάγουσα
v.
Themis Portofolio Management Holdings Limited
Εναγόμενη
---------------------------------
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06 Μαρτίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Ενάγουσα: κ. Καποδίστριας
Για την Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Νεοφύτου για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχονται από το Μέρος 3.1 και 3.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, κατά το στάδιο της Διαχείρισης της υπόθεσης, έθεσε προς τους συνηγόρους και των δύο εμπλεκομένων Μερών το θέμα του κατά πόσο θα έπρεπε να ακουστούν κατά προτεραιότητα οι προδικαστικές ενστάσεις που καταγράφηκαν στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης Εταιρείας.
Σύμφωνα με το Μέρος 3.2(λ) των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών 2023:
«(2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται:
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
(λ) να απορρίπτει ή να εκδίδει απόφαση επί απαιτήσεως μετά από απόφαση επί προδικαστικού ζητήματος·».
Η Εναγόμενη Εταιρεία στην Υπεράσπισή της κατέγραψε δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη από αυτές αφορά το γεγονός ότι η καταχώριση ή/και η προώθηση της υπό κρίση Απαίτησης είναι καταχρηστική ή/και εκδικητική ή/και δεν αποκαλύπτει νόμιμη βάση αγωγής ή/και νόμιμο δικαίωμα ή/και αξίωση εναντίον της. Η δεύτερη σχετίζεται με την εφαρμογή του δεδικασμένου στα γεγονότα και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση Απαίτηση λόγω της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης στην Αγωγή Αρ. 10484/96 Ε. Δ. Λευκωσίας στις 22/05/1998 ή/και λόγω παραστάσεων σε έγγραφα ή/και λόγω της συμπεριφοράς της.
Καταχωρίστηκε, στις 13/02/2026, η Ειδοποίηση Παραδοχής Γεγονότων. Έγινε από κοινού παραδεκτό ότι εκδόθηκε, στις 22/05/1998, απόφαση στην Αγ. Αρ. 10484/96 Ε. Δ. Λευκωσίας εναντίον της Ενάγουσας στην παρούσα, εναγόμενης 3 σ’ εκείνη την αγωγή. Η εκ συμφώνου απόφαση αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.47.979 με τόκο 9% από 20/05/1998 μέχρι εξοφλήσεως καθώς επίσης και διάταγμα πώλησης του ακινήτου που βαρύνετο με την υποθήκη Υ729/92, η οποία αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΣΔΠ1540/81, τεμάχιο 66/2, Τμήμα 42/21, Φ/Σχ.XLII/21Ε1 στην Αγία Νάπα. Το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκε αποκλειστικά στην Ενάγουσα. Το έγγραφο υποθήκης έφερε την υπογραφή του Ιωάννη Λαρτίδη ως Ενυπόθηκου Οφειλέτη. Η αγωγή εναντίον του συζύγου της Ενάγουσας στην παρούσα είχε αποσυρθεί λόγω του ότι είχε εκδοθεί, στις 31/10/1996, εναντίον του Διάταγμα Παραλαβής στην Αιτ. Αρ.243/96. Έγινε επίσης παραδεκτό ότι προωθήθηκε διαδικασία εκποίησης του ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65.
Και τα δύο μέρη στη διαδικασία συμφώνησαν όπως οι προδικαστικές ενστάσεις αποφασιστούν προδικαστικά και προς τούτο καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να διαβιβάσουν στο Δικαστήριο, υποστήριξαν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα.
Για να προωθήσει τις προδικαστικές ενστάσεις ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης Εταιρείας στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι η καταχώριση και προώθηση της υπό αναφορά Απαίτησης είναι καταχρηστική ή/και εκδικητική γιατί δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή/και δεν προκύπτει οποιοδήποτε τέτοιο δικαίωμα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Περαιτέρω υποστήριξε ότι η Ενάγουσα κωλύεται στην καταχώριση ή/και προώθηση της συγκεκριμένης Απαίτηση λόγω της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης, στις 22/05/1998, στην Αγωγή Αρ. 10484/1996 Ε. Δ. Λευκωσίας ή/και λόγω της αρχής του δεδικασμένου ή/και λόγω παραστάσεων σε έγγραφα ή/και λόγω της συμπεριφοράς της. Με αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα προβάλλει τη θέση ότι η Ενάγουσα κωλύεται, από την προηγούμενη συμπεριφορά της, να ισχυρίζεται, 28 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης, ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στην εγγραφή της επίδικης υποθήκης και ότι ουδέποτε ήταν αντισυμβαλλόμενη της Εναγόμενης. Επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η Ενάγουσα στην καταχωρισθείσα Υπεράσπισή της, στην Αγωγή Αρ. 10484/96, δεν προέβει σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και στα όσα δικογραφήθηκαν στην έκθεση απαίτησης εκείνης της αγωγής. Με την καταχωρισθείσα Απαίτησή της αμφισβητεί την εγκυρότητα και τη νομιμότητα της επίδικης υποθήκης, κάτι που δεν επιτρέπεται αφού δεν μπορεί να εφεσιβάλει την εκ συμφώνου απόφαση με την καταχώρηση νέου ένδικου μέσου. Ουδέποτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα ή/και νομιμότητα της υποθήκης το 1998 αλλά, αντίθετα, την αποδέχθηκε με αποτέλεσμα την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Εισηγείται ότι ενόψει της συγκεκριμένης συμπεριφοράς κωλύεται να προωθεί οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με την υποθήκη Υ729/92 και ότι η επαναφορά οποιουδήποτε ζητήματος που άπτεται της συγκεκριμένης υποθήκης συνιστά κατάχρηση. Κατά τη δική του άποψη περαιτέρω προώθηση δικαστικών μέτρων συνιστά, επί της ουσίας, κατάφορη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών.
Όσον αφορά την ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965 υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έχει ολοκληρωθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, από την Ενάγουσα, η διαδικασία διανομής του προϊόντος της πώλησης. Υποβάλλει, ότι ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας εξυπηρετείται με την απόρριψη της αγωγής σ’ αυτό το στάδιο, αφού δεν προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αλλά ούτε και δικογραφούνται οι απαραίτητες λεπτομέρειες που να αποκαλύπτουν δικαίωμα για παραμερισμό της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 10484/1996 Ε. Δ. Λευκωσίας. Προς υποστήριξη των θέσεών του παρέπεμψε σε νομολογία.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, στη δική του γραπτή αγόρευση, προώθησε τη θέση ότι με την Απαίτησή της η Ενάγουσα προωθεί τη θέση ότι δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση Υποθήκης ημερομηνίας 09/07/1992 και ότι ουδέποτε την υπέγραψε ενώ επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη Σύμβαση υπογράφτηκε από τον Ιωάννη Λαρτίδη. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία προχώρησε στον πλειστηριασμό του ακινήτου που επιβαρυνόταν με την υποθήκη. Εισηγείται, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να απορριφθούν για να μπορέσει να αποφασιστεί η ακυρότητα του εγγράφου της υποθήκης ημερομηνίας 09/07/1992, η οποία αποτέλεσε την αιτία να χάσει η Ενάγουσα το ακίνητο της. Υποστηρίζει ότι στην απόφαση ημερομηνίας 22/05/1998, στην Αγωγή Αρ. 10484/1996 Ε. Δ. Λευκωσίας το ζήτημα της υποθήκης δεν ήταν ουσιώδες για την απόφαση και δεν αποφασίστηκε. Παραδέχεται ότι η διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/65 είναι αυτοτελής και διακριτή από τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου δυνάμει δικαστικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε κατά την έκδοση απόφασης. Κατά τη δική του άποψη η εφαρμογή του συγκεκριμένου Μέρους VIA του Ν. 9/65 μόνο με επίκληση της σύμβασης υποθήκης προϋποθέτει τον έλεγχο της εγκυρότητας τόσο της σύμβασης υποθήκης όσο και της εγγραφής της στο κτηματολογικό μητρώο. Υποστηρίζει ότι η επιλογή της Εναγόμενης Εταιρείας να μην προωθήσει τη διαδικασία πώλησης σύμφωνα με την εκδοθείσα εκ συμφώνου απόφαση συνιστά σιωπηρή αλλά και σαφέστατη αποδοχή ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη Εταιρεία αποσύνδεσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων, ως αυτά προκύπτουν από τη μεταξύ τους συμφωνία και όπως αυτά αποτυπώθηκαν στην απόφαση στην Αγωγή Αρ. 10484/96 Ε. Δ. Λευκωσίας.
Καταλήγει, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να απορριφθούν γιατί το ζήτημα της υποθήκης στην Αγωγή Αρ. 10484/96 Ε. Δ. Λευκωσίας δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας του από το Δικαστήριο, έτσι ώστε να μορφώσει άποψη επί της εγκυρότητας της αλλά ως προκύπτει και από την επιλογή της Εναγόμενης Εταιρείας να μην προωθήσει τη διαδικασία πώλησης σύμφωνα με την εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 22/05/1998.
Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τις εισηγήσεις και των δύο ευπαιδεύτων συνηγόρων ενώ παράλληλα έχει υπόψη του τα παραδεκτά γεγονότα ως αυτά καταρτίστηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων καθώς και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με τις έγγραφες προτάσεις τους.
Ο πρωταρχικός σκοπός συνιστά τον σύμβουλο - οδηγό του Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία. Οριοθετείται στον Μέρος 1.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«1.2. Πρωταρχικός Σκοπός
(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
(2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:
(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·
(β) την εξοικονόμηση δαπανών·
(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:
(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·
(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·
(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και
(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·
(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·
(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και
(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.».
Ο «πρωταρχικός σκοπός» έτυχε ερμηνείας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολ. Έφ.54/2024 ημερ. 18/10/2024, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.».
Εν ολίγοις μέλημα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον πρωταρχικό σκοπό, είναι να χειρίζεται κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος την κάθε υπόθεση έχοντας κατά νου τα όσα απαριθμούνται στην υποπαράγραφο 2 του Μέρους 1.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.
Δεν έχει αναπτυχθεί νομολογία σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής και ερμηνείας του Μέρους 3 των νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αυτό και αντλείται καθοδήγηση τόσο από το White Book 2021 όσο και από την αγγλική νομολογία. Ανασκόπηση της αγγλικής νομολογίας καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να ελέγχει τη διαδικασία με δίκαιο και αναλογικό τρόπο έτσι ώστε να διασώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, με την επίλυση των οποιανδήποτε ζητημάτων προκύψουν πριν την ημερομηνία της ακρόασης έτσι ώστε να αποφεύγονται αχρείαστα έξοδα.
Στην υπό εξέταση Απαίτηση έχουν καταγραφεί δύο προδικαστικές ενστάσεις που είναι καθοριστικές για την εξέλιξη της υπόθεσης αφού αποδοχή οποιασδήποτε εκ των δύο οδηγεί στην απόρριψη της Απαίτησης. Σύμφωνα με την νομολογία που έχει αναπτυχθεί κατά την εφαρμογή των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Ως έχει αναφερθεί τα εμπλεκόμενα Μέρη έχουν καταρτίσει κείμενο παραδεκτών γεγονότων. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο πρωταρχικός σκοπός στην παρούσα υπόθεση θα εξυπηρετηθεί με την εξέταση των δύο προδικαστικών ενστάσεων σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
Είναι η θέση της Εναγόμενης Εταιρείας ότι η εκ συμφώνου απόφαση στην Αγωγή Αρ. 10484/1996 Ε. Δ. Λευκωσίας δημιουργεί δεδικασμένο και προσδιορίζει το τελεσίδικο της απόφασης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης Εταιρείας σε σχέση με το Έγγραφο Υποθήκης. Ως έχει νομολογηθεί μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί μόνο με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρίζεται για το σκοπό αυτό. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθούν για συγκεκριμένους και μόνο λόγους, ήτοι γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας ή γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης ή γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους ή γιατί δεν υπήρχε απαραίτητη εξουσιοδότηση. Σχετική επι του θέματος είναι η απόφαση Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1521, όπου και επαναλήφθηκε η θέση πως ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης παρά μόνο με την καταχώρηση νέας αγωγής και αναλύθηκαν οι εφαρμοστέες αρχές.
Ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης αποκαλύπτει ότι δεν γίνεται επίκληση των λόγων που επιτρέπουν την ακύρωση της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης ημερ.22/05/1998. Δεν γίνεται αναφορά σε παρανομία ή απάτη ή αμοιβαίο λάθος ή έλλειψη εξουσιοδότησης. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι παράγραφοι 4, 18, 21, 23 και 24 της Έκθεσης Απαίτησης περιέχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερθέντες λόγους, που είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι δεν ισχύει, δεν καταγράφονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προαπαιτείται. Τα γεγονότα, ως συμφωνήθηκαν από τα εμπλεκόμενα Μέρη δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε εξ αυτών των λόγων.
Εξετάζοντας τον ισχυρισμό για την ύπαρξη δεδικασμένου θα πρέπει να γίνει αναφορά στην πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι απόφαση Δικαστηρίου η οποία εκδίδεται εκ συμφώνου δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβήνει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά στη συνέχεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου έχει την ίδια ισχύ όπως και η απόφαση η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση. Στην απόφαση Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους (2003) 1 ΑΑΔ 549 γίνεται αναφορά σε μια σειρά από αποφάσεις που διαφωτίζουν ως προς το δεδικασμένο. Συγκεκριμένα γίνεται μνεία στις αποφάσεις Theori and Another v. Djioni and Another (1984) 1 CLR 296, Nicolaides v. Yerolemi (1981) 1 CLR 742, Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 389, Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906. Παραπομπή, σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα, γίνεται στο σύγγραμμα Spencer Bower and Turner «The Doctrine of Res Judicata», 2η εκδ., παρα. 41, σελ. 89.
Απόλυτα σχετικός είναι και ο λόγος της πρόσφατης απόφασης του Εφετείου στην Χρήστος Χατζηγεωργίου & Υιοί Λίμιτεδ ν. Ονούφριος Παπασάββα Πολ. Εφ. Ε83/19 ημερ.14/01/2025 στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Alpha Panareti Public Ltd v. Α. Αράπη Πολ. Εφ. Ε125/19 ημερ. 15/11/2024 και συγκεκριμένα το ακόλουθο απόσπασμα:
«Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (βλ. K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd. (1995) 1 Α.Α.Δ. 309 και Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ.). Έχει δύο εκφάνσεις. Το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και το κώλυμα επίδικου θέματος (issue estoppel). Ανεξαρτήτως έκφανσης, για να πετύχει η επίκληση του κωλύματος θα πρέπει (α) η απόφαση στην προηγηθείσα διαδικασία να είναι τελεσίδικη, να υπάρχει (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων (βλ. Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011)1Γ Α.Α.Δ. 2166 , Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125).
Μια από τις θεμελιακές επί του ζητήματος αποφάσεις είναι η Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ. (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, 677 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«...δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί...».
Στην K.S.R. Commercio S.A. (ανωτέρω) καθορίστηκαν τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 312 είναι διαφωτιστικό:
«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα».
Δέστε επίσης Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58, Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Χωματένος v. Σταυρινού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2825.
Απαραίτητη και απαρέγκλιτη προϋπόθεση για επιτυχή επίκληση κωλύματος λόγω δεδικασμένου είναι να υπήρξε τελική απόφαση από Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, ασχέτως αν η απόφαση από την οποία προκύπτει το δεδικασμένο πάρθηκε μετά από ακρόαση ή κατόπιν συμφωνίας των μερών (βλ. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» v. Σοφοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 549). Η αρχή αυτή πηγάζει από τη θεμελιακή υπόθεση Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100, 67 ER 313 στην οποία ο Vice Chancellor, Sir James Wigram ανάφερε:
«where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a Court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter[s] which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the Court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.»
Αργότερα στην υπόθεση Thoday v Thoday [1964] 1 All ER 341 at 352, ο Δικαστής Diplock LJ ερμήνευσε το κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ως ακολούθως:
'[A cause of action estoppel] is that which prevents a party to an action from asserting or denying, as against the other party, the existence of a particular cause of action, the non-existence or existence of which has been determined by a court of competent jurisdiction in previous litigation between the same parties. If the cause of action was determined to exist, i.e., judgment was given on it, it is said to be merged in the judgment. If it was determined not to exist, the unsuccessful plaintiff can no longer assert that it does; he is estopped per rem judicatam. ».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Βλ. επίσης Ayoub Farid Michel Saab κ.α. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Πολ. Εφ.218/23 ημερ. 26/02/2026.
Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης στην Αγωγή Αρ. 10484/96 ότι ζητείτο διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης, το οποίο ως διαφαίνεται από την απόφαση εκδόθηκε. Σ’ εκείνη τη διαδικασία η Ενάγουσα είχε εκπροσωπηθεί από συνήγορο της επιλογής της, ο οποίος στη συνέχεια αποδέχθηκε την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Στην καταχωρισθείσα υπεράσπιση στην Αγωγή Αρ. 10484/96, στην παράγραφο 5 ο συνήγορος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό.
Διαπιστώνεται ότι η εκ συμφώνου απόφαση στην Αγωγή Αρ. 10484/96 είναι τελεσίδικη, ότι τα εμπλεκόμενα μέρη ήταν τα ίδια, ότι η ενάγουσα ήταν η τράπεζα η οποία είχε παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις στον σύζυγο της Ενάγουσας στην υπό κρίση αγωγή ενώ η ίδια ήταν η ενυπόθηκη οφειλέτης και ότι το επίδικο θέμα ήταν η μη αποπληρωμή των τραπεζικών διευκολύνσεων με την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος. Το συγκεκριμένο ενυπόθηκο κτήμα είναι το επίδικο θέμα και στην παρούσα Απαίτηση. Οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις οδηγούν στην κατάληξη ότι υπάρχει δεδικασμένο. Η Ενάγουσα θα μπορούσε να προωθήσει τη θέση ότι δεν υπέγραψε η ίδια το έγγραφο της Σύμβασης Υποθήκης στην προηγούμενη δικαστική διαδικασία αλλά δεν το έπραξε. Αντίθετα δέχθηκε απόφαση και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης.
Τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου το εξουσιοδοτούν να τερματίσει τη διαδικασία από αυτό το στάδιο. Ισχυροποίηση της θέσης του Δικαστηρίου παρέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το White Book 2021, παρα. 3.4.5, σελ.129:
«The court’s power to strike out abusive proceedings is often employed to give effect to principles relating to res judicata, a portmanteau term which is used to describe a number of different legal principles including cause of action estoppel (the prohibition on relitigating a cause of action held to exist (or not to exist)in earlier proceedings): issue estoppel (the prohibition on relitigating an issue decided in earlier proceedings even though in respect of a different cause of action; and the principle first formulated by Wigram VC in Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100, which precludes a party from raising in subsequent proceedings matters which were not, which were not, but could and should have been raised in the earlier ones ….».
Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Seele Austria GmbH Co v. Tokio Marine Europe Insurance Ltd [2009] EWCH 255 (TCC) είναι επίσης σχετικό:
«But at the same time, the court should be astute to prevent a claiming party from putting its case one way, thereby causing the other side to incur considerable expense, only for the claiming party to lose and then come up with a different way of putting the same case, so as to begin the process all over again. The Civil Procedure Rules are designed to avoid the litigation equivalent of death by a thousand cuts. I have no doubt that, on the basis of the facts as I have summarised them in Section D above, it would be wrong and unfair to allow the claimant in these proceedings to go back to square one and attempt to run a case which could and should have been raised years ago.».
Στην υπόθεση Johnson v. Gore Wood and Co (a Firm) [2002] 2 AC 1 o Λόρδος Bingham επαναδιατύπωσε τις ομοιότητες μεταξύ κωλύματος λόγω επίδικου θέματος και της κατάχρησης ως αυτή αποτυπώνεται στην Henderson ως ακολούθως :
«The underlying public interest is the same; but there should be finality in litigation and that a party should not be twice vexed in the same manner. This public interest is reinforced by the current emphasis on efficiency and economy in the context of litigation, in the interests of the parties and the public as a whole. The bringing of a claim or the raising of a defence in later proceedings may, without more, amount to abuse of the court is satisfied (the onus being on the party alleging abuse) that the claim or defence should have been raised in the earlier proceedings if it were to be raised at all. I would not accept that it is necessary, before abuse may be found, to identify any additional element such as a collateral attack on a previous decision or some dishonesty, but where those elements are present the later proceedings will be much more obviously abusive, and there will rarely be a finding of abuse unless the abuse proceedings involves what the court regards as unjust harassment of a party. It is however wrong to hold that because the matter could have been raised in earlier proceedings it should have been, so as to render the raising of it in later proceedings necessarily abusive. That is to adopt too dogmatic approach to what in my opinion should be broad merits-based judgment which takes account of the public and private interests involved and also takes account of all the facts of the case, focussing attention on the crucial question, whether, in all the circumstances, a party is misusing or abusing the process of the court by seeking to raise before it the issue which could have been raised before.».
Έχοντας κατά νου τις καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, στρεφόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνει ότι η έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στην Αγ. Αρ. 10484/1996 στις 22/05/1998 είναι παραδεκτό γεγονός καθώς και η έκδοση του διατάγματος πώλησης του περί ου ο λόγος ακινήτου με τη σύμφωνη γνώμη της Ενάγουσας. Προκύπτει επίσης ότι είχε προηγηθεί η καταχώριση υπεράσπισης εκ μέρους της Ενάγουσας σε εκείνη τη διαδικασία. Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε λόγος γιατί το 1998 δεν είχε προωθηθεί ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα δεν ήταν μέρος στη Σύμβαση Υποθήκης. Αντίθετα, προκύπτει ότι η Σύμβαση Υποθήκης είχε υπογραφτεί από τον σύζυγό της του οποίου η εξουσιοδότηση φαίνεται να μην αμφισβητείται αφού δεν υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η ενεργοποίηση του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι ανεξάρτητη και διακριτή από τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του διατάγματος πώλησης εκδοθέντος από το Δικαστήριο. Οπόταν η Εναγόμενη μπορούσε να προχωρήσει με όποια διαδικασία επιθυμούσε. Το άρθρο 44Α (2) του Ν.9/1965 διαλαμβάνει:
«2) Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.».
Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη ότι ο πρωταρχικός σκοπός περιλαμβάνει την προώθηση και εκδίκαση των νομικών και ουσιαστικών ζητημάτων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος θεωρεί ότι η ανάλωση χρόνου και πόρων του Δικαστηρίου για την επίλυση θεμάτων που έχουν επιλυθεί και καθοριστεί από τα εμπλεκόμενα Μέρη με δική τους συμφωνία η οποία έχει μετουσιωθεί σε εκ συμφώνου απόφαση δεν εξυπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό. Προφανώς η Ενάγουσα έχει αλλάξει γνώμη μετά την πάροδο 28 ετών. Το να της επιτραπεί μια νέα δικαστική μάχη επι των ίδιων γεγονότων θα καταστρατηγούσε το γράμμα και το πνεύμα των νέων Θεσμών που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ταχείας και αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης και την κατανομή σ’ αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις.
Αποδοχή των ισχυρισμών της Ενάγουσας χωρίς ίχνος δικογράφησης που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας γενικός ισχυρισμός να δικάζονται εκ νέου νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εκ συμφώνου απόφαση στην Αγωγή Αρ. 10484/1998 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας συνιστά δεδικασμένο και ότι η Ενάγουσα κωλύεται στην συνέχιση της προώθησης της Απαίτησης. Ως εκ τούτου η Απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο .
(Υπ.)………………………….
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο