ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED, Αίτηση/Έφεση αρ.: 18/2026, 9/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED, Αίτηση/Έφεση αρ.: 18/2026, 9/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.

Αίτηση/Έφεση αρ.: 18/2026

 

 

Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) και τις τροποποιήσεις του και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.224 και τις τροποποιήσεις του

 

Μεταξύ :

1.ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΑΔΤ. [ ]), [ ], 91, [ ] Αμμόχωστος

2.ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΤΕΚΑ (ΑΔΤ. [ ]) [ ], 91, [ ] Αμμόχωστος

                                                              Αιτητές/Εφεσείοντες

-και-

DELTA CREDIT PURCHASER LIMITED (HE464614), Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, 2-4, CAPITAL CENTER, 1065 ΛΕΥΚΩΣΙΑ

                                                          Καθ’ ης η αίτηση/Εφεσίβλητη

 

---------------------

 

Ημερομηνία : 9  Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις :

Για τους εφεσείοντες / αιτητές: Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ.

Για εφεσίβλητη / καθ’ ης η αίτηση:  Πανάγος & Παναγός ΔΕΠΕ.

 

 

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση έφεση, ημερομηνίας 20.2.2026 με την οποία οι εφεσείοντες/αιτητές ζητούν την ακύρωση ή παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ ημερομηνίας  31.7.25.

 

Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται κυρίως επί των άρθρων 2, 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 27, 36-38, 40-42, 44Α έως και 44ΚΖ και τα Παραρτήματα αυτών, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015(Κ.Δ.Π. 185/2015} και/ή σε οποιονδήποτε μεταγενέστερα εκδοθέν σχετικό κανονισμό, στα άρθρα, 2 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) ως αυτός ετροποποιήθη, στους κανονισμούς 1-18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στον περί Πωλήσεως Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (Ν.1/1994), στη Δ.39, Δ.48 θθ. 1-13.

 

Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται  14   λόγοι έφεσης. Κατά την ακρόαση η έφεση περιορίστηκε μόνο σε δυο βασικούς λόγους, ήτοι στο ότι η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ είναι πρόωρη γιατί δεν στάλθηκε εκ νέου νέα ειδοποίηση τύπου Ι, και 2 ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση τύπου Ι είναι ελλιπής.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή 1. Σύμφωνα με τον ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση, η διαδικασία πλειστηριασμού ξεκίνησε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, οπόταν και εκδόθηκε ειδοποίηση τύπου Ι περί τις 19.07.24. Ακολούθως εκδόθηκε ειδοποίηση τύπου ΙΑ εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η αίτηση έφεση με αριθμό 16/25. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν να ακυρώσουν τον πλειστηριασμό. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, τη σχετική επικοινωνία στο σύστημα ijustice. Παρά ταύτα η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε με την επίδοση ειδοποίησης τύπου ΙΑ χωρίς προηγουμένως να επιδώσει εκ νέου ειδοποίηση τύπου Ι.

 

Η καθ’ ης η αίτηση – εφεσίβλητη κατέθεσε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην οποία προβάλλονται 16 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι ορθή και νομότυπη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Α. Αλεξάνδρου υπαλλήλου της καθ’ ης η αίτηση όπου αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης.

 

Διαδικασία - Γεγονότα

 

Σύμφωνα με το άρθρο 44 ΙΓ σε Αιτήσεις -Εφέσεις που υποβάλλονται υπό το άρθρο VIA του περί Μεταβίβασης & Υποθήκευσης Νόμου 9/1965 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι Διατάξεις των άρθρων 80  και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου κεφ 224. Οι Αιτήσεις- Εφέσεις υπό το άρθρο 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ 224 διέπονται από τους περί ακίνητης ιδιοκτησίας κανονισμούς Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς. Το άρθρο 10 των πιο πάνω κανονισμών προνοεί ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας.

 

Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων.

 

Περαιτέρω αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι είναι επιτρεπτή η εξαγωγή ευρημάτων επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 και Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040. Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αξιολόγησης επί γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ξεκίνησε τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Επιπλέον αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και επέδωσε δεόντως ειδοποίηση τύπου Ι, ημερομηνίας 19.7.2024. Ακολούθως εξέδωσε και επέδωσε δεόντως ειδοποίηση τύπου ΙΑ με την οποία οριζόταν ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 31η.3.2025. Οι εφεσείοντες – αιτητές καταχώρησαν αίτηση - έφεση εναντίον της πιο πάνω ειδοποίησης. Στις 26.3.2026 σύμφωνα με το πρακτικό τoυ Δικαστηρίου η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, ένεκα ακύρωσης της ημερομηνίας πλειστηριασμού.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω ικανών και εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων προώθησαν  ο κάθε ένας τη θέση του. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφορά θα γίνει σε αυτές όπου χρειαστεί κατωτέρω.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης.

 

Νομική Πτυχή

 

Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν προωθηθεί 2 βασικοί λόγοι έφεσης. Ειδικότερα, η πλευρά των εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπου ΙΑ είναι πρόωρη επειδή οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να αποστείλουν νέα ειδοποίηση τύπου Ι. Επίσης εισηγήθηκαν ότι η ειδοποίηση τύπου Ι δεν δίνει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο υπολογισμού του κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού.

 

Προτού προχωρήσω με την κρίση επί των εγειρόμενων ζητημάτων κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στη διαδικασία εκποίησης και στη φύση των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ στον βαθμό που είναι σχετικός με τα επίδικα στην παρούσα.

 

Ως προς τη διαδικασία εκποίησης ενός ακινήτου, παραπέμπω στην απόφαση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Πρόκειται για τη διαδικασία που έχει εισαχθεί  με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 (Ν.142(Ι)/2014) που αφορά στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η διαδικασία εκποίησης υποθήκης δυνάμει των προνοιών  του Μέρους VIA των Νόμων άρχεται με την επίδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «Ι». Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδώσει  ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερομένου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ(3) το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» εντός 30 ημερών[1] από την παραλαβή της και σε αυτό αναφέρονται εξαντλητικά οι λόγοι για τους οποίους η ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί».

 

Ενώ ως προς τη φύση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ), τέθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ δεν είναι μια απλή ενημερωτική ειδοποίηση, που δεν θα έχει σημασία εφόσον η σκοπούμενη πώληση για την οποία ενημερώνει έχει χρονικά παρέλθει. Είναι μια ειδοποίηση που συνιστά προϋπόθεση κατά τους Νόμους ώστε να λάβει χώρα πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και που παραμερίζεται κάτω από εξαντλητικά αναφερόμενες στους Νόμους περιστάσεις, και που εφόσον παραμεριστεί εκτροχιάζει την διαδικασία της πώλησης.»

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μάριος Έλληνα ν. Eurobank Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 255/2019, ημερομηνίας 19.2.2026, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

“Η ουσία των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ είναι να γνωστοποιείται στον Οφειλέτη το ποσό που αυτός πρέπει να καταβάλει ώστε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Θεωρούμε ότι ο τρόπος διατύπωσης του οφειλόμενου ποσού επί της επίδικης Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ είναι αρκούντως σαφής ώστε να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65. Εξάλλου, τόσο το ποσό του τόκου όσο και των εξόδων είναι μεταβαλλόμενο και άρα οποιαδήποτε καταγραφή συγκεκριμένου ποσού θα καθίστατο ανακριβής, ενδεχομένως ακόμη και από μέρα σε μέρα.”

 

Έχοντας σκιαγραφήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού προχωρώ με την εξέταση των ενώπιον μου ζητημάτων.

 

Ως έχει τεθεί ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 44Γ (3) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, ως έχει τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα :

 

(3) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο (2) να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:

 

(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙

 

(γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ(1) του Νόμου με την ειδοποίηση τύπου Ι θα πρέπει να τίθεται προθεσμία όχι μικρότερη των 45 ημερών για συμμόρφωση. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ(2) σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης τύπου Ι ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει την ειδοποίηση τύπου ΙΑ.

 

Είναι προφανές ότι προϋπόθεση για τη νομότυπη έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τύπου ΙΑ είναι το να παρέλθουν 45 ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης τύπου Ι. Συνεπώς, εάν για οποιοδήποτε λόγο η ειδοποίηση τύπου Ι ή η επίδοσή της δεν είναι έγκυρη δεν μπορεί να ξεκινά να προσμετρά η προθεσμία των 45 ημερών και ως εκ τούτου τυχόν ειδοποίηση τύπου ΙΑ αποστέλλεται πριν τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας.

 

Υπό αυτή την έννοια μπορούν να εξεταστούν τυχόν πλημμέλειες στη διαδικασία επίδοσης της ειδοποίησης τύπου Ι.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υποστηρίζεται πως δεν στάλθηκε η ειδοποίηση τύπος Ι. Αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι, επειδή ακυρώθηκε η προηγούμενη ημερομηνία πλειστηριασμού θα έπρεπε να σταλεί εκ νέου ειδοποίηση τύπου Ι και η προθεσμία των 45 ημερών θα ξεκινούσε να μέτρα από την επίδοση της δεύτερης ειδοποίησης τύπου Ι.

 

Το ζήτημα απαιτεί εξέταση της φύσης της ειδοποίησης τύπου Ι. Όπως προκύπτει από το άρθρο 44 Γ (1) του Νόμου η ειδοποίηση τύπου Ι αποτελεί ειδοποίηση μεσώ της οποίας ο ενυπόθηκος πιστωτής ενημερώνει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού και τον καλεί σε εξόφληση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προωθείται η διαδικασία και ορίζεται ημερομηνία πλειστηριασμού.

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι σκοπός της ειδοποίησης τύπου Ι είναι να γνωστοποιείται στον οφειλέτη το ποσό που αυτός πρέπει να καταβάλει, ώστε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός και η συνακόλουθη παροχή της δυνατότητας στον ενυπόθηκο οφειλέτη να διευθετήσει την οφειλή του.

 

Περαιτέρω, ως προς τις συνέπειες ακύρωσης ή αναστολής της ημερομηνίας πλειστηριασμού διαφωτιστική είναι η απόφαση  Alpha Bank Cyprus Ltd (Αρ. 2) (2016) 1 ΑΑΔ 2421, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ο ορισμός του πλειστηριασμού για πώληση σε συγκεκριμένη ημέρα και η εκ των πραγμάτων, λόγω της έκδοσης του διατάγματος, μη διεξαγωγή του την ημέρα αυτή δεν θεωρώ ότι λειτουργεί ως αναιρετικό της όλης διαδικασίας που έχουν αρχίσει οι αιτητές δυνάμει του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί αφού εάν η αίτηση των εναγομένων τελικά δεν πείσει το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα την ακύρωση του διατάγματος, αυτό δύναται ευχερώς να οδηγήσει σε νέα ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Δεν έχω πεισθεί ότι ο ορισμός της ημερομηνίας αυτός καθ' εαυτός αποτελεί την όλη διαδικασία πλειστηριασμού. Εκ των ιδίων των προνοιών του Άρθρου 44 και επόμενα (Ν.9/1965) προκύπτει ότι η ημερομηνία πώλησης είναι ένα μέρος του πλειστηριασμού και δεν αντιστοιχεί εννοιολογικά με την όλη διαδικασία.»

 

Σημειώνω ότι το λεκτικό του άρθρου 44 Γ (1) δεν έχει μεταβληθεί από την ημερομηνία έκδοσης της πιο πάνω απόφασης.

 

Αφ’ ης στιγμής η ημερομηνία πλειστηριασμού είναι απλώς ένα μόνο μέρος του πλειστηριασμού και δεν αντιστοιχεί εννοιολογικά με την όλη διαδικασία, έπεται ότι η ακύρωσή ή η ματαίωση του δεν ακυρώνει την προηγηθείσα  διαδικασία. Επίσης, ούτε μπορεί να αναπτυχθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από την πρόνοια του ότι για την ειδοποίηση τύπου Θ προβλέπεται η αποστολή της μόνο μια φορά. Κατά την κρίση του παρόντος του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, επειδή για την ειδοποίηση τύπου Ι δεν προνοείται η αποστολή μόνο μια φορά, θα πρέπει να αποστέλλεται κάθε φορά καινούργια.  Η ειδοποίηση τύπου Θ είναι ενημερωτική για την υπερημερία. Η ειδοποίηση τύπου Ι έχει ως σκοπό τη συμμόρφωση με το οφειλόμενο ποσό. Όπως δεν χρειάζεται κανείς να ενημερωθεί δυο φόρες για την υπερημερία, έτσι δεν χρειάζεται να ενημερωθεί δυο φορές για την ύπαρξη του χρέους. Περαιτέρω,  εννοιολογικά η μη συμμόρφωση διαπιστώνεται, όταν αυτή προκύψει και δεν χρειάζεται να διαπιστωθεί δεύτερη φόρα. Έτσι, δεν απαιτείται να δίδονται συνέχεις ή επανειλημμένες ή επαναλαμβανόμενες ευκαιρίες να διαπιστωθεί αυτό που έχει ήδη διαπιστωθεί. Άλλωστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης μετά την τυχόν ακύρωση του πλειστηριασμού δεν εμποδίζεται να συμμορφωθεί και δεν χρειάζεται ξανά ειδική επιστολή για να το πράξει ή ειδική πρόσκληση για να αποταθεί προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη για σκοπούς διευθέτησης του χρέους.

 

Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης που άπτονται του πιο πάνω ζητήματος απορρίπτονται.

 

Προχωρώ με την εξέταση του λόγου έφεσης που έγκειται στον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση τύπου Ι είναι ελλιπής. Το σχετικό επιχείρημα περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι η επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού είναι ελλιπής και δεν μπορεί να υπολογιστεί το ενυπόθηκο χρέος. Δεν υπάρχει εισήγηση ότι δεν ετέθη κατάσταση λογαριασμού. Από τη μελέτη της ειδοποίησης τύπου Ι προκύπτει ότι αυτή καταγράφει ρητά το ποσό που οφείλεται τους τόκους και ότι το χρέος προκύπτει από τη δικαστική απόφαση.

 

Ως προκύπτει από το άρθρο 44Γ(1) του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει επιδώσει έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο Ι του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού. Περαιτέρω στο Δεύτερο Παράρτημα στο σημείο του τύπου Ι καταγράφεται η αναφορά ότι ο παραλήπτης σε περίπτωση που διαφωνεί με το ποσό που καταγραφεί η ειδοποίηση θα πρέπει να αποταθεί στον ενυπόθηκο δανειστή. Επιπλέον δεν προκύπτει από τον Νόμο να υφίσταται υποχρέωση επισύναψης λεπτομερούς κατάστασης λογαριασμού. Σε περίπτωση όμως που διαφωνεί ο παραλήπτης της επιστολής μπορεί να αποταθεί στον ενυπόθηκο δανειστή.

 

Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση η ειδοποίηση τύπου Ι περιλάμβανε κατάσταση λογαριασμού και την σημείωση ότι εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης διαφωνεί μπορεί να αποταθεί στον ενυπόθηκο δανειστή. Οι αιτητές δεν αποτάθηκαν στον πιστωτή με σκοπό την έγερση διαφωνίας ή την επίλυσή της. Επομένως δεν μπορούν στο στάδιο αυτό να ισχυρίζονται ότι πάσχει η επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού ή ότι η ειδοποίηση τύπου Ι πάσχει και ως εκ τούτου δεν έχει ξεκινήσει να μετρά η προθεσμία των 45 ημερών.

 

Άλλωστε, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απόφαση επί του θέματος, σκοπός της ειδοποίησης τύπου Ι  είναι να γνωστοποιείται στον οφειλέτη το ποσό που αυτός πρέπει να καταβάλει και ότι τόσο το ποσό του τόκου όσο και των εξόδων είναι μεταβαλλόμενο και άρα οποιαδήποτε καταγραφή συγκεκριμένου ποσού θα καθίστατο ανακριβής, ενδεχομένως ακόμη και από μέρα σε μέρα. ( βλ. Έλληνας ν. Eurobank Ltd κ.ά, ( ανωτέρω)).

 

Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι ο ενυπόθηκος πιστωτής έχει υποχρέωση λεπτομερούς καταγραφής του οφειλόμενου ποσού. Αρκεί να παρέχονται τα απαιτούμενα δεδομένα ώστε να γνωστοποιείται στον οφειλέτη το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, ώστε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση τα όσα καταγράφει η επίδικη ειδοποίηση τύπος Ι επαρκούν για να ικανοποιηθεί το ζητούμενο που θέτει η νομολογία, ήτοι το να γνωστοποιείται στον οφειλέτη το ποσό που αυτός πρέπει να καταβάλει ώστε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός.

 

 

Επομένως η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτησης και εναντίον των αιτητών ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

   (Υπ.)……………….……….…….

Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. 

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο