ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ:
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ
Αρ. Αγωγής: 362/21
Μεταξύ:
- SMOOLAND PROPERTIES LIMITED, HE 283717, Οδός Ελένης Παλαιολογίνας & Αθηνών 17, 3040 Λεμεσός, Κύπρος
- LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED, HE 11553, Λεωφόρος Λεμεσού 11, 2112 Λευκωσία, Κύπρος
εναγόντων
-και-
1. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, 5310 Παραλίμνι, Επαρχία Αμμοχώστου, Κύπρος
2. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Οδός Αντώνη Παπαδόπουλου 13, 5315 Παραλίμνι, Επαρχία Αμμοχώστου, Κύπρος
3. ΕΠΑΡΧΟΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου, Οδός Σωτήρας 71, 5286 Παραλίμνι, Επαρχία Αμμοχώστου, Κύπρος
4. ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Λεωφόρος Κέννεντυ 100-110, Παλλουριώτισσα, 1047 Λευκωσία, μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Λευκωσία
5. ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ, Λεωφόρος Στροβόλου 165, 2048 Στρόβολος, Λευκωσία, μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Λευκωσία
6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Οδός Απελλή, Λευκωσία
εναγομένων
Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: Κος Τ. Κουκούνης για Αντρέας Κουκούνης και Σια ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενο 1: Κα Κ. Φελλά για Γ. Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ και για Χάρη Κυριακίδη
Για Εναγόμενο 2: Κος Ν. Λαζάρου για Αντώνης Κ. Καράς ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενους 3 – 6: Κος Π. Σελίπας
Ενδιάμεση Απόφαση
(Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 20.11.2025)
Εισαγωγή
Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δια της προσθήκης λεπτομερειών ειδικών ζημιών στην έκθεσης απαίτησης. Επίσης ζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής.
Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, Δ.20 Θ.1 – 5, Δ.9 Θ.1 – 13, Δ.12 Θ.1.10, Δ.21 Θ.1 – 15, Δ.25 Θ.1 (1) (2) (3), 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, Δ.39 Θ. 1-21, Άρθρο 30, παράγραφοι 1, 2 και 3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, στον περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο του 2022, Ν. 37(Ι)/2022, άρθρα 1, 2, 3, 4-100, 101 (1) (2) (3) (4) (5) (6), καθώς επίσης στη νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Α. Σιαμιλά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Στην ένορκη δήλωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 την έκθεση ζημιών. Επεξηγεί ότι η ανάγκη τροποποίησης, προέκυψε στις 16.10.25 όπου σε άλλη αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δεν επιτράπηκε προσκόμιση μαρτυρίας για τον λόγο ότι οι λεπτομέρειες ειδικών ζημιών δεν είχαν δικογραφηθεί με λεπτομέρεια. Κατά την ομνύουσα, στην υπό κρίση υπόθεση η μη δικογράφηση με σαφήνεια των λεπτομερειών ειδικών ζημιών προκύπτει από καλόπιστο λάθος, αφού κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης, οι συνήγοροι των εναγόντων τελούσαν υπό τη λανθασμένη εντύπωση ότι η καταγραφή γενικά των ζημιών, ήταν επαρκής δικογράφηση.
Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε γραπτή ειδοποίηση ένστασης, η οποία περιορίστηκε ως προς το αιτητικό Α1 της αίτησης, αφού όπως προκύπτει από την γραπτή ένσταση αναφορικά με τα αιτητικά Α 2 και 3 δεν υπάρχει ένσταση. Η ένσταση περιορίστηκε στο ζήτημα της προσθήκης λεπτομερειών ειδικών ζημιών. Κατά τον εναγόμενο 1, η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και η αίτηση είναι καταχρηστική.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μ. Βασιλείου υπαλλήλου του εναγομένου 1. Η ομνύουσα στην ένορκή της δήλωση αναπτύσσει του λόγους ένστασης.
Οι υπόλοιποι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν γραπτή ένσταση και υιοθέτησαν τις θέσεις του εναγόμενου 1.
Εισηγήσεις των διαδίκων:
Ευθύς εξ αρχής σημειώνω πως το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν καταχώρησαν γραπτή ένσταση δεν τους στερούσε το δικαίωμα να αγορεύσουν ως προς τη βασιμότητα της υπό κρίση αίτησης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd και Άλλοι ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2013) 1 ΑΑΔ 745 και στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 741.
Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και ούτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι συνήγοροι των εναγόμενων 2 - 6 υιοθέτησαν τους λόγους ένστασης που ήγειρε ο εναγόμενος 1 και υιοθέτησαν τις εισηγήσεις της κα Φελλά.
Έτσι, λοιπόν, κατά την ακρόαση και οι διάδικες πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.
Ο κύριος Κουκούνης εκ μέρους των εναγόντων, επανέλαβε ότι η αίτηση προέκυψε λόγο καλόπιστου λάθους στην σύνταξη της δικογραφίας και η αξίωση για επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων είχε τεθεί εξαρχής χωρίς την παράθεση λεπτομερειών.
Στον αντίποδα η κυρία Φελλά, με την εμπεριστατωμένη αγόρευση της, εισηγήθηκε ότι δεν πρόκειται για καλόπιστο λάθος.
Νομική πτυχή
Τονίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.3. Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και τις τρεις κρίσιμες διατάξεις της νέας Διαταγής 25.
Η Δ.25 θ.θ. 1, 2 και 3 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
1. (1) Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2) Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι, στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ’ εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου.
Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση.
Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς η νέα Διαταγή 25 θ.3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί πλήρως η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, αφού το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.3 διαφοροποιείται ουσιωδώς από το λεκτικό της προηγούμενης Διαταγής 25.
Άλλωστε ως έχει νομολογηθεί, η νομολογία που διαπλάθηκε στο πλαίσιο της παλαιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση αιτήσεων υπό τη Δ.25.θ.3, αφού οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ ν. C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση αρ. Ε99/2022, ημερομηνίας 3.10.2025.
Επομένως, κρίσιμο στην υπό συζήτηση υπόθεση είναι να διαπιστωθεί το κατά πόσο η παρούσα υπόθεση εμπίπτει σε μια εκ των δυο εξαιρέσεων που καθιερώνει η Δ.25 θ.3, ώστε να είναι εφικτή η τροποποίηση.
Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 θ.3, η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Έτσι, η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας.
Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority (1963) 2C.L.R. 429, Γεωργίου v. Total Properties Ltd (2011) 1B 1358, Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 και Ηλία ν. Ευτυχίου Πολιτική Έφεση 291/16, ημερομηνίας 30.9.2025.
Στην υπό εξέταση δικονομική Διάταξη το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ.3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση ή εξ οιασδήποτε αίτιας δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε λάθος που προκύπτει στη σύνταξη της δικογραφίας.
H σχέση καλόπιστου λάθους και παράλειψης δικογράφησης ισχυρισμών έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΜΟΝΟΚΟ (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. ……………………………………………………………………………….
οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»
Τελος στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η εκεί προτεινομένη τροποποίηση συνιστούσε ουσιαστικά διευκρίνιση ήδη προβληθέντων ισυρισμών. Υπο αυτό το πρίσμα κρίθηκε ότι αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε από καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους δεν εκτείνεται με τρόπο που να καλύπτει νέους ισχυρισμούς. Όμως εκεί όπου ο προτεινόμενος ισχυρισμός συνιστά διευκρίνιση ήδη προβληθέντων ισχυρισμών μπορεί, αναλόγως των περιστάσεων κάθε υπόθεσης, να επιτραπεί, εάν η μη προβολή τους προέκυψε ένεκα καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας.
Στην υπό κρίση υπόθεση με την έκθεση απαίτησης αξιώνονται ειδικές αποζημιώσεις. Ειδικότερα, στις σελίδες 37 και 38 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών. Όμως στο αρχικό δικόγραφο δεν έχει καταγραφεί με λεπτομέρεια ένα έκαστο εκ των αξιούμενων κονδυλίων. Ταυτόχρονα, είναι εμφανές ότι το ποσό που αξιώνεται είναι το ποσό που προκύπτει από τα κονδύλια της αιτουμένης τροποποίησης. Παράλληλα, στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης επιφυλάσσεται το δικαίωμα των εναγόντων να παρουσιάσουν την έκθεση η οποία περιλαμβάνει αυτούσια τα κονδύλια που επιχειρείται η προσθήκη τους, ως λεπτομέρειες ειδικών ζημιών.
Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώεκται η προσθήκη νέα βάσης αγωγής ή νέων ισχυρισμών, αλλά η διευκρίνηση και η παροχή λεπτομερείων αναφορικά με ζημίες που αξιωνόνται ήδη από τους ενάγοντες. Απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο η μη συμεριλήψή τους από την αρχή οφείλεται σε καλόπιστο λάθος.
Σύμφωνα με την ομνύουσα το λάθος εμφιλοχώρησε λόγω της νομικής άποψης που είχαν οι δικηγόροι που συνέταξαν την έκθεση απαίτησης. Το λάθος έγινε αντιληπτό με την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης κατά την διάρκεια της ακρόασης της αγωγής 1693/17 του Ε/Δ Λάρνακος. Εκεί δεν έγινε αποδεκτή η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με κατ’ ισχυρισμόν ειδικές ζημίες που η ύπαρξη τους δικογραφήθηκε με τρόπο ταυτόσημο με την παρούσα αγωγή. Τότε έγινε αντιληπτή η λάθος νομική θέση που είχαν περί της έκτασης των λεπτομερειών δικογράφησης των ειδικών αποζημιώσεων. Το γεγονός ότι και σε άλλες υποθέσεις οι συνήγοροι των εναγόντων δικογράφησαν με ταυτόσημο τρόπο τις αξιούμενες ειδικές ζημίες και επέμειναν στην ορθότητα του τρόπου αυτού, μέχρι που εκδόθηκε απόφαση περί του αντιθέτου, δεικνύει το καλόπιστου του πράγματος. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε λόγω καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας.
Συνακόλουθα, η αίτηση μπορεί να εγκριθεί. Ως προς τα έξοδα, επειδή η γενεσιουργός αιτία των εξόδων ήταν η επιλογή των εναγόντων να μην δικογραφήσουν επαρκώς τις αξιούμενες ειδικές ζημίες, κρίνω ότι τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κατάληξη
Η αιτούμενη τροποποίηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α 1,2 και 3 της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και τα σπαταληθέντα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων / καθ’ ων η αίτηση ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
(Υπ.)……………….……….…….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο