ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΑ ν. BLUCHE IMPORT-EXPORT TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 590/17, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΑ ν. BLUCHE IMPORT-EXPORT TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 590/17, 30/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: M. Χριστοδούλου ΑΕΔ.

 

                                                                                               Αρ. Αγωγής: 590/17

 

Μεταξύ:

 

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΑ

                                                                                                  ενάγοντας

 

                                    -και-

 

 

BLUCHE IMPORT-EXPORT TRADING LIMITED,

                                                                                                        εναγόμενη

 

Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντα: Κα Δ. Χατζηδημήτρη με Ν. Λαζάρου, για Αντώνης Κ. Καράς ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη: Κος Χ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη ΔΕΠΕ

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της συμφωνίας εργοδότησης που είχαν τα μέρη.

 

Δικογραφημένοι ισχυρισμοί

 

Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα  περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670.

Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησής του, ισχυρίστηκε ότι περί τις 14.05.17 καταρτίστηκε γραπτή σύμβαση εργοδότησης με την εναγόμενη εταιρεία. Στη σύμβαση προνοείτο ότι σε περίπτωση που αυτή τερματιζόταν εξ υπαιτιότητας οποιουδήποτε εκ των συμβαλλομένων, η εναγόμενη θα όφειλε να καταβάλει αποζημίωση € 4.200 στον ενάγοντα. Περαιτέρω, η εναγόμενη θα καλύπτεται τα έξοδα διαμονής και διατροφής του ενάγοντος. Ο ενάγων στη βάση των όσων συμφωνήθηκαν, ενοικίασε διαμέρισμα στην Επαρχία Αμμοχώστου, για το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως και προκατάβαλε το ένοικο για 5 μήνες. Περί τις 12.06.17, η πλευρά της εναγόμενης τερμάτισε την επίδικη σύμβαση εργοδότησης.  Ο ενάγων αξίωνε το ποσό των € 4.200 ως ανωτέρω ανέφερε πλέον αποζημιώσεις για τα ενοίκια που κατ’ ισχυρισμό κατέβαλε. Τέλος αξίωσε αποζημιώσεις ύψους € 500 για τον χρόνο που παρέμεινε εκτός εργασίας.

Η εναγόμενη στην έκθεση υπεράσπισής της αποδέχθηκε ότι συμφώνησε να εργοδοτήσει τον ενάγοντα. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι ο ενάγων παραιτήθηκε ή αποχώρισε οικειοθελώς και αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα.

Είναι προφανές από τα δικόγραφα ότι το πρώτιστο που πρέπει να αποφασιστεί είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες έληξε η επίδικη σύμβαση. Σημειώνεται επίσης ότι ο ενάγων κατά την ακρόαση περιόρισε την αξίωσή του μόνο σε όσες ζημίες πράγματι υπέστη και δεν επέμεινε στο ποσό των € 4.200.

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.

 

Μαρτυρία

Ο ενάγων προς απόδειξη της υπόθεσης του, κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε επιπλέον ένα μάρτυρα.

Ο ενάγων κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η δήλωσή του κατατέθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης εργοδότησης. Κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 1, συμβόλαιο εργασίας. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι ενοικίασε διαμέρισμα στο Λιοπέτρι προπληρώνοντας το ενοίκιο για 5 μήνες. Κατέθεσε σχετικά ενοικιαστήριο έγγραφο ως τεκμήριο 2. Ήταν η θέση του, ότι η σύμβαση εργοδότησής τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης εταιρείας. Κατά τον ίδιο, κατά τις 12.06.17 συναντήθηκε με τη διευθύντρια της εναγόμενης από την οποία παρέλαβε επιταγή ύψους 890 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στον μισθό του για τις 12 μέρες που εργάστηκε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3, βεβαίωση ότι υπέβαλε παράπονο εναντίον της εναγόμενης στις 13.06.17. Κατά τη θέση του, κατόπιν συμβουλής της λειτουργού του γραφείου εργασίας κατέγραψε τα γεγονότα ως συνέβησαν τότε. Αναφέρθηκε τέλος, στις ζημίες που κατ’ ισχυρισμό υπέστη. Τέλος κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 19.06.17 με την οποία αξίωνε, μέσω του δικηγόρου του, αποζημιώσεις από την εναγόμενη εταιρεία, ως τεκμήριο 4.

Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, χαρακτηρίζοντας το ως ένα απλό εξώδικο πριν την αγωγή. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 5, ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 01.02.17 σε σχέση με ενοικίαση διαμερίσματος για ένα έτος στα Λατσιά της Επαρχίας Λευκωσίας. Δέχθηκε ότι στις 16.06.17, ξεκίνησε να εργάζεται σε ξενοδοχείο στον Πρωταρά. Αναφέρθηκε επίσης, στις συνθήκες που κατά τη θέση του ενοικίασε διαμέρισμα στο Λιοπέτρι. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες εργασίας του στην εναγόμενη εταιρεία και στην υπογραφή της σύμβασης εργοδότησης καθώς και στην διάρκεια αυτής. Επιπλέον, κατατέθηκε αντίγραφο του συμβολαίου εργοδότησης του ως τεκμήριο 6, το οποίο έφερε ως ημερομηνία ολοκλήρωσης της εργοδότησης του την 31.10.17. Παράλληλα, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει το συμβόλαιο που υπέγραψε με τον επόμενο του εργοδότη, ούτε είχε στην κατοχή του τις αποδείξεις πληρωμής των μισθών που λάμβανε.

Κατά την επαναξέτασή του περιόρισε την αξίωσή του δεχόμενος ότι η σύβαση εργοδότησης θα έληγε στις 31.10.2017. Ειδικότερα, περιόρισε την απαίτηση του σε ζημίες που κατ’ ισχυρισμόν προέκυψαν από την 01.6.17 – 31.10.17.

Επόμενος μάρτυρας για τον ενάγοντα, ήταν ο Ορέστης Μέσσιος, λειτουργός του τμήματος εργασιακών σχέσεων στη Λευκωσία, ως ΜΕ 1. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ενάγων υπέβαλε παράπονο στο τμήμα τους αναφορικά με την εργοδότησή του στην εναγόμενη. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο ενάγοντας, δήλωσε ότι δεν θα προχωρήσει και θα διορίσει δικό του δικηγόρο.

Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι ήταν επιλογή του ενάγοντα να μην προχωρήσει το παράπονο και να προχωρήσει την υπόθεση μέσω δικηγόρου. Δέχτηκε ότι δεν ανοίχτηκε φάκελος για την υπόθεση.

Για την πλευρά της εναγόμενης κατέθεσε η Λουΐζα Τσολάκη, διευθύντρια της εναγόμενης, ως ΜΥ1. Η μάρτυρας γραπτή δήλωση, η οποία  σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στη συνεργασία που είχε η εναγόμενη με τον ενάγοντα και στην υπογραφή της σύμβασης εργοδότησης. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες που έκανε για να εντοπίσει διαμονή σε σχέση με τον ενάγοντα. Ήτα η θέση της ότι ο ενάγοντας αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.

Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε στις σπουδές και την εμπειρία της στον κλάδο της εστίασης. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην εργασιακή σχέση που είχε με τον ενάγοντα. Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη προσέφερε στον ενάγοντα κατάλληλη διαμονή την οποία αρνήθηκε ο ενάγοντας. Επέμεινε ότι ο ενάγοντας παραιτήθηκε οικειοθελώς και ότι ουδέποτε της είχε αναφέρει οποιοδήποτε παράπονο προηγουμένως. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι υπέγραψε την επίδικη σύμβαση αφελώς. Παράλληλα, σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι την υπέγραψε κατόπιν εξαναγκασμού.

 

Εισηγήσεις των Διαδίκων

 

Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του.

Η κα Χατζηδήμητρη εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την αξίωσή του. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι η ρήτρα για καταβολή του ποσού των € 4.200 συνιστά γνήσιο προκαθορισμό της ζημίας και επενεργεί ως όριο στην έκταση των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγων.

Στον αντίποδα ο κ. Χριστάκη εισηγήθηκε ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει το θεμελιακό γεγονός του τερματισμού της επίδικης συμβάσης εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης. Επίσης εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωσή του.

 

Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διάδικων

 

Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη μπορεί να προκύψει από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στις αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 ΑΑΔ 1874 και Παρλάτα ν. Δημητρίου (2014) 1 ΑΑΔ 994. Περαιτέρω, παραδοχή μπορεί να προκύψει και από δήλωσες συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιαδή & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση 2014, σελ. 280. Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 Θ.11, σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παρλάτα  ν. Δημητρίου ( ανωτέρω).

Πέραν, όμως, από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων  κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες  εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040.  Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αξιολόγησης επί γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.

Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα δικόγραφα προκύπτει ότι είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι συνομολόγησαν γραπτή συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 14.5.2017. Η συνεργασία θα ξεκινούσε την 1η. 6.2017. Ο μισθός του ενάγοντα καθορίστηκε στο ποσό των € 2.100 μηνιαίως. Ο ενάγων θα εργοδοτείτο ως μάγειρας σε εστιατόριο που διαχειριζόταν η εναγόμενη. Έκαστος εκ των συμβαλλομένων θα μπορούσε να τερματίσει τη σύμβαση δίδοντας προειδοποίηση 30 ημερών στο άλλον συμβαλλόμενο. Σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης από οποιαδήποτε πλευρά πριν τη λήξη της η εναγόμενη υποχρεούτο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό ίσο με δυο μισθούς και συγκεκριμένα το ποσό των € 4.200. Στη βάση της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγων εργάστηκε στην υπηρεσία της εναγόμενης για περίοδο 12 ημερών. Ο ενάγων πληρώθηκε για τις 12 ημέρες που εργάστηκε. Στις 12.6.2017 ο ενάγων έπαυσε να εργάζεται στην εναγόμενη.

Περαιτέρω, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 28.11.2025, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας δήλωνε στις κοινωνικές ασφαλίσεις, ως αποδοχές, τα ποσά που καταγράφονται στο τεκμήριο 7. Επιπλέον δηλώθηκε ότι το ποσό των € 1844 μεικτά αντιστοιχεί στο ποσό των € 1.700 καθαρού μισθού.

Τέλος δεν έχει αμφισβητηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων στις 16.6.2017 ξεκίνησε να εργάζεται σε άλλο εργοδότη, ήτοι σε ξενοδοχείο στην περιοχή Περνέρα του Πρωτάρα.

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες  στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273.  Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

 

Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα  το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.  Περαιτέρω,  όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση  Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179.

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kades v. Nicolaou (1986) 1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Διευκρινίζω, όμως, ότι η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266.      

Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.

 

Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν καλύπτεται από το κοινό υπόβαθρο γεγονότων, ως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα

 

O ενάγων δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του στερείται λογικής και πειστικότητας ενώ χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις υπεκφυγές.

Ειδικότερα υποστήριξε στην έκθεση απαίτησης του ότι η επίδικη σύμβαση είχε διάρκεια από 1.6.2017 μέχρι 15.11.2027. Την ίδια θέση προώθησε και κατά την κυρίως εξέτασή του. Μάλιστα στις αξιούμενες αποζημιώσεις υπολόγισε και τις μέρες από 22.10.2027 που τερματίστηκε η εργοδότησή του στον επόμενο εργοδότη μέχρι τις 15.11.2027, που κατά τη θέση του θα διαρκούσε η εργοδότησή του στην εναγόμενη. Επομένως προώθησε και βάσισε την εκδοχή του στη θέση ότι η εργοδότησή του θα έληγε στις 15.11.2027.  Όμως, κατά την αντεξέταση του του υποδείχθηκε άλλο έγγραφο, ήτοι το τεκμήριο 6, που δέχθηκε ότι συμπλήρωσε ο ίδιος στο οποίο παρουσιάζεται η σύμβαση εργοδότησης να λήγει στις 31.10.2017. Δέχθηκε δε ότι είναι ο ίδιος που έγραψε την ημερομηνία 31.10.2027. Υποστήριξε πως εάν τελικά προέκυψε κάποιο λάθος στις ημερομηνίες είναι τυπογραφικό και κατά την επεναξέταση του δήλωσε ότι μειώνει την αξίωση του δεχόμενος ουσιαστικά ότι τελικά το ορθό ήταν η 31.10.2017. Όμως το ζήτημα δεν είναι τυπογραφικό ως επιχείρησε ο μάρτυρας να το υποβαθμίσει. Ο ενάγων προώθησε μια συγκεκριμένη εκδοχή παρουσιάζοντας συγκεκριμένο έγγραφο ως τη σύμβαση εργοδότησης. Η εν λόγω σύμβαση εργοδότησης αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Επομένως ο χρόνος έναρξης και λήξης της ήταν ουσιώδες γεγονός και δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία ότι αξίωνε αποζημιώσεις μέχρι τις 15.11.2027, λόγω τυπογραφικού λάθους και το ζήτημα δεν επιλύεται με τον περιορισμό της απαίτησης. Αναμένεται τουλάχιστον ότι κάποιος ενάγοντας  γνωρίζει τη χρονική διάρκεια του συμβολαίου και δεν οικοδομεί την αξίωση του επί  τυπογραφικού λάθους. Παράλληλα, ο ίδιος ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση προέβη σε μαθηματικές πράξεις έχοντας υπόψη συγκεκριμένη ημερομηνία. Το να προβαίνει κάποιος σε συγκεκριμένους μαθηματικούς υπολογισμούς εξυπακούει και το ότι έχει συνειδητοποιήσει τα δεδομένα επί των οποίων οικοδομεί τον συλλογισμό του. Η κοινή πείρα, λογική και αντίληψη διδάσκουν πως ουδείς προβαίνει σε μαθηματικούς υπολογισμούς προς αξίωση αποζημιώσεων λαμβάνοντας υπόψη τυχαίες ημερομηνίες. Επομένως, η δικαιολογία περί τυπογραφικού λάθους δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αντιθέτως, η επιλογή του ενάγοντα να μην παρουσιάσει ευθύς εξ αρχής την πλήρη εικόνα πλήττει την αξιοπιστία του. Η προσπάθεια του δε να υποβαθμίσει το ζήτημα σε τυπογραφικό λάθος πλήττει έτι περαιτέρω την αξιοπιστία του, αφού δεικνύει την πρόθεση του να μετέλθει οποιασδήποτε δικαιολογίας αντί να πει ευθέως την αλήθεια.

Επιπλέον, ένας άλλος βασικός πυλώνας της αξίωσης του ήταν η κατ’ ισχυρισμόν ζημία που υπέστη από την ενοικίαση υποστατικού για την περίοδο που θα απασχολείτο στην εναγόμενη. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του παρουσίασε σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, ως τεκμήριο 2. Το εν λόγω έγγραφο καταγράφει ως ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας την 15η.6.2017 δηλαδή ημερομηνία μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης των μερών. Ως ημερομηνία λήξης της σύμβασης ενοικίασης, το έγγραφο καταγραφεί την 15η.11.2017, ήτοι την ημερομηνία που κατά τον ενάγοντα δεν ήταν ορθή και η παραπομπή στο τεκμήριο 1, σύμβαση εργοδότησης, οφειλόταν σε τυπογραφικό λάθος. Επίσης, επί του εν λόγω εγγράφου καταγράφεται με μελάνι η ημερομηνία 9.6.2017. Παρά τα πιο πάνω ο ενάγων επέμεινε ότι ενοικίασε συγκεκριμένο ακίνητο και κατέβαλε και ενοίκια τα οποία αξίωνε ως αποζημιώσεις.

Κατ’ αρχάς δεν έχει εξηγηθεί το πώς και το γιατί ο ενάγων θα ενοικίαζε διαμέρισμα το οποίο, κατά τη θέση του, όφειλε η εναγόμενη να πληρώνει και το εν λόγω ενοικιαστήριο θα έληγε σε χρόνο μετά τον τερματισμό της σύμβασης εργοδότης.  Περαιτέρω, γεννάται το ερώτημα του πως και γιατί, αφού η σύμβαση εργοδότησης κατά τον ενάγοντα τελικά θα έληγε στις 31.10.2027, αυτός ενοικίασε κατοικία, για σκοπούς της εργασίας του, μέχρι τις 15.11.2017. Δηλαδή σε χρόνο που δεν ανέμενε να έχει εργασία. Αναμένετο τουλάχιστον οι ημερομηνίες επί του εγγράφου να συνήδαν τουλάχιστον με το συμφωνηθέν χρόνο εργοδότησης ως ο ίδιος τον προσδιόρισε. Ο ενάγων ουδεμία εξήγηση έδωσε για τα πιο πάνω. Έτσι, το γεγονός ότι η ημερομηνία λήξης του ενοικιαστηρίου έγγραφου είναι μεταγενέστερη της αναμενόμενης λήξης της εργασιακής σχέσης από μόνο του συνιστά στοιχείο που πλήττει την αξιοπιστία του.

Παράλληλα, γεννάται το ερώτημα του γιατί ενώ τα συμβαλλόμενα μέρη κατέγραψαν ως ημερομηνία έναρξης συγκεκριμένη ημερομηνία μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης ο ίδιος συμπλήρωσε άλλη ημερομηνία, προγενέστερη. Επ’ αυτού η δικαιολογία που έδωσε ο ενάγων, στερείται πειστικότητας. Σχετικά ισχυρίστηκε ότι η ημερομηνία 9.6.2017 που έθεσε ο ίδιος χειρόγραφα ήταν η ημερομηνία υπογραφής του ενοικιαστήριου. Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι η ημερομηνία τέθηκε με μελάνι διαφορετικού χρώματος από τα υπόλοιπα χειρόγραφα επί του συμβολαίου,  χωρίς διευκρίνηση και χωρίς να φαίνεται ότι την αποδέχθηκε και το άλλο μέρος.  Περαιτέρω, εφόσον το συμβόλαιο ήταν δακτυλογραφημένο οι συμβαλλόμενοι θα μπορούσαν να σημείωναν ευθύς εξ αρχής την ημερομηνία υπογραφής και δεν χρειαζόταν να τεθεί μονομερώς η ημερομηνία με μελάνι διαφορετικού χρώματος σε απροσδιόριστη μάλιστα ημερομηνία.

Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας ουδεμία απόδειξη πληρωμής κατέθεσε σε σχέση με τα ενοίκια που κατ’ ισχυρισμόν κατέβαλε. Προέβαλε τον βολικό για τον ίδιο ισχυρισμό ότι θεωρούσε το ενοικιαστήριο ως απόδειξη. Όμως σε κανένα σημείο το συμβόλαιο δεν καταγράφει ότι δόθηκε προκαταβολικά ή άλλως πως το οποιοδήποτε ποσό. Είναι σαφές ότι δεν επαρκεί η προβολή απλώς κάποιας θέσης ως απάντησης, αλλά θα πρέπει η απάντηση να αντέχει τη βάσανο της λογικής. Η προβαλλόμενη θέση του μάρτυρα όχι απλώς δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε απόδειξη, αλλά στερείται λογικής και πειστικότητας και συνιστά προσπάθεια υπεκφυγής. Ένεκα των ανωτέρω και ενόψει του ότι ουδεμία απόδειξη καταβολής ενοικίου προσκομίστηκε το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει δεκτή τη θέση του ενάγοντα ότι ενοικίασε κατοικία για σκοπούς εργοδότησής του στην εναγόμενη και ότι κατέβαλε το οποιοιδήποτε ποσό ως ενοίκιο.  Συνολικά τα όσα ανέφερε ο μάρτυράς προ υποστήριξη της θέσης του ότι ενοικίασε κατοικία για σκοπούς της εργοδότησής του στερούνται συνοχής, λογικής, πειστικότητας και παρέμειναν χωρίς υποστήριξη. Επίσης η προσπάθεια του να παρουσιάσει το συμβόλαιο ενοικίασης και ως απόδειξη πληρωμής, χωρίς αυτό να προκύπτει από πουθενά, δεικνύει ότι σκοπός του ήταν να μη πει την αλήθεια στο δικαστήριο.

Περαιτέρω, η θέση του ως προς τον χρόνο συνομολόγησης του ενοικιαστηρίου εγγράφου έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ως προς την αλληλουχία γεγονότων που οδήγησε στην κατ’ ισχυρισμό απόλυσή του. Ειδικότερα, ο ενάγοντας παρουσίασε την εξής αλληλουχία γεγονότων. Την 1.6.2017 ξεκίνησε να εργάζεται στην εναγόμενη. Την 9.6.2017 βρήκε σπίτι και στις 10.6.2017 πληροφόρησε σχετικά τη ΜΥ1, η οποία του ανέφερε να μην το κλείσει, λέγοντάς του ότι δεν βγαίνουν τα οικονομικά και του συνέστησε να βρει αλλού δουλεία. Παρά ταύτα, ο ίδιος μετέβη στις 11.6.2017 εργασία του και απολύθηκε στις 12.6.2017. Όμως εάν όντως υπέγραφε το ενοικιαστήριο στις 9.6.2017 δεν θα ανέφερε στη ΜΥ1 απλώς ότι βρήκε σπίτι, αλλά ότι έκλεισε σπίτι και δεν θα χρειαζόταν του απαντήσει η ΜΥ1 να μην το κλείσει, αφού αυτό θα ήταν τετελεσμένο γεγονός. Επομένως δεν μπορούν να ισχύουν και τα δυο. Η προβολή δυο αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών επηρεάζει την αξιοπιστία του.

Επίσης, επηρεάζει και την αξιοπιστία της θέσης του σε σχέση με τις συνθήκες που έληξε η συμβατική σχέση των διαδίκων. Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η απόλυση του προέκυψε λόγω της διαφωνίας που προέκυψε παραθέτοντας συγκεκριμένες συζητήσεις μεταξύ του ίδιου και της ΜΥ1. Οι εν λόγω στιχομυθίες άπτονταν του εάν ο ίδιος θα «έκλεινε» το ακίνητο που βρήκε. Παράλληλα, όμως, στη μαρτυρία του ο ενάγων ανέφερε ότι τελικά δεν βρήκε απλώς ένα ακίνητο, αλλά υπέγραψε σύμβαση ενοικίασης στις 9.6.2017 και προκατέβαλε το ένοικο. Συνεπώς, εάν ίσχυε  η δεύτερη εκδοχή δεν θα λάμβανε χωρά η συζήτηση που οδήγησε στην απόλυσή του αλλά άλλη. Επομένως, η προβολή δυο διαφορετικών θέσεων σε σχέση με τις συνθήκες που έδωσαν το έναυσμα στη συζήτηση που οδήγησε εν τέλει στον τερματισμό της σύμβασης, πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα.

Επιπροσθέτως, η απαίτηση του για καταβολή € 500 για κάλυψη των εξόδων συντήρησής του για την περίοδο που παρέμεινε άνεργος τέθηκε αόριστα και χωρίς υποστήριξη. Ως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά το εν λόγω ποσό δεν προέκυψε από οποιοδήποτε υπολογισμό. Η πιο πάνω θέση πέραν του ότι είναι ανεπαρκής καταδεικνύει πρόσωπο που αντί να προσέλθει στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει γεγονότα αρκέστηκε στο να προβάλλει ισχυρισμούς που απλώς τον βολεύαν. Η πιο πάνω στάση αναπόφευκτα πλήττει τη συνολική αξιοπιστία του ενάγοντα.

Ένεκα των πιο πάνω η αξιοπιστία του ενάγοντα έχει εκθεμελιωθεί και κρίνεται συνολικά αναξιόπιστος. Έτσι, δεν παρέχεται η δυνατότητα όπως το δικαστήριο αποδεκτεί μέρος της εκδοχής του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω).

Συνολικά ο ενάγων κρίνεται αναξιόπιστος μάρτυρας και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1

 

Ο ΜΕ1 εργάζεται στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και κατέθεσε αναφορικά με το παράπονο που υπέβαλε ο ενάγων. Ο ΜΕ1 πέραν από το ότι ήταν τυπικός μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια ειλικρίνεια και πειστικότητα. Ο μάρτυρας ήταν σαφής στο ότι ο ενάγων υπέβαλε παράπονο αλλά ζήτησε να μην προχωρήσει διότι θα το προωθούσε ο ίδιος. Ήταν σαφής και στο ότι δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τη μη πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας  ΜΥ1

 

Ούτε η ΜΥ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και συγκρούεται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης.

Ειδικότερα η μάρτυρας επιχείρησε να προβάλει τη θέση ότι η εναγόμενη δεν δεσμεύεται από τους όρους της επίδικης σύμβασης. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι υπέγραψε τη συμφωνία καλόπιστα. Στην αντεξέταση σε κάποιο στάδιο ισχυρίστηκε υπέγραψε αφελώς τη συμφωνία. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει. Είναι προφανές ότι η εναγόμενη προέβαλε τουλάχιστον δυο διαφορετικούς ισχυρισμούς για να στηρίξει τη θέση της ότι δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω εκδοχές δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα. Επίσης αμφότερες οι εκδοχές συγκρούονται με τα δικόγραφα της εναγόμενης. Το μόνο που τέθηκε στην υπεράσπιση ήταν ότι η σύμβαση ήταν αόριστη όχι ότι υπεγράφη κατόπιν εξαναγκασμού ή αποτελεί προϊόν ασυνείδητης επιλογής ή υπήρχε οποιοδήποτε ελάττωμα της βουλήσεως της εναγόμενης. Τέλος η εκδοχή της ότι εξαναγκάστηκε να την υπογράψει συγκρούεται με την θέση της στην κυρίως εξέταση ότι την υπέγραψε καλόπιστα.

Τα πιο πάνω καθιστούν προφανές ότι η μάρτυρας στην προσπάθεια της να διαφύγει των όρων της συμβάσης κατέφευγε σε αυτοσχεδιασμό με σκοπό την υπεκφυγή.

Επιπλέον η θέση της ότι η εταιρεία δεν κάλυπτε έξοδα διαμονής και προσέφερε καταλύματα συγκρούεται με το περιεχόμενο της σύμβασης που υπέγραψαν τα μέρη και κατέγραφε ότι η εναγόμενη θα κατέβαλλε τα έξοδα διαμονής, ήτοι ένοικο ρεύμα κλπ.  Η προβολή και επιμονή σε ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση με τα όσα περιέχει η σύμβαση που η εναγόμενη υπέγραψε πλήττουν την αξιοπιστία της ΜΥ1.

Συνεπώς, η ΜΥ1 κρίνεται μη αξιόπιστη μάρτυρας.

 

Ευρήματα

 

Έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση των ευρημάτων μου ως προς το πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης.

Η συνεργασία θα ξεκινούσε την 1η. 6.2017. Ο μισθός του ενάγοντα καθορίστηκε στο ποσό των € 2.100 μηνιαίως. Ο ενάγων θα εργαζόταν ως μάγειρας σε εστιατόριο που διαχειριζόταν η εναγόμενη. Έκαστος εκ των συμβαλλομένων θα μπορούσε να τερματίσει τη σύμβαση δίδοντας προειδοποίηση 30 ημερών στο άλλον συμβαλλόμενο. Σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης, από οποιαδήποτε πλευρά, πριν τη λήξη της η εναγόμενη υποχρεούτο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό ίσο με δυο μισθούς και συγκεκριμένα το ποσό των € 4.200. Στη βάση της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγων εργάστηκε στην υπηρεσία της εναγόμενης για περίοδο 12 ημερών. Ο ενάγων πληρώθηκε για τις 12 ημέρες που εργάστηκε. Στις 12.6.2017 ο ενάγων έπαυσε να εργάζεται στην εναγόμενη.

Στις 13.06.17 ο ενάγων υπέβαλε παράπονο εναντίον της εναγόμενης στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Ο ίδιος ζήτησε όπως μην προχωρήσει το παράπονο που υπέβαλε και ότι θα απευθυνόταν σε δικηγόρο.

Στις 16.6.2017 ξεκίνησε να εργάζεται σε ξενοδοχείο στον Πρωταρά. Στις κοινωνικές ασφαλίσεις δηλώθηκε από το επόμενο του εργοδότη του ότι ο μισθός του ανερχόταν στο ποσό των  € 1.844 μεικτά, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των € 1.700 καθαρού μισθού.

 

Νομική Πτυχή 

 

Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η  βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.

 

Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο  επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 ΑΑΔ 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). 

 

Όμως, ως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στη απόφαση  Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα, (2011) 1 ΑΑΔ 1422. Περαιτέρω όπως έχει τεθεί στην υπόθεση, Kades v. Nicolaou ( ανωτέρω), εάν η μαρτυρία ενός μάρτυρα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, δεν παραμένει οτιδήποτε για να σταθμιστεί στη συνέχεια. Σχετική επίσης είναι και οι υποθέσεις Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος A.E. v. Χ"Νέστορος (1990) 1 ΑΑΔ 41 και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1 ΑΑΔ 2154. Στο πιο πάνω πλαίσιο έχει κριθεί πως ούτε η κατάρρευση της εκδοχής της υπεράσπισης θεμελιώνει, χωρίς άλλο, την απαίτηση. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Φωτίου Πολιτική Έφεση 156/2017, ημερομηνίας 4.6.2025.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία  που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. 

 

Για σκοπούς της παρούσας οφείλω να σημειώσω ότι δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί τερματισμού της απασχολήσεως Νόμου 24/1967. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου για να δικαιούται ο εργοδοτούμενος αποζημιώσεις στη βάση αυτού θα πρέπει να έχει εργαστεί 2 εβδομάδες. Επίσης το τεκμήριο ότι κάθε τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται παράνομος, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα, αφού σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου αυτό εφαρμόζεται  στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.

 

Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση ο ενάγων όφειλε να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η σύμβαση τερματίστηκε από την εναγόμενη. Τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία δεν υφίσταται. Το ότι ο ενάγων υπέβαλε παράπονο χωρίς αυτό ποτέ να προωθηθεί δεν μπορεί να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την αξίωσή του. Συνακόλουθα, με την απόρριψη της εκδοχής του ενάγοντα δεν μένει οτιδήποτε να σταθμιστεί. Ούτε το γεγονός ότι απορρίφθηκε η εκδοχή της υπεράσπισης μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο εναγών απολύθηκε { βλ. Κωνσταντίνου ν. Φωτίου (ανωτέρω)}. Έτσι,  υπό τις περιστάσεις της παρούσας, το Δικαστήριο μόνο εικασίες μπορεί να κάνει ως προς τον λόγο που τερματίστηκε η σύμβαση. Όμως, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, είναι οι αποφάσεις Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd  (2016) 1 ΑΑΔ 2786 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.

 

Στη σύμβαση εργοδότησης καταγράφεται πως σε περίπτωση που για οποιοδήποτε αιτία τερματιζόταν η απασχόληση του ενάγοντα, η εναγόμενη θα όφειλε να καταβάλει μισθούς δυο μηνών. Παρά το ότι ο ενάγων στη γραπτή του δήλωση περιόρισε την αξίωσή του μόνο σε σχέση με τις ζημίες που κατά τη θέση του προέκυψαν από τον τερματισμό, εντούτοις αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν επί της βασιμότητας του εν λόγω όρου. Συνεπώς κρίνω ορθότερο όπως το εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.

 

Σε σχέση με τον πιο πάνω όρο ο κ. Χριστάκη εισηγήθηκε ότι ο εν λόγω όρος συνιστά ποινικά ρήτρα και πρέπει να αγνοηθεί. Στον αντίποδα η κα Χατζηδήμητρη εισηγήθηκε ότι αποτελεί ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης.

 

Η έννοια της ποινικής ρήτρας παρέχεται στο άρθρο 74, του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149:

 

«Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα.»

 

Αναδύεται, λοιπόν, η ανάγκη να κριθεί το κατά πόσο ο επίδικος όρος, ο οποίος προνοεί για καταβολή ποσού ύψους € 4.200 συνιστά ποινική ρήτρα ή γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς του ενάγοντα, ώστε σε περίπτωση που αυτός κριθεί ως ποινική ρήτρα να αγνοηθεί. 

 

Ως προς τον συσχετισμό της ποινικής ρήτρας με τη γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς, στο Κυπριακό Δίκαιο διαφωτιστική είναι η απόφαση Χαραλάμπους Τρύφωνας και Άλλοι ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited), (2011) 1 ΑΑΔ 1739, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

 «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...»

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο ακολούθως υιοθετώντας τη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος ανέφερε τα ακόλουθα :

 

«Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd. (1915) A.A.

79).»

 

Ως προς την έννοια της ποινικής ρήτρας σχετική είναι και η απόφαση Ανόρθωσις  ν. Απόλλων (2002) 1 ΑΑΔ 518, όπου λέχθηκε ότι: 

 

«ποινική ρήτρα θα μπορούσε να ορισθεί ότι είναι ένας συμβατικός όρος ο οποίος, περιέχει υπόσχεση του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το έτερο ότι σε περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως οφειλόμενη παροχή τότε θα υποχρεούται να  καταβάλει προς το έτερο (αθώο) μέρος, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό μορφή τιμωρίας».

 

Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, όταν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς του αθώου μέρους τότε αυτή λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στον υπολογισμό της εύλογης αποζημίωσης, που δικαιούται το αθώο μέρος. Αντίθετα, εάν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά ποινική ρήτρα, αυτή αγνοείται.

 

Βοηθητική επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι και η απόφαση του Αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες αποφάσεις  Cavendish Square Holding BV v. Makdessi & Parking Eye Ltd v. Beavis [2015] UKSC 67. Στην εν λόγω απόφαση  στην παράγραφο 36, κρίθηκε ότι ο κανόνας που απαγορεύει τη χρήση ποινικών ρητρών δεν πρέπει να καταργηθεί.  Παράλληλα, όμως, κρίθηκε ότι ο όρος, ο οποίος επιβάλλει προκαθορισμένη αποζημίωση, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να θεωρηθεί έγκυρος, παρότι δεν αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς. 

 

 Συγκεκριμένα στην παράγραφο 32 της απόφασής του το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το κριτήριο κατάταξης κάποιας ρήτρας ως ποινικής : 

 

«The true test is whether the impugned provision is a secondary obligation which imposes a detriment on the contract-breaker out of all proportion to any legitimate interest of the innocent party in the enforcement of the primary obligation.»

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του όρου ανάλογο μέτρο:

 

«The qualification and safeguard is that the agreed sum must not have been extravagant, unconscionable or incommensurate with any possible interest in the maintenance of the system, this being for the party in breach to show».

 

Από την  πιο πάνω αυθεντία προκύπτει ότι το γεγονός ότι κάποια συμβατική ρήτρα δεν αποτελεί γνήσιο προκαθορισμό της ζημιάς δεν οδηγεί στην κατάταξή της απευθείας, ως ποινικής. Το ουσιαστικό κριτήριο είναι η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης να μην ενέχει έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του αθώου μέρους. Ενέχει δε έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα, όταν είναι επαχθής ή υπερβολική ή δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό προστασίας των νόμιμων συμφερόντων του αθώου μέρους.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η επίδικη συμφωνία ήταν συμφωνία εργοδότησης διάρκειας πέντε μηνών. Η επίδικη ρήτρα προνοούσε για καταβολή μισθών 2 μηνών. Δηλαδή περίπου το ήμισυ της αξίας της σύμβασης. Περαιτέρω η καταβολή του πιο πάνω ποσού ήταν ανεξάρτητη της οποιασδήποτε υπαιτιότητας. Έτσι ο ενάγων θα μπορούσε να προκαλέσει τον τερματισμό ή να τερματίσει τη σύμβαση και να εισπράξει το ήμισυ περίπου της αξίας του συμβολαίου. Είναι προφανές ότι μια τέτοια ρήτρα στις περιστάσεις της παρούσας ακόμα και εάν ήταν γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημίας ήταν επαχθής, υπερβολική και δυσανάλογη για την προστασία των συμφερόντων του αθώου μέρους.

 

Συνεπώς, όπως και να ιδωθεί δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Η πιο πάνω κατάληξη μου σε συνάρτηση με το ότι δεν αποδείχθηκε το ότι η σύμβαση τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης σφραγίζει το αποτέλεσμα της παρούσας και οδηγεί το συμπέρασμα ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Κατάληξη:

 

Στη βάση των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου,  Α.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο