Αναφορικά με την Εύα Λεμέσιη, Διαχ. Αρ.: 112/14, 17/4/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Εύα Λεμέσιη, Διαχ. Αρ.: 112/14, 17/4/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Διαχ. Αρ.: 112/14

 

Αναφορικά με την Εύα Λεμέσιη, από το Δασάκι της Άχνας, Α.Δ.Τ. [ ]

                                                                                      Αποβιώσασα

 

---------------------------------

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  17 Απριλίου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Αιτητές: κα Ι. Σίκκη για Y. Vasiliou & Co LLC

Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Αλ. Κουκούνης για Andreas Coucounis & Co LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση ημερομηνίας 02/12/2025 για καταχώρηση

Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης

 

Όλα ξεκίνησαν από το γεγονός ότι οι Κληρονόμοι της αποβιώσασας είχαν διαφωνήσει με τον τρόπο που η Διαχειρίστρια διαχειριζόταν τα θέματα που αφορούν την περιουσία της αποβιώσασας και καταχώρισαν αίτηση για αντικατάστασή της. Στην πορεία οι δύο Κληρονόμοι, ήτοι η Χιονούλλα Λεμέσιη και ο Ανδρέας Λεμέσιης, άλλαξαν γνώμη και δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την αντικατάσταση της Διαχειρίστριας.

 

Οι υπόλοιποι τρείς κληρονόμοι της αποβιώσασας Κυριάκος Λεμέσιης, Γιωργούλλα Κυριάκου και Μαρίνος Λεμέσιη, μετά την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση που καταχωρίστηκε από την Διαχειρίστρια, αιτήθηκαν από το Δικαστήριο όπως τους παραχωρήσει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να απαντήσουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Διαχειρίστριας ημερομηνίας 10/11/2025. 

 

Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, οι Δ.1, Δ.2, θ.13, Δ.19 θ.13, Δ.29 θ.θ.1 και 2, Δ.27 θ.θ. 1 – 4, Δ.30, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 – 13, Δ.55 θ.θ.1 – 4 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5, 6, 9, 21, 29, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και το περιεχόμενο του φακέλου της Διαχείρισης.

 

Τα γεγονότα προς υποστήριξη του αιτήματος παρατέθηκαν από τον Κυριάκο Λεμέσιη, ένα εκ των κληρονόμων της αποβιώσασας και εκ των Αιτητών στην αίτηση ημερομηνίας 20/12/2024. Υποστηρίζει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους Αιτητές στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης αφού γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα.  Ισχυρίζεται ότι στις 20/12/2024 καταχωρίστηκε αίτηση για παύση της Διαχειρίστριας, κας Δημήτριας Κουκούνη και για αντικατάσταση της με δικό του διορισμό.  Εξήγησε ότι η Διαχειρίστρια έχει καταχωρίσει ένσταση εκ μέρους των άλλων δύο κληρονόμων, του Ανδρέα Λεμέσιη και της Χιονούλας Λεμέσιη, στην οποία εγείρει διάφορους αναληθείς, παραπλανητικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.  Αυτός είναι και ο λόγος που ο ίδιος ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έτσι ώστε να απαντήσει στους συγκεκριμένους αναληθείς ή/και ανυπόστατους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις παραγράφους 6, 7, 8, 10 -12, 14 -20 της ένορκης δήλωσης της κας Κουκούνη. Υποστηρίζει ότι η Διαχειρίστρια δεν προέβη σε ορθή και πλήρη έρευνα των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονταν επ΄ ονομάτι της αποβιώσασας κατά την ημερομηνία του θανάτου της και ότι απέκρυψε την οικειοποίηση ποσού ύψους €16.503,43 από τον κληρονόμο Ανδρέα Λεμέσιη, ο οποίος απέσυρε το συγκεκριμένο ποσό από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η αποβιώσασα μαζί του ενώ η διαχείριση βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Η Διαχειρίστρια, παρά το γεγονός ότι γνώριζε για το συμβάν για περίοδο  πέραν των εννέα χρόνων, δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία αλλά ούτε και ζήτησε την επιστροφή του. Κατά τη δική του άποψη αυτό καταδεικνύει ότι η Διαχειρίστρια δρα προς όφελος κάποιων εκ των Κληρονόμων και όχι προς όφελος της περιουσίας της αποβιώσασας και των δικαιωμάτων όλων των Κληρονόμων. Επιπρόσθετα, υποδεικνύει ότι η Διαχειρίστρια στην απόδοση των μεριδίων της περιουσίας της αποβιώσασας, τον Ιούνιο του 2025, δεν υπολόγισε το ενοίκιο του σπιτιού, το οποίο οι κληρονόμοι Ανδρέας Λεμέσιης και Χιονούλα Λεμέσιη όφειλαν να καταβάλουν προς την Διαχείριση για την εκμετάλλευση του μισού μεριδίου της αποβιώσασας στο σπίτι καθώς και των βοηθητικών κατοικιών στην αυλή της συγκεκριμένης οικίας. Ισχυρίζεται ότι οι συγκεκριμένοι ,για αρκετά χρόνια, ενοικίαζαν τα ακίνητα σε τρίτα άτομα εισπράττοντας μισθώματα, τα οποία ουδέποτε γνωστοποίησαν στην Διαχείριση.  Υποστηρίζει ότι η Διαχειρίστρια προσπαθεί να διαστρεβλώσει τα πραγματικά γεγονότα και να προκαλέσει σύγχυση, με τα όσα καταγράφει  στη δική της ένορκη δήλωση, ενώ παρουσιάζει και πλαστά έγγραφα τα οποία φέρουν τη δική του υπογραφή πλην όμως ο ίδιος ουδέποτε τα υπέγραψε. 

 

Προωθεί την άποψη ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού συντρέχει καλός λόγος που αφορά την επιθυμία του να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Διαχειρίστριας, οι οποίοι είναι αναληθείς και ανυπόστατοι. Υποστηρίζει ότι με αυτό τον τρόπο θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την αίτηση και ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια στην πλευρά της Διαχειρίστριας από την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Διατείνεται ότι στην περίπτωση που δεν του επιτραπεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς της Διαχειρίστριας θα δημιουργηθεί κενό στις θέσεις του, όπως αυτές καταγράφονται στην αίτηση ημερομηνίας 20/12/2024, το οποίο κενό θα αποβεί σε βάρος του ιδίου και των υπολοίπων Αιτητών. 

 

Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση στην οποία καταγράφονται δεκατέσσερεις (14) λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη ή/και ότι δεν είναι επαρκής. Ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του.  Ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα που επιθυμούν να φέρουν σε γνώση του Δικαστηρίου ήταν γνωστά στους Αιτητές πριν την καταχώριση της αίτησης για παύση της Διαχειρίστριας.  Ότι επιχειρείται η προσθήκη ισχυριζόμενων γεγονότων και τεκμηρίων που ήταν γνωστά στους Αιτητές ή/και μπορούσαν να προβλεφθούν πριν την καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης. Ότι δεν έχει προκύψει κανένας λόγος ή/και οποιοδήποτε γεγονός που να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ότι οι νέοι ισχυρισμοί που προσπαθούν να εισάξουν οι Αιτητές εκφεύγουν της βάσης της αίτησης τους και η καταχώριση των συγκεκριμένων νέων θέσεων ισοδυναμεί με απόπειρα διεύρυνσης και τροποποίησης της αρχικής αίτησης. Ότι το εύρος της μαρτυρίας που οι Αιτητές επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου σκοπεί στο να συμπληρώσει κενά που υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση. Ότι η προτεινόμενη ένορκη δήλωση αποκαλύπτει προσπάθεια τροποποίησης του περιεχομένου των αρχικών ισχυρισμών του Κυριάκου Λεμέσιη. Ότι δεν υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ότι στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που είχαν καταγραφεί στην αρχική ένορκη δήλωση. Ότι δεν επεξηγείται ικανοποιητικά ή/και καθόλου η σχετικότητα των προτιθέμενων ισχυρισμών και τεκμηρίων. Ότι η αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά, ότι υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα χωρίς να δικαιολογείται ο λόγος της καθυστέρησης και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην έγκριση της αίτησης.

 

Νομική βάση για την ένσταση αποτελούν τα άρθρα 2, 3(1) και (3), 14 - 16, 18 – 25, 27, 28, 29 – 59 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, οι Κανονισμοί 9(1),(2),(3), 10(1)(2), 11 – 13, 21, 23, 25 – 36 των περί Διαχειρίσεως Κανονισμών, η Δ.48 θ.θ.1 – 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων, η διακριτική ευχέρεια, οι συμφυείς, οι γενικές εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση της Δημήτριας Κουκούνη, Διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας, καθώς και σε ένορκες δηλώσεις δύο εκ των Κληρονόμων. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση πολύ καλά. Η ίδια αρνείται το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει καθώς επίσης και το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που οι Αιτητές ζητούν άδεια να καταχωρίσουν. Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο για την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.  Επιπρόσθετα προωθεί την άποψη ότι τα γεγονότα, που οι Αιτητές επιθυμούν να παραθέσουν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν γνωστά σ’ αυτούς και θα έπρεπε να περιληφθούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 20/12/2024. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές επιχειρούν να προσάγουν πρόσθετη μαρτυρία, η οποία όμως τους ήταν γνωστή κατά την καταχώριση της αίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προσπαθούν να αλλάξουν και να τροποποιήσουν το περιεχόμενο των αρχικών ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση. Υποστηρίζει ότι η προσπάθεια εισαγωγής τέτοιων νέων θέσεων ισοδυναμεί με απόπειρα διεύρυνσης και τροποποίησης της αρχικής αίτησης κατά τρόπο που να περιλαμβάνει άλλους, διαφορετικούς, ανεξάρτητους και ανυπόστατους λόγους παύσης, οι οποίοι δεν είναι αναγκαίοι για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων.  Καταγράφει ότι στην αρχική ένορκη δήλωση προτάθηκαν ως λόγοι παύσης της Διαχειρίστριας η έλλειψη ενημέρωσης και η εχθρότητά της.  Συγκεκριμένα, ότι η Διαχειρίστρια προέβη σε  ενέργειες που επηρεάζουν το συμφέρον της διαχείρισης και κατ΄ επέκταση το νόμιμο συμφέρον των κληρονόμων και ότι ενεργεί προς ιδίων προσωπικό όφελος. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατά τη δική της άποψη, οι Αιτητές αποπειρώνται να διευρύνουν και να τροποποιήσουν την αρχική τους αίτηση. Όσον αφορά τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό της αποβιώσασας και του συζύγου της Ανδρέα Λεμέσιη η Ομνύουσα δηλώνει ότι οι Αιτητές γνώριζαν για την ύπαρξη του καθώς επίσης και για το γεγονός ότι ο πατέρας τους είχε καταθέσει στον συγκεκριμένο λογαριασμό ποσό το οποίο είχε προέλθει από αποζημιώσεις τροχαίου ατυχήματος που του επεσυνέβη και ότι είχε κεκτημένο δικαίωμα στο συγκεκριμένο ποσό. Μετά το θάνατο της αποβιώσασας ο ίδιος ο Αντρέας Λεμέσιης είχε δικαίωμα επί όλου του ποσού στον συγκεκριμένο λογαριασμό πλην όμως απέσυρε μόνο μέρος του ποσού που αποτελούσε την δική του αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα έτσι ώστε να επωφεληθεί η οικογένεια του υπόλοιπου ποσού που παρέμεινε στον κοινό λογαριασμό. Η ίδια η τράπεζα είχε καθορίσει ότι ο Ανδρέας Λεμέσιης, ως επιζών δικαιούχος του κοινού λογαριασμού, μπορούσε να αποσύρει το ποσό. Είναι η δική της θέση ότι τα όσα οι Αιτητές επιθυμούν να αναφέρουν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι ανυπόστατα, αφού όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτούς πριν την καταχώριση της αίτησης για παύση της Διαχειρίστριας.

 

Σε σχέση με το θέμα της οικίας της αποβιώσασας και του συζύγου της Ανδρέα Λεμέσιη η ίδια δηλώνει ότι αποκρύπτεται ότι ο συγκεκριμένος είναι ο εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης της εξ΄ αδιαιρέτου οικίας, στην οποία διέμενε με την αποβιώσασα σύζυγο του και την κόρη τους Χιονούλα Λεμέσιη.  Ο ίδιος είχε κάθε δικαίωμα να διαμένει στην συγκεκριμένη οικία και να επιτρέπει και στην θυγατέρα του όπως διαμένει εκεί. Ακολούθως  το ½ μερίδιο της συγκεκριμένης κατοικίας, το οποίο ανήκε στον Ανδρέα Λεμέσιη μεταβιβάστηκε από αυτόν στην εγγονή του, κόρη της Χιονούλας Λεμέσιη, καταγράφοντας δικαίωμα επικαρπίας. Η Χιονούλα Λεμέσιη πλήρωνε όλα τα έξοδα καθώς και τα τέλη και τους φόρους της συγκεκριμένης κατοικίας και αυτό είναι γνωστό στους Αιτητές, οι οποίοι ουδέποτε κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό για τη συγκεκριμένη κατοικία.  Προωθεί τη θέση ότι ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ενοικίαση της οικίας και των βοηθητικών είναι ανυπόστατος. 

 

Δηλώνει ότι είναι δικηγόρος για τριάντα και πλέον χρόνια και έχει διατελέσει διαχειρίστρια σε πέραν των 30 διαχειρίσεων αποβιωσάντων προσώπων και πάντοτε εκτελούσε πλήρως και επιτυχώς τα καθήκοντα της ως διαχειρίστρια και ποτέ δεν είχε ζητηθεί η παύση της.  Η προσπάθεια της είναι να προβαίνει σε ενέργειες που αποβαίνουν προς το συμφέρον της περιουσίας της αποβιώσασας και όλων των κληρονόμων. Ισχυρίζεται ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε διαστρέβλωση γεγονότων, ούτε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ούτε και έχει λάβει θέση υπέρ οποιουδήποτε εκ των κληρονόμων ή έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε πλαστά έγγραφα. 

 

Υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση περιέχει μόνο γεγονότα και στοιχεία που περιήλθαν στην αντίληψη ή/και κατοχή της σε σχέση με την διαχείριση μετά από δέουσα έρευνα. Οι Αιτητές εσκεμμένα αποφεύγουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι έλαβαν έγγραφα και πληροφόρηση για την διαχείριση από τον τότε δικηγόρο τους καθώς και στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί ήταν κατατεθειμένοι για χρόνια στο φάκελο της διαχείρισης. Η πρόταση διαμερισμού, που ετοιμάστηκε και δόθηκε στους κληρονόμους, έλαβε υπόψη όλους τους κληρονόμους και τις επιθυμίες τους όπως εκφράστηκαν σε συνάντηση που είχε διενεργηθεί στην παρουσία της δικηγόρου τους.  Επιπρόσθετα, τους δόθηκε εκ νέου ενημέρωση σε σχέση με τη διαχείριση στις 03/05/2025 σε συνάντηση, που είχε συμφωνηθεί και είχε ολοκληρωθεί, στην παρουσία της δικηγόρου τους. Είχε συμφωνηθεί επίσης ότι θα γινόταν μία νέα συνάντηση για την τελική διευθέτηση της περιουσίας η οποία ουδέποτε διενεργήθηκε. Όσον αφορά την ετοιμασία ανεξάρτητης εκτίμησης σε σχέση με το μερίδιο της αποβιώσασας στην κατοικία προώθησε την θέση ότι έγινε στα πλαίσια των δικών της υποχρεώσεων ως Διαχειρίστριας αλλά και μετά την έκδοση απόφασης εναντίον ενός εκ των κληρονόμων σε αγωγή στις 26/11/2024. 

 

Όσον αφορά τα έξοδα της κηδείας και του τάφου της αποβιώσασας υποστηρίζει ότι υπήρξε συνεισφορά από όλους τους κληρονόμους και ουδέποτε είχε τεθεί οποιοδήποτε θέμα. Σε σχέση με τα δύο οχήματα είναι η θέση της ότι δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην καταγραφή γιατί δεν μπόρεσαν να εξευρεθούν αφού το όχημα υπ΄ αριθμό ΗΧ359 ήταν διαγραμμένο από το 1997 και το KUP 295,  ως αναπηρικό όχημα, δεν κατέβαλλε τέλη κυκλοφορίας. 

 

Καταλήγει, ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ότι υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά ανεδαφική, αβάσιμη και υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση. 

 

Και οι δύο πλευρές διαβίβασαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες κατέγραψαν τις εκατέρωθεν θέσεις, οι οποίες βέβαια είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εισηγήσεις και τα επιχειρήματα των δικηγόρων των δύο πλευρών και θα αναφερθεί σε αυτά όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

Στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των Αιτητών προωθείται η θέση ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, συγκεκριμένα η ανάγκη απάντησης σε συγκεκριμένους νέους ισχυρισμούς που καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Περαιτέρω προωθείται η θέση ότι τα γεγονότα που οι Αιτητές προσπαθούν να εισάξουν, με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν τους ήταν γνωστά αλλά περιήλθαν στην αντίληψή τους μετά τη συνάντηση στις 03/06/2025 κατά την οποία παραδόθηκαν τραπεζικά στοιχεία από την Διαχειρίστρια. Υποδεικνύεται ότι είναι αναγκαία η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για την αποκατάσταση της πραγματικής εικόνας των γεγονότων αλλά είναι και ουσιώδης για την ορθή αξιολόγηση των ισχυρισμών που προωθούνται από την Διαχειρίστρια.        

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι οι Αιτητές με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιχειρούν να εισάξουν νέους ισχυρισμούς που εκφεύγουν ουσιαστικά από την βάση της αρχικής αίτησης και σκοπούν στην διεύρυνση και τροποποίησή της. Προωθείται η θέση ότι η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας θα περιέπλεκε παρά θα διευκόλυνε τη διαδικασία.

 

Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις προβληθείσες και από τις δύο πλευρές θέσεις και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. Συγχρόνως όμως σημειώνεται ότι στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Καθ΄ων η αίτηση προωθήθηκαν θέσεις που εμπεριέχουν μαρτυρία. Σύμφωνα με την νομολογία οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων συνιστούν μέσο προώθησης των θέσεών τους και όχι  τρόπο εισαγωγή μαρτυρίας που δεν συμπεριλήφθηκε στην ένορκη δήλωση βλ. Κωνσταντίνα Χ΄Βασίλη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Εφ. 338/17 ημερ. 19/03/202 και El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(ΒΑ.Α.Δ. 1255.           

 

Εξετάζοντας την ουσία της υπό κρίση αίτησης το θέμα της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διέπεται από την Δ.48 θ.4(2) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπως τροποποιήθηκε το 1999, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«      Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.».

 

Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από τον διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4(2) είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. 

 

Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου (2016) 1 Α.Α.Δ. 2523, στην οποία επισημάνθηκε ότι:

 

««καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».

 

Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007:

«Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ...

Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ».

 

Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής:

 

« Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις  για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.».

 

Η παραχώρηση βέβαια άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπως έχει κατ’ επανάληψη υποδειχθεί από τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ως έχει επιβεβαιωθεί στην Κώστα ν. Κώστα (2003) 1 Α.Α.Δ. 269, ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης ως επίσης με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Βλ. επίσης Κωνσταντίνου Δημητριάδη ν. Gordian Holdings Ltd Πολ. Εφ. Αρ. Ε101/2022 ημερ. 05/03/2024.

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κάθε φορά που υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα. Έτσι, δεν παρέχεται άδεια εκεί όπου ο αιτητής επιθυμεί να επαναλάβει τους αρχικούς του ισχυρισμούς, να προβεί σε στείρα άρνηση ή απόρριψη των ισχυρισμών του αντιδίκου, να προβάλει νομική επιχειρηματολογία ή εκεί όπου επιχειρείται η εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας. 

 

Προκύπτει από τη νομολογία ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 

 

Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να παραβλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων.

 

Η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και μη λησμονώντας ότι αφορά σε αίτηση αντικατάστασης της Διαχειρίστριας από τρείς εκ των Κληρονόμων της αποβιώσασας. Επίσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η ένσταση στην κυρίως αίτηση καταχωρίστηκε στις 10/11/2025, ένα και πλέον χρόνο μετά την καταχώριση της αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 02/12/2025, ήτοι 3 βδομάδες μετά. Το γεγονός ότι χρειάστηκε ένας χρόνος για να καταχωριστεί η ένσταση ενισχύει την θέση των Αιτητών για την ύπαρξη νέων στοιχείων. Εδώ ανοίγεται μια παρένθεση για να υπενθυμιστεί ότι η συνάντηση της 03/06/2025, στην οποία έλαβαν μέρος όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, είναι αποδεκτή και από τις δύο πλευρές.    

 

Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον οι Αιτητές επιδιώκουν να συμπληρώσουν ηθελημένα κενά στην αρχική ένορκη δήλωση που συνόδευσε την αίτηση για αντικατάσταση της Διαχειρίστριας ή να αλλοιώσουν την εικόνα που αρχικά δόθηκε στο Δικαστήριο. Δεύτερον, κατά πόσο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί.

 

Το Δικαστήριο αναγιγνώσκοντας την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, Τεκμήριο Α, διαπιστώνει ότι το περιεχόμενο της δεν διαφοροποιείται από το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης αλλά συνάμα προσθέτει τις θέσεις των Αιτητών ή/και απαντά επί των ισχυρισμών που προωθούνται από την ίδια την Διαχειρίστρια. Υπενθυμίζεται δε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας με τελικά ευρήματα ή οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ των μερών.
Το Δικαστήριο θα παραθέσει τα σημεία για τα οποία οι Αιτητές ζητούν  άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δίδοντας ταυτόχρονα την κρίση του για το κάθε ένα από αυτά. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο τόσο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων όσο και μέσω των προφορικών διευκρινίσεων που ακολούθησαν
.   

Παραγράφος 4 υποπαράγραφοι i, ii, vii της προτιθέμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης 

Με δεδομένο ότι μέσω των προαναφερθέντων παραγράφων της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκφράζεται άποψη σε σχέση με τον τρόπο που ενήργησε η Διαχειρίστρια, ήτοι ότι μεροληπτούσε προς το συμφέρον των δύο Κληρονόμων δεν έχει, εν προκειμένω, αποκαλυφθεί καλός λόγος για την συμπερίληψη των εν λόγω παραγράφων σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση.

    Παράγραφος 4 υποπαράγραφοι  iii, iv, v, vi, viii, ix x και xi της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης

Μέσω των παραγράφων αυτών αμφισβητείται η αμεροληψία της Διαχειρίστριας με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία φαίνεται να περιήλθαν στην αντίληψη των Αιτητών, τουλάχιστον τα πλείστα από αυτά, μετά την καταχώριση της αίτησης αντικατάστασης της Διαχειρίστριας. Ουσιαστικά με τις συγκεκριμένες παραγράφους επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών ότι απαιτείται η αντικατάσταση της Διαχειρίστριας για να παράσχετε αξιόπιστη πληροφόρηση σε όλους τους Κληρονόμους αλλά και να υπάρχει διαφάνεια στις ενέργειες που γίνονται και αφορούν την περιουσία της αποβιώσασας. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τεκμηριώνεται καλός λόγος για την συμπερίληψη της παραγράφου 4, υποπαράγραφοι iii, iv, v, vi, viii, ix x και xi σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εφόσον μέσω των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται σε αυτές ουσιαστικά αμφισβητείται η ικανότητα της Διαχειρίστριας να συνεχίσει να ενεργεί και να εκπροσωπεί όλους τους Κληρονόμους στην συγκεκριμένη διαχείριση.

 

Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Αιτητών  ότι καθόσον αφορά τις παραγράφους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει αποκαλυφθεί καλός λόγος αυτές αποτελούν απάντηση και/ή αμφισβήτηση και/ή παροχή διευκρινήσεων αναφορικά με συγκεκριμένους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της Διαχειρίστριας. Δεν διαπιστώνεται ότι μέσω της συμπερίληψης τους στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα αλλοιωθεί το υπόβαθρο των γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της πρώτης ένορκης δήλωσης, αλλά, αντίθετα, η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου της ολοκληρωμένης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.

 

Κατά ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται μερικώς και δίδεται άδεια στους Αιτητές για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να περιληφθούν οι  ισχυρισμοί οι οποίοι περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κυριάκου Λεμέσιη, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην υπό κρίση Αίτηση πλην των υποπαραγράφων i, ii και vii της παραγράφου 4, εντός 7 ημερών από σήμερα.

 

Ενόψει της μερικής επιτυχίας των Αιτητών στην παρούσα Αίτηση - εφόσον η Αίτηση έγινε δεκτή στην  έκταση που το Δικαστήριο έχει ήδη προσδιορίσει ανωτέρω - τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται κατά το 2/3 αυτών υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. 

 

 

 

(Υπ.)……………………………..

                                                    Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο