Μ.Α. THEOCHAROUS HOTEL LTD ν. Αντώνης Βασιλείου (Α.Δ.Τ.[ ]), ως παραλήπτης διαχειριστής της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd, Αρ. Αγωγής: 221/25, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Μ.Α. THEOCHAROUS HOTEL LTD ν. Αντώνης Βασιλείου (Α.Δ.Τ.[ ]), ως παραλήπτης διαχειριστής της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd, Αρ. Αγωγής: 221/25, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ

Αρ. Αγωγής: 221/25

Μεταξύ:

 

Μ.Α. THEOCHAROUS HOTEL LTD

                                                                    ενάγουσα / αιτήτρια

                                -και-

 

Αντώνης Βασιλείου (Α.Δ.Τ.[ ]), ως παραλήπτης διαχειριστής της                              εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd (HE25515)

 

                                                               εναγόμενος /καθ’ ου  η Αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 30.10.2025 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων

 

 

Ημερομηνία: 30.4.2026 

Εμφανίσεις:

Για ενάγουσα – αιτήτρια : κα Ταμπούρλα για Λουκά Π. Λουκά ΔΕΠΕ.

Για εναγόμενους - καθ’ ων η αίτηση:  κ. Π. Πανάγος με κα Δ. Χριστοδούλου, για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ.

Ενδιαφερόμενο πρόσωπο: I. Καπετάνιος: Παρών.

 

ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας είναι η αίτηση ημερομηνίας 30.10.25, με την οποία ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να επεμβαίνει στην κατοχή και λειτουργία του ξενοδοχείου Captain Pier στην Επαρχία Αμμοχώστου. Ειδικότερα επιδιώκεται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος:

 

«Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύσει στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή κάθε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό αυτών, να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή και/ή λειτουργία του ξενοδοχείου με την επωνυμία «Captain Pier», που ευρίσκεται στην περιοχή Περνέρα στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου μέχρι την τελική έκδοση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγμάτων του Δικαστηρίου.»

 

Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Μέρος 1, 2, 3, 23, 25, στα Άρθρα 29 – 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.1 – 4, 8 και 9. Επίσης στο Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ. 148, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο – Κεφ. 6, τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα Άρθρα 23, 26 και 28, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία.

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μ. Θεοχάρους, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας. Ο ομνύων αναφέρεται στη συμφωνία διαχείρισης, η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd. Επισύναψε αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας, ως Τεκμήριο 2 και αναφέρθηκε στους όρους αυτής. Περαιτέρω, ο μάρτυρας, αναφέρθηκε στην επίσκεψη του εναγόμενου, κατά την οποία τον ενημέρωσε ότι είχε διοριστεί ως παραλήπτης διαχειριστής της Εταιρείας. Αναφέρθηκε τέλος, στην επικοινωνία που είχε με τους διευθυντές της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd.

Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Σε αυτήν προβάλλονται 11 συνολικά λόγοι ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση είναι νομικά, ουσιαστικά και πραγματικά αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου, ο οποίος αναφέρεται στον διορισμό του ως παραλήπτης διαχειριστής της εταιρείας και προβάλει την θέση ότι τερμάτισε την επίδικη σύμβαση. Περαιτέρω αναπτύσσει τους λόγους ένστασης που καταγράφονται στην ένσταση.

Η πλευρά των αιτητών καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μ. Θεοχάρους διευθυντή της ενάγουσας. Σε αυτή προβάλλει ισχυρισμούς περί το ότι ο καθ’ ου η αίτηση ανέλαβε κατοχή του ξενοδοχείου.

Συμπληρωματική ένορκη δήλωσης κατέθεσε και ο καθ’ ου η αίτηση στην οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα κατοχής επί του ξενοδοχείου.

Τέλος κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.3.2026, επιτράπηκε στον μέτοχο της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd να παρουσιαστεί στην ακρόαση και να προβεί σε παραστάσεις, χωρίς την καταχώρηση ένστασης.

 

Διαδικασία Γεγονότα

 

Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου.  Το πρόσωπο στο οποίο επιτράπηκε να προβεί σε παραστάσεις ανέπτυξε τις θέσεις του κατά την ακρόαση.

Αναφορά στα επί μέρους επιχειρήματα των διάδικων πλευρών θα γίνει κατωτέρω όπου χρειαστεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο εναγόμενος έχει διοριστεί νομότυπα ως παραλήπτης διαχειριστής της Εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd. Επιπλέον η συνήγορος της αιτήτριας έντιμα αποδέχθηκε, κατά την ακρόαση, ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου είναι η υπό διαχείριση εταιρεία.

Η βασική θέση της ενάγουσας είναι ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 2 διατηρεί το δικαίωμα να κατέχει και να διαχειρίζεται το επίδικο ξενοδοχείο.

Νομική πτυχή

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο  παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.

 

Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 14η έκδοση, Swet & Maxwell, 2022 σελ.3 παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα (injunction) :

 

«An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).»

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά., (2007) 1 A.A.Δ. 162, η εμβέλεια του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 είναι πολύ ευρεία και τα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνουν ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο.  Τα δε Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων εξελίξεων και μεταβολών στους τρόπους συναλλαγών.( Βλ. ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2) (1994) 1 ΑΑΔ 694).

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ο αιτητής  πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι :

α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

β)   ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία

γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί  πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ (557) και Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263.

Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:

 

1.    Η προϋπόθεση για  σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.

2.    Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει  κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

3.    Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας  των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.»

Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ 152.

 

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα.

 

1η προϋπόθεση - σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση

 

Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει  οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολ. Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι :

 

 «με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.»

 

Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του  έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598.

 

Στα γεγονότα της παρούσας κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι στην υπό κρίση υπόθεση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση μπορεί να συζητηθεί μόνο στη βάση που προωθήθηκε ήτοι  στη βάση της σύμβασης τεκμήριο 2. Η αιτήτρια προβάλλει στην ένορκη δήλωση ότι στη βάση της συμφωνίας είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το ξενοδοχείο. Ο όρος διαχείρισης βεβαίως δεν έχει προσδιοριστεί στην αγόρευση.

 

Όμως, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ανησυχία της ενάγουσας είναι ότι ο εναγόμενος θα αναλάβει κατοχή και θα εκδιώξει την ενάγουσα. Ο φόβος αυτός εκφράζεται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω στην παράγραφο 13 καταγράφεται η θέση ότι η πλευρά του εναγόμενου δεν προέβη σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο για ανάκτηση της κατοχής. Τέλος, στην παράγραφο 16 εκφράζεται η θέση ότι η πλευρά του εναγόμενου θα αναλάβει κατοχή και θα αποκλείσει την ενάγουσα από τη διαχείριση του ξενοδοχείου.

 

Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η ανησυχία της ενάγουσας είναι η κατοχή του ξενοδοχείου. Συνεπώς, μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προσδιορίζεται ότι σκοπός είναι η προστασία της κατοχής του επδίκου ξενοδοχείου. Επομένως, η βάση του επικαλούμενου είναι η παράνομη επέμβαση.

 

 

Για σκοπούς πληρότητας οφείλω να σημειώσω πως εάν η θέση της αιτήτριας είναι ότι παρά τη σύμβαση τεκμήριο 2 ήταν ή είναι ο de facto κάτοχος του ξενοδοχείου, δεν θα υπήρχε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού ο de facto κάτοχος δεν έχει δικαίωμα κατοχής που να αποκλείει τον πραγματικό ιδιοκτήτη. Ως προς τη δυνατότητα του de facto κατόχου να εναγάγει για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαφωτιστική είναι η απόφαση Adamou v. Christofi (1974) 1 CLR 100, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner».

 

Η ίδια αρχή αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22nd  Ed., παράγραφος 19-17.

 

Στη βάση της νομολογίας λοιπόν δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ως ζήτημα που αποτελεί σοβαρό θέμα προς εκδίκαση η προώθηση αξίωσης του de facto κατόχου έναντι του πραγματικού ιδιοκτήτη.

 

Τα πιο πάνω τίθενται διευκρινιστικά για σκοπούς πληρότητας και για να αποσαφηνιστεί ότι η μοναδική βάση επί της οποίας μπορεί να ιδωθεί το επίδικο ζήτημα είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στη βάση του τεκμήριου 2. Το εάν μέσα από το τεκμήριο 2, αναδύονται οι απαραίτητες ενδείξεις περί της ύπαρξης του δικαιώματος θα εξεταστεί κατωτέρω.

 

Στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω είναι προφανές ότι το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι αναγνωρισμένο από τον Νόμο. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

2η προϋπόθεση - ορατή Πιθανότητα επιτυχίας

 

Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή.

 

Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά, (2004) 1 Α.Α.Δ.818.

 

Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 1802, στην απόφαση Molvi Estates Ltd v. Λ. Κίμωνος, Πολιτική Έφεση Ε193/12, ημερομηνίας 9.5.2023 καθώς και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, (ανωτέρω) σελ. 127-128.

 

Παράλληλα, ως έχει τεθεί στην απόφαση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση  Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023: «Απαιτείται δε όπως περιγραφούν τέτοια γεγονότα που να καταστήσουν τις προβαλλόμενες θέσεις να έχουν προοπτική επιτυχίας.»

 

Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1 ΑΑΔ 1980. Όπως δε έχει εξηγηθεί στην απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά (ανωτέρω).

 

Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση βάση του επικαλούμενο δικαιώματος είναι η σύμβαση ημερομηνίας 4.3.2024 με την οποία η αιτήτρια εταιρεία ανέλαβε τη διαχείριση του ξενοδοχείου με την ονομασία Captain Pier. Η  δε βάση τoυ επικαλούμενου δικαιώματος είναι η παράνομη επέμβαση.

 

Σημειώνεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση είναι ο παραλήπτης διαχειριστής της εταιρείας Pieris Kapetanios Ltd που είναι η ιδιοκτήτρια του εν λόγω ξενοδοχείου. Η ιδιότητα του καθ’ ου η αίτηση δεν αμφισβητείται.

 

Προτού εξεταστεί το βασικό ζήτημα στην υπό κρίση διαδικασία κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο εύρος των εξουσιών του παραλήπτη διαχειριστή.

 

Το εύρος των εξουσιών του Παραλήπτη Διαχειριστή έχει προσδιορισθεί στην απόφαση Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd  (2011) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

«Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας.  (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά.» 

Επίσης στο σύγγραμμα Kerr & Hunter on Receivers and Administrators 20th Ed., παράγραφος 21-19 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά :

 

«The powers conferred on the administrative receiver by the debentures by virtue of which he was appointed are to be deemed to include128—save to the extent to which they are inconsistent with any of the provisions of those debentures—the following powers:

(1) Power to take possession of, collect and get in the property of the company and, for that purpose, to take such proceedings as may seem to him expedient. Where any person has in his possession or control any property, books or papers or records to which the company appears to be entitled, the court129 may require that person forthwith, or within such period as it may direct, to pay, deliver, convey, surrender or transfer the same to the administrative receiver».

Η έκταση και το εύρος των δικαιωμάτων  του Παραλήπτη Διαχειριστή έχουν συνοψισθεί από τον έντιμο Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) Χ. Μαλαχτό στην υπόθεση ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ / ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α.  Αρ. Αγωγής 2470/14, ημερομηνίας 27.10.2014 του Ε.Δ Λάρνακας, ως ακολούθως:

 

 «Τα δικαιώματα του Παραλήπτη Διαχειριστή όπως προκύπτουν από το νόμο, και που περιλαμβάνουν την ανάληψη του ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και κατ΄ ακολουθία το δικαίωμα  εισόδου στα υποστατικά της και φυσικής κατοχής των εγγράφων της, εδράζονται στο γεγονός του  διορισμού του ως τέτοιου.»

 

Σημειώνεται ότι η πιο πάνω απόφαση, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, έχει εκδοθεί σε διαδικασία οριστικοποίησης ενδιάμεσων διαταγμάτων.

Από τις πιο πάνω αποφάσεις και συγγράμματα, προκύπτει ότι ο εκάστοτε παραλήπτης διαχειριστής διατηρεί εύρος εξουσιών ως προς τη λήψη και χειρισμό της περιουσίας της εταιρείας και η εξουσία αυτή πηγάζει από την ιδιότητα του ως παραλήπτης - διαχειριστής και μόνο.

 

Το ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα είναι το κατά πόσο η συμφωνία ημερομηνίας 4.3.2024 χορηγεί τέτοια δικαιώματα στην αιτήτρια ώστε η τυχόν λήψη της περιουσίας από τον διαχειριστή της περιουσίας, να θεμελιώνει ορατή πιθανότητα επιτυχίας υπέρ της αιτήτριας για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Σημειώνεται ότι στην παρούσα δεν αμφισβητείται ότι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου είναι η υπό διαχείριση εταιρεία.

 

Σημασία λοιπόν αποκτά η σκιαγράφηση της φύσης του επικαλούμενου ουσιαστικού δικαιώματος.

 

Ως προς τη δυνατότητα του κατόχου άδειας χρήσης να εναγάγει για παράνομη επέμβαση σχετικό είναι το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22nd  Ed., παράγραφος 19-23 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«a person who has no more than a licence may yet have possession of the land”, and the terms of the licence may confer a sufficient right of possession. »

Όμως στην υπό κρίση υπόθεση η σύμβαση, ημερομηνίας 4.3.2024, δεν είναι σύμβαση άδειας χρήσης. Σε κανένα σημείο αυτής δεν καταγράφεται οτιδήποτε περί άδειας χρήσης. Αυτό που καταγράφεται είναι ότι η αιτήτρια θα ενεργεί συμβουλευτικά στη διαχείριση του ξενοδοχείου. Σε κανένα σημείο της σύμβασης, η οποία αποτελεί τη βάση της απαίτησης, αναδύεται ένδειξη περί της ύπαρξης δικαιώματος κατοχής του χώρου. Άλλωστε ούτε η συνήγορος της αιτήτριας υπέδειξε κάποια σχετική πρόνοια.

Συνολικά λοιπόν μέσα από τις ενώπιόν μου ένορκες δηλώσεις δεν έχουν τεθεί γεγονότα που να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου αγώγιμου δικαιώματος.

Συνεπώς, δεν συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεσή του άρθρου 32. Συνακόλουθα η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και  απορρίπτεται.

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει την Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ή το ισοζύγιο της ευχέρειας.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξης μου η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Ως προς τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου. Ως προς τον μέτοχο που εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και προέβη σε παραστάσεις κατά την ακρόαση, κρίνω ότι ένεκα του ότι δεν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο δικαιούται μόνο στην επιδίκαση των πραγματικών εξόδων.

 

 

 

Τέλος, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.

 

 

…………………………

Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο