ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 236/2025
Μεταξύ:
M.D. CYPRUS SOYA LTD
ενάγουσας
-και-
ΕΠΑΥΛΗ ΓΙΩΡΚΗ ΚΟΥΖΑΛΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
εναγομένης
Αίτηση ημερομηνίας, 19.12.2025, για έκδοση συνοπτικής απόφασης
Ημερομηνία : 22.5.2026
Εμφανίσεις :
Για ενάγουσα - αιτήτρια : Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενη – καθ’ ης η αίτηση: Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση ημερομηνίας 19.12.25, με την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.
H αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο Μέρος 1,2,3,16, 22, 23, 24, 30 και 32 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στο άρθρο 30 του Συντάγματος.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Θ. Θεοδοσίου ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας. Στην ένορκη του δήλωση ο ομνύων δήλωσε ότι η καθ΄ ης η αίτηση έχει αποδεχτεί το χρέος της και κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 1. Αναφέρθηκε επίσης στην σύσταση τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγόμενης. Ισχυρίστηκε ότι από τις 07.02.22 η καθ’ ης η αίτηση εξέδωσε σειρά μεταχρονολογημένων επιταγών έναντι του χρέους. Κατέθεσε σχετικά, ως Τεκμήριο 4, κατάσταση των εν λόγω επιταγών. Ήταν η θέση του, ότι θα ήταν καταχρηστικό να επιτραπεί στην καθ’ ης η αίτηση, να καταχωρήσει υπεράσπιση, καθότι αποδέχεται τόσο την παροχή των εμπορευμάτων όσο και το υπόλοιπο.
Η καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης η αίτηση είναι καταχρηστική, νόμω και ουσία αβάσιμη καθώς επίσης και στο ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και η αξίωση έχει παραγραφεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Δ. Κουζαλή διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, το αξιωμένο ποσό είναι υπέρογκο και προήλθε από λανθασμένες χρεώσεις και ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί. Αρνήθηκε επίσης την έκδοση των μεταχρονολογικών επιταγών και ότι το Τεκμήριο 1, συνιστά αναγνώριση χρέους.
Η πλευρά της αιτήτριας καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία επανέλαβε τους ισχυρισμούς της και απάντησε στους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Αρνήθηκε τη θέση του ομνύοντος για την καθ’ ης η αίτηση ότι δεν αποστελλόταν η κατάσταση λογαριασμού και τα σχετικά τιμολόγια, ισχυριζόμενος ότι τα τιμολόγια αποστέλλονταν. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο Α και τις 120 επιταγές που περιέχονται στο Τεκμήριο 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης. Διευκρίνισε, τέλος, ότι η ημερομηνία έναρξης των εκδοθέντων επιταγών ήταν 17.12.2022 και όχι 7.2 2022.
Η εναγόμενη καταχώρησε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία επαναλαμβάνει τους αρχικούς ισχυρισμούς του ο ομνύοντας και προσδιόρισε ότι κατά την θέση του, το Τεκμήριο 1, ετοιμάστηκε μόνο για λογιστικούς σκοπούς και δεν συνιστά αποποίηση των ισχυρισμών της εναγόμενης. Σε σχέση με το Τεκμήριο Α της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σχολίασε ότι οι επισυναπτόμενες επιταγές, δεν έχουν κατατεθεί στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν για πληρωμή.
Διαδικασία γεγονότα
Σύμφωνα με τους κανονισμούς 24.4 και 24.5 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα είναι γραπτή. Παράλληλα προβλέπεται και δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής γραπτής μαρτυρίας. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνοντα στο φάκελο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα βασιστεί στη γραπτή μαρτυρία που καταχωρήθηκε από τους διαδίκους.
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης.
Νομική πτυχή
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα στον κανονισμό 24.2:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Από το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής διάταξης προκύπτει ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο στοιχεία ήτοι ότι, (α) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β), δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:
«(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.»
Ως προς το ειδικότερο θέμα των προϋποθέσεων έκδοσης συνοπτικής απόφασης ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις, Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολιτική Έφεση. Ε86/25, ημερομηνίας 11.2.2026 και Παναγή κ.ά ν. Γεωργίου Πολιτική Έφεση E26/2025, ημερομηνίας 27.3.2026 όπου έχουν υιοθετηθεί σε μεγάλο βαθμό οι αρχές που ισχύουν στην Αγγλία ως προς την ερμηνεία του πανομοιότυπου Rule 24.2, CPR.
Ως προς τη σχέση μεταξύ της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης και του πρωταρχικού σκοπού διαφωτιστική είναι η απόφαση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, (ανωτέρω), όπου με παραπομπή στην απόφαση Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης, στις κατάλληλες περιπτώσεις, είναι μέτρο που εξυπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας και υπηρετεί το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης.
Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σταχυολογούνται στην υπόθεση Διογένους (ανωτέρω) ως ακολούθως:
«1. Tο Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91).
2. Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).
3. Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).
4. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω).
5. Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).
6. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).
7. Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.
Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική, σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).»
Οι ίδιες αρχές αποτυπώνονται και στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.2 και στην απόφαση Amersi v. Leslie [2023] EWHC 1368 (KB), παράγραφος 142.
Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο όρος πραγματική προοπτική επιτυχίας σημαίνει κάτι περισσότερο από την προβολή συζητήσιμης υπόθεσης και πρέπει να παρουσιάζονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να εγείρεται μια πραγματική προοπτική αντίθετης από του ενάγοντα υπόθεσης. Το πιο πάνω στοιχείο εξετάζεται με αναφορά τόσο στα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο ακρόασης και όσο και στο αν υπάρχει πραγματική προοπτική να προκύψει κάποια πρόσθετη υποστήριξη για την υπόθεση του ενιστάμενου μέρους, εάν η υπόθεση ακολουθήσει την κανονική διαδικαστική οδό. Μόνο όταν το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι το διάδικο μέρος δεν έχει πραγματικές προοπτικές και ως προς τα δύο αυτά ζητήματα, η χρήση της κανονικής διαδικασίας θεωρείται ότι θα ήταν σπατάλη.
Ως προς την ερμηνεία του όρου «επιτακτικός λόγος» και τον σκοπό (ratio) που επιτελεί, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Commerz Real Investmentgesellschaft MBH v. TFS Stores Ltd [2021] EWHC 863, para 17, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«I have doubts about whether the authorities dealing with RSC Order 14 are a reliable guide to the proper approach to the application of the second limb of CPR rule 24.2, bearing in mind the significant difference between the two rules and the requirements of the Overriding Objective. It seems to me that adding the word "compelling" was clearly intended to limit the very wide discretion under the RSC. »
Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι ανάγκη για κατάδειξη επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σκοπό έχει να περιορίσει τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που είχε το Δικαστήριο υπό τους προηγούμενους θεσμούς. Είναι επίσης σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.
Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του βάρους απόδειξης παραπέμπω στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.3, όπου καταγράφονται τα εξής σημαντικά:
«If an applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of the application, the respondent then comes under an evidential burden to prove some real prospect of success or other reason for having a trial: Sainsbury’s Supermarkets Ltd v Condek Holdings Ltd (formerly Condek Ltd) [2014] EWHC 2016 (TCC) at [13]. A respondent to a summary judgment application who claims that further evidence will be available at trial must serve evidence substantiating that claim. »
Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι στις περιπτώσεις που ο αιτητής καταφέρνει να αποδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης, το βάρος μετατίθεται στον καθ' ου η αίτηση να δείξει ότι διατηρεί πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Η ίδια αρχή έχει υιοθετηθεί και στη κυπριακή νομολογία. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην απόφαση Παναγή ν. Γεωργίου (ανωτέρω), η υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18.
Ωστόσο, η πιο πάνω υποχρέωση δεν πρέπει να καταργεί την ευρύτερη αρχή ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, (ανωτέρω).
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.
Στην υπό κρίση υπόθεση η βασική θέση της ενάγουσας είναι ότι η αξίωσή της προκύπτει από παραδεδεγμένο λογαριασμό. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας, έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η καθ’ ης η αίτηση αποδέχθηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα το εμφανιζόμενο οφειλόμενο ποσό δυνάμει του τεκμηρίου 1. Είναι με βάση τον εν λόγω ισχυρισμό που προβάλλεται η θέση στην αγόρευση της ενάγουσας, ότι εφαρμόζονται οι αρχές του εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Αυτό που προκύπτει μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της ενάγουσας είναι ότι η πιο πάνω παραδοχή κατατείνει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συμφωνία των μερών περί της ορθότητας του υπολοίπου του λογαριασμού.
Επομένως, κρίσιμο είναι να προσδιοριστεί η έννοια του εκκαθαρισμένου ή παραδεδεγμένου λογαριασμού και το κατά πόσο υφίστανται τα αναγκαία στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για την επιτυχία της σχετικής αξίωσης.
Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Ττόκου ν. Σεργίου (1993) 1 ΑΑΔ 60, ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και θεμελιώνει αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς, ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός, συνιστά ξεχωριστή και αυτοτελή βάση αγωγής. Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση τέθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη νομική φύση του εκκαθαρισμένου λογαριασμού:
«Από account stated προκύπτει ξεχωριστή ενοχική αξίωση που βασίζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου. Υπό την προϋπόθεση ότι προηγήθηκε αντιστάθμιση των εκατέρωθεν κονδυλίων του λογαριασμού. Ο A.C. Patra "The Indian Contract Act", Vol. 1, αναφερόμενος στην ουσία του account stated σαν αιτίας αγωγής λέγει στη σελ. 533:
"The essence of an account stated is not the character of the items on one side or the other, but the fact that there are cross items of account and that the parties mutually agree the several amounts of each and by treating the items so agreed on the one side as discharging the items on the other side pro tanto, go on to agree that the balance only is payable. Such a transaction is in truth bilateral, and creates a new debt and a new cause of action.»
Διαφωτιστική ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου εκκαθαρισμένου λογαριασμού είναι και η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 610, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.»
( η υπογράμμισή δική μου)
Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ρέινμποου Πλήτσιηγκ (ανωτέρω), μόνο όταν συντρέχουν τα πιο πάνω στοιχεία, ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A440.
Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής και ότι για να επιτύχει θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Συνάγεται, επίσης, ότι τα πιο πάνω στοιχεία θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
Σε περίπτωση που συντρέχουν τα πιο πάνω δεδομένα δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθούν τα στοιχεία που συγκροτούν την εκάστοτε κατάσταση λογαριασμού. Υπό αυτή την έννοια ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα ότι τα στοιχεία ενός λογαριασμού θα πρέπει να αποδεικνύονται, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθότητάς του ( βλ. Φιλική Ασφαλιστική ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά, (2016) 1 ΑΑΔ 1628).
Όμως, ως αυτοτελής βάση αγωγής, για να εξεταστεί, θα πρέπει να δικογραφείται. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χρ. Χ''Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, όπου κρίθηκε πως η απουσία αναφοράς στην έκθεση απαίτησης ως προς το ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν εκκαθαρισμένος, δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε περίπτωση που στην έκθεση απαίτησης δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που να συναρτώνται με τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ή να αποδώσει θεραπεία σε σχέση με την αυτοτελή αξίωση του εκκαθαρισμένου λογαριασμού.
Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση θα έπρεπε να υπήρχαν αναφορές στην έκθεση απαίτησης ως προς τα στοιχεία που νομικά συγκροτούν την έννοια του εκκαθαρισμένου λογαριασμένου, όπως η ύπαρξη συμφωνίας πως όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και τα υπόλοιπο ήταν ορθά συνδυασμένα με ρητή ή εξυαπακουόμενη υπόσχεση να πληρωθεί το υπόλοιπο. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν εντοπίζονται στην έκθεση απαίτησης όπως δεν εντοπίζεται καν αναφορά στο ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν εκκαθαρισμένος. Αντίθετα, οι αναφορές στην έκθεση απαίτησης περιορίζονται στη συμφωνία για πώληση προϊόντων, στη παράδοση αυτών και στην τήρηση λογαριασμού και έκδοση τιμολογίων. Επίσης ουδεμία αναφορά γίνεται σε συμφωνία ότι το υπόλοιπο ήταν συμφωνημένο.
Παράλληλα, ο ισχυρισμός περί έγγραφης παραδοχής οφειλής συναρτάται με χρόνο μεταγενέστερο των δοσοληψίων των διαδίκων και άρα δεν μπορεί να θεμελιώσει ή να σχετιστεί με ύπαρξη συμφωνίας ότι το εκάστοτε υπόλοιπο ήταν ορθό. Το τεκμήριο 1 επενεργεί μόνο ως ισχυρισμός περί αναγνώρισης χρέους. Ωστόσο, η αναγνώριση χρέους δεν συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιγνατίου Νικόλας και Χρήστος ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και Άλλη ν. Νικόλα Λεμονάρη, (2004) 1 Α.Α.Δ. 1562.
Άλλωστε, ως προκύπτει από τη νομολογία, στην περίπτωση του εκκαθαρισμένου λογαριασμού θα πρέπει να υπάρχει και συμφωνία ότι όλα τα στοιχεία του λογαριασμού είναι ορθά και δεν αρκεί κάποια μεταγενέστερη αποδοχή του συνολικού ποσού. Επομένως, η ύπαρξη του τεκμηρίου 1 δεν μπορεί να έχει τη δυναμική που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της έναγουσας.
Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κατ’ ακολουθίαν των όσων κριθεί στις υποθέσεις Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, (ανωτέρω) και Χρ. Χ''Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, (ανωτέρω) δεν υφίσταται επαρκές δικογραφικό υπόβαθρο ώστε να εξεταστούν οι ισχυρισμοί περί εκκαθαρισμένου λογαριασμού.
Εν πάση περιτπώσει, δεν έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία ότι υπήρχε συμφωνία ότι το εκάστοτε υπόλοιπο ήταν ορθό. Η δήλωση του διευθυντής της ενάγουσας στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ήταν ότι αποστέλλονταν τα τιμολόγια και όχι ο λογαριασμός. Αποτελεί δε αποκρυσταλλωμένη νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733, Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 ΑΑΔ 2786 και Ιακωβίδης ν. P. & A. Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.
Έτσι, στην απουσία μαρτυρίας ως προς την παράδοση ή αποστολή του λογαριασμού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεράνει οτιδήποτε ως προς εάν παραδιδόταν ο επίδικος λογαριασμός στην εναγόμενη και να το αξιολογήσει ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης συμφωνίας ότι το εκάστοτε υπόλοιπο ήταν ορθό. Παράλληλα, η έκδοση σειράς επιταγών, οι οποίες ουδέποτε κατατέθηκαν στην τράπεζα για πληρωμή, δεν επαρκεί για να συμπληρώσει το πιο πάνω κενό. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η έκδοση και μόνο μεταχρονολογημένων επιταγών δεν συνεπάγεται απαραίτητα ούτε συμφωνία ότι τα στοιχεία ενός λογαριασμού είναι ορθά ούτε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά.
Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου πως, ακόμα και εάν υπήρχε επαρκής δικογράφηση της βάσης αγωγής που άπτεται του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν θα αποδεικνύονταν τα αναγκαία στοιχεία για την επιτυχία τέτοιας αξίωσης.
Προχωρώ όμως να εξετάσω εάν με τη προσκομισθείσα μαρτυρία η πλευρά της ενάγουσας έχει καταφέρει να αποδείξει τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης στη βάση των δικογραφημένων της ισχυρισμών.
Στη βάση των δικογράφων, η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στη κατηγορία των αξιώσεων που προκύπτουν από λογαριασμό εμπορευόμενου. Σύμφωνα όμως, με τη νομολογία ο λογαριασμός εμπορευόμενου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους, από μόνος του, αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που τον συγκροτούν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd (1999)1 ΑΑΔ 156 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ 728.
Περαιτέρω, στην υπόθεση D & G Products Ltd v. Premiχco Asphalting Company Ltd (1999) 1(A) AAΔ 263, κρίθηκε ότι η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς οτιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας. Επιπλέον, στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι το γεγονός πως η δήλωση περιέχεται σε έγγραφο δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της μαρτυρίας.
Έτσι, λοιπόν, η ενάγουσα θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία για τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθότητάς του ( βλ. Φιλική Ασφαλιστική ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά, (ανωτέρω)). Εφόσον προσκομιζόταν σχετική μαρτυρία θα αποκτούσε σημασία τόσο ο ισχυρισμός περί αναγνώρισης χρέους όσο και η έκδοση επιταγών. Παρά ταύτα, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ως προς τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού.
Υπό το φως των ανωτέρω το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει ότι η ενάγουσα ικανοποίησε τις προϋποθέσεις του κανονισμού 24.2 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως και να ιδωθεί η αξίωσή της.
Αντίθετα, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αντέβαινε στην αρχή ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, καθότι σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, (ανωτέρω).
Συνακόλουθα, η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Η εναγόμενη ως επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
……………………………
Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο