ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 12/2020
Μεταξύ:
Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
ενάγουσας
και
1. Δημήτρη Ανδρέα Μουλαζίμη
2. Παναγίωτη Ανδρέα Μουλαζίμη
3. Άννας Δημήτρη Μουλαζίμη
4. Εύας Παναγίωτη Μουλαζίμη
εναγομένων
Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις
Για ενάγουσα : κα Δημητριάδου για Π. Αβραάμ ΔΕΠΕ
Για εναγομένους: κα Μυλωνά με κα Παπαχριστοδούλου για Α. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των Eναγόμενων 1,2,3 και 4 στη βάση κατ’ ισχυρισμόν χρέους που προέκυψε από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτες, ενώ οι εναγόμενες 3 και 4 ως εγγυητές. H δε εναγόμενη 3 ενάγεται και ως ενυπόθηκος οφειλέτης.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 AΑΔ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670. Παράλληλα, ως θέμα αρχής, είναι επιτρεπτή η δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών, αλλά όχι η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ (2012) 1 ΑΑΔ 41.
Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της δικογράφησε τη σειρά συγχωνεύσεων και συμφωνιών που οδηγήσαν στην ενεργητική νομιμοποίησή της προς έγερση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω δικογράφησε την κατ’ ισχυρισμόν σύμβαση δανείου που συνομολογήθηκε με τους εναγόμενους 1 και 2 καθώς και τους όρους αυτής. Κατά την ενάγουσα ο λογαριασμός των εναγόμενων στις 11.12.2019 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές της πιο πάνω συμβάσης δανείου. Η σύμβαση εγγύησής συνομολογήθηκε την 14η.2.2011 και ήταν μέχρι του ποσού των € 250.000. Περαιτέρω, η εναγόμενη 3 ενάγεται και υπό την ιδιότητά της ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Σχετικά η ενάγουσα δικογράφησε τους ισχυρισμούς της ως προς την επίδικη σύμβαση και δήλωση υποθήκης. Τέλος η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι τερμάτισε την επίδικη σύμβαση δανείου.
Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους αποδέχθηκαν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς την ενεργητική της νομιμοποίηση. Αρνήθηκαν ότι έλαβαν οποιοδήποτε δάνειο από την ενάγουσα και ότι υπεγράφη η επίδικη σύμβαση υποθήκης. Εν πάση περιπτώσει ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα επέβαλε παράνομες ή καταχρηστικές ρήτρες. Περαιτέρω αρνήθηκαν την συνομολόγηση της σύμβασης εγγύησης και διαζευκτικά προέβαλαν ισχυρισμούς ως προς την απαλλαγή των εγγυητών. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την υπογραφή της σύμβασης υποθήκης αλλά ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη, ότι ουδέποτε στάλθηκαν οι επίδικες προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού. Τέλος αρνήθηκαν την λήψη οποιασδήποτε επιστολής και το αξιούμενο ποσό.
Μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων προκύπτει ότι αμφισβητείται η συνομολόγηση της σύμβασης δανείου και εγγύησης, η νομιμότητα των χρεώσεων επί του επίδικου λογαριασμού, η αποστολή και λήψη των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού και η ύπαρξη και το ύψος του αξιούμενου από την ενάγουσα ποσού. Αντίθετα η νομιμοποίηση της ενάγουσας και η συνομολόγηση της σύμβασης υποθήκης τυγχάνουν παραδοχής.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.
Μαρτυρία
Προς απόδειξη της απαίτησής της, η ενάγουσα κάλεσε δυο μάρτυρες ενώ η πλευρά του εναγόμενων ουδεμία μαρτυρία προσέφερε.
Πρώτη μάρτυρας ήταν η Στέλλα Μαρία Σεργίου, ως ΜΕ1. Η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή της, αναφέρθηκε στο ιστορικό που αφορά την νομιμοποίηση της ενάγουσας. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 3, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 14.02.11, ως τεκμήριο 4, τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 14.02.11 με επισυνημμένες, τις δηλώσεις των προτιθέμενων εγγυητών, ως τεκμήριο 5, το έγγραφο υποθήκης και ως τεκμήριο 6 τη δήλωση και σύμβαση υποθήκης. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών και στους κύριους όρους αυτών. Ήταν η θέση της, πως στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας, παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο στους εναγόμενους 1 και 2, το οποίο κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό. Παρουσίασε σχετικά ως τεκμήριο 7, την απόδειξη έκδοσης και πληρωμής του εν λόγω ποσού. Περαιτέρω η μάρτυρας κατέθεσε σχετική κατάσταση λογαριασμού, ως τεκμήριο 8. Ως η ίδια δήλωσε, η εκτύπωση έγινε από την ίδια μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας κατά τον χρόνο που αυτός λειτουργούσε κανονικά, όλες οι καταχωρήσεις έγιναν στο αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί μέρος του αρχείου της ενάγουσας και έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Το εν λόγω αρχείο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο και βρισκόταν υπό την φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Παράλληλα δήλωσε ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει τις καταχωρήσεις που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις αρχικές και διαπίστωσε, ότι είναι πανομοιότυπες και ορθές. Επιπλέον κατέθεσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, εξηγώντας τη μεθοδολογία με την οποία την ετοίμασε, ως τεκμήριο 9. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στις επιστολές καθυστερήσεων και τερματισμού, τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα.
Κατά την αντεξέτασή της, δέχθηκε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Η γνώση της αντλείται μέσα από τα έγγραφα που υπήρχαν στον φάκελο που τηρούσε η ενάγουσα. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις αυξομειώσεις του επίδικου επιτοκίου, σημειώνοντας ότι από 01.07.13 μειώθηκε σε 6,50% και από 01.10.13 σε 6,25%. Ήταν σαφής ότι επίδικος λογαριασμός, δεν χρεώθηκε ποτέ με τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω αντεξετάστηκε, ως προς την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού και σύμφωνα με τη μάρτυρα, στην αναδομημένη κατάσταση λήφθηκε ως διαιρέτης η 365 μέρες, αφαιρέθηκαν τα έξοδα ασφάλειας, έξοδα τήρησης λογαριασμού και καθυστερήσεων. Περαιτέρω ως προς το τραπεζικό βιβλίο, ανέφερε ότι η ενάγουσα, είναι μια νομική οντότητα. Ήταν θετική στο ότι οι καταχρήσεις των χρεοπιστώσεων, έγιναν όταν λάμβαναν χώρα οι συναλλαγές και κατά την μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου, ουδεμία συναλλαγή έγινε. Σε σχέση με τις προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού, η θέση της, ήταν ότι από τη στιγμή που δεν έχει επιστραφεί η πρωτότυπη επιστολή, θεωρεί ότι οι επιστολές στάλθηκαν. Επίσης δέχτηκε ότι δεν γνώριζε αν οι διευθύνσεις που στάλθηκαν οι επίδικες επιστολές, ήταν οι τελευταίες γνωστές διευθύνσεις των εναγόμενων.
Επόμενη μάρτυρας ήταν η Μάρθα Γεωργίου, ως ΜΕ2. Η μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι τα βιβλία και τα αρχεία επί των οποίων προκύπτει το υπόλοιπο του λογαριασμού, τηρούνταν κατά την συνήθη πορεία της ενάγουσας και της εταιρίας Do Value Cyprus Ltd. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην υπογραφή των συμφωνιών και στην αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού. Σε σχέση με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, δήλωσε ότι επικοινώνησε με την κυρία Κ. Καρά η οποία είχε άμεση εμπλοκή στη σύναψη των σχετικών συμβάσεων. Σύμφωνα με τη μάρτυρα αφού η εν λόγω λειτουργός επιθεώρησε τα εν λόγω έγγραφα, τις επιβεβαίωσε ότι οι υπογραφές που φέρουν, είναι γνήσιες και τέθηκαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Σε σχέση με τις επιστολές τερματισμού, επικοινώνησε με τον κύριο Γ. Ιωνά, ο οποίος υπέγραψε τις εν λόγω επιστολές. Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο κύριος Ιωνά της εξήγησε ότι οι επιστολές τερματισμού ετοιμάστηκαν και αποστάληκαν στους εναγόμενους στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνσή τους. Οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν ως μη παραληφθείσες.
Κατά την αντεξέτασή της, δέχθηκε ότι και η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Δεν γνώριζε όμως να απαντήσει, γιατί δεν προσήλθαν οι Κ. Καρά και Γ. Ιωνά για να καταθέσουν. Αυτό που ανέφερε ήταν ότι η ίδια θεώρησε σωστό να επικοινωνήσει με τους εν λόγω μάρτυρες, για να ενημερωθεί για τα γεγονότα. Ειδικότερα, ως προς την αποστολή των επίδικων επιστολών, ανέφερε ότι ο κύριος Ιωνά, της επιβεβαίωσε ότι ετοιμάστηκαν από τον ίδιο και ότι υπήρχε τμήμα τερματισμού που έστειλε τις εν λόγω επιστολές μέσω Ταχυδρομείου. Σε αυτή την περίπτωση η ίδια, δεν εντόπισε πρωτότυπη επιστολή στον φάκελο. Παράλληλα δεν γνώριζε τη λειτουργία του τμήματος τερματισμού. Δήλωσε ότι στέλνονταν με απλό Ταχυδρομείο και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει αποδεικτικό για την ταχυδρόμησή τους.
Εισηγήσεις των διαδίκων
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων υποστήριξαν ο κάθε ένας τη θέση του.
Ο κα Δημητριάδου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέδειξε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιτυχία της αξίωσής. Στον αντίποδα, η κα Μυλωνά εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της.
Αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο για την απόφαση.
Γεγονότα που είναι παραδεκτά από τη δικογραφία ή αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διάδικων
Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη μπορεί να προκύψει από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στις αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 ΑΑΔ 1874 και Παρλάτα ν. Δημητρίου (2014) 1 ΑΑΔ 994. Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 Θ.11, σφραγίζουν την πορεία της δίκης και ανάγονται σε ουσιαστικά δεδομένα ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παρλάτα ν. Δημητρίου (ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση στην υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι έχουν παραδεχθεί τους ισχυρισμούς των παραγραφών 1 με 6 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες περιέχουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς τη σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδήγησε στη νομιμοποίηση αυτής. Ιδιαίτερα μάλιστα αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης. Η παράγραφος 6 καταγραφεί τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα παραχώρησε τη διαχείριση των δικαστικών υποθέσεών της στην εταιρεία Altamira Asset Management ( Cyprus) Ltd, η οποία ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και φακέλους αναφορικά με τους εναγόμενους στην παρούσα.
Τέλος στο δικόγραφο της υπεράσπισης γίνεται παραδεκτή η υπογραφή της επίδικης σύμβασης υποθήκης.
Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η εταιρεία Altamira Asset Management ( Cyprus) Ltd, μετονομάστηκε σε Do Value Cyprus Ltd.
Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παραδοχές στα δικόγραφα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας επί των ζητημάτων που παρέμειναν επίδικα.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, (2015) 1 ΑΑΔ 2624.
Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας της μάρτυρος με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Διευκρινίζω, όμως, ότι η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266.
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολιτική Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.
Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης, είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.
Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.
Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1.
Η ΜΕ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, καθαρότητα, συνοχή και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία της σε βασικά σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί.
Ειδικότερα, η θέση της ότι εκταμιεύθηκε το ποσό που αφορούσε η επίδικη σύμβαση δανείου, πέραν από σαφής και σταθερή δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της ότι υπεγράφη η επίδικη σύμβαση εγγύησης. Αυτό που τέθηκε στη μάρτυρα κατά την αντεξετάση είναι ότι δεν εξηγηθήκαν οι όροι της σύμβασης εγγύησης. Ως προκύπτει από τη νομολογία οι δηλώσεις των συνηγόρων δεσμεύουν τους διαδίκους. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ανδρέου ν. Almifalani (2009) 1 AAΔ 608 και Νικόλας Μαρσέλλο κ.ά Κύπρου Κωνσταντί κ.ά, Ποινική Έφεση 167/2013, ημερομηνίας 18.1.2017. Παράλληλα, μεταξύ των διαζευκτικών εκδοχών που έθεσαν οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους, ως προς τη σύμβαση εγγύησης, με τη γραμμή αντεξέτασης επιλέγηκε εκδοχή ως προς την ακυρότητα και μη εκτελεστότητα της σύμβασης εγγύησης και όχι η θέση περί άγνοιας του ισχυρισμού ως προς την υπογραφή της. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ (ανωτέρω). Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει αλώβητος ο ισχυρισμός περί υπογραφής της σύμβασης της σύμβασης εγγύησης. Επίσης με την αμφισβήτηση της εγκυρότητάς της αυτό που προκύπτει είναι ότι η υπογραφή είναι δεδομένη. Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση της ΜΕ1 επί του εν λόγω σημείου.
Επιπλέον, οι βασικές της θέσεις ως προς το ύψος του χρέους ήταν σαφείς και σταθερές. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αυτό που τέθηκε στη μάρτυρα ήταν το ότι το αρχείο με το οποίο συνέκρινε τις καταχωρίσεις δεν ήταν το τραπεζικό βιβλίο και δεν ήταν το τραπεζικό βιβλίο του νομικού προσώπου που χορήγησε το δάνειο. Επομένως, η μαρτυρία της ως προς τις χρεωπιστώσεις επί της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 8, επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί.
Παράλληλα, οι θέσεις της ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στον επίδικο λογαριασμό που τηρείτο σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Το ίδιο ισχύει και για το ότι οι εκάστοτε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της εργασίας της ενάγουσας και ότι τόσο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όσο και το αρχείο που αφορούσε της επίδικη κατάσταση λογαριασμού βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να λησμονείται ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα είναι ο διάδοχος του νομικού προσώπου που εκταμίευσε το δάνειο και ότι η εταιρεία που διαχειρίζεται το χρέος έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και φακέλους που το αφορούν. Είναι με βάση το πιο πάνω δεδομένο που η ενάγουσα είχε πρόσβαση στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Επομένως, έχοντας υπόψη το πιο πάνω δεδομένο, αλλά και το ότι δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτή καθαυτή των εκάστοτε χρεοπιστώσεων, η θέση της ΜΕ1 ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας μπορεί να γίνει δεκτή.
Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Επομένως η μαρτυρία της ως προς την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 8, μπορεί να γίνει δεκτή. Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί η εκδοχή της ως προς τη διεργασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 9.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι θέσεις της ως προς τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού ήταν σαφείς και πειστικές και ως εκ τούτου η μαρτυρία της ως προς τα πιο πάνω γίνεται δεκτή.
Ως προς την αποστολή των επίδικων επιστολών η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη. Η μάρτυρας κατέθεσε αυτό που γνωρίζει ως προς τα γεγονότα δεχόμενη με ειλικρίνεια ότι δεν έχει προσωπική γνώση. Σαφώς το ζήτημα του εάν αποδεικνύεται η παράδοση των επιστολών άπτεται της απόσεισης του βάρους απόδειξης και όχι της αξιοπιστίας. Η μάρτυρας κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας η οποία κατέθεσε στη βάση όσων εντόπισε στον φάκελο της διαδικασίας. Αν τα όσα ανέφερε αρκούν για να αποδειχθεί το ζητούμενο είναι άλλο ζήτημα.
Συνολικά η μάρτυρας κατέθεσε με ευθύτητα όσα γνώριζε και όσα πήγαζαν μέσα από τον φάκελο που διατηρούσε η τράπεζα και η ίδια είχε στην κατοχή της. Η δε αξιοπιστία της ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της.
Συνεπώς, η ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και το δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2
Η ΜΕ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σταθερότητα και πειστικότητα. Ταυτόχρονα η θέση της ο επίδικος λογαριασμός αντικατοπτρίζει με ακρίβεια όλες τις χρεοπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε το ότι τα βιβλία και τα αρχεία από τα οποία προέκυψε ο λογαριασμός τηρούνταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας.
Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα που αναφέρθηκε ουσιαστικά παρέπεμψε σε εξ ακοής δηλώσεις της κα Καρά και του κ. Ιωάννα, χωρίς όμως να εξηγεί τον λόγο που δεν προσήλθαν oι αρχικώς δηλούντες να καταθέσουν. Τα πιο πάνω αφορούν τη βαρύτητα και την αποδεικτική αξία των αναφορών της μάρτυρος και όχι την αξιοπιστία της.
Η αξιοπιστία της κρίνω ότι επί της ουσίας δεν έχει κλονισθεί και τα όσα έχει αντεξεταστεί αφορούν την αποδεικτική βαρύτητα.
Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.
Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση.
Στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά των εναγόμενων αμφισβητεί την υπογραφή της σύμβασης δανείου. Επομένως το εν λόγω ζήτημα θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα.
Αποτελεί θεμελιακή αρχή πως το ζήτημα της υπογραφής των εκάστοτε συμφωνιών, εφόσον αμφισβητείται, θα πρέπει να αποδεικνύεται και θα πρέπει να προσκομίζεται μαρτυρία προς απόδειξη των υπογραφών επί των επίδικων συμφωνιών και/ή της εκτέλεσης αυτών. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Trambako Holdings Ltd κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 87/2018, ημερομηνίας 25.11.2024 και Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις v. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 843.
Σαφώς, όμως, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ως προς το τι πρέπει να προσκομίζεται ως μαρτυρία προς απόδειξη συγκεκριμένου στοιχείου της απαίτησης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 386/18, ημερομηνίας 30.10.2025.
Παράλληλα, ως έχει κριθεί στην Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 336/2018, ημερομηνίας 31.3.2025, στην περίπτωση κατ’ ισχυρισμόν τραπεζικού χρέους, η παρουσίαση ενώπιον του δικαστηρίου όλων των δεδομένων υπό μορφή εγγράφων/τεκμηρίων είναι αρκετή για να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης προς όφελος του δανειστή χωρίς απαραιτήτως να χρειάζεται να καταδειχθεί για κάθε τι προσωπική γνώση ή ανάμειξη.
Συνεπώς το ζήτημα κρίνεται υπό το φως των γεγονότων της εκάστοτε υπόθεσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, για το ζήτημα της υπογραφής των επίδικων συμβάσεων έδωσε μαρτυρία η ΜΕ1, η οποία κατέθεσε τις επίδικες συμβάσεις. Κατά την αντεξέτασή της, της υποβλήθηκε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή. Η ΜΕ1 ανέφερε ως πηγή τη γνώση της κα. Κ. Καρά η οποία ήταν μάρτυρας των υπογραφών. Επίσης μαρτυρία για το ίδιο ζήτημα έδωσε η ΜΕ2 η οποία επίσης παρέπεμψε στη μαρτυρία της κας Κ. Καρά.
Όμως η μαρτυρία δεν περιορίζεται στα πιο πάνω. Στην υπό συζήτηση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η έκδοση του δανείου. Επίσης μέσα από το τεκμήριο 8 προκύπτει ότι στις 2.7.20212 έγινε και κατάθεση μετρητών στον εν λόγω λογαριασμό. Υπενθυμίζεται ότι η ορθότητα των καταχωρήσεων στο τεκμήριο 8 δεν έχει αμφισβητηθεί.
Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η απόδειξη της έκδοσης του δανείου μαζί με το γεγονός ότι έγιναν πληρωμές στον λογαριασμό του δανείου σε συνάρτηση με την αρχή που έχει τεθεί στην υπόθεση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd (ανωτέρω), επαρκεί για να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων η υπογραφή της σύμβασης δανείου.
Συνεπώς, μέσα από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί η συνομολόγηση της επίδικής σύμβασης δανείου Επίσης, έχει αποδειχθεί η εκταμίευση του συμφωνηθέντος ποσού δανείου προς τους εναγόμενους 1 και 2. Επίσης, ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ1 η υπεράσπιση με την γραμμή αντεξετάσής της ουσαιστικά αποδέχθηκε την συνομολόγηση της σύμβασης εγγύησης.
Το επόμενο βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ήταν το κατά πόσο η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 8 θα πρέπει να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Η κα Δημητριάδου με παραπομπή στο άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 και σε σχετική νομολογία υποστήριξε ότι η κατατεθειμένη κατάσταση λογαριασμού συνιστά αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου.
Στον αντίποδα, η κα Μυλωνά, με παραπομπή στη νομοθεσία και στη νομολογία, εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι κατατεθειμένες καταστάσεις λογαριασμού δεν μπορούν να κριθούν ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, καθότι το περιεχόμενό τους δεν είχε συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις. Αιχμή του δόρατος της πιο πάνω επιχειρηματολογίας αποτέλεσε η πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Societe Genarale Cyprus Ltd v. Νίνος Χατζηρούσος ως παραλήπτης και διαχειριστής της περιουσίας Stone Heaven ( village houses) Ltd κ.ά. Αρ. Αγωγής 2425/08, ημερομηνίας 13.5.2014.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αποδοχή και η αποδεικτική βαρύτητα των καταστάσεων λογαριασμών συνδέεται τόσο με την απόδειξη τυχόν οφειλόμενου πόσου όσου και με την τυχόν παράλειψη των εναγόμενων 1 και 2 να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους.
Ευθύς εξ αρχής, σημειώνω ότι η απόφαση που επικαλέστηκε η πλευρά των εναγόμενων έχει ανατραπεί κατ’ έφεση και δεσμευτική είναι η εφετειακή κρίση στην υπόθεση Societe Generale Bank Cyprus Limited v. Χατζηρούσου και Άλλων, Πολιτική Έφεση 191/14, ημερομηνίας 11.7.22, ECLI:CY:AD:2022:D305.
Με γνώμονα τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τη αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ2 τα βιβλία και τα αρχεία της ενάγουσας τηρούνταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας. Τονίζω ότι η πιο πάνω θέση ουδόλως έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός της ΜΕ2 ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσιάζει με ακρίβεια όλες τις χρεοπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στο αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου που διατηρούσε και είχε υπό τη φύλαξη της η ενάγουσα. Οι καταχωρίσεις στο βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας. Η πιο πάνω αναντίλεκτη θέση απαντά στο επιχείρημα των εναγόμενων περί μη ορθής μεταφοράς του τραπεζικού βιβλίου. Υπενθυμίζω ότι η νομιμοποίηση και η σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδήγησε στην νομιμοποίηση της ενάγουσας αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Παραδεκτό γεγονός αποτελεί και το ότι η εταιρεία Do Value Cyprus Ltd ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και φακέλους αναφορικά με τους εναγόμενους στην παρούσα. Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, η αναντίλεκτη δήλωση της ΜΕ2 ότι τα βιβλία και τα αρχεία τα ενάγουσας, εκ των οποίων προέκυψε το τεκμήριο 8, τηρούνταν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας επαρκεί για την εξαγωγή ευρήματος ότι το τραπεζικό βιβλίο μεταφέρθηκε σωστά. Περαιτέρω, αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε η ΜΕ1 αυτές συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και ήταν ορθές. Η θέση της ΜΕ1 ότι η ίδια έλεγξε τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και τις βρήκε ορθές δεν έχει αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 8 να κριθεί ως αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1491.
Σύμφωνα δε με τη πάγια πλέον νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων (2009) 1 ΑΑΔ 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523, Αργυρού κ.ά. v. B2Kapital Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 172/15, ημερομηνίας 11.6.2025 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση 308/2016, ημερομηνίας 23.10.2025.
Περαιτέρω, ως έχει κριθεί πρόσφατα από το εφετείο γενικές και αόριστες υποβολές κατά την ακρόαση δεν επαρκούν για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2018, ημερομηνίας 30.10.2025. Σχετικής, επίσης, είναι και η απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123.
Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, (2014) 1 ΑΑΔ 2287, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 426/11, ημερομηνίας 29.11.2017.
Ως προς το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, περιόρισε την αξίωσή της δια της κατάθεσης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ήτοι του τεκμήριου 9 στη διαδικασία. Ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να περιορίσει την αξίωσή της προς όφελος των εναγομένων παραπέμπω στην απόφαση Λοφίτης v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 304/2018, ημερομηνίας 19.1.2024. Άλλωστε, η κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών αποτελεί μια νομολογιακά αναγνωρισμένη, πρακτική των τραπεζών με την οποία υποβοηθείται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση 362/19, ημερομηνίας 10.7.2024 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ( ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 9, μπορεί να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, αφού η ΜΕ1 για την ετοιμασία του ακολούθησε την ίδια ακριβώς μεθοδολογία που ακολούθησε αναφορικά με το τεκμήριο 8. Επομένως, ισχύουν mutandis mutandis τα όσα κρίθηκαν για το τεκμήριο 8. Μάλιστα ουδεμία χρέωση του τεκμήριου 9 αμφισβητήθηκε. Συνεπώς με το τεκμήριο 9 έχει απλώς περιοριστεί η αξίωση της ενάγουσας.
Περαιτέρω από το τεκμήριο 9 έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που κατά την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόμενων προκύπτουν από εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών. Επομένως, η ενάγουσα δεν βασίζει την αξίωση της στου όρους που οι εναγόμενοι θεωρούν ως καταχρηστικούς. Συνεπώς, ενασχόληση με το ζήτημα του κατά πόσο το τεκμήριο 8 περιελάβανε χρεώσεις που πηγάζουν από καταχρηστικές ρήτρες καθίσταται ακαδημαϊκή και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα. Άλλωστε ως έχει τεθεί στην υπόθεση Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση 4/2019, ημερομηνίας 11.9.2025, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, η υποχρέωση του δικαστηρίου να αποτιμά αυτεπαγγέλτως τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, υφίσταται νοούμενου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιόν του. Στην υπό κρίση υπόθεση με την κατάθεση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού η ενάγουσα έχει περιορίσει την αξίωση της με τρόπο ώστε να μην συμπεριλαμβάνει οποιαδήποτε χρέωση που να σχετίζεται με την επιβολή όρων που θα μπορούσε να εξεταστεί η καταχρηστικότητά τους.
Εν πάση περιπτώσει ακόμα και σε περίπτωση που τα τεκμήρια 8 και 9 δεν κρίνονταν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου δεν θα συνεπαγόταν από μόνο του ότι η αξίωση θα έπρεπε να απορριφθεί. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η απόδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί αποδείξεως Νόμου δεν αποκλείει τον ενάγοντα από την παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης μαρτυρίας προς απόδειξη απαίτησής του, πέραν ή και εναλλακτικά του άρθρου 22, Κεφ.9. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αργυρού ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας – Λάρνακας – Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολιτική Έφεση 325/14, ημερομηνίας 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A135, Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/2012, ημερομηνίας 17.12.2018, Κόμπου v. Universal Bank Ltd (2009) 1(Α) ΑΑΔ 194 και πιο πρόσφατα Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd (ανωτέρω).
Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες, το γεγονός ότι κάποια κατάσταση λογαριασμού δεν πληροί τα κριτήρια να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου δεν συνεπάγεται ότι δεν έχει αποδεικτή αξία. Αντίθετα αξιολογείται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και ανάλογα με τις περιστάσεις έκαστης υπόθεσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν κατατεθεί καταστάσεις λογαριασμού. Ουδεμία εκ των καταχωρήσεων αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα οι εναγόμενοι δεν ισχυριστήκαν ότι οι εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις δεν έλαβαν χώρα. Αμφισβητήθηκε η νομιμότητα κάποιων χρεώσεων όχι όμως αυτή καθαυτή η χρέωση ή η πίστωση. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της ΜΕ2 ότι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού προκύπτει από τα αρχεία και βιβλία που τηρεί η ενάγουσα και αντικατοπτρίζει με ακρίβεια όλες τις χρεοπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγινε στη βάση της αρχικής κατάστασης και όλες οι χρεώσεις έχουν ελεγχθεί και συγκριθεί με τις αρχικές. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 8 και 9 επαρκούν για να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αξιούμενο υπόλοιπο.
Οι αναφορές των ME1 και ΜΕ2 ως τέθηκαν στην κυρίως εξέταση τους σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του τεκμήριου 9, επαρκούν για την απόδειξη του εμφανιζόμενου υπολοίπου. Συνεπώς, με το τεκμήριο 9, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο, ως αυτό έχει οικειοθελώς περιοριστεί από την ενάγουσα.
Επίσης, έχει αποδειχθεί η μη τήρηση των όρων της σύμβασης από τους εναγόμενους 1 και 2.
Το μόνο στοιχείο που απομένει να αποδειχθεί για τυχόν επιτυχία της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 είναι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης δανείου. Σχετικά έδωσε μαρτυρία η ΜΕ1, η οποία δεν γνώριζε εάν ταχυδρομήθηκαν οι επίδικές επιστολές. Μάλιστα στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε μόνο ότι παραλήφθηκαν χωρίς να αναφέρεται καθόλου στην αποστολή τους. Το μόνο που γνώριζε ήταν το ότι εντόπισε αντίγραφα για τους πιο πάνω λογαριασμούς και ως εκ τούτου θεωρεί ότι στάλθηκαν. Συνεπώς, είναι προφανές ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 αποτελεί εικασία.
Επί του θέματος μαρτυρία έδωσε και η ΜΕ2. Η ΜΕ2 δεν είχε ίδια γνώση. Υποστήριξε όμως ότι ρώτησε τον κ. Γ Ιωνά. Σύμφωνα με τη ΜΕ2 ο κ. Ιωνά της απάντησε ότι οι εν λόγω επιστολές ετοιμάστηκαν και στάλθηκαν προς τους εναγόμενους και ότι υπήρχε αρμόδιο τμήμα που έστελνε τις επιστολές τερματισμού.
Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι το γεγονός της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής είναι ουσιώδες στοιχείο που ενεργοποιεί το μαχητό τεκμήριο περί παραλαβής της. Σχετικά παραπέμπω στην αποφάσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κά (2015) 1 ΑΑΔ 2077, όπου επεξηγήθηκε ότι «για να είναι νόμιμος ο τερματισμός πρέπει η επιστολή τερματισμού να αποσταλεί στους ενδιαφερομένους».
Περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση, λέχθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την απόδειξη του γεγονότος της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής:
«στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7(1) σελ. 393, παραγρ. 882 αναφέρονται τ' ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης.
«882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted.
The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written.»
Περαιτέρω γίνεται παραπομπή σε τρεις (3) υποθέσεις όπου απεφάνθη ότι «It is not sufficient to prove delivery to a clerk who might not post it unless instructed to do so." όπως και αναφορά στις υποθέσεις Toosey v. Williams [1827] Mood & M 129, Rowlands v. De Vecchi [1882] 9 Cab & EI.10, Colin v. Adamson [1874] LR9 Exch 345, όπου αποφασίστηκε ότι σε αμφισβητούμενες υποθέσεις πιθανόν να είναι αναγκαίο να καλείται ο εργοδοτούμενος γι' απόδειξη των συνηθειών του και πόσο αξιόπιστος είναι. »
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόδειξη της ταχυδρόμησης μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε ή με την παρουσίαση στοιχείων από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ταχυδρόμηση. Έτσι, η απόδειξη της ταχυδρόμησης μπορεί να αποδειχθεί μέσω του γεγονότος ότι η επιστολή παραδόθηκε σε υπάλληλο ο οποίος, κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του, θα την είχε ταχυδρομήσει, ή ότι τοποθετήθηκε σε γραμματοκιβώτιο το οποίο αδειαζόνταν καθημερινά από τον ταχυδρόμο. Δεν αρκεί να αποδειχθεί η παράδοση σε έναν υπάλληλο, ο οποίος ενδέχεται να μην την ταχυδρομήσει, εκτός αν λάβει σχετική εντολή.
Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει ο ισχυρισμός ότι υπογράφηκαν από συγκεκριμένο υπάλληλο και ταχυδρομήθηκαν από το αρμόδιο τμήμα στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων. Όμως η ταχυδρόμηση είχε αμφισβητηθεί ρητά από την υπεράσπιση.
Περαιτέρω μέσα από τα τεκμήρια 10 και 11 αλλά και τις σχετικές συμβάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στη σύμβαση δανείου καταγράφεται ως διεύθυνση των πρωτοφειλετών, εναγόμενων 1 και 2, η διεύθυνση Παραλιμνίου 10Β Σωτήρα. Στη σύμβαση εγγύησης ουδεμία διεύθυνση καταγράφεται για τις εναγόμενες 3 και 4. Στη σύμβαση υποθήκης καταγράφεται για την εναγόμενη 3 η διεύθυνση Παραλιμνίου 10Β Σωτήρα. Οι επιστολές καταγράφουν ότι στάλθηκαν για τους εναγόμενους 1 και 3 στη διεύθυνση Παραλιμνίου 10 Β σωτήρα, ενώ για τους εναγόμενους 2 και 4 καταγράφουν τη διεύθυνση Φιλοθέης 10 Παραλίμνι. Επομένως προκύπτει, εκ πρώτής όψεως, ότι οι επίδικες επιστολές καταγράφουν ασύνδετη διεύθυνση με τους εναγόμενους 2 και 4 και το πιο πάνω θα έπρεπε να εξηγηθεί από την ενάγουσα.
Η μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν ότι η ΜΕ2 ενημερώθηκε από τον κ. Ιωνά ότι ο ίδιος τις υπέγραψε και ότι αυτές γενικά στάλθηκαν. Επίσης κατά την αντεξέτασή της ουδέν ανέφερε για την ταχυδρόμησή τους. Αρκέστηκε να αναφέρει ότι εξ όσων ενημερώθηκε από τον κ. Ιωνά υπήρχε τμήμα τερματισμού, το οποίο έστελνε αυτές τις επιστολές μέσω ταχυδρομείου.
Είναι προφανές ότι η ΜΕ2 στηρίχθηκε επί εξ ακοής μαρτυρίας. Σαφώς η εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή ως μαρτυρία, αλλά υπόκειται σε αξιολόγηση στη βάση του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κοκκινής ν. Κοκκινή Πολιτική Έφεση 247/11, ημερομηνίας 17.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A179 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδης Ποινική Έφεση 256/2022 ημερομηνίας 27.2.2025. Στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου τίθενται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής δήλωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 27, μεταξύ άλλων, κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής δήλωσης λαμβάνονται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος που προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία μπορούσε να κλητεύσει το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση και το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδης Ποινική Έφεση 256/2022 ημερομηνίας 27/2/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας:
«Στην υπόθεση Ali Abdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 164/16, ημερ. 6.1.2017, ECLI:CY:AD:2017:B447, τονίστηκε ότι:
«Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27(2) του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού (2009) 1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1002)».
Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί αναφορικά με τον λόγο που δεν κλητεύθηκε το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση. Επίσης ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την πιο πάνω παράλειψη. Ομοίως ουδεμία εξήγηση δόθηκε για τον λόγο που δεν προσφέρθηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Τα πιο πάνω είναι αρκετά, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 27, υπό το φως της σχετικής νομολογίας, ώστε να μην δοθεί η οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής δήλωση του κ. Ιωνά.
Επιπρόσθετα, στην υπό κρίση υπόθεση, θα έπρεπε να εξηγηθεί εάν η διεύθυνση που καταγραφούν οι επιστολές σχετίζεται όντως με τα πρόσωπα των εναγόμενων 2 και 4. Ενώ λοιπόν υπήρχε η πιο πάνω ανάγκη η πλευρά της ενάγουσας αρκέστηκε να προσκομίσει μια αόριστη εξ ακοής δήλωση ότι γενικά ετοιμάστηκαν και στάλθηκαν.
Συνολικά λοιπόν δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής δήλωση του κ. Ιωνά, η οποία εν πάση περιπτώσει υπό τις περιστάσεις δεν θα επαρκούσε για να αποδείξει το ζητούμενο τουλάχιστον για τους εναγόμενους 2 και 4.
Με τη πιο πάνω κατάληξη απομένει μόνο η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2. Οι εν λόγω μάρτυρες σε κανένα σημείο ανέφεραν ότι οι επίδικες επιστολές ταχυδρομήθηκαν.
Επομένως, το γεγονός ότι δεν επιστράφηκε κάποια επιστολή πίσω δεν επαρκεί από μόνο του για την ενεργοποίηση του μαχητού τεκμήριου, αφού η ενεργοποίησή του προϋποθέτει την απόδειξη της ταχυδρόμησης. Θα ήταν νομικά και λογικά άτοπο να αποδεικνύεται η παραλαβή κάποιας επιστολής, επειδή δεν επεστράφη, χωρίς να αποδεικνύεται το προηγούμενο γεγονός της αποστολής της. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Ως προς το σχετικό μαχητό τεκμήριο παραπέμπω στις αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 CLR 9, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά (ανωτέρω) και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited (ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί η ταχυδρόμηση των σχετικών επιστολών. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει τερματιστεί η επίδικη σύμβαση δανείου και έχει γίνει απαίτηση από τους εγγυητές.
Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της δανειακής σύμβασης θεμελιακή είναι η απόφαση Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη (1999) 1 ΑΑΔ 1465. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε διάκριση μεταξύ της απαίτησης που προκύπτει από σύμβαση δανείου και της απαίτησης που προκύπτει από τρεχούμενο λογαριασμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι:
«Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.»
Επομένως προκύπτει ότι στην περίπτωση του δανείου ο τερματισμός δεν αποτελεί πράξη προσδιοριστική του ποσού και η αξίωση του μπορεί να αναζητηθεί δικαστικά χωρίς προηγούμενο τερματισμό.
Περαιτέρω ως έχει επαναληφθεί πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Triple Choise Lighting – Electrical – Tool Ltd v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 412/17, ημερομηνίας 8.4.2026, η Κυπριακή νομολογία υποστηρίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίσει χωρίς προειδοποίηση νοουμένου ότι αυτό προνοείται από τους όρους της συμφωνίας.
Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό, η λήξη, ο τερματισμός και η αποδέσμευση από τη σύμβαση είναι τρόποι με τους οποίους η ισχύς της σύμβασης τερματίζεται. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 639.
Στην υπό κρίση υπόθεση το δάνειο ήταν πληρωτέο σε έξι (6) ετήσιες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα δυο χρόνια μετά την έκδοση του δανείου. Το δάνειο εκταμιεύθηκε σύμφωνα με το τεκμήριο 7 στις 22.2.2011. Συνεπώς, το δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί οκτώ χρόνια από την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι μέχρι τις 22.2.2019. Η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή μετά τη λήξη του χρόνου που έπρεπε να εξοφληθεί το δάνειο, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.1.2020. Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτείτο τερματισμός αφού η σύμβαση είχε λήξει και ως εκ τούτου η ισχύς της τερματίστηκε. Συνεπώς, η μη απόδειξη της αποστολής της επιστολής τερματισμού δεν έχει συνέπειες στην δυνατότητα αξίωσης του χρέους.
Εν πάση περιπτώσει όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 87/2013, ημερομηνίας 3.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503, η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.
Υπό το φως των πιο πάνω, παρά την αποτυχία απόδειξης της αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού προς του εναγόμενους 1 και 2, προκύπτει ότι η ενάγουσα απέσεισε το βάρος να αποδείξει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αξίωσή της εναντίον των εναγόμενων 1 και 2.
Προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα της ευθύνης των εναγόμενων 3 και 4 στη βάση της σύμβασης εγγύησης.
Στην υπό κρίση υπόθεση το ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο μπορεί η ενάγουσα να αξιώσει την είσπραξη του υπόλοιπου ποσού εάν δεν έχει προηγουμένως απαιτήσει το ποσό.
Ως έχει αποσαφηνιστεί στην απόφαση Παπακόκκινου κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσιά Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση169/2011, ημερομηνίας 13.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:D309, η παροχή ειδοποίησης στον εγγυητή είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό του χρόνου που η υποχρέωση του για καταβολή του χρέους καθίσταται εκτελεστή.
Περαιτέρω στο σύγγραμμα Andrews & Millett, The Law of Guarantees, 7η έκδοση, 2020, παράγραφος 7-005, σελ. 262 καταγράφονται τα ακόλουθα:
«If a guarantor promises to pay “on demand”, the creditor cannot sue him until after a demand has been made on him. »
Παράλληλα, όμως, ως έχει τεθεί από τον Lord Atkin στην υπόθεση Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 K.B.110, 129:
«The question appears to me to be in every case, did the parties in fact intend to make the demand a term of the contract? If they did, effect will be given to their contract, whether it be a direct promise to pay or a collateral promise, though in seeking to ascertain their intention the nature of the contract may be material. »
Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση MS Fashions Ltd v. Bank of Credit and Commerce International A (In Liquidation) [1993] Ch. 425 απόφαση Dillon LJ σελ. 447.
Είναι λοιπόν προφανές ότι στην περίπτωση που τα μέρη όντως κατέστησαν την προηγούμενη απαίτηση από τον εγγυητή ως όρο της σύμβασης ο πιστωτής δεν μπορεί να εναγάγει τον εγγυητή προτού προβεί σε απαίτηση. Σαφώς, όμως, το όλο ζήτημα άπτεται της ερμηνείας της σύμβασης.
Σημειώνω ότι στην ερμηνεία της σύμβασης εγγύησης ισχύουν οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται στην ερμηνεία των συμβάσεων γενικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αργύρη ν. Χρυσοστόμου (2006) 1 ΑΑΔ 1362, όπου έγινε δεκτό ότι οι γενικές αρχές ερμηνείας των συμβάσεων εφαρμόζονται και κατά την ερμηνεία σύμβασης εγγύησης.
Στην υπό κρίση υπόθεση ο όρος 13 της σύμβασης εγγύησης προνοούσε τα ακόλουθα:
«Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων ρητρών, η υποχρέωση του εγγυητή για πληρωμή δυνάμει της σύμβασης αυτής θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή αξίωση από τη Συνεργατική με επιστολή που θα παραδοθεί δια χειρός στον εγγυητή ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο Ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του.»
Ο εν λόγω όρος είναι σαφής και ξεκάθαρος. Από αυτόν προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι συμβαλλόμενοι κατέστησαν ως όρο για την έναρξη της υποχρέωσης του εγγυητή για πληρωμή την προηγούμενη απαίτηση. Μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει να έγινε τέτοια απαίτηση πριν την έγερση της αγωγής. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει με την παρούσα αγωγή θεραπεία εναντίων των εναγόμενο 3 και 4 στη βάση της σύμβασης εγγύησης. Επομένως, η αγωγή εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 με την οποία αξιώνεται θεραπεία στη βάση της επίδικης σύμβασης εγγύησης θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη.
Ως προς την επιχειρηματολογία των εναγόμενων περί παραβίασης του άρθρου 12 του Νόμου 197(I)/2003, και ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης. Σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν ως προς τον τυχόν επηρεασμό των δικαιωμάτων τους και ότι παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του των εγγυητών από τον πρωτοφειλέτη. Συνεπώς βρίσκω ότι εφαρμόζονται τα όσα έχουν αποφασιστεί στις υποθέσεις Στάθης Μάτολης & Υιός Λτδ κ.ά ν. Societe – Generale Bank – Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 183/2019, ημερομηνίας 25.2.2025 και Μουλαζίμη κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 418/19, ημερομηνίας 22.5.2025, όπου προβλήθηκε ταυτόσημο επιχείρημα και κρίθηκε ότι επειδή δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί του επηρεασμού των δικαιωμάτων των εγγυητών η σχετική εισήγηση δεν μπορούσε να επιτύχει.
Παραμένει προς εξέταση το ζήτημα της εγκυρότητας της υποθήκης που κατ’ ισχυρισμόν παραχώρησε η εναγόμενη 3. Στην υπό κρίση υπόθεση το ενυπόθηκο ακίνητο εκποιήθηκε, το προϊόν που εισπράχθηκε από την πώληση πιστώθηκε έναντι του χρέους των εναγόμενων 1 και 2 και η ενάγουσα αξιώνει το υπόλοιπο και από την εναγόμενη 3, ως ο όρος 5 του εγγράφου υποθήκης.
Στην υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη και άκυρη και δεν έχουν τηρηθεί οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για τη σύσταση και εγγραφή της υποθήκης.
Στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων εισηγήθηκε ότι η επίδικη υποθήκη παραβιάζει το άρθρο 211(γ) του Νόμου το οποίο, κατά τη θέση της, ενσωματώνει την αρχή του Equity of Redemption. Παραπέμπει, επίσης, και στο άρθρο 5 του Νόμου 9/1965 για να ισχυριστεί πως η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της νομοθεσίας καθιστά άκυρη τη οποιαδήποτε υποθήκευση ακινήτου. Αποτέλεσε βασική θέση της συνηγόρου των εναγόμενων, ότι οι όροι που προνοούν για πληρωμή εξόδων, δικαστικών εξόδων, δαπανών, δικηγορικών εξόδων, χαρτοσήμων, εξόδων ετοιμασίας και εκτέλεσης του εγγράφου καθιστούν την η επίδικη υποθήκη άκυρη. Ο λόγους που καθίσταται άκυρη η υποθήκη είναι επειδή τα εν λόγω ποσά δεν μπορούν, ανά πάσα στιγμή να υπολογιστούν και η αξίωσή τους δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Νόμου 9/1965.
Το πρώτο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο το δικαστήριο, υπό το φως των δικογραφημένων ισχυρισμών, μπορεί να εξετάσει τα εγειρόμενα με την αγόρευση ζητήματα.
Στο σημείο αυτό, κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 13, αλλά και τη σχετική νομολογία, οι ισχυρισμοί που αφορούν σε παρανομία σε συμφωνία πρέπει να εγείρονται ειδικά στα δικόγραφα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου (2001) 1 Α.Α.Δ. 615, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ (1992) 1 Α.Α.Δ. 549, Αντιγόνη Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 2039, Δημητρίου v. Συμεωνίδη (2002) 1 Α.Α.Δ. 1018 και Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Πολιτική Έφεση 180/2010, ημερομηνίας 20.2.2015.
Ιδίως στην υπόθεση Αyia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ (1992) 1 Α.Α.Δ. 549, 555, επεξηγήθηκαν τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με την παρανομία, η Δ.19, θ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι διάδικος, ο οποίος θέλει να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία.»
Στην υπό κρίση υπόθεση το ζήτημα της παρανομίας έχει τεθεί γενικά χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς γεγονότων αλλά ούτε και σε συγκεκριμένα άρθρα. Επομένως, το ζήτημα της παρανομίας δεν έχει τεθεί με τρόπο που να επιτρέπει την εξέταση των όσων εισηγούνται οι εναγόμενοι.
Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Ειδικότερα το άρθρο 21 (γ) προνοεί τα ακόλουθα:
«εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι’ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:
Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.»
Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου εξετάστηκαν για πρώτη φορά στην υπόθεση Φελλάς κ.α. ν. Emporiki Bank-Cyprus Limited, Πολιτική Έφεση17/2013, 7.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A111, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι εμφανές από τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης πως το ποσό για το οποίο παραχωρείται η υποθήκη πρέπει να είναι καθορισμένο ή να μπορεί να προσδιοριστεί, μαζί με τυχόν συμφωνηθέντες τόκους σε ποσοστό το οποίο είναι καθορισμένο ή μπορεί να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό, καθώς επίσης και των εξόδων που απαιτούνται σε περίπτωση λήψης νόμιμων μέτρων προς είσπραξη του ποσού της υποθήκης και του τόκου.»
Στην υπό κρίση υπόθεση, στον όρο 12 του τεκμήριου 5, καταγράφεται ότι το μέγιστο ποσό για το οποίο δεσμεύεται το επίδικο ακίνητο είναι το τελικό ποσό που θα εκκρεμεί την ημερά εκποίησης της υποθήκης, επιπλέον τον τόκο, περιθώριο, τόκο υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και άλλα έξοδα που θα προκύψουν από την στιγμή της εγγραφής της υποθήκης. Συνεπώς, στο άρθρο 12 παρέχεται ο μηχανισμός για τον προσδιορισμό του μέγιστου ποσού για το οποίο δεσμεύεται το ενυπόθηκο ακίνητο. Επιπλέον, ο όρος 13 προσδιορίζει το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμό του επιτοκίου που θα επιβαρύνετο η πιστωτική διευκόλυνση προς εξασφάλιση της οποίας συστάθηκε η επίδικη υποθήκη.
Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι μέσα από τις πρόνοιες του εγγράφου υποθήκης, τεκμήριο 5, καθορίζεται το μέγιστο ποσό της υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη καθώς και το συνολικό επιβαλλόμενο επιτόκιο που ίσχυε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, το ύψος του οποίου μπορούσε να διαπιστωθεί και ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή από την ενυπόθηκο οφειλέτη.
Συνεπώς, ως έχει κριθεί και στην υπόθεση Μαρία Μητσιγιώργη ν. Gordian Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 287/2015, ημερομηνίας 12.6.2025, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αοριστία του ποσού που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή των τόκων, και κατ' επέκταση για παραβίαση των προϋποθέσεων του άρθρου 21(1)(γ) του Ν. 9/1965. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση Φελλάς κ.α. ν. Emporiki Bank-Cyprus Limited (ανωτέρω).
Ως προς το ετέρο σκέλος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων περί του επηρεασμού του εξ επιείκειας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει την υποθήκη (equitable right of redemption) σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι όμοιο ζήτημα με τις προϋποθέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 21(1)(γ) και θα πρέπει να αναδεικνύεται αυθύπαρκτα και ξεχωριστά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2018, ημερομηνίας 30.10.2025. Το εν λόγω ζήτημα ούτε καν ακροθιγώς θίγεται στην υπεράσπιση των εναγομένων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί.
Όμως για σκοπούς πληρότητας σε σχέση με την έννοια του όρου παραπέμπω στο σύγγραμμα Snell's Equity 34η έκδοση, Sweet & Maxwell, 2020, part 7, chapter 38, para 38 -07, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:
«It is a settled rule of equity that any agreement which interferes with the mortgagor’s equitable right to redeem is ineffectual. The rule is an application of the principle “once a mortgage, always a mortgage”. Where a mortgage fixes a contractual date for redemption and then provides that the right shall not be exercised by the mortgagor for a substantial period thereafter, this is void as a fetter on the right to redeem. On the same basis, a provision to the effect that the right to redeem is exercisable only by particular persons or until the expiry of a particular period of time is ineffective. Such provisions are said to be void as “clogging the equity of redemption”. This doctrine applies to all types of mortgages, whether legal or equitable, or by way of floating charge or otherwise. While it has been criticised as “an appendix to our law which no longer serves a useful purpose and would be better excised”, the Privy Council has more recently accepted that it remains “an old-established but not obsolete doctrine of equity. »
Προκύπτει, συνεπώς, ότι το δόγμα του equity of redemption αφορά τις περιπτώσεις όπου στην υποθήκη τίθεται όρος με τον οποίο περιορίζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος για το οποίο συστάθηκε η υποθήκη.
Τέτοιο ζήτημα δεν έχει τεθεί στην υπό κρίση υπόθεση. Συνακόλουθα, και να μπορούσε να εξεταστεί δεν θα είχε επιτυχή κατάληξη.
Τέλος το γεγονός ότι η προειδοποιητική επιστολή και η επιστολή τερματισμού δεν έχει αποδειχθεί ότι στάλθηκε στη διεύθυνση της εναγόμενης 3 που καταγράφεται στο έγγραφο υποθήκης, δεν επηρεάζει την ευθύνη της. Η ευθύνη της εναγόμενης 3 πηγάζει από την σύσταση της εμπράγματης εξασφάλισης και ως όρος 3 του τεκμήριου 5 προνοεί η υποθήκη αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση με την οποιαδήποτε άλλη εγγύηση. Επίσης η ευθύνη της εναγομένης 3 γενιώταν μόλις το ποσό του δανείου καθίστατο πληρωτέο. Έτσι το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή σχετικής ειδοποίησης προς την εναγόμενη 3 δεν επηρεάζει την ευθύνη της η οποίας γεννήθηκε μόλις το ποσό κατέστη πληρωτέο. Επίσης δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί επηρεασμού των δικαιωμάτων ενυπόθηκου οφειλέτη. Συνεπώς βρίσκω ότι εφαρμόζονται κατ’ αναλογία τα όσα έχουν αποφασιστεί στις υποθέσεις Στάθης Μάτολης & Υιός Λτδ κ.ά ν. Societe – Generale Bank – Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 183/2019, ημερομηνίας 25.2.2025 και Μουλαζίμη κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 418/19, ημερομηνίας 22.5.2025.
Συνεπώς, καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης 3 η οποία οφείλει να εξοφλήσει το υπόλοιπο αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά για το ποσό των €, 321.391,58 πλέον τόκο προς 6.25% ετησίως από 1.1.2025 μέχρι εξοφλήσεως του τόκο κεφαλαιοποιούμενου την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Περαιτέρω τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο.
Σε σχέση με την εναγόμενη 4 η αγωγή απορρίπτεται. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των εναγόμενων κρίνω ότι η εναγόμενη 4 δεν δικαιούται έξοδα για την απόρριψη της αγωγής.
…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο